ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός Απαίτησης: 102/2025 (i-justice)
Μεταξύ:
Γυμναστικός Σύλλογος «ΤΑ ΟΛΥΜΠΙΑ»
Ενάγοντα
και
1. ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΡΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
2. ARIS FC 1930 LTD
Εναγόμενων
--------------------
Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ημερομηνίας 11/8/2025
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30/4/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για ενάγοντα - αιτητή: κ. Κ. Πίττας, για ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΙΤΤΑΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ’ ων η αίτηση: κ. Ν. Λεωνίδα, για ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, ΦΛΩΡΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ενάγοντας, στις 3/2/2025 καταχώρησε την αγωγή του με έντυπο απαίτησης αρ. 4, ενώ στις 6/3/2025 καταχώρησε έκθεση απαίτησης. Τόσο με το έντυπο απαίτησης όσο και με την έκθεση απαίτησης αξιώνει τα ακόλουθα:
«(Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία ημερ. 26/07/1983 μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου Αρ. 1 (η «Συμφωνία ημερ. 26/07/1983») και η Συμφωνία ημερ. 17/09/2015 μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου Αρ. 1 (η «Συμφωνία ημερ. 17/09/2015»), έχουν τερματισθεί αυτόματα και/ή έχουν τερματισθεί και/ή έχουν κηρυχθεί τερματισθείσες και/ή έπαψαν να ισχύουν κατά ή περί τις 12/09/2022 όταν οι Εναγόμενοι δήλωσαν ως έδρα της ποδοσφαιρικής τους ομάδας ανδρών πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, στάδιο άλλο από το Τσίρειο Στάδιο και/ή η ισχύ των ανωτέρω συμφωνιών ουδέποτε επεκτάθει και/ή ανανεώθηκε από τους διάδικους, και/ή
(Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος Αρ. 1 έχει παραβεί τους όρους της Συμφωνίας ημερ. 26/07/1983 και της Συμφωνίας ημερ. 17/09/2015 και ότι ο Ενάγοντας έχει νόμιμα και δικαιολογημένα τερματίσει την ισχύ αυτών, και/ή
(Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τον παραμερισμό της Συμφωνίας ημερ. 26/07/1983 και της Συμφωνίας ημερ. 17/09/2015 και/ή τερματισμό αυτών εξ’ υπαιτιότητας των Εναγόμενων, και/ή
(Δ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο με Αρ. Εγγραφής 1/360 του Φ/Σχ. 54/490301, Τμήμα 1, Τεμάχιο 342, της Ενορίας Πέτρος και Παύλος της Τοποθεσίας Καφκάλλα, της Λεμεσού (το ‘’Ακίνητο’’) και/ή στο μέρος του Ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το Βοηθητικό Γήπεδο ‘’Β’’, και σε όλες τις εγκαταστάσεις και/ή κτίρια και/ή λυόμενα και/ή αποθηκευτικούς χώρους που υφίστανται εντός και/ή πλησίον του Βοηθητικού Γηπέδου και/ή που αφορούν και σχετίζονται με το συγκεκριμένο Βοηθητικό Γήπεδο (συλλογικά το ‘’Βοηθητικό Γήπεδο’’), και/ή
(Ε) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους αυτών να παραδώσουν στον Ενάγοντα απόλυτη κατοχή (absolute possession) του Βοηθητικού Γηπέδου εντός 30 ημερών από την έκδοση και επίδοση των διαταγμάτων που ήθελαν εκδοθούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και/ή
(ΣΤ) Διηνεκές Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή στους αντιπροσώπους αυτών από του να εισέρχονται και/ή να χρησιμοποιούν καθ’ οποιονδήποτε τρόπο το Βοηθητικό Γήπεδο και/ή να μετακινήσουν και/ή να αφαιρέσουν χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του Ενάγοντα οποιαδήποτε αντικείμενα που έχουν τοποθετηθεί στο Βοηθητικό Γήπεδο και τα οποία αποτελούν μέρος και/ή αναπόσπαστο μέρος του Βοηθητικού Γηπέδου και/ή των εγκαταστάσεών του, και/ή
(Ζ) Αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων από κοινού και/ή κεχωρισμένως ύψους Ευρώ 285,000 που αντιπροσωπεύει την ζημιά που υπέστει ο Ενάγοντας από την απώλεια χρήσης του Βοηθητικού Γηπέδου από την ημερομηνία τερματισμού και/ή αυτόματης λήξης της Συμφωνίας ημερ. 26/07/1983 και της Συμφωνίας ημερ. 17/09/2015 ήτοι από τις 12/09/2022, μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας Αγωγής, και/ή ένεκα αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή ένεκα παράνομης εισόδου και/ή ένεκα παράνομης επέμβασης, και/ή
(Η) Αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων από κοινού και/ή κεχωρισμένως ποσού Ευρώ 10,000 μηνιαίως που αντιπροσωπεύει την ζημιά που θα υποστεί ο Ενάγοντας από την απώλεια χρήσης του Βοηθητικού Γηπέδου από την ημερομηνία καταχώρησης της Αγωγής υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, μέχρι την ημερομηνία παράδοσης στον Ενάγοντας της απόλυτης κατοχής (absolute possession) του Βοηθητικού Γηπέδου, και/ή ένεκα αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή ένεκα παράνομης εισόδου και/ή ένεκα παράνομης επέμβασης, και/ή
(Θ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις.
(Ι) Νόμιμο τόκο.
(ΙΑ) Έξοδα συν ΦΠΑ (Αρ. Μητρώου Εγγραφής 10223047Ε).»
Οι δυο εναγόμενοι, στις 24/2/2025 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, ενώ στις 20/6/2025 καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα.
Ο τελευταίος, στις 11/8/2025 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των δυο εναγόμενων, ως η έκθεση απαίτησης.
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο αντιπρόεδρος του ενάγοντα, Γεώργιος Οδυσσέως.
Οι δυο εναγόμενοι καταχώρησαν την ακόλουθη ένσταση στην αίτηση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο πρόεδρος των εναγόμενων 1 και εκ των διευθυντών των εναγόμενων 2, Λύσανδρος Λυσάνδρου.
«1. Δεν τηρείται καμιά από τις προϋποθέσεις που θέτει το ΜΕΡΟΣ 24 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες υπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 ούτως ώστε οι Αιτητές να δικαιούνται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2.
2. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 έχουν καλόπιστη και βάσιμη, με βάση τα γεγονότα, Υπεράσπιση, την οποία δικαιούνται να προβάλουν κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της Απαίτησης.
3. Οι Αιτητές δεν παρουσίασαν μαρτυρία και/ή επαρκή μαρτυρία και/ή δε απέδειξαν και/ή δεν υποστήριξαν ότι, με βάση τη μαρτυρία, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας, επί της απαίτησης και/ή προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης.
4. Οι Αιτητές δεν παρουσίασαν μαρτυρία και/ή επαρκή μαρτυρία και/ή δεν απέδειξαν και/ή δεν υποστήριξαν, με θετικό τρόπο, ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 δεν έχουν πραγματική προοπτική προβολής επιτυχούς υπεράσπισης στην εναντίον τους απαίτηση και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί με δίκη.
5. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας, η οποία είναι καλόπιστη και επί νομικών θεμάτων και επί των γεγονότων και φαίνεται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του ο οποίος ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 και είναι Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Καθ΄ ου η Αίτηση 2.
6. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Αιτητών, ως επίσης και τα επισυνημμένα τεκμήρια δεν είναι νομικά και ουσιαστικά επαρκή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
7. Υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία και ζητήματα, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία, και τα οποία εάν γίνουν αποδεκτά θα καταδείξουν ότι δεν ευσταθεί η αξίωση των Αιτητών.
8. Υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο και νομικά αβάσιμο το δικαίωμα των Αιτητών σε απόφαση στην απαίτηση.
9. Η υπό κρίση Αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά, καταπιεστικά, με μοναδικό σκοπό να στερήσει τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 να υπερασπιστούν την θέση τους.
10. Η παρούσα απαίτηση δεν είναι εκ των καθαρών και αδιαμφισβήτητων εκείνων περιπτώσεων που μπορεί το Σεβαστό Δικαστήριο να στερήσει στους Καθ ων η Αίτηση 1 και 2 το Δικαίωμα τους να προβάλουν την υπεράσπιση τους.
11. Η Αίτηση των Αιτητών στηρίζεται σε επιλεκτική, ελλιπή και/ή μονομερή παρουσίαση των γεγονότων, χωρίς πλήρη και αντικειμενική έκθεση του συνόλου των πραγματικών περιστατικών που άπτονται της υπό κρίση απαίτησης, γεγονός που αποκλείει την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
12.Τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης θα οδηγούσε σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων των Καθ’ ων 1 και 2.
13.Τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης θα προκαλούσε σοβαρή, άμεση και ανεπανόρθωτη βλάβη και ζημία στους Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2, τόσο σε οικονομικό όσο και σε επαγγελματικό και επιχειρηματικό επίπεδο, χωρίς να τους έχει δοθεί η δυνατότητα πλήρους και ουσιαστικής ακρόασης και προβολής της Υπεράσπισής τους, γεγονός που καθιστά την παρούσα Αίτηση άδικη, καταπιεστική και αντίθετη με τις αρχές της δίκαιης δίκης.»
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των παραπάνω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι τα εξής:
Ο ενάγοντας (στο εξής και «ΓΣΟ» καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, με μερίδιο 1/3, συγκεκριμένου ακινήτου στη Λεμεσό, εντός του οποίου βρίσκονται - μεταξύ άλλων - το Τσίρειο Στάδιο και τρία βοηθητικά γήπεδα. Τα υπόλοιπα 2/3 του ακινήτου ανήκουν από 1/3 στον Μητροπολίτη Λεμεσού και στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου. Το ακίνητο δωρίσθηκε από τον Πέτρο Τσίρο για σκοπούς προώθησης του αθλητισμού και για την ανέγερση αθλητικών εγκαταστάσεων και αθλητικού κέντρου, δυνάμει δυο καταπιστευμάτων, ημερομηνίας 9/3/1968, το ένα και 12/3/1972, το άλλο.
Σύμφωνα με τα δυο αυτά καταπιστεύματα, ο ΓΣΟ ανέλαβε τη διαχείριση του ακινήτου και όλων των εγκαταστάσεών του το οποίο διαχειρίζεται αποκλειστικά, χωρίς να χρειάζεται τη συγκατάθεση των δυο συνιδιοκτητών του, οι οποίοι, ωστόσο, τον είχαν και έχουν εξουσιοδοτήσει να έχει αποκλειστική διοίκηση και διαχείριση του ακινήτου και να τους αντιπροσωπεύει και ενώπιον των Δικαστικών Αρχών.
Κατά ή περί τις 26/7/1983, ο ΓΣΟ σύναψε γραπτή συμφωνία με τους εναγόμενους 1 (στο εξής και «1η επίμαχη συμφωνία») με την οποία ο πρώτος συμφώνησε να παράσχει στους δεύτερους (στο εξής και «ΑΡΗΣ») το δικαίωμα χρήσης του ενός από τα τρία βοηθητικά γήπεδα (ανωτέρω) σε αντάλλαγμα της χρησιμοποίησης από τον ΑΡΗ του Τσιρείου Σταδίου, ως έδρας της ποδοσφαιρικής του ομάδας ανδρών, πρώτης κατηγορίας.
Πανομοιότυπες συμφωνίες συνάφθηκαν την ίδια μέρα και μεταξύ ΓΣΟ και ΑΠΟΛΛΩΝΑ, η μία και ΓΣΟ και ΑΕΛ, η άλλη.
Στο προοίμιο της 1ης επίμαχης συμφωνίας αναφέρονται τα εξής, μεταξύ άλλων:
Ότι τα ποδοσφαιρικά σωματεία πρώτης κατηγορίας ΑΠΟΛΛΩΝ, ΑΡΗΣ και ΑΕΛ χρησιμοποιούσαν ως έδρα τους το Τσίρειο Στάδιο και ότι δεν διέθεταν χώρους προπονήσεως και ότι ο ΓΣΟ προτίθετο να παραχωρήσει στα εν λόγω σωματεία, άδεια χρήσης των βοηθητικών γηπέδων με βάση τους όρους της 1ης επίμαχης συμφωνίας.
Οι ακόλουθοι είναι μερικοί από τους όρους της εν λόγω συμφωνίας:
Σε αντάλλαγμα της χρησιμοποιήσεως ως έδρας του ΑΡΗ το Τσίρειο Στάδιο, ο ΓΣΟ παραχώρησε στον ΑΡΗ δικαίωμα χρήσεως του βοηθητικού γηπέδου (σημειούμενο ως ‘’Β’’ στο χάρτη που επισυνάπτεται στην 1η επίμαχη συμφωνία) για σκοπούς προπονήσεων μόνον (όρος 2). Σε περίπτωση τερματισμού της εν λόγω συμφωνίας, η κατοχή του γηπέδου θα επανέρχετο στο ΓΣΟ ως έχει, χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση και πληρωμή και χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα στον ΑΡΗ να αξιώνει αποζημιώσεις ή έξοδα (όρος 7). Ο ΑΡΗΣ είχε αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιεί το γήπεδο για προπονήσεις της ποδοσφαιρικής του ομάδας, χωρίς κανένα δικαίωμα ανοικοδόμησης οποιουδήποτε κτίσματος χωρίς τη γραπτή άδεια του ΓΣΟ (όρος 8). Το δικαίωμα του ΑΡΗ να χρησιμοποιεί το γήπεδο, θα ίσχυε, εφόσον θα ανταποκρινόταν στις απαιτούμενες υποχρεώσεις του και στην καλή συντήρηση του γηπέδου, εφόσον παραμένει στη δύναμη της Κ.Ο.Π. και εφόσον το δικαίωμα χρήσης δεν θα τερματιζόταν από το ΓΣΟ (όρος 10). Όλοι οι όροι της συμφωνίας είναι ουσιώδεις και παράβαση οποιουδήποτε από αυτούς δίδει το δικαίωμα στο ΓΣΟ να τερματίσει τη συμφωνία και να παραλάβει το χώρο που παραχωρήθηκε χωρίς να έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να αποζημιώσει ή να επιστρέψει οποιαδήποτε χρήματα στον ΑΡΗ (όρος 17).
Κατά ή περί τις αρχές Ιουλίου 2015, ο ΓΣΟ είχε πληροφορηθεί από την ιστοσελίδα της Κ.Ο.Π. ότι ο ΑΡΗΣ είχε δηλώσει ως έδρα της ποδοσφαιρικής του ομάδας ανδρών πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος της Κ.Ο.Π., το στάδιο ‘’Αντώνης Παπαδόπουλος’’.
Ενόψει του γεγονότος αυτού, το οποίο και συνιστούσε αυτόματο τερματισμό της 1ης επίμαχης συμφωνίας και του δικαιώματος χρήσης του βοηθητικού γηπέδου, ο ΓΣΟ, μέσω των δικηγόρων του, στις 20/7/2015 απέστειλε στον ΑΡΗ και τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου, επιστολή, με την οποία τους ενημέρωνε - μεταξύ άλλων - τα εξής:
Ότι ο ΑΡΗΣ παραβίασε την 1η επίμαχη συμφωνία με το να επιλέξει ως έδρα του άλλο στάδιο από το Τσίρειο Στάδιο. Πέραν αυτού, ότι υπέπεσε σε δεύτερη παράβαση, με το να προβαίνει εκείνη την περίοδο σε παράνομη ανέγερση κτίσματος για στέγαση αποδυτηρίων, παραβιάζοντας τον όρο 8 της 1ης επίμαχης συμφωνίας. Ότι ενόψει των ανωτέρω, ο ΓΣΟ τερμάτιζε την εν λόγω συμφωνία και τους καλούσε να παύσουν να χρησιμοποιούν το βοηθητικό γήπεδο και ότι μετά την πάροδο 15 ημερών, ο ΓΣΟ θα απαγόρευε την είσοδο οποιουδήποτε ποδοσφαιριστή να εισέρχεται στο βοηθητικό γήπεδο και οποιαδήποτε τέτοια είσοδος, θα θεωρείτο παράνομη.
Κατά ή περί τις 6/6/2016, ο ΑΡΗΣ συνήψε με το ΓΣΟ τη συμφωνία ημερομηνίας 17/9/2015 (στο εξής και «2η επίδικη συμφωνία») έτσι ώστε ο ΑΡΗΣ να λάβει νέο δικαίωμα χρήσης του βοηθητικού γηπέδου και να μη θεωρείται ότι επεμβαίνει παράνομα, ως επίσης και για να λάβει την συγκατάθεση του ΓΣΟ για ολοκλήρωση και νομιμοποίηση των υποστατικών και των αποδυτήριων που είχε ανεγείρει παράνομα και χωρίς την συγκατάθεση του ΓΣΟ και των πολεοδομικών αρχών, εντός του βοηθητικού γηπέδου, αλλά και για να αποσύρει ο ΓΣΟ την ποινική υπόθεση που είχε καταχωρήσει εναντίον του ΑΡΗ και του τότε προέδρου του, για τις εν λόγω παρανομίες.
Σύμφωνα με τις επίμαχες συμφωνίες, ενόσω ο ΑΡΗΣ συνέχιζε να χρησιμοποιεί και να δηλώνει το Τσίρειο Στάδιο, ως έδρα της ποδοσφαιρικής του ομάδας ανδρών πρώτης κατηγορίας, θα δικαιούτο να συνεχίζει να χρησιμοποιεί το βοηθητικό γήπεδο για σκοπούς προπονήσεων της ποδοσφαιρικής του ομάδας, το οποίο και χρησιμοποιούσε.
Οι εναγόμενοι 2 είναι υπεύθυνοι για τη διαχείριση των ποδοσφαιρικών ομάδων του ΑΡΗ και τη λήψη αποφάσεων.
Κατά ή περί το Φθινόπωρο του 2021, ενόψει και της επικείμενης μεταφοράς της έδρας των ποδοσφαιρικών ομάδων ανδρών πρώτης κατηγορίας του ΑΠΟΛΛΩΝΑ, του ΑΡΗ και της ΑΕΛ στο υπό κατασκευή - τότε - στάδιο ‘’ALPHA MEGA’’ στο Κολόσσι, ο ΓΣΟ έκρινε πρέπον να πληροφορήσει και τα τρία αυτά σωματεία ότι η μεταφορά της έδρας τους, θα είχε ως συνέπεια τον τερματισμό των συμφωνιών με βάση τις οποίες χρησιμοποιούσαν δωρεάν για σκοπούς προπονήσεων τα βοηθητικά γήπεδα και να τα καλέσει σε διαβούλευση μαζί του για να καταλήξουν από κοινού στην εκτέλεση νέων συμφωνιών για συνέχιση της χρήσης των βοηθητικών γηπέδων. Για το σκοπό αυτό, κατά ή περί στις 28/10/2021 στάλθηκε στον ΑΡΗ μέσω δικηγόρου σχετική επιστολή με την οποία πληροφορείτο ότι σε περίπτωση μετακίνησης της έδρας του, αν δεν εκτελείτο νέα συμφωνία για χρήση του βοηθητικού γηπέδου, ο ΓΣΟ ανέμενε ότι ο ΑΡΗΣ θα του επέστρεφε την κατοχή του βοηθητικού γηπέδου και των εγκαταστάσεών του.
Ακολούθησαν επαφές μεταξύ του ΓΣΟ και του ΑΡΗ αναφορικά με το ζήτημα της χρήσης του βοηθητικού γηπέδου, οι οποίες δεν οδήγησαν κάπου.
Κατά ή περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2022, ο ΑΡΗΣ, χωρίς να ενημερώσει τον ΓΣΟ καταχώρησε γραπτό αίτημα στην Κ.Ο.Π. για μεταφορά της έδρας του στο Αντώνης Παπαδόπουλος, το οποίο, κατά ή περί τις 12/9/2022, εγκρίθηκε.
Κατά ή περί τις 18/11/2022, ο γενικός διευθυντής των εναγόμενων 2, απέστειλε επιστολή στο ΓΣΟ με την οποία τον παρακάλεσε να εξετάσει αίτημα του ΑΡΗ για παραχώρηση του Τσιρείου Σταδίου για προπονήσεις της Α’ ομάδας του ΑΡΗ, για περίπου 6 έως 8 εβδομάδες με αντάλλαγμα την καταβολή ποσού μέχρι €20.000, μηνιαίως.
Κατά ή περί τις 22/11/2022, ο δικηγόρος Δημήτρης Αραούζος απέστειλε εκ μέρους του ΓΣΟ επιστολή στον ΑΡΗ, με την οποία ανάφερε - μεταξύ άλλων -τα εξής:
Ότι ο ΓΣΟ πληροφορήθηκε από τα ΜΜΕ και από την επιστολή του Γενικού Διευθυντή της Κ.Ο.Π. ότι εγκρίθηκε το αίτημα του ΑΡΗ για άμεση μετακίνηση της έδρας του στο Αντώνης Παπαδόπουλος. Ότι ο ΑΡΗΣ το έπραξε χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση προς το ΓΣΟ. Ότι σύμφωνα με τις υπάρχουσες επίμαχες συμφωνίες, το δικαίωμα χρήσης του βοηθητικού σταδίου, των αποδυτηρίων και των άλλων εγκαταστάσεων του Τσιρείου Σταδίου τερματίστηκαν από τις 12/9/2022, ημερομηνία κατά την οποία ο ΑΡΗΣ έπαψε να έχει ως έδρα του το Τσίρειο Στάδιο.
Με την εν λόγω επιστολή, ο κ. Αραούζος - μεταξύ άλλων - κάλεσε τον ΑΡΗ να παραδώσει άμεσα στο ΓΣΟ τους χώρους του Τσιρείου Σταδίου που χρησιμοποιούσε και τον πληροφόρησε ότι το αίτημαά τους, ημερομηνίας 18/11/2022 δεν εγκρίνεται και ότι ο ΑΡΗΣ είχε πληροφορηθεί ότι πρέπει να εγκαταλείψει το στάδιο και να παύσει να χρησιμοποιεί παράνομα το βοηθητικό γήπεδο. Τον πληροφόρησε ακόμη ότι είχαν παρέλθει σχεδόν 3 μήνες από την ημέρα που αποφάσισε να μεταφέρει την έδρα του σε άλλο στάδιο, ότι έπρεπε να παραδώσει τις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούσε και ότι ο ΓΣΟ ήταν έτοιμος να συζητήσει τρόπο επίλυσης των προβλημάτων αυτών.
Κατά ή περί την 19/12/2022, η Κ.Ο.Π., με επιστολή της πληροφόρησε τον ΑΡΗ ότι έγκρινε το αίτημά του για μεταφορά της έδρας του από το Αντώνης Παπαδόπουλος στο στάδιο ‘’ALPHA-MEGA’’ στο Κολόσσι.
Κατά ή περί τις 19/6/2023, ο ΓΣΟ απέστειλε επιστολή στον ΑΡΗ, με την οποία, αναφερόμενος στην επιστολή του δικηγόρου του ΓΣΟ, ημερομηνίας 4/11/2021, κάλεσε τον ΑΡΗ σε συνάντηση, στις 26/6/2023 με θέμα συζήτησης τη χρήση του βοηθητικού γηπέδου.
Η συνάντηση έγινε στις 26/6/2023, χωρίς αποτέλεσμα. Ακολούθησαν περαιτέρω προσπάθειες του ΓΣΟ για φιλική διευθέτηση του ζητήματος και για συνέχιση μιας υγιούς συνεργασίας μεταξύ του ΓΣΟ και του ΑΡΗ. Παρά τις επιστολές που ανταλλάχθηκαν το φθινόπωρο του 2023 και παρά τις συναντήσεις και συζητήσεις που έγιναν κατά ή περί τα τέλη του 2023 μεταξύ του ΓΣΟ και του ΑΡΗ - οι οποίες αναμένονταν να συνεχίσουν περί τις αρχές του 2024 -, ο ΑΡΗΣ, ενεργώντας και πάλι κακόπιστα, εσκεμμένα δεν επανήλθε επί του ζητήματος.
Ο ΓΣΟ δεν προέβη εντός του 2023 και εντός του πρώτου τετράμηνου του 2024 στη λήψη δικαστικών διαβημάτων εναντίον των εναγόμενων αναφορικά με την παράνομη είσοδο, παράνομη επέμβαση και παράνομη χρήση του βοηθητικού γηπέδου, διότι είχε βασισθεί στις επανειλημμένες προφορικές και γραπτές υποσχέσεις, παραστάσεις και δηλώσεις των εναγόμενων και των αντιπροσώπων τους, ότι δήθεν είχαν πραγματική πρόθεση να εξεύρουν φιλική λύση αναφορικά με το ζήτημα της χρήσης του βοηθητικού γηπέδου και ότι θα επανέρχονταν με τις γραπτές τους προτάσεις.
Ένεκα του ότι οι εναγόμενοι είχαν προχωρήσει και προχωρούσαν σε οικοδομικές εργασίες και στην ανέγερση παράνομων υποστατικών στο βοηθητικό γήπεδο και στο παρακείμενο υφιστάμενο εσωτερικό οδικό δίκτυο του ακινήτου, χωρίς την άδεια και συγκατάθεση του ΓΣΟ και των αρμόδιων αρχών, κατά ή περί τις 22/3/2024, το δικηγορικό γραφείο VAKIS EROTOKRITOU LLC απέστειλε εκ μέρους του ΓΣΟ στον Δήμαρχο Λεμεσού και το Δημοτικό Συμβούλιο, επιστολή, με την οποία:
Τους κατάγγειλαν το γεγονός ότι οι εναγόμενοι, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση και άδεια του ΓΣΟ προχώρησαν σε οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο, εντός του οποίου υφίσταται το Τσίρειο Στάδιο και τα βοηθητικά γήπεδα και συγκεκριμένα, εντός του χώρου στον οποίο υφίσταται το βοηθητικό γήπεδο Β, καθώς επίσης και στο παρακείμενο υφιστάμενο εσωτερικό οδικό δίκτυο. Ακόμη κατάγγειλαν το γεγονός ότι οι εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα (trespasses) στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του ΓΣΟ και τους κάλεσαν άμεσα να λάβουν τα αναγκαία μέτρα εναντίον τους για τη διακοπή των εργασιών και την έκδοση ανάλογων δικαστικών διαταγμάτων. Μέχρι σήμερα, ο Δήμαρχος και το Δημοτικό Συμβούλιο Λεμεσού αμελούν να προβούν σε οποιαδήποτε μέτρα αναφορικά με την εν λόγω καταγγελία.
Οι φωτογραφίες (τεκμ. 21) λήφθηκαν από το ΓΣΟ κατά ή περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2024 και αποδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι συνεχίζουν να χρησιμοποιούν και να επεμβαίνουν παράνομα στο βοηθητικού γήπεδο και ότι παράνομα έχουν ανεγείρει και ανεγείρουν υποστατικά, χωρίς την λήψη οποιασδήποτε σχετικής άδειας.
Κατά ή περί την 31/5/2024, οι νυν δικηγόροι του ΓΣΟ απέστειλαν επιστολή στους εναγόμενους με την οποία τους πληροφορούσαν - μεταξύ άλλων - τα εξής:
Για την υποχρέωση του ΑΡΗ δυνάμει των επίμαχων συμφωνιών να δηλώνει το Τσίρειο Στάδιο, ως αποκλειστική έδρα της ποδοσφαιρικής του ομάδας όσο και για τη μεταφορά της αποκλειστικής έδρας του στο στάδιο Αντώνης Παπαδόπουλος από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2022 και στη συνέχεια στο ‘’ALPHA MEGA’’ και ότι οι δυο αυτές συμφωνίες είχαν αυτόματα τερματιστεί από το Σεπτέμβριο του 2022. Για το γεγονός ότι ο ΑΡΗΣ έχει αναγείρει παράνομα υποστατικά, χωρίς την άδεια ούτε του ΓΣΟ αλλά ούτε και των πολεοδομικών αρχών, τα οποία ο ΓΣΟ έχει ήδη καταγγείλει στον δήμο Λεμεσού. Ότι ο ΓΣΟ τους καλούσε άμεσα και σε κάθε περίπτωση μέχρι την 1/7/2024, να του επιστρέψουν την ελεύθερη κατοχή του βοηθητικού γηπέδου (ως και τα οποιαδήποτε υποστατικά και/ή εγκαταστάσεις που έχουν ανεγερθεί και/ή υφίστανται επί του ακινήτου στο οποίο εμπίπτει το βοηθητικό γήπεδο) και να παύσουν να χρησιμοποιούν αυτά. Ότι σε περίπτωση που επιθυμούσαν να συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τις εν λόγω εγκαταστάσεις παρακαλούνταν να επικοινωνήσουν άμεσα με τον ΓΣΟ και σε κάθε περίπτωση, πριν την 1/7/2024, για να λάβει χώρα συζήτηση των όρων εκτέλεσης νέας σύμβασης χρήσης, με εύλογο μηνιαίο ποσό και/ή αμοιβή. Τέλος, ότι σε περίπτωση που δε συμμορφώνονταν με τα πιο πάνω, ο ΓΣΟ θα προχωρούσε με όλα τα αναγκαία διαβήματα εναντίον τους, συμπεριλαμβανομένων, αλλά χωρίς κανένα περιορισμό, διαβημάτων για ανάκτηση των εν λόγω εγκαταστάσεων, ως και διαβήματα ώστε να τους απαγορεύεται η πρόσβαση στις εν λόγω εγκαταστάσεις.
Κατά ή περί την 5/6/2024, οι δικηγόροι του ΑΡΗ απέστειλαν απαντητική επιστολή στους δικηγόρους του ΓΣΟ με την οποία αναφέρουν - μεταξύ άλλων - τα εξής:
Ο ΑΡΗΣ απορρίπτει το περιεχόμενο της επιστολής τους, ημερομηνίας 31/5/2024. Ο ΑΡΗΣ ζήτησε επανειλημμένα από το 2022, όπως το Τσίρειο Στάδιο χρησιμοποιηθεί ως έδρα της γυναικείας ποδοσφαιρικής του ομάδας, και ότι δήθεν ο ΓΣΟ, προβαίνοντας σε διακρίσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, απέρριψε τα αιτήματά τους. Ότι δήθεν ο ΓΣΟ έχει παραβιάσει την συμφωνία καταπιστεύματος. Ότι δήθεν απορρίπτουν τη θέση του ΓΣΟ ότι ο ΑΡΗΣ έπρεπε από το Σεπτέμβριο 2022 να υπογράψει σύμβαση για το βοηθητικό γήπεδο. Ζήτησαν όπως ο ΓΣΟ υπογράψει άμεσα τα αναγκαία έγγραφα για να δηλωθεί το Τσίρειο, ως έδρα της γυναικείας ποδοσφαιρικής ομάδας του ΑΡΗ. Ζήτησαν να τους επιστραφούν δήθεν περιουσιακά τους στοιχεία τα οποία βρίσκονται σε αποδυτήρια του Τσιρείου Σταδίου που χρησιμοποιούσε ο ΑΡΗΣ και, επιφύλαξαν δήθεν τα δικαιώματά τους για τις ζημιές που δήθεν έχει υποστεί ένεκα της άρνησης του ΓΣΟ να συγκατατεθεί στο να δηλωθεί το Τσίρειο Στάδιο, ως έδρα της γυναικείας ποδοσφαιρικής ομάδας του ΑΡΗ.
Στις 26/8/2024, οι δικηγόροι του ΓΣΟ, με επιστολή τους στους δικηγόρους του ΑΡΗ σε απάντηση της παραπάνω επιστολής τους τους πληροφορούσαν - μεταξύ άλλων - τα εξής:
Ότι ο ΓΣΟ απέρριπτε το περιεχόμενο της επιστολής τους, ημερομηνίας 5/6/2024. Ότι η επίμαχη συμφωνία αναφέρει ότι ο ΓΣΟ είχε παραχωρήσει στον ΑΡΗ δικαίωμα χρήσης του βοηθητικού γηπέδου, εις αντάλλαγμα της υποχρέωσης του ΑΡΗ να δηλώνει το Τσίρειο Στάδιο, ως αποκλειστική έδρα της ποδοσφαιρικής του ομάδας πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος της Κ.Ο.Π. Ότι ήταν σιωπηρός όρος της συμφωνίας παραχώρησης δικαιώματος χρήσης ότι ποδοσφαιρική ομάδα πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος της Κ.Ο.Π. σήμαινε ποδοσφαιρική ομάδα ανδρών πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος ανδρών της Κ.Ο.Π. Ότι κατά το χρόνο εκτέλεσης της συμφωνίας παραχώρησης δικαιώματος χρήσης, αυτή ακριβώς η πρόθεση και/ή αντίληψη και/ή συμφωνία και/ή κατανόηση υπήρχε μεταξύ του ΓΣΟ και του ΑΡΗ όσο και μεταξύ του ΓΣΟ και των σωματείων ΑΠΟΛΛΩΝ και ΑΕΛ. Οποιαδήποτε θέση περί του αντιθέτου είναι παντελώς ανυπόστατη, αφού κατά το χρόνο εκείνο δεν υπήρχε οποιοδήποτε γυναικείο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα πρώτης κατηγορίας της Κ.Ο.Π., δεν υπήρχαν οποιαδήποτε πλάνα για δημιουργία τέτοιου πρωταθλήματος και επίσης, οι ΑΡΗΣ, ΑΠΟΛΛΩΝ και ΑΕΛ δεν είχαν γυναικεία ομάδα ποδοσφαίρου. Ότι καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, αυτή ήταν αντίληψη και/ή συμφωνία και/ή κατανόηση μεταξύ του ΑΡΗ, ΑΠΟΛΛΩΝ και ΑΕΛ, ήτοι, ότι ποδοσφαιρική ομάδα πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος της Κ.Ο.Π. σήμαινε ποδοσφαιρική ομάδα ανδρών πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος ανδρών της Κ.Ο.Π. Ότι αυτό αποδεικνύεται ξεκάθαρα και από το περιεχόμενο της 2ης επίμαχης συμφωνίας και συγκεκριμένα από τις παραγράφους (Ε) - (Ζ) του προοιμίου της και από τους όρους 1 και 3 αυτής. Ότι άνευ επηρεασμού των ανωτέρω, το γεγονός ότι ο ΑΡΗΣ έχει αναγείρει παράνομα υποστατικά, χωρίς την άδεια ούτε του ΓΣΟ αλλά ούτε και των πολεοδομικών αρχών, τα οποία ο ΓΣΟ έχει ήδη καταγγείλει στον δήμο Λεμεσού, αποτελεί επιπλέον βάση τερματισμού του δικαιώματος χρήσης του βοηθητικού γηπέδου. Ότι ο ΓΣΟ, τους καλούσε όπως διευθετήσουν συνάντηση μαζί του, το αργότερο εντός της 1ης εβδομάδας του Σεπτεμβρίου 2024, έτσι ώστε να συζητήσουν και να συμφωνήσουν νέα συμφωνία για παραχώρηση άδειας χρήσης του βοηθητικού γηπέδου, ως και τα άλλα ζητήματα που αναφέρονται στην επιστολή, ημερομηνίας 31/5/2024.
Ο ΓΣΟ υπέστη και συνεχίζει να υφίσταται τεράστιες απώλειες εισοδημάτων που αφορούν το δικαίωμα χρήσης του βοηθητικού γηπέδου, ένεκα της παράνομης επέμβασης του ΑΡΗ και της παράνομης χρήσης από αυτόν του βοηθητικού γηπέδου από τα τέλη του 2022 και μέχρι σήμερα, ως και ένεκα των παράνομων οικοδομήσεων που έχει ανεγείρει ο ΑΡΗΣ, χωρίς τις αναγκαίες άδειες και οι οποίες οικοδομές είναι μόνιμης μορφής.
Για σκοπούς σύγκρισης, στις 10/5/2024, ο ΓΣΟ σύναψε συμφωνία με την εταιρεία TSINGOTHEO LTD για παραχώρηση στην τελευταία, δικαιώματος χρήσης χώρου, έκτασης 4850 τ.μ., με σκοπό τη δημιουργία γηπέδων (padel tennis) και (mini football). Σε αντάλλαγμα, για την παραχώρηση του εν λόγω δικαιώματος συμφωνήθηκε να πληρώνεται επί μηνιαίας βάσης, το ποσό των €6.000 (με πρόνοια για αύξηση κάθε διετία).
Οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης.
Έναντι των παραπάνω θέσεων και ισχυρισμών του ΓΣΟ, ο Πρόεδρος του ΑΡΗ, στη δική του ένορκη δήλωση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής:
Έχει αναγνώσει και μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή την αίτηση και την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση και τα επισυναπτόμενα επί αυτής τεκμήρια και αρνείται και απορρίπτει τις αιτούμενες θεραπείες και τα ισχυριζόμενα επί αυτής γεγονότα, εκτός απ’ όσα ρητά αποδέχεται πιο κάτω.
Τόσο η αγωγή όσο και η αίτηση έχουν εγερθεί και προωθούνται υπό λανθασμένου προσώπου και συγκεκριμένα, από πρόσωπο το οποίο δεν νομιμοποιείται να ενάγει, ενόψει του ότι διαθέτει την ιδιότητα του ιδιοκτήτη του 1/3 μεριδίου του επίδικου ακινήτου. Οι αιτητές δεν έχουν εγείρει την αγωγή υπό την ιδιότητα του διαχειριστή του επίδικου ακινήτου ούτε κατόπιν εξουσιοδότησής τους από τους συνιδιοκτήτες του, γεγονός το οποίο καθιστά την παρούσα αγωγή και την αμφισβητούμενη διαδικασία, νομικά, αλλά και πραγματικά αβάσιμη.
Περαιτέρω, αποτελεί θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, αδικαιολόγητη και λανθασμένη, μεταξύ άλλων και ένεκα του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι συνιδιοκτήτες κατά 2/3 του επίδικου ακινήτου, είναι ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου και ο Μητροπολίτης Λεμεσού, οι οποίοι ουδέποτε συγκατατέθηκαν στην έγερση της παρούσας αγωγής και της αμφισβητούμενης αίτησης από τους αιτητές και ουδέποτε τους εξουσιοδότησαν με οποιοδήποτε τρόπο να προβούν εκ μέρους τους και για λογαριασμό τους, στην έγερση της αγωγής και της αίτησης, ενώ τα πιο πάνω πρόσωπα δεν έχουν συμπεριληφθεί ως διάδικοι και δη, ως ενάγοντες, στην παρούσα δικαστική διαδικασία, ως δικονομικά προβλέπεται και απαιτείται.
Τα δυο βοηθητικά γήπεδα ποδοσφαίρου, κατά τον ουσιώδη χρόνο παραχωρήθηκαν δυνάμει της συμφωνίας, ημερομηνίας 12/3/1972 με σκοπό την κατασκευή βοηθητικών γηπέδων, μόνο για τους σκοπούς των ποδοσφαιρικών προπονήσεων. Ούτε και στην εν λόγω συμφωνία τέθηκε οποιαδήποτε πρόνοια ή όρος στη βάση του οποίου να δοθεί ή να παραχωρηθεί προς τους δωρεοδόχους με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα εκμίσθωσης των ρηθέντων γηπέδων.
Οι ισχυρισμοί των αιτητών ότι η χρήση των βοηθητικών γηπέδων τερματίστηκε αυτόματα το 2022, όταν οι καθ’ ων η αίτηση έπαψαν να δηλώνουν ως έδρα το Τσίρειο Στάδιο, ουδόλως ευσταθούν, αφού ουδέποτε οι καθ’ ων η αίτηση 1 έπαψαν να ζητούν και να επιδιώκουν τη χρήση του ρηθέντος σταδίου, ως έδρα τους. Από το έτος 2022 ζήτησαν από τους αιτητές να συγκατατεθούν όπως η ποδοσφαιρική ομάδα τους η οποία αγωνίζεται στο γυναικείο πρωτάθλημα Α’ κατηγορίας της Κ.Ο.Π. δηλώσει ως έδρα το Τσίρειο Στάδιο, δια μέσω της επιστολής τους, ημερομηνίας 4/11/2021. Αποτελεί θέση τους, ότι οι αιτητές, σκοπίμως δεν συγκατατέθηκαν παρότι είχαν υποχρέωση προς τούτο, ούτως ώστε στο ρηθέν στάδιο να αγωνίζεται η γυναικεία ποδοσφαιρική των καθ’ ων η αίτηση 1.
Απορρίπτει τους ισχυρισμούς των αιτητών ότι η 1η επίμαχη συμφωνία αφορούσε μόνο την ποδοσφαιρική ομάδα των ανδρών των καθ’ ων η αίτηση. Σε κανένα σημείο της δεν αναφέρεται συγκεκριμένα, ότι αυτή αφορά την ποδοσφαιρική ομάδα των "ανδρών" των καθ’ ων η αίτηση. Περαιτέρω αποτελεί θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι σκοπός της δωρεάς που έγινε και της συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ δωρητή και δωρεοδόχων ήταν "η προαγωγή του αθλητισμού στην πόλη και Επαρχία Λεμεσού" και η διεξαγωγή ποδοσφαιρικών συναντήσεων και άλλων Αθλητικών, Εθνικών και Πολιτιστικών Εκδηλώσεων, δια την εξυπηρέτηση των αθλητικών και ποδοσφαιρικών αναγκών της πόλης και επαρχίας Λεμεσού. Σε κανένα σημείο της ρηθείσας συμφωνίας δεν γίνεται οποιοσδήποτε διαχωρισμός, μεταξύ ανδρών και γυναικών και σε κανένα σημείο δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι το Τσίρειο Στάδιο θα χρησιμοποιείται ως έδρα μόνο από ανδρικές ομάδες.
Ουδέποτε συμφωνήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο η απόδοση οικονομικού ανταλλάγματος και οποιαδήποτε ανάληψη οικονομικής ευθύνης από τους καθ’ ων η αίτηση 1 προς τους αιτητές για τη χρήση του προπονητικού γηπέδου και ουδέποτε οι καθ΄ ων η αίτηση 1 συμφώνησαν καθ’ οιονδήποτε χρόνο να καταβάλουν ενοίκιο προς τους αιτητές για τη χρήση του Τσιρείου Σταδίου. Η υποχρέωση των καθ’ ων η αίτηση 1 ήταν η πληρωμή των εξόδων κάθε ποδοσφαιρικής συνάντησης, πλέον αναλογία για έξοδα φύτευσης και συντήρησης του χλοοτάπητα του σταδίου, των εξόδων ρεύματος και πετρελαίου.
Οι καθ’ ων η Αίτηση 1 βρίσκονται εντός του βοηθητικού προπονητικού γηπέδου στο οποίο προπονείται η γυναικεία ποδοσφαιρική τους ομάδα που αγωνίζεται στο παγκύπριο πρωτάθλημα το οποίο διοργανώνει η Κ.Ο.Π. και η οποία για την ποδοσφαιρική περίοδο 2024 - 2025 έχει εξασφαλίσει ευρωπαϊκό εισιτήριο και θα αγωνίζεται στο WOMENS EUROPA CUP το οποίο διοργανώνεται από την UEFA.
Οι αιτητές είναι αυτοί οι οποίοι έχουν παραβιάσει τόσο τις συμφωνίες δωρεάς όσο και τις συμφωνίες που έχουν συνομολογηθεί μεταξύ αυτών και των καθ΄ ων η αίτηση 1.
Αρνείται και απορρίπτει τη θέση των αιτητών ότι δικαίωμα για χρήση του Τσιρείου Σταδίου ως έδρα έχει μόνο η ανδρική ποδοσφαιρική ομάδα των καθ’ ων η αίτηση και επαναλαμβάνει τη θέση τους ότι καμιά αναφορά σε ποδοσφαιρική ομάδα ανδρών δεν γίνεται σε καμιά εκ των δύο συμφωνιών μεταξύ των αιτητών και των καθ’ ων η αίτηση, ως ξεκάθαρα μπορεί να διαπιστωθεί με βάση το περιεχόμενο των εν λόγω συμφωνιών. Συνεπώς, η αναφορά του ενόρκως δηλούντα σε «ομάδα ανδρών» είναι καθόλα αναληθής και παραπλανητική.
Οι καθ’ ων η αίτηση τόσο στην επιστολή τους, ημερομηνίας 4/11/2021 όσο και στην επιστολή τους, ημερομηνίας 5/5/2024 επαναλαμβάνουν τη θέση ότι επιθυμούν να χρησιμοποιούν το Τσίρειο Στάδιο, ως έδρα της γυναικείας ποδοσφαιρικής ομάδας.
Οι αιτητές, χωρίς να έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα ζητούσαν και εξακολουθούν καθόλα καταχρηστικά και αδικαιολόγητα να απαιτούν, κατά παράβαση της δωρεάς που έγινε και τους σκοπούς που οι ίδιοι συνυπέγραψαν και συμφώνησαν, να εκμισθώσουν παράνομα κατά τη δική μας θέση προς τους καθ’ ων η αίτηση το βοηθητικό γήπεδό που οι καθ’ ων η αίτηση κατέχουν και χρησιμοποιούν από το 1973 και στο όποιο από το 2022 προπονείται η γυναικεία ποδοσφαιρική τους ομάδα η οποία αγωνίζεται στο πρωτάθλημα Α’ κατηγορίας της Κ.Ο.Π. και προς την οποία οι αιτητές αρνούνται να δώσουν συγκατάθεση για να δηλωθεί ως έδρα της το Τσίρειο Στάδιο και πάλι κατά παράβαση των όρων και των προνοιών τόσο των συμφωνιών δωρεάς όσο και των συμφωνιών μεταξύ αιτητών και καθ’ ων η αίτηση.
Κανένας σιωπηρός ή άλλος όρος δεν υπήρξε αναφορικά με την παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης του Τσιρείου Σταδίου, ως έδρας μόνο της ανδρικής ομάδας των καθ’ ων η αίτηση.
Οι καθ’ ων η αίτηση εξακολουθούν να διατηρούν το επίδικο γήπεδο σε άριστη κατάσταση, εξακολουθούν να είναι μέλη της Κ.Ο.Π. και οι ποδοσφαιρικές τους ομάδες ανδρών και γυναικών εξακολουθούν να αγωνίζονται με επιτυχία στα παγκύπρια πρωταθλήματα που διοργανώνει η Κ.Ο.Π. Ήταν και είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι οι αιτητές οφείλαν και οφείλουν να παραχωρήσουν την απαραίτητη συγκατάθεση/άδεια χρήσης, ούτως ώστε η γυναικεία ποδοσφαιρική τους ομάδα να έχει ως έδρα το Τσίρειο Στάδιο. Παρ’ όλα αυτά, οι αιτητές, κακόπιστα, καθόλα καταχρηστικά και ετσιθελικά δεν συναινούν ως έχουν υποχρέωση δυνάμει των συμφωνιών δωρεάς και χρήσης με τους καθ’ ων η αίτηση, στο εν λόγω αίτημα.
Οι καθ’ ων η αίτηση δεν διαθέτουν καμία απολύτως υποχρέωση να υπογράψουν νέα συμφωνία με τους αιτητές, με τους οποίους έχουν ήδη προβεί στην υπογραφή συμφωνίας για τη χρήση του βοηθητικού γηπέδου και ουδέποτε οι καθ’ ων η αίτηση ανέλαβαν με οποιοδήποτε τρόπο οποιαδήποτε υποχρέωση να καταβάλουν προς τους αιτητές, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό για τη χρήση του ρηθέντος γηπέδου. Ουδέποτε οι καθ’ ων η αίτηση κατέβαλαν προς τους αιτητές ενοίκιο ή άλλο χρηματικό ποσό, πέραν των εξόδων των αιτητών για τη χρήση του Τσιρείου Σταδίου, ως έδρα της ποδοσφαιρικής τους ομάδας. Η μόνη περίπτωση οι αιτητές να έχουν απωλέσει έσοδα από τη μη χρήση του Τσιρείου Σταδίου, ως έδρα της ποδοσφαιρικής τους ομάδας είναι να έχουν προβεί, εν αγνοία τους, σε υπερχρεώσεις.
Οι αιτητές δεν στερούνται οιασδήποτε περιουσίας τους από τους καθ’ ων η αίτηση. Αντιθέτως, επιδιώκουν μέσα από σκόπιμους και στοχευμένους χειρισμούς να εκδιώξουν τους καθ’ ων η αίτηση από το γήπεδο που νόμιμα κατέχουν και να το εκμεταλλευτούν με απώτερο σκοπό το οικονομικό όφελος κατ’ αντιπαράθεση των όρων της συμφωνίας δωρεάς, δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε προς αυτούς το επίδικο ακίνητο.
Είναι η θέση τους, ότι οι αιτητές, όπως έχει ξεκάθαρα διαφανεί βάσει των όσων ανωτέρω έχουν αναφερθεί και στη βάση πάντοτε της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν διαθέτουν κανένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και με βάση την ενώπιων του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία δεν υπάρχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας τους και ως εκ τούτου, η αμφισβητούμενη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
Οι καθ’ ων η αίτηση με την έκθεση υπεράσπισής τους και την ανταπαίτησή τους καταδεικνύουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και είναι η θέση τους, πως η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί και η αγωγή να προχωρήσει σε εκδίκαση.
Σύμφωνα με όσα εκθέτουν στην έκθεση υπεράσπισης, αλλά και στην ανταπαίτησή τους, ως επίσης και τα πραγματικά γεγονότα, όπως τα αναφέρει ανωτέρω είναι θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι προκύπτουν ζητήματα τα οποία για να αποφασιστούν απαιτούν αξιολόγηση μαρτυρίας και ανάλυση πολύπλοκων ζητημάτων.
Στη βάση όλων των ανωτέρω αποτελεί θέση του ότι με βάση τα όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί καθώς επίσης και με βάση τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καταδεικνύεται αδιαμφισβήτητα ότι η απαίτηση των αιτητών σε καμία περίπτωση δεν είναι προφανής και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για ξεκάθαρη υπόθεση, αλλά υπάρχουν συζητήσιμα θέματα τα οποία και δεν επιτρέπουν στο στάδιο αυτό την έκδοση συνοπτικής απόφασης και για το λόγο αυτό θα πρέπει να δοθεί στον ίδιο η δυνατότητα να ακουστεί και να προβάλει τους ισχυρισμούς του.
Αποτελεί θέση του, ότι στη βάση των όσων έχουν προβληθεί ανωτέρω στην παρούσα ένσταση, οι καθ’ ων η αίτηση έχουν αποσείσει το σχετικό βάρος «δίνοντας το στίγμα μιας ενδεχόμενης υπεράσπισης» την οποία θα πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλουν και η οποία πρέπει να τύχει αξιολόγησης στα πλαίσια της δίκης.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των καθ’ ων η αίτηση θα ισοδυναμούσε με παραβίαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης θέσης και του δικαιώματος που προστατεύεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα, όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η δυνατότητα να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του.
Επαναλαμβάνει τα ανωτέρω και αποτελεί θέση του ότι με δεδομένο ότι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει σε διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, εξ’ όσων έντιμα και ειλικρινά πιστεύει και εξ’ όσων λαμβάνει νομική συμβουλή, τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των καθ’ ων η αίτηση θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς το πρόσωπό του και αυτή είναι και η μόνη προσέγγιση η οποία μπορεί να θεωρηθεί ορθή και κατ’ επέκταση είναι αυτήν την οποία καλούν το σεβαστό Δικαστήριο να ακολουθήσει.
Υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Όσα ακολουθούν είναι από την εντελώς πρόσφατη υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολ. Έφ. αρ. Ε86/2025, ημερ. 11/2/2026 που θα πρέπει να λεχθεί εξ αρχής, πως είναι και η πρώτη εφετειακή απόφαση η οποία πραγματεύεται το θέμα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 των ΚΠΔ.
«Οι λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης καθορίζονται στο Μέρος 24.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 που έχει ως εξής:
24.2 Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης
(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:
(α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
To Μέρος 24 αποσκοπεί στην παροχή στους διαδίκους, της δυνατότητας να επιλύσουν γρήγορα, αποτελεσματικά και με το λιγότερο δυνατόν κόστος την δικαστική τους διαφορά. Παραπέμπω επί του προκειμένου στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Woolf στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91 που είναι καθοδηγητικό, δεδομένου ότι το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (CPR 24) που ρυθμίζει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, είναι πανομοιότυπο με το Μέρος 24 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023:
«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Part 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Part 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Είναι σημαντικό ένας δικαστής σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24. Με τον τρόπο αυτό, υλοποιεί τους πρωταρχικούς στόχους που περιέχονται στο Μέρος 1. Εξοικονομεί έξοδα. Επιτυγχάνει την αποστολή του. Αποφεύγει τη χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, και θα προσέθετα, γενικά, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εάν ο ενάγων έχει μια υπόθεση που είναι καταδικασμένη να απορριφθεί, τότε είναι προς το συμφέρον του να γνωρίζει το συντομότερο δυνατό ότι αυτή είναι η κατάσταση. Ομοίως, εάν μια αξίωση είναι βέβαιο ότι θα ευδοκιμήσει, ο ενάγων θα πρέπει να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατό.»
Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι είναι πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Θα πρέπει όμως εδώ να σημειώσω ότι στην Αγγλία η αντίστοιχη διάταξη CPR 24 τροποποιήθηκε την 1.10.2023, χωρίς όμως οι αλλαγές αυτές να επηρεάζουν την ουσία των αρχών που εφαρμόζονται. Εντούτοις, χρειάζεται κάποια προσοχή κατά τη μελέτη αγγλικών υποθέσεων που στηρίζονται στους αγγλικούς διαδικαστικούς Κανονισμούς. Όχι ως προς τις εφαρμοστέες αρχές που δεν διαφοροποιούνται με τα ισχύοντα στην Κύπρο, αλλά ως προς τη διαδικασία προσκόμισης μαρτυρίας και το είδος των υποθέσεων στις οποίες ρητά δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, όπου εντοπίζονται κάποιες διαφορές στην Αγγλία με τα προβλεπόμενα στο Μέρος 23 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Όμως όσον αφορά τις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης οι δύο δικονομικές διατάξεις ταυτίζονται με αποτέλεσμα οι εφαρμοστέες στην Αγγλία νομολογιακές αρχές έκδοσης συνοπτικής απόφασης να είναι καθοδηγητικές για τα κυπριακά Δικαστήρια.
Αναφορικά με τη διαδικασία εκδίκασης αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, το Μέρος 24.4 των Κανονισμών του 2023 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23 που καθορίζει τη διαδικασία ενδιάμεσων αιτήσεων. Αναφέρεται επίσης ότι η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται στην αίτηση ή επιδίδεται με αυτή:
(α) προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και
(β) αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.
Σημαντικό ως προς το βάρος απόδειξης από τον αιτητή είναι το Μέρος 24.4 (3) που αναφέρεται στη μαρτυρία που οφείλει να προσκομίσει για να πετύχει την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Καθορίζεται ότι εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο της μαρτυρίας (αν υπάρχει), ο αιτητής οφείλει να προσδιορίσει στην αίτηση του, τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται. Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του Κανονισμού 24.5(2).
Η ίδια δυνατότητα για καταχώριση γραπτής μαρτυρίας καθορίζεται από το Μέρος 24.5.1 και στον καθ' ου η αίτηση, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.
…..
Είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, επαφίεται στον αιτητή μεγαλύτερο βάρος, σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη Δ.18 των παλαιών θεσμών. Προκύπτει από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24, απαιτείται από τον αιτητή είτε η προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας του, είτε ο σαφής προσδιορισμός της γραπτής μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη με την έννοια ότι τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 24.2 και επιπλέον, καταδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη.
….
Εν πάση περιπτώσει με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, καθίσταται σαφές ότι επαφίεται ένα επιπλέον βάρος στον αιτητή με την προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται ή με τον προσδιορισμό της γραπτής του μαρτυρίας, προκειμένου ο ίδιος να αποδείξει όχι μόνο την υπόθεση του αλλά και το ότι ο καθ' ου δεν έχει προοπτικές επιτυχίας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με την προσαγωγή της πιο πάνω μαρτυρίας από τον αιτητή, θα πρέπει να εκδίδεται χωρίς άλλο συνοπτική απόφαση. Το Μέρος 24.5.1 καθορίζει ότι και ο καθ' ου η αίτηση από την πλευρά του αν επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία κατά την ακρόαση της αίτησης δύναται να την καταχωρίσει, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.
Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι σε περίπτωση που ο αιτητής παραθέσει με την αίτηση του επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για έκδοση συνοπτικής απόφασης, τότε επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση το βάρος να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Μπορεί δηλαδή να μην τίθεται ξεκάθαρα ζήτημα μετατόπισης του βάρους απόδειξης στον καθ' ου η αίτηση όπως επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο αν διαπιστώσει ότι προσκομίστηκε επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία από τον αιτητή, οφείλει να την αντιπαραβάλει με τη μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, προκειμένου να καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη θέση του αιτητή ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα White Book 2021 p.842 par. 24.2.5:
«If the applicant for summary judgement adduces credible evidence in support of their application, the responded becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some other reason for trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicants statement of belief.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Εάν ο αιτητής συνοπτικής απόφασης προσκομίσει αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησης του, ο καθ' ου η αίτηση υπόκειται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης κάποιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας ή κάποιου άλλου λόγου για διεξαγωγή δίκης. Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη δήλωση πεποιθήσεων του αιτητή».
….
Στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 840 παράγραφος 24.2.3, γίνεται παραπομπή σε απόσπασμα από την απόφαση Easyir Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339, το οποίο δίδει καθοδήγηση ως προς τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να ακολουθεί σε αιτήσεις συνοπτικής απόφασης κάτω από το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Δικαστής Lewison αφού τονίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, στη συνέχεια στην παράγραφο 15 της απόφασης του, αναφέρει τα εξής:
1. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτητής έχει ρεαλιστικές (realistic) και όχι φανταστικές (fanciful) πιθανότητες επιτυχίας (Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91).
2. Μια ρεαλιστική αξίωση είναι αυτή που φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (some degree of conviction). Αυτό σημαίνει πως μια αξίωση είναι κάτι παραπάνω από απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472).
3. Κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» (mini-trial) (Swain v Hillman ανωτέρω).
4. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδέχεται τοις μετρητοίς (at face) και χωρίς ανάλυση, τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή μαρτυρία του αιτητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστική βάση στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τον αιτητή, ιδιαίτερα όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με άλλη γραπτή μαρτυρία (ED & F Man Liquid Products v Patel, ανωτέρω).
5. Εντούτοις, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τα στοιχεία που λογικά αναμένεται να είναι διαθέσιμα στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550).
6. Παρόλο που κατά τη διάρκεια της δίκης ενδεχομένως να προκύψει ότι μια υπόθεση δεν ήταν πραγματικά περίπλοκη, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζεται χωρίς πλήρη διερεύνηση των περιστατικών κατά τη διάρκεια της κανονικής δίκης, έστω και αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή επιτρεπτό στη διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Έτσι, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ακόμη και όταν κατά την εξέταση της αίτησης δεν προκύπτει εμφανής διαφωνία για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως η περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων θα μπορούσε να προσθέσει ή να τροποποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο Δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης σε κανονική δίκη (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63).
7. Από την άλλη, δεν είναι ασύνηθες μια αίτηση με βάση το Μέρος 24 να εγείρει ένα απλό νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί ότι έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να αποφασίσει την υπόθεση. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση είναι πολύ κακή (bad in law) στην πραγματικότητα δεν θα έχει καμιά προοπτική να ευδοκιμήσει στην αξίωση του ή να υπερασπιστεί επιτυχώς στην αγωγή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση. Ομοίως, εάν η υπόθεση του αιτητή δεν έχει καλή νομική βάση, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί, τόσο το καλύτερο.
Εάν είναι δυνατόν να καταδειχθεί με αποδεικτικά στοιχεία ότι, παρόλο που το Δικαστήριο δεν έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του υλικό με τη μορφή εγγράφων ή προφορικών αποδεικτικών στοιχείων που θα έθεταν τα έγγραφα υπό άλλο πρίσμα, το υλικό αυτό είναι πιθανό να υπάρχει και να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμο στη δίκη, θα ήταν λάθος να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, διότι θα υπήρχε πραγματική, σε αντίθεση με μια φανταστική προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση. Ωστόσο, δεν αρκεί απλώς να υποστηριχθεί ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή μπορεί να προκύψει κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση σε κανονική δίκη (ICI Chemicals & Polymers Ltd κατά TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725).
Εκτός από την προϋπόθεση της «πραγματικής προοπτικής επιτυχίας» της αξίωσης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα, το Δικαστήριο εξετάζει και κατά πόσον υπάρχει «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί»
Κάποια παραδείγματα νομολογιακής ερμηνείας της πιο πάνω φράσης «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί» δίδονται στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 841 παρ. 24.2.4 υπό τον τίτλο "no other compelling reason (for) a trial".
Αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση Bouygues (UK) Ltd v. Dahl-Jensen (UK) Ltd [2000] B.L.R. 522 όπου κρίθηκε ότι η εκκαθάριση της αιτήτριας εταιρείας ήταν επιτακτικός λόγος να απορριφθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση.
Στην υπόθεση Iliffe v. Feltham Construction Ltd [2015] EWCA Civ 715 κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείτο η έκδοση συνοπτικής απόφασης για τον ενάγοντα εναντίον του πρώτου εναγομένου, όταν παρόμοια ζητήματα ανέμεναν να επιλυθούν σε δίκη μεταξύ του πρώτου εναγομένου και άλλων διαδίκων. Στην υπόθεση αυτή, το αγγλικό Εφετείο εξέτασε κατά πόσον θα μπορούσε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση σε πολυμερή διαδικασία, προτού όλοι οι διάδικοι προβάλουν τις θέσεις τους. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αφού τέθηκαν ζητήματα που σχετίζονται με την αιτιώδη συνάφεια, τα οποία θα έπρεπε να αποφασιστούν σε πλήρη δίκη μεταξύ του πρώτου εναγομένου και των άλλων μερών, αυτό συνιστούσε επιτακτικό λόγο για να μην εκδοθεί συνοπτική απόφαση, μόνο εναντίον του πρώτου εναγομένου.
Ένας άλλος λόγος που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην αποδοχή αίτησης για συνοπτική απόφαση, είναι ισχυρισμός από τον εναγόμενο ότι ο ενάγων ενήργησε δόλια ή ανέντιμα και με αλλότρια κίνητρα περιπλέκοντας τα γεγονότα. Σχετική είναι η απόφαση Fashion Gossip Ltd v. Esprit Telecoms UK Ltd & Ors [2000] EWCA Civ 233, στην οποία η έκδοση συνοπτικής απόφασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμερίστηκε από το Εφετείο. Ο Λόρδος Ward J. συνοψίζοντας τους λόγους της απόφασης του ανέφερε:
«The summary procedures are, however, meant to deal with the plain and obvious cases and this, I fear, was never one of them. Whilst, therefore, I applaud his boldness, I fear he was wrong to engage this process when, in summary:- (i) the case "raises issues concerning the law of restitution and conspiracy which are not straightforward", to quote the judge's reason for granting permission to appeal; (ii) before the law can be applied and especially where (a) new areas of law are being developed and (b) there are allegations of fraud, there must be a firm foundation of fact and all the facts, every nuance, needs exploration and needs to be firmly established. The beguiling cry of "scam" may be a siren call, and in these uncharted waters, one must steer carefully.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Οι συνοπτικές διαδικασίες, ωστόσο, προορίζονται για την αντιμετώπιση των απλών και προφανών περιπτώσεων και αυτή, φοβάμαι, δεν ήταν ποτέ μία από αυτές. Ενώ, επομένως, επικροτώ την τόλμη του (πρωτόδικου Δικαστή), φοβάμαι ότι έκανε λάθος να εμπλακεί σε αυτή τη διαδικασία όταν, συνοπτικά: (i) η υπόθεση «εγείρει ζητήματα σχετικά με το δίκαιο της αποκατάστασης και της συνωμοσίας που δεν είναι απλά», για να παραθέσω τον λόγο του δικαστή για τη χορήγηση άδειας για έφεση. (ii) πριν από την εφαρμογή του νόμου και ειδικά όταν (α) αναπτύσσονται νέοι τομείς δικαίου και (β) υπάρχουν ισχυρισμοί για απάτη, πρέπει να υπάρχει σταθερή βάση γεγονότων και όλα τα γεγονότα, κάθε απόχρωσης, χρειάζονται διερεύνηση και πρέπει να τεκμηριωθούν με σαφήνεια. Η σαγηνευτική κραυγή «απάτη» μπορεί να είναι ένα κάλεσμα σειρήνας, και σε αυτά τα αχαρτογράφητα νερά, πρέπει κανείς να κατευθύνεται προσεκτικά.»
Στο πιο πάνω σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελ. 841, γίνεται αναφορά και στην υπόθεση AC Ward & Sons Ltd v. Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098, στην οποία επικυρώθηκε από το αγγλικό Εφετείο η πρωτόδικη απόφαση, στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε ότι μια αξίωση εναντίον ασφαλιστών δεν μπορούσε να απορριφθεί συνοπτικά όταν οι ασφαλιστές στην υπεράσπιση τους βασίζονταν σε ερμηνεία των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που παρότι ήταν τυποποιημένοι και χρησιμοποιούνταν ευρέως, θεωρήθηκαν δρακόντειοι (draconian). Λέχθηκε ότι η νομιμότητα και τα αποτελέσματα αυτών των όρων απαιτούσαν την εξέτασή τους σε πλήρη δίκη. Κρίθηκε συναφώς ότι ήταν ορθό το πρωτόδικο εύρημα ότι δεν μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας δεν είχε καμία πιθανότητα να ευδοκιμήσει, αποκλειστικά και μόνο λόγω αυτών των τυποποιημένων όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου. Αντιθέτως, υπήρχε επιτακτικός λόγος να εξεταστούν σε κανονική δίκη οι συνθήκες της συμφωνίας και τα αποτελέσματα των όρων αυτών στα δικαιώματα των αιτητών.
Η υπόθεση Akinleye v. East Sussex Hospitals NHS Trust [2008] EWHC 68 QB αφορούσε αγωγή δυσφήμισης από γιατρό εναντίον καταπιστεύματος του NHS που είχε ζητήσει πληροφορίες από άλλο καταπίστευμα του NHS, σχετικά με τον εν λόγω γιατρό που ερευνούσε. Στην αίτηση συνοπτικής απόφασης που καταχώρισε το εναγόμενο καταπίστευμα για απόρριψη της αγωγής, κρίθηκε ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα που προέκυψε, και το οποίο εξέφραζε ανησυχίες ως προς τον επαγγελματισμό και την ειλικρίνεια του γιατρού, προστατευόταν από προνόμιο υπό επιφύλαξη (qualified privilege) και δεν μπορούσε να θεωρηθεί κακόβουλο. Ως αποτέλεσμα, δεν υπήρχε εύλογη προοπτική επιτυχίας της αξίωσης του γιατρού για δυσφήμιση και εκδόθηκε συνοπτική απόφαση απόρριψης της αγωγής υπέρ του καταπιστεύματος.
Αναφορικά με το επίπεδο απόδειξης, όπως έχει προαναφερθεί, το βάρος είναι στον αιτητή προκειμένου να τεκμηριώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 24.2 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Σε τέτοια περίπτωση, επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Σύμφωνα με το σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 842 παρ. 24.2.6, η διατύπωση του Μέρους 24.2 ("καμία πραγματική πιθανότητα επιτυχίας ..... άλλος επιτακτικός λόγος...............") υποδηλώνει ότι κατά την κρίση του ζητήματος, το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει ένα αρνητικό τεστ. Κατά την αξιολόγηση των πιθανοτήτων επιτυχίας μιας απαίτησης ή υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν απαιτείται να δεχθεί χωρίς ανάλυση όλα όσα λέει ένας διάδικος στη γραπτή του μαρτυρία (βλ. ED & F Man Liquid Products Ltd v. Patel [2003] EWCA Civ. 472). Εντούτοις, στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται από τους Δικαστές να εγκαταλείψουν τις κριτικές τους ικανότητες (abandon their critical faculties) (βλ. Calland v. Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192), παρότι η εξέταση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 δεν απαιτεί από τον Δικαστή να διεξάγει «μίνι δίκη» (βλ. Swain v. Hillman ανωτέρω).
Επομένως, κατά την ακρόαση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να αποφασίσει επί πραγματικών γεγονότων εκεί όπου η εκδοχή της μιας πλευράς φαίνεται αξιόπιστη και έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η άλλη πλευρά. Η επιλογή μεταξύ των δυο εκδοχών αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστή και όχι του Δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση συνοπτικής απόφασης (βλ. Fashion Gossip Limited v Esprit Telecoms UK Limited [2000] 7 WLUK 794). Με την εξαίρεση όμως των περιπτώσεων που αυτό που παρουσιάζεται είναι τόσο εγγενώς απίθανο ή αντικρούεται από άλλη εξωγενή μαρτυρία (unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it) όπως αναφέρει ο Ward LJ στην απόφαση Day v. Royal Automobile Club Motoring Services Ltd [1999] 1 Αll ER 1007, 1013, με την οποία προτείνει την κατ' αναλογία υιοθέτηση του αρνητικού κριτηρίου, και σε αιτήσεις για παραμερισμό ερήμην απόφασης.
Σχετική με το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση, είναι η απόφαση Sainsbury's Supermarkets Limited v Condek Holdings Limited [2014] EWHC 2016 (TCC), στην οποία αναφέρεται ότι αρκεί να αποδειχθεί πως η υπόθεση του είναι κάτι περισσότερο από απλώς συζητήσιμη με την έννοια ότι φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας. Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
«In deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at trial, namely the balance of probabilities, to the evidence presented: and on an application for summary judgment the court should consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial. However, the Court is not required simply to take all evidence at face value or to accept without question any assertion that may be made: the question is whether the respondent's case carries some degree of conviction.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Για να αποφασίσει εάν ο καθ' ου η αίτηση έχει κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εφαρμόσει το επίπεδο απόδειξης που θα ίσχυε στη δίκη, δηλαδή το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, στα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζονται: και σε μια αίτηση για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμα στη δίκη. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν απαιτείται απλώς να αποδεχθεί τοις μετρητοίς όλα τα αποδεικτικά στοιχεία ή να αποδεχθεί χωρίς αμφιβολία κάθε ισχυρισμό που μπορεί να προβληθεί: το ερώτημα είναι εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας».
Το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση Sainsbury's (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Director of Public Prosecutions v Surin [2025] EWHC 10 (KB) που αφορούσε έκδοση συνοπτικής απόφασης σε αγωγή του δημοσίου για ανάκτηση περιουσίας από παράνομες πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 266 του αγγλικού νόμου περί προϊόντων εγκλήματος (POCA).
Καθοδήγηση ως προς την εκδίκαση αίτησης συνοπτικής απόφασης μπορεί να αντληθεί και από το σύγγραμμα Blackstone's Civil Practice 2018, όπου αναλύεται η εφαρμογή του αντίστοιχου Μέρους 24 των αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρεται στη σελίδα 599 παρ. 34.10 του εν λόγω συγγράμματος ότι στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη την εκατέρωθεν γραπτή μαρτυρία και να διερωτηθεί κατά πόσο η υπόθεση μπορεί να ενισχυθεί με μαρτυρία κατά τη δίκη. Όπου η μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, στο απόγειο της, δεν δικαιολογεί την πιθανότητα επιτυχίας, τότε είναι ορθό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Akinleye v. East Sussex Hospitals NHS Trust ανωτέρω). Αντιθέτως, όπου καταδεικνύεται κάποια προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο θα αρνηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης και δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Cotton v. Rickard Metals Inc. [2008] EWHC 824 QB).
Αναφέρεται στη συνέχεια στο ίδιο σύγγραμμα ότι το ερώτημα του κατά πόσον υπάρχει μια πραγματική προοπτική επιτυχίας δεν πρέπει να προσεγγίζεται με την εφαρμογή του συνήθους βάρους απόδειξης, ήτοι του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Πολλές υποθέσεις θα επιτύχουν σε κανονική δίκη αλλά δεν θα είναι κατάλληλες για συνοπτική απόφαση επειδή υπάρχουν σε αυτές πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα, διαφωνίες ως προς τα επίδικα γεγονότα ή περαιτέρω ζητήματα που θα πρέπει να διερευνηθούν και επιλυθούν κατά τη διάρκεια μιας πλήρους εκδίκασης της υπόθεσης.
Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι αιτήσεις για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να περιορίζονται εντός του αυστηρά καθορισμένου ρόλου τους. Δεν αποσκοπούν στο να αποφευχθεί η δίκη, ειδικά όπου υπάρχουν θέματα που είναι αναγκαίο να εξεταστούν σε ακροαματική διαδικασία. Επιπλέον η ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν θα πρέπει να συνιστά «μίνι - δίκη», στην οποία το Δικαστήριο αποφασίζει επί αμφισβητουμένων γεγονότων. Πρόκειται απλά για μια συνοπτική διαδικασία προκειμένου να διεκπεραιωθούν υποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανένας επιτακτικός λόγος να οδηγηθούν σε κανονική ακροαματική διαδικασία.
Τέλος θα πρέπει να αναφέρω ότι με την εφαρμογή των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δεν επηρεάζεται και εξακολουθεί να ισχύει η βασική νομολογιακή αρχή που ίσχυε κατά την ερμηνεία της Δ.18 των παλαιών θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ότι το Δικαστήριο οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία θα πρέπει να εξετάζεται στην Κύπρο και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του Άρθρου 30 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Έτσι, συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο σε καθαρές υποθέσεις, και κατόπιν απόδειξης των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο Μέρος 24, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο στον οποίο θα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 AAΔ 239).»
Οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Παναγή κ.α. v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. Αρ. E26/2025, ημερ. 27/3/2026. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα.
«Το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 προβλέπει τα εξής:
«24.1. Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους
(1) To παρόν Μέρος παραθέτει τη διαδικασία με την οποία το δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη.
(2) To δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου σε οποιοδήποτε είδος δικαστικής διαδικασίας.
24.2. Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης
(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:
(α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
......
24.4. Η Αίτηση
(1) Υπό την επιφύλαξη των προνοιών του παρόντος Μέρους, η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23.
(2) Η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή ή επιδίδεται με αυτή:
(α) προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και
(β) αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.
(3) .......».
Πρέπει να τονιστεί ότι η προβλεπόμενη στο Μέρος 24, αποτελεί μία από τις διαδικασίες δια των οποίων το Δικαστήριο προάγει τον πρωταρχικό σκοπό δια της ενεργούς διαχείρισης υποθέσεων (Μέρος 1.5(1)). Όπως λέχθηκε στην Swain v. Hillman (2001) 1 All E.R. 91:
«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Pt 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Pt 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible».
Ο αιτητής σε αίτηση για συνοπτική απόφαση οφείλει να παρουσιάσει γραπτή μαρτυρία με την οποία να αποδείξει τόσο ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης του, όσο και ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει «πραγματική προοπτική επιτυχίας» επί της απαίτησης ή υπεράσπισης (Μέρος 24.2). Κρίνουμε χρήσιμη την παράθεση αποσπάσματος από την Αγγλική υπόθεση Easyair Ltd v. Opal Telecom Ltd (2009) EWHC 339 στο οποίο τέθηκε η σύνοψη των αρχών που διέπουν την εκδίκαση αιτήσεων για συνοπτική απόφαση βάσει του αντίστοιχου Αγγλικού Μέρους 24:
«The correct approach on applications by defendants is, in my judgment, as follows:
i)The court must consider whether the claimant has a "realistic" as opposed to a "fanciful" prospect of success: Swain v Hillman [2001] 2 All ER 91;
ii)A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8]
iii)In reaching its conclusion the court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman
iv)This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10]
v)However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550;
vi) Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial, even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63;
vii)On the other hand it is not uncommon for an application under Part 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, he will in truth have no real prospect of succeeding on his claim or successfully defending the claim against him, as the case may be. Similarly, if the applicant's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to a fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725».
(βλ. AC Ward & Sons Ltd v. Caitlin (Five) Ltd (2009) EWCA Civ 1098, Διογένους κ.ά. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, Πολ. Έφ. Ε86/25, ημερ. 11.2.2026).
Aφού ο αιτητής, με αξιόπιστη μαρτυρία, αποσείσει το βάρος ότι δικαιολογείται η πεποίθηση του πως ο καθ' ου δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της απαίτησης ή υπεράσπισης του, το βάρος εναποτίθεται πλέον στον καθ' ου η αίτηση να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της απαίτησης ή υπεράσπισης του, ή την ύπαρξη κάποιου άλλου επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη. Όπως αναφέρεται και στην παρ. 24.2.5 του White Book 2021:
«If the applicant for summary judgment adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or other reason for a trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant's statement of belief. The language of r.24.2 ("no real prospect.no other reason.") indicates that, in determining the question, the court must apply a negative test. The respondent's case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel (2003) EWCA Civ 472. In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority (2015) EWCA Civ 192 at [29]). However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini-trial (Swain v Hillman (2001) 1 All E.R. 91). Therefore, the court hearing a Pt 24 application should be wary of trying issues of fact or evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side. Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it (Fashion Gossip Ltd v Esprit Telecoms UK Ltd 27 July 2000, unrep,. CA; cf. Day v RAC Motoring Services Ltd (1999) 1 All E.R. 1007, per Ward LJ at 1013 propounding the adoption of a negative test on applications to set aside default judgments). When deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at the trial, namely the balance of probabilities on the evidence presented; on any application for summary judgment the court should also consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) (2001) EWCA Civ 550, CA)».
Όπως λέχθηκε και στην ED & F Man Liquid Products v. Patel (2003) EWCA Civ. 472 η υπεράσπιση που επιθυμεί εναγόμενος - καθ' ου να προωθήσει πρέπει να έχει κάποιο βαθμό πειστικότητας, δηλαδή κάτι πέραν του να είναι απλώς συζητήσιμη όπως ίσχυε με βάση την παλιά Δ.18 («the defence must carry some degree of conviction. Both approaches require the defendant to have a case which is better than merely arguable, as was formerly the case under R.S.C. Order 14»).»
Όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο (πιο πάνω) οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην απαίτηση καθώς και υπεράσπιση στην εναντίον τους απαίτηση και ανταπαίτηση εναντίον του ΓΣΟ. Ο τελευταίος, στη συνέχεια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με το Μέρος 23 των ΚΠΔ και όπως αναφέρει ο αντιπρόεδρός του στην παράγραφο 6.10 της ένορκης δήλωσής του η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο ίδιος και ο ενάγοντας πιστεύουν ειλικρινά ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οι δυο εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της παρούσας απαίτησης και δεν γνωρίζουν άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση πρέπει να εκδικαστεί σε κανονική δίκη.
Ακολουθεί ότι πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
Ό,τι απομένει προς εξέταση - που είναι και το πιο σημαντικό - είναι να εξεταστεί κατά πόσο ο ενάγοντας απόδειξε: πρώτο, ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στην εναντίον τους απαίτηση, δηλαδή στην αγωγή και δεύτερο, ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να αποφασιστούν σε δίκη. Δηλαδή, στο πλαίσιο πλήρους και κανονικής ακρόασης.
Το πρώτο βασικό θέμα που θα με απασχολήσει είναι η θέση των εναγόμενων - σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων τους - ότι η αγωγή έχει εγερθεί κατά παράβαση των νέων ΚΠΔ και συγκεκριμένα, του Μέρους 20.3(1) «σύμφωνα με το οποίο, όλα τα πρόσωπα τα οποία από κοινού με τον Ενάγοντα δικαιούνται από κοινού την θεραπεία πρέπει να είναι διάδικοι.» Ο ενάγοντας, προστίθεται, είναι κατά το 1/3 ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, στο οποίο συνιδιοκτήτες είναι κατά το 1/3, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου και για το υπόλοιπο 1/3, ο Μητροπολίτης Λεμεσού, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή. Ο ενάγοντας δεν έχει εγείρει την παρούσα αγωγή, ως αντιπρόσωπος και/ή υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα, ως αντιπρόσωπος των άλλων συνιδιοκτητών, κατά παράβαση του Μέρους 16.3(4) των ΚΠΔ.
Όσο διασταλτικά και να ερμηνεύσω τους 13, συνολικά, λόγους ένστασης στην αίτηση, αδυνατώ να εντοπίσω σε ποιο από αυτούς μπορώ να εντάξω τις παραπάνω θέσεις των εναγόμενων. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι αυτές, ενώ προβάλλονται με νομικό υπόβαθρο το Μέρος 20.3(1) και το Μέρος 16.3(4) των ΚΠΔ, ούτε η μια μα ούτε και η άλλη από τις δυο αυτές διατάξεις περιλαμβάνονται στη νομική βάση της ένστασης.
Σύμφωνα με το Μέρος 23.7(1)(β)(γ) των ΚΠΔ, «Στην ένσταση πρέπει να δηλώνονται: (β) περιεκτικά οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης∙ και (γ) η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια ή ο συγκεκριμένος κανονισμός στα οποία αυτή στηρίζεται.»
Η λέξη «πρέπει» είναι δηλωτική του επιτακτικού χαρακτήρα τήρησης της παραπάνω πρόνοιας, κατ’ αναλογία του τι ισχύει και για τη Δ.48 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και προς τούτο υπάρχει σχετική νομολογία (βλ. τις υποθέσεις Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά. (2002) 1 Α.Α.Δ. 92, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη (2011) 1 Α.Α.Δ. 825 και Yugos Finance BV και Άλλοι ν. Halebay Holdings Ltd (2013) 1 Α.Α.Δ. 569).
Όμως και να υπήρχε σχετικός λόγος ένστασης, η νομιμοποίηση του ΓΣΟ να ενάγει χωρίς να συνενωθούν ως διάδικοι οι άλλοι δυο συνιδιοκτήτες του ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο, καταφαίνεται από το απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α. (2000) 1 Α.Α.Δ. 1516:
«Θα ασχοληθούμε τώρα με το κατά πόσο θα έπρεπε να συνενωθούν στην αγωγή ως διάδικοι όλοι οι συνιδιοκτήτες των επίδικων κτημάτων και ειδικά του τεμαχίου 482/1.
Επί του προκειμένου παραπέμπουμε στο σκόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμα Clerk & Lindsell on Torts 14η Έκδοση, παράγραφος 212, στο οποίο γίνεται αναφορά και στην πρωτόδικη απόφαση:
"Joint plaintiffs in tort. Where a tort was committed to some subjectmatter in which several persons were jointly interested, non-joinder of any of the parties so interested as plaintiffs was formerly matter for a plea in abatement, but if no such plea was raised, the parties who sued were entitled to recover damages in proportion to their interests in the subjectmatter. Thus one of several joint owners of a chattel might recover for the injury to his share, leaving his co-owners to recover in another action for the injury to their shares.
Pleas in abatement no longer exist, and neither the misjoinder nor the non-joinder of any party leads to the defeat of the action: the court may determine the issues in dispute so far as they affect the rights and interests of those who are parties. On the other hand, unless the court gives leave to the contrary, all persons jointly entitled to relief should be made parties and any one of them who does not consent to being joined as a plaintiff must be made a defendant."
Kαι στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings στo οποίo και πάλι γίνεται αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση:
"In actions for torts, where several persons are entitled to sue in respect of a wrong done to them jointly, as, for instance, in cases of injury to their joint property by trespass, conversion, or negligence, they should, in general, all join as plaintiffs in the action. But it does not lie in the mouth of the wrongdoer to complain of non-joinder. It has been decided that one of several co-owners of a patent may sue alone for an infringement of his right, and so may one of several co-owners of a trade mark; again in an action for conversion, one of several co-owners may sue alone, although he will be able to recover only his own share of the value of the property converted."
(Η υπογράμμιση είναι δική μας).
(Δέστε και Βaker v. Barclays Bank Ltd (1955) 2 All E.R. 571).
Έτσι, το επιχείρημα των εφεσειόντων-εναγομένων δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ιδιαίτερα δε όσον αφορά τη μη συνένωση όλων των συνιδιοκτητών του τεμαχίου 482/1 των εφεσειόντων-εναγομένων, αφού οι λοιποί συνιδιοκτήτες σε καμιά ενέργεια δεν είχαν προβεί που να συνιστά το αστικό αδίκημα της επέμβασης για το οποίο ενάγονται οι εφεσείοντες-εναγόμενοι. Επισημαίνουμε επίσης ότι, αφού η αιτία αγωγής είναι η διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης, κανένα περιουσιακό ή άλλο συμφέρον ή δικαίωμα των λοιπών συνιδιοκτητών δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία.»
Στην προκειμένη περίπτωση, θεμελιακή αιτία της αγωγής του ενάγοντα και μάλιστα, για δυο λόγους είναι η διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης κατά παράβαση του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου δεν έχει αποδειχθεί ότι οι άλλοι δυο συνιδιοκτήτες του ακινήτου, εντός του οποίου βρίσκεται το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια που να συνιστά το αστικό αδίκημα της επέμβασης - για το οποίο ενάγονται οι εναγόμενοι - είτε ακόμη, ότι επηρεάζεται οποιοδήποτε περιουσιακό ή άλλο συμφέρον ή δικαίωμά τους από τη διαδικασία. Και όχι μόνο αυτό. Και να υπήρχε τέτοιο θέμα, οι μόνοι που είχαν δικαίωμα να το εγείρουν είναι οι συνιδιοκτήτες και όχι οι εναγόμενοι, στους οποίους αποδίδεται η διάπραξη του αδικήματος. Και οι πρώτοι, όχι μόνο δεν έχουν εγείρει τέτοιο θέμα, αλλά, με το καταπίστευμα, ημερομηνίας 9/3/1968 συμφώνησαν ότι τη διαχείριση του ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο, θα έχει ο ΓΣΟ.
Συναφώς με τα παραπάνω, το όλο θέμα είναι τόσο σαφές και ξεκάθαρο, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη, ότι έχει ως πραγματικό υπόβαθρο, γεγονότα τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών και νομικό υπόβαθρο που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, επομένως, σε σχέση με αυτό θεωρώ ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση για το ίδιο θέμα θα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Δηλαδή, στο πλαίσιο πλήρους και κανονικής ακρόασης.
Καθώς ήδη έχει αναφερθεί, θεμελιακή αιτία της αγωγής του ενάγοντα είναι η διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του ενάγοντα, κωδικοποιώντας τις θέσεις τους ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί και ότι δικαιούνται να αξιώνουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης για όλες τις αξιώσεις τους, στη γραπτή αγόρευσή τους αναφέρουν τα εξής:
Όπως φαίνεται από την αίτηση και την έκθεση απαίτησης, η αγωγή βασίζεται στο ότι οι επίμαχες συμφωνίες που έδιναν στον ΑΡΗ, προσωρινό δικαίωμα χρήσης του βοηθητικού γηπέδου, έχουν τερματισθεί, επειδή ο ΑΡΗΣ έπαψε να δηλώνει το Τσίρειο Στάδιο, ως αποκλειστική έδρα της ποδοσφαιρικής του ομάδας ανδρών, πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος της Κ.Ο.Π. και παράλληλα, επειδή και οι δυο εναγόμενοι, χωρίς την άδεια η συγκατάθεση του ΓΣΟ και χωρίς την άδεια των πολεοδομικών αρχών, έχουν ανεγείρει παράνομα υποστατικά στο βοηθητικό γήπεδο και στο παρακείμενο υφιστάμενο εσωτερικό οδικό δίκτυο του ακινήτου (ήτοι σε τεμάχιο γης εμβαδού 495 τ.μ. που αποτελεί κανονικά εσωτερικό οδικό δίκτυο του όλου ακινήτου) και τα εν λόγω παράνομα υποστατικά συνιστούν μόνιμης μορφής παράνομη επέμβαση. Συνεπώς, προστίθεται, οι εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα (trespass) στο βοηθητικό γήπεδο, βάσει του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων, Κεφ. 148 και ο ενάγοντας δικαιούται στην έκδοση διατάγματος που να βάζει τέλος στην παράνομη επέμβαση. Επίσης, ο ενάγοντας απαιτεί αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη από την ημερομηνία που άρχισε η παράνομη επέμβαση και μετέπειτα, στη βάση, πρώτο, του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων και/ή δεύτερο, διαζευκτικά, στη βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment).
Αρχίζοντας από τον πρώτο λόγο για τον οποίο ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες συμφωνίες έχουν τερματιστεί, ο οποίος εδράζεται στη θέση του, ότι αυτό έγινε αυτόματα κατά ή περί το 2022, όταν ο ΑΡΗΣ έπαψε να δηλώνει το Τσίρειο Στάδιο, ως έδρα της ποδοσφαιρικής του ομάδας ανδρών της πρώτης κατηγορίας, που αποτελούσε το αντάλλαγμα παραχώρησης εκ μέρους του ΓΣΟ των βοηθητικών γηπέδων, παρατηρώ τα εξής:
Συναφώς με τα παραπάνω, σχετικός είναι ο όρος 2 της 1ης επίμαχης συμφωνίας. Για ό,τι μας ενδιαφέρει - έχει ως εξής: «Εις αντάλλαγμα διά το γεγονός της χρησιμοποιήσεως ως «ΕΔΡΑΣ» του Σωματείου το Τσίρειον Στάδιον … οι Ιδιοκτήται παραχωρούν δικαίωμα χρήσεως του γηπέδου … διά σκοπούς προπονήσεως μόνον.»
Αποτελεί θέση του ΓΣΟ - σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αντιπροέδρου του η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση -, πως ήταν ρητός και/ή σιωπηρός όρος της της 1ης επίμαχης συμφωνίας ότι ποδοσφαιρική ομάδα πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος της Κ.Ο.Π. σήμαινε ποδοσφαιρική ομάδα ανδρών πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος ανδρών της Κ.Ο.Π. Επιπλέον, ότι κατά το χρόνο εκτέλεσης της εν λόγω συμφωνίας, αυτή ακριβώς η πρόθεση, αντίληψη, συμφωνία και κατανόηση υπήρχε μεταξύ του ΓΣΟ και του ΑΡΗ, όσο και μεταξύ του ΓΣΟ και των σωματείων ΑΕΛ και ΑΠΟΛΛΩΝ (τα οποία σωματεία, κατά τον ίδιο χρόνο είχαν συνάψει συμβάσεις, σχεδόν πανομοιότυπες με την 1η επίμαχη συμφωνία). Καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, αυτή ήταν η αντίληψη, συμφωνία και κατανόηση μεταξύ του ΑΡΗ, ΑΠΟΛΛΩΝΑ και ΑΕΛ, ήτοι, ότι ποδοσφαιρική ομάδα πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος της Κ.Ο.Π. σήμαινε ποδοσφαιρική ομάδα ανδρών πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος ανδρών της Κ.Ο.Π.
Οι παραπάνω θέσεις και ισχυρισμοί του ΓΣΟ και γενικά το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζει για σκοπούς στοιχειοθέτησης της πιο πάνω θέσης του και συγκεκριμένα, ότι οι επίμαχες συμφωνίες έχουν τερματιστεί για τον πρώτο από τους δυο λόγους που επικαλείται, θα πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των εναγόμενων και γενικά με το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζουν οι τελευταίοι - η οποία υποστηρίζεται και από διάφορα έγγραφα/τεκμήρια - για σκοπούς στοιχειοθέτησης της περί αντιθέτου θέσης τους.
Το όλο θέμα για να κριθεί απαιτεί συνδυαστική ερμηνεία αριθμού όρων των δυο επίμαχων συμφωνιών που συνήψε ο ΓΣΟ με τον ΑΡΗ σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των δυο καταπιστευμάτων και για σκοπούς εξαγωγής σχετικών συμπερασμάτων είναι σαφές, ότι απαιτείται να ληφθούν υπόψη και διάφορα γεγονότα. Για το οποία ωστόσο, οι εκατέρωθεν θέσεις, διίσταται. Με αυτό δεδομένο, για σκοπούς εξαγωγής σχετικών συμπερασμάτων, απαιτείται αξιολόγηση μαρτυρίας, γεγονός ανεπίτρεπτο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Σε σχέση πάντοτε με τον ίδιο λόγο για τον οποίο ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες συμφωνίες έχουν τερματιστεί και τη θέση του, ότι αυτό έγινε αυτόματα κατά ή περί το 2022, όταν ο ΑΡΗΣ έπαψε να δηλώνει το Τσίρειο Στάδιο, ως έδρα της ποδοσφαιρικής του ομάδας ανδρών της πρώτης κατηγορίας, που αποτελούσε το αντάλλαγμα παραχώρησης εκ μέρους του ΓΣΟ των βοηθητικών γηπέδων, ότι η περί αντιθέτου θέση των εναγόμενων σε σχέση με τις εν λόγω συμφωνίες, κατά τη δίκη, συγκεντρώνει πραγματικές πιθανότητες να γίνει αποδεκτή, καταφαίνεται από τα ακόλουθα στοιχεία, τα οποία φυσικά, θα πρέπει να αξιολογηθούν ενταγμένα στο σύνολο της μαρτυρίας, τόσο αυτής που έχει τεθεί ενώπιόν μου στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, όσο και αυτής που ενδεχομένως θα παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης.
Αρχίζοντας από το πρώτο στοιχείο είναι το γεγονός, ότι πουθενά στις επίμαχες συμφωνίες υπάρχει αναφορά σε ποδοσφαιρική ομάδα ανδρών. Το δεύτερο στοιχείο περικλείεται στον όρο 8 της πρώτης επίμαχης συμφωνίας. Ακολουθεί αυτούσιος: «Το Σωματείον έχει αποκλειστικόν σκοπόν την χρησιμοποίησιν του παραχωρούμενου γηπέδου διά προπονήσεις των ποδοσφαιρικών του ομάδων και βελτιώσεως τούτου χωρίς όμως κανένα δικαίωμα διά ανοικοδόμησιν οιουδήποτε κτίσματος και/ή τοποθετήσεως μπαραγκών και/ή άλλων κατασκευασμάτων άνευ της γραπτής αδείας των Ιδιοκτητών.»
Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω το συμπέρασμά μου ότι οι εναγόμενοι απέδειξαν ότι έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης σε σχέση με τον πρώτο λόγο για τον οποίο ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες συμφωνίες έχουν τερματιστεί και ότι υπάρχει πολύ καλός λόγος που επιτάσσει όπως το συγκεκριμένο θέμα αποφασιστεί σε κανονική δίκη.
Υπεισέρχομαι τώρα στο δεύτερο λόγο για τον οποίο ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες συμφωνίες έχουν τερματιστεί. Όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο πιο πάνω, αυτό συνέβη, επειδή και οι δυο εναγόμενοι, χωρίς την άδεια η συγκατάθεση του ΓΣΟ και χωρίς την άδεια των πολεοδομικών αρχών, έχουν ανεγείρει παράνομα υποστατικά στο βοηθητικό γήπεδο και στο παρακείμενο υφιστάμενο εσωτερικό οδικό δίκτυο του ακινήτου (ήτοι σε τεμάχιο γης εμβαδού 495 τ.μ. που αποτελεί κανονικά εσωτερικό οδικό δίκτυο του όλου ακινήτου) και τα εν λόγω παράνομα υποστατικά συνιστούν μόνιμης μορφής παράνομη επέμβαση.
Για σκοπούς στοιχειοθέτησης αυτού του λόγου, ο αντιπρόεδρος του ΓΣΟ, στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αναφέρει τα εξής:
Ο ΓΣΟ, μέσω των δικηγόρων του, στις 20/7/2015 απέστειλε στον ΑΡΗ και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του, επιστολή, με την οποία τους ενημέρωνε - μεταξύ άλλων - τα εξής:
Ότι ο ΑΡΗΣ παραβίασε την 1η επίμαχη συμφωνία με το να προβαίνει εκείνη την περίοδο σε παράνομη ανέγερση κτίσματος για στέγαση αποδυτηρίων, παραβιάζοντας τον όρο 8 της συμφωνίας. Πρόκειται για το τεκμ. 8 στην ένορκη δήλωση του αντιπροέδρου του ΓΣΟ, η εν λόγω επιστολή και είναι γεγονός, ότι με αυτή, ο ΓΣΟ τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία και για το συγκεκριμένο λόγο. Μετά τον τερματισμό της, ο ΑΡΗΣ συνέχισε να χρησιμοποιεί και να επεμβαίνει παράνομα στο βοηθητικό γήπεδο και συνέχιζε να ανεγείρει παράνομα εντός του χώρου του, υποστατικά και αποδυτήρια, χωρίς τη συγκατάθεση του ΓΣΟ και των πολεοδομικών αρχών.
Κατά ή περί τις 6/6/2016, ο ΑΡΗΣ συνήψε με το ΓΣΟ τη 2η επίμαχη συμφωνία έτσι ώστε ο ΑΡΗΣ να λάβει νέο δικαίωμα χρήσης του βοηθητικού γηπέδου και να μη θεωρείται ότι επεμβαίνει παράνομα, ως επίσης και για να λάβει την συγκατάθεση του ΓΣΟ για ολοκλήρωση και νομιμοποίηση των υποστατικών και των αποδυτήριων που είχε ανεγείρει παράνομα και χωρίς την συγκατάθεση του ΓΣΟ και των πολεοδομικών αρχών, εντός του βοηθητικού γηπέδου, αλλά και για να αποσύρει ο ΓΣΟ την ποινική υπόθεση που είχε καταχωρήσει εναντίον του ΑΡΗ και του τότε προέδρου του για τις εν λόγω παρανομίες. Σχετικές είναι οι δυο επιστολές του ΓΣΟ προς τον ΑΡΗ και τον πρόεδρο και γενικό γραμματέα του, ημερομηνίας 8/6/2016 και 14/7/2016 (βλ. τα τεκμ. 9 και 10 στην ένορκη δήλωση του αντιπροέδρου του ΓΣΟ).
Πρόκειται για το τεκμ. 11 στην ίδια ένορκη δήλωση, η 2η επίμαχη συμφωνία και από το περιεχόμενό της προκύπτουν τα εξής:
Με το προοίμιο (υπό Η), ο ΑΡΗΣ αναγνωρίζει ευθέως ότι προχώρησε και ανήγειρε αποδυτήρια εντός του βοηθητικού γηπέδου, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση και/ή την έγκριση του ΓΣΟ και/ή χωρίς να εκπονήσει αρχιτεκτονικά σχέδια και/ή χωρίς να την υποβολή προς την αρμόδια αρχή, αίτησης για έκδοση άδειας οικοδομής και/ή άλλως πως. Με τον όρο 3 συμφωνήθηκε μεταξύ ΓΣΟ και ΑΡΗ ότι σε αντάλλαγμα της δήλωσης του ΑΡΗ και της αποδοχής από την Κ.Ο.Π., ως έδρας του ΑΡΗ το Τσίρειο Στάδιο, ο ΓΣΟ παραχωρεί στον ΑΡΗ άδεια χρήσης για τις προπονητικές του ανάγκες το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο, με όρους, όπως φαίνονται στην 1η επίμαχη συμφωνία. Με την όρο 9, ο ΑΡΗΣ ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων για τα αποδυτήρια, με σκοπό να τα υποβάλει προς την αρμόδια αρχή προς έκδοση άδειας οικοδομής. Με τον όρο 12 συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι σε περίπτωση που δε θα εξασφαλιζόταν άδεια οικοδομής για τα εν λόγω υποστατικά, ο ΑΡΗΣ θα υποχρεούτο να προβεί σε κατεδάφισή τους και σε περίπτωση παράλειψής του να συμμορφωθεί, ο ΓΣΟ θα είχε δικαίωμα, αφού του δώσει γραπτή ειδοποίηση 15 ημερών για κατεδάφιση των εν λόγω υποστατικών και δεν συμμορφωθεί, να τα κατεδάφιζε ο ίδιος και να αξίωνε από τον ΑΡΗ το ποσό που θα κατέβαλλε για το σκοπό αυτό. Τέλος, ο όρος 15 της ίδιας συμφωνίας προνοεί ότι παράβαση οποιουδήποτε όρου της θα παρέχει προς το αναίτιο μέρος το δικαίωμα ακύρωσής της και αξίωση νόμιμων αποζημιώσεων.
Ένεκα του ότι οι εναγόμενοι είχαν προχωρήσει και προχωρούσαν σε οικοδομικές εργασίες και στην ανέγερση παράνομων υποστατικών στο βοηθητικό γήπεδο και στο παρακείμενο υφιστάμενο εσωτερικό οδικό δίκτυο του ακινήτου, χωρίς την άδεια και συγκατάθεση του ΓΣΟ και των αρμόδιων αρχών, κατά ή περί τις 22/3/2024, το δικηγορικό γραφείο VAKIS EROTOKRITOU LLC, απέστειλε εκ μέρους του ΓΣΟ, επιστολή στο Δήμαρχο Λεμεσού και το Δημοτικό Συμβούλιο με την οποία:
Τους κατάγγειλαν το γεγονός ότι οι εναγόμενοι, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση και άδεια του ΓΣΟ, προχώρησαν σε οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο, εντός του οποίου υφίσταται το Τσίρειο Στάδιο και τα βοηθητικά γήπεδα, και συγκεκριμένα, εντός του χώρου στον οποίο υφίσταται το βοηθητικό γήπεδο Β, καθώς επίσης και στο παρακείμενο υφιστάμενο εσωτερικό οδικό δίκτυο. Ακόμη κατάγγειλαν το γεγονός ότι οι εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα (trespasses) στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του ΓΣΟ και τους κάλεσαν άμεσα να λάβουν τα αναγκαία μέτρα εναντίον τους για τη διακοπή των εργασιών και την έκδοση ανάλογων δικαστικών διαταγμάτων. Μέχρι σήμερα, ο Δήμαρχος και το Δημοτικό Συμβούλιο Λεμεσού αμελούν να προβούν σε οποιαδήποτε μέτρα αναφορικά με την εν λόγω καταγγελία.
Να πω απλώς, ότι πρόκειται για το τεκμ. 20 στην ένορκη δήλωση του αντιπροέδρου του ΓΣΟ η εν λόγω επιστολή και ο τελευταίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 38 της ένορκης δήλωσής του παρουσιάζει ως τεκμ. 21, αντίγραφα φωτογραφιών που λήφθηκαν από το ΓΣΟ κατά ή περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2024, οι οποίες αποδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι συνεχίζουν να χρησιμοποιούν και να επεμβαίνουν παράνομα στο βοηθητικού γήπεδο και ότι παράνομα έχουν ανεγείρει και ανεγείρουν υποστατικά, χωρίς την λήψη οποιασδήποτε σχετικής άδειας.
Κατά ή περί την 31/5/2024, οι νυν δικηγόροι του ΓΣΟ απέστειλαν στους εναγόμενους επιστολή με την οποία τους πληροφορούσαν - μεταξύ άλλων - τα εξής:
Για το γεγονός ότι ο ΑΡΗΣ έχει αναγείρει παράνομα υποστατικά, χωρίς την άδεια ούτε του ΓΣΟ αλλά ούτε και των πολεοδομικών αρχών, τα οποία ο ΓΣΟ έχει ήδη καταγγείλει στον δήμο Λεμεσού. Ότι ο ΓΣΟ τους καλούσε άμεσα και σε κάθε περίπτωση μέχρι την 1/7/2024, να του επιστρέψουν την ελεύθερη κατοχή του βοηθητικού γηπέδου (ως και τα οποιαδήποτε υποστατικά και/ή εγκαταστάσεις που έχουν ανεγερθεί και/ή υφίστανται επί του ακινήτου στο οποίο εμπίπτει το βοηθητικό γήπεδο) και να παύσουν να χρησιμοποιούν αυτά. Ότι σε περίπτωση που δε συμμορφώνονταν με τα πιο πάνω, ο ΓΣΟ θα προχωρούσε με όλα τα αναγκαία διαβήματα εναντίον τους, συμπεριλαμβανομένων, αλλά χωρίς κανένα περιορισμό, διαβημάτων για ανάκτηση των εν λόγω εγκαταστάσεων, ως και διαβημάτων ώστε να τους απαγορεύεται η πρόσβαση στις εν λόγω εγκαταστάσεις.
Κατά ή περί την 5/6/2024, οι δικηγόροι του ΑΡΗ απέστειλαν απαντητική επιστολή στους δικηγόρους του ΓΣΟ με την οποία απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής.
Οι δικηγόροι του ΓΣΟ απάντησαν στην επιστολή αυτή με τη δική τους επιστολή, ημερομηνίας 26/8/2024. Με αυτή, μεταξύ άλλων, θέτουν σε προσοχή των συναδέλφων τους, το γεγονός ότι ο ΑΡΗΣ έχει αναγείρει παράνομα υποστατικά, χωρίς την άδεια ούτε του ΓΣΟ αλλά ούτε και των πολεοδομικών αρχών, τα οποία ο ΓΣΟ έχει ήδη καταγγείλει στον δήμο Λεμεσού, κάτι που όπως αναφέρεται κατά λέξη «αποτελεί επιπλέον βάση τερματισμού του δικαιώματος χρήσης του βοηθητικού γηπέδου.»
Όπως αναφέρει ο αντιπρόεδρος του ενάγοντα στην παράγραφο 54 της ένορκης δήλωσής του, ο ΓΣΟ υπέστη και συνεχίζει να υφίσταται τεράστιες απώλειες εισοδημάτων που αφορούν το δικαίωμα χρήσης του βοηθητικού γηπέδου, ένεκα της παράνομης επέμβασης του ΑΡΗ και της παράνομης χρήσης από αυτόν του βοηθητικού γηπέδου από τα τέλη του 2022 και μέχρι σήμερα, ως και ένεκα των παράνομων οικοδομήσεων που έχει ανεγείρει ο ΑΡΗΣ, χωρίς τις αναγκαίες άδειες και οι οποίες οικοδομές είναι μόνιμης μορφής.
Η επέμβαση επί του μέρους του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το βοηθητικό γήπεδο, ως και επί του πλησίον εσωτερικού οδικού δικτύου του ακινήτου είναι μόνιμου χαρακτήρα και έχει προκαλέσει ζημιές.
Στο σημείο αυτό να πω ότι σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης (τεκμ. 29 στην ένορκη δήλωση του αντιπροέδρου του ΓΣΟ) το ακίνητο εντός του οποίου βρίσκεται το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο είναι τεμάχιο με υποστατικά, γνωστό ως ΑΡΗΣ, εμβαδού 8.241 τ,μ, πλέον 495 τ.μ. γη, η οποία αποτελούσε το εσωτερικό οδικό δίκτυο του όλου ακινήτου των ιδιοκτητών και καταλήφθηκε παράνομα από τον ΑΡΗ στο οποίο κατασκευάστηκαν υποστατικά.
Μέρος της παραγράφου 75 της ένορκης δήλωσης του αντιπροέδρου του ΓΣΟ, ακολουθεί αυτούσιο:
«Εξ όσο προσωπικά γνωρίζω και ως πληροφορούμαι από τον Πρόεδρο του Ενάγοντα κ. Κυριάκο Τσολάκη, ένεκα της παράνομης εισόδου και παράνομης επέμβασης (trespass) των Εναγομένων 1 και 2 επί του Ακινήτου και συγκεκριμένα επί του μέρους του Ακινήτου στο οποίο βρίσκεται και εμπίπτει το Βοηθητικό Γήπεδο ως και επί του εσωτερικού οδικού δικτύου του Ακινήτου εντός του οποίου έχουν ανεγείρει παράνομα υποστατικά:
Ο Ενάγοντας δεν μπορεί να απολαύσει την χρήση του Ακινήτου και συγκεκριμένα του μέρους του Ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το Βοηθητικό Γήπεδο και οι εγκαταστάσεις του, και επίσης ένεκα του ότι οι Εναγόμενοι έχουν ανεγείρει χωρίς την άδεια του ΓΣΟ και των αρμόδιων αρχών παράνομα υποστατικά εντός του εσωτερικού οδικού δικτύου του Ακινήτου που συνορεύει με το Βοηθητικό Γήπεδο, ο Ενάγοντας εμποδίζεται ένεκα της παράνομης επέμβασης των Εναγόμενων, η οποία είναι μόνιμης φύσης, να χρησιμοποιεί το εν λόγω εσωτερικό οδικό δίκτυο, κάτι που σε περίπτωση ατυχήματος ή πυρκαγιάς πιθανόν να έχει καταστρεπτικές συνέπειες.»
Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148:
«Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2) Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς.»
Σύμφωνα με το σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 1 (2003), σελ. 132, το βάρος απόδειξης ότι η επίδικη πράξη δεν ήταν παράνομη το φέρει ο εναγόμενος. Αυτό σημαίνει ότου όπου ο ενάγοντας αποδεικνύει την ύπαρξη της επέμβασης, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου να αποδείξει ότι η πράξη του δεν ήταν παράνομη.
Όπως επισημαίνεται στη Λάμπρου (ανωτέρω):
«Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi (1974) 1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou (1975) 1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν. Ανδρέα, (1998) 1 ΑΑΔ 2311, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλον ότι δεν είχαν κατοχή, αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίησή τους για να εγείρουν την αγωγή.»
Οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Παπαδοπούλου κ.α. v. Δήμου Παραλιμνίου, Πολ. Έφ. Αρ. 94/2016, ημερ. 11/2/2025. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:
«Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης εδράζεται στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο εναγόμενος επέδειξε συμπεριφορά η οποία συνιστά παράνομη είσοδο σε ακίνητη ιδιοκτησία ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή. Η παράνομη επέμβαση εμπεριέχει την έλλειψη συγκατάθεσης ή άδειας από τον ιδιοκτήτη. Εφόσον αποδειχθεί η επέμβαση στην ακίνητη ιδιοκτησία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι αυτή δεν ήταν παράνομη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Stassinos Investment & Finance Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 142/2013, ημερ. 3.3.2020 και Αναστασίου v. Ηλιάδη κ.ά. (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2761.»
Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση όλων των παραπάνω στοιχείων μαρτυρίας, τα οποία επιβεβαιώνονται και από διάφορα τεκμήρια, ο ενάγοντας απέδειξε ότι οι εναγόμενοι επενέβησαν στο ακίνητο, συνιδιοκτησίας του, στο οποίο βρίσκεται το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο, το οποίο στον ουσιώδη χρόνο κατείχαν οι εναγόμενοι. Μάλιστα, ως μη όφειλε απέδειξε και τον ισχυρισμό του, ότι οι εναγόμενοι επενέβησαν σ’ αυτό παράνομα, καθώς, χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς να έχουν εξασφαλίσει την αναγκαία άδεια από την αρμόδια αρχή, προέβησαν στην ανέγερση παράνομων υποστατικών σ’ αυτό καθώς και στο παρακείμενο υφιστάμενο οδικό δίκτυο του ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται το βοηθητικό γήπεδο.
Και με δεδομένο ότι, μολονότι κλήθηκαν από τον ενάγοντα, τόσο να του παραδώσουν την κατοχή του επίμαχου βοηθητικού γηπέδου όσο και να άρουν τις εν λόγω παρανομίες, εντούτοις, δε συμμορφώθηκαν σε σχέση, είτε με το ένα είτε με το άλλο, το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι, έκτοτε, κατέχουν το ακίνητο παράνομα. Το δεύτερο - συναφές με το πρώτο -συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι και οι δυο επίμαχες συμφωνίες έχουν νόμιμα τερματιστεί για το συγκεκριμένο λόγο.
Και τα δυο αυτά συμπεράσματά μου τα οποία - για να επαναλάβω - εδράζονται σε σωρεία στοιχείων αξιόπιστης μαρτυρίας, μέρος της οποίας, ουσιαστικά αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, αποδεικνύουν και στοιχειοθετούν τη θέση του ενάγοντα ότι συναφώς με αυτή την πτυχή της υπόθεσής του, η πιθανότητα επιτυχίας της είναι από κάθε άποψη ρεαλιστική, ως επίσης ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης (βλ. την Παναγή, ανωτέρω).
Και, με δεδομένο ότι ο ενάγοντας απόσεισε με αξιόπιστη μαρτυρία το βάρος ότι δικαιολογείται η πεποίθησή του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισής τους, σε σχέση πάντοτε με την ίδια πτυχή της υπόθεσης, πλέον, το βάρος εναποτίθεται στους τελευταίους να αποδείξουν την ύπαρξη τέτοιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της υπεράσπισής τους ή την ύπαρξη κάποιου άλλου λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη (βλ. και πάλι την Παναγή).
Στο ερώτημα, εάν οι εναγόμενοι απέδειξαν είτε το ένα είτε το άλλο, απαντώ αρνητικά.
Συναφώς με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με την υπεράσπιση και ανταπαίτησή τους, ουδέν αναφέρουν και το ίδιο ισχύει και για την ένστασή τους στην υπό κρίση αίτηση και κυρίως, για την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και ασφαλώς, ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του προέδρου του ΑΡΗ, της παραγράφου 4 της εν λόγω ένορκης δήλωσης ότι έχει αναγνώσει και μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή την αίτηση και την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση και τα επισυναπτόμενα επί αυτής τεκμήρια και αρνείται και απορρίπτει τις αιτούμενες θεραπείες και τα ισχυριζόμενα επί αυτής γεγονότα, εκτός απ’ όσα ρητά αποδέχεται πιο κάτω, ασφαλώς. δεν αποτελεί μαρτυρία που αποδεικνύει την ύπαρξη τέτοιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της υπεράσπισής τους ή κάποιου άλλου, επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη.
Και, με δεδομένο ότι, όπως είναι καλά γνωστό - και πάγια νομολογημένο -, απλή άρνηση δεν αποτελεί υπεράσπιση, εάν οι εναγόμενοι ήθελαν να καταδείξουν την ύπαρξη, είτε πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της υπεράσπισής τους είτε κάποιου άλλου επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη, όφειλαν να θέσουν υπόψη μου με θετικό τρόπο, κατ’ ελάχιστον, κάποια στοιχεία μαρτυρίας που να δικαιολογούν την εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι ο ενάγοντας για σκοπούς στοιχειοθέτησης της περί αντιθέτου θέσης του - για να επαναλάβω - έχει θέσει ενώπιον μου σωρεία στοιχείων μαρτυρίας στα οποία περιλαμβάνονται - μεταξύ άλλων -, αριθμός φωτογραφιών οι οποίες δεικνύουν τα υποστατικά που ανήγειραν οι εναγόμενοι παράνομα καθώς και η 2η επίμαχη συμφωνία, με την οποία ο εναγόμενος 1 αναγνωρίζει ευθέως το συγκεκριμένο γεγονός.
Και, με δεδομένο επίσης, ότι οι εν λόγω παράνομες κατασκευές, ασφαλώς και είναι μόνιμου χαρακτήρα και λαμβάνοντας υπόψη ότι μια από τις θεραπείες που προσφέρονται στον ενάγοντα σε υπόθεση διάπραξης του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης είναι η έκδοση διατάγματος (βλ. και πάλι το σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, ανωτέρω, σελ. 133) και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι με βάση τον όρο 8 της 1ης επίμαχης συμφωνίας, ο ΑΡΗΣ δεν είχε το δικαίωμα να προβεί σε οποιαδήποτε κατασκευή στο ακίνητο εντός του οποίου βρίσκεται το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των ιδιοκτητών του ακινήτου, δηλαδή και του ΓΣΟ, ενώ σύμφωνα με τον όρο 17 της ίδιας συμφωνίας, όλοι οι όροι της κατέστησαν ουσιώδης και σε περίπτωση οποιασδήποτε παράβασης, οι ιδιοκτήτες θα είχαν το δικαίωμα να τερματίσουν τη συμφωνία σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι δυνάμει του όρου 3 της 2ης επίμαχης συμφωνίας, η άδεια χρήσης του βοηθητικού γηπέδου που είχε δοθεί στον ΑΡΗ, δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, ήταν με τους όρους της 1ης επίμαχης συμφωνίας και λαμβάνοντας, τέλος, υπόψη, ότι και ο όρος 15 της 2ης επίμαχης συμφωνίας, σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της παρείχε στο αναίτιο μέρος το δικαίωμα ακύρωσής της, θεωρώ ότι οι ακόλουθες αξιώσεις του ενάγοντα σύμφωνα με το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησής του, στοιχειοθετούνται πλήρως:
Η δεύτερη [υπό (Β)] με την οποία ζητά δήλωση ότι ο εναγόμενος 1 παρέβηκε τους όρους και τον δυο επίμαχων συμφωνιών, τις οποίες ο ίδιος έχει τερματίσει νόμιμα και δικαιολογημένα. Η τέταρτη [υπό (Δ)] με την οποία ζητά δήλωση ότι οι εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο εντός του οποίου βρίσκεται το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο κ.ο.κ.. Η πέμπτη [υπό (Ε)] με την οποία ζητά διάταγμα παράδοσης κατοχής του επίμαχου βοηθητικού γηπέδου. Τέλος, η έκτη [υπό (ΣΤ)] με την οποία ζητά διηνεκές διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους να εισέρχονται και/ή χρησιμοποιούν με οποιοδήποτε τρόπο το επίμαχο βοηθητικό γήπεδο και/ή να μετακινήσουν και/ή αφαιρέσουν χωρίς τη γραπτή συγκατάθεσή του, οποιαδήποτε αντικείμενα έχουν τοποθετήσει στο βοηθητικό γήπεδο τα οποία αποτελούν μέρος και/ή αναπόσπαστο μέρος του βοηθητικού γηπέδου και/ή των εγκαταστάσεών του.
Αναφορικά με τις δυο αξιώσεις του ενάγοντα για καταβολή αποζημιώσεων, δεδομένης της θέσης των εναγόμενων ότι με βάση τα δυο καταπιστεύματα, οι ιδιοκτήτες του ακινήτου, εντός του οποίου βρίσκεται το βοηθητικό γήπεδο, σε καμιά περίπτωση είχαν το δικαίωμα να το χρησιμοποιούν, για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, πέραν αυτού για τον οποίο δωρίσθηκε και σε καμιά περίπτωση έχουν δικαίωμα να το νοικιάζουν και στην προκειμένη περίπτωση, τα γήπεδα προπονήσεων ή να τα εκμεταλλεύονται με σκοπό να αποκομίσουν οικονομικό όφελος και οι επίδικες συμφωνίες δε διαλαμβάνουν την καταβολή ενοικίου για την παραχώρηση της χρήσης του επίμαχου βοηθητικού γηπέδου από το ΓΣΟ στον ΑΡΗ και λαμβάνοντας γενικά υπόψη, τις διιστάμενες θέσεις μεταξύ των μερών συναφώς με το θέμα, θεωρώ ότι και αυτό, μόνο στο πλαίσιο κανονικής δίκης μπορεί να επιλυθεί. Επί του προκειμένου κρίνω ότι οι εναγόμενοι απέδειξαν την ύπαρξη πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της υπεράσπισής τους και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να εκδικαστεί σε επίπεδο πλήρους ακρόασης.
Συναφώς με το συγκεκριμένο θέμα, θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής τα ακόλουθα, από την Παναγή και πάλι:
«Το Μέρος 24.2(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 προνοεί ότι το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι τυγχάναν εφαρμογής τα νομολογημένα στην απόφαση Mukhtar Mohamed Al Nwili v. Maremonte Investments Ltd, Πολ. Έφ. Ε205/17, ημερ. 9.1.2024, όσον αφορά στο ζήτημα των αποζημιώσεων. Συμφωνούμε ότι εφόσον ούτε η υπό κρίση περίπτωση αφορούσε σε συμφωνία ενοικίασης όπου να υπήρχε συμφωνημένο ύψος ενοικιαστικής αξίας, η έκδοση απόφασης που να διέταζε τους Εφεσείοντες να καταβάλλουν ποσό €3.543 μηνιαίως στην Εφεσίβλητη ως ενοικιαστική αξία από 27.5.2024 μέχρι παράδοσης της κατοχής, δεν ήταν ορθό να εκδοθεί με τη διαδικασία της συνοπτικής απόφασης. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε έκθεση εκτίμησης αναφορικά με το αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο, το οποίο όμως οι Εφεσείοντες αμφισβητούσαν ως υπερτιμημένο. Όπως ακριβώς και στην Mukhtar (πιο πάνω) δεν επρόκειτο για προσυμφωνημένη αποζημίωση. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:
«Σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας, σημειώνουμε ότι στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ζητείτο αποζημίωση €1.500 μηνιαίως μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας στην Εφεσίβλητη. Ωστόσο, δεν επρόκειτο για προσυμφωνημένη αποζημίωση στην οποία η Εφεσίβλητη θα εδικαιούτο χωρίς άλλο. Δικογραφείτο ότι το ποσό, δηλαδή €1.500 μηνιαίως, ήταν η ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, όμως δεν ήταν περίπτωση ανάκτησης κατοχής από ενοικιαστή που ήταν υπόχρεος στην καταβολή συγκεκριμένου ενοικίου. Δεν εγειρόταν καν ζήτημα διαπίστωσης υπεράσπισης του Εφεσείοντα στην επιμέρους απαίτηση, αλλά αξίωσης που η Εφεσίβλητη όφειλε να αποδείξει με μαρτυρία, που θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης, στο πλαίσιο της μόνης προσφερόμενης διαδικασίας, της «κανονικής» δίκης. Το μηνιαίο ποσό που επιδικάστηκε ως αποζημίωση με την πρωτόδικη απόφαση δεν ήταν €1.500, αλλά €1.067, για το οποίο είχε προσφερθεί μαρτυρία με την επισύναψη σχετικού τεκμηρίου, έκθεσης εκτίμησης ημερ.13.3.2017, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την αποδοχή ως αξιόπιστης της σχετικής μαρτυρίας (έκθεσης) από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διεργασία ανεφάρμοστη στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση».»
Προστίθενται και τα εξής, από τη Mukhtar και πάλι τα οποία αναφέρονται σε συνέχεια του παραπάνω αποσπάσματος.
«Στην J. & M. Loizides Ag. Ltd κ.ά. ν. Τράπ. Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1280, 1288-9, αναφέρθηκε ότι:
«Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. ............................
Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. Άρθρο 30 του Συντάγματος)».»
Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση, στην έκταση που έχει αναφερθεί, επιτυγχάνει.
Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, ως οι παράγραφοι (Β), (Δ), (Ε) και (ΣΤ) της έκθεσης απαίτησης. Αναφορικά με το (Ε), με διαφοροποίηση σε σχέση με το χρόνο συμμόρφωσης, ο οποίος ορίζεται σε 75 μέρες από την επίδοση του διατάγματος, ενώ σε σχέση με το (ΣΤ), ορίζεται χρόνος συμμόρφωσης, περίοδος, επίσης 75 ημερών από την επίδοση του διατάγματος.
Δεδομένου ότι τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί δεν τίθεται θέμα οδηγιών προς καταχώρηση και επίδοση υπεράσπισης σε σχέση με τις υπόλοιπες αξιώσεις του ενάγοντα.
Ο ενάγοντας, ο οποίος υπέχει θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούται στα έξοδα της αίτησης. Τα οποία να πω ότι έχουν προσυμφωνηθεί μεταξύ των μερών και καθοριστεί και για τα δύο μέρη στο ποσό των €4.000 - στο οποίο περιλαμβάνονται και τα πραγματικά έξοδα -, πλέον Φ.Π.Α. Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό επιτυχίας της αίτησης και γενικά όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που διέπει το θέμα θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη διαταγή για έξοδα είναι να επιδικαστούν κατά το ήμισυ.
Συνεπώς, τα έξοδα της αίτησης, τα οποία καθορίζω στο ποσό των €2.000, πλέον Φ.Π.Α. επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος των εναγόμενων 1 και 2.
(Υπ.) ...…………………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
Subject: Civil/Other Actions /Interim
(Αναφορά: Πολιτική – Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης.)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο