Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Ανδρέα Λεωνίδα, Αρ. Αγωγής: 2980/18, 28/4/2026
print
Τίτλος:
Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Ανδρέα Λεωνίδα, Αρ. Αγωγής: 2980/18, 28/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 2980/18

Μεταξύ:

Παναγιώτης Κλεοβούλου

 

Ενάγοντας

 

και

 

 

Ανδρέα Λεωνίδα

Εναγόμενος

--------------------

 

Ημερομηνία: 28.04.26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για  Ενάγοντα/Καθ’ου η Αίτηση: κα. Ε. Σωκράτους για Π. Κλεοβούλου

Για Εναγόμενο/Αιτητή: κα. Α. Αριστείδου

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(Εκδίκαση προδικαστικού σημείου)

 

1.    Στην παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας, με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερ. 21.12.2018, αξιώνει 88.322, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δικηγορικής αμοιβής και/ή ως συμφωνηθείσα αμοιβή. Ειδικότερα, στην Έκθεση Απαίτησης, προβάλλονται λεπτομέρειες αγωγών και άλλων υποθέσεων τις οποίες χειρίσθηκε ο Ενάγοντας κατ’εντολή και για λογαριασμό του Εναγόμενου καθώς και ότι, κατά ή περί τις 27.02.10 τα μέρη συμφώνησαν ότι το υπόλοιπο της δικηγορικής αμοιβής του Ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των 110.000. Προς τούτο, σύμφωνα με τη δικογραφία, ο Εναγόμενος υπέγραψε χειρόγραφη συμφωνία, με την οποία αποδεχόταν την εν λόγω οφειλή με τρόπο πληρωμής 60.000 μέχρι «27/08/10» και 50.000 μέχρι το καλοκαίρι του έτους 2010 και τα όρια συμβιβασμού του Εναγόμενου με την Εταιρεία «Α. Messios & Sons Ltd» και του κ. «Γ.Μ.» (εφ’εξής «η επίδικη συμφωνία»). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, επειδή ο Εναγόμενος αθέτησε τις δεσμεύσεις του, όπως συμφωνηθήκαν στην επίδικη συμφωνία, ο Ενάγοντας παραιτήθηκε από τη νομική εκπροσώπηση του. Ακολούθως, σε μεταγενέστερο στάδιο, έναντι της προαναφερθείσας οφειλής του Εναγόμενου η Εταιρεία «Α. Messios & Sons Ltd» και ο κ. «Γ.Μ.» κατέβαλε στον Ενάγοντα ποσό ύψους 21.679 και ως εκ τούτου παρέμεινε να οφείλεται από τον Εναγόμενο, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, το ποσό των 88.322. Τέλος, ο Ενάγοντας προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος, δια της θυγατέρας και νυν δικηγόρου του, υποσχέθηκε στον Ενάγοντα ότι θα τον εξοφλούσε όταν ο Εναγόμενος θα πληρώνετο από την Εταιρεία «Α. Messios & Sons Ltd» και τον κ. «Γ.Μ.». Εντούτοις, παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος, κατά ή περί το έτος 2010 και/ή 2011, πληρώθηκε από τους προαναφερόμενους, παρέλειψε και μέχρι σήμερα παραλείπει να πληρώσει την οφειλή του προς τον Ενάγοντα και εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των 88.322.

 

2.    Ο Εναγόμενος, με την Έκθεση Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του ημερ. 11.01.22, εγείρει προδικαστική ένσταση ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έχει παραγραφεί και/ή παρούσα αγωγή και/ή απαίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι εκτός του προβλεπόμενου χρόνου που ορίζει η σχετική νομοθεσία αναφορικά με την έγερση αγωγής που αφορά σε ισχυριζόμενη οφειλή, η οποία προέκυψε από παρασχεθείσες υπηρεσίες και γι’αυτό θα πρέπει να ανασταλεί. Αναφορικά με την επίδικη συμφωνία, πλην του ότι παραδέχεται την υπογραφή αυτής, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμφώνησε ή αποδέχθηκε τα όρια του συμβιβασμού με την εταιρεία «Α. Messios & Sons Ltd» και τον κ. «Γ.Μ.», καθώς ότι το υπόλοιπο της αμοιβής του Ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των 110.000 και προς τούτο αρνείται ότι οφείλει σε αυτόν το ποσό των 88,322. Περαιτέρω προβάλλει τη θέση ότι η επίδικη συμφωνία σχετίζεται και αφορά μόνο την αγωγή υπ’αρ. 5770/97 του Ε.Δ. Λεμεσού μεταξύ του Εναγόμενου και την εταιρεία «Α. Messios & Sons Ltd» και τον κ. «Γ.Μ.» και ότι ο Ενάγοντας πρόχειρα ετοίμασε χειρόγραφα την επίδικη συμφωνία και εξανάγκασε πιεστικά τον Εναγόμενο να την υπογράφει υπό καθεστώς πλάνης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου και/ή αθέμιτης επιρροής και αφόρητης ψυχικής πίεσης που ασκούσε ο Ενάγοντας καταχρώμενος τη σχέση εμπιστοσύνης στην οποία τελούσε με τον Εναγόμενο. Ως εκ τούτου, θέση του Εναγόμενου είναι ότι η επίδικη συμφωνία είναι εξ’υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, ως προϊόν ψυχικής πίεσης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή άσκησης αθέμιτης επιρροής αλλά και ότι είναι εξ’υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθώς στερείται αντιπαροχής και/ή επειδή ο Εναγόμενος δεν έλαβε οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Γι’αυτό τον λόγο, μέσω της Ανταπαίτησης του, αξιώνει απόφαση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία είναι ακυρώσιμη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

3.    Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 23.03.10 ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή στον Εναγόμενο αξιώνοντας το ποσό των 60.000 και επιπλέον τον προειδοποιούσε ότι σε περίπτωση αδυναμίας του να πληρώσει τα έξοδα θα προέβαινε στη λήψη δικαστικών μέτρων. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι στις 11.11.2011 ο ίδιος σύναψε συμφωνία διευθέτησης με την εταιρεία «Α. Messios & Sons Ltd» και τον κ. «Γ.Μ.» της απόφασης ημερ. 29.08.2007 που λήφθηκε στα πλαίσια της προαναφερθείσας αγωγής υπ’αρ. 5770/97, όπου ήταν όρος της εν λόγω συμφωνίας διευθέτησης τους η πληρωμή στον Εναγόμενο των δικηγορικών εξόδων που επιδικαστήκαν στην αγωγή υπ’αρ. 5770/97. Εντούτοις, κατά η περί τον Νοέμβριο του 2010, η εταιρεία «Α. Messios & Sons Ltd», κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, πλήρωσε κατ’ευθείαν τον Ενάγοντα αντί τον Εναγόμενο, διαβεβαιώνοντας ωστόσο τον Εναγόμενο ότι εξοφληθήκαν τα δικηγορικά έξοδα, χωρίς όμως να του αναφέρει το ποσό που πληρώθηκε στον Ενάγοντα. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, ο Ενάγοντας επίσης διαβεβαίωσε τον Εναγόμενο και/ή τη δικηγόρο του ότι με το ποσό που κατέβαλε η εταιρεία «Α. Messios & Sons Ltd» εξοφληθήκαν τα δικηγορικά έξοδα που επιδικαστήκαν εναντίον της.

 

4.    Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ημερ. 02.02.23, ο Ενάγοντας αρνείται την προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου και υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αγωγή είναι εμπρόθεσμη και ότι η επίδικη συμφωνία είναι έγκυρη και διά της οποίας ο Εναγόμενος αναγνώρισε τις προσφερθείσες υπηρεσίες και την αμοιβή του Ενάγοντα. Απορρίπτει τη θέση ότι η εταιρεία «Α. Messios & Sons Ltd» τον εξόφλησε πλήρως και ισχυρίζεται ότι του καταβλήθηκε μόνο το ήμισυ των δικηγορικών εξόδων που αφορούν την απόφαση ημερ. 29.08.2007 που λήφθηκε στα πλαίσια της προαναφερθείσας αγωγής υπ’αρ. 5770/97. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία αφορούσε όλες τις υπηρεσίες τις οποίες ο Ενάγοντας προσέφερε στον Εναγόμενο βάσει των οποίων υπολογίστηκε το ποσό των 110.000, το οποίο συμφωνήθηκε από τον Ενάγοντα όσο και το περιεχόμενο συμβιβασμού με τους αντιδίκους του ενώ η επίδικη συμφωνία υπεγράφη με την ελεύθερη του βούληση και με πλήρη κατανόηση του κειμένου του. Ο Ενάγοντας δηλώνει επιπλέον ότι το αντάλλαγμα της επίδικης συμφωνίας ήταν οι υπηρεσίες που παρείχε στον Εναγόμενο. Όσο αφορά την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου απορρίπτει το περιεχόμενο αυτής.   

 

5.    Μετά το κλείσιμο των δικογράφων, η υπόθεση ορίστηκε στις 04.05.23, κατόπιν κλήσης για οδηγίες ημερ. 02.02.23, όπου το Δικαστήριο επιλήφθηκε και της κλήσης για οδηγίες ημερ. 24.04.23, στα πλαίσια της ανταπαίτησης του Εναγόμενου και η υπόθεση ακολούθως διαρκώς οριζόταν για οδηγίες προκειμένου  αμφότερα μέρη να καταχωρήσουν τις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψής εγγράφων και τον ονομαστικό κατάλογο και σύνοψη μαρτυρίας τους αλλά και για να παρασχεθούν στον Εναγόμενο περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, ως η  επιστολογραφία των μερών που βρίσκεται εντός του δικαστικού φακέλου. Ακολούθως, κατόπιν λήψης άδειας του Δικαστηρίου ημερ. 27.06.25, καταχωρήθηκε η αίτηση ημερ. 03.07.25 του Εναγόμενου για εκδίκαση της ως άνω προδικαστικής ένστασης του πριν την ακροαματική διαδικασία όπου ως Τεκμήριο 1, επισυνάπτεται η επίδικη συμφωνία. Ως προκύπτει από το πρακτικό ημερ. 03.12.25, η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα αποδέχτηκε όπως εκδικαστεί προδικαστικά το εγειρόμενο ζήτημα της παραγραφής της παρούσας αγωγής και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση επί της προδικαστικής ένστασης του Εναγόμενου σε σχέση με το εγειρόμενο ζήτημα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα.

 

6.    Περαιτέρω, στις 04.03.26 καταχωρήθηκε στο δικαστικό φάκελο κοινός «Κατάλογος Παραδεκτών Γεγονότων και Εγγράφων», δια τα οποία τα μέρη συμφωνήσαν ότι τα έγγραφα είναι παραδεκτά και ως προς την αλήθεια της αλήθεια του περιεχομένου τους. Ειδικότερα, είναι παραδεκτό ότι οι διάδικοι υπέγραψαν την χειρόγραφη επίδικη συμφωνία, την οποία ο Ενάγοντας ετοίμασε αυτοστιγμής αλλά ότι ο Εναγόμενος διαφωνεί ως προς την ερμηνεία που δίδει ο Ενάγοντας στην επίδικη συμφωνία καθώς και για τις συνθήκες σύναψης και την εγκυρότητα αυτής. Επιπρόσθετα είναι παραδεκτό ότι η επίδικη συμφωνία προβλέπει τα ακόλουθα:

 

«Μέχρι τις 20/03/10 να υπογραφόταν συμφωνία μεταξύ του Εναγόμενου και της εταιρείας Α. Messios & Sons Ltd, με την οποία η εν λόγω εταιρεία θα συμφωνούσε να πράξει τα ακόλουθα:

 

(1)  Να πληρώσει με την υπογραφή  €50.000 μετρητά ή επιταγή εγγυημένη.

(2)  Να πληρώσει με μεταχρονολογημένη επιταγή (το αργότερο 3 μήνες) 300.000.

(3)  Να πληρώσει τα έξοδα του Μέσσιου 60.000

(4)  Να πληρώσει έναντι του Λεωνίδου 15.000.

(5)  Να μεταβιβάσει την πισίνα στον Εναγόμενο

(6)  Να δώσει εγγυήσεις για τίτλους και η απόφαση να αναστελλόταν μέχρι την έκδοση τίτλων.

 

Εάν δεν υπογραφόταν η Συμφωνία μέχρι τις 20/03/10 με τους πιο πάνω όρους ή εάν εφόσον υπογραφόταν δεν υλοποιείτο, τότε θα καταγγέλλονταν οι διαπραγματεύσεις ή η συμφωνία αναλόγως, και ο Εναγόμενος θα διεκδικούσε όλο το ποσό της απόφασης. Σε τέτοια περίπτωση ο Εναγόμενος θα πλήρωνε στον ενάγοντα, ως δικηγορική αμοιβή 60.000 εντός ενός μηνός από την σύναψη της συμφωνίας και 50.000 μέχρι το καλοκαίρι του έτους 2010 και ο Ενάγων θα χειριζόταν τις υποθέσεις για είσπραξη από τον Μέσσιο, με πιστωμένα τα έξοδα, μέχρι την είσπραξη από Μέσσιο»[1].

 

7.    Επιπλέον είναι παραδεκτό ότι οι διαπραγματεύσεις για διευθέτηση της απόφασης ημερ. 29.08.2007 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής υπ’αρ. 5770/97 κατέρρευσαν περί τον Μάρτιο του έτους 2010 καθώς ούτε ο Εναγόμενος ούτε η Εταιρεία «Α. Messios & Sons Ltd» αποδεχθήκαν τους προαναφερόμενους όρους του Ενάγοντα και ως εκ τούτου ο Εναγόμενος και η εταιρεία «Α. Messios & Sons Ltd» δεν υπέγραψαν οποιαδήποτε συμφωνία με τους προαναφερόμενους όρους. Παραδεκτό επίσης αποτελεί το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιονδήποτε ποσό μέχρι σήμερα έναντι της επίδικης συμφωνίας και μετά την σύναψη αυτής ο Ενάγοντας δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 29.08.2007 και ούτε παρείχε οποιεσδήποτε περαιτέρω νομικές υπηρεσίες στον Εναγόμενο. 

 

Αγορεύσεις των μερών επί της προδικαστικής ένστασης

 

8.    Αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς προς υποστήριξη των θέσεων τους. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και τη νομολογία στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή προς υποστήριξη των θέσεων της, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο η ειδική επίκλησή τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANKJOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK" BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, ημερ. 16/3/2022). Θα αναφερθώ στις αγορεύσεις των μερών, όπου κριθεί αναγκαίο, πιο κάτω.

 

Νομική Πτυχή

 

9.    Για το ζήτημα παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων, σχετικός είναι ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(Ι)/12) (εφ’εξής «ο Νόμος»), στον οποίο αμφότεροι συνήγοροι παρέπεμψαν το Δικαστήριο προς υποστήριξη των θέσεων που εγείρουν. Ο Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 01.07.12[2] και σύμφωνα με το Άρθρο 29 του Νόμου από την ημερομηνία έναρξης του Νόμου καταργήθηκε ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15.

 

10. Η βασική νομοθεσία επί του ζητήματος της παραγραφής ήταν αρχικά ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ.15 (εφ’εξής «το Κεφ. 15»), ο οποίος αποτελούσε το βασικό νόμο που ρύθμιζε το θέμα της παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων μέχρι την κατάργηση του από τον Νόμο, ως αναφέρω ανωτέρω. Οι πρόνοιες του Κεφ. 15 εφαρμοστήκαν για μικρό χρόνο αφού, μετά τα γεγονότα του 1963, ψηφίστηκε ο περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμος του 1964, Ν.57/64 (εφ’εξής «ο Ν.57/64»), με τον οποίο, ουσιαστικά αναστάλθηκαν όλοι οι χρόνοι παραγραφής που προβλέπονταν σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη και που ίσχυαν κατά την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.57/64, ήτοι από τις 30/10/1964. Στη συνέχεια ο Ν.57/64 καταργήθηκε από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο, Ν.110(Ι)/2002 (εφ’εξής «ο Ν.110(Ι)/2002»), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1/6/2005. Ως εκ τούτου, από 1/6/2005 τερματίστηκε κάθε αναστολή της περιόδου παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος εκτός αυτών που ο Ν.110(Ι)/2002 ρητά περιέσωσε. Ακολούθως, θεσπίστηκαν οι τροποποιητικοί νόμοι, Ν.28(Ι)/2008, Ν.16(Ι)/2009, Ν.20(Ι)/2010, Ν.111(Ι)/2010, Ν.41(1)/2011 και Ν.159(Ι)/2011, οι οποίοι προέβλεπαν την αναστολή της εφαρμογής του Κεφ.15. Ο Ν.110(Ι)/2002 μετέπειτα καταργήθηκε, με βάση το Άρθρο 29 του Νόμου ενώ με το Άρθρο 26 του Νόμου παρατάθηκε ο χρόνος παραγραφής για ένα χρόνο από την ημερομηνία έναρξης του Νόμου, ήτοι από την 1/7/2012. Εν συνεχεία με τη ψήφιση των τροποποιητικών νόμων, Ν.41(Ι)/2013, Ν.159(Ι)/2013 και Ν.190(Ι)/2014 παρατείνετο διαδοχικά ο χρόνος παραγραφής μέχρι και την κατάργηση του Άρθρου 26 του Νόμου, από την 01.01.2016, δυνάμει του τροποποιητικού νόμου Ν.207(Ι)/2015.

 

11. Το Άρθρο 7 του Νόμου διέπει το ζήτημα περί παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος έγερσης αγωγής που αφορά σύμβαση. Ειδικότερα, όσο αφορά αγωγή για σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, σχετικό είναι το Άρθρο 7(2) του Νόμου που προνοεί τα εξής:

 

«7 (2) Καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.»

 

12. Περαιτέρω, σχετικό είναι τα όσα αναφέρεται στο Άρθρο 2 του Νόμου σχετικά με την ερμηνεία της βάσης της αγωγής όπου αναφέρεται ότι «βάση της αγωγής σημαίνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνει το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή». Επιπλέον το Άρθρο 3 του Νόμου, ως προς την έναρξη του χρόνου παραγραφής, διαλαμβάνει τα εξής:

 

«3. Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής:

 

Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 201

 

13. Σύμφωνα με τη νομολογία, για σκοπούς εξέτασης του θέματος της παραγραφής, το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου (2012) 1 Α.Α.Δ. 834) και είναι με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής που εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ του νόμου παραγραφεί (βλ. Όμηρος Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities and Financial Services Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 636). Στην Χριστοδουλίδης (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής σημαντικά, τα οποία κρίνω σκόπιμα να παραθέσω αυτολεξεί:

 

«Όπως ορθά σημειώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής, εδώ στα οκτώ έτη. Κατά κανόνα, η περίοδος παραγραφής αρχίζει να μετρά από τη στιγμή που προκύπτει η αιτία της αγωγής. Ωστόσο, διαφορετική ρύθμιση του θέματος μπορεί να γίνει διά νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, το κρίσιμο χρονικό σημείο έναρξης της περιόδου παραγραφής είναι, σύμφωνα με το νόμο, η ημέρα που καταρτίστηκε η συναλλαγή και αυτό βεβαίως, σε συνάρτηση με την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ του νόμου παραγραφεί. Αν η διαπίστωση είναι ότι η συγκεκριμένη απαίτηση όντως έχει παραγραφεί τότε σαφώς δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα προς διεκδίκηση της παραγεγραμμένης απαίτησης. Κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η αγωγή βρισκόταν σε ισχύ το Άρθρο 26 του νόμου με το οποίο, καθώς έχει ειπωθεί, τροποποιήθηκε ο χρόνος παραγραφής απαίτησης που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή έτσι ώστε αυτή να παραγράφεται μετά πάροδο οκτώ ετών από τη μέρα που καταρτίστηκε η συναλλαγή. Για να διαπιστωθεί λοιπόν κατά πόσο έχει ή όχι παραγραφεί η συγκεκριμένη απαίτηση ο χρόνος θα πρέπει να υπολογιστεί με αφετηρία τη μέρα κατάρτισης της συναλλαγής και τέρμα το χρόνο καταχώρησης της αγωγής.» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου).

 

14. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα από το Εφετείο στη υπόθεση ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΙΡΙΛΛΟΥ κ.α. ν. Α.Ι. ΚΑΡΠΑΣΙΤΗΣ & ΥΙΟΙ, Πολ. Εφ. 80/20 και 81/20, ημερ. 31.10.25 που παρέπεμψε στη υπόθεση Shehata κ.ά. ν. Ellias  (1995) 1 Α.Α.Δ. 621 όπου λέχθηκε ότι: «Σίγουρα το θέμα της παραγραφής στην Κύπρο (lex fori) είναι θέμα διαδικαστικής μορφής (procedural)».Επιπλέον στην ΠΙΡΙΛΛΟΥ (ανωτέρω), η οποία αφορούσε υπόθεση οφειλόμενων ενοικίων από 01.01.2002 μέχρι 31.12.2008 που προωθήθηκε πρωτόδικα στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και επίσης εγερθήκαν ζητήματα παραγραφής των έξι (6) ετών του αγώγιμου δικαιώματος των Αιτητών με βάση το Άρθρο 7 του Νόμου, το Εφετείο έκρινε ότι ήταν ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι από τη στιγμή που η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 8.6.2016, ήτοι μετά την τροποποίηση στις 23.12.2015 του δεύτερου εδαφίου του Άρθρου 3 του Νόμου με βάση το οποίο η περίοδος των 6 ετών άρχισε «να προσμετρείται» δηλαδή να υπολογίζεται επιπροσθέτως από την 1.1.2016, ζήτημα παραγραφής μπορούσε να εγερθεί από το 2022 και έπειτα, με αποτέλεσμα να μην τίθετο ζήτημα παραγραφής. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι το Άρθρο 26 του Νόμου δεν αφορά την παρούσα υπόθεση και σχετική εισήγηση της πλευράς του εφεσείοντα δεν έγινε αποδεκτή.

 

15. Επιπρόσθετα, ως λέχθηκε στη υπόθεση Νεοφύτου ν. Malak κ.α., Πολ. Εφ. 118/12 ημερ. 21.06.18, ECLI:CY:AD:2018:A297, οι αποφάσεις στην Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη (1994) 1 Α.Α.Δ. 337 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα (2000) 1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει[3] διαφορετικά η υπόθεση προχωρεί σε εκδίκαση και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της ουσίας της υπόθεσης. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι αξίωση έχει παραγραφεί, τότε η διαδικασία αναστέλλεται (βλ. Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη (ανωτέρω)).

 

Εξέταση της επίδικης αίτησης

 

16. Στην παρούσα υπόθεση, ο Ενάγοντας αξιώνει 88.322, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δικηγορικής αμοιβής και/ή ως συμφωνηθείσα αμοιβή. Βάση της αξίωσης του αποτελεί η επίδικη συμφωνία αφού, με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, ο Εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας δικηγορικής αμοιβής του Ενάγοντα. Εφαρμόζοντας τα όσα λέχθηκαν στην ΠΙΡΙΛΛΟΥ (ανωτέρω), αναφορικά με τον χρόνο έναρξης του χρόνου παραγραφής, δυνάμει του δεύτερου εδαφίου του Άρθρου 3 του Νόμου, το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό κρίσης αγωγής, η τριετής περίοδος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα, με βάση το Άρθρο 7 (2) του Νόμου, αρχίζει να προσμετρείται από την 01.01.16. Συνεπώς, ζήτημα παραγραφής θα μπορούσε να εγερθεί από το 2019 και εντεύθεν. Ως εκ τούτου, ενόψει του ότι η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε στις 21.12.18, καταλήγω ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα δεν έχει παραγραφεί.  

 

Κατάληξη

 

17. Για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω, η προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου αναφορικά με την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα προς προώθηση της παρούσας αγωγής απορρίπτεται.

 

Έξοδα

 

18. Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Έχοντας υπόψη ότι δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε ένσταση, εκ μέρους του Ενάγοντα/Καθ’ου η Αίτηση, στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 03.07.25 επιδικάζονται σε βάρος του Εναγόμενου/Αιτητή και προς όφελος του Ενάγοντα/Καθ’ου η Αίτηση, τα έξοδα των δικασίμων ημερ. 03.12.25, 04.03.26 και 03.04.26,[4] όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας.

 

(Υπ.)……………………...

Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

Subject: Civil/Other Actions /Interim

(Αναφορά: Πολιτική – προδικαστικό - παραγραφή). 



[1] Τα πιο πάνω προβλεπόμενα επιβεβαιώνονται από το Δικαστήριο κατόπιν ιδίας ανάγνωσης της επίδικης συμφωνίας, πλην του ότι προκύπτουν και άλλες χειρόγραφες σημειώσεις μετά την υπογραφή του Εναγόμενου. 

[2] Βλ. Άρθρο 28 του Νόμου.

[3] Βλ. επίσης σχετικά άρθρο 20 του Νόμου που προνοεί ότι «Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής.»

[4]Για τις δικασίμους ημερ. 26.09.25, 15.01.26, 16.01.26 και 17.02.26, ως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, δεν επιδικαστήκαν έξοδα.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο