MAGNUMSERVE GROUP LIMITED ν. 2PLUS AUDID LIMITED, Αριθμός Απαίτησης: 652/2025, 31/3/2026
print
Τίτλος:
MAGNUMSERVE GROUP LIMITED ν. 2PLUS AUDID LIMITED, Αριθμός Απαίτησης: 652/2025, 31/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

                                                            Αριθμός Απαίτησης: 652/2025 (i-justice)

 

Μεταξύ:

MAGNUMSERVE GROUP LIMITED

Εναγόντων

    και

 

2PLUS AUDID LIMITED

Εναγόμενων

 

--------------------

Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ημερομηνίας 1/7/2025

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31/3/2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για ενάγοντες - αιτητές: κ. Ν. Πιριλίδης, για N. PIRILIDES & ASSOCIATES LLC

Για εναγόμενους - καθ’ ων η αίτηση: κα Ι. Ιωσηφάκη, για ΕΥΘΥΜΙΟΣ Κ. ΙΩΣΗΦ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με έντυπο απαίτησης μαζί με έκθεση απαίτησης, στις 18/6/2025. Με αυτή αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων τα ακόλουθα:

 

«(Α)    Δηλωτική Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Συμφωνίας Μίσθωσης ημερ. 03.03.2021 έχει λήξει και/ή εκπνεύσει στις 31.05.2025 και δεν έχει δεόντως και/ή άλλως ανανεωθεί.

(Β)       Δηλωτική Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η παραμονή της Εναγόμενης και/ή των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή αξιωματούχων αυτής, στα Ενοικιασθέντα Υποστατικά από την ημερομηνία λήξης της Συμφωνίας Μίσθωσης, δηλ. από την 01.06.2025 και εντεύθεν, συνιστά παράνομη επέμβαση σ΄αυτά.

 

(Γ)       Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, διατάττον την  Εναγόμενη και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους αυτής, όπως παύσουν πάραυτα και/ή άρουν την παράνομη επέμβαση τους επί των Ενοικιασθέντων Υποστατικών και/ή όπως παραδώσουν ελεύθερη κατοχή τους στην Ενάγουσα εντός επτά (7) ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος στην Εναγομένη.

 

(Δ)       Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, που να διατάσσει την Εναγομένη να παραδώσει ελεύθερη κατοχή των Ενοικιασθέντων Υποστατικών στην Ενάγουσα και/ή να διατάσσει την έξωση της Εναγομένης και/ή των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή αξιωματούχων αυτής  από τα Ενοικιασθέντα Υποστατικά εντός επτά (7) ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος στην Εναγομένη.

 

(Ε)       Ποσό Ευρώ 11,000 μηνιαίως από την 01.06.2025 μέχρι την ημερομηνία παράδοσης της ελευθέρας κατοχής των Ενοικιασθέντων Υποστατικών από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα, ως αποζημιώσεις για απώλεια ενδιαμέσων κερδών και/ή διαφυγόντος κέρδους και/ή ζημιές και/ή απώλειες που υπέστη και θα συνεχίσει να υφίσταται η Ενάγουσα ένεκα της παράνομης κατοχής και/ή επέμβασης από την Εναγόμενη επί των Ενοικιασθέντων Υποστατικών.

 

(ΣΤ)     Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές Αποζημιώσεις.

 

(Ζ)       Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη να αποδώσει υπό τις περιστάσεις.

 

(Η)      Νόμιμο Τόκο.

 

(Θ)      Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Εγγραφής [ ]).»

 

 

Οι εναγόμενοι, στις 27/6/2025 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και οι ενάγοντες, την 1/7/2025 την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγόμενων, «ως οι παράγραφοι Α έως Ε και Ζ έως ΙΑ του παρακλητικού του Εντύπου Απαίτησης και της Έκθεσης Απαίτησης.»

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο μέτοχος της πλειοψηφίας και εκ των διευθυντών των εναγόντων, Σωτήρης Πίττας.

 

Οι εναγόμενοι καταχώρησαν την ακόλουθη ένσταση στην αίτηση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο διευθυντής και μοναδικός μέτοχός τους, Σάββας Σάββα.

 

«1. Η παρούσα Αίτηση δεν πληροί τα κριτήρια του Μέρους 24 των Νέων  Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης.  Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση.

 

2.  Η μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και τα επισυνημμένα τεκμήρια και η αίτηση έκδοσης συνοπτικής απόφασης στηρίζεται σε ανεπαρκή και απαράδεκτη και μη ικανοποιητική μαρτυρία.

 

3. Η απαίτηση του Αιτητή δεν είναι σαφής, αδιαμφισβήτητη ή καθορισμένη, και απαιτείται πλήρης ακροαματική διαδικασία.

 

4. Ο Καθ’ ου η αίτηση έχει καλή, γνήσια και νόμιμη Υπεράσπιση και υπάρχουν σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση και εγείρονται θέματα που χρήζουν εκδίκασης και που του δίδει το δικαίωμα να προβάλει την Υπεράσπιση της.

 

5. Τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης θα αποστερήσει συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του Καθ’ ου η αίτηση και θα πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να αποδείξει την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του σε ακροαματική διαδικασία.»

 

Και οι δυο ενόρκως δηλούντες προέβησαν και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση.

 

Παρεμβάλλεται ότι τόσο η αγωγή όσο και η υπό κρίση αίτηση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ»).

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των παραπάνω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Τα ακόλουθα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών:

 

Οι ενάγοντες είναι εταιρεία και εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της πολυώροφης οικοδομής στη Λεμεσό, γνωστής ως MAGNUM BUSINESS CENTER (στο εξής «κτίριο»). Το κτίριο αποτελείται - μεταξύ άλλων - από χώρους στάθμευσης και αποθηκευτικούς χώρους στο υπόγειο, χώρους στάθμευσης και χώρο υποδοχής στο ισόγειο, γραφεία στους 1ο, 2ο, 3ο και 4ο ορόφους και καφετέρια (Roof Garden & Cafeteria) μαζί με σύστημα φωτοβολταϊκών στον 5ο όροφο.

 

Οι εναγόμενοι, που επίσης είναι εταιρεία με έδρα τη Λεμεσό παρέχουν ελεγκτικές, λογιστικές και άλλες συναφείς υπηρεσίες και στον ουσιώδη χρόνο εκπροσωπούνταν από τον αδειούχο εγκεκριμένο λογιστή, Σάββα Σάββα.

 

Δυνάμει γραπτής συμφωνίας μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων, ημερομηνίας 3/3/2021 (στο εξής «επίδικη σύμβαση»), οι ενάγοντες νοίκιασαν στους εναγόμενους το γραφειακό χώρο που καταλαμβάνει ολόκληρο τον 3ο όροφο του κτιρίου, την αποθήκη αρ. 4 στο υπόγειό του, καθώς και αριθμό χώρων στάθμευσης (στο εξής «επίδικα υποστατικά»).

 

Οι ακόλουθοι είναι μερικοί από τους ρητούς όρους της επίδικης σύμβασης:

 

Η διάρκεια της μίσθωσης είναι για περίοδο 4 ετών και συγκεκριμένα από 1/6/2021 μέχρι  30/5/2025 (αρχική περίοδος ενοικίασης). Οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα επιλογής (Option) να ανανεώσουν την ενοικίαση για περαιτέρω περίοδο 4 ετών η οποία θα ξεκινούσε αμέσως μετά την εκπνοή της αρχικής περιόδου ενοικίασης ή οποιασδήποτε ανανέωσης αυτής, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι θα απέστελλαν στους ενάγοντες για το σκοπό αυτό, γραπτή ειδοποίηση, 3 μήνες πριν την εκπνοή της αρχικής περιόδου ενοικίασης. Σε τέτοια περίπτωση, όλοι οι όροι και προϋποθέσεις που περιέχονται στην επίδικη σύμβαση, θα παρέμειναν σε ισχύ, εκτός από το ενοίκιο το οποίο θα αυξανόταν για οποιαδήποτε περαιτέρω περίοδο 2 ετών, κατά 5%.

 

Το μηνιαίο ενοίκιο των επίδικων υποστατικών καθορίστηκε στο ποσό των €5.000, πλέον ΦΠΑ, για την περίοδο ενοικίασης από 1/6/2021 μέχρι 31/5/2023 και στο ποσό των €5.250, πλέον ΦΠΑ από την 1/6/2023 μέχρι την 31/5/2025 και θα ήταν προπληρωτέο ανά τριμηνία, την 1η τραπεζική ημέρα κάθε τριμηνίας με απευθείας εμβάσματα σε τραπεζικό λογαριασμό των εναγόντων.

 

Οι εναγόμενοι συμφώνησαν να πληρώνουν τους λογαριασμούς ύδρευσης και ηλεκτροδότησης των επίδικων υποστατικών, τα κοινόχρηστα που τους αναλογούσαν καθώς και ποσό €250, πλέον ΦΠΑ, ως συμφωνημένη μηνιαία αποζημίωση για το όφελος που θα απολάμβαναν από την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια, μέσω του συστήματος φωτοβολταϊκών και NET METERING που εγκατέστησαν στο κτίριο οι ενάγοντες.

 

Οι εναγόμενοι δεν δικαιούνταν να προβούν σε οποιεσδήποτε δομικές (Structural) αλλαγές ή προσθήκες στα επίδικα υποστατικά, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των εναγόντων και συμφώνησαν ότι η χρήση και εκμετάλλευση της ταράτσας του 5ου ορόφου του κτιρίου, θα ανήκε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στους ενάγοντες.

 

Οι εναγόμενοι συμφώνησαν να νοικιάσουν τα γραφεία του 3ου ορόφου των επίδικων υποστατικών, ως ανοικτό χώρο (“Open Space”) και ανέλαβαν να τοποθετήσουν με αποκλειστικά δικά τους έξοδα και δαπάνες, όλους τους αναγκαίους διαχωρισμούς (partitions), διαχωριστικούς τοίχους κλπ., σύμφωνα με τις ανάγκες τους και τα αρχιτεκτονικά σχέδια που επισυνάφθηκαν στην επίδικη σύμβαση, ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1. Όλοι δε οι διαχωρισμοί (partitions) και/ή διαχωριστικοί τοίχοι και/ή μόνιμες εγκαταστάσεις (fixed fixtures) που θα τοποθετούνταν στα επίδικα υποστατικά, θα αποτελούσαν περιουσία και/ή ιδιοκτησία των εναγόντων και οι εναγόμενοι δεν θα δικαιούνταν να μετακινήσουν οποιεσδήποτε τέτοιες μόνιμες εγκαταστάσεις ή διαχωριστικούς τοίχους ή διαχωρισμούς κατά τον τερματισμό ή εκπνοή της συμφωνίας μίσθωσης.

 

Οι εναγόμενοι ανέλαβαν να παραδώσουν άμεσα στους ενάγοντες, κατά την εκπνοή της επίδικης σύμβασης ή κατά τον, καθ’ οιονδήποτε χρόνο, τερματισμό της, την ελεύθερη κατοχή των επίδικων υποστατικών, στην ίδια καλή λειτουργική κατάσταση που τα παρέλαβαν, εξαιρουμένης φυσικής φθοράς (Fair wear & Tear excepted).

 

Κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης, οι εναγόμενοι κατέθεσαν και/ή πλήρωσαν στους ενάγοντες το ποσό των €5.000, ως ντεπόζιτο εξασφάλισης (security deposit) για να καλύψει οποιανδήποτε ζημιά ήθελε τυχόν προκληθεί στα επίδικα υποστατικά κατά τη διάρκεια της μίσθωσης ή οποιεσδήποτε άλλες ζημιές των εναγόντων σε περίπτωση παράβασης της επίδικης σύμβασης από τους εναγόμενους και σε περίπτωση που η εν λόγω ζημιά ήθελε υπερβεί το ποσό αυτό, οι ενάγοντες θα δικαιούνταν να απαιτήσουν τέτοια περαιτέρω ζημιά από τους εναγόμενους.

 

Καμία ανοχή ή παραίτηση από τους ενάγοντες δεν θα επηρεάζει τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες των εναγόμενων, ως ενοικιαστών με βάση την επίδικη σύμβαση. Η οποία δεν μπορεί να τροποποιηθεί ή αλλάξει με οποιονδήποτε τρόπο, εκτός μέσω γραπτής συμφωνίας τροποποίησης που υπογράφεται και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη.

 

Στις 4/10/2021, οι διάδικοι υπέγραψαν τροποποιητική συμφωνία τής επίδικης σύμβασης η οποία προέβλεπε - μεταξύ άλλων - την παραχώρηση από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους έναντι του συμφωνημένου ποσού των €750 μηνιαίως, πλέον Φ.Π.Α. (με ισχύ μέχρι τις 31/5/2023 και αυξημένο ποσό €787,50, πλέον Φ.Π.Α. από 1/6/2023 μέχρι 31/05/2025), άδειας χρήσης του Roof Garden που βρίσκεται στον 5ο όροφο του κτιρίου, όπου υπάρχει επιπλωμένη και πλήρως λειτουργική καφετέρια, προκειμένου να χρησιμοποιείται από το προσωπικό των εναγόμενων για σκοπούς αναψυχής (φαγητό, ποτό, κάπνισμα) και για την πραγματοποίηση εταιρικών εκδηλώσεων (corporate events) των εναγόμενων.

 

Η εν λόγω τροποποιητική συμφωνία θα ισχύει καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της επίδικης σύμβασης, εκτός αν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, άλλως πως, γραπτώς.

 

Απ’ εκεί και πέρα, οι θέσεις των μερών, διίστανται. Η εκδοχή των εναγόντων σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Πίττα, είναι η εξής:

 

Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εξασκήσουν το δικαίωμα επιλογής ανανέωσης της επίδικης σύμβασης εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας και/ή περιόδου, ως προνοείτο ρητά στον όρο 4 και κατά συνέπεια, αυτή έληξε νόμιμα και αυτοδικαίως, στις 31/5/2025. Παρά την εκπνοή και/ή λήξη της, οι εναγόμενοι συνεχίζουν να παραμένουν και να κατέχουν τα επίδικα υποστατικά, παράνομα και/ή ως επεμβασίες.

 

Οι εναγόμενοι, μέσω του κ. Σάββα, σε συνάντηση που έγινε στις 11/4/2025 πληροφόρησαν τον κ. Πίττα ότι θα χρειάζονταν κάποιο εύλογο χρόνο για να εξεύρουν και μετακινηθούν σε νέα υποστατικά, πριν τις 31/5/2025. Προς  τούτο, ο κ. Σάββα ζήτησε από τον κ. Πίττα περιθώριο 15 ημερών για να τον ενημερώσει για τον εύλογο χρόνο που θα χρειαζόταν για την μετακίνησή του σε νέο υποστατικό.

 

Στις 2/5/2025 και αφού παρήλθε ο χρόνος των 15 ημερών, ο κ. Πίττας προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον κ. Σάββα, χωρίς επιτυχία. Συνεπεία αυτού, την ίδια μέρα τού απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο του ζητούσε να του πει πότε θα ήταν έτοιμος για να μιλήσουν αναφορικά με το χρόνο που θα χρειαζόταν για την μετακίνησή του σε νέο υποστατικό και την παράδοση ελεύθερης κατοχής των επίδικων υποστατικών.

 

Η τηλεφωνική συζήτηση του θέματος που είχαν οι δυο τους, την ίδια μέρα, δεν οδήγησε πουθενά, γιατί ο κ. Σάββα, για πρώτη φορά ξεκαθάρισε στον κ. Πίττα ότι οι εναγόμενοι δεν θα παρέδιδαν την ελεύθερη κατοχή των επίδικων υποστατικών και θα συνέχιζαν να παραμένουν σ’ αυτά με το ίδιο ενοίκιο και εάν ο κ. Πίττας είχε πρόβλημα, να τον πάρει Δικαστήριο και να αποδείξει πόσο καλός δικηγόρος είναι και του έκλεισε το τηλέφωνο. Ένεκα της συμπεριφοράς του κ. Σάββα, ευθύς αμέσως, μεταξύ των δυο ανταλλάχθηκαν διάφορα τηλεφωνικά μηνύματα (SMS).

 

Στις 12/5/2025 στάλθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων προς τους δικηγόρους των εναγόμενων, επιστολή, με την οποία, μεταξύ άλλων, επισημαινόταν ρητά ότι η επίδικη σύμβαση έληγε στις 31/5/2025 και κάθε παραμονή, πέραν αυτής, θα θεωρείτο παράνομη κατοχή με όλες τις έννομες συνέπειες και ότι οι ενάγοντες βρίσκονταν σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις με τρίτους για την εκμίσθωση των επίδικων υποστατικών από την 1/6/2025 έναντι μηνιαίου ενοικίου, ύψους €10.000.

 

Παρόλο που η περίοδος μίσθωσης έληξε στις 31/5/2025, οι εναγόμενοι, παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή καταχρηστικά, εξακολουθούν μέχρι σήμερα να διατηρούν την κατοχή των επίδικων υποστατικών και να επεμβαίνουν σ’ αυτά, προκαλώντας ζημιές και απώλειες στους ενάγοντες.

 

Περί τις 6/5/2025, ο διευθυντής των εναγόντων, Μάριος Πίττας, με οδηγίες του κ. Σωτήρη Πίττα επισκέφθηκε τα επίδικα υποστατικά, συνοδευόμενος από συνεργάτη κτηματομεσιτικού γραφείου για να επιθεωρήσουν τα γραφεία με σκοπό την προώθηση και/ή διευθέτηση της μίσθωσής τους σε ενδιαφερόμενους πελάτες με μηνιαίο ενοίκιο το ποσό των €10.000, πλέον €750, ως αποζημιώσεις για την άδεια χρήσης της καφετέριας στο Roof  Garden  και €250 μηνιαίως, ως αποζημίωση για την ωφέλεια που ο μισθωτής των γραφείων απολαμβάνει από την παραγομένη ενέργεια μέσω του συστήματος φωτοβολταϊκών και NET METERING που εγκατέστησαν στο κτίριο οι ενάγοντες.

 

Κατά παράβαση - μεταξύ άλλων - του όρου 13(f) της επίδικης σύμβασης, οι εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποί τους εμπόδισαν και δεν επέτρεψαν στους αντιπροσώπους των εναγόντων να εισέλθουν στα γραφεία και πληροφόρησαν τον κ. Μάριο Πίττα ότι δεν θα επιτρέψουν σε κανένα αντιπρόσωπο των εναγόντων να εισέλθει στα γραφεία, για οποιοδήποτε σκοπό.

 

Τα επίδικα υποστατικά μπορούσαν - και μπορούν  -  να ενοικιαστούν προς τρίτους έναντι μηνιαίου ενοικίου, ύψους €10.000 και σαν αποτέλεσμα της παράνομης επέμβασης των εναγόμενων, οι ενάγοντες υπέστησαν και υφίστανται αντίστοιχη ζημιά μηνιαίως για απώλεια ενδιαμέσων κερδών (mesne profits) και/ή ενοικίων τα οποία διεκδικούν από τους εναγόμενους.

 

Οι ενάγοντες, περί τις 31/12/2024 νοίκιασαν σε ενδιαφερόμενο μισθωτή τα γραφεία του 1ου ορόφου του κτιρίου μαζί με αποθήκη, τον ίδιο αριθμό χώρων στάθμευσης, χρήση χώρου Roof Garden και τη χρήση της ενέργειας φωτοβολταϊκών, για το συνολικό μηνιαίο ποσό των €11.000.

 

Πέραν της πιο πάνω ζημιάς, οι ενάγοντες υπέστησαν και συνεχίζουν να υφίστανται τις ακόλουθες ζημιές και/ή απώλειες, τις οποίες, επίσης διεκδικούν από τους εναγόμενους: (α) €750 μηνιαίως από την 1/6/2025 που αντιπροσωπεύει το μηνιαίο μίσθωμα και/ή άδεια χρήσης που θα αποκόμιζαν από τη μίσθωση και/ή την παραχώρηση άδειας χρήσης του Roof Garden σε νέο ενοικιαστή των επίδικων υποστατικών. (β)      €250 μηνιαίως από την  1/6/2025 που είναι η συμφωνημένη αποζημίωση για το όφελος που ο μισθωτής των γραφείων απολαμβάνει από την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια μέσω του συστήματος φωτοβολταϊκών και NET METERING που εγκατέστησαν οι ενάγοντες στο κτίριο. (γ) Τα ποσά των λογαριασμών ηλεκτροδότησης και ύδρευσης των επίδικων υποστατικών, τα τέλη σκυβάλων, ως και τα μηνιαία έξοδα κοινόχρηστων (COMMON EXPENSES) που αναλογούν στους εναγόμενους για την περίοδο από την 1/6/2025 μέχρι την ημερομηνία παράδοσης ελευθέρας κατοχής των επίδικων υποστατικών και/ή μέχρι που να τερματιστεί η παράνομη κατοχή και/ή επέμβαση των εναγόμενων σ’ αυτά.

 

Οι  εναγόμενοι δεν έχουν οποιανδήποτε καλή ή ουσιαστική ή  πραγματική    προοπτική επιτυχίας υπεράσπισης της απαίτησης των εναγόντων, ενόψει   του ότι: (α) δεν έχουν ασκήσει εμπρόθεσμα το δικαίωμα επιλογής (Option) που είχαν με βάση τον όρο 4 της επίδικης σύμβασης και ως εκ τούτου, αυτή έχει λήξει την 31/5/2025 και θα πρέπει να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή των επίδικων υποστατικών στους ενάγοντες. (β) Η παραμονή τους και/ή των υπαλλήλων και/ή αξιωματούχων τους στα επίδικα υποστατικά από την 1/6/2025 και εντεύθεν, συνιστά παράνομη επέμβαση σ’ αυτά. (γ) Οι ενάγοντες δικαιούνται την έκδοση διατάγματος που να διατάζει τους εναγόμενους κ.ο.κ., να παύσουν άμεσα και να άρουν την παράνομη επέμβαση επί των επίδικων υποστατικών και/ή όπως τους παραδώσουν την ελεύθερη κατοχή τους. (δ) Η έκδοση απόφασης υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενων, ως οι παράγραφοι Α-Ε και Ζ-ΙΑ του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης είναι απόλυτα δικαιολογημένη.

 

Το δικαίωμα επιλογής (OPTION) που παραχωρήθηκε στους εναγόμενους με τον όρο 4 της συμφωνίας μίσθωσης απαιτούσε και απαιτεί επιτακτικά και υποχρεωτικά τη αποστολή στους ενάγοντες, γραπτής ειδοποίησης, τρείς μήνες πριν τη λήξη της επίδικης σύμβασης, κάτι που οι εναγόμενοι, κατά παράβασή της παρέλειψαν να πράξουν και συνακόλουθα, αυτή έχει ήδη λήξει την 31/5/2025.

 

Πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ των εναγόντων για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως η αίτηση, γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση, ως το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης.

 

Θα είναι απρόσφορο να επιτραπεί στους εναγόμενους να υπερασπιστούν, απλά για λόγους καθυστέρησης και για τη συνέχιση της παράνομης παραμονής τους στα επίδικα υποστατικά μετά τη λήξη της επίδικης σύμβασης, εμποδίζοντας καταχρηστικά τους ενάγοντες να απολαμβάνουν ελεύθερα τα περιουσιακά τους στοιχεία για να τα εκμισθώσουν σε άλλους ενδιαφερόμενους ενοικιαστές έναντι υψηλότερου μισθώματος και καλύτερων όρων μίσθωσης.

 

Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω και με βάση το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, ο κ. Σωτήρης Πίττας και οι ενάγοντες πιστεύουν ειλικρινά ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της παρούσας απαίτησης και δεν γνωρίζουν άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση πρέπει να εκδικαστεί σε κανονική δίκη.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, οι ενάγοντες αιτούνται την έκδοση απόφασης, ως οι παράγραφοι Α-Ε και Ζ-ΙΑ του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης.

 

Έναντι των παραπάνω θέσεων και ισχυρισμών των εναγόντων, οι εναγόμενοι, με την ένορκη δήλωση του διευθυντή τους η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση αντιτείνουν τα ακόλουθα:

 

Από την ημέρα έναρξης της επίδικης σύμβασης, οι εναγόμενοι εφάρμοσαν και/ή εφαρμόζουν τους όρους της, τόσο ως προς την συμφωνημένη μέθοδο της καταβολής των ενοικίων όσο και των κοινοχρήστων.

 

Κατά ή περί τις 4/10/2021, μετά και από πιέσεις που δέχτηκαν οι εναγόμενοι από τους ενάγοντες υπογράφτηκε νέα σύμβαση χρήσης της οροφής του κτιρίου (roof garden) η οποία αποτελούσε επέκταση (Amendment) της επίδικης σύμβασης.

 

Ως ήτο ρητός και εξυπακουόμενος όρος της επίδικης σύμβασης, οι εναγόμενοι προβήκαν με δικά τους έξοδα, στο διαχωρισμό των γραφειακών χώρων του ορόφου που είχαν ενοικιάσει, ύψους €150.000 προκειμένου ο ενοικιαζόμενος όροφος να καταστεί λειτουργικός για τις ανάγκες της επιχείρησής τους, αφού ο ενοικιαζόμενος χώρος τούς παραδόθηκε κενός και αδιαχώριστος (open space), έχοντας μόνο πατώματα, οροφή, χώρους υγιεινής και σύστημα κλιματισμού.

 

Κατά ή περί τις 11/3/2025, οι εναγόμενοι απέστειλαν γραπτή ειδοποίηση προς τους ενάγοντες, κοινοποιώντας τους, την πρόθεσή τους για ανανέωση της επίδικης σύμβασης, για περίοδο 4 ετών, επιπλέον, ως ήτο ρητός και εξυπακουόμενος όρος της επίμαχης σύμβασης. Στην εν λόγω επιστολή, οι εναγόμενοι δεν έλαβαν καμία απάντηση από τους ενάγοντες, κατανοώντας έτσι οι εναγόμενοι, την σιωπηρή αποδοχή της πρότασής τους προς τους ενάγοντες, αφού στις 17/3/2025, οι εναγόμενοι έλαβαν σχετικό τιμολόγιο από τους ενάγοντες, που αφορούσε τα μίσθια της περιόδου Μαρτίου 2025 μέχρι Μαΐου 2025.

 

Κατά ή περί τις 2/5/2025, αιφνιδίως οι εναγόμενοι έλαβαν τόσο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου όσο και μέσω τηλεφωνικού μηνύματος (SMS) την πρόθεση των εναγόντων να μην ανανεώσουν την επίδικη σύμβαση, καλώντας τους να παραδώσουν την ελεύθερη κατοχή του κτιρίου κατά ή περί το τέλος Μαΐου 2025.

 

Ως εκ των πιο πάνω και εκ του περιεχομένου των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που οι ενάγοντες απέστειλαν προς τους εναγόμενους προκύπτει ότι η πρόθεσή των εναγόντων για μη ανανέωση της επίδικης σύμβασης εδράζεται στο ποσό της αύξησης που ήθελαν να λαμβάνουν, για οποιαδήποτε νέα περίοδο ενοικίασης, αγνοώντας και/ή παραβλέποντας και αποσιωπώντας το ρητό και εξυπακουόμενο όρο της επίδικης σύμβασης, στον οποίο προβλεπόταν το προκαθορισμένο ποσοστό αύξησης του ενοικίου, ήτοι το 5% σε οποιαδήποτε ανανέωση της επίμαχης σύμβασης.

 

Η πιο πάνω συμπεριφορά τους, εκ των γεγονότων διαφαίνεται να είναι κακόπιστη και καταχρηστική, δεδομένης της αρμονικής σχέσης, ως επίσης και της χαλαρότητας των χρονοδιαγραμμάτων μεταξύ των μερών για 4 και πλέον έτη, ως επίσης και της αγαστής συνεργασίας που είχαν τα μέρη, καθότι οι εναγόμενοι παρείχαν στους ενάγοντες για πάρα πολλά χρόνια, ελεγκτικές και λογιστικές υπηρεσίες.

 

Η πιο πάνω συμπεριφορά των εναγόντων πλήττει και/ή πρόκειται να πλήξει τα οικονομικά συμφέροντα των εναγόμενων οι οποίοι επένδυσαν στον ενοικιαζόμενο χώρο, το ποσό των €150.000 σκοπούμενοι τη μακροχρόνια εγκατάστασή τους στο κτίριο, προκειμένου να εξασκούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα και προσδοκώντας στην απόσβεση των χρημάτων που επένδυσαν στο κτίριο.

 

Σε περίπτωση που το Δικαστήριο πειστεί από τους λόγους που προβάλλουν οι ενάγοντες και εκδώσει συνοπτική απόφαση, οι εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη καθώς θα κληθούν να καταβάλουν ποσά που στην πραγματικότητα δεν οφείλουν και/ή που έχουν ήδη καταβάλει προς τους ενάγοντες.

 

Τουτέστι, σε περίπτωση που δεν επιτραπεί να καταχωρηθεί έκθεση υπεράσπισης και εκδοθεί συνοπτική απόφαση, οι εναγόμενοι πιθανόν να κληθούν στο μέλλον να καταβάλουν εις διπλούν όσα οι ενάγοντες ζητούν με την αγωγή τους, δεδομένης της απαίτησης που έχει ήδη καταχωριστεί. Επιπλέον, οποιαδήποτε ανταπαίτηση των εναγόμενων δε θα μπορεί να προβληθεί επιφέροντας στους εναγόμενους περαιτέρω ζημία.

 

Σε σχέση με μερικούς από τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόμενων, ο κ. Πίττας, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του αναφέρει - εν μέρει υπό μορφή επανάληψης - τα εξής:

 

Με βάση τον όρο 4 της επίδικης σύμβασης συμφωνήθηκε και παρασχέθηκε στους εναγόμενους το δικαίωμα εκλογής ανανέωσης της επίδικης σύμβασης για περαιτέρω περιόδους 4 ετών υπό την απαραίτητη και επιτακτική προϋπόθεση παροχής γραπτής ειδοποίησης στον ιδιοκτήτη, τουλάχιστον 3 μήνες πριν την λήξη/εκπνοή της περιόδου ενοικίασης, δηλαδή την 31/5/2025.

 

Η ειδοποίηση που εστάλη από τους εναγόμενους, στις 11/3/2025 ήταν εκπρόθεσμη και δεν δημιούργησε, ούτε μπορούσε να δημιουργήσει οποιονδήποτε νομικό αποτέλεσμα σχετικά με την ανανέωση της επίδικης σύμβασης, γιατί έγινε και εστάλη κατά παράβαση της ρητής και υποχρεωτικής (express and mandatory) πρόνοιας του όρου 4 της επίδικης σύμβασης.

 

Τα τιμολόγια που εστάλησαν από τους ενάγοντες στους εναγόμενους, περί τις 17/3/2025 σχετικά με τα ενοίκια των μηνών Μαρτίου μέχρι Μαΐου 2025, που αποτελούσε το τελευταίο τρίμηνο της επίδικης σύμβασης, δεν αποτελούσαν ούτε και μπορούσαν να αποτελέσουν αποδοχή της εκπρόθεσμης ειδοποίησης που έστειλαν οι εναγόμενοι, στις 11/3/2025.

 

Οι εναγόμενοι, γνωρίζοντας ότι δεν είχαν έγκαιρα, νομότυπα και εμπρόθεσμα εξασκήσει το δικαίωμα εκλογής ανανέωσης της επίδικης σύμβασης, ως επιτακτικά απαιτούσε ο όρος 4 αυτής, ζήτησαν από τον κ. Πίττα να συναντηθούν για να συζητήσουν το ενδεχόμενο  υπογραφής νέας σύμβασης μίσθωσης με νέο μηνιαίο ενοίκιο και όρους, συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 11/4/2025.

 

Στο πλαίσιο της εν λόγω συνάντησης, ο κ. Σάββα δήλωσε στον κ. Πίττα ότι δεν συμφωνούσε στην πληρωμή υψηλότερου ενοικίου και δη ανεξάρτητα του ύψους των ενοικίων της αγοράς που είχαν ήδη αυξηθεί σημαντικά, αλλά επέμενε ότι το νέο ενοίκιο στη βάση της νέας συμφωνίας μίσθωσης που θα υπογραφόταν δεν θα υπερέβαινε μία αύξηση της τάξης του 5% επί του ενοικίου, το οποίο τους κατέβαλλαν οι εναγόμενοι, κάτι που δεν έγινε αποδεκτό από πλευράς του.

 

Μετά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης το 2021, η αγορά ενοικίων γραφειακών χώρων, αυξήθηκε ραγδαία στη Λεμεσό και ως εμφαίνεται από την έκθεση εκτίμησης της μηνιαίας αγοραίας ενοικιαστικής αξίας των επίδικων υποστατικών τού εκτιμητή κ. Γιώργου Παναγιώτου (τεκμ. ΣΠ7), το Μάιο/Ιούνιο 2025, η ενοικιαστική αξία ανέρχεται σε €28 για έκαστο τετραγωνικό μέτρο, και η συνολική ενοικιαστική αξία των επίδικων υποστατικών σε €10.350, μηνιαίως.

 

Εφ’ όσον έληξε η επίδικη σύμβαση, οι ενάγοντες είχαν κάθε νόμιμο δικαίωμα να απαιτήσουν ενοίκιο, ίσο με το τρέχον ενοίκιο της αγοράς για τέτοιας φύσεως υποστατικά καθώς και δικαίωμα να ζητήσουν την υπογραφή νέας μίσθωσης με τους εναγόμενους.

 

Ο όρος της επίδικης σύμβασης για αύξηση 5% επί του μηνιαίου ενοικίου, θα εφαρμοζόταν μόνο και εφ’ όσον, η μίσθωση ανανεωνόταν εμπρόθεσμα από τους εναγόμενους, ως επιτακτικά ορίζει ο όρος 4 της επίδικης σύμβασης, πράγμα που ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα δεν έγινε ποτέ από τους εναγόμενους.

 

Με τη σειρά του, ο διευθυντής των εναγόμενων στη δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αναφέρει - και αυτός εν μέρει υπό μορφή επανάληψης - τα εξής:

 

Ως ο όρος 4 της επίδικης συμβάσης, οι ενοικιαστές είχαν και έχουν κατά αποκλειστικότητα το δικαίωμα ανανέωσής της για περαιτέρω περιόδους των 4 ετών νοουμένου ότι θα απέστελλαν γραπτή ειδοποίηση προς τους ιδιοκτήτες, τρεις μήνες πριν τη λήξη της επίδικης σύμβασης, δηλαδή, κατά ή περί την 28/2/2025, αφού η τελευταία υποπερίοδος της εν λόγω συμβάσης τελείωνε την 31/5/2025.

 

Η εν λόγω ειδοποίηση που εστάλη, κοινοποιώντας την πρόθεση των εναγόμενων για ανανέωση της σύμβασης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εστάλη κατά παράβαση της ρητής και υποχρεωτικής «express and mandatory» πρόνοιας του όρου 4 της επίδικης συμβάσης, έστω και αν αυτή εστάλη στις 11/3/2025, καθότι, οι ίδιοι οι ενάγοντες κατάργησαν την αυστηρή προϋπόθεση του όρου αυτού, αφού ενώ έλαβαν την εν λόγω ειδοποίηση περί της προθέσεως ανανέωσης της σύβασης μίσθωσης από τους εναγόμενους, δεν εξέφρασαν οποιαδήποτε άρνηση και/ή διαφορετική άποψη, δημιουργώντας έτσι την ισχυρή πεποίθηση προς τους εναγόμενους ότι αποδέχονταν το περιεχόμενο της επιστολής τους για επέκταση και/ή την ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης για περίοδο 4 ακόμη ετών.

 

Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι συνέχιζαν να καταβάλλουν κανονικά τα ενοίκια προς τους ενάγοντες, ως η συμφωνία των μερών και η πρακτική που ακολουθούνταν, δηλαδή, η προκαταβολή των ενοικίων για τρεις μήνες, πληρώνοντας έτσι το τιμολόγιο που απεστάλη από τους ενάγοντες, στις 17/3/2025 για το ποσό των €18.742,50.

 

Σύμφωνα πάντοτε με το διευθυντή των εναγόμενων, προς επίρρωση των λεχθέντων του, ως προς την κατάργηση και/ή αποδοχή από τους ενάγοντες της αυστηρής προϋπόθεσης του όρου 4 της επίδικης σύμβασης, το πιο πάνω τιμολόγιο που αφορούσε τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2025, συμπεριλάμβανε ολόκληρο το ποσό που αντιστοιχούσε στα ενοίκια των πιο πάνω μηνών, χωρίς να ενεργοποιείται από τους ενάγοντες ο όρος 17.1 της της επίδικης συμβάσης «security deposit» με βάση τον οποίο κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης, πέραν της καταβολής  των τρεχόντων ενοικίων από τους εναγόμενους καταβλήθηκε και το ποσό των €5.000 το οποίο αφορούσε ποσό εξασφάλισης (security deposit) ίσο με ένα ενοίκιο το οποίο θα έπρεπε να αξιολογηθεί και να επιστραφεί προς τους ενοικιαστές/εναγόμενους μετά το πέρας και/ή τη λήξη και/ή τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης.

 

Τούτου λεχθέντως, καμία μνεία και/ή ενεργοποίηση και/ή πρόθεση εκφράστηκε από τους ενάγοντες, περί του ποσού εγγύησης το οποίο ήταν κατατεθειμένο δεν έγινε, ενισχύοντας έτσι την πεποίθηση προς τους εναγόμενους ότι η σύμβαση μίσθωσης, θα συνεχιζόταν κανονικά, ως οι πρόνοιές της.

 

Συμφωνεί με τη θέση του κ. Πίττα σχετικά με τη διαφωνία του για την καταβολή οποιουδήποτε ψηλότερου ενοικίου, πέραν του συμβατικού για όλους τους λόγους που εξήγησε πιο πάνω.

 

Περαιτέρω, η κακοπιστία και η αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόντων προκύπτει ξεκάθαρα από την παράγραφο 9.2 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Πίττα, καθότι, εκβιαστικά οι ενάγοντες ζητούσαν μέσω του διευθυντή τους να λάβουν ψηλότερο ενοίκιο, προτείνοντας την υπογραφή νέας σύμβασης μίσθωσης, χωρίς να γίνεται λόγος για τερματισμό της, εάν λάμβαναν διπλάσια σχεδόν ενοίκια.

 

Προς επίρρωση των ισχυρισμών του παραπέμπω το Δικαστήριο στο τεκμήριο 4 της Ένορκης Δήλωσης 1 Πίττα  και στο ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβα εκ του κ. Πίττα που δηλώνει ξεκάθαρα την πρόθεσή του για αύξηση του ενοικίου μετά το πέρας της πρώτης περιόδου των τεσσάρων ετών, χωρίς να κάνει λόγο, ούτε στη συνάντηση μεταξύ μας, αλλά, ούτε και στο εν λόγω γραπτό μήνυμα  για τη μη πρόθεση ανανέωσης της σύμβασης μίσθωσης, εάν λάμβανε δυσανάλογα αυξημένο ενοίκιο πέρα και έξω από το συμβατικό.

 

Είναι περαιτέρω η θέση του ότι όσα αναφέρονται στην παράγραφο 9 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Πίττα δεικνύουν ξεκάθαρα τόσο την αντισυμβατική στάση των εναγόντων όσο και την κακοπιστία τους προκειμένου να λάβουν μεγαλύτερο ενοίκιο, χρησιμοποιώντας την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά, γιατί θεωρούν ότι η αγορά των ακίνητων στη Λεμεσό έχει αλλάξει τα τελευταία 4 χρόνια, παραγνωρίζοντας τα όσα ευθύς εξ αρχής τα μέρη είχαν συμφωνήσει προδίδοντας έτσι την απληστία και την κερδοσκοπία των εναγόντων.

 

Τα πιο πάνω απαντούν και στις παραγράφους 10 και 11 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Πίττα, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση των εναγόμενων, ως προς την αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά των εναγόντων, οι οποίοι, τεχνηέντως προσπαθούν να καλύψουν τη σιωπηρή αποδοχή της σύμβασης μίσθωσης που έχουν αποδεχτεί για περαιτέρω περίοδο 4 ετών σύμφωνα με τις συμβατικές αυξήσεις που προβλέπονται, ζητώντας να λάβουν περισσότερα έναντι ενοικίων, είτε από τους εναγόμενους είτε από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο.

 

Εάν οι ενάγοντες διαφωνούσαν και/ή αρνούνταν την ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης μεταξύ των μερών όφειλαν άμεσα να απαντήσουν όταν κατά ή περί τις 11/3/2025 έλαβαν από τους εναγόμενους την επιστολή περί προθέσεως ανανέωσης της εν λόγω σύμβασης.

 

Αντ’ αυτού και χωρίς να γίνεται κανένας λόγος για την μη αποδοχή της εν λόγω επιστολής, οι ενάγοντες, τον Απρίλιο και το Μάιο του 2025 διαπραγματευόταν και/ή ζητούσαν από τους εναγόμενους μεγαλύτερο ενοίκιο από πέρα και έξω από το συμβατικό.

 

Υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Όσα ακολουθούν είναι από την εντελώς πρόσφατη υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολ. Έφ. αρ. Ε86/2025, ημερ. 11/2/2026 που θα πρέπει να λεχθεί εξ αρχής, πως είναι και η πρώτη εφετειακή απόφαση η οποία πραγματεύεται το θέμα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 των ΚΠΔ.

 

«Οι λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης καθορίζονται στο Μέρος 24.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 που έχει ως εξής:

24.2 Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης

(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:

(α)       κρίνει ότι:

(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή

(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

(β)       δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

To Μέρος 24 αποσκοπεί στην παροχή στους διαδίκους, της δυνατότητας να επιλύσουν γρήγορα, αποτελεσματικά και με το λιγότερο δυνατόν κόστος την δικαστική τους διαφορά. Παραπέμπω επί του προκειμένου στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Woolf στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91 που είναι καθοδηγητικό, δεδομένου ότι το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (CPR 24) που ρυθμίζει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, είναι πανομοιότυπο με το Μέρος 24 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023:

«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Part 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Part 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible.»

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 «Είναι σημαντικό ένας δικαστής σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24. Με τον τρόπο αυτό, υλοποιεί τους πρωταρχικούς στόχους που περιέχονται στο Μέρος 1. Εξοικονομεί έξοδα. Επιτυγχάνει την αποστολή του. Αποφεύγει τη χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, και θα προσέθετα, γενικά, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εάν ο ενάγων έχει μια υπόθεση που είναι καταδικασμένη να απορριφθεί, τότε είναι προς το συμφέρον του να γνωρίζει το συντομότερο δυνατό ότι αυτή είναι η κατάσταση. Ομοίως, εάν μια αξίωση είναι βέβαιο ότι θα ευδοκιμήσει, ο ενάγων θα πρέπει να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατό.»

Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι είναι πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

Θα πρέπει όμως εδώ να σημειώσω ότι στην Αγγλία η αντίστοιχη διάταξη CPR 24 τροποποιήθηκε την 1.10.2023, χωρίς όμως οι αλλαγές αυτές να επηρεάζουν την ουσία των αρχών που εφαρμόζονται. Εντούτοις, χρειάζεται κάποια προσοχή κατά τη μελέτη αγγλικών υποθέσεων που στηρίζονται στους αγγλικούς διαδικαστικούς Κανονισμούς. Όχι ως προς τις εφαρμοστέες αρχές που δεν διαφοροποιούνται με τα ισχύοντα στην Κύπρο, αλλά ως προς τη διαδικασία προσκόμισης μαρτυρίας και το είδος των υποθέσεων στις οποίες ρητά δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, όπου εντοπίζονται κάποιες διαφορές στην Αγγλία με τα προβλεπόμενα στο Μέρος 23 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Όμως όσον αφορά τις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης οι δύο δικονομικές διατάξεις ταυτίζονται με αποτέλεσμα οι εφαρμοστέες στην Αγγλία νομολογιακές αρχές έκδοσης συνοπτικής απόφασης να είναι καθοδηγητικές για τα κυπριακά Δικαστήρια.

Αναφορικά με τη διαδικασία εκδίκασης αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, το  Μέρος 24.4 των Κανονισμών του 2023 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23 που καθορίζει τη διαδικασία ενδιάμεσων αιτήσεωνΑναφέρεται επίσης ότι η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται στην αίτηση ή επιδίδεται με αυτή:

(α)     προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και

(β)     αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.

Σημαντικό ως προς το βάρος απόδειξης από τον αιτητή είναι το Μέρος 24.4 (3) που αναφέρεται στη μαρτυρία που οφείλει να προσκομίσει για να πετύχει την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Καθορίζεται ότι εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο της μαρτυρίας (αν υπάρχει), ο αιτητής οφείλει να προσδιορίσει στην αίτηση του, τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται. Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του Κανονισμού 24.5(2).

Η ίδια δυνατότητα για καταχώριση γραπτής μαρτυρίας καθορίζεται από το Μέρος 24.5.1 και στον καθ' ου η αίτηση, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.

…..

Είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, επαφίεται στον αιτητή μεγαλύτερο βάρος, σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη Δ.18 των παλαιών θεσμών. Προκύπτει από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24, απαιτείται από τον αιτητή είτε η προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας του, είτε ο σαφής προσδιορισμός της γραπτής μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη με την έννοια ότι τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 24.2 και επιπλέον, καταδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη.

….

Εν πάση περιπτώσει με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, καθίσταται σαφές ότι επαφίεται ένα επιπλέον βάρος στον αιτητή με την προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται ή με τον προσδιορισμό της γραπτής του μαρτυρίας, προκειμένου ο ίδιος να αποδείξει όχι μόνο την υπόθεση του αλλά και το ότι ο καθ' ου δεν έχει προοπτικές επιτυχίας.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με την προσαγωγή της πιο πάνω μαρτυρίας από τον αιτητή, θα πρέπει να εκδίδεται χωρίς άλλο συνοπτική απόφαση. Το Μέρος 24.5.1 καθορίζει ότι και ο καθ' ου η αίτηση από την πλευρά του αν επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία κατά την ακρόαση της αίτησης δύναται να την καταχωρίσει, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.

Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι σε περίπτωση που ο αιτητής παραθέσει με την αίτηση του επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για έκδοση συνοπτικής απόφασης, τότε επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση το βάρος να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

Μπορεί δηλαδή να μην τίθεται ξεκάθαρα ζήτημα μετατόπισης του βάρους απόδειξης στον καθ' ου η αίτηση όπως επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο αν διαπιστώσει ότι προσκομίστηκε επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία από τον αιτητή, οφείλει να την αντιπαραβάλει με τη μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, προκειμένου να καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη θέση του αιτητή ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα White Book 2021 p.842 par. 24.2.5:

«If the applicant for summary judgement adduces credible evidence in support of their application, the responded becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some other reason for trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicants statement of belief.»

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«Εάν ο αιτητής συνοπτικής απόφασης προσκομίσει αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησης του, ο καθ' ου η αίτηση υπόκειται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης κάποιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας ή κάποιου άλλου λόγου για διεξαγωγή δίκης.  Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη δήλωση πεποιθήσεων του αιτητή».

….

Στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 840 παράγραφος 24.2.3, γίνεται παραπομπή σε απόσπασμα από την απόφαση Easyir Ltd v Opal Telecom Ltd  [2009] EWHC 339, το οποίο δίδει καθοδήγηση ως προς τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να ακολουθεί σε αιτήσεις συνοπτικής απόφασης κάτω από το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Δικαστής Lewison αφού τονίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, στη συνέχεια στην παράγραφο 15 της απόφασης του, αναφέρει τα εξής:

1.   Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτητής έχει ρεαλιστικές (realistic) και όχι φανταστικές (fanciful) πιθανότητες επιτυχίας (Swain vHillman [2001] 1 All E.R. 91).

2.   Μια ρεαλιστική αξίωση είναι αυτή που φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (some degree of conviction). Αυτό σημαίνει πως μια αξίωση είναι κάτι παραπάνω από απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472).

3.   Κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» (mini-trial) (Swain v Hillman ανωτέρω).

4.   Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδέχεται τοις μετρητοίς (at face) και χωρίς ανάλυση, τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή  μαρτυρία του αιτητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστική βάση στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τον αιτητή, ιδιαίτερα όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με άλλη γραπτή μαρτυρία (ED & F Man Liquid Products v Patel, ανωτέρω). 

5.   Εντούτοις, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τα στοιχεία που λογικά αναμένεται να είναι διαθέσιμα στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550).

6.   Παρόλο που κατά τη διάρκεια της δίκης ενδεχομένως να προκύψει ότι μια υπόθεση δεν ήταν πραγματικά περίπλοκη,  αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζεται χωρίς πλήρη διερεύνηση των περιστατικών κατά τη διάρκεια της κανονικής δίκης, έστω και αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή επιτρεπτό στη διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Έτσι, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ακόμη και όταν κατά την εξέταση της αίτησης δεν προκύπτει εμφανής διαφωνία για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως η περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων θα μπορούσε να προσθέσει ή να τροποποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο Δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης σε κανονική δίκη (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63).

7.   Από την άλλη, δεν είναι ασύνηθες μια αίτηση με βάση το Μέρος 24 να εγείρει ένα απλό νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί ότι έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να αποφασίσει την υπόθεση. Ο λόγος είναι πολύ απλός.  Εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση είναι πολύ κακή (bad in law) στην πραγματικότητα δεν θα έχει καμιά προοπτική να ευδοκιμήσει στην αξίωση του ή να υπερασπιστεί επιτυχώς στην αγωγή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση. Ομοίως, εάν η υπόθεση του αιτητή δεν έχει καλή νομική βάση, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί, τόσο το καλύτερο.

 

Εάν είναι δυνατόν να καταδειχθεί με αποδεικτικά στοιχεία ότι, παρόλο που το Δικαστήριο δεν έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του υλικό με τη μορφή εγγράφων ή προφορικών αποδεικτικών στοιχείων που θα έθεταν τα έγγραφα υπό άλλο πρίσμα, το υλικό αυτό είναι πιθανό να υπάρχει και να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμο στη δίκη, θα ήταν λάθος να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, διότι θα υπήρχε πραγματική,  σε αντίθεση με μια φανταστική προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση. Ωστόσο, δεν αρκεί απλώς να υποστηριχθεί ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή μπορεί να προκύψει κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση σε κανονική δίκη (ICI Chemicals & Polymers Ltd κατά TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725).

Εκτός από την προϋπόθεση της «πραγματικής προοπτικής επιτυχίας» της αξίωσης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα, το Δικαστήριο εξετάζει και κατά πόσον υπάρχει «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί»

Κάποια παραδείγματα νομολογιακής ερμηνείας της πιο πάνω φράσης «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί» δίδονται στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 841 παρ. 24.2.4 υπό τον τίτλο "no other compelling reason (fora trial".

Αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση  Bouygues (UKLtd vDahl-Jensen (UKLtd [2000] B.L.R. 522 όπου κρίθηκε ότι η εκκαθάριση της αιτήτριας εταιρείας ήταν επιτακτικός λόγος να απορριφθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση.

Στην υπόθεση Iliffe v. Feltham Construction Ltd [2015] EWCA Civ 715 κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείτο η έκδοση συνοπτικής απόφασης για τον ενάγοντα εναντίον του πρώτου εναγομένου, όταν παρόμοια ζητήματα ανέμεναν να επιλυθούν σε δίκη μεταξύ του πρώτου εναγομένου και άλλων διαδίκων. Στην υπόθεση αυτή, το αγγλικό Εφετείο εξέτασε κατά πόσον θα μπορούσε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση σε πολυμερή διαδικασία, προτού όλοι οι διάδικοι προβάλουν τις θέσεις τους. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αφού τέθηκαν ζητήματα που σχετίζονται με την αιτιώδη συνάφεια, τα οποία θα έπρεπε να αποφασιστούν σε πλήρη δίκη μεταξύ του πρώτου εναγομένου και των άλλων μερών, αυτό συνιστούσε επιτακτικό λόγο για να μην εκδοθεί συνοπτική απόφαση, μόνο εναντίον του πρώτου εναγομένου.

Ένας άλλος λόγος που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην αποδοχή αίτησης για συνοπτική απόφαση, είναι ισχυρισμός από τον εναγόμενο ότι ο ενάγων  ενήργησε δόλια ή ανέντιμα και με αλλότρια κίνητρα περιπλέκοντας τα γεγονότα. Σχετική είναι η απόφαση Fashion Gossip Ltd v. Esprit Telecoms UK Ltd & Ors [2000] EWCA Civ 233, στην οποία η έκδοση συνοπτικής απόφασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμερίστηκε από το Εφετείο. Ο Λόρδος Ward J. συνοψίζοντας  τους λόγους της απόφασης του ανέφερε:

«The summary procedures are, however, meant to deal with the plain and obvious cases and this, I fear, was never one of them. Whilst, therefore, I applaud his boldness, I fear he was wrong to engage this process when, in summary:- (i) the case "raises issues concerning the law of restitution and conspiracy which are not straightforward", to quote the judge's reason for granting permission to appeal; (ii) before the law can be applied and especially where (a) new areas of law are being developed and (b) there are allegations of fraud, there must be a firm foundation of fact and all the facts, every nuance, needs exploration and needs to be firmly established. The beguiling cry of "scam" may be a siren call, and in these uncharted waters, one must steer carefully.»

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«Οι συνοπτικές διαδικασίες, ωστόσο, προορίζονται για την αντιμετώπιση των απλών και προφανών περιπτώσεων και αυτή, φοβάμαι, δεν ήταν ποτέ μία από αυτές. Ενώ, επομένως, επικροτώ την τόλμη του (πρωτόδικου Δικαστή), φοβάμαι ότι έκανε λάθος να εμπλακεί σε αυτή τη διαδικασία όταν, συνοπτικά: (i) η υπόθεση «εγείρει ζητήματα σχετικά με το δίκαιο της αποκατάστασης και της συνωμοσίας που δεν είναι απλά», για να παραθέσω τον λόγο του δικαστή για τη χορήγηση άδειας για έφεση. (ii) πριν από την εφαρμογή του νόμου και ειδικά όταν (α) αναπτύσσονται νέοι τομείς δικαίου και (β) υπάρχουν ισχυρισμοί για απάτη, πρέπει να υπάρχει σταθερή βάση γεγονότων και όλα τα γεγονότα, κάθε απόχρωσης, χρειάζονται διερεύνηση και πρέπει να τεκμηριωθούν με σαφήνεια. Η σαγηνευτική κραυγή «απάτη» μπορεί να είναι ένα κάλεσμα σειρήνας, και σε αυτά τα αχαρτογράφητα νερά, πρέπει κανείς να κατευθύνεται προσεκτικά.»

Στο πιο πάνω σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελ. 841, γίνεται αναφορά και στην υπόθεση AC Ward & Sons Ltd vCaitlin (FiveLtd [2009] EWCA Civ 1098, στην οποία επικυρώθηκε από το αγγλικό Εφετείο η πρωτόδικη απόφαση, στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε ότι μια αξίωση εναντίον ασφαλιστών δεν μπορούσε να απορριφθεί συνοπτικά όταν οι ασφαλιστές στην υπεράσπιση τους βασίζονταν σε ερμηνεία των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που παρότι ήταν τυποποιημένοι και χρησιμοποιούνταν ευρέως, θεωρήθηκαν δρακόντειοι (draconian). Λέχθηκε ότι η νομιμότητα και τα αποτελέσματα αυτών των όρων απαιτούσαν την εξέτασή τους σε πλήρη δίκη. Κρίθηκε συναφώς ότι ήταν ορθό το πρωτόδικο εύρημα ότι δεν μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας δεν είχε καμία πιθανότητα να ευδοκιμήσει, αποκλειστικά και μόνο λόγω αυτών των τυποποιημένων όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου. Αντιθέτως, υπήρχε επιτακτικός λόγος να εξεταστούν σε κανονική δίκη οι συνθήκες της συμφωνίας και τα αποτελέσματα των όρων αυτών στα δικαιώματα των αιτητών.

Η υπόθεση Akinleye v. East Sussex Hospitals NHS Trust [2008] EWHC 68 QB αφορούσε αγωγή δυσφήμισης από γιατρό εναντίον καταπιστεύματος του NHS που είχε ζητήσει πληροφορίες από άλλο καταπίστευμα του NHS, σχετικά με τον εν λόγω γιατρό που ερευνούσε. Στην αίτηση συνοπτικής απόφασης που καταχώρισε το εναγόμενο καταπίστευμα για απόρριψη της αγωγής, κρίθηκε ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα που προέκυψε, και το οποίο εξέφραζε ανησυχίες ως προς τον επαγγελματισμό και την ειλικρίνεια του γιατρού, προστατευόταν από προνόμιο υπό επιφύλαξη  (qualified privilege) και δεν μπορούσε να θεωρηθεί κακόβουλο. Ως αποτέλεσμα, δεν υπήρχε εύλογη προοπτική επιτυχίας της αξίωσης του γιατρού για δυσφήμιση και εκδόθηκε συνοπτική απόφαση απόρριψης της αγωγής υπέρ του καταπιστεύματος.

Αναφορικά με το επίπεδο απόδειξης, όπως έχει προαναφερθεί, το βάρος είναι στον αιτητή προκειμένου να τεκμηριώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 24.2 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Σε τέτοια περίπτωση, επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

Σύμφωνα με το σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 842 παρ. 24.2.6, η διατύπωση του Μέρους 24.2 ("καμία πραγματική πιθανότητα επιτυχίας ..... άλλος επιτακτικός λόγος...............") υποδηλώνει ότι κατά την κρίση του ζητήματος, το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει ένα αρνητικό τεστ. Κατά την αξιολόγηση των πιθανοτήτων επιτυχίας μιας απαίτησης ή υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν απαιτείται να δεχθεί χωρίς ανάλυση όλα όσα λέει ένας διάδικος στη γραπτή του μαρτυρία (βλ. ED & F Man Liquid Products Ltd v. Patel [2003] EWCA Civ. 472). Εντούτοις, στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται από τους Δικαστές να εγκαταλείψουν τις κριτικές τους ικανότητες (abandon their critical faculties) (βλ. Calland v. Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192), παρότι η εξέταση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 δεν απαιτεί από τον Δικαστή να διεξάγει «μίνι δίκη» (βλ. Swain vHillman ανωτέρω).

Επομένως, κατά την ακρόαση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να αποφασίσει επί πραγματικών γεγονότων εκεί όπου η εκδοχή της μιας πλευράς φαίνεται αξιόπιστη και έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η άλλη πλευρά.  Η επιλογή μεταξύ των δυο εκδοχών αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστή και όχι του Δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση συνοπτικής απόφασης (βλ. Fashion Gossip Limited v Esprit Telecoms UK Limited [2000] 7 WLUK 794). Με την εξαίρεση όμως των περιπτώσεων που αυτό που παρουσιάζεται είναι τόσο εγγενώς απίθανο ή αντικρούεται από άλλη εξωγενή μαρτυρία (unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it) όπως αναφέρει ο Ward LJ στην απόφαση Day vRoyal Automobile Club Motoring Services Ltd [1999] 1 Αll ER 1007, 1013,  με την οποία προτείνει την κατ' αναλογία υιοθέτηση του αρνητικού κριτηρίου, και σε αιτήσεις για παραμερισμό ερήμην απόφασης.

Σχετική με το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση, είναι η απόφαση Sainsbury's Supermarkets Limited v Condek Holdings Limited [2014] EWHC 2016 (TCC), στην οποία αναφέρεται ότι αρκεί να αποδειχθεί πως η υπόθεση του είναι κάτι περισσότερο από απλώς συζητήσιμη με την έννοια ότι φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας. Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:

«In deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at trial, namely the balance of probabilities, to the evidence presented: and on an application for summary judgment the court should consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial. However, the Court is not required simply to take all evidence at face value or to accept without question any assertion that may be made: the question is whether the respondent's case carries some degree of conviction.»

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«Για να αποφασίσει εάν ο καθ' ου η αίτηση έχει κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εφαρμόσει το επίπεδο απόδειξης που θα ίσχυε στη δίκη, δηλαδή το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, στα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζονται: και σε μια αίτηση για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμα στη δίκη. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν απαιτείται απλώς να αποδεχθεί τοις μετρητοίς όλα τα αποδεικτικά στοιχεία ή να αποδεχθεί χωρίς αμφιβολία κάθε ισχυρισμό που μπορεί να προβληθεί: το ερώτημα είναι εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας».

Το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση Sainsbury'(ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Director of Public Prosecutions v Surin [2025] EWHC 10 (KB) που αφορούσε έκδοση συνοπτικής απόφασης σε αγωγή του δημοσίου για ανάκτηση περιουσίας από παράνομες πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 266 του αγγλικού νόμου περί προϊόντων εγκλήματος (POCA).

Καθοδήγηση ως προς την εκδίκαση αίτησης συνοπτικής απόφασης μπορεί να αντληθεί και από το σύγγραμμα Blackstone's Civil Practice 2018, όπου αναλύεται η εφαρμογή του αντίστοιχου Μέρους 24 των αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρεται στη σελίδα 599 παρ. 34.10 του εν λόγω συγγράμματος ότι στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη την εκατέρωθεν γραπτή μαρτυρία και να διερωτηθεί κατά πόσο η υπόθεση μπορεί να ενισχυθεί με μαρτυρία κατά τη δίκη. Όπου η μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, στο απόγειο της, δεν δικαιολογεί την πιθανότητα επιτυχίας, τότε είναι ορθό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Akinleye vEast Sussex Hospitals NHS Trust ανωτέρω). Αντιθέτως, όπου καταδεικνύεται κάποια προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο θα αρνηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης και δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Cotton v. Rickard Metals Inc. [2008] EWHC 824 QB).

Αναφέρεται στη συνέχεια στο ίδιο σύγγραμμα ότι το ερώτημα του κατά πόσον υπάρχει μια πραγματική προοπτική επιτυχίας δεν πρέπει να προσεγγίζεται με την εφαρμογή του συνήθους βάρους απόδειξης, ήτοι του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Πολλές υποθέσεις θα επιτύχουν σε κανονική δίκη αλλά δεν θα είναι κατάλληλες για συνοπτική απόφαση επειδή υπάρχουν σε αυτές πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα, διαφωνίες ως προς τα επίδικα γεγονότα ή περαιτέρω ζητήματα που θα πρέπει να διερευνηθούν και επιλυθούν κατά τη διάρκεια μιας πλήρους εκδίκασης της υπόθεσης.

Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι αιτήσεις για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να περιορίζονται εντός του αυστηρά καθορισμένου ρόλου τους. Δεν αποσκοπούν στο να αποφευχθεί η δίκη, ειδικά όπου υπάρχουν θέματα που είναι αναγκαίο να εξεταστούν σε ακροαματική διαδικασία. Επιπλέον η ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν θα πρέπει να συνιστά «μίνι - δίκη», στην οποία το Δικαστήριο αποφασίζει επί αμφισβητουμένων γεγονότων. Πρόκειται απλά για μια συνοπτική διαδικασία προκειμένου να διεκπεραιωθούν υποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανένας επιτακτικός λόγος να οδηγηθούν σε κανονική ακροαματική διαδικασία.

Τέλος θα πρέπει να αναφέρω ότι με την εφαρμογή των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δεν επηρεάζεται και εξακολουθεί να ισχύει η βασική νομολογιακή αρχή που ίσχυε κατά την ερμηνεία της Δ.18 των παλαιών  θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ότι το Δικαστήριο οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία θα πρέπει να εξετάζεται στην Κύπρο και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του Άρθρου 30 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Έτσι, συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο σε καθαρές υποθέσεις, και κατόπιν απόδειξης των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο Μέρος 24, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο στον οποίο θα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 AAΔ 239).»

 

Όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο (πιο πάνω) οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην απαίτηση. Ακολούθως, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με το Μέρος 23 των ΚΠΔ και όπως αναφέρει ο εκ των διευθυντών τους στην παράγραφο 27 της ένορκης δήλωσής του η οποία υποστηρίζει την αίτηση, ο ίδιος και οι ενάγοντες πιστεύουν ειλικρινά ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της παρούσας απαίτησης και δεν γνωρίζουν άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση πρέπει να εκδικαστεί σε κανονική δίκη.

 

Ακολουθεί ότι πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.

 

Ό,τι απομένει προς εξέταση - που είναι και το πιο σημαντικό - είναι να εξεταστεί κατά πόσο οι ενάγοντες απόδειξαν: πρώτο, ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στην εναντίον τους απαίτηση, δηλαδή στην αγωγή και δεύτερο, ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να αποφασιστούν σε δίκη. Δηλαδή, στο πλαίσιο πλήρους και κανονικής ακρόασης.

 

Για να επαναλάβω, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι με βάση την επίδικη σύμβαση, η διάρκεια της μίσθωσης των επίδικων υποστατικών ήταν για περίοδο 4 ετών και συγκεκριμένα από 1/6/2021 μέχρι  30/5/2025. Ο όρος 4 της επίδικης σύμβασης διαλαμβάνει το δικαίωμα επιλογής (option) των εναγόμενων να ανανεώσουν την ενοικίαση για περαιτέρω περίοδο 4 ετών, η οποία θα ξεκινούσε αμέσως μετά την εκπνοή της αρχικής περιόδου ενοικίασης, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι εναγόμενοι, για το σκοπό αυτό, θα απέστελλαν στους ενάγοντες, γραπτή ειδοποίηση, τρεις μήνες πριν την εκπνοή της αρχικής περιόδου ενοικίασης. Σε τέτοια περίπτωση, όλοι οι όροι και προϋποθέσεις που περιέχονται στην επίδικη σύμβαση, θα παρέμειναν σε ισχύ, εκτός από το ενοίκιο το οποίο θα αυξανόταν για οποιαδήποτε περαιτέρω περίοδο 2 ετών, κατά 5%.

 

Απ’ εκεί και πέρα από τη μαρτυρία που έχουν θέσει ενώπιον μου οι ενάγοντες έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι δεν έκαναν χρήση του παραπάνω δικαιώματός τους και κατά συνέπεια, η επίδικη συμφωνία έληξε στις 30/5/2025. Αυτό, δεδομένης και της ορθής νομικής ανάλυσης στην οποία προβαίνει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων στην ικανή και αρκούντως υποβοηθητική γραπτή αγόρευσή του αναφορικά με τη νομική ερμηνεία του επίμαχου όρου 4 της επίδικης σύμβασης. Σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δυνάμει του όρου 24 της επίδικης σύμβασης, όλοι οι όροι της κατέστησαν ουσιώδεις και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, το επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι οι εναγόμενοι εξακολουθούν μέχρι σήμερα να κατέχουν τα επίδικα υποστατικά τα οποία αρνούνται να παραδώσουν στους ενάγοντες - παρότι τους έχει ζητηθεί να το κάνουν -, το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι οι ενάγοντες, σε σχέση με τις πρώτες 4 από τις αξιώσεις τους, δικαιούνται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.

 

Σε σχέση με τις εν λόγω αξιώσεις τους, με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των παραπάνω στοιχείων μαρτυρίας είναι γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στην εναντίον τους απαίτηση και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή οποιοδήποτε ζήτημα θα πρέπει να αποφασιστούν σε κανονική δίκη.

 

Ωστόσο, εν λόγω διαπίστωσή μου, όπως αναφέρεται και στη Διογένους (ανωτέρω) δεν οδηγεί άνευ άλλου στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πλέον, επαφίεται στους εναγόμενους το βάρος να αντικρούσουν τα παραπάνω και τη μαρτυρία των εναγόντων, προκειμένου να αποδείξουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, καταδεικνύοντας ότι έχουν καλές προοπτικές στην υπόθεσή τους και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Για το σκοπό αυτό δεν απαιτείται υψηλό επίπεδο απόδειξης. Σύμφωνα και πάλι με τη Διογένους «Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη δήλωση πεποιθήσεων του αιτητή».

 

Από τη μαρτυρία που έχουν θέσει ενώπιον μου οι εναγόμενοι, προκύπτουν τα εξής:

 

Ενώ είναι γεγονός, ότι οι εναγόμενοι ότι δεν άσκησαν το δικαίωμα ανανέωσης της επίδικης σύμβασης εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, δηλαδή, τρεις μήνες πριν την εκπνοή της αρχικής περιόδου και συγκεκριμένα, το αργότερο, στις 28/2/2025, από τη μαρτυρία του διευθυντή τους προκύπτει ότι κατά ή περί τις 11/3/2025 απέστειλαν στους ενάγοντες, γραπτή ειδοποίηση, κοινοποιώντας την πρόθεσή τους για ανανέωση της επίδικης σύμβασης, για περίοδο 4 ετών.

 

Με τη διευκρίνιση ότι οι ενάγοντες με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Πίττα παραδέχονται το συγκεκριμένο γεγονός, συναφώς με αυτό θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικά όσα ακολουθούν - υπό μορφή επανάληψης - τα οποία αναφέρει ο διευθυντής των εναγόμενων στις δυο ένορκες δηλώσεις, στις οποίες έχει προβεί προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση.

 

Οι εναγόμενοι δεν έλαβαν καμία απάντηση από τους ενάγοντες στην παραπάνω επιστολή/ειδοποίηση, κατανοώντας έτσι ότι οι ενάγοντες αποδέχτηκαν σιωπηρά την πρότασή τους, αφού, στις 17/3/2025, οι εναγόμενοι έλαβαν σχετικό τιμολόγιο των εναγόντων, το οποίο αφορούσε τα ενοίκια της περιόδου Μαρτίου 2025 μέχρι Μαΐου 2025.

 

Κατά ή περί τις 2/5/2025, αιφνιδίως οι εναγόμενοι έλαβαν τόσο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου όσο και μέσω τηλεφωνικού μηνύματος (SMS) την πρόθεση των εναγόντων, να μην ανανεώσουν την επίδικη σύμβαση, καλώντας τους να παραδώσουν την ελεύθερη κατοχή του κτιρίου κατά ή περί το τέλος Μαΐου 2025.

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η πρόθεσή των εναγόντων για μη ανανέωση της επίδικης σύμβασης εδράζεται στο ποσό της αύξησης που ήθελαν να πάρουν για οποιαδήποτε νέα περίοδο ενοικίασης, αγνοώντας και/ή παραβλέποντας και αποσιωπώντας το ρητό και εξυπακουόμενο όρο της επίδικης σύμβασης, στον οποίο προβλεπόταν το προκαθορισμένο ποσοστό αύξησης του ενοικίου, ήτοι το 5%.

 

Η πιο πάνω συμπεριφορά τους, εκ των γεγονότων διαφαίνεται να είναι κακόπιστη και καταχρηστική, δεδομένης της αρμονικής σχέσης, ως επίσης και της χαλαρότητας των χρονοδιαγραμμάτων μεταξύ των μερών για 4 και πλέον έτη.

 

Η σχετική ειδοποίηση που στάλθηκε στους ενάγοντες, με την οποία οι εναγόμενοι τούς είχαν κοινοποιήσει την πρόθεσή τους για ανανέωση της σύμβασης, έστω κι αν στάλθηκε στις 11/3/2025 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στάλθηκε κατά παράβαση της ρητής και υποχρεωτικής «express and mandatory» πρόνοιας του όρου 4 της επίδικης συμβάσης, καθότι οι ενάγοντες κατάργησαν την αυστηρή προϋπόθεση του όρου αυτού, αφού ενώ έλαβαν την εν λόγω ειδοποίηση δεν εξέφρασαν οποιαδήποτε άρνηση και/ή διαφορετική άποψη, δημιουργώντας έτσι την ισχυρή πεποίθηση προς τους εναγόμενους ότι αποδέχονταν το περιεχόμενο της επιστολής τους για επέκταση και/ή την ανανέωση της επίδικης σύμβασης για περίοδο 4 ακόμη ετών.

 

Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι συνέχιζαν να τους καταβάλλουν κανονικά τα ενοίκια, ως η συμφωνία των μερών και η ακολουθητέα πρακτική, δηλαδή, η προκαταβολή των ενοικίων για τρεις μήνες, πληρώνοντας έτσι το τιμολόγιο που απεστάλη από τους ενάγοντες, στις 17/3/2025 για το ποσό των €18.742,50.

 

Το πιο πάνω τιμολόγιο που αφορούσε τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2025 συμπεριλάμβανε ολόκληρο το ποσό που αντιστοιχούσε στα ενοίκια των πιο πάνω μηνών, χωρίς να ενεργοποιείται από τους ενάγοντες ο όρος 17.1 της επίδικης συμβάσης «security deposit» με βάση τον οποίο, κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης, πέραν της καταβολής  των τρεχόντων ενοικίων από τους εναγόμενους, καταβλήθηκε και το ποσό των €5.000 το οποίο αφορούσε ποσό εξασφάλισης (security deposit) ίσο με ένα ενοίκιο το οποίο θα έπρεπε να αξιολογηθεί και να επιστραφεί προς τους ενοικιαστές/εναγόμενους μετά το πέρας και/ή τη λήξη και/ή τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης.

 

Καμία μνεία και/ή ενεργοποίηση και/ή πρόθεση εκφράστηκε από τους ενάγοντες, περί του ποσού εγγύησης το οποίο ήταν κατατεθειμένο δεν έγινε, ενισχύοντας έτσι την πεποίθηση προς τους εναγόμενους ότι η επίδικη σύμβαση θα συνεχιζόταν κανονικά, ως οι πρόνοιες της.

 

Περαιτέρω, η κακοπιστία και η αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόντων προκύπτει ξεκάθαρα από την παράγραφο 9.2 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Πίττα, καθότι εκβιαστικά οι ενάγοντες ζητούσαν μέσω του διευθυντή τους να λάβουν ψηλότερο ενοίκιο, προτείνοντας την υπογραφή νέας σύμβασης μίσθωσης, χωρίς να γίνεται λόγος για τερματισμό της, εάν λάμβαναν διπλάσια σχεδόν ενοίκια.

 

Τα πιο πάνω απαντούν και στις παραγράφους 10 και 11 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Πίττα, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση των εναγόμενων, ως προς την αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά των εναγόντων, οι οποίοι, τεχνηέντως προσπαθούν να καλύψουν τη σιωπηρή αποδοχή της σύμβασης μίσθωσης που έχουν αποδεχτεί για περαιτέρω περίοδο 4 ετών σύμφωνα με τις συμβατικές αυξήσεις που προβλέπονται, ζητώντας να λάβουν περισσότερα έναντι ενοικίων, είτε από τους εναγόμενους είτε από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο.

 

Εάν οι ενάγοντες διαφωνούσαν και/ή αρνούνταν την ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης μεταξύ των μερών όφειλαν άμεσα να απαντήσουν όταν κατά ή περί τις 11/3/2025 έλαβαν από τους εναγόμενους την επιστολή περί προθέσεως ανανέωσης της εν λόγω σύμβασης.

 

Αντ’ αυτού και χωρίς να γίνεται κανένας λόγος για την μη αποδοχή της εν λόγω επιστολής, οι ενάγοντες, τον Απρίλιο και το Μάιο του 2025 διαπραγματεύονταν και/ή ζητούσαν από τους εναγόμενους, μεγαλύτερο ενοίκιο από πέρα και έξω από το συμβατικό.

 

Συναφώς με όλα τα παραπάνω, με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν αντικρουόμενων ισχυρισμών είναι φανερό ότι ενώ δεν τίθεται θέμα ερμηνείας του επίμαχου όρου 4 της επίδικης σύμβασης, εντούτοις ανακύπτει σοβαρό και μείζον θέμα αναφορικά με τα αποτελέσματα που επιφέρει στην προκειμένη περίπτωση ο συγκεκριμένος όρος, ενόψει όλων των παραπάνω που αναφέρουν οι εναγόμενοι, μέρος των οποίων είναι παραδεκτά από τους ενάγοντες. Όπως για παράδειγμα, ότι, ενώ οι εναγόμενοι εκδήλωσαν εκπρόθεσμα την πρόθεσή τους να ανανεώσουν την επίδικη σύμβαση, με την αποστολή στους ενάγοντες σχετικής ειδοποίησης, στις 11/3/2025, οι τελευταίοι, στη συνέχεια και συγκεκριμένα, στις 17/3/2025, τους απέστειλαν τιμολόγιο αναφορικά με τα ενοίκια των τριών τελευταίων μηνών, πριν από τη λήξη της επίδικης σύμβασης, χωρίς να λάβουν υπόψη τον όρο 17.1 αυτής, ο οποίος διαλαμβάνει την καταβολή από τους εναγόμενους του ποσού των €5.000 το οποίο κατέβαλαν το οποίο θα έπρεπε να αξιολογηθεί και να τους επιστραφεί μετά το πέρας και/ή τη λήξη και/ή τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης.

 

Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι αυτό που στην ουσία υποβάλλουν οι εναγόμενοι είναι ότι οι ενάγοντες κωλύονται λόγω συμπεριφοράς και συγκεκριμένα, λόγω παραστάσεων να επικαλούνται την εφαρμογή του όρου 4 της επίδικης σύμβασης. Συναφώς με το συγκεκριμένο αποδεικτικό κανόνα παραπέμπω στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» (2014) σελ. 913, επ. και ειδικά στις σελ. 938, 939 και 940.

 

Το συγκεκριμένο θέμα, που αποτελεί το πλέον σημαντικό επίδικο θέμα της υπόθεσης, ασφαλώς δεν μπορεί να επιλυθεί και αποφασιστεί στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Κάτι τέτοιο, μόνο στο πλαίσιο κανονικής δίκης μπορεί να γίνει. Και τούτο, επειδή η επίλυσή του εξυπακούει και προαπαιτεί την αποδοχή της μιας ή της άλλης από τις αντικρουόμενες εκδοχές, επομένως, αξιολόγηση μαρτυρίας και ακολούθως, εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο αναφορικά με τα γεγονότα που σχετίζονται με τον επίμαχο όρο 4 της επίμαχης σύμβασης, με αναφορά, τόσο στο χρόνο όσο και στο λόγο για τον οποίο οι εναγόμενοι άσκησαν το δικαίωμα που τους παρέχει ο συγκεκριμένος όρος, έστω κατά μερικές μέρες, εκπρόθεσμα.

 

Από την προηγηθείσα ανάλυση συμπεραίνω ότι υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος που επιτάσσει όπως η υπόθεση οδηγηθεί σε πλήρη και κανονική ακρόαση.

 

Επαναλαμβάνω από τη Διογένους (ανωτέρω) τα παραδείγματα ερμηνείας της φράσης «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί» που παρατίθενται. Για σκοπούς οικονομίας χώρου θα παραθέσω μόνο το κείμενο στα ελληνικά.

 

«Ένας άλλος λόγος που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην αποδοχή αίτησης για συνοπτική απόφαση, είναι ισχυρισμός από τον εναγόμενο ότι ο ενάγων  ενήργησε δόλια ή ανέντιμα και με αλλότρια κίνητρα περιπλέκοντας τα γεγονότα. Σχετική είναι η απόφαση Fashion Gossip Ltd v. Esprit Telecoms UK Ltd & Ors [2000] EWCA Civ 233, στην οποία η έκδοση συνοπτικής απόφασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμερίστηκε από το Εφετείο. Ο Λόρδος Ward J. συνοψίζοντας  τους λόγους της απόφασης του ανέφερε:

«Οι συνοπτικές διαδικασίες, ωστόσο, προορίζονται για την αντιμετώπιση των απλών και προφανών περιπτώσεων και αυτή, φοβάμαι, δεν ήταν ποτέ μία από αυτές. Ενώ, επομένως, επικροτώ την τόλμη του (πρωτόδικου Δικαστή), φοβάμαι ότι έκανε λάθος να εμπλακεί σε αυτή τη διαδικασία όταν, συνοπτικά: (i) η υπόθεση «εγείρει ζητήματα σχετικά με το δίκαιο της αποκατάστασης και της συνωμοσίας που δεν είναι απλά», για να παραθέσω τον λόγο του δικαστή για τη χορήγηση άδειας για έφεση. (ii) πριν από την εφαρμογή του νόμου και ειδικά όταν (α) αναπτύσσονται νέοι τομείς δικαίου και (β) υπάρχουν ισχυρισμοί για απάτη, πρέπει να υπάρχει σταθερή βάση γεγονότων και όλα τα γεγονότα, κάθε απόχρωσης, χρειάζονται διερεύνηση και πρέπει να τεκμηριωθούν με σαφήνεια. Η σαγηνευτική κραυγή «απάτη» μπορεί να είναι ένα κάλεσμα σειρήνας, και σε αυτά τα αχαρτογράφητα νερά, πρέπει κανείς να κατευθύνεται προσεκτικά.»

Στο πιο πάνω σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελ. 841, γίνεται αναφορά και στην υπόθεση AC Ward & Sons Ltd vCaitlin (FiveLtd [2009] EWCA Civ 1098, στην οποία επικυρώθηκε από το αγγλικό Εφετείο η πρωτόδικη απόφαση, στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε ότι μια αξίωση εναντίον ασφαλιστών δεν μπορούσε να απορριφθεί συνοπτικά όταν οι ασφαλιστές στην υπεράσπιση τους βασίζονταν σε ερμηνεία των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που παρότι ήταν τυποποιημένοι και χρησιμοποιούνταν ευρέως, θεωρήθηκαν δρακόντειοι (draconian). Λέχθηκε ότι η νομιμότητα και τα αποτελέσματα αυτών των όρων απαιτούσαν την εξέτασή τους σε πλήρη δίκη. Κρίθηκε συναφώς ότι ήταν ορθό το πρωτόδικο εύρημα ότι δεν μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας δεν είχε καμία πιθανότητα να ευδοκιμήσει, αποκλειστικά και μόνο λόγω αυτών των τυποποιημένων όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου. Αντιθέτως, υπήρχε επιτακτικός λόγος να εξεταστούν σε κανονική δίκη οι συνθήκες της συμφωνίας και τα αποτελέσματα των όρων αυτών στα δικαιώματα των αιτητών.

 

Δεν νομίζω να αμφισβητείται ότι όρος 4 της επίδικης σύμβασης αποτελεί τον πυρήνα της υπόθεσης των εναγόντων σε σχέση τόσο με τη βάση όσο και την αιτία της αγωγής τους εναντίον των εναγόμενων, οπότε δικαιολογημένα, όπως και στην AC Ward & Sons Ltd  (ανωτέρω), τηρουμένων των αναλογιών, ο συγκεκριμένος όρος μπορεί να θεωρηθεί δρακόντειος. Όπως επίσης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι εναγόμενοι, έστω έμμεσα, αποδίδουν στους ενάγοντες ότι ενήργησαν έναντί τους και δόλια και ανέντιμα και με αλλότρια κίνητρα, περιπλέκοντας τα γεγονότα. Το τελευταίο (με αλλότρια κίνητρα) με προοπτική να εξασφαλίσουν μεγαλύτερο ενοίκιο.

Από τα παραπάνω καθίσταται τελείως ξεκάθαρο ότι αναφύονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά ζητήματα για τα οποία υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των μερών και τα οποία είναι αναγκαίο να αποφασιστούν  σε πλήρη ακροαματική διαδικασία.

 

Για να το πω και αλλιώς, εν τέλει, οι εναγόμενοι απέδειξαν ότι έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της εναντίον τους απαίτησης και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για την οποίο η υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Αυτό, για δύο λόγους ισχύει και για την πέμπτη βασική αξίωση των εναγόντων, με την οποία ζητούν το ποσό των €11.000 μηνιαίως από την 1/6/2025 μέχρι την ημερομηνία παράδοσης της ελευθέρας κατοχής των επίδικων υποστατικών από τους εναγόμενους στους ίδιους, ως αποζημιώσεις για απώλεια ενδιαμέσων κερδών και/ή διαφυγόντος κέρδους κ.ο.κ., ένεκα της «παράνομης κατοχής και/ή επέμβασης» από τους εναγόμενους επί των επίδικων υποστατικών.

 

Καταρχάς, η ικανοποίηση της συγκεκριμένης αξίωσής τους προϋποθέτει αποδοχή της θέσης τους ότι οι εναγόμενοι μετά τη λήξη της αρχικής περιόδου ενοικίασης των επίδικων υποστατικών, τα κατέχουν παράνομα και διαμένουν σ’ αυτά, ως παράνομοι επεμβασίες. Όμως, συναφώς με αυτή τη θέση τους, κρίθηκε ότι οι εναγόμενοι απέδειξαν ότι έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για την οποίο η υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί σε κανονική δίκη.

 

Απ’ εκεί και πέρα, δεδομένου ότι στο συνολικό ποσό που συνθέτει τη συγκεκριμένη αξίωσή τους, το ποσό των €10.350 - με βάση σχετική έκθεση εκτίμησης η οποία επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Πίττα - αποτελεί θέση τους ότι αποτελεί τη μηνιαία αγοραία ενοικιαστική αξία των επίδικων υποστατικών - την οποία ωστόσο οι εναγόμενοι δε δέχονται -, για λόγους που αναφέρονται στην υπόθεση Mukhtar Mohamed Al Nwili v. Maremonte Investments Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. Ε205/2017, ημερ. 9/1/2024 σε σχέση με τη συγκεκριμένη αξίωση δεν τίθεται θέμα έκδοσης συνοπτικής απόφασης.

Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:

 

«Σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας, σημειώνουμε ότι στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ζητείτο αποζημίωση €1.500 μηνιαίως μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας στην Εφεσίβλητη.  Ωστόσο, δεν επρόκειτο για προσυμφωνημένη αποζημίωση στην οποία η Εφεσίβλητη θα εδικαιούτο χωρίς άλλο. Δικογραφείτο ότι το ποσό, δηλαδή €1.500 μηνιαίως, ήταν η ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, όμως δεν ήταν περίπτωση ανάκτησης κατοχής από ενοικιαστή που ήταν υπόχρεος στην καταβολή συγκεκριμένου ενοικίου.  Δεν εγειρόταν καν ζήτημα διαπίστωσης υπεράσπισης του Εφεσείοντα στην επιμέρους απαίτηση, αλλά αξίωσης που η Εφεσίβλητη όφειλε να αποδείξει με μαρτυρία, που θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης, στο πλαίσιο της μόνης προσφερόμενης διαδικασίας, της «κανονικής» δίκης.  Το μηνιαίο ποσό που επιδικάστηκε ως αποζημίωση με την πρωτόδικη απόφαση δεν ήταν €1.500, αλλά €1.067, για το οποίο είχε προσφερθεί μαρτυρία με την επισύναψη σχετικού τεκμηρίου, έκθεσης εκτίμησης ημερ.13.3.2017, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την αποδοχή ως αξιόπιστης της σχετικής μαρτυρίας (έκθεσης) από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διεργασία ανεφάρμοστη στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση. 

 

Στην J. & M. Loizides Ag. Ltd κ.ά. ν. Τράπ. Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1280, 1288-9, αναφέρθηκε ότι:

 

«Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. ............................

Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. Άρθρο 30 του Συντάγματος)».»

 

 

Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν την υπεράσπισή τους, εντός 28 ημερών από σήμερα και να επιδώσουν αντίγραφό της στους δικηγόρους των εναγόντων.

 

Οι εναγόμενοι οι οποίοι υπέχουν θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούνται στα έξοδα της αίτησης. Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη και όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που διέπει το θέμα και αφού έλαβα υπόψη τον προτεινόμενο κατάλογο εξόδων των εναγόμενων, σε εφαρμογή του κανονισμού 7 του ίδιου Μέρους προέβηκα σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων τους. Αυτά ανέρχονται στο ποσό των €5.000, πλέον Φ.Π.Α. και €33 πραγματικά έξοδα τα οποία επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος των εναγόντων.

 

 

                                                                          (Υπ.) ...…………………………

                                                                                    Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

/ΚΚ

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο