ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΚΩΣΤΑ ΡΕΝΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4432/2014, 30/4/2026
print
Τίτλος:
ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΚΩΣΤΑ ΡΕΝΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4432/2014, 30/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Μ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 4432/2014

Μεταξύ:

 

 

                                ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ

 

Ενάγουσα

και

 

1.    ΚΩΣΤΑ ΡΕΝΚΟΥ

2.    ΣΑΒΒΑ ΣΑΒΒΑ

3.    ΜΑΡΙΟΥ ΓΙΩΡΓΑΛΕΤΤΟΥ

 

Εναγόμενων

 

-----------------------------

Ημερομηνία: 30.4.2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Ενάγουσα: Η κα. Σ. Ερωτοκρίτου για Α.Π.Ερωτοκρίτου & Σία ΔΕΠΕ

 

Για τον Εναγόμενο 1:  Ο κ. Ν. Καλλής

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Την 24.6.09 στην οδό Κολωνακίου στη Λεμεσό επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα. 

 

Εμπλεκόμενοι σε αυτό ήταν ο Εναγόμενος 1, ο οποίος οδηγούσε ένα δίθυρο όχημα, μάρκας BMW, χρώματος κόκκινου, και το οποίο συγκρούστηκε με το όχημα, με αριθμούς εγγραφής [ ], που οδηγείτο από τον Εναγόμενο 2, έχοντας ως συνεπιβάτη τον Εναγόμενο 3.

 

Ο Εναγόμενος 1, κατά τον επίδικο χρόνο, είχε ασφαλισμένο στην Ενάγουσα, η οποία είναι ασφαλιστική εταιρεία, το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], μάρκας BMW 318i, τετράθυρο σαλούν, κυβισμού 18HV με αριθμό επιβατών 5, συμπεριλαμβανομένου του οδηγού (στο εξής «το ασφαλισμένο όχημα»).

 

Την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο Εναγόμενος 1.  Οι δε πρώην Εναγόμενοι 2 και 3 (για τους οποίος η παρούσα αγωγή αποσύρθηκε σε κάποιο στάδιο) ήγειραν την αγωγή υπ’ αριθμόν 271/2011 αξιώνοντας από τον Εναγόμενο 1 γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και ζημιές που έχουν υποστεί.  

 

Σύμφωνα με τη δήλωση αυτοκινητιστικού δυστυχήματος που συμπλήρωσε ο Εναγόμενος 1 προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 12), ο ίδιος δήλωσε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα και στην προσπάθεια του να πάρει τα τσιγάρα του κτύπησε πάνω στο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ]. 

 

Είναι η βασική θέση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 1 παρέστησε σε αυτήν δολίως, ψευδώς και με πρόθεση εξαπάτησης της ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα, ενώ στην πραγματικότητα και εν γνώσει του οδηγούσε ένα άλλο όχημα, αγνώστων προς την Ενάγουσα στοιχείων, το οποίο ποτέ δεν είχε ασφαλισμένο στην ίδια.

 

Είναι για το λόγο αυτό που η Ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα αγωγή.

 

Αξιώνει δε μέσω αυτής, αναγνωριστικές δηλώσεις ότι κατά τον επίδικο χρόνο κανένα τροχαίο ατύχημα επεσυνέβη μεταξύ των οχημάτων με αρ. εγγραφής [ ] και του ασφαλισμένου οχήματος αντιστοίχως, ότι ο Εναγόμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο δεν οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα και ούτε συγκρούστηκε με το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ],  ότι ο Εναγόμενος 1 με δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις παρέστησε στην Ενάγουσα ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα και ότι η Ενάγουσα ουδεμία υποχρέωση έχει να αποζημιώσει τους Ενάγοντες στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αριθμόν 271/11. Αξιώνει, τέλος, και γενικές αποζημιώσεις. 

 

Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό για να αναφερθεί ότι στους δε πρώην Εναγομένους 2 και 3, η Ενάγουσα καταλόγιζε ότι συνωμότησαν με τον Εναγόμενο 1 με σκοπό να την καταδολιεύσουν, ισχυρισμός ο οποίος δεν προωθήθηκε εφόσον, ως έχει αναφερθεί, η εναντίον τους αγωγή αποσύρθηκε.

 

Ο Εναγόμενος 1 από την άλλη αρνείται κατηγορηματικά τις πιο πάνω θέσεις της Ενάγουσας.   Είναι η εκδοχή του ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα, το οποίο μετέτρεψε από τετράθυρο σε δίθυρο, κλείνοντας τις δύο πισινές του πόρτες.   

 

Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών, ότι ο Εναγόμενος 1, στις 18.2.08, υπέβαλε στην Ενάγουσα γραπτή πρόταση για ασφάλιση του ασφαλισμένου οχήματος (Tεκμήριο 4).  Η Ενάγουσα, στη βάση της πιο πάνω γραπτής πρότασης, εξέδωσε και παρέδωσε στον Εναγόμενο 1 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και πιστοποιητικό ασφάλισης για το πιο πάνω ασφαλισμένο όχημα (Τεκμήρια 6 και 7, αντιστοίχως).

 

Το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ανανεώθηκε για την περίοδο από 18.2.09 μέχρι 17.2.10 (Τεκμήριο 8 και 9, αντιστοίχως).   

 

Η Ενάγουσα παρείχε στους ασφαλισμένους της, κατά τον επίδικο χρόνο, υπηρεσίες οδικής βοήθειας.  Στον Εναγόμενο 1 παραδόθηκε έντυπο της υπηρεσίας οδικής βοήθειας Speed Fire Auto Services Limited για να μπορεί να την καλεί σε περίπτωση δυστυχήματος (Τεκμήριο 10). 

 

Κατά την ημέρα που επεσυνέβη το τροχαίο δυστύχημα, πράγματι, ο Εναγόμενος 1 ειδοποίησε την εν λόγω υπηρεσία ότι είχε εμπλακεί σε δυστύχημα οδηγώντας το ασφαλισμένο όχημα.  Ακολούθως, μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος υπάλληλος της πιο πάνω εταιρείας. 

 

Αποτελεί, επίσης, κοινό τόπο, ότι η Αστυνομία δεν κλήθηκε στη σκηνή με σκοπό να διερευνήσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το επίδικο τροχαίο δυστύχημα. Σύμφωνα με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο (Τεκμήριο 5- Μέρος 5 παράγραφος 4) ο Εναγόμενος 1 υποχρεούτο να καλέσει την Αστυνομία στη σκηνή.

 

Στις 14.4.10 οι δικηγόροι του πρώην Εναγόμενου 2 με σχετική επιστολή τους προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 13) υπέβαλαν απαίτηση για αποζημιώσεις, η οποία και δεν έγινε αποδεκτή από την τελευταία, για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα αγωγή. 

 

Για το λόγο αυτό, στις 20.1.11, οι πρώην Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρισαν την αγωγή υπ’ αριθμόν 271/2011 εναντίον του Εναγομένου 1 (Τεκμήριο 2). 

 

Η Ενάγουσα, βασιζόμενη στη δήλωση αυτοκινητιστικού δυστυχήματος του Εναγόμενου 1 και δίδοντας πίστη ότι τα όσα αναφέρθηκαν σε αυτή είναι αληθή, διόρισε δικηγορικό γραφείο με σκοπό να υπερασπιστεί τον τελευταίο, αναφορικά  με τις απαιτήσεις των Εναγόντων στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής.  Οι συνήγοροι του Eναγόμενου 1 σε αυτήν δεν αρνήθηκαν ότι ο  Εναγόμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα.

 

Η Ενάγουσα, όταν πληροφορήθηκε την κατ’ ισχυρισμό από μέρους του Εναγομένου 1 εξαπάτηση της αλλά και την κατ΄ισχυρισμόν ψευδή δήλωση του, ότι δηλαδή ο ίδιος, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα αλλά άλλο όχημα αγνώστων στοιχείων, απέστειλε επιστολή, ημερομηνίας 27.3.14, μέσω των συνηγόρων της, προς τον Αρχηγό Αστυνομίας (Τεκμήριο 15) ζητώντας πληροφόρηση για την καταγγελία που είχε προβεί στην Αστυνομία σε σχέση με τις πιο πάνω κατ΄ισχυρισμόν παράνομες ενέργειες του Εναγομένου 1. 

 

Eις απάντηση της πιο πάνω επιστολής, η Αστυνομία με επιστολή της, ημερομηνίας 14.5.14 (Τεκμήριο 16), πληροφόρησε τους συνηγόρους της Ενάγουσας ότι από τις εξετάσεις που διενήργησε διαπίστωσε ότι το όχημα που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν το ασφαλισμένο όχημα αλλά άλλο όχημα αγνώστων στοιχείων, και προς το σκοπό αυτό ο Εναγόμενος 1 συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος αλλά και ότι εναντίον του σχηματίστηκε ποινικός φάκελος.

 

Ακολούθως, οι συνήγοροι της Ενάγουσας απέστειλαν στον Εναγόμενο 1 επιστολή, ημερομηνίας 14.5.14  (Τεκμήριο 17), όπου, μεταξύ άλλων, τον πληροφορούσαν ότι θα αποσύροντο από δικηγόροι του στην αγωγή υπ’ αριθμόν 271/2011, ότι η Ενάγουσα θα ζητούσε να παρέμβει στην εν λόγω αγωγή με σκοπό να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της και ότι η κατ’ ισχυρισμόν εξαπάτηση του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα καταγγέλθηκε στην Αστυνομία. 

 

Εναντίον του Εναγομένου 1 καταχωρίστηκε εν τέλει η ποινική υπόθεση υπ’ αριθμόν 20842/15  η οποία όμως στη συνέχεια ανεστάλη (Τεκμήριο 20).  Ακολούθως, η Ενάγουσα υπέβαλε αίτημα για να παρέμβει ως Εναγόμενη 2 στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αριθμόν 271/2011, αίτημα το οποίο έγινε αποδεκτό από το δικαστήριο (μέρος του Τεκμηρίου 1).  

 

Στις 19.11.19, στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση, στην παρουσία δικηγόρου που εκπροσωπούσε το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων (MIF), και κατέστη κανόνας του Δικαστηρίου, ότι το ποσό της απόφασης που αφορούσε τον εκεί Ενάγοντα 2 (εδώ πρώην Εναγόμενο 3) θα καταβληθεί από την Ενάγουσα, χωρίς την από μέρους της ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης ως ασφαλιστών και χωρίς βλάβη των δικαιωμάτων της στην παρούσα αγωγή.  Δηλώθηκε, περαιτέρω, ότι σε περίπτωση που η παρούσα αγωγή επιτύχει, το MIF αναλαμβάνει να καταβάλει στην Ενάγουσα τα ποσά που η ίδια θα καταβάλει στους Ενάγοντες στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αριθμόν 271/2011 (μέρος του Τεκμηρίου 2).   Ενόψει των πιο πάνω, η Ενάγουσα κατέβαλε στον Ενάγοντα 1 (εδώ πρώην Εναγόμενο 2) στην εν λόγω αγωγή το ποσό των €64.904 πλέον €12.495 έξοδα των δικηγόρων του, ενώ στον Ενάγοντα 2 (εδώ πρώην Εναγόμενο 3) το ποσό των €3000, πλέον δικηγορικά έξοδα  (Τεκμήρια 22 και 23, αντιστοίχως).

 

Ενόψει των πιο πάνω, ένα είναι το ουσιώδες ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει στην προκειμένη περίπτωση. Αυτό δεν είναι άλλο από του κατά πόσο ο Εναγόμενος 1, κατά τον επίδικο χρόνο του τροχαίου δυστυχήματος, οδηγούσε πράγματι το ασφαλισμένο όχημα, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, ή κατά πόσο οδηγούσε άλλο όχημα, αγνώστων στοιχείων, που ποτέ δεν είχε ασφαλισμένο στην Ενάγουσα, ως η τελευταία διατείνει.

 

Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε 4 μάρτυρες.  Ειδικότερα μαρτυρία εκ μέρους της έδωσε η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Μ.Ε.1), ο υπεύθυνος του Κλάδου Απαιτήσεων της Ενάγουσας (Μ.Ε.2), ένας εκ των υπαλλήλων της εταιρείας Speed Fire (Μ.Ε.3) και ένας εμπειρογνώμονας τροχαίων ατυχημάτων (Μ.Ε.4). 

 

Προς υπεράσπιση του Εναγομένου 1 μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (Μ.Υ.2) και ένας ισιωτής οχημάτων (Μ.Υ.1). 

 

Προχωρώ στη συνέχεια να παραθέσω συνοπτικά την ενώπιον του Δικαστηρίου  προσαχθείσα μαρτυρία.

 

Η Μ.Ε.1 αρκέστηκε στο να καταθέσει το φάκελο της αγωγής υπ’ αριθμόν 271/2011 που διατηρεί στην κατοχή του το Πρωτοκολλητείο Λεμεσού (Πολιτικό Τμήμα) του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. 

 

Ο Μ.Ε.2 υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 3).  Κατέγραψε σε αυτή το ιστορικό των επίδικων γεγονότων, περιέγραψε ακολούθως στο δικαστήριο τα χαρακτηριστικά στοιχεία του οχήματος που είχε ασφαλισμένο η Ενάγουσα, ως επίσης και τις ενέργειες που η ίδια προέβη από το χρονικό σημείο που της γνωστοποιήθηκε το τροχαίο δυστύχημα μέχρι και σήμερα, γεγονότα τα οποία έχουν παρατεθεί ανωτέρω εφόσον αποτελούν κοινό τόπο των μερών.  Ανέφερε επιπρόσθετα, ότι όταν επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος ο Μ.Ε.3, έλαβε αριθμό φωτογραφιών (Τεκμήριο 11), οι οποίες απεικονίζουν, μεταξύ άλλων, το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο. Ο Εναγόμενος 1, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του, ανέφερε ότι το κόκκινο όχημα μάρκας BMW που οδηγούσε και δεν έφερε πινακίδες εγγραφής ήταν το ασφαλισμένο όχημα. Εξήγησε ότι στην πορεία, και ενόσω η αγωγή υπ’ αριθμόν 271/2011 ήταν σε εξέλιξη, η Ενάγουσα πληροφορήθηκε από τον τότε αντιπρόσωπο της Ανδρέα Κανάρη (ο οποίος στο μεταξύ έχει αποβιώσει), μετά από ανώνυμο τηλεφώνημα που δέχθηκε, περί το Φεβρουάριο του 2014, ότι το τροχαίο ατύχημα με τον Εναγόμενο 1 ήταν «ψεύτικο».     

 

Η Ενάγουσα, αφού έλαβε την πιο πάνω πληροφόρηση, και έχοντας ως δεδομένο ότι από τις φωτογραφίες που έλαβε ο Μ.Ε 3, δεν υπήρχαν πινακίδες εγγραφής στο δίθυρο όπως φαινόταν όχημα, άρχισε τη δική της έρευνα για τα χαρακτηριστικά του εν λόγω οχήματος για να εξακριβώσει εάν πράγματι ήταν το ασφαλισμένο όχημα που ενεπλάκη στο δυστύχημα. Στα πλαίσια αυτά απευθύνθηκε στην εταιρεία CHR Pilakoutas Ltd ώστε να την εφοδιάσει με τα χαρακτηριστικά και προδιαγραφές του ασφαλισμένου οχήματος. Η πιο πάνω εταιρεία είναι η αντιπρόσωπος στην Κύπρο της κατασκευαστικής εταιρείας BMWH εν λόγω εταιρεία εφοδίασε την Ενάγουσα με σχετικό έντυπο (Τεκμήριο 14), στο οποίο καταγράφεται ότι το ασφαλισμένο όχημα, όπως δηλώθηκε στην πρόταση για ασφάλιση, ήταν με 4 πόρτες και όχι με 2, όπως απεικονίζετο στις φωτογραφίες που έλαβε ο Μ.Ε 3.

 

Περαιτέρω, οι συνήγοροι της Ενάγουσας απέστειλαν σχετική επιστολή προς το Τμήμα Οδικών Μεταφορών (ΤΟΜ) (Τεκμήριο 18) όπως τους εφοδιάσει με τα στοιχεία του ασφαλισμένου οχήματος και το εν λόγω Τμήμα τους απέστειλε τα σχετικά στοιχεία (Τεκμήριο 19).

 

Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, ήταν η θέση του ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, ο Εναγόμενος 1 δεν οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα, αλλά άλλο όχημα αγνώστων προς την Ενάγουσα στοιχείων. Ο δε Εναγόμενος 1, στα πλαίσια της Υπεράσπισης του στην αγωγή υπ’ αριθμόν 271/2011, ισχυρίστηκε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν οδηγός δίθυρου οχήματος μάρκας BMW με αριθμούς εγγραφής CAT 142. 

 

Eίναι η, περαιτέρω θέση του, ότι εάν καλείτο η Αστυνομία στη σκηνή για τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος, θα διαπίστωνε ότι το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 χωρίς πινακίδες εγγραφής δεν ήταν το ασφαλισμένο όχημα αλλά άλλο όχημα μάρκας BMW δίπορτο, για το οποίο δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη από την Ενάγουσα. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε και από τον εμπειρογνώμονα Μ.Ε 4.

 

O M.E.3 ήταν το πρόσωπο που επισκέφθηκε εκ μέρους της εταιρείας Speed Fire τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος.  Εξήγησε ότι ήταν το πρόσωπο που έλαβε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 11, επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο τους.  Κατά την επίσκεψη του παρών ήταν ο Εναγόμενος 1 και ο οδηγός του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος.  Διαπίστωσε ότι το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν τετράθυρο αλλά δίθυρο και από το όχημα, ως φαίνεται και από τη φωτογραφία, Τεκμήριο 11δ,  απουσίαζαν τα πισινά φανάρια, ο αριθμός εγγραφής του καθώς και το όχημα δεν είχε εσωτερικό σαλόνι. 

 

Ο Μ.Ε.4, εμπειρογνώμονας τροχαίων ατυχημάτων, ο οποίος κατέχει την θέση διευθυντή στο Τμήμα Αναπαράστασης Τροχαίων Ατυχημάτων στην εταιρεία Lambros Papasavvas, υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, την Έκθεση Ανάλυσης Τύπου Οχήματος που ετοίμασε (Τεκμήριο 25).  Εξήγησε στο δικαστήριο ότι του ανατέθηκε από την Ενάγουσα η επιστημονική ανάλυση του τύπου οχήματος το οποίο ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα.  Ειδικότερα, σκοπός της έκθεσης του ήταν να προσδιορίσει κατά πόσο το όχημα που ενεπλάκη στο επίδικο τροχαίο δυστύχημα είναι το ίδιο όχημα με το ασφαλισμένο.  Aφού εξήγησε τον τρόπο της μεθοδολογίας του, τα διαθέσιμα στοιχεία που έλαβε υπόψη, τις διαστάσεις ενός δίθυρου οχήματος BMW και ένας τετράθυρου οχήματος ιδίου τύπου, και αφού προέβη σε διάφορες μετρήσεις, λαμβάνοντας υπόψιν και διάφορα δομικά στοιχεία των πιο πάνω οχημάτων, κατέληξε σε, πέραν πάσης αμφιβολίας, συμπέρασμα ότι το όχημα που ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα δεν έχει καμία σχέση ή δεν συσχετίζεται με το ασφαλισμένο όχημα.

 

Ειδικότερα, ο Μ.Ε.4 εξήγησε στο Δικαστήριο ότι το όχημα το οποίο ενεπλάκη στο δυστύχημα και απεικονίζεται στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 11) είναι δίθυρο όχημα.  Βάσει των εν λόγω φωτογραφιών, ο ίδιος προέβη σε ανάλυση μέσω ενός εξειδικευμένου λογισμικού (EC-CRASH), λογισμικό το οποίο είναι εξειδικευμένο για τροχαία δυστυχήματα και το οποίο περιλαμβάνει πολλά λογισμικά μοντέλα, βάσεις δεδομένων, προδιαγραφών οχημάτων, διαστάσεων, και χρησιμοποιείται ανά το παγκόσμιο από τους εμπειρογνώμονες. Στη βάση της φωτογραφίας του Τεκμηρίου 11, την οποία χαρτογράφησε,  χρησιμοποιώντας τη μέθοδο ‘texture mapping from image’, δημιούργησε ένα τρισδιάστατο μοντέλο, ώστε να λάβει τις μετρήσεις που ήταν αναγκαίες, όπως την μέτρηση κύριων διαστάσεων και ειδικότερα της πόρτας του οδηγού για σκοπούς εξέτασης του ζητουμένου, δηλαδή τον προσδιορισμό της ταυτοποίησης του οχήματος που ενεπλάκη στο δυστύχημα.  Το εν λόγω μοντέλο, ως ήταν το όχημα που φαίνεται στη φωτογραφία του Τεκμηρίου 11, παράγεται σε δίθυρο και σε τετράθυρο μοντέλο.  Τα δίθυρα μοντέλα έχουν πιο μεγάλη πόρτα και ο λόγος είναι για να μπορούν να εισέρχονται οι πίσω επιβάτες πιο εύκολα μέσα σε αυτό.  Η μέτρηση της πόρτας του δίθυρου οχήματος που ενεπλάκη στο δυστύχημα ήταν 1.22 εκ., ενώ του μέγεθος της πόρτας ενός τετράθυρου μοντέλου είναι 98 εκ..  Ήταν η θέση του ότι ο Εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να μετατρέψει το ασφαλισμένο όχημα, από τετράθυρο σε δίθυρο, κλείνοντας τις δύο πισινές πόρτες του. Και τούτο γιατί, αν γινόταν κάτι τέτοιο, το μέγεθος της πόρτας του εμπλεκόμενου στο δυστύχημα οχήματος, θα ήταν όπως του τετράθυρου οχήματος, δηλαδή 98 εκ. και όχι 1.22 εκ. που ήταν στην πραγματικότητα.   Επίσης στο τετράθυρο όχημα υπάρχει ένα σταθερό τριγωνάκι στο πίσω μέρος των παραθύρων, ενώ στο δίθυρο δεν υπάρχει ένα τέτοιο.  Στη φωτογραφία του Τεκμηρίου 11 διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει τέτοιο τριγωνάκι.  Ήταν, επίσης, η θέση του ότι εάν έκλεινε τις πίσω δύο πόρτες, ως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 1, η βάση του στύλλου του οχήματος θα ήταν εκεί που ήταν και στο τετράθυρο και δεν θα μπορεί να μετακινηθεί.  Οπόταν, για αυτό η πόρτα η μπροστινή θα ήταν πάλι 98 εκ. και όχι 1.22 εκ. ως ήταν η μέτρηση του οχήματος που ενεπλάκη στο δυστύχημα. 

 

Ο Μ.Υ.1 αφού του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 11 ανέφερε ότι είναι το όχημα που του έφερε ο Εναγόμενος 1 και που ο ίδιος επιδιόρθωσε.  Το εν λόγω όχημα ανάφερε ότι είχε κτύπημα στο πίσω μέρος του, δηλαδή στο δεξί φτερό το πισινό και ο ίδιος άλλαξε το πισινό μέρος του οχήματος.  Το όχημα που του έφερε για επιδιόρθωση ο Εναγόμενος 1 είχε 4 πόρτες και ο ίδιος του ζήτησε να του φέρει εξαρτήματα για να το επιδιορθώσει.  Ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι υπήρχε ένα δίθυρο όχημα, το οποίο ήταν αρκετά κτυπημένο στο μπροστινό του μέρος.  Του ζήτησε να πάρει όλα τα εξαρτήματα από αυτό με σκοπό να επιδιορθώσει το τετράθυρο όχημα και να το μετατρέψει σε δίθυρο.  Ο ίδιος άλλαξε το σασί του τετράθυρου οχήματος, τις πόρτες, την οροφή του οχήματος, τους στύλλους και τα πατώματα.  Με τις επιδιορθώσεις που έκανε κατασκεύασε πλέον ένα δίθυρο όχημα.  Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι δεν έκλεισε τις πισινές πόρτες του τετράθυρου οχήματος. 

 

Ο Εναγόμενος 1 υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 27).  Υποστηρίζει σε αυτή ότι ουδέποτε ο ίδιος προέβη σε οποιαδήποτε ψευδή δήλωση προς την Ενάγουσα.  Ήταν και είναι η θέση του ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα.  Μετά από συνεννόηση με τον Μ.Υ.1, του ζήτησε να μετατρέψει το όχημα αυτό από τετράθυρο σε δίθυρο.  Δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να σκηνοθετήσει το επίδικο ατύχημα για να αποφύγει οποιαδήποτε ευθύνη, αφού στην χείριστη περίπτωση, αν οδηγούσε άλλο όχημα από το ασφαλισμένο, θα καλυπτόταν από το MIF.  Διαφωνεί με τη θέση του Μ.Ε.4 ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν οι μετατροπές που ισχυρίζεται ότι προέβη.  Το όχημα ήταν με 4 πόρτες όταν το ασφάλισε στην Ενάγουσα, αλλά λόγω των μετατροπών που έκανε σε αυτό, πλέον το εν λόγω όχημα είχε δύο πόρτες.  Δεν έκρινε σκόπιμο να καλέσει την Αστυνομία αφού αφενός προσήλθε στη σκηνή του δυστυχήματος o Μ.Ε.3 δηλώνοντας σε αυτόν ότι ο ίδιος έφερε την αποκλειστική ευθύνη του δυστυχήματος, αφετέρου οι επιβαίνοντες του άλλου οχήματος, αν ένιωθαν ότι έμεναν εκτεθειμένοι, θα  έπρεπε οι ίδιοι να καλέσουν την Αστυνομία.  Περαιτέρω, αν καλούσε ο ίδιος την Αστυνομία θα κατηγορείται και για αμελή οδήγηση. Ήταν η θέση του ότι ο λόγος ύπαρξης της παρούσας αγωγής είναι η απέλπιδα προσπάθεια της Ενάγουσας να ανακτήσει τα ποσά που αναγκάστηκε να καταβάλει στους Ενάγοντες στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αριθμόν 271/2011.

 

Έχοντας παραθέσει τις βασικές θέσεις έκαστου μάρτυρα, προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω την ενώπιον του δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία (έγγραφη και προφορική). Οι νομολογιακές αρχές και παράμετροι που λαμβάνονται υπόψιν από το δικαστήριο ως προς την αξιολόγηση μαρτυρίας είναι καλά γνωστές και δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω.

 

Αποδέχομαι την μαρτυρία της Μ.Ε 1, η οποία ήταν επουσιώδης μάρτυρας. Αρκέστηκε στο να καταθέσει τον δικαστικό φάκελο της υπόθεσης υπ’ αριθμόν 271/2011 που το Πρωτοκολλητείο διατηρεί. Τα όσα ανάφερε και προσκόμισε έχουν παραμείνει αναντίλεκτα εφόσον δεν αντεξετάστηκε από την άλλη πλευρά.

 

Ο Μ.Ε. 2 άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και αποδέχομαι την μαρτυρία του ως προς τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα, πλην της υποκειμενικής του θέσης ότι δηλαδή ο Εναγόμενος 1, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα αλλά άλλο όχημα αγνώστων προς την Ενάγουσα στοιχείων. Τούτο βεβαίως αποτελεί αμιγώς νομικό θέμα που θα αποφασισθεί από το ίδιο το Δικαστήριο, σταθμίζοντας και αξιολογώντας την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία. 

Ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε στο Δικαστήριο όλες τις ενέργειες που η Ενάγουσα προέβη από την ημέρα γνωστοποίησης σε αυτής του επίδικου δυστυχήματος μέχρι και σήμερα. Εξάλλου οι ενέργειες αυτές δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά του Εναγομένου 1 κατά την αντεξέταση του, η οποία ήταν περιορισμένη.  Η δε μαρτυρία του έχει λογική συνοχή και υποστηρίζεται σε μεγάλο βαθμό και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Παρά την αντεξέταση του, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε, το οποίο θα ήταν ικανό, ώστε να ανατραπεί η θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε γι’ αυτόν. Αποδεχόμενος την μαρτυρία του, πλην της πιο πάνω διευκρίνισης, προβαίνω και στα ανάλογα ευρήματα.

Αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Ε 3, ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος κατόπιν τηλεφωνήματος που δέχθηκε από τον Εναγόμενο 1. Τόσο το περιεχόμενο των φωτογραφιών που ο ίδιος έλαβε από τη σκηνή όπου απεικονίζουν το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 όσο και για το τί ο ίδιος διαπίστωσε σε αυτή, αφενός επί της ουσίας δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά του Εναγομένου 1, αφετέρου τα όσα ισχυρίστηκε δεν έχουν ανατραπεί μέσω της αντεξέτασης του. Κρίνω ότι ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε, παραμένοντας σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες υποστηρίζονται πλήρως από το περιεχόμενο των φωτογραφιών. Αποδεχόμενος την μαρτυρία του προβαίνω και στα ανάλογα ευρήματα.

Ο Μ.Ε 4 κατάθεσε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα στην διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων.  Καταρχάς, προτού αξιολογήσω την ουσία της μαρτυρίας του, αφού έλαβα υπόψη το επάγγελμα του, την εκπαίδευση που έτυχε, την πείρα του και τα προσόντα του τα οποία, ειρρήσθω εν παρόδω, ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά του Εναγομένου 1, και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Τσαγγαρίδης Βασίλης και Άλλη ν. Ανδρέα Αυγουστή (2000) 1 ΑΑΔ 528) αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο εν λόγω μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιος.

Από τη στιγμή λοιπόν που ένας μάρτυρας κρίνεται εμπειρογνώμονας, έχει νομολογηθεί ότι αυτός μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με τα ζητήματα που εμπίπτουν εντός της σφαίρας της ειδικότητας του, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από ένα μάρτυρα (Νικολάου v Σταύρου (1992) 1 Α.Α.Δ 746).

Ο ρόλος και τα καθήκοντα των εμπειρογνωμόνων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Πιττάλης και άλλων v. Ianira Εnterprises Ltd (1997) 1(B) A.A.Δ.814, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή (2011) 1 Α.Α.Δ. 2298). Στις εν λόγω αποφάσεις λέχθηκε ότι ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.

Η εικόνα που άφησε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο ήταν πολύ θετική και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Αυτή δε επί της ουσίας παρέμεινε αναντίλεκτη, εφόσον ο Εναγόμενος 1 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία από κάποιον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα, προς αντίκρουση των όσων κατέθεσε ο Μ.Ε 4, και που να διαψεύδει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τις θέσεις και τα λεγόμενα του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει με γόνιμο τρόπο βάση αμφισβήτησης των συμπερασμάτων του ως εμπειρογνώμονά.

 

Η δε έκθεση του που κατάθεσε στο Δικαστήριο ήταν απόλυτα κατατοπιστική, τεκμηριωμένη και πλήρως αιτιολογημένη. Παραθέτει με λεπτομέρεια για το πως κατέληξε στα σχετικά συμπεράσματα του αλλά και την μεθοδολογία που χρησιμοποίησε ώστε να καταλήξει επί του ζητουμένου.  Εξήγησε με λεπτομέρεια και με απόλυτη βεβαιότητα, αποκλείοντας τον δικογραφημένο ισχυρισμό του Εναγομένου 1, ότι ο τελευταίος έκλεισε τις δύο πισινές πόρτες, μετατρέποντας το από τετράθυρο σε δίθυρο επικαλούμενος το μήκος των πορτών, τις κολώνες και το pillar καθώς και το τρίγωνο σταθερό κομμάτι του γυαλιού της πισινής πόρτας του τετράθυρου οχήματος για να ανεβοκατεβαίνει το γυαλί. Εξήγησε περαιτέρω με πειστικό και τεκμηριωμένο τρόπο ότι ο σχεδιασμός των αμαξωμάτων και των ενισχυτικών τους νευρώσεων για το δίθυρο και το τετράθυρο μοντέλο είναι διαφορετικός, γεγονός που κάνει την οποιαδήποτε μετατροπή μη εφικτή.   Παρά την αντεξέταση του, παρέμεινε απόλυτα σταθερός στις θέσεις του, ήταν απόλυτα βέβαιος για τα λεγόμενα του, τα οποία επεξηγούσε με αναλυτικό τρόπο και σε κανένα σημείο οι ισχυρισμοί του δεν έχουν κλονιστεί.  Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της και στην βάση αυτής προβαίνω και στα ανάλογα ευρήματα.

 

Ο Μ.Υ 1 δεν άφησε καθόλου θετικές εντυπώσεις στο δικαστήριο ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του και ως εκ τούτου οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του δεν γίνονται αποδεκτοί. Ειδικότερα, δεν γίνεται αποδεκτή η βασική του θέση ότι το όχημα που φαίνεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 11, είναι το ίδιο όχημα που του έφερε στο συνεργείο του ο Εναγόμενος 1 και ο ίδιος, αφού εκτέλεσε διάφορες εργασίες σε αυτό, το μετέτρεψε από τετράθυρο σε δίθυρο όχημα. Η όλη του εκδοχή και μαρτυρία βρίθει αντιφάσεων, κάποιες δε θέσεις του συγκρούονται με τη κοινή λογική ενώ στη προσπάθεια να πείσει ως προς την αληθοφάνεια της εκδοχής του προέβαλε διάφορες μεταξύ τους αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές.

 

Στην προσπάθεια του να πείσει το δικαστήριο ως προς την δική του εκδοχή γεγονότων, ότι δηλαδή ο ίδιος μετέτρεψε το όχημα του Εναγομένου 1 από τετράθυρο σε δίθυρο,   ο εν λόγω μάρτυρας προέβαλε διαφορετικές και μεταξύ τους αντιφατικές εκδοχές.  Ειδικότερα, ενώ αρχικά προέβαλε τη θέση ότι το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 και απεικονίζετο στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 11, του θύμιζε ένα κτυπημένο δίθυρο όχημα που του προσκόμισε ο Εναγόμενος 1 στο συνεργείο το και αφού το επιδιόρθωσε του το παρέδωσε, στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι το ασφαλισμένο όχημα ήταν κτυπημένο στην πίσω πλευρά του, αλλάζοντας το πισινό μέρος του και το μετέτρεψε από τετράθυρο σε δίθυρο με εξαρτήματα που έλαβε από ένα άλλο δίθυρο όχημα που του έφερε και πάλι ο Εναγόμενος 1.  

 

Επιπρόσθετα, ο Μ.Υ.1 στην προσπάθεια του να πείσει το δικαστήριο ως προς την δική του εκδοχή γεγονότων, προώθησε μια διαφορετική εκδοχή η οποία και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν από το δικαστήριο εφόσον συγκρούεται με τις δικογραφημένες θέσεις του Εναγόμενου 1. Περαιτέρω αναδεικνύεται, μέσω των εν λόγω αντιφάσεων, ότι η όλη εκδοχή του Εναγομένου 1 δεν είναι σταθερή με αποτέλεσμα αυτή να έχει κλονιστεί σε μεγάλο βαθμό. Kαι τούτο γιατί ενώ ο Εναγόμενος 1 προβάλλει στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης του, την δικογραφημένη θέση ότι το ασφαλισμένο όχημα ήταν με 4 πόρτες και «ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος…ήτο με δύο πόρτες αφού προηγουμένως ο Εναγόμενος 1 προέβη σε μετατροπή επ’ αυτού και έκλεισε τις δύο πόρτες», ο ίδιος ο Μ.Υ 1, αντίθετα, στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ουδέποτε έκλεισε τις δύο πισινές πόρτες του ασφαλισμένου οχήματος (βλέπε σελίδα 5 των πρακτικών ημερομηνίας 13.11.2025) (αναφέροντας μάλιστα ότι το όχημα που φαίνεται στις φωτογραφίες είναι το αμάξωμα ενός δίθυρου οχήματος), αλλά προέβη σε άλλου είδους εργασίες αφαιρώντας από ένα άλλο δίπορτο όχημα BMW μέρος αυτού, το οποίο τοποθέτησε στη συνέχεια στο ασφαλισμένο όχημα. Eπιπρόσθετα, ακόμα μια θέση του, η οποία επίσης έρχεται σε διάσταση με τις δικογραφημένες θέσεις του Εναγομένου 1 εφόσον κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται μέσω αυτών, αποτελεί ο, περαιτέρω, ισχυρισμός του, ότι ο Εναγόμενος 1, πέραν του ασφαλισμένου οχήματος, του προσκόμισε και ένα δίπορτο όχημα ιδίου τύπου και μάρκας με αυτό, ώστε να λάβει όλα τα εξαρτήματα από το τελευταίο για να μπορέσει στη συνέχεια να μετατρέψει το ασφαλισμένο όχημα σε δίθυρο. Ισχυρισμός, ο οποίος πέραν των πιο πάνω, τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου και που ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες της Ενάγουσας ώστε να τοποθετηθούν επ’ αυτού.

 

Βασική διάσταση όμως, πέραν των πιο πάνω, υπάρχει και μεταξύ της μαρτυρίας του Μ.Υ 1 και του ιδίου του Εναγόμενου 1. Και τούτο γιατί ενώ ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε με το κλείσιμο των δύο πισινών πορτών του ασφαλισμένου οχήματος αυτό να φαίνεται πλέον δίθυρο, σε αντίθεση με την βασική εκδοχή του Εναγομένου 1, ο οποίος προώθησε μία τέτοια θέση.

 

Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, αντιφατική ήταν και η εξής θέση του Μ.Υ 1.  Ενώ αρχικά ανέφερε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του ότι ο ίδιος, κατά την εκτέλεση των εργασιών του, προέβη σε αλλαγή μόνο του πισινού μέρος του ασφαλισμένου οχήματος του Εναγομένου 1 που ο τελευταίος του έφερε για επιδιόρθωση (βλέπε σελίδα 3 των πρακτικών ημερομηνίας 13.11.2025), αντίθετα, κατά την αντεξέταση του, ανασκεύασε την πιο πάνω θέση του, ισχυριζόμενος πλέον ότι ο ίδιος άλλαξε από το ασφαλισμένο όχημα το σασί του, τις πόρτες του, την οροφή του, τους στύλους του και τα πατώματα του (βλέπε σελίδα 6 των πιο πάνω πρακτικών).

 

Ακόμη ένας λόγος για τον οποίο απορρίπτεται η μαρτυρία του Μ.Υ 1 αποτελεί και το γεγονός ότι αφού του υποδείχθηκε η έκθεση του Μ.Ε 4 (Τεκμήριο 25) ώστε να σχολιάσει το συμπέρασμα του τελευταίου, ότι δηλαδή το ασφαλισμένο όχημα δεν μπορούσε να μετατραπεί σε δίθυρο, και αφού ο ίδιος την μελέτησε, ισχυρίστηκε ότι οι οποιεσδήποτε θέσεις του εμπειρογνώμονα που καταγράφονται σε αυτή είναι ορθές, εφόσον σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του Μ.Υ 1, ο εν λόγω εμπειρογνώμονας ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 1 μετέτρεψε ένα τετράθυρο όχημα σε δίθυρο. Η θέση του αυτή ασφαλώς και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον δεν ήταν αυτός ο ισχυρισμός του Μ.Ε 4. Ως διαπιστώνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 25  βασική θέση του Μ.Ε 4 ήταν ότι το όχημα που ενεπλάκη στο δυστύχημα δεν ήταν το ασφαλισμένο όχημα, ότι το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 ήταν εξ υπαρχής δίθυρο και ως εκ τούτου αυτό δεν έχει μετατραπεί από τετράθυρο σε δίθυρο. 

 

Αρνητική εντύπωση ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του  προκάλεσε και το εξής γεγονός. Ενώ ο ίδιος ανάφερε ότι για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον Εναγόμενο 1 εξέδωσε και τιμολόγιο όσο και σχετική απόδειξη, εντούτοις όμως όταν του ζητήθηκε να τα προσκομίσει στο δικαστήριο, ανάφερε ότι σήμερα δεν τα έχει στην κατοχή του. Η θέση του αυτή δεν είναι πειστική εφόσον ο ίδιος ανάφερε ότι τα πιο πάνω στοιχεία διατηρούνται από το λογιστή του μόνο για περίοδο 7 ετών. Ο ίδιος όμως, όπως ισχυρίστηκε, γνώριζε για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής από το 2014 και επομένως κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα είχε στη κατοχή του τα πιο πάνω στοιχεία και όφειλε να τα διατηρήσει σε περίπτωση που του ζητηθούν, ώστε να βεβαιώσει και να τεκμηριώσει τα λεγόμενα του. 

 

Ούτε και ο Μ.Υ.1 έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για το γεγονός ότι ενώ ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι παρέδωσε στον Εναγόμενο 1 επιδιορθωμένο πλέον το ασφαλισμένο όχημα, κατά τον επίδικο χρόνο απουσίαζαν από αυτό, ως διαπιστώνεται από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 11, αλλά και ως επιβεβαίωσε και ο Μ.Ε 3, το σαλόνι του ασφαλισμένου οχήματος, τα πισινά του φώτα καθώς και απουσίαζε από αυτό οι πινακίδες εγγραφής του.  Επίσης είναι χαρακτηριστικός ο εμπαιγμός του Μ.Υ.1 για το τι σημαίνει πλαίσιο, σασί, και πως δεν είχε ακούσει ότι το σασί είναι ουσιαστικά το πλαίσιο του αυτοκινήτου. Κρίνω ότι σκοπίμως απέφευγε να απαντήσει επί του ερωτήματος αυτού, παρά την ομολογουμένως του μεγάλη πείρα που διαθέτει ως επαγγελματίας ισιωτής οχημάτων.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του Μ.Υ 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το δικαστήριο και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Ο Εναγόμενος 1 άφησε πολύ πτωχή εικόνα στο δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με την λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Ειδικότερα, η βασική του θέση ότι ο ίδιος οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο το ασφαλισμένο όχημα δεν γίνεται αποδεκτή. Εκ πρώτης όψεως το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, ως φαίνεται από τις φωτογραφίες, διαφέρει από το όχημα το οποίο είχε ασφαλισμένο στην Ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο εφόσον αυτό ήταν δίθυρο. Και τούτο γιατί το ασφαλισμένο όχημα είχε 4 πόρτες ενώ το όχημα που ενεπλάκη είχε 2 πόρτες και δεν έφερε αριθμούς εγγραφής. Με τα όσα παράθεσε ο Εναγόμενος 1 ουδόλως ανάτρεψε το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα και ούτε έπεισε το δικαστήριο ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα το οποίο μετέτρεψε από τετράθυρο σε δίθυρο. Ο Εναγόμενος 1 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να παραθέσει την πραγματική και αληθή διάσταση των γεγονότων αλλά μοναδικός σκοπός του ήταν να προωθήσει την δική του εκδοχή γεγονότων. Στην προσπάθεια του όμως αυτή δεν απέφυγε τις αντιφάσεις, τις αμφιταλαντεύσεις, ενώ η όλη του εκδοχή δεν είναι σταθερή και δεν έχει καμία λογική συνοχή. Η μαρτυρία του ήταν κατασκευασμένη, αόριστη και ατεκμηρίωτη ενώ προέβαλε και αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές.

 

Και εξηγώ το γιατί.

 

Ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης που ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αριθμόν 271/2011 προέβαλε τη θέση ότι ο ίδιος «ήταν οδηγός δίπορτου αυτοκινήτου μάρκας ΒΜW με αριθμούς εγγραφής CAT142 το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ασφαλισμένο στους Εναγόμενους 2» αντίθετα, στην παρούσα αγωγή προβάλλει δικογραφικά τη θέση ότι το ασφαλισμένο όχημα ήταν με 4 πόρτες αλλά τον ουσιώδη χρόνο «ήταν με δύο πόρτες, αφού προηγουμένως ο Εναγόμενος 1 προέβη σε μετατροπή επ’ αυτού και έκλεισε τις δυο πισινές πόρτες». Πρόκειται ξεκάθαρα για δύο διαφορετικές εκδοχές. 

 

Επιπρόσθετα, στη δε αρχική του γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 28, 2η παράγραφος) που ο ίδιος ετοίμασε και η οποία αποστάληκε στην άλλη πλευρά, προβάλλει τη θέση ότι «βρήκαμε πλαίσιο άλλου αυτοκινήτου BMW δίπορτου και αφού αφαιρέσαμε το πλαίσιο του δικού μου αυτοκινήτου, το αλλάξαμε με το άλλο».  Στη δε τελική γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 27), αντίθετα, δεν προβάλλει μία τέτοια θέση και απλά ισχυρίζεται μόνο το γεγονός ότι έγιναν μετατροπές στο ασφαλισμένο όχημα με αποτέλεσμα αυτό να έχει πλέον δύο πόρτες. Στη συνέχεια, ενώ ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Υ 1, στα πλαίσια της δικής του μαρτυρίας, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι κατά το στάδιο των μετατροπών του ασφαλισμένου οχήματος έκλεισε τις δύο πισινές πόρτες του, ως έχει όμως αναφερθεί ανωτέρω ο Μ.Υ 1 ουδέποτε υποστήριξε ότι προέβη σε μία τέτοια ενέργεια. Αντίθετα, θέση του Μ.Υ 1 είναι ότι ουδέποτε ο ίδιος έκλεισε τις δύο πισινές πόρτες. Επιπρόσθετα, ανασκευή των θέσεων του προκύπτει και από το γεγονός ότι ο ίδιος υποστήριξε ότι ποτέ δεν έκλεισαν οι πισινές πόρτες του ασφαλισμένου οχήματος, γεγονός το οποίο συγκρούεται με τις δικογραφημένες θέσεις του.  Επιπρόσθετα, ενώ ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγομένου 1 αφορούσε ένα μόνο όχημα, δηλαδή το ασφαλισμένο όχημα το οποίο από 4 πόρτες που είχε, μετατράπηκε σε δίθυρο με το κλείσιμο των δύο πορτών του, κατά τη μαρτυρία του, αντίθετα, προέκυψε για πρώτη φορά η ύπαρξη δύο οχημάτων που είχε στην κατοχή του ο Εναγόμενος 1, δηλαδή του ασφαλισμένου οχήματος και ενός άλλου δίθυρου ιδίας μάρκας και τύπου με αυτό. Στην υπόθεση Xριστοδούλου Eρμογένης Kυριάκου ν. Γιαννάκη Περικλέους (1998) 1 ΑΑΔ 1122 λέχθηκε ότι τα δικόγραφα είναι το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Στην δε υπόθεση Σοφοκλής Σοφοκλέους v. Κυριακής Τσεσμελόγλου (2006) 1 ΑΑΔ 1153 έγινε αποδεκτό ότι η αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας ενός διαδίκου και του δικογράφου του αποτελεί λόγο που στην κατάλληλη περίπτωση δικαιολογεί συμπέρασμα από μέρους του Δικαστηρίου περί αναξιοπιστίας του διαδίκου και, κατά συνέπεια, απόρριψη της μαρτυρίας του.

 

Ακόμη ένας λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του αποτελεί και το γεγονός ότι ο ίδιος επί του βασικού επίδικου ζητήματος προέβαλε διαφορετικές εκδοχές. Και τούτο γιατί τόσο στην τελική του γραπτή δήλωση του ή στο δικόγραφο του δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά ότι πέραν του ασφαλισμένου οχήματος υπήρχε και ένα δίθυρο όχημα ιδίου τύπου και μάρκας με αυτό, αλλά και ότι χρησιμοποίησε το πλαίσιο του τελευταίου καθώς και άλλα μέρη του, ώστε να είναι σε θέση να μετατρέψει το ασφαλισμένο όχημα σε δίθυρο. Τέτοια αναφορά από μέρους του Εναγομένου 1 έγινε για πρώτη φορά μόνο στα πλαίσια της αντεξέτασης του. Σε συνάρτηση περί του ισχυρισμού του για την ύπαρξη και άλλου οχήματος, αρνητική εντύπωση προκάλεσε στο δικαστήριο και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με αυτό, όπως για παράδειγμα από που το αγόρασε, δεν γνώριζε επίσης τα νούμερα εγγραφής του αλλά και που αυτό βρίσκεται σήμερα.   Επίσης, o ίδιος σε σχέση με το ασφαλισμένο όχημα, ανάφερε ότι ο λόγος που δεν το εντόπισε η Αστυνομία είναι γιατί ο ίδιος, μετά το επίδικο δυστύχημα, το πέταξε εφόσον δεν μπορούσε να επιδιορθωθεί. Το γεγονός ότι δεν μπορούσε να επιδιορθωθεί αποτελεί μια υποκειμενική του ατεκμηρίωτη άποψη, χωρίς βεβαίως ο ίδιος να έχει τα αναγκαία προσόντα εφόσον ο ίδιος δεν είναι ισιωτής αλλά επιδιορθωτής ελαστικών. Ούτε και προσκόμισε μια τέτοια θετική μαρτυρία, ότι δηλαδή το επιθεώρησε κάποιος ειδικός επί του ζητήματος αυτού και ο οποίος γνωμάτευσε ότι αυτό δεν μπορούσε να επιδιορθωθεί.  Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με το ότι ο ίδιος δεν κάλεσε την Αστυνομία ώστε να διερευνήσει το τροχαίο καθιστούν την όλη συμπεριφορά του σκόπιμη και επιλήψιμη. Και τούτο γιατί αν απλώς εντοπιζόταν το όχημα που οδηγούσε τον επίδικο χρόνο, πολύ απλά θα διαπιστωνόταν το γεγονός από την Αστυνομία ότι ο ίδιος δεν οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα, αλλά άλλο όχημα. Σε συνάρτηση, με τα πιο πάνω, αποτελεί άξιον απορίας για ποιο λόγο δεν προέβαλε την εκδοχή που ο ίδιος προώθησε στο δικαστήριο όταν και η Ενάγουσα του απέστειλε σχετική επιστολή ενημερώνοντας ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα και ότι δεν θα εκπροσωπεί πλέον τα συμφέροντα του στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αριθμόν 271/2011. Θα ανάμενε κανείς ευλόγως ο Εναγόμενος 1 να αντιδρούσε με το ίδιο σθένος που υπερασπίστηκε τις θέσεις του στην παρούσα αγωγή. Τίποτα όμως δεν έπραξε.  

 

Ένα από τα επιχειρήματα του Εναγομένου 1, με σκοπό να πείσει το δικαστήριο ως προς το ότι ο ίδιος δεν είχε κανένα λόγο να προβεί σε ψευδή δήλωση στην Ενάγουσα για το γεγονός ότι τον επίδικο χρόνο δεν οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα, ήταν ότι στην περίπτωση που δήλωνε ότι οδηγούσε άλλο όχημα, οι ζημιές που προκλήθηκαν στους επιβαίνοντες του άλλου οχήματος θα καταβάλλονταν από το MIF. Στη συνέχεια όμως, ανασκεύασε και πάλι τη θέση του, αποδεχόμενος ότι στην περίπτωση αυτή το MIF θα στρεφόταν προσωπικά στον ίδιο ώστε να ανακτήσει τα καταβληθέντα ποσά. Επομένως, ο ίδιος είχε κίνητρο να προβεί σε ψευδή δήλωση στην Ενάγουσα σε αντίθεση με τα όσα αρχικώς υποστήριξε. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, ούτε και πείθει η θέση του ως προς τον λόγο που δε κάλεσε την Αστυνομία στη σκηνή. Ο Εναγόμενος 1 ανάφερε επί του προκειμένου ότι ο λόγος ήταν επειδή οι επιβαίνοντες στο άλλο εμπλεκόμενο όχημα δεν τραυματίστηκαν σοβαρά.  Αυτό όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πέραν του γεγονότος ότι μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, και οι δύο αποζημιώθηκαν από την Ενάγουσα στα πλαίσια της αγωγής 272/2011. Ειδικότερα ο Εναγόμενος 1 (εδώ πρώην Εναγόμενος 2) έλαβε το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των περίπου €64.904.  Επίσης, σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμη ένας λόγος που δεν κάλεσε την Αστυνομία, ήταν γιατί ο ίδιος ήταν τραυματισμένος (τραυματίστηκε σοβαρά στους χιαστούς του ποδιού του ως ο ίδιος ανάφερε). Το γεγονός αυτό όμως δεν στάθηκε εμπόδιο ώστε ο ίδιος να καλέσει τον αντιπρόσωπο της ασφαλιστικής. Πέραν τούτου, σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, δημιουργείται περαιτέρω το εύλογο ερώτημα, το οποίο έχει παραμείνει αναπάντητο, πως ο ίδιος ενώ ισχυρίζεται ότι τραυματίστηκε σοβαρά, την ίδια στιγμή να προβάλλει τη θέση ότι 3 μέρες μετά το δυστύχημα τον επισκέφθηκε στον τόπο εργασίας του η Αστυνομία. Προφανώς, ως συνάγεται από τα γεγονότα, ο λόγος που ο ίδιος δεν κάλεσε την Αστυνομία στο χώρο της σκηνής του δυστυχήματος ήταν επειδή ο ίδιος οδηγούσε ανασφάλιστο όχημα, το οποίο ούτε καν νούμερα εγγραφής δεν έφερε και για το λόγο αυτό θα βρισκόταν αντιμέτωπος με τις συνέπειες του Νόμου. Επίσης, ο λόγος που δεν κλητεύθηκε στη σκηνή η Αστυνομία από τον Εναγόμενο 1 ήταν προφανώς ο αποκλεισμός της από την διερεύνηση των πιο πάνω διαφόρων ποινικών αδικημάτων, συμπεριλαμβανομένου και την απόκρυψη των πραγματικών στοιχείων του οχήματος που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Γεγονός το οποίο εν μέρει αποδέκτηκε και ο ίδιος εφόσον ανάφερε ότι αν την καλούσε θα κατηγορείτο και για αμελή οδήγηση.

 

Σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό του, ότι δηλαδή τον επισκέφθηκε η Αστυνομία  3 μέρες μετά το ατύχημα λαμβάνοντας του κατάθεση, προκύπτει και η εξής αντιφατικότητα.  Όταν του υποδείχθηκε το Tεκμήριο 20, στο οποίο η Αστυνομία επιβεβαιώνει το γεγονός ότι διερεύνησε το επίδικο τροχαίο για πρώτη φορά 5 χρόνια αργότερα,  ο ίδιος και πάλι ανασκεύασε τη θέση του, ισχυριζόμενος πλέον ότι εν τέλει δεν έδωσε οποιαδήποτε κατάθεση σε αυτήν αλλά ισχυρίστηκε ότι προσήλθε στο χώρο εργασίας του η Αστυνομία ρωτώντας τον απλά αν προέβη σε οποιοδήποτε δυστύχημα. Πέραν της αντιφατικότητας των θέσεων του, αποτελεί απορίας άξιον για ποιο λόγο να προβεί σε αυτή την ενέργεια η Αστυνομία, είναι ένα ερώτημα και που πάλι παρέμεινε αναπάντητο από τον ίδιο. 

 

Αρνητική εντύπωση ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του προκάλεσε και το γεγονός ότι ενώ ο ίδιος γνώριζε στα πλαίσια της μαρτυρίας του Μ.Υ 1 (εφόσον ήταν προσωπικά παρών εντός της αίθουσας του δικαστηρίου), κατά πόσο ο τελευταίος είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε τιμολόγιο ή αποδείξεις αναφορικά με την από μέρους του κατ’ ισχυρισμόν εκτέλεση εργασιών για την μετατροπή του ασφαλισμένου οχήματος από τετράθυρο σε δίθυρο, χωρίς να ερωτηθεί από την συνήγορο της Ενάγουσας, προέβαλε τη θέση, με σκοπό να καλύψει το κενό της μαρτυρίας του Μ.Υ 1, ότι ο ίδιος είχε αποδείξεις από τον τελευταίο, πλην όμως δεν τις έχει στην κατοχή του γιατί πέρασαν αρκετά χρόνια. Η θέση του αυτή όμως ουδόλως είναι πειστική. Και τούτο γιατί ο ίδιος γνώριζε από το 2014 ότι η Ενάγουσα αμφισβητούσε το γεγονός ότι ο ίδιος οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο το ασφαλισμένο όχημα. Επομένως, όφειλε να τις έχει στη κατοχή του ώστε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Ούτε και πείθει η θέση του ότι ο ίδιος απώλεσε τις σχετικές αποδείξεις κατά το στάδιο της μετακόμισης του. Δημιουργείται τότε το εύλογο ερώτημα, το οποίο έχει παραμείνει αναπάντητο, για ποιο λόγο δεν αποτάθηκε εκ νέου στον Μ.Υ 1 ώστε να του δώσει είτε αντίγραφο του τιμολογίου είτε της απόδειξης ώστε να τεκμηριώσει τις θέσεις του; Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω δεν είναι πειστική η θέση του ότι ο ίδιος δεν το έπραξε επειδή είχε πιο σοβαρά προβλήματα να επιλύσει, χωρίς μάλιστα να δώσει πειστικές λεπτομέρειες και εξηγήσεις.  

 

Υπήρξαν περαιτέρω από μέρους του και οι εξής αντιφάσεις, οι οποίες δεν μπορούν να αγνοηθούν από το δικαστήριο. Ενώ αρχικά συμφώνησε με τη θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας αλλά και του Μ.Ε 4,  ότι ένα από τα χαρακτηριστικά ενός τετράθυρου οχήματος ως ήταν το ασφαλισμένο όχημα, είναι ότι στο πισινό μέρος του υπάρχει μικρό τριγωνικό γυαλί και στην προσπάθεια του να πείσει το δικαστήριο ως προς τις θέσεις του, ισχυρίστηκε ότι και το όχημα που οδηγούσε είχε ένα τέτοιο. Στη συνέχεια,  αφού του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 11, ανασκεύασε και πάλι τη θέση του συμφωνώντας με την συνήγορο της Ενάγουσας ότι πράγματι το όχημα που οδηγούσε δεν είχε τέτοιο. Περαιτέρω, ενώ στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρία του προέβαλε τη θέση ότι ο λόγος που μετέφερε το όχημα στο Μ.Υ 1 για επιδιόρθωση και μετατροπή του σε δίθυρο ήταν επειδή το ασφαλισμένο όχημα ήταν κτυπημένο μετά από τροχαία σύγκρουση που είχε μόνος του, στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι ο λόγος που μετέτρεψε το ασφαλισμένο όχημα ήταν εξαιτίας του χόμπι του.

 

Σε κάθε περίπτωση οι μετατροπές που ισχυρίζεται ότι προέβη επί του ασφαλισμένου οχήματος είναι παράνομες στη βάση του Κανονισμού 55 του ΠΕΡΙ ΜΗΧΑΝΟΚΙΝΗΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΧΑΙΑΣ ΚΙΝΗΣΕΩΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΤΟΥ 1984, ο οποίος προβλέπει ότι:

 

55.-(1) Απαγορεύεται η αλλαγή, µετατροπή η προσαρµογή της µηχανής ή του συστήµατος οδηγήσεως ή πεδήσεως ή του κόρµου κινητήρος ή του πλαίσιου ή του αµαξώµατος εγγεγραµµένου µηχανοκίνητου οχήµατος ή οιαδήποτε αλλαγή, µετατροπή ή προσαρµογή επηρεάζουσα τας διαστάσεις ή το βάρος τοιούτου οχήµατος, ή οιαδήποτε αλλαγή, προσαρµογή ή µετατροπή, συµπεριλαµβανοµένης και της προσθήκης καθίσµατος ή υαλοπινάκων εις τας πλευράς του οχήµατος, ως εκ της οποίας µετατρέπεται το όχηµα εις άλλον τύπον ή κατηγορίαν οχήµατος, ή κατά τέτοιο τρόπο ώστε σε οποιαδήποτε χρονική στιγµή να µη συνάδει µε το Πιστοποιητικό Συµµόρφωσης ή την έγκριση τύπου τα οποία προσκοµίζονται βάσει των παρόντων Κανονισµών κατά την εγγραφή του, εκτός εάν τηρουµένων των διατάξεων του Κανονισµού 76 και υπό την επιφύλαξιν ότι θα καταβληθούν οι αναλογούντες εις τον νέον τύπον ή κατηγορίαν οχήµατος δασµοί και φόροι δυνάµει των εκάστοτε εν ισχύι περί Τελωνειακών ∆ασµών και Φόρων Αλλαγή, προσαρµογή ή µετατροπή µηχανοκινήτων οχηµάτων. Κ.∆.Π. 128/01 69 Καταναλώσεως Νόµων, ο ‘Εφορος παράσχη επί τούτω άδειαν και τηρηθώσιν οι εκάστοτε υπ’ αυτού επιβαλλόµενοι όροι. Εάν επενεχθή αλλάγη, προσαρµογή ή µετατροπή κατά παράβασιν της παρούσης παραγράφου ή κατά παράβασιν όρου τεθέντος εις την παρασχεθείσαν υπό του Εφόρου άδειαν, η εγγραφή του οχήµατος ακυρούται , προσέτι δε η άδεια κυκλοφορίας του οχήµατος καθίσταται άκυρος και επιστρέφεται εις τον ‘Εφορον οµού µετά του πιστοποιητικού καταλληλότητος του. (2) Αλλαγή της µηχανής ή του κορµού κινητήρος εν συνδυασµώ µετ’ αλλαγής του πλαισίου, θέλει καταστήσει άκυρον την εγγραφήν του µηχανοκινήτου οχήµατος, επιβαλλοµένης εκ νέου εγγραφής αυτού.

 

Στα πλαίσια αυτά ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι οι μετατροπές που προέβη στο ασφαλισμένο όχημα ήταν νόμιμες εφόσον εξασφαλίστηκε  άδεια τόσο από το Διευθυντή της Αρχής Αδειών αλλά και ότι το όχημα πέρασε από τεχνικό έλεγχο. Εντούτοις τίποτε από τα πιο πάνω δεν προσκόμισε στο δικαστήριο ώστε να τεκμηριώσει τα λεγόμενα του, γεγονός που σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, καταρρίπτει και πάλι τους ισχυρισμούς του. 

 

Ούτε και το δικαστήριο μπορεί να αγνοήσει το γεγονός, το οποίο αποτελεί ακόμη ένα δείγμα της πτωχής εικόνας που αποκόμισε το δικαστήριο σε σχέση με την ποιότητα της μαρτυρίας του, ότι στα πλαίσια της αντεξέτασης του και ερωτώμενος ποιος έβαψε το εν λόγω όχημα που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο (μετά τις κατ’ ισχυρισμό μετατροπές που προέβη στο ασφαλισμένο όχημα ο Μ.Υ 1), ο Εναγόμενος 1 αρχικά αρνήθηκε, για δικούς του λόγους, να απαντήσει. Όταν του υποδείχθηκε από το δικαστήριο ότι οφείλει να απαντήσει, αυτός ισχυρίστηκε ότι το έβαψε ο ίδιος μαζί με τον κουμπάρο του. Ποιος ο λόγος να μην αναφέρει εξ αρχής το γεγονός αυτό αποτελεί άξιον απορίας και η στάση του αυτή αποτελεί ακόμη ένα δείγμα ότι πρόθεση του στο δικαστήριο ήταν να μην παραθέσει την αληθινή διάσταση των γεγονότων.  

 

Τέλος, ο Εναγόμενος 1 προέβαλε τη θέση ότι οι αριθμοί εγγραφής του ασφαλισμένου οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόντουσαν εντός του ασφαλισμένου οχήματος και ότι αυτό το επιβεβαίωσε και ο Μ.Ε 3. Ένα τέτοιο γεγονός όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντίθετα, ο Μ.Ε 3 ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχαν οι αριθμοί εγγραφής του οχήματος. Ούτε καν μάλιστα του τέθηκε τέτοια θέση κατά την αντεξέταση του ώστε να τοποθετηθεί. 

 

Δεν χρειάζεται να παραθέσω ο,τιδήποτε άλλο για να καταδείξω του λόγου το αληθές ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 παρουσιάζει τέτοιου βαθμού αντιφάσεις και αμφιταλαντεύσεις με αποτέλεσμα αυτή να έχει κλονιστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαστήριο να μην την κάνει αποδεκτή. Ως εκ τούτου απορρίπτεται στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με τη λοιπή αποδεκτή μαρτυρία.

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης και των τελικών ευρημάτων του δικαστηρίου προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τη νομική πτυχή της παρούσας αγωγής.

 

Η απαίτηση της Ενάγουσας εδράζεται στα αστικά αδικήματα του δόλου και της απάτης

 

Στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2004) 1 ΑΑΔ 992, υιοθετείται σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England και υποδεικνύεται ότι συνήθως ο όρος «δόλος» αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ανάρμοστο, ειδικά σε σχέση με την απόκτηση χρηματικού ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. 

Σε σχέση με τον ισχυριζόμενο δόλο, υπογραμμίζεται ότι είναι αρκετό αν αποδειχθούν μερικές από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες δόλου (Τσιάρτας κ.α. v. Alocay Holdings Ltd κ.α. (2010) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1523). Τονίσθηκε, επίσης, στην εν λόγω υπόθεση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες, αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από αυτές.

Σε αγωγή που εγείρεται στη βάση ισχυρισμών για δόλο ο ενάγοντας θα πρέπει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν πίστευε έντιμα στη δήλωση που έκανε ή στην παράσταση του γεγονότος που προώθησε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ενάγων οφείλει να αποδείξει και τη γνώση του εναγόμενου περί της αναλήθειας της δήλωσης ούτε την ανεντιμότητα της πρόθεσης του εναγόμενου.  Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί είναι ότι ο εναγόμενος υποψιαζόταν ότι η δήλωσή του πιθανόν να ήταν ανακριβής ή ότι αμέλησε να διερευνήσει την ορθότητά της.

Σε σχέση με το αστικό αδίκημα της απάτης, αυτό στοιχειοθετείτε στο άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:

«Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή...»

 

Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14th edition, παρ. 1640 αναφέρεται ότι:

«In order to give a cause of action in deceit not only must the statement complained of be untrue to the defendant's knowledge, it must be made with intent to deceive the plaintiff, with intent, that is to say, that it shall be acted upon by him».

 

Στην υπόθεση Andreas Kavallaris Jewellers Ltd v. Γεώργιου Χατζηβασιλείου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 80/2018, 20/9/2024 λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

«Στην πρόσφατη υπόθεση TOUCHSTONE SNAIL TECHNOOGIES κ.α. v. K. INVEST CONSULTING S.A.L. OFFSHORE κ.α. Πολ. Έφεση Ε11/21, ημερ.29.3.2024, γίνεται ανάλυση των συστατικών στοιχείων τόσων του αστικού αδικήματος της απάτης (deceit) όσο και της συνομωσίας (conspiracy).

Κατ' αρχάς διευκρινίζεται ότι η αγωγή για δόλο (action in fraud) είναι ορισμός «ομπρέλα» που καλύπτει διάφορες, διακριτές  και αυτοτελείς βάσεις αγωγής, μεταξύ των οποίων είναι «η απάτη»  και «η συνομωσία». Συνεπώς, αυστηρά ομιλούντες, δεν υπάρχει αυτοτελές αστικό αδίκημα «δόλου». Αυτού λεχθέντος το αστικό αδίκημα που το Κοινοδίκαιο χαρακτηρίζει ενίοτε ως «δόλος» (fraud) είναι κατ' ουσία ταυτόσημο με το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) δυνάμει του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148. Οι όροι αυτοί, δημιουργώντας ενδεχομένως κάποια σύγχυση, χρησιμοποιούνται με εναλλαξιμότητα (interchangeably).

Περαιτέρω σύγχυση ενδεχομένως να δημιουργεί το γεγονός ότι η ανεντιμότητα (dishonesty), η οποία είναι συστατικό στοιχείο της απάτης, περιγράφεται σε νομολογία ως «δόλος» ή «δόλια πράξη». Στην Αγγλία, κατόπιν πρόσφατων νομολογιακών εξελίξεων, η ανεντιμότητα (dishonesty) από μέρους κατηγορούμενου σε ποινική δίκη και εναγόμενου σε αστική δίκη, κρίνεται πλέον μόνον αντικειμενικά στη βάση των κριτηρίων συνήθων αξιοπρεπών ανθρώπων (βλ. R v. Barton and another [2020] 4 All ER 742 και Ivey v. Genting Casinos (UK) [2018] 2 All ER 406).

Στην προαναφερθείσα υπόθεση TOUCHSTONE SNAIL TECHNOLOGIES κ.α., το θέμα τίθεται ως ακολούθως (σελ.7-9):

«Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, εκδόσεις Sweet & Maxwell, 24η έκδοση του 2023, σελ. 1297 αναφέρεται ότι το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) αποκαλείται στο κοινοδίκαιο μερικές φορές ως «fraud» (δόλος). Προκύπτει ξεκάθαρα από το εν λόγω σύγγραμμα ότι όταν στο κοινοδίκαιο γίνεται αναφορά στο αστικό αδίκημα του δόλου εννοείται το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) όπως αυτό αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο από το 1789 (βλ. Pasley v. Freeman (1789) 3 T.R. 51 και μετέπειτα Derry v. Peak (1889) 14 App. Cas. 337) και όπως έχει ενσωματωθεί στο Άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148.

Στο σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο, Το Δίκαιο των Αστικών Αδικημάτων, Τόμος Δεύτερος, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη του Π. Πολυβίου, σελ. 697, αναφέρεται ότι το αστικό αδίκημα της απάτης αποκαλείται στο κοινοδίκαιο deceit ή fraud, και ξεκαθαρίζεται επομένως και στο εν λόγω σύγγραμμα ότι ο δόλος (fraud) δεν αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα άλλο από την απάτη.  Στην Petri v. The Police (1968) 2 C.L.R. ο όρος «fraud» χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει ένα εκ των συστατικών στοιχείων της απάτης, ήτοι ότι η ψευδής παράσταση γεγονότος, γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής.

..........»

 

Στην προκείμενη περίπτωση και στην βάση των τελικών ευρημάτων του δικαστηρίου η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει στο βαθμό αυστηρότητας που απαιτείται, δυνάμει των αρχών της πιο πάνω νομολογίας, το δόλο του Εναγομένου 1 με βάση τις λεπτομέρειες της αγωγής. Και τούτο γιατί αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου, αποδεχόμενος την μαρτυρία των μαρτύρων της Ενάγουσας και την ίδια στιγμή απορρίπτοντας την μαρτυρία και εκδοχή του Εναγομένου 1, ότι ο τελευταίος, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα, άλλα άλλο όχημα αγνώστων προς το δικαστήριο στοιχείων. Η Ενάγουσα απέδειξε με αξιόπιστη μαρτυρία ότι το δίθυρο όχημα, το οποίο δεν έφερε πινακίδες εγγραφής, και που ενεπλάκη στο δυστύχημα δεν ήταν το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], το οποίο είχε ασφαλισμένο η Ενάγουσα.

 

Ενώ ο Εναγόμενος 1 γνώριζε το γεγονός αυτό στη συνέχεια ψευδώς,  δολίως και πρόθεση εξαπάτησης με σκοπό να αποσπάσει χρήματα από την Ενάγουσα και να προσπορισθεί χρηματικό όφελος που ο ίδιος δεν δικαιούτο, δήλωσε ότι οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα ώστε τις ζημιές των πρώην Εναγομένων 2 και 3 να τις καλύψει η Ενάγουσα. Στην περίπτωση που δήλωνε την αλήθεια, ότι δηλαδή οδηγούσε ανασφάλιστο όχημα,  τις πιο πάνω ζημιές θα ήταν προσωπικά υπόλογος να τις καλύψει ο ίδιος.

 

Συνεπακόλουθα, η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της εναντίον του Εναγομένου 1 στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.

 

Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1 ως η παράγραφος Α’,Β΄,Γ’ και Ε’ της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, πλέον ΦΠΑ και με νόμιμο τόκο από σήμερα, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1, ως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το δικαστήριο.

 

Το Αιτητικό Δ’, με το οποίο η Ενάγουσα αξιώνει από τον Εναγόμενο γενικές αποζημιώσεις απορρίπτεται, εφόσον τέτοια θεραπεία δεν προωθήθηκε μέσω των τελικών της θέσεων. Εξάλλου η Ενάγουσα δεν δικαιούται, στην βάση των γεγονότων που περιστοιχίζουν την παρούσα αγωγή, την επιδίκαση οποιοδήποτε γενικών αποζημιώσεων.

 

 

 

(Υπ.).....................................

                                                                                           Μ. Χαραλάμπους, Α.E.Δ

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο