ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 625/24 (i-justice)
Μεταξύ:
Κατερίνα Λoΐζου
Ενάγουσα
και
Altius Insurance Ltd
Εναγόμενη
και
Άλαν Τσαντίδης
Πρόσθετος Διάδικος
-------------------
Ημερομηνία: 27.04.26
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Eναγόμενη/Δυνάμει του Μέρους 21.7 Ενάγουσα: κα. Κ. Ζαντήρα για Michael Kyprianou & Co LLC
Για Δυνάμει του Μέρους 21.7 Εναγόμενο: κα. Τζ. Κωνσταντίνου για Άντης Πολυδώρου Δ.Ε.Π.Ε.
AΠΟΦΑΣΗ
1. Η παρούσα απαίτηση της Ενάγουσας αφορά αξίωση για γενικές και ειδικές αποζημίωσες λόγω τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στις 13.11.23. Προς τούτο, ως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 27.05.25, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης διά το ποσό των €2.500, ως γενικές αποζημιώσεις και €1.121,40, ως ειδικές αποζημιώσεις, τα οποία έχουν ήδη καταβληθεί στην Ενάγουσα. Παράλληλα, το μόνο επίδικο ζήτημα που παρέμεινε προς εκδίκαση στα πλαίσια της παρούσας απαίτησης αφορά τη ευθύνη για το επίδικο ατύχημα μεταξύ της Εναγόμενης και του δυνάμει του Μέρους 21.7 Εναγόμενου. Περαιτέρω, κατέστη Κανόνας Δικαστηρίου ότι, είτε κατόπιν εξώδικης διευθέτησης μεταξύ της Εναγόμενης και του δυνάμει του Μέρους 21.7 Εναγόμενου είτε κατόπιν έκδοσης απόφασης του Δικαστηρίου που αποδίδει οποιοδήποτε ποσοστό ευθύνης στον τελευταίο, ο δυνάμει του Μέρους 21.7 Εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην Εναγόμενη το ανάλογο ποσό, σύμφωνα με το ποσοστό ευθύνης που θα συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ή θα καθοριστεί με δικαστική απόφαση.
Δικόγραφα
2. Στην Πρόσθετη Απαίτηση της Εναγόμενης/δυνάμει του Μέρους 21.7 Ενάγουσας (εφ’εξής «η Εναγόμενη»), η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η πρόσθετη Απαίτηση σχετίζεται με την πρόσκληση του τροχαίου ατυχήματος ημερ. 13.11.23 που επεσυνέβη στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού (λεωφόρος δύο λωρίδων) στη Λεμεσό, μεταξύ των διασταυρώσεων αυτής με τις οδούς Πέτρου Τσίρου και Αγίας Φυλάξεως (εφ’εξής «το επίδικο ατύχημα»).
3. Ως προς τα επίδικα γεγονότα, στις 13.11.23 ο «Μ.Ζ» οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα «Piaggio» με αρ. εγγραφής [ ] (εφ’εξής «η μοτοσυκλέτα»), ιδιοκτησίας της Εταιρείας [ ], για την οποία η Εναγόμενη παρείχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ασφαλιστική κάλυψη. Ειδικότερα, ο «Μ.Ζ» οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα επί της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με ανατολική πορεία και ενώ βρισκόταν μεταξύ των πιο διασταυρώσεων, κινούμενος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ήταν πλησίον της διαχωριστικής άσπρης γραμμής, δέχτηκε κτύπημα στο τιμόνι της μοτοσυκλέτας από το αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος «NISSAN» με αρ. εγγραφής [ ] του δυνάμει του Μέρους 21.7 Εναγόμενου (εφ’εξής «το όχημα του πρόσθετου Εναγομένου»).
4. Σύμφωνα με την Εναγόμενη, το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου ήταν ασφαλισμένο στη ασφαλιστική εταιρεία [ ] και κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο από τον πρόσθετο Εναγόμενο. Ειδικότερα, ο πρόσθετος Εναγόμενος επίσης οδηγούσε το όχημα του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και επιχείρησε να προσπεράσει τη μοτοσυκλέτα από τα δεξιά, με μεγάλη ταχύτητα, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την εκτροπή της μοτοσυκλέτας από την κανονική της πορεία και τη σύγκρουση της με το όχημα «Mercedes» με αρ. εγγραφής [ ] (εφ’εξής «το όχημα της Ενάγουσας»), το οποίο βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα και οδηγείτο από την Ενάγουσα. Ως επακόλουθο, η μοτοσυκλέτα εκτράπηκε και προσέκρουσε εκ νέου στο όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου και κατέληξε σε άλλο σημείο της ασφάλτου.
5. Θέση της Εναγόμενης είναι ότι το επίδικο δυστύχημα προκλήθηκε εξ’αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρόσθετου Εναγόμενου, ως εκ της αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του, τις οποίες λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων παραθέτει. Ως εκ τούτου, ισχυρίζεται ότι τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση του δόγματος της τέλεσης αμελούς πράξης εκ μέρους τρίτου προσώπου («independent act of third party») καθώς και του δόγματος του αναπόφευκτου ατυχήματος («inevitable act»), τα οποία θα πρέπει να την απαλλάξουν από οποιαδήποτε ευθύνη.
6. Στην Υπεράσπιση της Πρόσθετης Απαίτησης, ο πρόσθετος Εναγόμενος, αποδέχεται ότι συνέβη το επίδικο ατύχημα αλλά αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του. Συγκεκριμένα, ο πρόσθετος Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οδηγούσε το όχημα του νόμιμα και κανονικά, με ευθεία πορεία, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας επί της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού. Ταυτόχρονα, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα της, επίσης με ευθεία πορεία, ενώ η μοτοσυκλέτα ακολουθούσε το όχημα της. Ακολούθως, σε κάποιο σημείο του δρόμου κα ενώ τα οχήματα βρίσκονταν εν κινήσει, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, αιφνιδίως και αδικαιολόγητα, προσέκρουσε στο πίσω μέρος του προπορευόμενου οχήματος της Ενάγουσας. Ως αποτέλεσμα, απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας και/ή εκτράπηκε και κινήθηκε παράνομα και αντικανονικά στην δεξιά λωρίδα και/ή εισήλθε στην δεξιά λωρίδα και σύρθηκε και/ή τρίφτηκε και/ή συγκρούστηκε με το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου, ο οποίος καθ’όλη την διάρκεια κινείτο με ευθεία πορεία στην δεξιά λωρίδα της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού.
7. O πρόσθετος Εναγόμενος υιοθετεί τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, ως προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης της, αναφορικά με τις συνθήκες πρόσκλησης του επίδικου ατυχήματος και θέση του είναι ότι οι ζημιές της Ενάγουσας οφείλονται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του οδηγού της μοτοσυκλέτας, λεπτομέρειες των οποίων παραθέτει. Ως εκ τούτου, αξιώνει απόρριψη της πρόσθετης απαίτησης με έξοδα υπέρ του.
Η ακροαματική διαδικασία
8. Η παρούσα απαίτηση, ταξινομήθηκε ως «μικρή απαίτηση» με βάση τα όσα διαλαμβάνει το Μέρος 28 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (εφ’εξής «οι Κ.Π.Δ. 2023»). Ως προκύπτει από τον ηλεκτρονικό φάκελο, εκ μέρους της Εναγόμενης κατατέθηκε η γραπτή μαρτυρία της «Γ.Α.» (ΜΕ.1), η οποία δεν αντεξετάστηκε ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία, κατόπιν άδειας,[1] κατέθεσε ως πραγματογνώμονας ο «Σ.Σ» (ΜΕ.2).
9. Αντίστοιχα, για τον πρόσθετο Εναγόμενο, κατατέθηκε η γραπτή μαρτυρία του ιδίου, χωρίς να αντεξεταστεί, ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία, κατόπιν άδειας, κατέθεσε ως πραγματογνώμονας ο «Α.Ι» (ΜΥ.1).
10. Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε για τελικές γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου ημερ. 15.10.25, κατέθεσαν στον ηλεκτρονικό φάκελο, προς υποστήριξη των θέσεων που εγείρουν.
11. Εξέτασα με πολύ προσοχή τόσο την προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και τις Γραπτές Αγορεύσεις των μερών, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο η ειδική επίκλησή τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490 και BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANKJOINTSTOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK" BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική Έφεση Αρ. 117/2018, ημερ. 16/3/2022).
Η Μαρτυρία
Σύνοψη μαρτυρίας της Εναγόμενης
12. Η Δήλωση Μάρτυρα της ΜΕ.1 ημερ. 28.08.25, η οποία επιβεβαιώνεται από «Δήλωση Αληθείας», κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Η ΜΕ.1 ανέφερε ότι είναι η νομική σύμβουλος στο Τμήμα Απαιτήσεων Γενικών Κλάδων της Εναγόμενης, η οποία έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Λευκωσία. Προς τούτο δέσμη αποτελεσμάτων έρευνας από την ιστοσελίδα του Έφορου Εταιρειών, αναφορικά με την Εναγόμενη, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1.
13. Η ΜΕ.1 ανέφερε ότι προς εκδίκαση παρέμεινε το ζήτημα της ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος έναντι της Ενάγουσας, η οποία έχει ήδη αποζημιωθεί, ως η εκ συμφώνου απόφαση ημερ. 27.05.25. Περαιτέρω, δήλωσε ότι η Εναγόμενη παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στην μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας της εταιρείας [ ].
14. Ως προς το επίδικο ατύχημα, δήλωσε ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας κ. «Μ.Ζ» ανάφερε στην Εναγόμενη ότι οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα επί της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού στη Λεμεσό (εφ’εξής «η επίδικη λεωφόρος») με ανατολική πορεία. Περαιτέρω, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας ανάφερε ότι ενώ βρισκόταν πριν από τη διασταύρωση της επίδικης λεωφόρου με τις οδούς Πέτρου Τσίρου και Αγίας Φυλάξεως, κινήθηκε προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ευρισκόμενος πλησίον του κέντρου της λωρίδας και πολύ κοντά στη άσπρη διαχωριστική γραμμή, δέχτηκε χτύπημα στο τιμόνι της μοτοσυκλέτας από το αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος του πρόσθετου Εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην [ ] και οδηγείτο από τον πρόσθετο Εναγόμενο. Ειδικότερα, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δέχθηκε το χτύπημα όταν ο πρόσθετος Εναγόμενος, ενώ οδηγούσε το όχημα του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της επίδικης λεωφόρου, επιχείρησε να τον προσπεράσει από τα δεξιά με μεγάλη ταχύτητα. Ως αποτέλεσμα του προαναφερθέντος χτυπήματος, η μοτοσυκλέτα εκτράπηκε της κανονικής της πορείας και συγκρούστηκε με το όχημα της Ενάγουσας. Ακολούθως, η μοτοσυκλέτα εκτράπηκε προς τα δεξιά, συγκρούστηκε εκ νέου με τα εμπλεκόμενα οχήματα του πρόσθετου Εναγομένου και ακολούθως της Ενάγουσας, ανατράπηκε και σύρθηκε στο οδόστρωμα.
15. Θέση της ΜΕ.1 είναι ότι ο πρόσθετος Εναγόμενος προκάλεσε τις προαναφερόμενες συγκρούσεις και γι’αυτό προωθείται η παρούσα διαδικασία. Προς υποστήριξη της θέση της, Δήλωση Μάρτυρα της Ενάγουσας ημερ. 21.07.25 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Περαιτέρω, προς σκοπό απόδοσης ευθύνης για το επίδικο ατύχημα, η Εναγόμενη έδωσε οδηγίες στον ΜΕ.2 όπως ετοιμάσει έκθεση. Προς τούτο έκθεση διερεύνησης και ανάλυσης οδικής τροχαίας σύγκρουσης του ΜΕ.2 ημερ. 25.06.25, μετ’επισυνημμένων βιογραφικού σημειώματος, διπλωμάτων και αναγνωριστικών τίτλων του ΜΕ.2 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Αναφορά γίνεται από την ΜΕ.1 επί των στοιχείων που στηρίχθηκε ο ΜΕ.2 για ετοιμασία της Έκθεσης ημερ. 25.06.25 (βλ. Τεκμήριο 3) και ότι σε αυτή γίνεται περιγραφή της επίδικης λεωφόρου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς ανάλυση των ζημιών των εμπλεκόμενων οχημάτων και στα ευρήματα του ΜΕ.2.
16. Επίσης, η ΜΕ.1 παρουσίασε σχετικά έγγραφα που βρίσκονταν στον φάκελο της Εναγόμενης και αφορούν το επίδικο ατύχημα. Προς τούτο κατατέθηκε έγγραφο με τίτλο «Δήλωση Τροχαίου Ατυχήματος – Motor Accident Statement of Facts» της Εναγόμενης ημερ. 24.11.23 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, έγγραφα με τίτλο «Φιλική Δήλωση Τροχαίου Ατυχήματος» με αρ. 101569 και 101570 κατατεθήκαν ως δέσμη και σημειωθήκαν ως Τεκμήριο 5, το σχεδιάγραμμα της τελικής θέσης των εμπλεκόμενων οχημάτων, ως προσκομίστηκε από την ασφαλιστική εταιρεία της Ενάγουσας, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και έκθεση ζημιών του κ. «Ν.Π.» ημερ. 16.12.23 αναφορικά με το όχημα της Ενάγουσας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7.
17. Η ΜΕ.1 εξήγησε γιατί η ίδια θεωρεί ότι ο πρόσθετος Εναγόμενος ευθύνεται εξ’ολοκλήρου για το επίδικο ατύχημα. Συνεπώς, εκ μέρους της Εναγόμενης, αξιώνει δηλωτική απόφαση ότι την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος τη φέρει ο πρόσθετος Εναγόμενος, διάταγμα που να διατάττει τον πρόσθετο Εναγόμενο να καλύψει πλήρως την Εναγόμενη για τα ποσά που κατέβαλλε στην Ενάγουσα, ως η εκ συμφώνου απόφαση ημερ. 27.05.25, καθώς και τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
18. Επόμενος μάρτυρας της Εναγόμενης ήταν ο ΜΕ.2 και η Δήλωση Μάρτυρα του ημερ. 26.08.25, η οποία επίσης επιβεβαιώνεται με «Δήλωση Αληθείας», κατατέθηκε ως Έγγραφο Β. Ο ΜΕ.2 ανάφερε ότι είναι πτυχιούχος μηχανολογίας (Automotive Engineer BEng) και είναι ανεξάρτητος πραγματογνώμονας, ειδικός στην εξέταση και διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων. Επιπλέον, δήλωσε ότι ίδρυσε την Εταιρεία «Advanced Collision Investigation Limited», το εγγεγραμμένο γραφείο της οποίας βρίσκεται στην Λεμεσό και μέσω της οποίας δραστηριοποιείται. Προς τούτο δέσμη αποτελεσμάτων έρευνας από την ιστοσελίδα του Έφορου Εταιρειών, αναφορικά με την Εταιρεία «Advanced Collision Investigation Limited», κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8. Αναφορά έγινε από το μάρτυρα και στα προσόντα του, ως προκύπτουν από το βιογραφικό του σημείωμα (βλ. Τεκμήριο 3).
19. Ο ΜΕ.2 δήλωσε ότι έλαβε οδηγίες από την Εναγόμενη για να ερευνήσει το επίδικο ατύχημα με σκοπό την καταγραφή των συνθηκών, την ανάλυση των εμπλεκόμενων παραγόντων και τον προσδιορισμό των αιτιών που οδήγησαν στο συμβάν. Προς τούτο υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του ημερ. 25.06.25 (βλ. Τεκμήριο 3), εξήγησε τη βάση της διερεύνησης του και ότι η μεθοδολογία ποικίλει ανάλογα με τα διαθέσιμα δεδομένα. Περαιτέρω, κατόπιν ενημέρωσης του, αναφέρθηκε στις ασφαλιστικές καλύψεις της μοτοσυκλέτας, του οχήματος της Ενάγουσας και του πρόσθετου Εναγόμενου.
20. Ο ΜΕ.2 περιέγραψε την επίδικη λεωφόρο καθώς και τις συνθήκες οδήγησης σε αυτήν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επιπρόσθετα, ο ΜΕ.2 ανάφερε ότι για το επίδικο ατύχημα ετοίμασε την Έκθεση ημερ. 25.06.25 (βλ. Τεκμήριο 3) και εξήγησε τι έλαβε υπόψη και τι είχε στην κατοχή του για σκοπούς ετοιμασίας αυτής. Αναφορά έγινε από τον ΜΕ.2 στα ευρήματα του αναφορικά με το επίδικα ατύχημα, ως περιέχονται στην Έκθεση ημερ. 25.06.25 (βλ. Τεκμήριο 3) καθώς και ανάλυση - ταύτιση των ζημιών με τις συγκρούσεις που σημειωθήκαν, προς υποστήριξη των θέσεων του.
21. Κατά την αντεξέταση, υποδείχθηκε στον ΜΕ.2 η πρώτη έκθεση που ετοίμασε στα πλαίσια του επίδικου ατυχήματος (εφ’εξής «η πρώτης έκθεση»), την οποία αναγνώρισε και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9. Ο ΜΕ.2 εξήγησε πώς ετοιμάστηκε η πρώτη του έκθεση σε συνάρτηση με την Έκθεση ημερ. 25.06.25 (βλ. Τεκμήριο 3) που ετοιμάστηκε για σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας και ότι για την πρώτη έκθεση δεν είχε τη θέση του πρόσθετου Εναγόμενου, αναφορικά με το επίδικο ατύχημα, ως του δόθηκε από λειτουργό της ασφαλιστικής εταιρείας του και πως ο ίδιος, με τη θέση του πρόσθετου Εναγόμενου, κατάλαβε ότι η αρχική του άποψη, ως καταγράφεται στην πρώτη του έκθεση, ήταν λανθασμένη. Προς τούτο διαφώνησε ότι έκρυψε την αρχική του θέση καθώς στον ίδιο δεν έκανε διαφορά ποιος θα αποζημίωνε για το επίδικο ατύχημα. Ο ΜΕ.2 εξήγησε και τη θέση του με αναφορά στο φωτογραφικό υλικό του επίδικου ατυχήματος. Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι το μαύρισμα στο καθρεφτάκι του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου δημιουργήθηκε από τη λαστιχένια χειρολαβή της μοτοσυκλέτας.
22. Η Δήλωση Μάρτυρα του Πρόσθετου Μάρτυρα ημερ. 26.09.25, η οποία επιβεβαιώνεται από «Δήλωση Αληθείας», κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ, ο οποίος δήλωσε ότι στις 13.11.23 και περί τις 13:50 οδηγούσε νόμιμα και κανονικά το όχημα του. Ειδικότερα, ότι κινείτο με ευθεία πορεία επί της επίδικης λεωφόρου με ανατολική κατεύθυνση όπου διατηρούσε καθ’όλους τους ουσιώδης χρόνους την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ήταν προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας και η ταχύτητα του δεν ήταν μεγαλύτερη από «40ΧΑΩ» λόγω της πυκνής και αυξημένης κίνησης. Σύμφωνα με τον πρόσθετο Εναγόμενο, κατά τον ίδιο χρόνο, στην αριστερή λωρίδα της επίδικης λεωφόρου οδηγείτο το όχημα της Ενάγουσας, το οποίο ουσιαστικά ακολουθούσε την ίδια πορεία με τον ίδιο πλην του ότι βρισκόταν σε διαφορετική λωρίδα κυκλοφορίας. Πίσω από το όχημα της Ενάγουσας, στο μέσο της αριστερής λωρίδας, κινείτο η μοτοσυκλέτα με ευθεία πορεία και ανατολική κατεύθυνση.
23. Ο πρόσθετος Εναγόμενος, αναφορικά με το επίδικο δυστύχημα, ισχυρίζεται ότι ενώ τα προαναφερόμενα οχήματα κινούνταν, ξαφνικά η μοτοσυκλέτα προσέκρουσε στο πίσω μέρος του προπορευόμενου οχήματος της Ενάγουσας. Προς τούτο, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας έχασε τον έλεγχο αυτής με αποτέλεσμα να εκτραπεί η μοτοσυκλέτα και να κινηθεί στην λωρίδα του και να συγκρουστεί στο πλάι του οχήματος του. Συγκριμένα, τρίφτηκε στην αριστερή πλευρά του οχήματος του προκαλώντας ζημιές κυρίως στην αριστερή πόρτα του συνοδηγού και στην αριστερή πίσω πόρτα του οχήματος του. Ο πρόσθετος Εναγόμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν αδύνατο να προβλέψει τη σύγκρουση καθώς και να την αποφύγει, αφού η μοτοσυκλέτα εισήλθε παράνομα εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία βρισκόταν νόμιμα και συγκρούστηκε στο πλάι του οχήματος του.
24. Αναφορά γίνεται επίσης από τον πρόσθετο Εναγόμενο και στα γεγονότα μετά το επίδικο ατύχημα, ήτοι ότι κάλεσε τον αρμόδιο λειτουργό της ασφαλιστικής του εταιρείας, ότι λήφθηκαν στη σκηνή δέσμη φωτογραφιών με τα εμπλεκόμενα οχήματα και ότι δήλωσε στον οδικό λειτουργό της οδικής βοήθειας «RescueLine Auto Services Ltd» τα γεγονότα σχετικά με το επίδικο ατύχημα. Προς τούτο δέσμη φωτοαντίγραφων που απεικονίζουν τα εμπλεκόμενα οχήματα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 και έντυπο της «RescueLine Auto Services Ltd» ημερ. 13.11.23 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11. Τέλος, ο πρόσθετος Εναγόμενος δήλωσε ότι, αναφορικά με το επίδικο ατύχημα και τις συνθήκες πρόκλησης του, δεν επικοινώνησε με κανένα λειτουργό της Εναγόμενης, ούτε επικοινώνησε μαζί του ο ΜΕ.2, ενώ διαφωνεί με τις θέσεις των μαρτύρων της Εναγόμενης.
25. Για τον πρόσθετο Εναγόμενο κατέθεσε ο ΜΥ.1 και η Δήλωση Μάρτυρα του ημερ. 26.09.25, η οποία επιβεβαιώνεται με «Δήλωση Αληθείας», κατατέθηκε ως Έγγραφο Δ. Ο ΜΥ.1 δήλωσε ότι εργοδοτείται στην ασφαλιστική εταιρεία [ ] από τον Νοέμβριο του 2022 μέχρι σήμερα και κύρια ενασχόληση του είναι η διερεύνηση τροχαίων συγκρούσεων με στόχο την τεκμηριωμένη αποτύπωση των συνθηκών κάθε συμβάντος. Προς τούτο, εξήγησε τα κύρια καθήκοντα του και ανέφερε ότι, παρά την πιο πάνω εργοδότηση του, ασκεί τα καθήκοντα του αντικειμενικά και αμερόληπτα, με κύριο μέλημα την αντικειμενική παρουσίαση των δεδομένων κάθε δυστυχήματος, ώστε να καθοδηγείται ο εργοδότης του ως προς τυχόν ευθύνη ασφαλισμένων του αλλά και με άλλα ζητήματα για τα οποία η προαναφερθείσα ασφαλιστική εταιρεία θα πρέπει να έχει αντικειμενική θέση προς αξιολόγηση. Αναφορά έγινε από τον ΜΥ.1 στην επαγγελματική του σταδιοδρομία και τα ακαδημαϊκά του προσόντα και προς τούτο δέσμη των σχετικών πιστοποιητικών και πτυχίου του ΜΥ.1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12.
26. Ο ΜΥ.1 προέβη σε αναφορά στη μαρτυρία που του παρασχέθηκε σε σχέση με το επίδικο ατύχημα καθώς και ότι περιήλθαν στην κατοχή του οι δύο εκθέσεις του ΜΕ.2. Περαιτέρω, προβαίνει σε σχολιασμό του γεγονότος ότι ετοιμάστηκαν δυο εκθέσεις, καθώς και του περιεχομένου και των μεταξύ τους αντιφάσεων, εξηγώντας τη δική του θέση σε αντιδιαστολή προς εκείνη του ΜΕ.2 ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Κατά τη δική του εκτίμηση και από ενδελεχή μελέτη του μαρτυρικού υλικού, προκύπτει ότι ο μοτοσικλετιστής ενώ οδηγούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας πίσω από το όχημα της Ενάγουσας, στην προσπάθεια του να περάσει διαμέσου των προπορευόμενων οχημάτων προσέκρουσε στο πίσω δεξιό μέρος του εν λόγω οχήματος. Βεβαίως, ο ΜΥ.1 σχολιάζει την αντίφαση πως ο μοτοσικλετιστής θα μπορούσε να προσπεράσει αφού όπως ο ίδιος δήλωσε άρχισε να μειώνει την ταχύτητα του. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 ισχυρίζεται ότι από τα χτυπήματα των εμπλεκόμενων οχημάτων, φαίνεται ότι υπήρξε σύγκρουση με το όχημα της Ενάγουσας και μετέπειτα με το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου.
27. Σύμφωνα με τον ΜΥ.1 είναι κοινώς αποδεχτό ότι η μοτοσυκλέτα, με το μπροστινό της μέρος (τιμόνι), χτύπησε στο πίσω αριστερό πλαϊνό μέρος του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου. Από την επαφή αυτή προκλήθηκε στρέβλωση στο μεταλλικό μέρος της πόρτας, ως φαίνεται στις φωτογραφίες, ενώ το χτύπημα στη πόρτα και η προκληθείσα σε αυτή ζημιά αυταπόδεικτα αποδεικνύει ότι δεν θα μπορούσε το τιμόνι της μοτοσυκλέτας, λόγω της μεταλλικής προεξοχής, να προκαλέσει το μαύρισμα στο καθρεφτάκι του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου. Συνεπώς, η επιστημονική του θέση αναφορικά με το πως επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα είναι ότι η μοτοσυκλέτα χτύπησε στο όχημα της Ενάγουσας (πρώτη επαφή), το οποίο προπορευόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και στη συνέχεια της πρώτης αυτής σύγκρουσης η μοτοσυκλέτα έχασε τον έλεγχο και χτύπησε το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου, το οποίο κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με την ίδια κατεύθυνση.
28. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ.1 επιβεβαίωσε ότι εργοδότης του είναι η ασφαλιστική εταιρεία του πρόσθετου Εναγόμενου, προσθέτοντας όμως ότι αμείβεται για να ερευνάει την αλήθεια και να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και όχι προς απαλλαγή του πρόσθετου Εναγόμενου. Ο ΜΥ.1 ανέφερε ότι δεν επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου ατυχήματος και από που άντλησε τη γνώση του αναφορικά με τα γεγονότα, διευκρινίζοντας προς τούτο τον λόγο γιατί δεν ετοίμασε δική του έκθεση. Περαιτέρω σχολιασμός έγινε από τον ΜΥ.1 αναφορικά με το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν προέβη σε επιτόπια επιθεώρηση των υλικών ζημιών του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου προκειμένου να εξακριβώσει ότι υπήρχε ζημιά στο αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου και πως αν το έπραττε θα μπορούσε να παρουσιάσει εμπεριστατωμένη τεχνική ανάλυση των ζημιών, συμπεριλαμβανομένου οποιασδήποτε ζημιάς στον αριστερό καθρέφτη, προς τεκμηρίωση της θέσης της.
29. Ο ΜΥ.1, με αναφορά στο φωτογραφικό υλικό εντός της Έκθεσης ημερ. 25.06.25 (βλ. Τεκμήριο 3), ανέφερε ότι στις άκριες του τιμονιού υπάρχει μεταλλικό βαρίδιο που προεξέχει της μαύρης πλαστικής χειρολαβής και προς τούτο σχολίασε πως δυνατό το σιδερένιο αυτό βαρίδιο να χτύπησε τον αριστερό καθρέφτη του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου και να μην προκάλεσε καμία ζημιά ή τουλάχιστον να την διπλώσει προς τα μέσα σε συνάρτηση με τη ζημιά που προκάλεσε με το στρέβλωμα στις αριστερές μεταλλικές πόρτες του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου. Ο ΜΥ.1 εξήγησε πως προέβη στα συμπεράσματα του μελετώντας το φωτογραφικό υλικό και διενεργώντας εμπεριστατωμένη μελέτη, κατά την οποία σημείωσε λάθη και παραλείψεις. Περαιτέρω εξήγησε τη θέση του γιατί θεωρεί ότι αυξάνεται η ταχύτητα με την προσπέραση καθώς και ότι αν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας μείωνε ταχύτητα αυτό σήμαινε ότι η προηγούμενη του ταχύτητα ήταν πιο αυξημένη από τα προπορευόμενα οχήματα. Ο ΜΥ.1 προέβη και σε περαιτέρω σχολιασμό του φωτογραφικού υλικού εντός της Έκθεσης του ΜΕ.2 ημερ. 25.06.25 (βλ. Τεκμήριο 3).
30. Αναφορικά με την περόνη της μοτοσυκλέτας, ο ΜΥ.1 ανάφερε ότι η μοτοσυκλέτα είχε σπασμένο μπροστινό φτερό αλλά δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν χτυπήθηκε η περόνη ενώ ανέφερε ότι πιθανόν το μαύρισμα στην περόνη της μοτοσυκλέτας να είναι το ίδιο με το μαύρισμα του οχήματος της Ενάγουσας. Εξήγησε επιπλέον τη θέση του αναφορικά με το γεγονός ότι το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου βρέθηκε ακινητοποιημένο μερικά μετρά από το όχημα της Ενάγουσας και της μοτοσυκλέτας, χωρίς αυτό να αποτελεί τεκμηρίωση ως προς την ταχύτητα του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου.
Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα
31. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας των μερών τα πιο κάτω προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου:
(1) Η Εναγόμενη είναι ασφαλιστική εταιρεία με αριθμό εγγραφής [ ] και με εγγεγραμμένο γραφείο στη διεύθυνση [ ] (βλ. Τεκμήριο 1).
(2) Η Εναγόμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στην μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής [ ] , η οποία ήταν ιδιοκτησίας της εταιρείας [ ]. Η μοτοσυκλέτα χρησιμοποιείτο ως μοτοσυκλέτα διανομής φαγητού και κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο από τον «Μ.Ζ» (βλ. Τεκμήριο 4).
(3) Το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου με αρ. εγγραφής [ ], κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ασφαλισμένο στη ασφαλιστική εταιρεία [ ] και οδηγείτο από τον πρόσθετο Εναγόμενο.
(4) Στις 13.11.23 και περί ώρα 13:40 επεσυνέβη τροχαίο ατύχημα στην επίδικη λεωφόρο με εμπλεκόμενα οχήματα το όχημα της Ενάγουσας με αρ. εγγραφής [ ], τη μοτοσυκλέτα και το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου.
(5) Ο δρόμος της επίδικης λεωφόρου είναι σε πολύ καλή κατάσταση, πλατύς και με επαρκή σηματοδότηση (βλ. Τεκμήριο 9). Η επίδικη λεωφόρος στο σημείο του επίδικου ατυχήματος είναι λεωφόρος δύο λωρίδων κυκλοφορίας, που χωρίζονται από διακεκομμένη άσπρη γραμμή, με τα οχήματα να κατευθύνονται ανατολικά και οι οποίες λωρίδες γίνονται τρείς για τα οχήματα που προτίθενται να στρίψουν δεξιά στην διασταύρωση φώτων τροχαίας με την οδό Αγίας Φυλάξεως (βλ. Τεκμήρια 3 και 9). Περαιτέρω, το όριο της επίδικης λεωφόρου είναι «50ΧΑΩ» και την ημέρα του επίδικου ατυχήματος o δρόμος ήταν στεγνός, η τροχαία κίνηση ήταν πολύ πυκνή και υπήρχε πολύ καλή ορατότητα για όλους του εμπλεκόμενους οδηγούς, μεγαλύτερη από 80 μετρά, καθώς ήταν μεσημέρι και ο καιρός ήταν ηλιόλουστος σε ευθύ δρόμο (βλ. Τεκμήρια 3 και 9).
(6) Κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου ατυχήματος η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα της στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της επίδικης λεωφόρου με ανατολική κατεύθυνση ενώ ο πρόσθετος Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της επίδικης λεωφόρου επίσης με ανατολική κατεύθυνση (βλ. Τεκμήριο 2 και Έγγραφο Γ).
(7) Για το επίδικο ατύχημα δεν έγινε καταγγελία στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 4) αλλά συμπληρώθηκαν έγγραφα «Φιλική Δήλωση Τροχαίου Ατυχήματος» με αρ. 101569 και 101570 (βλ. Τεκμήριο 5) ενώ επιπλέον η εταιρεία [ ] συμπλήρωσε και υπέγραψε «Δήλωση Τροχαίου Ατυχήματος – Motor Accident Statement of Facts» της Εναγόμενης ημερ. 24.11.23 (βλ. Τεκμήριο 4).
(8) Σύμφωνα με την έκθεση του εκτιμητή ζημιών κ. «Ν.Π.» ημερ. 16.12.23, το όχημα της Ενάγουσας υπέστη ελαφριά ζημιά στο πίσω δεξί μέρος αυτού ύψους €550 (βλ. Τεκμήριο 7).
(9) Η μοτοσυκλέτα χτύπησε το πίσω δεξί μέρος και δεξιά πίσω πόρτα του οχήματος της Ενάγουσας καθώς και την αριστέρη πόρτα του συνοδηγού και την αριστερή πίσω πόρτα του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου (βλ. φωτογραφίες σελ. 5- 7, 14 – 19, 30 και 31 του Τεκμήριου 3 και φωτογραφίες σελ. 5 του Τεκμηρίου 9).
Αξιολόγηση της μαρτυρίας
32. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα πάντοτε εντός του αυστηρού πλαισίου των δικογραφημένων ισχυρισμών των μερών που καθορίζουν τα επίδικα θέματα προς εξέταση από το Δικαστήριο (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24 και Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826).
33. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου πάντα έχοντας υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες και παραμέτρους που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα, ως άλλωστε έχει καθιερωθεί από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως η λογικοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, η ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους, η ύπαρξη ή η απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, η υποστήριξη της μαρτυρίας τους από την έγγραφη μαρτυρία καθώς και η αντικειμενική υφή, υπόσταση και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 Α.Α.Δ. 2192, Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, ημερ. 19/04/2018). Η απουσία δια ζώσης μαρτυρίας από την ΜΕ.1 και τον πρόσθετο Εναγόμενο ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μεταβάλλει τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, ως προς την αξιολόγηση και αποδοχή της μαρτυρίας τους, ούτε δικαιολογεί απόκλιση από αυτές. Άλλωστε και στο πλαίσιο της συνήθους ακροαματικής διαδικασίας, η αξιολόγηση ενός μάρτυρα δεν περιορίζεται και δεν εξαντλείται στην εντύπωση που αφήνει στο ειδώλιο αλλά γίνεται σε συνάρτηση και συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2012, ημερ. 19.4.2018).
34. Επιπρόσθετα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Εφ. 328/11, ημερ. 31.5.17, ECLI:CY:AD:2017:A202). Επιπλέον, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454, Φάρμα Ρένος Χ"Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331 και ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 158/2013, ημερ. 26.10.22). Περαιτέρω, φωτογραφίες της σκηνής ή των οχημάτων ή των ζημιών, μπορούν να κατατεθούν και να αποτελέσουν πραγματική μαρτυρία για την κατάδειξη ζημιών σε οχήματα μετά από τροχαίο ατύχημα, (βλ. Conway ν. Ηλία (2003) 1 Α.Α.Δ. 540 και Το Δίκαιο της Απόδειξης των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, σελ. 337) και ως σημείο αναφοράς πραγματογνώμονα που δεν επισκέφθηκε τη σκηνή ατυχήματος για σκοπούς γνωμάτευσης (βλ. Αντρέας Αυξεντίου Λτδ κ.α. ν. Αυγουστή (1997) 1 Α.Α.Δ. 1485 και Το Δίκαιο της Απόδειξης των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, σελ. 338). Επιπρόσθετα, η πραγματική μαρτυρία δυνατόν να χρησιμοποιείται για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την αξιολόγηση διιστάμενων εκδοχών (βλ. Ιωαννίδου ν. Γιαννή (1990) 1 Α.Α.Δ. 213 και Σαββίδου ν. Μάγου, Πολιτική Έφεση Αρ. 298/17 ημερ. 05.06.25).
35. Όσο αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πραγματογνώμονα στην απόφαση Evangelou & another ν. Ambizas and another (1982) 1 C.L.R. 41 αναφέρθηκε ότι εμπειρογνώμονες προμηθεύουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να αξιολογηθεί η ορθότητα των συμπερασμάτων τους. Βασική αρχή είναι ότι «experts give evidence and do not decide the issue» (Phipson on Evidence 12. έκδοση σελ. 486). Ως εκ τούτου, οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ Anastassiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 298 και Cybarco Ltd ν. Silvias Kovascik (2001) 1 Α.Α.Δ. 2013). Ως προς τις αρχές που διέπει το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αυτές έχουν αναλυθεί στην υπόθεση Αντρέα Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 162/14. ημερ. 02.05.17.
36. Περαιτέρω, σχετικά με την μη αποδοχή μαρτυρίας πραγματογνώμονα στην υπόθεση MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES LTD κ.α. ν. ALSAKO ALUMINIUM LTD κ.α, (2009) 1 Α.Α.Δ 1481 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Είναι σαφώς νομολογημένο ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. (βλ. μεταξύ άλλων Cross on Evidence 5η έκδοση, σελ. 446, Phipson on Evidence 11η έκδοση σελ. 510, παραγρ. 1286, Kouppis v. Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Anastassiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Khadar v. Republic (1977) 2 C.L.R. 132 και Vasilico Cement Works Ltd. v. Stavrou (1976) 1 C.L.R. 389). Το Δικαστήριο δικαιούται να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα, νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη (βλ.R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87).»
37. Όσο αφορά τη μαρτυρία της ΜΕ.1, η νομική σύμβουλος στο Τμήμα Απαιτήσεων της Εναγόμενης δεν έχει πρωτογενή γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα προκειμένου να υποβοηθήσει το Δικαστήριο να καταφθάσει σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Αντίθετα, η μαρτυρία της στηρίζεται στα όσα αναφέρθηκαν από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας στην Εναγόμενη και υιοθέτηση της θέσης του ΜΕ.2, αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Σε σχέση με την μαρτυρία της ΜΕ.1, σχετικά με τα όσα λέχθηκαν από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας στην Εναγόμενη, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι αυτή αποτελεί εξ’ακοής μαρτυρία, την οποία το Δικαστήριο αξιολογεί με βάση τις καθιερωμένες αρχές, ως επιτάσσει το Άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Ειδικότερα, στην ΑLI ABDULLAH HAZZAZ ASSAD v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2016, ημερ. 6/12/2017, τονίσθηκε ότι:
«Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27(2) του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία(Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού (2009) 1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.(2010) 1 Α.Α.Δ. 1002).»
38. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας όμως δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Η απουσία του αυτή, χωρίς να εξηγείται ο λόγος δια το οποίο ο εν λόγω μάρτυρας δεν κατέθεσε,[2] στέρησε από το Δικαστήριο την δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των ισχυρισμών που τέθηκαν από τους μάρτυρες της Εναγόμενης, σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Η παρουσίαση γραπτού σημειώματος και σχεδιαγράμματος υπογεγραμμένου από τον ίδιο (βλ. σελ. 27 του Τεκμηρίου 3), φρονώ δεν είναι αρκετή προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών των μαρτύρων της Εναγόμενης (βλ. τα όσα λέχθηκαν σχετικά στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τάσου Γεωργίου (2006) 2 Α.Α.Δ. 217 αναφορικά με παρουσιασθείσες καταθέσεις χωρίς ζώσα μαρτυρία). Εξάλλου παρατηρείται ότι οι ισχυρισμοί στη γραπτή του σημείωση δεν συνάδουν με το σχεδιάγραμμα που υπέγραψε ο ίδιος. Ειδικότερα, στη γραπτή του σημείωση αναφέρει ότι οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του πίσω από το όχημα της Ενάγουσας, η οποία ως τα άνωθεν ευρήματα του Δικαστηρίου ήταν στην αριστερή λωρίδα, ενώ στο σχεδιάγραμμα παρουσιάζεται η μοτοσυκλέτα στην δεξιά λωρίδα ενώ αναφέρεται επιπλέον σε τρίτο κτύπημα χωρίς να εξηγεί με ποιο όχημα έγινε το τρίτο χτύπημα και ούτε να απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα του η τελική θέση των οχημάτων σε συνάρτηση με το σχεδιάγραμμα της τελικής θέσης των εμπλεκόμενων οχημάτων, ως προσκομίστηκε από την ασφαλιστική εταιρεία της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 6).
39. Λαμβάνω υπόψη πολύ προσεκτικά τα ως άνω διαλαμβανόμενα εις το Άρθρο 27 του Κεφ. 9 και την νομολογία επί τούτου και ότι δεν έχει αναφερθεί από την ΜΕ.1 κατά πόσο η ίδια μίλησε με τον οδηγό της μοτοσυκλέτας αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος ενώ η μαρτυρία της ότι ο «Μ.Ζ» οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα στο «κέντρο της λωρίδας και πολύ κοντά στην διαχωριστική άσπρη γραμμή» όταν δέχθηκε χτύπημα στο τιμόνι της μοτοσυκλέτας από το αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου συμβαδίζει με το σχεδιάγραμμα του «Μ.Ζ.» πλην του ότι αντίστοιχη αναφορά δεν γίνεται στην γραπτή σημείωση του ιδίου. Πρόσθετα, θεωρώ ότι υπάρχει και το σχετικό κίνητρο παραποίησης των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Συνεπώς, η εξ΄ακοής μαρτυρία αυτή της ΜΕ.1 σχετικά με τα όσα ανέφερε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας στην Εναγόμενη αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος απορρίπτεται.
40. Η λοιπή της μαρτυρία ως προς το πώς ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δέχθηκε το χτύπημα από τον πρόσθετο Εναγόμενο απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη και δικές της εικασίες. Εξάλλου δεν εξηγεί πως καταφθάνει σε τέτοια κατάληξη αναφορικά με την αλληλουχία των χτυπημάτων μεταξύ των εμπλεκόμενων οχημάτων ενώ η μαρτυρία της αυτή συγκρούεται με την Δήλωση Μάρτυρα της Ενάγουσας ημερ. 21.07.25 (βλ. Τεκμήριο 2), η οποία Ενάγουσα ανάφερε ότι ενώ οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας επί της επίδικης λεωφόρου σε κάποιο σημείο του δρόμου ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα και αντιλήφθηκε ότι η μοτοσυκλέτα συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του οχήματος της ενώ αμέσως μετά την πρώτη σύγκρουση παρατήρησε τη μοτοσυκλέτα να κινείται δεξιότερα και άκουσε να συγκρούεται με τρίτο όχημα στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ακολούθως η μοτοσυκλέτα συγκρούστηκε για δεύτερη φορά με την πίσω πόρτα της δεξιάς πλευράς του οδηγού του οχήματος της. Η μαρτυρία αυτή της Ενάγουσας, η οποία έχει ήδη αποζημιωθεί και δεν έχει συμφέρον στην έκβαση της παρούσας απαίτησης, δεν αμφισβητήθηκε. Μάλιστα οι πρώτες δύο συγκρούσεις επιβεβαιώνονται από τον πρόσθετο Εναγόμενο. Συνεπώς, επί τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία της Ενάγουσας αναφορικά με τη σειρά χτυπημάτων των εμπλεκόμενων οχημάτων και τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και γίνονται τα ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αναφορικά με την μαρτυρία του ΜΕ.2 την οποία η ΜΕ.1 παραθέτει στη δική της μαρτυρία, αναφορά θα γίνει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ.2.
41. Όσο αφορά τη μαρτυρία του ΜΕ.2, κατ’αρχας αποδέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας διαθέτει την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη προκειμένου να καταθέσει ως πραγματογνώμονας αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, λαμβάνοντας υπόψη τα ακαδημαϊκά του προσόντα (βλ. Τεκμήριο 3), την επαγγελματική του σταδιοδρομία, καθώς και το ότι, ως ο ίδιος ανέφερε, είναι ειδικός στην εξέταση και διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων. Η εμπειρογνωμοσύνη του εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε. Στην παρούσα περίπτωση, ως αναφέρω ανωτέρω, ελλείπει η μαρτυρία του οδηγού της μοτοσυκλέτας, ο οποίος, πέραν της Ενάγουσας και του πρόσθετου Εναγομένου που κατέθεσαν ενόρκως, ήταν το πρόσωπο με άμεση γνώση των επίδικων γεγονότων και θα μπορούσε τόσο να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς αυτά όσο και να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του ΜΕ.2 αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος.
42. Η ετοιμασία, εκ μέρους του ΜΕ.2, δύο εκθέσεων (βλ. Τεκμήρια 3 και 9) αναφορικά με το επίδικο ατύχημα, παρά του ότι η έκθεση ημερ. 25.06.25 (βλ. Τεκμήριο 3) είναι σαφώς πιο εμπεριστατωμένη από την πρώτη του έκθεση (βλ. Τεκμήριο 9), έπληξε την αξιοπιστία της μαρτυρίας του, καθώς, ενώ από αμφότερες εκθέσεις προκύπτει ότι είχε στη διάθεση του τις συνθήκες και περιβάλλον της επίδικης λεωφόρου κατά τον ουσιώδη χρόνο, τις θέσεις των οδηγών των εμπλεκόμενων οχημάτων, το φωτογραφικό υλικό των ζημιών των εμπλεκόμενων οχημάτων και την τελική τους θέση, εντούτοις κατέληξε σε διαφορετικά συμπεράσματα. Αποδέχομαι, ωστόσο τη μαρτυρία του ως προς τις ζημιές που υπέστη η μοτοσυκλέτα, ήτοι στρέβλωση της αριστερής μπροστινής περόνης προς τα πίσω και μαύρισμα επί αυτής[3] από την επαφή με το όχημα της Ενάγουσας, γδαρσίματα στο πλαστικό κάλυμμα της δεξιάς πλευράς από τριβή στο οδόστρωμα, αποκοπή του αριστερού καθρέφτη και σπάσιμο του κιβωτίου μεταφοράς προϊόντων. Οι ζημιές αυτές όχι μόνο δεν αμφισβητηθήκαν αλλά επιβεβαιώνονται και από το προσκομισθέν φωτογραφικό υλικό (βλ. σελ. 8 – 10, 20 – 25 και 29 του Τεκμηρίου 3 και σελ. 4 Τεκμηρίου 9). Αποδέχομαι περαιτέρω την αναντίλεκτη μαρτυρία του ME.2 ότι οι ζημιές στο δεξί πίσω μέρος του οχήματος της Ενάγουσας και συγκεκριμένα στον προφυλακτήρα, ταυτίζονται με το μαύρισμα στην μπροστινή αριστερή περόνη της μοτοσυκλέτας καθώς και ότι η ζημιά στη δεξιά πίσω πόρτα προκλήθηκε από το τρίψιμο με το κιβώτιο μεταφοράς προϊόντων της μοτοσυκλέτας (βλ. σελ. 31 του Τεκμηρίου 3). Αποδέχομαι επιπλέον τη θέση του, ως προβάλλεται στα συμπεράσματα του (βλ. σελ. 33 του Τεκμηρίου 3), ότι η μοτοσικλέτα βρέθηκε εγκλωβισμένη ανάμεσα στα δύο οχήματα και τελικώς ανετράπη στο οδόστρωμα αφού το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου προχώρησε προς τα εμπρός. Η πιο πάνω θέση του δεν αμφισβητήθηκε, επιβεβαιώνεται από το σχεδιάγραμμα της τελικής θέσης των εμπλεκόμενων οχημάτων, ως προσκομίστηκε από την ασφαλιστική εταιρεία της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 6) ενώ δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία από την πλευρά του πρόσθετου Εναγόμενου που να εξηγεί όλες τις ζημιές των εμπλεκόμενων οχημάτων. Συνεπώς, επί των πιο πάνω, γίνονται τα αντίστοιχα ευρήματα του Δικαστηρίου.
43. Δεν αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία του ΜΕ.2 ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και εξηγώ. Καταρχάς, στην έκθεση του ημερ. 25.06.25 (βλ. σελ 28 του Τεκμηρίου 3) αναφέρει ότι, σε τηλεφωνική επικοινωνία του με την Ενάγουσα, εκείνη του δήλωσε ότι οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας όταν η μοτοσυκλέτα, η οποία την ακολουθούσε, χτύπησε πρώτα στο πισινό δεξί μέρος του οχήματος της, ακολούθως χτύπησε στο όχημα που ήταν στη δεξιά λωρίδα και στη συνέχεια εκ νέου στο πίσω μέρος του οχήματος της. Περαιτέρω, όταν ενημερώθηκε για τον ισχυρισμό του μοτοσικλετιστή, η Ενάγουσα ανέφερε ότι αυτός «μάλλον παρακολουθούσε το GPS». Τα ίδια ουσιωδώς αναγράφονται και στην πρώτη έκθεση του ΜΕ.2 (βλ. σελ. 7 του Τεκμηρίου 9), όπου καταγράφεται ότι η Ενάγουσα είδε μέσω του καθρέπτη της τη μοτοσυκλέτα να την ακολουθεί και να χτυπά πρώτα με το όχημα της και ακολούθως το «Nissan», χωρίς η ίδια να προσέξει που ήταν το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου, ενώ πρόσθεσε ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας «μάλλον παρακολουθούσε το GPS του και για αυτό αποσπάστηκε η προσοχή του».
44. Παρόμοια εκδοχή έδωσε και ο πρόσθετος Εναγόμενος στην ένορκη μαρτυρία του (βλ. Έγγραφο Γ), ήτοι ότι η μοτοσυκλέτα κινείτο πίσω από το όχημα της Ενάγουσας στην αριστερή λωρίδα της επίδικης λεωφόρου, προσέκρουσε στο πίσω μέρος αυτού και ακολούθως εκτράπηκε προς τη δεξιά λωρίδα, όπου συγκρούστηκε στο πλάι του οχήματος του. Την πιο πάνω μαρτυρία είχε υπόψη του και ο ΜΕ.2, ως προκύπτει από το περιεχόμενο των εκθέσεων του (βλ. σελ. 28 του Τεκμηρίου 3 και σελ. 7 του Τεκμηρίου 9). Εντούτοις, παρά του ότι είχε υπόψη του τις θέσεις των δύο εκ των τριών εμπλεκόμενων οδηγών και ενώ η δήλωση του οδηγού της μοτοσυκλέτας παρουσίαζε αντιφάσεις και ελλείψεις, ως αναφέρω ανωτέρω, υιοθέτησε εν τέλει τη θέση του οδηγού της μοτοσυκλέτας ενώ στη δεύτερη του έκθεση (βλ. Τεκμήριο 3) δεν παραθέτει όσα κατ’ισχυρισμό του ανέφερε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, ως αυτά καταγράφονται στη πρώτη του έκθεση (βλ. σελίδα 6 του Τεκμηρίου 9). Στην πιο πάνω κατάληξη (βλ. σελ. 32 – 34 του Τεκμηρίου 3) κατέφθασε ο ΜΕ.2 μόνον στη δεύτερη του έκθεση, γεγονός οξύμωρο, εστιάζοντας υπέρμετρα στην εκδοχή του πρόσθετου Εναγομένου, ως προς τη θέση της μοτοσυκλέτας σε σχέση με τις ζημιές, ήτοι ότι αυτή χτύπησε πίσω από το όχημα της Ενάγουσας ενώ οι ζημιές σημειώθηκαν στο δεξί πίσω μέρος του οχήματος της Ενάγουσας, χωρίς να συνεκτιμήσει επαρκώς τη συνολική εικόνα και στηριζόμενος ουσιαστικά στο μαύρισμα στον αριστερό καθρέφτη του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου. Προς τούτο παρατήρησα τις σχετικές φωτογραφίες (βλ. σελ. 14 - 16 και 30 του Τεκμηρίου 3 και σελ. 5 και 8 του Τεκμηρίου 9), οι οποίες απεικονίζουν τον αριστερό καθρέφτη του οχήματος του πρόσθετου Εναγομένου και διαπιστώνω ότι το μαύρισμα αχνοφαίνεται. Δεν δύναμαι όμως να καταλήξω με βεβαιότητα ότι η ζημιά αυτή προέκυψε από το προσπέρασμα της μοτοσυκλέτας, καθώς αντίστοιχη ζημιά δεν υποδείχθηκε στο δεξί χέρι του τιμονιού της μοτοσυκλέτας και συγκεκριμένα στη λαστιχένια χειρολαβή. Ούτε εξηγήθηκε γιατί τέτοια ζημιά δεν θα ήταν εμφανής στη λαστιχένια χειρολαβή. Ούτε παρουσιάστηκε οποιαδήποτε τεχνική ανάλυση ως προς το σημείο επαφής μεταξύ του αριστερού καθρέφτη του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου και της δεξιάς λαστιχένιας χειρολαβής της μοτοσυκλέτας. Επιπλέον, δημιουργούνται ερωτήματα κατά πόσο, εάν πράγματι το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου προσπερνούσε με μεγαλύτερη ταχύτητα από τη μοτοσυκλέτα, ποια ήταν η ταχύτητα τους λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η κίνηση στην επίδικη λεωφόρο ήταν πυκνή και κατά πόσο η ζημιά στον αριστερό καθρέφτη θα ήταν μεγαλύτερη ή ο καθρέφτης θα είχε διπλωθεί, ως εισηγήθηκε ο ΜΥ.1 στη δική του μαρτυρία. Περαιτέρω, η πλευρά της Εναγόμενης, εφόσον η ζημιά αυτή αμφισβητήθηκε, δεν προέβη σε σχετική έρευνα προς επιβεβαίωση ότι αυτή δεν προϋπήρχε του επίδικου ατυχήματος.
45. Ο ισχυρισμός του ΜΕ.2, ως περιέχεται στην σελίδα 7 της πρώτης του έκθεσης (βλ. Τεκμήριο 9), περί μεγαλύτερης ταχύτητας του οχήματος του πρόσθετου Εναγόμενου σε σχέση με τα άλλα εμπλεκόμενα οχήματα, γεγονός που συνεπώς ελευθέρωσε το χώρο δίδοντας την ευκαιρία στη μοτοσυκλέτα να κινηθεί διαγώνια δεξιότερα, πίσω από το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου, να ανατραπεί και να συρθεί, ως η τελική τους θέση (βλ. Τεκμήριο 6), δεν τεκμηριώνεται επαρκώς προκειμένου το Δικαστήριο να εξάγει οποιοδήποτε συμπέρασμα. Ούτε ο ΜΕ.2 εξήγησε ποια είναι η τεχνική αξιολόγηση στην οποία προέβη για να καταφθάσει στο συμπέρασμα (βλ. σελ. 34 του Τεκμηρίου 3) ότι το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου κινείτο με μεγαλύτερη ταχύτητα σε σχέση με τα άλλα εμπλεκόμενα οχήματα και πως η φύση των ζημιών των εμπλεκόμενων οχημάτων ενισχύει αυτή του τη θέση, χωρίς να δύνανται να εξαχθούν και άλλα συμπεράσματα για αυτές τις ζημιές. Περαιτέρω, παρότι αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ.2 ότι η μοτοσυκλέτα βρέθηκε εγκλωβισμένη ανάμεσα στα δύο οχήματα και τελικώς ανετράπη στο οδόστρωμα, αφού το όχημα του πρόσθετου Εναγομένου προχώρησε προς τα εμπρός, δεν αποδέχομαι το περαιτέρω συμπέρασμά του (βλ. σελ. 33 του Τεκμηρίου 9) ότι η σειρά και η θέση των ζημιών σε όλα τα εμπλεκόμενα οχήματα συνάδει πλήρως με το πιο πάνω σενάριο, καθότι τούτο δεν προκύπτει από τις δηλώσεις των εμπλεκομένων οδηγών, ενώ ο ίδιος δεν εξηγεί επαρκώς πώς κατέφθασε σε τέτοιο συμπέρασμα, ως προς τα χτυπήματα των εμπλεκόμενων οχημάτων και τη μεταξύ τους αλληλουχία, απορρίπτοντας κατ’επέκταση τις λοιπές εκδοχές που προβληθήκαν. Συνεπώς, η μαρτυρία του ME.2 δεν παρέχει ασφαλές έρεισμα για εξαγωγή ευρημάτων ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος.
46. Η μαρτυρία του πρόσθετου Εναγόμενου, ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, ήτοι ότι, ενώ κινείτο στη δεξιά λωρίδα της επίδικης λεωφόρου και κατά τον ίδιο χρόνο στην αριστερή λωρίδα της επίδικης λεωφόρου οδηγείτο το όχημα της Ενάγουσας, ενώ πίσω από το όχημα της Ενάγουσας, στο μέσο της αριστερής λωρίδας, κινείτο η μοτοσυκλέτα, η οποία ξαφνικά προσέκρουσε στο πίσω μέρος του προπορευόμενου οχήματος της Ενάγουσας, με αποτέλεσμα ο οδηγός αυτής να απωλέσει τον έλεγχο και να εκτραπεί η μοτοσυκλέτα της πορείας της και να κινηθεί στην λωρίδα του και να συγκρουστεί στο πλάι του οχήματος του, όπου τρίφτηκε στην αριστερή πλευρά του οχήματος του προκαλώντας ζημιές κυρίως στην αριστερή πόρτα του συνοδηγού και στην πίσω πόρτα αριστερά του οχήματος του, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά η σειρά των χτυπημάτων επιβεβαιώνεται από τις δηλώσεις της Ενάγουσας, ως καταγράφονται στις εκθέσεις του ΜΕ.2 (βλ. Τεκμήρια 3 και 9) και τη Δήλωση Μάρτυρα της Ενάγουσας ημερ. 21.07.25 (βλ. Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis (1986) 1 C.L.R. 89, Adidas v. Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R. 383 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd. v. Nικολαϊδη (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1057), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Στην παρούσα περίπτωση, ο πρόσθετος Εναγόμενος, ως ένας εκ των εμπλεκόμενων οδηγών, δεν αντεξετάστηκε επί της πιο πάνω ουσιώδης εκδοχής του αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος αλλά ούτε επί της θέσης του ότι η ταχύτητα του δεν υπερέβαινε τα «40ΧΑΩ» λόγω της πυκνής και αυξημένης κίνησης, παρόλο που η Εναγόμενη προβάλλει τη θέση ότι αυτός προσπερνούσε τη μοτοσυκλέτα. Περαιτέρω, η εκδοχή του, καταγράφεται και στο έντυπο της «RescueLine Auto Services Ltd» ημερ. 13.11.23 (βλ. Τεκμήριο 11), το οποίο συμπληρώθηκε αμέσως μετά το ατύχημα και υπογράφτηκε από την Ενάγουσα και τον πρόσθετο Εναγόμενο, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο πρόσθετος Εναγόμενος παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου ατυχήματος. Το γεγονός ότι ο πρόσθετος Εναγόμενος δήλωσε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η μοτοσυκλέτα κινείτο στο μέσο της αριστερής λωρίδας και ξαφνικά προσέκρουσε στο πίσω μέρος του προπορευόμενου οχήματος της Ενάγουσας ενώ η ζημιά σημειώθηκε στο πίσω δεξί μέρος του οχήματος της Ενάγουσας και συγκεκριμένα στον προφυλακτήρα, δεν πλήττει, κατά την κρίση μου, την αξιοπιστία της εκδοχής του, καθότι η περιγραφή του αφορά τη γενική θέση της μοτοσυκλέτας αμέσως πριν τη σύγκρουσή και δεν αποκλείει τη στιγμιαία μετατόπιση της πριν την πρόσκρουση. Συνεπώς, αποδέχομαι τη πιο πάνω μαρτυρία του πρόσθετου Εναγόμενου αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος ως αξιόπιστη και γίνονται τα ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Σημειώνεται, βεβαίως, ότι ο πρόσθετος Εναγόμενος δεν εξήγησε το χτύπημα στη δεξιά πίσω πόρτα του οχήματος της Ενάγουσας. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν πλήττει ουσιωδώς την αξιοπιστία της εκδοχής του αναφορικά με τα διαδραματισθέντα και ούτε αναμένεται από αυτόν να γνωρίζει κάθε επιμέρους χτύπημα που προκλήθηκε στο όχημα της Ενάγουσας.
47. Αποδέχομαι επιπλέον την αναντίλεκτη μαρτυρία του πρόσθετου Εναγόμενου ότι δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει τη σύγκρουση με τη μοτοσυκλέτα, η οποία εισήλθε αιφνιδίως εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας όπου βρισκόταν νόμιμα και συγκρούστηκε στο πλάι του οχήματος του. Συνεπώς γίνεται το ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου.
48. Όσον αφορά τον ΜΥ.1, αποδέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας διαθέτει την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη προκειμένου να καταθέσει ως πραγματογνώμονας αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, λαμβάνοντας υπόψη τα πιστοποιητικά και το πτυχίο του (βλ. Τεκμήριο 12) και τα καθήκοντα του στην ασφαλιστική εταιρεία του πρόσθετου Εναγόμενου. Άλλωστε η εμπειρογνωμοσύνη του ΜΥ.1 επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Εντούτοις η μαρτυρία του ΜΥ.1 δεν υποβοήθησε ουσιωδώς το Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Αρχικώς, περιορίστηκε κυρίως στην αντίκρουση της μαρτυρίας του ΜΕ.2. Περαιτέρω, δεν ετοίμασε σχετική έκθεση αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και πιο σημαντικά δεν ανέπτυξε τη μεθοδολογία και τον τεχνικό συλλογισμό βάσει των οποίων κατέληξε στα συμπεράσματα του. Επιπλέον, δεν αναφέρθηκε σε όλες τις συγκρούσεις και ζημιές των εμπλεκόμενων οχημάτων προς τεκμηρίωση της θέσης του. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΥ.1, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, είναι περιορισμένης αποδεικτικής αξίας.
Ευρήματα Δικαστηρίου
49. Αφού έλαβα υπόψη μου την αποδεκτή έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα περαιτέρω ευρήματα που αφορούν την υπόθεση:
Κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου ατυχήματος η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα της στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της επίδικης λεωφόρου με ανατολική κατεύθυνση ενώ ο πρόσθετος Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της επίδικης λεωφόρου επίσης με ανατολική κατεύθυνση με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα «40ΧΑΩ». Πίσω από το όχημα της Ενάγουσας, στο μέσο της αριστερής λωρίδας, κινείτο η μοτοσυκλέτα. Ξαφνικά η μοτοσυκλέτα προσέκρουσε στο πίσω μέρος του προπορευόμενου οχήματος της Ενάγουσας και συγκεκριμένα στον προφυλακτήρα του οχήματος της Ενάγουσας («πρώτη σύγκρουση»). Ακολούθως, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας απώλεσε τον έλεγχο αυτής, με αποτέλεσμα να εκτραπεί η μοτοσυκλέτα και να κινηθεί προς τη δεξιά λωρίδα της επίδικης λεωφόρου και να συγκρουστεί στο πλάι του οχήματος του πρόσθετου Εναγομένου, όπου τρίφτηκε στην αριστερή πλευρά αυτού προκαλώντας ζημιές κυρίως στην αριστερή πόρτα του συνοδηγού και στην πίσω αριστερή πόρτα του οχήματος του πρόσθετου Εναγομένου («δεύτερη σύγκρουση»). Η μοτοσυκλέτα, η οποία βρέθηκε εγκλωβισμένη ανάμεσα στα δύο οχήματα, συγκρούστηκε ακολούθως εκ νέου με την πίσω δεξιά πόρτα του οχήματος της Ενάγουσας («τρίτη σύγκρουση») και τελικώς ανετράπη στο οδόστρωμα, αφού το όχημα του πρόσθετου Εναγόμενου προχώρησε προς τα εμπρός.
Από τις πιο πάνω συγκρούσεις η μοτοσυκλέτα υπέστη ζημιές, ήτοι στρέβλωση της αριστερής μπροστινής περόνης προς τα πίσω και μαύρισμα επί αυτής από την επαφή με τον προφυλακτήρα στο πίσω μέρος του οχήματος της Ενάγουσας, γδαρσίματα στο πλαστικό κάλυμμα της δεξιάς πλευράς της μοτοσυκλέτας από τριβή στο οδόστρωμα, αποκοπή του αριστερού καθρέφτη αυτής και σπάσιμο του κιβωτίου μεταφοράς προϊόντων. Το κιβώτιο μεταφοράς προϊόντων της μοτοσυκλέτας τρίφτηκε στην δεξιά πίσω πόρτα της Ενάγουσας προκαλώντας ζημιά σε αυτήν.
Βάρος Απόδειξης
50. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις, το βάρος απόδειξης ή το γενικό βάρος όπως κάποτε περιγράφεται (burden/onus of proof) το έχει κατά κανόνα ο ενάγοντας και το επίπεδο απόδειξης (standard of proof) το οποίο θα πρέπει να αποσείσει είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities), δηλαδή να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1295) Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων Η. Kωνσταντινίδης Λτδ (2011) 1 Α.Α.Δ. 462). Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not) (βλ. Μαρσέλ κ.α ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858).
51. Περαιτέρω, στην υπόθεση ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΕΡΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΏΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 141/19, ημερ. 19.05.25 με αναφορά στην αρχή ως καθιερώθηκε στην Henderson v. Henry E, Jenkings & Sons [1969] 3 All E.R. 756, αναφέρθηκε ότι το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο Ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επιδίκου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.
Νομική Πτυχή
52. Η παρούσα αγωγή αφορά τυχόν αμέλεια του οδηγού της μοτοσυκλέτας και του πρόσθετου Εναγόμενου που οδήγησε στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Προς τούτο σχετικό είναι το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (εφ’εξής «το Κεφ. 148») που διαλαμβάνει ότι:
«51. Αμέλεια συvίσταται-
(α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή
(β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής:
Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.»
53. Σε αγωγές που αφορούν το αστικό αδίκημα της αμέλειας, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εκάστοτε Ενάγοντα (βλ. Σοφοκλέους ν. Καλογήρου (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 369). Περαιτέρω, πέραν της απόδειξης της αμέλειας, ο εκάστοτε Ενάγοντας πρέπει να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αμέλειας και της προκληθείσας ζημιάς (βλ. Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά (2003) 1(Α) Α.Α.Δ. 447).
54. Σχετικά με το θέμα της ευθύνης πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η αμέλεια είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Patsalides v. Yiapani (1969) 1 CLR 84 και Panayiotou v. Mavrou (1970) 1 CLR 215). Όσο αφορά την αμελή οδήγηση, αμέλεια συνίσταται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο, οι οποίοι κατά λογική πρόβλεψη δύνανται να επηρεαστούν από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Σωκράτους ν Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 1). Προς τούτο, το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό και οφείλεται σε κάθε τρίτο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Συκοπετρίτης ν Χριστοδούλου (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 218).
55. Το μέτρο κρίσης της οδικής συμπεριφοράς είναι αυτό του του μέσου συνετού οδηγού ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Βίκης ν Νεοφύτου (1990) 1 Α.Α.Δ. 345, το σχετικό απόσπασμα της οποίας παραθέτω πιο κάτω:
«Όπως διαφαίνεται από τις αποφάσεις στις οποίες έχει αναφερθεί ο δικηγόρος του εφεσείοντα και, γενικότερα, από τις αρχές που διέπουν τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δημόσιο δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη.»
56. Περαιτέρω, στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 475, λέχθηκε ότι:
«.η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς, θα υπενθυμίζαμε πως, γενικά, εφόσο η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια.»
57. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. McGill, Πολιτική Έφεση αρ. 38/2015, ημερ. 18.12.19, ECLI:CY:AD:2019:A527, επιβεβαιώθηκε ότι το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται και επιδεικνύεται σε κάθε πρόσωπο που, κατά λογική πρόβλεψη, δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις ενός οδηγού. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, με μέτρο τον μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό και η πρόβλεψη για τη δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 378). Μάλιστα αναφορά έγινε στην υπόθεση ΜΑΡΚΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2012, 27/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:A310, απόσπασμα της οποίας παραθέτω αυτούσιο:
«Ως προς το ζήτημα της κατανομής της ευθύνης είναι γνωστό ότι η αμέλεια, νομική έννοια, στην πράξη εξαντλείται στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική και εμπειρία. Η αμέλεια δεν είναι μετρήσιμη με απόλυτους αριθμητικούς υπολογισμούς, αλλά είναι ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Όπως έχει λεχθεί, μεταξύ πολλών άλλων αποφάσεων, στην Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη (2007) 1 Α.Α.Δ. 1178, ο οδηγός με γνώμονα το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα συνετό οδηγό. Η επιμέλεια και η επίδειξη της δέουσας προσοχής κατά την οδήγηση εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Και όπως ο οδηγός έχει υποχρέωση να ελέγχει και να οδηγεί κατά συνετό τρόπο το όχημα του, έτσι και ο άλλος οδηγός ή πεζός, κατά περίπτωση, υπέχει συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνει μέτρα προς αυτοπροστασία του με την επίδειξη ανάλογης επιμέλειας. Όπως έχει λεχθεί στη Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif (2012) 1 Α.Α.Δ. 28, η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας. Δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποσείσει εκ προοιμίου το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας που φέρει ο εναγόμενος.
Η κατανομή ευθύνης σύμφωνα επίσης με νομολογία, κρίνεται στη βάση της υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας των εμπλεκομένων με αναφορά στο τελικό αποτέλεσμα. Η συμβολή εκάστου στην πρόκληση της ζημιάς συναρτάται με τη λογική πρόβλεψη των συνεπειών που ενδεχομένως να προκύψουν όταν υπάρχει απόκλιση από το καθήκον επιμέλειας που αναλογεί σε κάθε ένα από τα μέρη.»
58. Περαιτέρω, σύμφωνα με την νομολογία, κάθε οδηγός έχει καθήκον να ασκεί δέουσα παρατηρητικότητα (proper lookout) σε κάθε στιγμή και προς οιαδήποτε κατεύθυνση. (βλ Κωνσταντίνου ν. Κατσούρης (1975) 1 Α.Α.Δ. 188). Ως προς το θέμα της επιμελούς οδήγησης σε συνάρτηση με τη λήψη προληπτικών μέτρων, χρήσιμη ανασκόπηση της νομολογίας γίνεται στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Παπαπαύλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 11/19 ημερ. 11.04.25, η οποία προβαίνει σε αναφορά στην υπόθεση Παύλου ν. Παπακυπριανού (2000) 1 Α.Α.Δ. 974, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Σε σχέση με την πρώτη υποχρέωση έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών (Βλ. Varnakides v. Police (1969) 2 C.L.R. 1, Νικολαΐδης κ.α. ν. Κλεοβούλου (1992) 1 Α.Α.Δ. 422, 428, Κυριάκου κ.α. ν. Κανάρη, Πολιτική ΄Εφεση 8907/5.11.97).
Σε σχέση με τον οδηγό οχήματος που οδηγεί κατά μήκος κύριου δρόμου, έχει νομολογηθεί ότι, δεν χρειάζεται, εκτός αν υπάρχουν συνθήκες τέτοιες που να προδιαθέτουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να προβλέψει ότι άλλος οδηγός θα μπεί από πάροδο στον κύριο δρόμο, χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει (Βλ. Varnakides v. Papamichael and Another (1970) 1 C.L.R. 367 και Χατζηγιάννη ν. Κουμάση κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 150, 154). Δεν έχει καθήκον να λάβει εξαιρετικές προφυλάξεις εκτός εάν είχε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή ένδειξη ότι άλλος οδηγός που χρησιμοποιεί το δρόμο θα εισέρχετο στον κύριο δρόμο από πάροδο χωρίς να σταματήσει στη συμβολή των δύο δρόμων και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει (Βλ. Τουλουπή ν. Λαμπασκή, Πολιτική ΄Εφεση 9605/23.9.97, Σοφοκλέους ν. Χαριλάου, Πολιτική ΄Εφεση 9761/22.9.98).»
59. Τέλος, το ζήτημα της αμέλειας, αποφασίζεται υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ασχέτως εάν η μαρτυρία δόθηκε από τον Ενάγοντα ή τον Εναγόμενο (βλ. Fabrey a.ο. v. Demetriou, as administratrix of the estate of the deceased Angelos Demetriou (1976) 1 C.L.R. 1).
Συμπεράσματα Δικαστηρίου
60. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η Εναγόμενη απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό την πρόσθετη Απαίτηση της εναντίον του πρόσθετου Εναγόμενου.
61. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα, η αμελής οδική συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσυκλέτας και συγκεκριμένα η ξαφνική σύγκρουση της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε στο δεξί πίσω μέρος του οχήματος της Ενάγουσας και συγκεκριμένα στον προφυλακτήρα, συνιστά, κατά την κρίση μου, την γενεσιουργό αιτία του επίδικου ατυχήματος, αφού η πρώτη αυτή σύγκρουση οδήγησε στις επακόλουθες συγκρούσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων οχημάτων και δικαιολογεί κατ’επέκταση την απόδοση αποκλειστικής και πλήρους ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος σε αυτόν.
62. Περαιτέρω, κατά την κρίση μου, δεν μπορεί να αποδοθεί ευθύνη στον πρόσθετο Εναγόμενο λόγω παράλειψης του να λάβει μέτρα προφύλαξης έναντι του ενδεχόμενου ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας θα εισερχόταν αιφνιδίως και χωρίς καμία προειδοποίηση στην δεξιά λωρίδα, κατά το χρόνο που αυτός κινείτο νόμιμα σε αυτήν. Συνεπώς, η Εναγόμενη, απέτυχε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ο πρόσθετος Εναγόμενος ευθύνεται για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος.
Κατάληξη
63. Για λόγους, ως εκτέθηκαν ανωτέρω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό, την πρόσθετη Απαίτηση της εναντίον του πρόσθετου Εναγομένου και συνεπώς η πρόσθετή Απαίτηση εναντίον του πρόσθετου Εναγόμενου απορρίπτεται.
Τα έξοδα
64. Όσο αφορά τα έξοδα ο γενικός κανόνας, με βάση τον Κ.39.2 των Κ.Π.Δ. 2023, είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα τού επιτυχόντα διαδίκου. Συνεπώς τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του πρόσθετου Εναγόμενου και εναντίον της Εναγόμενης.
65. Αποτελεί επιπλέον γενικό κανόνα ότι το Δικαστήριο προβαίνει σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων κατά την ολοκλήρωση οποιασδήποτε ακρόασης η οποία διήρκησε συνολικά όχι πέραν των 6 ωρών και σε τέτοια περίπτωση η διαταγή θα καλύπτει τα έξοδα της αίτησης ή του θέματος με τα οποία σχετιζόταν η ακρόαση (βλ. Κ. 39.7 των Κ.Π.Δ. 2023). Προς τούτο αποτελεί καθήκον των διαδίκων και των δικηγόρων τους να βοηθούν το Δικαστήριο στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων σε κάθε υπόθεση στην οποία εφαρμόζεται ο Κ.39.7 υποβάλλοντας προς τούτο κατάλογο εξόδων των αξιούμενων ποσών δύο μέρες πριν την τελική ακρόαση (βλ. Κ. 39.9. (1) των Κ.Π.Δ. 2023). Στην προκειμένη περίπτωση, αμφότερες πλευρές έχουν καταχωρήσει στον ηλεκτρονικό φάκελο της παρούσας απαίτησης τον κατάλογο εξόδων τους.
66. Το Δικαστήριο έχει προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων της πρόσθετης Απαίτησης λαμβάνοντας υπόψη τον κατάλογο εξόδων του πρόσθετου Εναγόμενου και τα όσα καταγράφονται στο Παράρτημα Β των Κ.Π.Δ. 2023. Συνεπώς, επιδικάζονται εναντίον της Εναγόμενης και υπέρ του πρόσθετου Εναγόμενου έξοδα ύψους €3.714 πλέον Φ.Π.Α. πλέον πραγματικά έξοδα ύψους €54,50.
(Υπ.)……………………...
Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Subject: Civil/Other Actions /Final
(Αναφορά: Πολιτική – ατύχημα - ευθύνη).
[1] Βλ. σχετικά Κ.34.5 (1) των Κ.Π.Δ. 2023.
[2] Τα όσα αναφέρονται επί τούτου στην Γραπτή Αγόρευση της Εναγόμενης ημερ. 08.01.26 για τον λόγο που ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν κατέθεσε δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη καθώς η γραπτή αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας (βλ. El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1255).
[3] Από το φωτογραφικό υλικό προκύπτει ζημιά στην αριστερή μπροστινή περόνη της μοτοσυκλέτας, περιλαμβανομένου μαυρίσματος επί αυτής ενώ δεν προσκομίστηκε φωτογραφικό υλικό για τη δεξιά περόνη προκειμένου το Δικαστήριο να δύναται να καταλήξει με την ίδια βεβαιότητα στην ύπαρξη αντίστοιχης ζημιάς και επί αυτής.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο