ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. ν. G & L IOANNOU SERVICES LTD κ.α., Αρ. Aγωγής: 466/21, 20/4/2026
print
Τίτλος:
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. ν. G & L IOANNOU SERVICES LTD κ.α., Αρ. Aγωγής: 466/21, 20/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

Αρ. Aγωγής: 466/21

Μεταξύ:

1.      ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

2.      ΑΛΕΞΙΑ ΠΑΠΑΛΑΖΑΡΟΥ  

 

Ενάγοντες

και

 

 

1.    G & L IOANNOU SERVICES LTD

2.    N. TH. RECITAL THEAMA & POLITISMOS LTD

3.    ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ ΖΗΝΩΝΟΣ

 

Εναγόμενοι

--------------------

 

Αίτηση ημερομηνίας 26.01.2026

 

Ημερομηνία:  20/04/2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για  Εναγόμενη 1/Αιτήτρια: κα. Κ. Θεοχαρίδου για Θεοχαρίδου Κ. Καλυψώ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Ενάγοντες 1 και 2/Καθ’ων η Αίτηση: κ. Σ. Μελινιώτης για Andreas L. Neocleous Chambers LLC

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

1.    Στην παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες, με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερ. 19.03.21., αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση ότι η συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ αυτών και τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 για την πραγματοποίηση και/ή διοργάνωση της εκδήλωσης του γάμου τους στο Κτήμα Event Di, στο χωριό Καπηλειό, της επαρχίας Λεμεσού, κατά την 31.05.2020, ακυρώθηκε και/ή ματαιώθηκε λόγω ανωτέρας βίας και/ή συνέπεια της πανδημίας του κορονοϊού και των συναφών περιοριστικών μέτρων που επέβαλλε η κυπριακή κυβέρνηση. Περαιτέρω, αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση ότι τα ποσά προκαταβολής  που καταβλήθηκαν από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους πρέπει να τους επιστραφούν, καθώς οι Εναγόμενοι δεν προσέφεραν τελικώς τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες για την εκδήλωση του γάμου τους, λόγω της ακύρωσης και/ή ματαίωσης αυτού συνέπεια της πανδημίας του κορονοϊού και των συνεπακόλουθων περιοριστικών μέτρων που επιβληθήκαν. Οι Ενάγοντες αξιώνουν επίσης από την Εναγόμενη 1 το ποσό των 2.000, το οποίο η Εναγόμενη 1 παρανόμως κατακρατεί δια συμπεριφοράς που συνιστά αθέμιτο πλουτισμό και το οποίο αντιστοιχεί στην προκαταβολή που κατέβαλαν οι Ενάγοντες προς αυτήν για υπηρεσίες διοργάνωσης και/ή εκδήλωσης του γάμου τους. Τέλος, οι Ενάγοντες αξιώνουν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή αμέλεια και/ή αθέμιτο πλουτισμό. 

 

Η επίδικη αίτηση

 

2.    Με την παρούσα αίτηση ημερ. 26.01.26 (εφ’εξής «η επίδικη αίτηση»), η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια επιδιώκει την αντεξέταση των Εναγόντων 1 και 2 σε σχέση με τις έγγραφες δηλώσεις αυτών. Ειδικότερα αξιώνεται αντεξέταση του Ενάγοντα 1 αναφορικά με τις παραγράφους  2 – 4, 6, 11, 13, 16 και 21 της Έγγραφης Μαρτυρίας του ημερ. 18.07.25, όπου γίνεται αναφορά ότι επιθυμείται η αντεξέταση, μεταξύ άλλων, ισχυρισμών που παρατίθενται στις προαναφερθείσες παραγράφους, καθώς και αντεξέταση της Ενάγουσας 2 αναφορικά με τις παραγράφους 3 και 4 της Έγγραφης Μαρτυρίας της ημερ. 18.07.25.

 

3.    Η νομική βάση της επίδικης αίτησης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.38 θ. 1 και 2, Δ.39 θ. 1 και 2, Δ.48 θ. 1 - 4 και 7 - 9, Δ.55, Δ.59 και Δ.64, στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 10.12.1948 και ειδικότερα στα άρθρα 7, 8 και 10, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στα άρθρα 1Α, 28 30, 33, 35, 169 και 179, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ειδικότερα στα άρθρα 6 και 13, στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα στο άρθρο 47, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60 και ειδικότερα στα άρθρα 2, 21, 29 – 33, 42, 44 και 47, στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 και ειδικότερα στα άρθρα 2, 3, 25, 26, 28, 29, 33 και 34, επί των αρχών του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, τη νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων, επί των  γενικών αρχών του νόμου και των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης καθώς και επί της διακριτικής ευχέρειας, εγγενούς και συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. 

 

4.    Η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της «Δ.Α» ημερ. 21.01.26 (εφ’εξης «η Ε/Δ Δ.Α»), η οποία είναι το υπεύθυνο άτομο της επιχείρησης με την επωνυμία «EVENT DI» καθώς και το άτομο με το οποίο οι Ενάγοντες επικοινωνούσαν. Η ομνύουσα αναφέρει ότι είναι σε θέση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης καθώς έχει γνώση των επίδικων γεγονότων λόγω της προσωπικής της εμπλοκής καθώς και από διάφορα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της.

 

5.    Θέση της ομνύουσας είναι ότι είναι σημαντικό να δοθεί δια ζώσης μαρτυρία από έκαστο δηλούντα καθώς προβαίνουν σε ισχυρισμούς που χρήζουν άμεσης διευκρίνησης και/ή περαιτέρω εξέτασης και/ή απάντησης μεταξύ άλλων, ως τα αιτητικά της επίδικης αίτησης. Η ομνυούσα προς τούτο ισχυρίζεται ότι είναι προς το συμφέρον της παρούσας διαδικασίας η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, καθώς θα δοθεί η ευκαιρία να αποκρυσταλλωθούν και να αποσαφηνιστούν κάποιοι ισχυρισμοί που περικλείονται στην γραπτή δήλωση των Εναγόντων και έχουν να κάνουν με την κατ’ισχυρισμό σύναψη συμφωνίας με την Εναγόμενη 1, την πληρωμή προκαταβολής σε αυτήν, τον άδικο και αδικαιολόγητο πλουτισμό της Εναγόμενης 1, την εκπροσώπηση της Εναγόμενης 1 από την ίδια, τις κατ’ισχυρισμό παραστάσεις για το καθεστώς της επωνυμίας, το λόγο ακύρωσης της δεξίωσης και κάθε τι συναφές με τα πιο πάνω. Συνεπώς, για σκοπούς της ακρόασης και της απόσεισης του βάρους απόδειξης, στο βαθμό που βαραίνει τους Ενάγοντες, των ισχυρισμών τους, η ομνύουσα υποβάλλει ότι, υπό τις περιστάσεις, είναι αναγκαία η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

6.    Η ομνύουσα επίσης προβάλλει τη θέση ότι παρά του ότι η παρούσα αγωγή εκδικάζεται ως υπόθεση «ταχείας εκδίκασης», αυτό δεν συνεπάγεται τον περιορισμό ή την ακύρωση του δικαιώματος της δικαίας δίκης. Προς τούτο, δηλώνει ότι η αντεξέταση αποτελεί απόρροια του δικαιώματος της δίκαιης δίκης και αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων και με αυτήν θα κριθεί η αξιοπιστία και η φιλαλήθεια των μαρτύρων οι οποίοι, ενώ επέλεξαν να κινήσουν μια αγωγή, οι ίδιοι είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού και καταχρώνται δικαστικές διαδικασίες και προκαλούν έξοδα υποθέτοντας πως αυτοί δεν θα χρειαστούν να ταλαιπωρηθούν δικονομικά ή οικονομικά λόγω απόστασης. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, γεγονός που συνάδει με την αρχή της φυσικής και αποτελεσματικής δικαιοσύνης, καθώς και το δικαίωμα προβολής των ισχυρισμών αμφότερων μερών.   

 

7.    Ως εκ τούτου, η ομνύουσα θεωρεί πως πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και την νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς και ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και την ορθή και καλύτερη απονομή της να αντεξεταστεί έκαστος δηλών, αφού ίσως προκύψει καλύτερη κατανόηση σε ζητήματα.

 

Ένσταση των Εναγόντων 1 και 2/Καθ’ων η Αίτηση 

 

8.    Η επίδικη αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ’ων η Αίτηση ημερ. 16.03.26  (εφ’εξής «η ένσταση των Καθ’ων η Αίτηση»). Η ένσταση των Καθ’ων η Αίτηση υποστηρίζεται από 20 λόγους ένστασης που δύναται να συνοψισθούν ως εξής: (1) η νομική βάση της επίδικης αίτησης είναι καταφανώς λανθασμένη και/ή ελλιπής και/ή δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση καθώς και ότι η επίδικη αίτηση είναι παράτυπη, ανυπόστατη και δεν είναι το ορθό ένδικο διάβημα και/ή δεν αναφέρεται σε αυτήν οιονδήποτε νομικό έρεισμα και/ή στερείται νομικής βάσης (λόγοι ένστασης 1 και 2), (2) η επίδικη αίτηση δεν βρίσκει έρεισμα στους διαδικαστικούς κανονισμούς και τη δικαστηριακή πρακτική καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της νομολογίας για να νομιμοποιείται η κατ’εξαίρεση αντεξέταση των Εναγόντων σε «ταχείας εκδίκασης» υπόθεση (λόγος ένστασης 3), (3) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση είναι παράτυπη καθότι έχει υπογραφεί και ορκισθεί σε προγενέστερο χρόνο καταχώρισης της επίδικης αίτησης (λόγος ένστασης 4), (4) δεν καθορίζεται με σαφήνεια και/ή επαρκώς και/ή καθόλου τα σημεία στα οποία επιθυμείται η αντεξέταση των γραπτών μαρτυριών των Καθ’ων η Αίτηση (λόγος ένστασης 5), (5) ουδεμία εξαιρετική και/ή ειδική περίσταση και/ή ουδείς καλός λόγος στοιχειοθετείται που να καθιστούν αναγκαία την αντεξέταση των Καθ’ων η Αίτηση και η επίδικη αίτηση δεν εξειδικεύει οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί το αίτημα αντεξέτασης (λόγοι ένστασης 6 και 7), (6) το περιεχόμενο των γραπτών μαρτυριών των Καθ’ων η Αίτηση είναι τέτοιο ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα, χωρίς να καθίσταται ανάγκη αντεξέτασης τους ενώ ο δικαστηριακός φάκελος περιέχει τα αναγκαία ζητήματα και καμιά αναγκαιότητα αντεξέτασης των Καθ’ων η Αίτηση, επί της γραπτής μαρτυρίας τους, προκύπτει (λόγοι ένστασης 8 και 9), (7) η δικογραφημένη θέση της Αιτήτριας είναι τέτοια που δεν τίθεται ζήτημα αντεξέτασης των Καθ’ων η Αίτηση  επί της έγγραφης μαρτυρίας τους και με δεδομένη τη δικογραφημένη θέση της Αιτήτριας η επίδικη αίτηση είναι καταχρηστική, αχρείαστη, υπερβολική και δεν σκοπεί στην αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων αλλά προς σκοπό δημιουργίας εντυπώσεων και με μοναδικό λόγο να πληγεί η αξιοπιστία των Καθ’ων η Αίτηση και να εκμαιευτεί περαιτέρω μαρτυρία πέραν των ήδη κατατεθειμένων γραπτών μαρτυριών  (λόγοι ένστασης 10, 12, 14, 15, 16 και 17), (8) με την επίδικη αίτηση επιχειρείται η αντεξέταση των Καθ’ων η Αίτηση επί όλης της έγγραφης μαρτυρίας τους εκτροχιάζοντας την πορεία εκδίκασης της υπόθεσης (λόγοι ένστασης 11 και 18), (9) η Αιτήτρια απάντησε στα ζητήματα που τεθήκαν στην έγγραφη μαρτυρία των Καθ’ων η Αίτηση με τη δική της έγγραφη μαρτυρία όπου έθεσε όλους τους ισχυρισμούς της και συνεπώς απεμπόλησε το δικαίωμα της για αντεξέταση των Καθ’ων η Αίτηση (λόγος ένστασης 13) και (10) η επίδικη αίτηση θα έχει ως αποτέλεσμα την αχρείαστη καθυστέρηση της διαδικασίας, θα περιπλέξει τα επίδικα ζητήματα, θα εκτροχιάσει τη διαδικασία από την θέσμια διεξαγωγή της και συνεπώς είναι πρόσφορο και δίκαιο όπως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκηθεί προς απόρριψη της επίδικης αίτησης (λόγοι ένστασης 19 και 20).

 

9.    Η νομική βάση της ένστασης των Καθ’ων η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.30 θ.6, 7 (α) – (ε), 9, 10, 11, Δ.39 θ.1, Δ.48 θ.1, 2, 4 (1), 8, 9 και Δ.64 θ. 1 (1) – (3), στη νομολογία καθώς και επί των γενικών αρχών του νόμου, των κανόνων της επιείκειας, της πρακτικής και της σύμφυτου εξουσίας των Δικαστηρίων.

 

10. Η ένσταση των Καθ’ων η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της «Μ.Κ» ημερ. 16.03.26 (εφ’εξης «η Ε/Δ Μ.Κ.»), η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Στην Ε/Δ Μ.Κ. εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους η ίδια προβαίνει στην ένορκη δήλωση αντί οι Καθ’ων η Αίτηση, καθώς επίσης δηλώνεται ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτούς προς τούτο και εκτίθενται οι πηγές της γνώσης της επί των επίδικων γεγονότων.

 

11. Θέση της είναι ότι οι Καθ’ων η Αίτηση, κατόπιν νομικής συμβουλής, δεν πιστεύουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης των Καθ’ων η Αίτηση επί της έγγραφης μαρτυρίας τους και προς τούτο αναλύει και εξηγεί τους τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους ένστασης αυτών. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει καλό και ικανοποιητικό ή  επαρκή λόγο που να δικαιολογεί τη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης των Καθ’ων η Αίτηση, εφόσον ούτε στοιχειοθετεί αλλά ούτε και τεκμηριώνει τη θέση της περί ανάγκης αντεξέτασης τους. Κατ’επέκταση ζητά την απόρριψη της επίδικης αίτησης με έξοδα υπέρ των Καθ’ων η Αίτηση.

 

Γραπτές Αγορεύσεις των μερών

 

12. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς προς υποστήριξη των θέσεων τους. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και τη Νομολογία στην οποία παρέπεμψαν το Δικαστήριο για σκοπούς υποστήριξης των θέσεων που εγείρουν.

 

13. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι, παρά τη ρητή πρόνοια της Δ.30 θ.7(ε) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ότι αποφάσεις επί αιτήσεων της παρούσας φύσεως εκδίδονται αυθημερόν, η παρούσα απόφαση επιφυλάχθηκε, λόγω των ζητημάτων που εγέρθηκαν στην ένσταση αναφορικά με την έγγραφη μαρτυρία της Αιτήτριας καθώς και της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην οποία παραπέμφθηκε το Δικαστήριο, τα οποία κρίθηκε αναγκαίο να μελετηθούν πριν την έκδοση της παρούσας απόφασηςΕν πάση περιπτώσει, ο σχετικός χρόνος παρατείνεται δυνάμει της Δ.57 θ.2[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Προς τούτο λήφθηκαν υπόψη οι σχετικές αρχές της νομολογίας σχετικά με την παράταση των προθεσμιών,[2] με κύριο γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε διάδικου, εφόσον η απόφαση επιφυλάχθηκε στις 07.04.26 (Μεγάλη Τρίτη) και εκδόθηκε με την επαναλειτουργία των Δικαστηρίων μετά τις διακοπές του Πάσχα.  

 

14. Aναφορικά με τις θέσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας, ως προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της, ότι η ανάγκη αντεξέτασης είναι πιο μεγάλη λόγω της ύπαρξης ανταπαίτησης καθώς και ότι η Ε/Δ Μ.Κ. δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη επειδή συντάχθηκε από συνήγορο η οποία εμφανίστηκε και χειρίστηκε την παρούσα υπόθεση, σημειώνεται ότι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν προβάλλονται στην επίδικη αίτηση ούτε στη μαρτυρία που την υποστηρίζει. Συνεπώς οι ισχυρισμοί αυτοί δεν  δύνανται να ληφθουν υπόψη, καθώς η γραπτή αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας (βλ. El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1255).

 

15. Εν πάση περιπτώσει, αναφορικά με την όμνυση ένορκης δήλωσης από συνήγορο, η νομολογία έχει παγίως αναγνωρίσει ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα συνήγορος αντί του ιδίου του διαδίκου, εκτός βέβαια και αν αυτό καθίσταται αναγκαίο, οπόταν και ο συνήγορος, εφόσον καταστεί μάρτυρας γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του πελάτη του (βλ. Νικολάου Γεώργιος ν. Total Properties Ltd κ.α. (2011) 1 Α.Α.Δ. 1358 και Ιnvestylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφιν Γαβριηλίδου (2013) 1 Α.Α.Δ. 1202). Προς τούτο διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Rybolovlev κ.α. ν. Rybolovleva κ.α. (2010) 1 (Α) Α.Α.Δ. 82, τα οποία θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί:

 

«Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd (1968) 1 C.L.R. 1, In re Efthymiou (1987) 1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1036).

 

Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. […]»

 

16. Στην παρούσα περίπτωση, η ομνύουσα όχι μόνο δηλώνει εξουσιοδοτημένη από τους Καθ’ων η Αίτηση να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης τους, αλλά επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους η ίδια προβαίνει σε τοιαύτη ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, ως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου,  μόλις η κα. «Μ.Κ.» κατέστη μάρτυρας γεγονότων με την καταχώριση της Ε/Δ Μ.Κ., έπαυσε να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, σε συμμόρφωση με τις πιο πάνω αρχές της νομολογίας.  

 

Νομική Πτυχή

 

17.  Αναφορικά με την εκδίκαση αγωγών «ταχείας εκδίκασης», η Δ.30 θ. 6[3] των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει ότι υποθέσεις με χρηματική διαφορά μέχρι €3.000 εκδικάζονται επί τη βάσει της έγγραφης μαρτυρίας, εκτός εάν το Δικαστήριο επιτρέψει την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας δυνάμει της Δ.30 θ.7. 

 

18.  Ως εκ τούτου, κατά την εκδίκαση υποθέσεων «ταχείας εκδίκασης», το Δικαστήριο διαθέτει διακριτική ευχέρεια, κατ'εξαίρεση και μόνο, δυνάμει της Δ.30 θ. 7, να εκδίδει διαταγή ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας στις περιπτώσεις που ρητώς προβλέπονται σε αυτήν. Ειδικότερα η Δ.30 θ.7 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«7. Το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει για τις υποθέσεις που καλύπτονται από την παρ. 6 ανωτέρω, κατ' εξαίρεση και μόνο, διαταγή ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από διάδικο ή μάρτυρα που ήδη κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του ή στην περίπτωση της υποπαραγράφου (γ) κατωτέρω ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από μάρτυρα που δεν κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του στις ακόλουθες περιπτώσεις:

 

(α) Όπου το Δικαστήριο κρίνει αυτεπαγγέλτως ότι επιβάλλεται η εξέταση ή αντεξέταση του διαδίκου ή του μάρτυρα.

(β) Όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική εξέταση ή αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα είτε του ιδίου, είτε του αντιδίκου του.

(γ) Όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα του ιδίου που ένεκα της ιδιότητας του ή του αντικειμένου της μαρτυρίας του δεν υπήρχε η δυνατότητα να κατονομαστεί ενωρίτερα ή να καταγραφεί η κατάθεση του.

(δ) Το αίτημα καταχωρείται γραπτώς στο Πρωτοκολλητείο με ειδοποίηση προς τους υπόλοιπους διαδίκους και ορίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για προφορική παράσταση σε χρόνο που το Δικαστήριο καθορίζει.

Στο αίτημα καθορίζεται απαραιτήτως το όνομα του διαδίκου ή μάρτυρα του οποίου η προφορική παρουσίαση απαιτείται, εκείνο το μέρος της μαρτυρίας επί της οποίας καθίσταται αναγκαία η προφορική εξέταση, ο λόγος και η αναγκαιότητα της προφορικής εξέτασης ή αντεξέτασης, καθώς και ο χρόνος που απαιτείται για την προφορική αυτή εξέταση.

(ε) Το Δικαστήριο αφού ακούσει τους διαδίκους, ασκεί αναλόγως τη διακριτική του ευχέρεια και εκδίδει αυθημερόν και με συνοπτική αιτιολογία διάταγμα προφορικής παρουσίασης του διαδίκου ή μάρτυρα για σκοπούς διευκρίνισης της μαρτυρίας του:

 

Νοείται ότι ο χρόνος που καθορίζεται για την εξέταση ή αντεξέταση κάθε διάδικου ή μάρτυρα δεν θα υπερβαίνει τα 30 λεπτά, αλλά το Δικαστήριο κατά τη διακριτική του ευχέρεια δύναται κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας να επεκτείνει ανάλογα το χρόνο» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου).

 

19.  Η κατ’εξαίρεση εφαρμογή της Δ.30 θ.7 επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία (βλ. Γιάγκου ν. Λάμπρου (Γιάγκου) Προσωπικώς και δια το ανήλικο τέκνο των Ο. Γιάγκου, Έφεση 15/19, ημερ. 28.07.20, Ρουσουνίδης ν. Παναγή Ρουσουνίδου Έφεση Αρ. 25/2019 και Α.Ο. ν. D.T.V. Έφεση 19/22 ημερ. 20.10.22). Στην προαναφερθείσα Έφεση 19/22, η οποία ήτο υπόθεση όπου εφαρμόζετο η Δ.30 θ.7, αναφέρθηκε ότι η αναφορά από το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Rana Wahed Ali (Αρ. 1) (2004) 1 Α.Α.Δ. 1660, όπου αναφέρεται ότι το ζήτημα διέπεται από την Δ.39 θ.1, δεν οδήγησε στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου σε λανθασμένα πλαίσια και ότι όταν την αντεξέταση αιτείται διάδικος οφείλει να καθορίσει το λόγο και την αναγκαιότητα αντεξέτασης. Προς τούτο παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

«Ο Εφεσείων φαινομενικά μόνο συγκεκριμενοποίησε τις πτυχές στις οποίες επιθυμούσε να αντεξετάσει την Εφεσίβλητη, αφού ουσιαστικά αναφέρθηκε σε όλες τις παραμέτρους της μαρτυρίας της.  Βάσισε δε το αίτημα του για αντεξέταση της «για να είναι σε θέση ο [Εφεσείων] να αμφισβητήσει τη βασιμότητα των ισχυρισμών της και το Δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη εικόνα και άποψη», «επιπλέον για διευκρίνηση των θεμάτων που η [Εφεσίβλητη] ισχυρίζεται στις πιο πάνω παραγράφους και για την υποβοήθηση του έργου του Δικαστηρίου».  Είναι ορθή η επισήμανση ότι η περίπτωση αφορούσε αίτηση όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο θα είχε να αποφασίσει επί της ουσίας, όμως το γεγονός δεν απάλλασσε τον Εφεσείοντα της υποχρέωσης να καθορίσει το λόγο και την αναγκαιότητα της αντεξέτασης.

 

Βρίσκουμε ότι και εδώ διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκήθηκε μέσα στα ορθά πλαίσια και εύλογα κατέληξε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης της Εφεσίβλητης.  Η αναφορά στην Rana (Αρ.1) δεν οδήγησε στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε λανθασμένα πλαίσια

20. Τέλος, ορθό να επισημανθεί ότι σκοπός της τροποποιηθείσας Δ.30 είναι η ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων, των οποίων η διαφορά δεν υπερβαίνει τις €3.000, με το χαμηλότερο δυνατό κόστος, χωρίς όμως τούτο να υπερφαλαγγίζει το καθήκον του Δικαστηρίου για ακριβοδίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. Εξάλλου γι’αυτό παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιτρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, την παρουσίαση και προφορικής μαρτυρίας.

 

Νομική βάση της επίδικης αίτησης

 

21.    Προτού εξετασθεί κατά πόσο η επίδικη αίτηση πληροί τις προϋποθέσεις για έγκριση αυτής, κρίνεται σκόπιμο όπως εξετασθεί ο λόγος ένστασης αναφορικά με την ελλιπή νομική βάση και ειδικότερα ότι στη νομική βάση της επίδικης αίτησης δεν περιλαμβάνεται η Δ.30. θ.7 που διέπει το ζήτημα αντεξέτασης στις περιπτώσεις αγωγών που εκδικάζονται ως «ταχείας εκδίκασης», όπως η υπό κρίση αγωγή.  

 

22.    Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς και να αναφέρει τη φύση του αιτήματος και το συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή τον συγκεκριμένο θεσμό στον οποίο στηρίζεται. Η χρήση της λέξης «shall» στο αντίστοιχο Αγγλικό κείμενο αναμφίβολα καταδεικνύει ότι πρόκειται για επιτακτική πρόνοια η οποία επιβάλλει υποχρέωση και όχι δικαίωμα επιλογής συμμόρφωσης με αυτή (βλ. σχετικά Φαλέκκος v. Χριστοφίδη (2013) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2534).

 

23.    Η Δ.48 θ.1 απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965, όπου υιοθετήθηκαν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Kouppas and another v. Vassiliades (1981) 1 J.S.C. 120 και η αρχή ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις «ο καθορισμός του νομικού υπόβαθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου». Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου (1999) 1 Α.Α.Δ. 366 όπου, με αναφορά στη νέα Δ.64 ως τροποποιήθηκε με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995, επίσης αναφέρθηκε ότι οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64, η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση θεωρούντο άκυρα. Προς τούτο έθεσε τα κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα θεραπεύσει τέτοια παρατυπία. Ωστόσο, ως λέχθηκε στη Wunderlich (ανωτέρω), η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τη νέα  Δ.64 είναι εξουσία θεραπείας παρατυπιών από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς και όχι εξουσία θεραπείας θεμελιωδών παραλείψεων

 

24.    Στην υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2) (2009) 1 Α.Α.Δ. 356 γίνεται χρήσιμη αναφορά στον τρόπο και σκοπό εφαρμογής της Δ.64, ως παραθέτω πιο κάτω:

 

«Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου

 

[…]

 

Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. (Βλ., μεταξύ άλλων, Λοΐζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος και Άλλοι (1996) 1 Α.Α.Δ. 167, Κυπριακή Δημοκρατία v. Lion Insurance Agency Ltd (1995) 3 Α.Α.Δ. 338, Γιαννή v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.(1995) 3 Α.Α.Δ. 334 και Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (1995) 3 Α.Α.Δ. 255).»

 

25. Με βάση την προαναφερθείσα νομολογία και τα όσα διαλαμβάνει η Δ.64 θ.1[4], στην παρούσα περίπτωση η παράλειψη επίκλησης της Δ.30 θ.7, δυνάμει της οποίας παρέχεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, σε υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» όπως η παρούσα, να εκδώσει διαταγή για παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από διαδίκους ή μάρτυρες που ήδη κατέθεσαν εγγράφως τη μαρτυρία τους, αποτελεί παρατυπία.  Η επίκληση μόνο της Δ.39 θ.1, ως γενικής διάταξης αναφορικά με το ζήτημα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος, δεν υποκαθιστά το ειδικό δικονομικό πλαίσιο της Δ.30 θ.7, η οποία παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει διαταγή ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας στην παρούσα διαδικασία και συνεπώς θα έπρεπε να αναφέρεται στη νομική βάση της επίδικης αίτησης. Το ερώτημα που παραμείνει είναι κατά πόσον η παρατυπία αυτή δύναται να θεραπευθεί. Προς τούτο αντλώ καθοδήγηση από σειρά υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες εξετάστηκε ειδικά το ζήτημα παράλειψης επίκλησης του ορθού νομικού υπόβαθρου (βλ. Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου (2000) 1 Α.Α.Δ. 493, Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 743, Egiazaryan κ.ά. v. Denoro Investments Ltd (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 409, Φαλέκκος (ανωτέρω), Χριστίνα Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd κ.α. (2014) 1 Α.Α.Δ. 1314 και David κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 208/12 ημερ. 24.11.17, ECLI:CY:AD:2017:A415). Περαιτέρω, το Εφετείο στην υπόθεση Α.Ι. ν. Χ.Κ., Έφεση 40/22, ημερ. 15.04.24, έκρινε ότι η παράλειψη επίκλησης της Δ.30 θ.7(β), η οποία προβλέπει, κατ’εξαίρεση, την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από διάδικο και η οποία, εν προκειμένω, θα αποτελούσε την ορθή διαδικασία για την κατάθεση των τεκμηρίων που επιθυμούσε η εφεσείουσα, αντί της επίκλησης της Δ.39 θ.16, είχε ως αποτέλεσμα η αίτηση να μην τύχει ανάλογης νομοθετικής θεμελίωσης και ως εκ τούτου ορθώς απορρίφθηκε. Περαιτέρω, στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ (1998) 1 Α.Α.Δ. 81, αναφέρθηκε ότι: «H νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες».

 

26. Λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερθείσα νομολογία, στην παρούσα περίπτωση η ελλιπής νομική βάση εγέρθηκε ρητώς ως λόγος ένστασης από τους Καθ’ων η Αίτηση και περαιτέρω αναπτύχθηκε στις Γραπτές Αγορεύσεις τους. Παρά ταύτα, η Αιτήτρια δεν προέβη σε οποιοδήποτε έγκαιρο διάβημα προς διόρθωση της παρατυπίας που συνίσταται στη μη επίκληση της Δ.30 θ.7 στη νομική βάση της επίδικης αίτησης, αλλά περιορίστηκε, κατά το στάδιο των Γραπτών Αγορεύσεων, να υποβάλει ότι αυτή δύναται να θεραπευθεί. Οι αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. στις οποίες παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας δεν μεταβάλλουν το αποτέλεσμα, καθότι τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων εκείνων διαφοροποιούνται ουσιωδώς από την παρούσα, όπου η Αιτήτρια είχε σαφή και έγκαιρη γνώση του προβαλλόμενου λόγου ένστασης αναφορικά με την ελλιπή νομική βάση της επίδικης αίτησης και προς τούτο είχε τη δυνατότητα να λάβει διορθωτικά μέτρα, πλην όμως δεν το έπραξε. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, δυνάμει της Δ.64 θ.2[5], προς θεραπεία της παρατυπίας αναφορικά με την παράλειψη επίκλησης της Δ.30 θ.7 στη νομική βάση της επίδικης αίτησης.

 

Εξέταση της επίδικης αίτησης

 

27. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, προχωρώ να εξετάσω την ουσία της επίδικης αίτησης, ήτοι κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.30 θ.7 (δ). Προς τούτο, σύμφωνα με τη Δ.30 θ.7 (δ), το αίτημα αντεξέτασης θα πρέπει απαραιτήτως να καθορίζει το όνομα του διαδίκου ή μάρτυρα του οποίου απαιτείται η προφορική παρουσίαση, το μέρος της μαρτυρίας επί της οποίας καθίσταται αναγκαία η προφορική εξέταση, τον λόγο και την αναγκαιότητα της προφορικής εξέτασης ή αντεξέτασης καθώς και τον απαιτούμενο χρόνο για τοιαύτη προφορική εξέταση.

 

28. Στην επίδικη αίτηση αξιώνεται η αντεξέταση αμφότερων των Καθ’ων η Αίτηση επί συγκεκριμένων παραγράφων της έγγραφης μαρτυρίας τους. Εντούτοις, ως προκύπτει από το αιτητικό (1) της επίδικης αίτησης, ζητείται η αντεξέταση του Ενάγοντα 1 επί των παραγράφων 2, 3, 4, 6, 11, 13, 16 και 21 της έγγραφης μαρτυρίας του, χωρίς να προσδιορίζεται ποιο συγκεκριμένο μέρος των εν λόγω παραγράφων καθιστά αναγκαία την προφορική του εξέταση. Περαιτέρω, η χρήση της φράσης «μεταξύ άλλων», στο αιτητικό (1) της επίδικης αίτησης, αναφορικά με την αντεξέταση του Ενάγοντα 1 επί των παραγράφων 2, 3, 4, 6, 11, 13, 16 της έγγραφης μαρτυρίας του ημερ. 18.07.25, καταδεικνύει ότι επιδιώκεται αντεξέταση επί διαφόρων μη κατονομαζόμενων σημείων, γεγονός που δεν συμβαδίζει με τις ρητές πρόνοιες της  Δ.30 θ.7(δ) για σαφή προσδιορισμό του μέρους της μαρτυρίας επί του οποίου ζητείται η προφορική εξέταση. Ομοίως, ως προς την παράγραφο 21 της έγγραφης μαρτυρίας του Ενάγοντα 1 ημερ. 18.07.25, καθώς και ως προς  τις παραγράφους 3 και  4 της έγγραφης μαρτυρίας της Ενάγουσας 2 ημερ. 18.07.25, η αντεξέταση ζητείται επί της ολότητας των παραγράφων αυτών, χωρίς να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας των Καθ’ ων η Αίτηση επί της οποίας καθίσταται αναγκαία η αντεξέταση τους, ως επιτάσσει η Δ.30. θ.7(δ). Η παράλειψη αυτή επιπλέον δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξακριβώσει κατά πόσο συντρέχει λόγος και αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ώστε να ασκήσει την κατ’εξαίρεση διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της Δ.30 θ.7, εφόσον δεν καθίσταται σαφές ποια σημεία της μαρτυρίας των Καθ’ων η Αίτηση  χρήζουν άμεσης διευκρίνισης ή αποσαφήνισης. Η αποδοχή της επίδικης αίτησης, ως έχει διατυπωθεί, θα αναιρούσε τον σκοπό που θέτει η Δ.30 ως προς τη σύντομη εκδίκαση αγωγών «ταχείας εκδίκασης» και θα οδηγούσε σε εκτεταμένη αντεξέταση ασύμβατη με την εν λόγω διαδικασία. Επιπρόσθετα, στην επίδικη αίτηση δεν καθορίζεται ο απαιτούμενος χρόνος αντεξέτασης των Καθ’ων η Αίτηση, ως επίσης επιτάσσει η Δ.30 θ.7 (δ).

 

29. Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.30 θ.7 ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την κατ’εξαίρεση διακριτική του ευχέρεια προς έγκριση της επίδικης αίτησης. Ως εκ τούτου, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται.

 

Κατάληξη

 

30. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η επίδικη αίτηση  απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος της Εναγομένης 1/Αιτήτριας και προς όφελος των Εναγόντων 1 και 2/Καθ’ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας.

 

31. Η υπόθεση ορίζεται για Οδηγίες με σκοπό τον προγραμματισμό της υπόθεσης για αγορεύσεις στις 30/04/26 και ώρα 09:00π.μ.

 

 

(Υπ.)……………………...

Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Subject: Civil/Other Actions /Interim

(Αναφορά: Πολιτική – αντεξέταση Δ.30.7). 



[1] «2. A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed : provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these Rules or by any direction or order of the Court or Judge, the costs of any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order.»

[2] Βλ. Χόππη ν. Παναγή (1993) 1 Α.Α.Δ. 140, Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (1991) 1 Α.Α.Δ. 945 και Κολλάτου ν. Παναγιώτου (2003) 1 Α.Α.Δ. 895.

[3] «6. Όλες οι υποθέσεις, η χρηματική διαφορά των οποίων δεν υπερβαίνει τις €3.000, φέρουν επί του κλητηρίου εντάλματος ανάλογη ένδειξη και τοποθετούνται από το Πρωτοκολλητείο σε κατάλογο «Ταχείας Εκδίκασης», η δε εκδίκαση τους γίνεται στη βάση των αντίστοιχων μαρτυριών όπως κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και εκτός αν το Δικαστήριο επιτρέψει ως κατωτέρω στην παράγραφο 7 αναφέρεται την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας, η υπόθεση ορίζεται για αγορεύσεις, προφορικές ή γραπτές κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αφού ακούσει προς τούτο προηγουμένως τους διαδίκους.»

[4]«1. (1) H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.»

[5] «(2) Τηρουμένης της παραγράφου (3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τ τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο