ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 792/19, 9/3/2026
print
Τίτλος:
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 792/19, 9/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 792/19

Μεταξύ:

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Ενάγοντας

 

και

 

 

ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ

Εναγόμενη

--------------------

 

Ημερομηνία: 09.03.26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για  Ενάγοντα/Καθ’ου η Αίτηση: κ. Ν. Καλλής

Για Εναγόμενη/Αιτήτρια: κα. Θ. Θεοδώρου για Τ. Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.  

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(Εκδίκαση προδικαστικού σημείου)

 

1.    Στην παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας, με το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερ. 17.04.19 και την Έκθεση Απαίτησης ημερ. 08.01.20, αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνέπεια δυστυχήματος που επεσυνέβη στις 27.01.16. Ειδικότερα, είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ενώ οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής [ ] εντός του χώρου στάθμευσης της Εναγόμενης στη Λεμεσό, με πρόθεση να εξέλθει του Λιμένος, έσβησαν τα φώτα που φώτιζαν τον προαναφερθέντα χώρο στάθμευσης με αποτέλεσμα να επέλθει σκοτάδι, ο Ενάγοντας να χάσει έλεγχο του οχήματος του, να επιπέσει επί σταθμευμένης καρότσας, το όχημα του να υποστεί εκτεταμένες ζημιές και ο ίδιος να τραυματισθεί σοβαρά.

 

2.    Αναφορικά με το εγειρόμενο ζήτημα της προδικαστικής ένστασης και το επίδικο δυστύχημα, η Εναγόμενη, με την Έκθεση Υπεράσπιση της ημερ. 30.03.21 εγείρει προδικαστική ένσταση ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έχει παραγραφεί δυνάμει του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν.66(Ι)/12) και/ή ότι η ως άνω αγωγή έχει εγερθεί εκπρόθεσμα και/ή καταχρηστικά ή/και μετά την παρέλευση τριών (3) ετών, ως ορίζεται στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148). Περαιτέρω και άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, η Εναγόμενη αρνείται κατηγορητικά το κατ’ισχυρισμό επίδικο δυστύχημα και δηλώνει ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε ενημέρωσε και/ή έφερε σε γνώση της Εναγόμενης ότι υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα αναφορικά με τον φωτισμό της Εναγόμενης στον χώρο στάθμευσης και/ή ότι τα φώτα που φώτιζαν τον χώρο στάθμευσης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχαν σβήσει αλλά αντιθέτως προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο φωτισμός στον χώρο στάθμευσης ήταν επαρκής και/ή κατάλληλος και/ή συνεχής και σε πλήρη λειτουργία.  Περαιτέρω, η Εναγόμενη, στην Έκθεση Υπεράσπιση της, προβάλλει τη θέση ότι η επίδικη καρότσα δεν ήταν ιδιοκτησίας της ίδιας και βρισκόταν παράνομα και/ή σε μη ενδεδειγμένο και/ή προδιαγραφόμενο από την Εναγόμενη χώρο στάθμευσης και/ή χωρίς την έγκριση και/ή άδεια της Εναγόμενης και προς τούτο η Εναγόμενη απέστειλε επιστολή ημερ. 29.01.16 στον ιδιοκτήτη της επίδικης καρότσας, με την οποία τον καθιστούσαν υπεύθυνο για το κατ’ισχυρισμό επίδικο δυστύχημα. Ανεξάρτητα της πιο πάνω θέσης της, η Εναγόμενη επίσης αναφέρει ότι πλήρωσε στον Εναγόμενο το ποσό των €1.911,28 κατά την περίοδο απουσίας του από το καθήκοντα του, από 28.01.16 – 04.03.16, ενόψει του κατ’ισχυρισμού επίδικου δυστυχήματος και συνεπώς δεν οφείλει οποιοδήποτε άλλο ποσό στον Ενάγοντα.   

 

3.    Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ημερ. 22.04.21, ο Ενάγοντας αρνείται την προδικαστική ένσταση της Εναγόμενης. Περαιτέρω, προβάλλει τη θέση ότι η υποχρέωση της Εναγόμενης να παρέχει στους εργοδοτούμενους και/ή υπάλληλους και/ή υπηρέτες και/ή άλλως πως και κατ’επέκταση στον Ενάγοντα ασφαλείς συνθήκες, τρόπους και τόπο εργασίας ήτο ρητός όρος και/ή υποχρέωση της και η παράλειψη της Εναγόμενης να προβεί στα νόμιμα καθήκοντα της οδήγησε στον τραυματισμό του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας παραδέχεται την καταβολή σε αυτόν ποσού €1.911,28, το οποίο ισοδυναμεί με τα μηνιαία εισοδήματα του, ως αποτέλεσμα της απουσίας του από το χώρο εργασίας ένεκα άδειας ασθενείας που έλαβε εξαιτίας του επίδικου δυστυχήματος δια το οποίο ευθύνεται η Εναγόμενη. 

 

4.    Μετά το κλείσιμο των δικογράφων, η υπόθεση ορίστηκε στις 24.09.21, κατόπιν κλήσης για οδηγίες ημερ. 22.04.21, όπου η υπόθεση διαρκώς οριζόταν για οδηγίες προκειμένου  αμφότερα μέρη να καταχώρησαν τις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψής εγγράφων και τον ονομαστικό κατάλογο και σύνοψη μαρτυρίας τους. Ακολούθως, καταχωρήθηκε η αίτηση ημερ. 11.01.23 της Εναγόμενης για εκδίκαση της ως  άνω προδικαστικής ένστασης της πριν την ακροαματική διαδικασία. Ως προκύπτει από το πρακτικό ημερ. 31.10.25, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα αποδέχτηκε όπως εκδικαστεί προδικαστικά το εγειρόμενο ζήτημα της παραγραφής της παρούσας αγωγής και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση επί της προδικαστικής ένστασης της Εναγόμενης σε σχέση με το εγειρόμενο ζήτημα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα. 

 

Αγορεύσεις των μερών επί της προδικαστικής ένστασης

 

5.    Αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν προφορικά και γραπτώς προς υποστήριξη των θέσεων τους. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και τη νομολογία στην οποία παρέπεμψαν το Δικαστήριο προς υποστήριξη των θέσεων τους. Θα αναφερθώ στις αγορεύσεις των μερών, όπου κριθεί αναγκαίο, πιο κάτω.

 

6.    Ειδικότερα, αποτελεί θέση της Εναγόμενης, ως προκύπτει από τη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης, ότι σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα το κατ’ ισχυρισμό επίδικο δυστύχημα επεσυνέβη στις 27.01.16, οπότε και άρχισε να προσμετράται ο σχετικός χρόνος παραγραφής χωρίς να προβάλλεται από τον Ενάγοντα οποιοδήποτε ζήτημα περί άγνοιας σημαντικών γεγονότων για την έγερση της παρούσας αγωγής. Συνεπώς, η πλευρά της Εναγόμενης θεωρεί ότι το Δικαστήριο δύναται, στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών του Ενάγοντα, να κρίνει προδικαστικά το ζήτημα της παραγραφής.  

 

7.    Σχετικά με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα ότι η βάση της αγωγής ολοκληρώθηκε και/ή συμπληρώθηκε περί τα τέλη Απριλίου – αρχές Μαΐου του 2016, ο κ. Καλλής προφορικά συμφώνησε ότι κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται αλλά ότι θεωρεί ότι είναι θέμα μαρτυρίας για το οποίο δεν υφίστατο ανάγκη δικογράφησης τέτοιας θέσης. Με όλο το σεβασμό προς τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα, η θέση του αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Όφειλε ο Ενάγοντας, εις απάντηση της προδικαστικής ένστασης της Εναγόμενης, μέσω της Απάντησης στην Υπεράσπιση, να προβάλλει τις θέσεις του αναφορικά με το πότε ολοκληρώθηκε η βάση της υπό κρίση αγωγής και δεν το έπραξε. Ειδικότερα, η θέση, στην οποία αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα στη γραπτή του αγόρευση, ότι δηλαδή, περί τον Απρίλιο 2016, ο Ενάγοντας κατ’ισχυρισμό διευθέτησε ραντεβού με τον Δρ. Μάρκαρη για επανεξέταση της κατάστασης του και προκειμένου να λάβει γνώση των σωματικών βλαβών και/ή τραυματισμών του και τη σχετική Ιατρική Έκθεση του Δρ. Μάρκαρη ημερ. 05.03.2016 αλλά και η θέση ότι η καθυστέρηση οφείλεται στο ότι ο Ενάγοντας έπρεπε να αποφασίσει εναντίον ποιου θα κινήσει αγωγή, να διαμορφώσει ολοκληρωμένη άποψη για τα δικαιώματα του και πώς συνέβη το επίδικο δυστύχημα, έπρεπε να τίθετο στα δικόγραφα και όχι μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου του Ενάγοντα.

 

8.    Μάλιστα, η θέση ότι η βάση αγωγής ολοκληρώθηκε περί τα τέλη Απριλίου – αρχές Μαΐου του 2016 δεν προβάλλεται καν στην ένορκη δήλωση ημερ. 15.05.23 που συνοδεύει την ένσταση του Ενάγοντα προκειμένου να δοθεί άδεια εκδίκασης της προδικαστικής ένστασης της Εναγόμενης, όπου γίνεται αναφορά από την ομνύοσα ότι ο Ενάγοντας την ενημέρωσε ότι η καθυστέρηση προέκυψε λόγω μακρόχρονων θεραπειών του Ενάγοντα ένεκα του επίδικου δυστυχήματος. Ως είναι παγία νομολογιακά καθιερωμένο, η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας (βλ. El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1255). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία, τα επίδικα θέματα προς εξέταση από το Δικαστήριο, καθορίζονται από το αυστηρό πλαίσιο των δικογραφημένων ισχυρισμών των μερών (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24 και Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826). Έχοντας υπόψη ότι η θέση περί ολοκλήρωσης της βάσης αγωγής περί τα τέλη Απριλίου – αρχές Μαΐου του 2016 δεν έχει δικογραφηθεί από τον Ενάγοντα, ως όφειλε, η πιο πάνω θέση του Ενάγοντα κατ’επέκταση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. 

 

9.    Περαιτέρω, η επίκληση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα στη Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη σχετική νομολογία δεν βρίσκει έρεισμα στην παρούσα περίπτωση, εφόσον ο κ. Καλλής, κατά τη δικάσιμο της 31.10.25, αποδέχθηκε όπως το ζήτημα της παραγραφής της παρούσας αγωγής εκδικαστεί προδικαστικά στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των μερών επί αυτής, ως προς το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων.

 

Νομική Πτυχή

 

10. Για το ζήτημα παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων, σχετικός είναι ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(Ι)/12), (εφ’εξής «ο Νόμος»), στον οποίο αμφότεροι συνήγοροι παρέπεμψαν το Δικαστήριο προς υποστήριξη των θέσεων που εγείρουν, ως ο ισχύων νόμος σχετικά με το εγειρόμενο ζήτημα της παραγραφής. Ο Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 01.07.12[1] και σύμφωνα με το Άρθρο 29 του Νόμου από την ημερομηνία έναρξης του Νόμου καταργήθηκε ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15 και το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου.  Το Άρθρο 6 του Νόμου διέπει πλέον το ζήτημα περί παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων σε σχέση με αστικά αδικήματα. Ειδικότερα, όσον αφορά το αστικό αδίκημά της αμέλειας και την επικαλούμενη παραβίαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης, ως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, χωρίς όμως να δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες παράβασης των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης παρά μόνο λεπτομέρειες αμέλειας, σχετικό είναι το Άρθρο 6(2) του Νόμου που προνοεί τα εξής:


«6 (2) Αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση

 

11. Προς τούτο το Άρθρο 6 (3) του Νόμου προσθέτει ότι το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια σε αγωγές για αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και την διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα, να χειριστεί την υπόθεσή του, την προσπάθεια του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα για εξασφάλιση των απαραιτήτων σχετικών στοιχείων και τη στάση του εναγομένου σε σχέση με την προσπάθεια αυτή και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας, να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής, νοουμένου ότι η εν λόγω διακριτική ευχέρεια δεν θα ασκείται μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής.

 

12. Περαιτέρω, σχετικό είναι τα όσα αναφέρεται στο Άρθρο 2 του Νόμου σχετικά με την ερμηνεία της βάσης της αγωγής όπου αναφέρεται ότι «βάση της αγωγής σημαίνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνει το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή».

 

13. Σύμφωνα με τη νομολογία, για σκοπούς εξέτασης του θέματος της παραγραφής, το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου (2012) 1 Α.Α.Δ. 834) και είναι με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής που εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ του νόμου παραγραφεί (βλ. Όμηρος Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities and Financial Services Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 636). Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα από το Εφετείο στη υπόθεση ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΙΡΙΛΛΟΥ κ.α. ν. Α.Ι. ΚΑΡΠΑΣΙΤΗΣ & ΥΙΟΙ, Πολ. Εφ. 80/20 και 81/20, ημερ. 31.10.25 που παρέπεμψε στη υπόθεση Shehata κ.ά. ν. Ellias (1995) 1 Α.Α.Δ. 621 όπου λέχθηκε ότι: «Σίγουρα το θέμα της παραγραφής στην Κύπρο (lex fori) είναι θέμα διαδικαστικής μορφής (procedural)».

 

14. Επιπρόσθετα, ως λέχθηκε στη Νεοφύτου ν. Malak κ.α., Πολ. Εφ. 118/12 ημερ. 21.06.18, ECLI:CY:AD:2018:A297, οι αποφάσεις στην Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη (1994) 1 Α.Α.Δ. 337 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα (2000) 1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει[2] διαφορετικά η υπόθεση προχωρεί σε εκδίκαση και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της ουσίας της υπόθεσης. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι αξίωση έχει παραγραφεί, τότε η διαδικασία αναστέλλεται (βλ. Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη (ανωτέρω))

 

Εξέταση της επίδικης αίτησης

 

15. Στην παρούσα υπόθεση, ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις αναφορικά με το επίδικο δυστύχημα που επεσυνέβη στις 27.01.16. Βάση για την αξίωση του αποτελεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας και/ή επικαλούμενη παραβίαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης. Συνεπώς, με βάση το Άρθρο 6(2) του Νόμου, η αγωγή του Ενάγοντα όφειλε να είχε καταχωρηθεί εντός 3 ετών από τη συμπλήρωση της βάσης της αγωγής, ως ερμηνεύεται στο Άρθρο 2 του Νόμου, ήτοι εντός 3 ετών από 27.01.16. Το ότι η πιο πάνω προθεσμία παραγραφής των τριών (3) ετών του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα ισχύει στην παρούσα περίπτωση είναι εξάλλου παραδεκτή από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα, ο οποίος, δια της γραπτής του αγόρευσης, επίσης συμφωνεί ότι το επίδικο περιστατικό αμέλειας της Εναγόμενης επεσυνέβη στις 27.01.16.

 

16. Αυτό που εισηγείται όμως προς το Δικαστήριο είναι ότι εφαρμόζεται η εξαίρεση που διαλαμβάνει το Άρθρο 6(2) του Νόμου, ήτοι ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που ο Ενάγοντας έλαβε γνώση της βλάβης του. Ειδικότερα, θέση του, ως αναφέρω ανωτέρω, είναι ότι ο Ενάγοντας ενημερώθηκε για τους τραυματισμούς του, τα δικαιώματα του, εναντίον ποιου θα κινηθεί αλλά και των επίδικων γεγονότων περί τα τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου του 2016, οπόταν και ολοκληρώθηκε η βάση της παρούσας αγωγής. Η θέση όμως αυτή, για λόγους που ήδη ανέφερα ανωτέρω, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, καθώς αυτή δεν δικογραφείται. Ούτε έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία του Ενάγοντα, προκειμένου το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, δυνάμει του Άρθρου 6(3) του Νόμου,  ώστε να μην εφαρμοστούν οι διατάξεις περί παραγραφής.Έξαλλου δεν ζητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα, όπως το Δικαστήριο εξετάσει κατά πόσο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια που του παρέχεται από το Άρθρο 6(3) του Νόμου.

 

17.    Συνεπώς, έχοντας υπόψη ότι βάσει των δικογραφημένων ισχυρισμών του Ενάγοντα  η βάση της παρούσας αγωγής του συμπληρώθηκε στις 27.01.16 και ότι δεν δικογραφείται οποιοδήποτε στοιχείο περί μεταγενέστερης γνώσης εκ μέρους του Ενάγοντα της βλάβης του, ο χρόνος παραγραφής άρχισε να προσμετράται από την προαναφερθείσα ημερομηνία. Δεδομένου ότι η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.04.19, ήτοι μετά την πάροδο τριών (3) ετών, καθίσταται προφανές ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα στα πλαίσια της υπό κρίση αγωγής έχει, δυνάμει του Άρθρου 6 (2) του Νόμου, παραγραφεί.

 

Κατάληξη

 

18. Για λόγους ως προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα αναστολής της παρούσας αγωγής.

 

Έξοδα

 

19. Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα τόσο της αίτησης ημερ. 11.01.23 όσο και της αγωγής επιδικάζονται σε βάρος του Ενάγοντα/Καθ’ου η Αίτηση και προς όφελος της Εναγόμενης/Καθ’ης η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

(Υπ.)……………………...

Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 



[1] Βλ. Άρθρο 28 του Νόμου.

[2] Βλ. επίσης σχετικά άρθρο 20 του Νόμου που προνοεί ότι «Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο