ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Αρ. Aπαίτησης: 530/2024 i-justice
Μεταξύ:
Χρίστος Πετρίδης
Ενάγοντας
και
1. THE STOICESCU FOUNDATION LIMITED
2. MICHAEL DENIS TRAYNOR
3. ROBERT WILLIAM COWIN
4. DAN FLORIN STOICESCU
5. DIGNITUS MANAGEMENT SERVICES LTD
6. JONATHAN BETITO
7. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΕΡΑΤΣΙΑΣ
8. ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΡΤΕΛΟΣ
9. ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Εναγόμενοι
--------------------
Αίτηση ημερομηνίας 07.06.2024
Ημερομηνία: 08/04/2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Eνάγοντα/Αιτητή: κα. Α. Προδρόμου για A. Καριτζής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγομένους 1, 2, 3 και 5: κα. Α. Αγαθοκλέους με κ. Μ. Νικολάου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Angelina Agathocleous & Marios Nicolaou LLC και Μικαέλα Μαρίνου
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Η παρούσα απαίτηση του Ενάγοντα αφορά την κατ’ισχυρισμό παράνομη παύση του από τη θέση του «Διευθυντή» και «Γραμματέα» της Εναγόμενης 1. Ειδικότερα, ο Ενάγοντας αξιώνει απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσεται άκυρη και/ή στερούμενη νομικής ισχύς κάθε απόφαση και/ή ψήφισμα που λήφθηκε στην συνέλευση της Εναγόμενης 1 ημερ. 12.05.23, αποφάσεις του Δικαστηρίου ότι η συνέλευση της Εναγόμενης 1 ημερ. 12.05.23 κηρυχθεί εξ’υπαρχής παράνομη και/ή άκυρη και/ή στερούμενη οποιουδήποτε αποτελέσματος οποιασδήποτε ενέργειας και/ή πράξη και/ή παράλειψη πραγματοποιήθηκε ως συνέπεια των αποφάσεων και/ή ψηφισμάτων που λήφθηκαν στη συνέλευση της Εναγόμενης 1 ημερ. 12.05.23 αλλά και στις μεταγενέστερες συνελεύσεις της Εναγόμενης 1 μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας απαίτησης, απόφαση με την οποία να ακυρώνεται και/ή να κηρύσσεται παράνομη και/ή παράτυπη η παύση του Ενάγοντα από τη θέση του Διευθυντή και Γραμματέα της Εναγόμενης 1, αποφάσεις του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας όπως ακυρώσει και/ή διαγράψει από τα μητρώα του όλες τις σχετικές καταχωρήσεις, σημειώσεις αλλαγές και/ή λεπτομέρειες που αφορούν Γνωστοποιήσεις και/ή Κοινοποιήσεις αλλαγής αξιωματούχων ή αλλαγής των στοιχείων τους (ΗΕ4) από την 25.05.23 μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας απαίτησης αλλά και όλες τις σχετικές καταχωρήσεις, σημειώσεις, αλλαγές και/ή λεπτομέρειες στις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι και/ή διευθυντές και/ή αξιωματούχοι της Εναγόμενης 1 από την 12.05.23 μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας απαίτησης καθώς και γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή εύλογες αποζημιώσεις (εφ’εξής οι «αιτούμενες αξιώσεις»).
Η επίδικη αίτηση
2. Με την παρούσα αίτηση ημερ. 07.06.24 (εφ’εξής «η επίδικη αίτηση») ο Αιτητής αξιώνει την έκδοση των ακόλουθων απαγορευτικών διαταγμάτων:
«1. Ενδιάμεσο Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσεται κάθε απόφαση και/ή ψήφισμα που λήφθηκε στην παρανόμως συγκληθείσα συνέλευση της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 12/05/2023, ως άκυρες και/ή στερούνται νομικής ισχύς και/ή δεν θα δεσμεύει την Εναγόμενη 1 και/ή δεν θα επιφέρει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα, μέχρι τελικής εκδίκασης και/ή αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
2. Ενδιάμεσο Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους και/ή σε οιονδήποτε εξ αυτών και/ή σε οποιουσδήποτε πληρεξούσιους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες τους από το να συνεδριάσουν και/ή αποφασίσουν και/ή να εκδώσουν ψήφισμα με το οποίο να τροποποιείται η σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου και/ή του Μητρώου Μελών της Εναγόμενης 1 και/ή με το οποίο να παύεται και/ή να τερματίζεται ο διορισμός οποιουδήποτε εκ των υφιστάμενων Διοικητικών Συμβούλων και/ή Μελών της μέχρι τελικής εκδίκασης και/ή αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
3. Ενδιάμεσο Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους και/ή σε οιονδήποτε εξ αυτών και/ή σε οποιουσδήποτε πληρεξουσίους και/ ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες τους, από του να προβούν σε οποιαδήποτε καταχώρηση και/ή υποβολή στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας αναφορικά με οποιαδήποτε αλλαγή και/ή προσθήκη και/ή μεταβολή στα στοιχεία της Εναγόμενης 1 και/ή σε οποιαδήποτε καταχώρηση και/ή υποβολή στα Μητρώα της Εναγόμενης 1, μέχρι τελικής εκδίκασης και/ή αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
4. Ενδιάμεσο Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους και/ή οιονδήποτε εξ αυτών και/ή τους υπαλλήλους και/ή διευθυντές και/ή αντιπροσώπους της Εναγόμενης 1, από του να αποξενώσουν και/ή διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δωρήσουν και/ή πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, περιλαμβανομένων ακίνητης ιδιοκτησίας και τραπεζικών λογαριασμών που άμεσα είτε έμμεσα, ανήκουν και/ή διατηρούνται από την Εναγόμενη 1, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση της τελικής απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
5. Ενδιάμεσο Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους 2-9 και/ή τους αξιωματούχους και/ ή τους αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους και/ή πληρεξουσίους αυτών και/ή οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, από του να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση και/ή άλλως πώς, έμμεσα ή άμεσα, να επιτρέψουν και/ή να προκαλέσουν και/ή κοινοποιήσουν και/ή προωθήσουν την οποιαδήποτε αλλαγή στη μετοχική και/ή ιδιοκτησιακή δομή και/ή στους διευθυντές και/ή αξιωματούχους της Εναγόμενης 1, συμπεριλαμβανομένης της οποιασδήποτε εγγραφής στο μητρώο μελών της εν λόγω εταιρείας και/ή στο μητρώο διευθυντών και/ή την οποιαδήποτε καταχώρηση και/ή κοινοποίηση και/ή αίτηση μέχρι την εκδίκαση και έκδοση της τελικής απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
6. Ενδιάμεσο Προσωρινό Διάταγμα Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Εναγόμενους 2 -9 και/ή οιονδήποτε εξ αυτών και/ή τους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους πληρεξουσίους αντιπροσώπους αυτών όπως καταρτίσουν και/ή συνάψουν και/ή υπογράψουν και/ή παραδώσουν οποιοδήποτε έγγραφο και/ή πληρεξούσιο έγγραφο σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και/ή άλλως πώς αναφορικά με τη διοίκηση και/ή διαχείριση και/ή διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 μέχρι εκδίκασης και έκδοσης της τελικής απόφασης στην Απαίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
7. Ενδιάμεσο Προσωρινό Διάταγμα το οποίο να αναστέλλει και/ή απαγορεύει την σύγκληση και/ή διεξαγωγή Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της Εναγόμενης 1 που και/ή οποιαδήποτε άλλη τακτική ή έκτακτη γενική συνέλευση της Εναγόμενης
μέχρι εκδίκασης και έκδοσης της τελικής απόφασης στην Απαίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.»
3. Η νομική βάση της επίδικης αίτησης βασίζεται στα άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 111 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα Άρθρα 8-11, 27, 136, 170, 171 και 178 του περί Εταιρειών Νόμου και Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 Μέρος 4, 23 (23.1 - 23.6, 23.9 και 23,11), 25 (25.1, 25.3, 25.6, 25,7, Ενότητα Ι και ΙΙ), 27, 32 (32.14 και 32.15), 38 (38,1) και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων Επιεικείας, της Πρακτικής και της Σύμφυτου Εξουσίας των Δικαστηρίων. Περαιτέρω, η επίδικη αίτηση επιβεβαιώνεται από «Δήλωση Αληθείας» του Ενάγοντα ημερ. 07.06.24, επιδόθηκε μόνο στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 5 και συνεπώς τα αιτητικά αυτής αξιώνονται μόνο όσο αφορά αυτούς ενώ η επίδικη αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης εναντίον του Εναγόμενου 4 .
4. Η επίδικη αίτηση στηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα/Αιτητή ημερ. 07.06.24 (εφ’εξής η «Ε/Δ Ενάγοντα»), ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας απαίτησης. Ειδικότερα, αναφέρει ότι η Εναγόμενη 1 ενεγράφη στις 31.12.2015, το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη Λεμεσό ενώ ο ίδιος κατά την εγγραφή της Εναγόμενης 1 διορίστηκε ως ένας εκ των διευθυντών και γραμματέας της Εναγόμενης 1. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 διορίστηκαν διευθυντές της Εναγόμενης 1 την 20.03.24, 31.12.15 και 15.10.22 αντίστοιχα και η Εναγόμενη 5 γραμματέας της Εναγόμενης από την 12.05.23. Προς τούτο, ηλεκτρονική έρευνα ημερ. 15.05.24 από τον Έφορο Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1, ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένη ευθύνης δι’εγγυήσεως, σύμφωνα με τις σχετικές νομοθεσίες και το κατάστικτο της θα πρέπει να απαρτίζεται από επτά (7) μέλη και να διατηρεί μητρώο μελών. Αντίγραφο του ανυπόγραφου Καταστατικού της Εναγόμενης 1 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2.
5. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, περί τα μέσα Αυγούστου 2023, κατόπιν έρευνας, διαπίστωσε ότι κοινοποιήθηκαν προς τον Έφορο Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας (εφ’εξής «ο Έφορος»), από την Εταιρεία «Μ. MARNEROU & CO. LIMITED», η οποία παρείχε λογιστικές υπηρεσίες στην Εναγόμενη 1, εκ μέρους της Εναγόμενης 1 στοιχεία και έγγραφα με σκοπό την τροποποίηση του μητρώου αξιωματούχων της Εναγόμενης 1, όπου καταγράφηκε η κατ’ισχυρισμό παραίτηση του από τη θέση του διευθυντή και γραμματέα της Εναγόμενης 1. Ειδικότερα, σύμφωνα με το έντυπο ΗΕ4 «Κοινοποίησης αλλαγής Αξιωματούχων ή αλλαγής στα στοιχεία τους» η ημερομηνία της ισχυριζόμενης παύσης του από διευθυντή και γραμματέα της Εναγόμενης 1 πραγματοποιήθηκε στις 12.05.23 ενώ η κοινοποίηση από τον Έφορο έγινε στις 17.07.23. Περαιτέρω, μέσω του προαναφερθέντος Έντυπου προκύπτει ότι η Εναγόμενη διόρισε την Εναγόμενη 5, ως γραμματέα της Εναγόμενης 1. Αντίγραφο του ανυπόγραφου έντυπου ΗΕ4 «Κοινοποίησης αλλαγής Αξιωματούχων ή αλλαγής στα στοιχεία τους» ημερ. 17.07.23 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3.
6. Θέση του ομνύοντα είναι ότι σύμφωνα με το Άρθρο 48 του Καταστατικού και τη σχετική νομοθεσία, η παύση αξιωματούχου είναι δυνατή με σύνηθες ψήφισμα για το οποίο δίδεται ειδική ειδοποίηση στα ενδιαφερόμενα μέρη εντός 28 ημερών από την σύγκλιση της συνέλευσης. Περαιτέρω, ο ομνύοντας ανάφερε ότι απουσίαζε στο εξωτερικό από τις 10.06.23 μέχρι και την 11.08.23, γεγονός δια το οποίο ενημέρωσε την εταιρεία «Μ. MARNEROU & CO. LIMITED» καθώς και για τα στοιχεία και διεύθυνση επικοινωνίας του για την προαναφερθείσα χρονική περίοδο και ότι δεν έπρεπε να ληφθεί οποιαδήποτε ενέργεια αναφορικά με την Εναγόμενη 1 εφόσον ο ίδιος απουσίαζε. Προς τούτο, αντίγραφο του ηλεκτρονικού του μηνύματος ημερ. 06.06.23 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4.
7. Ακολούθως, ως η Ε/Δ Ενάγοντα, η εταιρεία «Μ. MARNEROU & CO. LIMITED» και οι Εναγόμενοι 2 έως 5, παρέλειψαν επί σκοπώ να τον ενημερώσουν για τις ενέργειες που σκόπευαν να λάβουν προς παύση του ως διευθυντή και γραμματέα της Εναγόμενης 1, αφού δεν έλαβε ειδοποίηση σε συνέλευση, στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του, με βάση τις πρόνοιες του καταστατικού και τη σχετική νομοθεσία. Εν πάση περίπτωση, θέση του Ενάγοντα είναι και ότι αν διαφανεί ότι στάλθηκε η σχετική Ειδοποίηση, οι ενέργειες των Εναγόμενων ήτο παράτυπες και παράνομες αφού απουσίαζε στο εξωτερικό και δεν μπορούσε να λάβει τυχόν ειδοποίηση, γεγονός για το οποίο γνώριζαν οι Εναγόμενοι 2 έως 5 αφού ενημέρωσε την εταιρεία «Μ. MARNEROU & CO. LIMITED» μέσω του προαναφερθέντος ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 06.06.23 (βλ. Τεκμήριο 4). Εντούτοις, η εταιρεία «Μ. MARNEROU & CO. LIMITED», σύμφωνα με τον ομνύοντα, αγνοώντας το καταστατικό και τη σχετική νομοθεσία προχώρησε με την κοινοποίηση των αναφερόμενων αλλαγών καταχωρώντας το προαναφερθέν Έντυπο ΗΕ4 (βλ. Τεκμήριο 3) και η εν λόγω αλλαγή ολοκληρώθηκε από τον Έφορο στις 17.07.23, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να του στερήσουν το δικαίωμα να ακουστεί κατά την ισχυριζόμενη συνέλευση και να προβάλει τις θέσεις του επί της παύσης του.
8. Περαιτέρω, ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι δεν ήταν δυνατό να παραιτηθεί από την θέση του διευθυντή και γραμματέα της Εναγόμενης 1 την 12.05.23 καθώς μέχρι τον Ιούνιο του 2023 διευθετούσε, εκ μέρους της Εναγόμενης 1, τη διαδικασία τροποποίησης τους Ιδρυτικού Εγγράφου της, η οποία επικυρώθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου. Δέσμη αντίγραφα εγγράφων που χρησιμοποιηθήκαν για την τροποποίηση του Ιδρυτικού Εγγράφου της Εναγόμενης 1 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 5. Επιπλέον, θέση του ομνύοντα είναι ότι σύμφωνα με την Βεβαίωση ημερ. 12.05.23 της Εναγόμενης 5, που καταχωρήθηκε με την Κοινοποίηση Αλλαγής Αξιωματούχων της Εναγόμενης 1, οι αλλαγές στη δομή της Εναγόμενης 1 έγιναν με βάση το μητρώο της Εναγόμενης 1, γεγονός που δεν ισχύει αφού πρόκειται περί ψευδούς και ανυπόστατης παραπληροφόρησης του Έφορου καθώς εκτός από τους Εναγόμενους 3 και 4 ουδείς εκ των υπόλοιπων μελών της Εναγόμενης 1, στη βάση του μητρώου μελών της Εναγόμενης 1 που κρατείτο από τον ίδιο από την ίδρυση της Εναγόμενης 1 μέχρι και σήμερα, ειδοποιήθηκαν για την ισχυριζόμενη συγκληθείσα συνέλευση. Ειδικότερα δεν ειδοποιηθήκαν οι Εναγόμενοι 6 έως 9. Αντίγραφο της Βεβαίωσης ημερ. 12.05.23 της Εναγόμενης 5 προς τον Έφορο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 και αντίγραφο του μητρώου μελών της Εναγόμενης 1 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7.
9. Θέση του ομνύοντα είναι ότι η συγκληθείσα συνέλευση ημερ. 12.05.23, που οδήγησε στην παύση του από διευθυντή και γραμματέα της Εναγόμενης 1, διενεργήθηκε παράνομα και ήτο παράνομη καθώς δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία ως ορίζεται από το Καταστατικό της Εναγόμενης 1 και τη νομοθεσία. Ως εκ τούτου, οι αποφάσεις και τα ψηφίσματα που λήφθηκαν σε αυτήν στερούνται νομιμότητας και ισχύς και δύναται να επιφέρουν οποιαδήποτε αποτέλεσμα και συνέπεια έναντι των θεμάτων της Εναγόμενης 1.
10. Αναφορά γίνεται από τον ομνύοντα στην σχετική αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων του και της εταιρείας «Μ. MARNEROU & CO. LIMITED» αλλά και του Έφορου για διόρθωση του μητρώου της Εναγόμενης 1 στον Έφορο. Προς τούτο, επιστολή ημερ. 23.10.23 των δικηγόρων του Ενάγοντα προς την εταιρεία «Μ. MARNEROU & CO. LIMITED» με κοινοποίηση τις Εναγόμενες 1 και 5, την εταιρεία «KORFI TRADING LTD» και τον Έφορο, μετ’επισυνημμένες τις σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσης πλην την ένορκη δήλωση επίδοσης στην εταιρεία «KORFI TRADING LTD» επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 8, απαντητική επιστολή ημερ. 28.11.23 της εταιρείας «Μ. MARNEROU & CO. LIMITED» και απαντητική επιστολή ημερ. 01.11.23 του Έφορου προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 9.
11. Ο ομνύοντας αναφέρει επιπλέον ότι σε πρόσφατη ηλεκτρονική έρευνα που προέβησαν οι δικηγόροι του στον Έφορο διαπιστώθηκε η εκ νέου αλλαγή στο μητρώο των αξιωματούχων της Εναγόμενης 1, ήτοι η προσθήκη του Εναγόμενου 2 ως διευθυντή της Εναγόμενης 1. Προς τούτο αντίγραφο ανυπόγραφου έντυπου ΗΕ4 «Κοινοποίησης αλλαγής Αξιωματούχων ή αλλαγής στα στοιχεία τους» ημερ. 20.03.24 μαζί με Βεβαίωση της Εναγόμενης 5 ημερ. 20.03.24 προς τον Έφορο επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 10. Ως εκ τούτου, αποστάλθηκε επιστολή ημερ. 29.03.24, με βάση το προδικαστηριακό πρωτόκολλο των Κ.Π.Δ. 2023, των δικηγόρων του Ενάγοντα προς τις Εναγόμενες 1 και 5, την εταιρεία «Korfi Trading Ltd» αλλά και την εταιρεία «Μ. MARNEROU & CO. LIMITED» με κοινοποίηση τον Έφορο και τους Εναγομένους 3, 4 και 6 – 9. Ακολούθησε απαντητική επιστολή της δικηγόρου των Εναγομένων 1 και 5, της εταιρείας «Korfi Trading Ltd» αλλά και της εταιρείας «Μ. MARNEROU & CO. LIMITED» ημερ. 15.05.24 προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα, η οποία απαντήθηκε με επιστολή ημερ. 22.05.24 των δικηγόρων του Ενάγοντα με την οποία τους καλούσε να ανακαλέσουν και ακυρώσουν οποιαδήποτε απόφαση και ψήφισμα που λήφθηκε κατά την ισχυριζόμενη συνέλευση αλλά και σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη συνέλευση. Αντίγραφο της επιστολής ημερ. 29.03.24 μετ’επισυνημμένων ενόρκων δηλώσεων επίδοσης στους Εναγόμενους 1, 3, 5, 7 - 9, στην εταιρεία «Μ. MARNEROU & CO. LIMITED» αλλά και στον Έφορο, η απαντητική επιστολή ημερ. 15.05.24 αλλά και η επιστολή ημερ. 22.05.24 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 11.
12. Θέση του Ενάγοντα είναι ότι οι διενεργηθείσες πράξεις σε σχέση με τη παύση του από αξιωματούχο της Εναγόμενης 1 ήταν παράνομες και παράτυπες και ως τέτοιες άκυρες και στερούνται νομιμότητας και ισχύς και δεν δύνανται να επιφέρουν και να παράγουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα και συνέπεια έναντι της Εναγόμενης 1. Ως εκ τούτου, υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και υπάρχουν ορατές και πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας. Τέλος, ισχυρίζεται ότι αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους και δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποκατασταθεί σε μελλοντικό στάδιο. Αντιθέτως αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο και αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού καθημερινά επηρεάζονται τα δικαιώματα του, συμπεριλαμβανομένου των δικαιωμάτων του ως διευθυντής και γραμματέας της Εναγόμενης 1.
Ένσταση Εναγομένων 1, 2, 3 και 5
13. Η επίδικη αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5/Καθ’ων η Αίτηση. Η ένσταση των Καθ’ων η αίτηση ημερ. 29.10.24 υποστηρίζεται από 7 λόγους ένστασης που δύναται να συνοψισθούν ως εξής: (1) το αιτούμενο διάταγμα υπ’αρ. 1 αποφασίζει την ουσία της απαίτησης (λόγος ένστασης 1), (2) τα υπόλοιπα διατάγματα αποσκοπούν στο να κλείσουν τις δραστηριότητες της Εναγόμενης 1 και/ή από του να λειτουργεί κανονικά σαν εταιρεία και/ή επεμβαίνουν στις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου και το καταστατικό της Εναγόμενης 1 για ομαλή λειτουργία της εταιρείας (λόγος ένστασης 2), (3) τα αιτούμενα διατάγματα είναι κατά το δίκαιο της επιείκειας καθώς θα επιβάλει στην Εναγόμενη 1 τη συμμετοχή του στη διοίκηση της Εναγόμενης 1 και/ή σαν μέλος αυτής κάτι το οποίο δεν είναι δυνατόν καθ’ότι η σχέση είναι σχέση εμπιστοσύνης και προσωπικής και ουδείς δύναται να επιβληθεί και παραμείνει σε εταιρεία σαν διοικητικός σύμβουλος ή στην διοίκηση/διαχείριση αυτής αντίθετα με την επιθυμία της πλειοψηφίας και/ή σαν μέλος, αντίθετα με τον περί Εταιρειών Νόμο ή το καταστατικό (λόγος ένστασης 3), (4) ο Ενάγοντας δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς δεν καταδεικνύεται αγώγιμο δικαίωμα ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά (λόγοι ένστασης 4 και 5), (5) το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων (λόγος ένστασης 6) και (6) ο Ενάγοντας δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια και βαρύνεται με σοβαρότατες κατηγορίες (λόγος ένστασης 7).
14. Η νομική βάση της ένστασης των Καθ’ων η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 8 – 11, 27, 136, 171 και 178 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023 Μέρος 4, 23 (23.1, 23.6, 23.9 και 23.11), 25 (25.1, 25.3, 25.6, 25.7, Ενότητα Ι και ΙΙ), 27, 32 (32.14 και 32.16) και 38 (38.11), επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των κανόνων και δικαίου της επιείκειας, Πρακτικής και Σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Η ένσταση επιβεβαιώνεται από «Δήλωση Αληθείας» ημερ. 29.10.24 και καταχωρήθηκε πριν την καταχώριση Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 ημερ. 24.12.24.
15. H ένσταση των Καθ’ων η Αίτηση στηρίζεται στα γεγονότα, όπως φαίνονται στον φάκελο της δικογραφίας, καθώς και στην Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2 ημερ. 29.10.24 στα αγγλικά και στην Ένορκη Δήλωση της «Μ.Μ.» ημερ. 29.10.24, όπου δηλώνει πως γνωρίζει την αγγλική γλώσσα και επισυνάπτει την Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2 στα αγγλικά ως Τεκμήριο Α και πιστή μετάφραση αυτής στα ελληνικά ως Τεκμήριο Β.
16. Στην Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2 (βλ. Τεκμήριο Β – εφ’εξής «η Ε/Δ Εναγόμενου 2») αναφέρει ότι είναι ένας από τους διευθυντές της Εναγόμενης 1 και πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Εναγομένους 3 και 5 να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ο ομνύοντας επιβεβαιώνει ότι η Εναγόμενη 1 εδρεύει στη Λεμεσό και δηλώνει ότι είναι μη κερδοσκοπική εταιρεία και εξηγεί τον σκοπό αυτής. Όσο αφορά τους διευθυντές της Εναγόμενης 1, μέχρι τον Μάιο του 2023 είχε 3 διευθυντές, ήτοι τον Ενάγοντα και τους Εναγόμενους 3 και 4 ενώ ο Ενάγοντας ήταν και γραμματέας αυτής. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 διευκρινίζει ότι το όνομα «APOLLO LODGE Νo. 7886 Limited» ήταν το προηγούμενο όνομα της Εναγόμενης 1.
17. Θέση του Εναγόμενου 2 είναι ότι λόγω σειράς παράνομων και εις βάρος των συμφερόντων της Εναγόμενης 1 πράξεων του Ενάγοντα, οι προαναφερθέντες διευθυντές/σύμβουλοι της Εναγόμενης 1 ακολουθώντας τις νενομισμένες διαδικασίες έπαυσαν τον Ενάγοντα από σύμβουλο και γραμματέα της Εναγόμενης 1. Προς τούτο επιστολή της δικηγόρου των Εναγομένων 3 και 4 ημερ. 25.05.23 προς τον Έφορο μετ’επισυνημμένου των πρακτικών συνέλευσης της Εναγόμενης 1 ημερ. 12.05.23, όπου παύθηκε ο Ενάγοντας από διευθυντή και γραμματέας της Εναγόμενης 1, γραμματέας της Εναγόμενης 1 διορίστηκε η Εναγόμενη 5 και η Εναγόμενη 1 άλλαξε το εγγεγραμμένο γραφείο της, καθώς και υπογεγραμμένο έντυπο ΗΕ4 «Κοινοποίησης αλλαγής Αξιωματούχων ή αλλαγής στα στοιχεία τους» ημερ. 25.05.23 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1. Τα πρακτικά συνέλευσης της Εναγόμενης 1 ημερ. 12.05.23 επισυνάπτονται εκ νέου ως Τεκμήριο 2 καθώς και η προαναφερθείσα επιστολή ημερ. 25.05.23 και το προαναφερθέν υπογεγραμμένο έντυπο ΗΕ4 «Κοινοποίησης αλλαγής Αξιωματούχων ή αλλαγής στα στοιχεία τους» ημερ. 25.05.23 επισυνάπτονται εκ νέου ως Τεκμήριο 3. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2 ο ίδιος νομίμως και δεόντως διορίστηκε νέος διευθυντής της Εναγόμενης 1 και προς τούτο ηλεκτρονική έρευνα ημερ. 10.09.24 του Έφορου αναφορικά με τους «Διευθυντές και Γραμματέας» της Εναγόμενης 1 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4. Περαιτέρω δηλώνει ότι ο Εναγόμενος 4 είναι ο κύριος και μοναδικός επενδυτής της Εναγόμενης 1.
18. Στην Ε/Δ Εναγόμενου 2 γίνεται αναφορά στις απαιτήσεις υπ’αρ. 529/24 και 530/24 (ήτοι η παρούσα) που κίνησε ο Ενάγοντας αναφορικά με την κατ’ισχυρισμό παράνομη παύση του από την Εταιρεία «Korfi Trading Ltd» και την Εναγόμενη 1 αντίστοιχα. Αντίγραφα των απαιτήσεων υπ’αρ. 529/24 και 530/24 και των ενδιάμεσων αιτήσεων που προώθησε ο Ενάγοντας στα πλαίσια αυτών, επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον ομνύοντα οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα είναι αβάσιμοι και ως λαμβάνει νομική συμβουλή, ο Ενάγοντας, ως πρώην διευθυντής και μέλος της Εναγόμενης 1, δεν μπορεί να επιβάλει στο μέλος ή μέτοχο της Εναγόμενης 1 να τον διατηρεί στο συμβούλιο αυτή τη στιγμή που το μέλος ή μέτοχος και δικαιούχος δεν επιθυμεί.
19. Αναφορικά με τον διορισμό των Εναγομένων 6 έως 9, ως μέλη, ο Εναγόμενος 2 δηλώνει ότι οι Εναγόμενοι 1 έως 5 δεν γνώριζαν για τον διορισμό τους. Κατόπιν έρευνας, διαπίστωσαν ότι άνευ γνώσης των Εναγομένων 1 έως 5 αλλά και όλων των μελών της Εναγόμενης 1, με ειδικό ψήφισμα που υπογράφτηκε από τον Ενάγοντα στις 25.01.23 όλα τα μέλη φέρονταν να αποφάσισαν με γραπτή απόφαση την τροποποίηση του Ιδρυτικού και Καταστατικού της Εναγόμενης 1. Αντίγραφο του ειδικού ψηφίσματος ημερ. 25.01.23 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7. Προς τούτο, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ουδείς εκ των τότε νόμιμων μελών της Εναγόμενης 1 υπέγραψε οποιαδήποτε απόφαση ή συγκατατέθηκε στο προαναφερθέν ειδικό ψήφισμα. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο Ενάγοντας, ως τότε γραμματέας της Εναγόμενης 1, ήταν το αρμόδιο άτομο να υποβάλλει, όχι να αποφασίσει, στον Έφορο τα ψηφίσματα των μελών της Εναγόμενης 1 κάτι που δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση όπου ο Ενάγοντας ψευδώς δήλωσε ότι υπήρχε ομόφωνο ψήφισμα τροποποίησης από όλα τα τότε 9 μέλη της Εναγόμενης 1, τα οποία ο Εναγόμενος 2 κατονομάζει. Προς τούτο επισυνάπτει, ως Τεκμήριο 7Α, γραπτές δηλώσεις όλων των τότε μελών της Εναγόμενης 1, με εξαίρεση τον Ενάγοντα και τον κ.«Τ.Η» που απεβίωσε στις 12.06.24, στις οποίες δηλώνουν ότι ουδέποτε συγκλήθηκαν σε συνέλευση το έτος 2023 και ούτε αποφάσισαν είτε γραπτώς είτε προφορικώς το οτιδήποτε την 25.01.23, συμπεριλαμβανομένης της τροποποίησης του ιδρυτικού της Εναγόμενης 1, αλλά ούτε ψήφισαν για προσθήκη των Εναγομένων 6 – 9, ως μέλη ή διευθυντές της Εναγόμενης 1. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι από τη στιγμή που δεν υπάρχει η γραπτή συμφωνία στο ειδικό ψήφισμα ημερ. 25.01.23 (βλ. Τεκμήριο 7) υπογεγραμμένη από τα μέλη της Εναγόμενης 1 με βάση το μητρώο μελών της Εναγόμενης 1 στις 25.01.23 - δια το οποίο μητρώο τα μέρη συμφωνούν ποια ήταν τα μέλη της Εναγόμενης 1 στις 25.01.23 - είναι δεδομένο ότι η προαναφερθείσα τροποποίηση είναι άκυρη και παράνομη.
20. Αναφορά γίνεται από τον Εναγόμενο 2 στις τροποποιήσεις στις οποίες προέβη ο Ενάγοντας στο τροποποιημένο καταστατικό της Εναγόμενης 1, όπως μείωση των μελών αυτής από 9 σε 7 καθώς και ότι μέλη μπορούν να είναι «οποιαδήποτε πρόσωπα». Προς τούτο ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στον αριθμό μελών της Εναγόμενης 1 και πως με τη δέουσα διαδικασία αυξήθηκε σε 9 καθώς και τον σκοπό ίδρυσης της Εναγόμενης 1. Προς τούτο, το υπογεγραμμένο σε ισχύ ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της Εναγόμενης 1 ημερ. 08.12.15 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8, αντίγραφο έντυπου ΗΕ15 «Αύξησης αριθμού μελών εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με εγγύηση» επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9 και αντίγραφο του ανυπόγραφου κατ’ισχυρισμό παράνομα τροποποιημένου Καταστατικού της Εναγόμενης 1 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, το παράνομα τροποποιημένο καταστατικό έχει κατατεθεί από τον Ενάγοντα στον Έφορο και σύμφωνα με τα αρχεία του Έφορου φαίνεται ότι αποτελεί το καταστατικό της Εναγόμενης 1.
21. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας παράλληλα και χωρίς την γνώση των μελών της Εναγόμενης 1 προχώρησε και διόρισε τους Εναγόμενους 6 έως 9 ως μέλη της Εναγόμενης 1 προκειμένου τα μέλη της Εναγόμενης 1 να είναι οι Εναγόμενοι 6 έως 9 μαζί με τα λοιπά μέλη (δηλαδή ο Ενάγοντας, οι Εναγόμενοι 3 και 4) σύνολο 7 μέλη. Επιπλέον, ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι ένας από τους λόγους παύσης του Ενάγοντα ήταν η άρνηση του για παροχή πρόσβασης στους άλλους διευθυντές στα έγγραφα της Εναγόμενης 1, συμπεριλαμβανομένου του μητρώου μελών και άλλων εγγράφων. Προς τούτο, παρεμβάλλει ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας, στην ένορκη του δήλωση, παραδέχεται ότι είχε και ακόμα έχει το μητρώο μελών της Εναγόμενης 1 που ο Εναγόμενος 2 θεωρεί ότι είναι το παράνομο μητρώο που σκεύασε ο Ενάγοντας, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει ως Τεκμήριο 11.
22. Θέση του Εναγόμενου 2 είναι ότι ο Ενάγοντας έπραξε με απάτη και προς το Δικαστήριο αφού και πάλι χωρίς τη γνώση των Εναγομένων 1 έως 5 αποτάθηκε στο Δικαστήριο και εξασφάλισε διάταγμα επικύρωσης της προαναφερθείσας τροποποίησης του Ιδρυτικού Εγγράφου και καταστατικού της Εναγόμενης 1, ως το Ειδικό Ψήφισμα ημερ. 25.01.23. Αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 21.06.23 στα πλαίσια της αίτησης αρ. 229/23 (ijustice) του Ε.Δ. Λεμεσού επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11Α.
23. Αναφορά γίνεται από τον Εναγόμενο 2 στην επιστολή ημερ. 02.09.24 των Εναγομένων 6 έως 9, που έλαβαν στις 05.09.24, για σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης με πρόθεση να προτείνουν ψηφίσματα για παύση των Εναγομένων 2 και 3 από τη θέση τους ως σύμβουλοι/διευθυντές της Εναγόμενης 1 με άμεση ισχύ και αντικατάσταση τους με τον Ενάγοντα. Αντίγραφο της επιστολής ημερ. 02.09.24 των Εναγομένων 6 έως 9 προς την Εναγόμενη 1 και το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με κοινοποίηση την Εναγόμενη 5 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 12. Θέση του Εναγόμενου 2 είναι ότι ο Ενάγοντας επιχειρεί με ψευδή μέλη που πρόσθεσε χωρίς νομιμοποίηση, μέσω έκτακτης γενικής συνέλευσης με εγγυημένη πλειοψηφία, να πετύχει την παύση των Εναγομένων 2 και 3 ενώ παράνομα φαίνεται να αφαίρεσε τα τότε 6 δεόντως διορισμένα μέλη της Εναγόμενης 1. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 θεωρεί ότι ο Ενάγοντας αποσκοπεί να έχει 5 από τα 7 μέλη να προωθούν τις παράνομες επιδιώξεις του και ειδικότερα τον πλήρη έλεγχο της Εναγόμενης 1 και των περιουσιακών της στοιχείων.
24. Ο Εναγόμενος 2, επαναλαμβάνοντας τις πιο πάνω θέσεις του, παραθέτει λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου και/ή συνομωσίας και δόλιας εξασφάλισης δικαστικής απόφασης εκ μέρους του Ενάγοντα. Περαιτέρω, αναφέρει ότι εις απάντηση της επιστολής ημερ. 02.09.24, απάντησαν οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 με επιστολή ημερ. 19.09.24 προς του Εναγομένους 6 έως 9 και τον Ενάγοντα και κοινοποίηση τον Έφορο, αντίγραφο της οποίας μαζί με τα σχετικά αποδεικτικά επίδοσης/αποστολής επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 13. Ακολούθησε απαντητική επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερ. 03.10.24 προς τους δικηγόρους της Εναγόμενης 1, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 14. Επιπρόσθετα, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 15, διάταγμα ημερ. 10.10.24 που εκδόθηκε στα πλαίσια της απαίτησης 940/24 του Ε.Δ. Λεμεσού που κίνησε η Εναγόμενη 1 εναντίον του Ενάγοντα και των Εναγομένων 6 έως 9 και με το οποίο απαγορεύονται να πραγματοποιήσουν συνέλευση της Εναγόμενης 1, το οποίο εκκρεμεί προς εκδίκαση.
25. Τέλος, ο Εναγόμενος 2 προβάλλει ότι η επίδικη αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα, απορρίπτει τους ισχυρισμούς ως προβάλλονται στην Ε/Δ Ενάγοντα και αξιώνει την απόρριψη της επίδικης αίτησης.
Γραπτές Αγορεύσεις των μερών
26. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς και προφορικά προς υποστήριξη των θέσεων τους. Σημειώνεται ότι κατά την ακρόαση της επίδικης αίτησης, αναφέρθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή ότι δεν επιμένουν στα αιτητικά της επίδικης αίτησης, όσο αφορά τους Εναγόμενους 4, 6 έως 9 για τους οποίους η επίδικη αίτηση δεν προωθήθηκε.
27. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και την νομολογία στην οποία παρέπεμψαν το Δικαστήριο για σκοπούς υποστήριξης των θέσεων που εγείρουν. Σημειώνεται ότι στην αγόρευση των Καθ’ων η Αίτηση διευκρινίζεται γιατί, κατά την θέση τους, ο Ενάγοντας δεν έχει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, ως δικογραφείται στην Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 ημερ. 24.12.24. Ειδικότερα, η πλευρά των Καθ’ων η Αίτηση εισηγούνται ότι πρώην διευθυντής της Εναγόμενης 1 δεν έχει προσωπικά αγώγιμα δικαιώματα έναντι αυτής ή μελών της ή οιωνδήποτε προσώπων που κατ’ισχυρσιμό έβλαψαν την Εναγόμενη 1 και δεν υπάρχει άμεσο δικαίωμα σε διευθυντή να ενάγει για κατ’ισχυρισμό κίνδυνο επηρεασμού δικαιωμάτων του σαν γραμματέως ή διευθυντής σε εταιρεία στην οποία δεν είναι μέτοχος. Εντούτοις, στην Ε/Δ Εναγόμενου 2 δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία επί τούτου παρά μόνο προβάλλεται ως λόγος ένστασης χωρίς να αναπτύσσεται στην Ε/Δ Εναγόμενου 2. Ούτε στην ένσταση των Καθ’ων η αίτηση προβάλλεται θέση ότι τα αιτούμενα διατάγματα σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 είναι αστήριχτα και ούτε αναπτύσσεται στην Ε/Δ Εναγομένου 2 η βλάβη που θα προκληθεί στην Εναγόμενη 1 από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ως καταγράφεται στην γραπτή αγόρευση των Καθ’ων η Αίτηση. Συνεπώς αυτές οι θέσεις των Καθ’ων η Αίτηση που προβάλλονται τώρα από την συνήγορο τους δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη καθώς η γραπτή αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας (βλ. El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1255).
28. Επιπλέον, παρατηρώ ότι με τις γραπτές αγορεύσεις των Καθ’ων η Αίτηση δεν αναπτύχθηκε ο λόγος ένστασης ότι το αιτούμενο διάταγμα υπ’αρ. 1 αποφασίζει την ουσία της απαίτησης και ότι τα λοιπά διατάγματα αποσκοπούν στο να κλείσουν τις δραστηριότητες της Εναγόμενης 1. Ένεκα της αρχής ότι ισχυρισμοί που δεν προωθούνται θεωρούνται εγκαταλειφθέντες, αυτός ο λόγος ένστασης των Καθ’ων η Αίτηση που δεν προωθήθηκε δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο (βλ. Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 1/19, ημερ. 28.05.2020).
Νομική Πτυχή
29. Σύμφωνα με τον Κ.25.1 (α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (εφ’εξής «οι Κ.Π.Δ. 2023»), οι ενδιάμεσες θεραπείες, τις οποίες δύναται να χορηγήσει το δικαστήριο, περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε ενδιάμεσο διάταγμα. Περαιτέρω, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 (εφ’εξής «ο Ν.14/60»), τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων όπου το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα (απαγορευτικά, διενεκές ή προστακτικά) εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 και ως έχει αναλυθεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. μεταξύ άλλων τις κλασσικές αυθεντίες Odysseos v Pieris Estates Ltd (1982) 1 C.L.R 557 και Κ.Ο.Τ. ν Θεωρή (1989) 1 Α.Α.Δ. 255) είναι:
(α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία
(γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
30. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (1982) 1 C.L.R. 557, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 152).
31. Σύμφωνα με την νομολογία, για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα (βλ. Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερ. 23.03.2017, ECLI:CY:AD:2017:A102). Επίσης, το σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση μπορεί να εξακριβωθεί μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί και που μπορούν να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο για την εξακρίβωση εάν όντως αντικειμενικά εξακριβώνεται συζητήσιμη υπόθεση ούτως ώστε να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v Χάρη Χρίστου (1998) 1 Α.Α.Δ. 598).
32. Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Χρήσιμη καθοδήγηση παρέχεται στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD-NEMESIS κ.ά., Πολιτική Έφεση Ε52/21 ημερ. 10.02.22, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας (Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St Ltd (1996)1 Α.Α.Δ. 799, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015, Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού (2004) 1 Α.Α.Δ. 209, Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα κ.α., Πολιτική Έφεση Ε143/2015, ημερ. 23.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:A102, Gabov v. Bakadri Limited κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. Ε148/20, ημερ. 20.12.2021).»
33. Επομένως, το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν αξιολογεί την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν προβαίνει σε ευρήματα αναφορικά με τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων. Κάτι τέτοιο θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Περεταίρω, όσον αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, στο σύγγραμμα των Π. Αρτέμη &, Γ. Ερωτοκρίτου, «Διατάγματα/Injunctions» (2016) 1η έκδοση στη σελ. 128-129 αναφέρονται τα εξής σχετικά:
«…η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι’ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες. Το δικαστήριο από τα ενώπιον του στοιχεία μπορεί να σχηματίσει την άποψη ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας…» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου).
34. Τέλος, όσο αφορά την τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την νομολογία, η «ανεπανόρθωτη βλάβη» υπάρχει και εξακριβώνεται εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως για παράδειγμα εάν η ζημιά που θα υποστεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων ή δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα έχοντας πάντοτε υπόψη ότι η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης δεν συναρτάται πάντοτε με την υλική αποκατάσταση (βλ. Μ & Ch. Mitsingas Tradings Ltd v. Timberland Co. (1997) 1Γ Α.Α.Δ. 1791 και Highgate Primary School Ltd κ.α. v Φυλακτίδη κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 317). Το Δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης αναφορικά με το κατά πόσον πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες και κριτήρια πέραν της ζημιάς του Αιτητή, όπως για παράδειγμα την λειτουργία και υποχρέωση του Δικαστηρίου να ενεργεί ως θεματοφύλακας του Κράτους Δικαίου (βλ. Κυρισάββα ν Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245) με τον χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης να είναι μόνο ένας εξ’ αυτών (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 Α.Α.Δ. 231). Σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λιμιτεδ κ.α. ν. Λοϊζίδου, Πολιτική Έφεση Ε7/18, ημερ. 21.03.19 αναφερθήκαν τα ακόλουθα:
«Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.»
35. Το Δικαστήριο αφού ελέγξει και καταλήξει ότι πληρούνται οι τρείς (3) προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα πρέπει ακολούθως να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Αίτηση 41/2023, ημερ. 4.7.2023). Με άλλα λόγια, έστω και εάν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει κατά πόσον είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και υπάρχει η δυνατότητα αλλά και η ευχέρεια να μην εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εάν θεωρεί ότι η έκδοση του δεν θα είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό της περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Αβερκίου ν Θεο Κτηματική Λτδ (2013) 1 Α.Α.Δ. 222). Ενδεικτικά αναφέρω ότι οι παράγοντες που το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ως προς την έκδοση ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων, αποτελούν, μεταξύ άλλων, τις συνέπειες που απορρέουν από την έκδοση ή μη των διαταγμάτων, τη συμπεριφορά των διαδίκων, τις τυχόν επιπτώσεις σε τρίτους, το κατά πόσον με την έκδοση τους αποπερατώνεται ουσιαστικά και η ουσία της αγωγής (παράγοντας που έστω και εάν ισχύει δεν είναι απαγορευτικός για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος), τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) και το ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω.
36. Όπως λέχθηκε, επίσης, στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 A.A.Δ. 788: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη». Περαιτέρω, στην Εκδόσεις Αρκτίνος (ανωτέρω)τονίστηκαν τα εξής:
«Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση.»
Εξέταση προϋποθέσεων έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων
37. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, ανατρέχοντας στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα ημερ. 07.06.24 (εφ’εξής «η Έκθεση Απαίτησης») αλλά και στην Ε/Δ Ενάγοντα παρατηρείται ότι ο Ενάγοντας αιτείται τις αιτούμενες αξιώσεις στη βάση αμέλειας εκ μέρους των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5, οι οποίοι, κατά την θέση του, παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να του αποστείλουν ειδοποίηση, ως προνοεί το Καταστατικό της Εναγόμενης 1 και η σχετική νομοθεσία, για την συνέλευση ημερ. 12.05.2023 όπου παύθηκε από διευθυντή και γραμματέα της Εναγόμενης 1 και ως εκ τούτου του στερήθηκε το δικαίωμα να ακουστεί. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να τον ενημερώσουν από πριν για τη συνέλευση ημερ. 12.05.23 και τη πρόθεση τους να τον παύσουν. Προς τούτο, ο Ενάγοντας προβάλλει τη θέση ότι οι διενεργηθείσες πράξεις, σε σχέση με τη παύση του από αξιωματούχο της Εναγόμενης 1, ήταν παράνομες και παράτυπες και ως τέτοιες άκυρες και στερούνται νομιμότητας και ισχύς και δεν δύνανται να επιφέρουν και να παράγουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα και συνέπεια έναντι της Εναγόμενης 1. Περαιτέρω, στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5, υπό την ιδιότητα τους ως αξιωματούχοι και μέλη της Εναγόμενης 1, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους παραβίασαν το καθήκον εμπιστοσύνης (fiduciary duties) το οποίο όφειλαν προς την Εναγόμενη 1 και τον Ενάγοντα, καθότι ενεργούσαν για το δικό τους προσωπικό συμφέρον και/ή ενάντια ή αδιαφορώντας για το συμφέρον της Εναγόμενης 1. Τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου, αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση κατά τέτοιο τρόπο ώστε να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60.
38. Στρεφόμενη στη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, ο Ενάγοντας στηρίζει το γεγονός οι Εναγόμενοι 2 έως 5, παρέλειψαν επί σκοπώ να τον ενημερώσουν για τις ενέργειες που σκόπευαν να λάβουν προς παύση του ως διευθυντή και γραμματέα της Εναγόμενης 1, αφού δεν έλαβε ειδοποίηση σε συνέλευση, στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 48 του καταστατικού και τη σχετική νομοθεσία. Ανατρέχοντας στο ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της Εναγόμενης 1 (βλ. Τεκμήριο 2 Ε/Δ Ενάγοντα), επί του οποίου ο Ενάγοντας στηρίζει την απαίτηση του ότι έπρεπε να ειδοποιηθεί για τη συνέλευση ημερ. 12.05.23, παρατηρώ ότι αυτά δεν φέρουν υπογραφές, κατά παράβαση των άρθρων 5[1] και 11[2] του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 (εφ’εξής «το Κεφ. 113»). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία του Ενάγοντα, με Ειδικά Ψηφίσματα τροποποιήθηκε το υφιστάμενο Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της Εναγόμενης 1 (βλ. Τεκμήριο 2 Ε/Δ Ενάγοντα), κατόπιν γραπτής απόφασης των μελών της Εναγόμενης 1 ημερ. 25.01.23 (βλ. Τεκμήριο 5 Ε/Δ Ενάγοντα). Εντούτοις, τα τότε μέλη της Εναγόμενης 1, ως προκύπτει από το μητρώο μελών (βλ. Τεκμήριο 7 Ε/Δ Ενάγοντα και Τεκμήριο 11 Ε/Δ Εναγόμενου 2), δηλώνουν ότι ουδέποτε κλήθηκαν σε συνέλευση το έτος 2023 στην οποία συμφωνήθηκε η τροποποίηση του καταστατικού της Εναγόμενης 1 (βλ. Τεκμήριο 7Α Ε/Δ Εναγόμενου 2).
39. Το δικαίωμα παύσης συμβούλου διαφαίνεται να προβλέπεται στο άρθρο 47 του υπογεγραμμένου ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της Εναγόμενης 1 ημερ. 08.12.15 (βλ. Τεκμήριο 8 Ε/Δ Εναγόμενου 2) που προνοεί ότι: «H εταιρεία μπορεί με σύνηθες ψήφισμα για το οποίο δόθηκε ειδοποίηση σύμφωνα με το Άρθρο 136 του Νόμου, να παύσει σύμβουλο πριν από τη παρέλευση της θητείας του ανεξάρτητα με το τι προβλέπεται στο παρόν καταστατικό ή οποιαδήποτε συμφωνία που έγινε μεταξύ της εταιρείας και του συμβούλου. Η παύση αυτή δεν θα επηρεάζει οποιοδήποτε αξίωση που ο σύμβουλος αυτός μπορεί να έχει για αποζημιώσεις για αθέτηση οποιουδήποτε συμβολαίου υπηρεσίας μεταξύ αυτού και της εταιρείας». Προς τούτο το Άρθρο 136 του Κεφ. 113 προνοεί τα ακόλουθα:
«Ψηφίσματα για τα οποία απαιτείται ειδική ειδοποίηση
136. Όταν με οποιαδήποτε διάταξη που περιλαμβάνεται πιο κάτω στο Νόμο αυτό απαιτείται ειδική ειδοποίηση ψηφίσματος, το ψήφισμα δεν αποκτά αποτέλεσμα εκτός αν ειδοποίηση για την πρόθεση ότι θα προταθεί έχει δοθεί στην εταιρεία τουλάχιστον είκοσι οκτώ ημέρες πριν από τη συνέλευση στην οποία προτείνεται, και η εταιρεία δίνει στα μέλη της ειδοποίηση για οποιοδήποτε τέτοιο ψήφισμα κατά τον ίδιο χρόνο και τρόπο όπως η ειδοποίηση για τη συνέλευση, ή αν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατό, δίνει ειδοποίηση για αυτό, τουλάχιστον είκοσι μια ημέρες πριν από τη συνέλευση, είτε με δημοσίευμα σε εφημερίδα που έχει ικανοποιητική κυκλοφορία ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που επιτρέπει το καταστατικό:
Νοείται ότι αν, μετά την επίδοση στην εταιρεία ειδοποίησης για την πρόθεση ότι το ψήφισμα αυτό θα προταθεί, συγκληθεί συνέλευση για ημερομηνία είκοσι οκτώ ή λιγότερες ημέρες από την επίδοση της ειδοποίησης, η ειδοποίηση λογίζεται ότι δόθηκε κατάλληλα για τους σκοπούς της άνκαι αυτή δεν δόθηκε μέσα στον απαιτούμενο από το άρθρο αυτό χρόνο.»
40. Το δικαίωμα παύσης συμβούλου παρέχεται στο Άρθρο 178 του Κεφ. 113 που διαλαμβάνει τα εξής:
«178.-(1) Εταρεία δύναται με σύνηθες ψήφισμα να παύσει σύμβουλο πριν από τη λήξη της θητείας του, ανεξάρτητα από οτιδήποτε περιλαμβάνεται στο καταστατικό της ή σε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της εταιρείας και αυτού:
Νοείται ότι σε περίπτωση ιδιωτικής εταιρείας το εδάφιο αυτό δεν παρέχει εξουσία για την παύση συμβούλου που κατέχει ισόβια θέση κατά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού ανεξάρτητα αν αυτός είναι υποχρεωμένος να αποχωρήσει λόγω περιορισμού του ορίου ηλικίας σύμφωνα με το καταστατικό ή διαφορετικά.
(2) Απαιτείται ειδική ειδοποίηση για οποιοδήποτε ψήφισμα για παύση συμβούλου με βάση το άρθρο αυτό ή για το διορισμό κάποιου στη θέση συμβούλου που παύθηκε με τον τρόπο αυτό στη συνέλευση που αυτός παύεται, και με την παραλαβή ειδοποίησης του προτεινόμενου ψηφίσματος για την παύση συμβούλου με βάση το άρθρο αυτό, η εταιρεία αποστέλλει αμέσως στον ενδιαφερόμενο σύμβουλο, αντίγραφο της και ο σύμβουλος δικαιούται να ακουστεί στη συνέλευση για το ψήφισμα είτε αυτός είναι μέλος της εταιρείας είτε όχι.
[…]
(6) Καμιά διάταξη στο άρθρο αυτό δεν εκλαμβάνεται ότι αποστερεί πρόσωπο που παύθηκε σύμφωνα με το άρθρο αυτό από αποζημιώσεις ή ζημιές πληρωτέες σε αυτό σχετικά με τον τερματισμό του διορισμού του ως συμβούλου ή από οποιοδήποτε διορισμό που τερματίζεται μαζί με το διορισμό του ως συμβούλου ή ότι περιορίζει οποιαδήποτε εξουσία για την παύση συμβούλου που δυνατό να υφίσταται ανεξάρτητα από το άρθρο αυτό.
[υπογράμμιση Δικαστηρίου]»
41. Ανατρέχοντας στη μαρτυρία των μερών δεν έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ειδική ειδοποίηση προς τον ενδιαφερόμενο σύμβουλο, ήτοι τον Ενάγοντα, σε συνέλευση σχετικά με την έγκριση ψηφίσματος παύσης συμβούλου πριν την λήξη της θητείας του. Η ειδική ειδοποίηση απαιτείται όχι μόνο από το Άρθρο 178 του Κεφ. 113 αλλά και από το Άρθρο 47 του καταστατικού της Εναγόμενης 1 ημερ. 08.12.15 (βλ. Τεκμήριο 8 Ε/Δ Εναγόμενου 2). Η θέση των Καθ’ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής θα πρέπει να παύθει για σοβαρούς λόγους όπως ότι έχει στην κατοχή του έγγραφα και αρχεία όλων των εταιρικών εγγράφων της Εναγόμενης 1 και αρνείται την πρόσβαση αυτών στους Εναγομένους 3 και 4, ότι αποκρύπτει πληροφορίες και έγγραφα που αφορούν αγοραπωλησία ακινήτου στην Κορφή Λεμεσού, ότι αρνείται να ενημερώσει τους λοιπούς διευθυντές για την έρευνα αγοραπωλησίας ακινήτου και διάφορα άλλα θέματα που αφορούν την Εναγόμενη 1 ώστε να δημιουργούνται υποψίες για παράνομες ενέργειες του, ότι παρουσιάζεται σε κυβερνητικές υπηρεσίες, τράπεζες, λογιστές και δικηγόρους ως ο μοναδικός αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1, ο οποίος λαμβάνει τις αποφάσεις και υπογράφει μόνος του τα εταιρικά έγγραφα, ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν έχουν πρόσβαση στους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 καθώς και ότι υπάρχουν υποψίες ότι ο Ενάγοντας υπογράφει έγγραφα που αφορούν την Εναγόμενη 1 χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγομένων 3 και 4, δεν αναιρεί την υποχρέωση αποστολής ειδικής ειδοποίησης, ως αναφέρω ανωτέρω. Παρομοίως, τα όσα προβάλλονται στην επιστολή ημερ. 15.05.24 της δικηγόρου της Εναγόμενης 1 προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 11 Ε/Δ Ενάγοντα), δηλαδή ότι ο Ενάγοντας ενημερώθηκε πολλές φορές από τους Εναγόμενους 3 και 4 ότι επιθυμούσαν την παραίτηση του και τους λόγους που επιθυμούσαν την παραίτηση του καθώς και ότι ο Ενάγοντας ενημέρωσε γραπτώς ότι επιθυμούσε να παραιτηθεί αφού υπογραφόταν σχετικό «indemnity letter», εκμηδενίζει την υποχρέωση αποστολής της προαναφερθείσας ειδικής ειδοποίησης, με βάση την νομοθεσία ως παρατίθεται ανωτέρω.
42. Ούτε η διαδικασία που ακολουθήθηκε στον Έφορο, σύμφωνα με την επιστολή ημερ. 01.11.23 (βλ. Τεκμήριο 9 E/Δ Ενάγοντα), διαφοροποιεί την πιο πάνω υποχρέωση. Εξάλλου στην επιστολή ημερ. 01.11.23 εξηγείται ότι ο Έφορος δεν μπορεί να αρνηθεί την καταχώρηση εγγράφου που υποβάλλεται αν αυτό είναι συμπληρωμένο σύμφωνα με το Κεφ. 113, τους σχετικούς Κανονισμούς και δεν υπάρχει σχετικό απαγορευτικό διάταγμα. Επιπλέον, στην προαναφερθείσα επιστολή, εξηγείται ότι τα έγγραφα για παύση του Ενάγοντα ήταν ορθά συμπληρωμένα, η Βεβαίωση ημερ. 12.05.23 που τη συνόδευε ήταν υπογεγραμμένη από τον νέο Γραμματέα (βλ. σχετικά Τεκμήριο 6 Ε/Δ Ενάγοντα), ότι αποστάλθηκε επιστολή προς τον παραιτηθέντα γραμματέα καλώντας τον αναφέρει τους λόγους μη υπογραφής της Βεβαίωσης από αυτόν όπου δεν υπήρξε ανταπόκριση και ως εκ τούτου ο Έφορος προχώρησε στην καταχώρηση των αλλαγών σχετικά με την Εναγόμενη 1. Επιπρόσθετα, στην πιο πάνω επιστολή, γίνεται αναφορά ότι ο Έφορος δεν ελέγχει αν τηρηθήκαν οι απαιτούμενες εσωτερικές διαδικασίες πριν την κοινοποίηση των αλλαγών.
43. Συνεπώς, σε αυτό το στάδιο χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, κρίνω ότι καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης όσο αφορά τις λεπτομέρειες αμέλειας των Εναγομένων 3 και 4 σχετικά μόνο με τη μη αποστολή ειδικής ειδοποίησης στον Ενάγοντα, ως προνοεί το Καταστατικό της Εναγόμενης 1 και η σχετική νομοθεσία, για τη συνέλευση ημερ. 12.05.2023 όπου παύθηκε από διευθυντής και γραμματέας της Εναγόμενης 1, προκειμένου αυτός να ακουστεί, καθώς και ότι η ενέργεια αυτή φαίνεται να είναι παράνομη και/ή παράτυπη, ως προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης. Συνεπώς, η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 πληρείται μόνο αναφορικά με τον Εναγόμενο 3 εφόσον η αίτηση δεν προωθείται εναντίον του Εναγόμενου 4.
44. Όσο αφορά την Εναγόμενη 1 δεν προβάλλεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της στην Έκθεση Απαίτησης ενώ όσο αφορά τους Εναγομένους 2 και 5, ο Εναγόμενος 2 διορίστηκε ως διευθυντής της Εναγόμενης 1 μεταγενέστερα της συνέλευσης ημερ. 12.05.23 και η Εναγόμενη 5 ως γραμματέας κατά τη συνέλευση ημερ. 12.05.23. Συνεπώς, ουδεμία υποχρέωση είχαν για αποστολή της ειδικής ειδοποίησης.
45. Για τις λοιπές λεπτομέρειες αμέλειες, ήτοι ότι οι Εναγόμενοι 2 έως 5 δεν ενέργησαν ως προς το συμφέρον της Εναγόμενης 1 αλλά εξυπηρετώντας δικά τους συμφέροντα, ότι δεν ενημερώθηκε ο Ενάγοντας για την πρόθεση τους για παύση του προγενέστερα της συνέλευσης ημερ. 12.05.23 αλλά και ότι παύθηκε μετά τη συνέλευση, ότι δεν τον ενημέρωσαν για τις συνελεύσεις που ακολούθησαν τη συνέλευση ημερ. 12.05.23, ότι γενικά παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να ενεργήσουν σύμφωνα με το Καταστατικό της Εναγομένης 1, τις πρόνοιες του νόμου και των Κανονισμών και ότι οι πράξεις που ακολουθήσαν τη παύση του Ενάγοντα είναι παράνομες και/η παράτυπες, φρονώ ότι, εκτός από την επιστολή ημερ. 15.05.24 της δικηγόρου της Εναγόμενης 1 προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 11 Ε/Δ Ενάγοντα) όπου προκύπτει ότι ο Ενάγοντας είχε ενημέρωση για την πρόθεση παύσης του, για τους υπόλοιπους ισχυρισμούς δεν έχει προσκομιστεί σχετική μαρτυρία. Ειδικότερα, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία ποια είναι τα συμφέροντα που οι Εναγόμενοι 2 – 5 κατ’ισχυρισμό εξυπηρετούν αμελώντας το συμφέρον της Εναγόμενης 1, ποιες είναι οι συνελεύσεις της Εναγόμενης 1 που ακολούθησαν και γιατί έπρεπε να ενημερωθεί ο Ενάγοντας και γι’αυτές εφόσον είχε προγενέστερα παυθεί, ότι υφίσταται υποχρέωση μεταγενέστερης ενημέρωσης από αυτούς ότι ο Ενάγοντας παύθηκε,[3] ποιες είναι οι πρόνοιες του καταστατικού της Εναγόμενης 1, του νόμου και των σχετικών κανονισμών που γενικότερα αμέλησαν αλλά και ποιες είναι οι πράξεις που ακολούθησαν σε σχέση με την παύση του Ενάγοντα από αξιωματούχο της Εναγόμενης 1 που είναι κατ’ισχυρισμό παράνομες και/ή παράτυπες.
46. Όσο αφορά τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι 2 έως 5, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως αξιωματούχοι και μέλη της Εναγόμενης 1, παραβίασαν καθήκον εμπιστοσύνης (fiduciary duties) το οποίο όφειλαν προς την Εναγόμενη 1 και τον Ενάγοντα, επίσης δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία επί τούτου, ήτοι ποιο είναι αυτό το καθήκον εμπιστοσύνης που κατ’ισχυρισμό υπέχουν οι Εναγόμενοι 2 έως 5 προς τον Ενάγοντα και την Εναγόμενη 1 και παραβίασαν. Επίσης ο ισχυρισμός αυτός δεν αναπτύσσεται στις γραπτές αγορεύσεις της συνηγόρου του Ενάγοντα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να θεωρείται εγκαταλειφθέν.
47. Τέλος, όσο αφορά την τρίτη προϋπόθεση του Ν.14/60, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο και αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού καθημερινά επηρεάζονται τα δικαιώματα του, συμπεριλαμβανομένου των δικαιωμάτων του ως διευθυντής και γραμματέας της Εναγόμενης 1. Η πιο πάνω αναφορά φρονώ είναι γενική και αόριστη αφού δεν εξηγεί ακριβώς ποια είναι τα δικαιώματα του Ενάγοντα που επηρεάζονται καθημερινά ώστε να είναι δυνατή η εξακρίβωση από το Δικαστήριο ποια είναι η ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστεί σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων στο παρόν στάδιο. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση η τρίτη προϋπόθεση που θέτει ο Ν.14/60 δεν πληρείται.
48. Παρά την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που θέτει ο Ν.14/60, που επισφραγίζει το αποτέλεσμα της επίδικης αίτησης κρίνω ότι ούτε είναι δίκαιο και πρόσφορο όπως ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Στη κατάληξη μου αυτή καταφθάνω έχοντας υπόψη ότι στον Εναγόμενο 4, ο οποίος όχι μόνο είναι διευθυντής της Εναγόμενης 1 (βλ. Τεκμήριο 1 Ε/Δ Ενάγοντα) αλλά και σύμφωνα με τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 είναι ο κύριος και μοναδικός επενδυτής της Εναγόμενης 1, δεν προωθήθηκε η επίδικη αίτηση. Η μη προώθηση, αναφορικά με τον Εναγόμενο 4, της επίδικης αίτησης, η οποία αφορά διατάγματα σχετικά με την Εναγόμενη 1 χωρίς να αυτός να προβάλλει τη θέση του επί την έκδοση αυτών ενώ είναι διευθυντής της Εναγόμενης 1 ασφαλώς δεν θα ήταν δίκαιο. Μάλιστα από το πρακτικό της συνέλευσης ημερ. 12.05.23 (βλ. Τεκμήρια 1 και 2 Ε/Δ Εναγόμενου 2) αυτός και ο Εναγόμενος 3 ήταν παρόντες κατά τη συνέλευση ημερ. 12.05.23. Άρα κρίνεται άκρως παράδοξο να προωθείται η επίδικη αίτηση με την οποία αξιώνεται η ακύρωση κάθε απόφασης που λήφθηκε στη συνέλευση ημερ. 12.05.23 και ταυτόχρονα η επίδικη αίτηση να μην προωθείται εναντίον του Εναγόμενου 4 που ήταν παρών στην προαναφερθείσα συνέλευση προκειμένου να προβάλλει τις όποιες θέσεις του.
49. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντα, ως αναφέρω ανωτέρω, με Ειδικά Ψηφίσματα τροποποιήθηκε το υφιστάμενο Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της Εναγόμενης 1 (βλ. Τεκμήριο 2 Ε/Δ Ενάγοντα), κατόπιν γραπτής απόφασης των μελών της Εναγόμενης 1 ημερ. 25.01.23 (βλ. Τεκμήριο 5 Ε/Δ Ενάγοντα) ενώ τα τότε μέλη της Εναγόμενης 1, ως προκύπτει από το μητρώο μελών (βλ. Τεκμήριο 7 Ε/Δ Ενάγοντα και Τεκμήριο 11 Ε/Δ Εναγόμενου 2), δηλώνουν ότι ουδέποτε κλήθηκαν σε συνέλευση το έτος 2023 στην οποία συμφωνήθηκε η τροποποίηση του καταστατικού της Εναγόμενης 1 και ούτε ψήφισαν όπως οι Εναγόμενοι 6 έως 9 προστεθούν ως μέλη ή διευθυντές της Εναγόμενης 1. Περαιτέρω, σύμφωνα με την μαρτυρία του Εναγόμενου 2, χωρίς τη γνώση των Εναγομένων 1 έως 5 ο Ενάγοντας αποτάθηκε στο Δικαστήριο και εξασφάλισε διάταγμα επικύρωσης της προαναφερθείσας τροποποίησης του Ιδρυτικού Εγγράφου και καταστατικού της Εναγόμενης 1, ως το Ειδικό Ψήφισμα ημερ. 25.01.23 (βλ. αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 21.06.23 στα πλαίσια της αίτησης αρ. 229/23 (ijustice) του Ε.Δ. Λεμεσού – Τεκμήριο 11Α).Τα πιο πάνω υποδηλώνουν ότι, πριν τη συνέλευση ημερ. 12.05.23 για παύση του Ενάγοντα από διευθυντή και γραμματέα της Εναγόμενης 1 (βλ. πρακτικά συνέλευσης ημερ. 12.05.23 – Τεκμήρια 1 και 2 Ε/Δ Εναγόμενου 2) αλλά και μετά, ο ίδιος προέβαινε σε ενέργειες χωρίς να ενημερώσει τους λοιπούς διευθυντές και μέλη της Εναγόμενης 1. Περαιτέρω, ως προκύπτει από το μητρώο μελών (βλ. Τεκμήριο 7 Ε/Δ Ενάγοντα), το οποίο τηρούσε μόνο ο Ενάγοντας, οι Εναγόμενοι 6 και 9 διοριστήκαν μέλη της Εναγόμενης 1 την ίδια ημερομηνία που παραιτηθήκαν (resigned) 6 υφιστάμενα μέλη της Εναγόμενης 1,[4] χωρίς να εξηγείται γιατί παραιτηθήκαν από τις 03.02.23, ενώ από την ηλεκτρονική έρευνα ημερ. 15.05.24 στον Έφορο Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας (βλ. Τεκμήριο 1 Ε/Δ Ενάγοντα) προκύπτει ότι αυτά τα 6 υφιστάμενα μέλη ήταν και «Διευθυντές» της Εναγόμενης 1, με ημερομηνία τερματισμού τους την «25.01.23» και ενώ ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι τα μέλη αυτά παράνομα παύθηκαν από την Εναγόμενη 1 και μάλιστα, περί τον Σεπτέμβριο του 2024, υπέγραψαν σχετικές δηλώσεις, ως αναφέρω ανωτέρω (βλ. Τεκμήριο 7Α Ε/Δ Εναγόμενου 2). Οι πιο πάνω ενέργειες του Ενάγοντα θεωρώ ότι γέρνουν το ισοζύγιο της ευχέρειας υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
50. Στη πιο πάνω κατάληξη καταφθάνω έχοντας υπόψη ότι όλοι οι υφιστάμενοι διευθυντές της Εναγόμενης 1, ήτοι οι Εναγόμενοι 2 έως 4, δεν επιθυμούν να ενεργεί ο Ενάγοντας ως «Διευθυντής» και «Γραμματέας» της Εναγόμενης 1 και ακύρωση των αποφάσεων που λήφθηκαν στη συνέλευση ημερ. 12.05.23, μεταξύ των οποίων της παύσης του Ενάγοντα, θα επηρέαζε, κατά την κρίση μου, την εύρυθμη λειτουργία και διοίκηση της Εναγόμενης 1.
Κατάληξη
51. Για λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται.
52. Η απαίτηση ορίζεται για διαχείριση της υπόθεσης, με σκοπό την ταξινόμηση αυτής, αναφορικά με τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 5 στις 15/05/26 και η ώρα 9:00π.μ.
Τα έξοδα
53. Όσο αφορά τα έξοδα ο γενικός κανόνας, με βάση τον Κ.39.2 των Κ.Π.Δ. 2023, είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα τού επιτυχόντα διαδίκου και ότι τέτοια διαταγή ή διαταγές θα εκδίδονται ή πρέπει να εκδίδονται σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται κατά την πορεία της δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 5 και εναντίον του Αιτητή.
54. Αποτελεί επιπλέον γενικό κανόνα ότι το Δικαστήριο προβαίνει σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων κατά την ολοκλήρωση οποιασδήποτε ακρόασης η οποία διήρκησε συνολικά όχι πέραν των 6 ωρών και σε τέτοια περίπτωση η διαταγή θα καλύπτει τα έξοδα της αίτησης ή του θέματος με τα οποία σχετιζόταν η ακρόαση (βλ. Κ. 39.7 των Κ.Π.Δ. 2023). Προς τούτο αποτελεί καθήκον των διαδίκων και των δικηγόρων τους να βοηθούν το Δικαστήριο στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων σε κάθε υπόθεση στην οποία εφαρμόζεται ο Κ.39.7 υποβάλλοντας προς τούτο κατάλογο εξόδων των αξιούμενων ποσών δύο μέρες πριν την τελική ακρόαση (βλ. Κ. 39.9. (1) των Κ.Π.Δ. 2023). Στην προκειμένη περίπτωση, αμφότερες πλευρές έχουν καταχωρήσει στον ηλεκτρονικό φάκελο της παρούσας απαίτησης τον κατάλογο εξόδων τους.
55. Το Δικαστήριο έχει προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων της επίδικης αίτησης λαμβάνοντας υπόψη τον κατάλογο εξόδων των Καθ’ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 5 και τα όσα καταγράφονται στο Παράρτημα Β των Κ.Π.Δ. 2023. Συνεπώς, επιδικάζονται εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 5 έξοδα της επίδικης αίτησης ύψους €2.784 πλέον Φ.Π.Α. πλέον πραγματικά έξοδα ύψους €28.
56. Τα έξοδα των Καθ’ων η Αίτηση να καταβληθούν εντός 28 ημερών από σήμερα.
(Υπ.)……………………...
Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Subject: Civil/Other Actions /Interim
(Αναφορά: Πολιτική – interim order).
[1] «5. Το ιδρυτικό έγγραφο υπογράφεται από κάθε υπογραφέα στην παρουσία ενός τουλάχιστο μάρτυρα ο οποίος πρέπει να βεβαιώνει την υπογραφή».
[2] «11. Το καταστατικό πρέπει να - (α) διαιρείται σε παραγράφους που είναι αριθμημένες διαδοχικά (β) είναι υπογραμμένο από κάθε πρόσωπο που προσυπόγραψε το ιδρυτικό έγγραφο στην παρουσία ενός τουλάχιστο μάρτυρα που πρέπει να επιβεβαιώσει την υπογραφή».
[3] Εν πάσει περίπτωση από την επιστολή ημερ. 01.11.23 του Έφορου (βλ. Τεκμήριο 9 E/Δ Ενάγοντα), προκύπτει ότι ενημερώθηκε από τον Έφορο σχετικά με τη μη υπογραφή, από τον ίδιο, της Βεβαίωσης ημερ. 12.05.23.
[4] Ήτοι οι κ.κ. «ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Humpries, ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Moren, ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Greenwood, ΧΧΧΧΧ Homer, ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Cook και ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Thomas».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο