ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός Απαίτησης: 996/2024 (i-justice)
Μεταξύ:
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ή άλλως πως «ΚΡΙΣΤΙΑ»
Ενάγουσας
και
1. GAN DIRECT INSURANCE LTD
2. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
3. ARHONDIDES HOLDINGS LIMITED
Εναγόμενων
--------------------
Μονομερής αίτηση, ημερομηνίας 4/6/2025
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20/4/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για εναγόμενο 2 - αιτητή: κα Μ. Τσαγκάρη, δικηγόρος της Δημοκρατίας Α
Για ενάγουσα - καθ’ ης η αίτηση: κα Χ. Μιχαήλ, για ΚΡΙΣΤΙΑ ΜΙΧΑΗΛ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η ενάγουσα καταχώρησε την αγωγή της, στις 12/10/2024 με έντυπο απαίτησης αρ. 4. Με αυτό αξίωνε εναντίον των εναγόμενων, διαζευκτικά και/ή κεχωρισμένα και/ή αλλελέγγυα τα ακόλουθα:
«(Α) Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις δια ζημίες προκληθείσες και/ή προκαλούμενες από τους Ενάγοντες Αρ. 1 συνεπεία της κακόβουλης και/ή αναίτιας διώξεως της Ενάγουσας εις την ποινική υπόθεση υπ’ αριθμό 14232/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δυνάμει διαταγής και/ή διακοπής της εκκρεμούσης ακροαματικής διαδικασίας του Εναγόμενου Αρ. 2 ημερομηνίας 14 Μαρτίου του 2024 όπου η Ενάγουσα απαλλάγηκε των κατηγοριών της.
(Β) Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις δια ζημίας προκληθείσες και/ή προκαλούμενες, συνεπεία των κακόβουλων και αναίτιων καταγγελιών της Ενάγουσας στην Κεντρική Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, στον αστυφύλακα Αρ. 1521, κ. Στέλιο Ιωάννου από την Εναγόμενη για την περίοδο από 26/2/2016 και 12/12/2016.
(Γ) Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις δια απώλεια εισοδημάτων, ημερομισθίων και επαγγελματικού χρόνου, συνεπεία της εμφάνισης της Ενάγουσας εις το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού προς εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης 14232/2019 καταχωρηθείς στις 23/9/2019 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού καθώς και στην Κεντρική Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού κατά ή περί της 9/11/2017 και 14/11/2017 κατόπιν των κακόβουλων καταγγελιών της Εναγόμενης Αρ. 1 εναντίον της Ενάγουσας.
(Δ) Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις δια τον εξευτελισμό της αξιοπρέπειας του προσώπου και/ή της ιδιωτικής ζωής και/ή την χειραγώγηση και/ή την παραβίαση θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων με αποτέλεσμα την αποστέρηση της απόλαυσης της ζωής και/ή τον ηθικό εκβιασμό και/ή τον νευρικό κλονισμό και/ή την δυσφήμιση, την ταλαιπωρία και τη ψυχολογική πίεση της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη.
(Ε) Γενικές Αποζημιώσεις του Ενάγοντα ως το Δικαστήριο θα κρίνει εύλογες, ορθές και δίκαια λόγω της απώλειας επαγγελματικής σταδιοδρομίας και μελλοντικών εισοδημάτων συνεπεία της κακόβουλης και/ή αναίτιας διώξεως της Ενάγουσας εις την ποινική υπόθεση υπ’ αριθμό 14232/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δυνάμει διαταγής και/ή διακοπής της εκκρεμούσης ακροαματικής διαδικασίας του Εναγόμενου Αρ. 2 ημερομηνίας 14 Μαρτίου του 2024 όπου η Ενάγουσα απαλλάγηκε των κατηγοριών της.
(Ζ) Αποζημιώσεις του Ενάγοντα για απώλεια μελλοντικών απολαβών και/ή για μείωση της εισοδηματικής του ικανότητας και/ή για μείωση της ικανότητας για επικερδή εργασία και/ή για απώλεια μελλοντικών εσόδων συνεπεία της κακόβουλης και/ή αναίτιας διώξεως της Ενάγουσας εις την ποινική υπόθεση υπ’ αριθμό 14232/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δυνάμει διαταγής και/ή διακοπής της εκκρεμούσης ακροαματικής διαδικασίας του Εναγόμενου Αρ. 2 ημερομηνίας 14 Μαρτίου του 2024 όπου η Ενάγουσα απαλλάγηκε των κατηγοριών της.
(Η) Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές Αποζημιώσεις υπέρ της Ενάγουσας και/ή εναντίον της Εναγόμενης Αρ. 1.
(Θ) Οιανδήποτε άλλην θεραπείαν ή διαταγή ήθελε κρίνει ευλόγως υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριον.
(Ι) Νόμιμο Τόκο από την ημερομηνία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει.
(Κ) Τα δικηγορικά έξοδα.»
Στις 11/2/2025 η ενάγουσα καταχώρησε τροποποιημένο έντυπο απαίτησης, έκτασης 34 σελίδων και στις 17/4/2025, έκθεση απαίτησης, έκτασης 107 σελίδων.
Ο εναγόμενος 2 (στο εξής «εναγόμενος»), στις 7/5/2025 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 4/6/2025 την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: πρώτο, που να διατάσσει τη διαγραφή της έκθεσης απαίτησης και/ή μέρους της, λόγω του ότι υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με Κανονισμό και/ή με τον Κανονισμό 16.5 και/ή δεύτερο, που να διατάσσει τη διαγραφή της έκθεσης απαίτησης και/ή μέρους της, λόγω του ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας και/ή τρίτο, που να διατάσσει τη διαγραφή της παραγράφου 2Γ της έκθεσης απαίτησης (σελ. 45 - 48) και/ή τη διαγραφή μέρους της εν λόγω παραγράφου, λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης εναντίον του εναγόμενου.
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο Άγγελος Παναγή, Δικηγόρος της Δημοκρατίας στο γραφείο του εναγόμενου.
Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 29 λόγους και υποστηρίζεται από δική της ένορκη δήλωση.
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των παραπάνω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Οι βασικές θέσεις του εναγόμενου σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση είναι οι εξής:
Η έκθεση απαίτησης, μόνο από την έκτασή της (107 σελίδες) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει «περιεκτική δήλωση των γεγονότων» στα οποία η ενάγουσα στηρίζει την απαίτησή της και συνεπώς, αυτή παρέλειψε να συμμορφωθεί με το σχετικό κανονισμό 16.5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ»). Πέραν της έκτασής της, το περιεχόμενο των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης, όπως θα εξηγήσει πιο κάτω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει «περιεκτική δήλωση των γεγονότων».
Ειδικότερα, η ενάγουσα προβαίνει σε αχρείαστη παράθεση γεγονότων, μαρτυρίας και επιχειρηματολογίας που δε συνδέονται με την απαίτησή της, είναι άσχετα και σε κάθε περίπτωση, δεν είναι ουσιώδη. Το λεκτικό των πλείστων παραγράφων δεν είναι επαρκώς κατανοητό και σε αρκετές περιπτώσεις επαναλαμβάνεται η ίδια θέση, χωρίς ουσιώδη λόγο. Περαιτέρω, το λεκτικό των αξιώσεων που προβάλλει η ενάγουσα στις πλείστες περιπτώσεις δεν είναι κατανοητό έτσι ώστε να βοηθά στην καλύτερη αντίληψη της απαίτησής της.
Άνευ βλάβης των πιο πάνω, ενδεικτικά, οι παράγραφοι 2Α, 2Β και 2Γ της έκθεσης απαίτησης που αφορούν αποκλειστικά τον εναγόμενο περιέχουν μη ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου, καθώς και μαρτυρία και το λεκτικό των σχετικών υποπαραγράφων σε κάποια σημεία είναι μη κατανοητό.
Πέραν των πιο πάνω, στην παράγραφο 2Γ της έκθεσης απαίτησης προβάλλονται διάφοροι ισχυρισμοί σε σχέση με την απόφαση του εναγόμενου να αναστείλει την ποινική δίωξη σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε η ενάγουσα στην ποινική υπόθεση 14232/2019. Ε. Δ. Λεμεσού. Η απαίτηση της ενάγουσας δεν μπορεί να βασίζεται στην εν λόγω απόφαση, η οποία σύμφωνα με το Σύνταγμα και τη νομολογία δεν ελέγχεται δικαστικώς. Ως εκ τούτου, στο βαθμό που η απαίτηση βασίζεται σε τέτοιους ισχυρισμούς, αυτοί δεν αποκαλύπτουν εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης εναντίον του εναγόμενου και θα πρέπει να διαγραφούν και σ’ αυτή τη βάση.
Επιπρόσθετα, οι παράγραφο Γ1 και Γ2 της έκθεσης απαίτησης και ειδικότερα, οι υποπαράγραφοι Α, Β, Δ και Ε περιέχουν αχρείαστη παράθεση γεγονότων και μαρτυρίας, που δεν είναι ουσιώδη ή τα όσα καταγράφονται δε συνδέονται και είναι άσχετα με την απαίτηση της ενάγουσας.
Τα πιο πάνω έχουν ως αποτέλεσμα να επηρεάζονται τα δικαιώματα του εναγόμενου και να προκαλείται σ’ αυτά βλάβη. Τούτο, επειδή ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί ποια είναι η απαίτηση που έχει να αντιμετωπίσει και συνεπώς δεν είναι σε θέση να προβάλει την υπεράσπισή του. Λόγω δε του τρόπου σύνταξης της έκθεσης απαίτησης, αυτή θα πρέπει να διαγραφεί στο σύνολό της.
Έντιμα και ειλικρινά πιστεύει πως η έγκριση της αίτησης αποτελεί δίκαιο και αναλογικό μέτρο στη βάση του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης και προάγει τον πρωταρχικό σκοπό των ΚΠΔ. Τούτο, εφόσον η παράλειψη τήρησης του Κανονισμού περί μη περιεκτικής δήλωσης των γεγονότων, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δυσανάλογου κόστους και προκαλεί, ως εξηγεί πιο πάνω, αδικία και βλάβη στα δικαιώματα του εναγόμενου. Επιπρόσθετα, η έγκριση της αίτησης δεν προκαλεί δυσανάλογη βλάβη και σε κάθε περίπτωση δεν προκαλεί αδικία στην ενάγουσα, καθότι αυτό που ζητείται είναι η διαγραφή, μόνο της έκθεσης απαίτησης και όχι του εντύπου απαίτησης.
Περαιτέρω, τα πιο πάνω, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
Η ενάγουσα, η οποία δε δέχεται τις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς του εναγόμενου, με την ένορκη δήλωσή της η οποία υποστηρίζει την ένστασή της στην αίτηση ισχυρίζεται - μεταξύ άλλων - τα εξής:
Στην απουσία καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης, τα επιδιωκόμενα διατάγματα τέθηκαν πρόωρα και/ή παράτυπα και/ή άνευ νομικού ερείσματος.
Η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης η οποία ενσωματώνεται στην έκθεση απαίτησης είναι λιτή και περιορίζεται μόνο στα ουσιαστικά γεγονότα για τον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση έτσι ώστε κατόπιν ακροάσεων και κατόπιν έρευνας που θέτει ο νόμος και η νομολογία συγκλίνουν ουσιαστικά στις θέσεις της οι προϋποθέσεις των αδικημάτων δια των οποίων διεκδικούνται αποζημιώσεις, όπως τούτες δύνανται να αποκρυσταλλωθούν μέσα από ακρόαση.
Εκ του Συντάγματος απολαμβάνει το δικαίωμα από τη στιγμή που θεμελιώδες δικαιώματά της και/ή η προσωπικότητά της υπέστη ζημιά, δια πράξεων και/ή παραλείψεων του εναγόμενου νομιμοποιείται στη διεκδίκηση αποζημιώσεων από προβλέψιμη αιτίαση, δυσμενή για τα συμφέροντα της λήψης κοινωνικό πολιτικής απόφασης, ως η απόφαση το εναγόμενου, ημερομηνίας 14/3/2024 να παύσει την ποινική υπόθεση 14232/2019.
Η έκθεση απαίτησης είναι σύμφωνη με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων και σκοπός της είναι να διασαφηνιστούν και να αποκρυσταλλωθούν με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τα ζητήματα που έχουν δημιουργηθεί έτσι που να δίδεται στα μέρη η δυνατότητα να ετοιμαστούν για τη δίκη και να γνωρίζουν τι θα αντιμετωπίσουν σε γενικό πλαίσιο, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί δεν εκτροχιάζουν και/ή δε δύναται να θεωρηθούν ως αφηρημένα σχόλια, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένο νομικό δικαίωμα. Παράδειγμα, όπως την απαίτηση παραπομπής της απόφασης του εναγόμενου να διακόψει στο μέσο εκτύλιξης της ακροαματικής υπόθεσης της παυθείσας ποινικής δίωξης, νομικό αντικείμενο στην παρούσα απαίτηση, ως πράξη γενόμενη κατά τη δική της θέση, καθ’ υπέρβαση εξουσίας.
Με βάση τα ειδικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, αυτοί οι ισχυρισμοί δεν τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης και είναι έκδηλα εμφανή ότι η προώθησή τους δεν αντίκειται στον πρωταρχικό σκοπό, δεδομένου ότι τα γεγονότα και/ή οι ισχυρισμοί που παρατίθενται στις παραγράφους 2Α, 2Β και 2Γ παρατίθενται με ορθή δομή και συγκροτούν όλα τα αναγκαία συστατικά στοιχεία του συγκεκριμένου νομικού ελάχιστου που απαιτεί ο νόμος για το συγκεκριμένο είδος αξίωσης.
Ως η κειμένη νομολογία ορίζει για να διαπιστωθεί κατά πόσο ένα θέμα είναι σκανδαλώδες θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο αυτό θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια κάποιου δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης, με αναφορά στην αιτούμενη θεραπεία. Είναι η θέση της και αναντίλεκτος ισχυρισμός της, ότι οι θέσεις του εναγόμενου ότι η έκθεση απαίτησης θα πρέπει να διαγραφεί, μόνο και μόνο για το λόγο ότι αποτελείται από 107 σελίδες αντιστρατεύεται την όλη προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης.
Η διαγραφή δικογράφου θα πρέπει πρόδηλα να μην αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης, να γίνεται κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας ή/και να υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό. Η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής ή/και απαίτησης, με τον εναγόμενο να ενάγεται ως πρόσωπο που ευθύνεται για τη διάπραξη του αδικήματος της κακόβουλης δίωξης, την υπέρβαση εξουσίας και/ή την παράλειψη άσκησης προσήκοντος επιμέλειας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, προσωπικά και/ή δια εκ προστήσεως αντιπροσώπων του. Η θέση του ότι οι αποφάσεις του δεν ελέγχονται δικαστικά κατά το χρόνο εκκρεμοδικίας ποινικών υποθέσεων ούτε και δύναται να προωθηθούν με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δεν αλλοιώνει το δικαίωμά της, ως ενάγουσας, όπου πλήττονται θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματά της με βάση τα Άρθρα 27 και 28 του Συντάγματος να προχωρήσει με δικογράφηση των θέσεων της, ως η παράγραφος 2Γ της έκθεσης απαίτησης, στη διεκδίκηση θεραπείας, ούτε τέτοιος ισχυρισμός ή και θέσεις να θεωρηθούν ότι συνιστούν κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή ενδέχεται να παρεμποδίσουν τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας.
Ειδικότερα, εκεί όπου γίνεται αναφορά στις σελίδες 77 έως 107, στις οποίες καταγράφονται οι αιτούμενες θεραπείες και/ή διατάγματα αναγνωριστικών αποφάσεων, δεσμευτικές δηλώσεις δικαιώματος κτλπ, τα οποία δεν επιδέχονται ένσταση, ως οι πρόνοιες της διάταξης 16.(17)2 των ΚΠΔ.
Η καταχώρηση της αίτησης είναι καταχρηστική και έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση αδικίας, είναι αντινομική και εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων έγκρισης, είναι κακόπιστη και καταχρηστική και σπεύδει στην εκμαίευση μαρτυρίας και όχι στην διευκρίνιση ουσιωδών γεγονότων και σε περίπτωση που ήταν δυνατό το αίτημα να γίνει αποδεκτό, αυτό θα έχει μεσολαβήσει σε εκτροχιασμό της υπόθεσης και νέος επαναπροσδιορισμός των θεμάτων, θα χρειαστεί προς απάντηση, τόσο σοβαρών ισχυρισμών. Επομένως, η αποδοχή των αιτούμενων προτάσεων, αναντίλεκτα δε θα επηρεάσουν μόνο τη χρονική διάσταση της αγωγής, αλλά θα εισάγουν γεγονότα που θα προκαλέσουν ζημιά, τέτοια ζημιά, που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.
Υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης.
Σύμφωνα με το Μέρος 1.2(1) των ΚΠΔ:
«Οι παρόντες κανονισμοί αποτελούν διαδικαστικό κώδικα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.»
Ακολούθως, σύμφωνα με το Μέρος 2.3(1) των ΚΠΔ, «δικόγραφο» σημαίνει και έκθεση απαίτησης, όταν αυτή δεν περιλαμβάνεται σε έντυπο απαίτησης.
Το Μέρος 3.3 των ΚΠΔ με τίτλο «Εξουσία διαγραφής δικογράφου» προνοεί τα ακόλουθα:
«(1) Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.
(2) Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:
(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·
(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή
(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.
(3) Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.
(4) Όταν:
(α) το δικαστήριο έχει διαγράψει δικόγραφο του ενάγοντα·
(β) ο ενάγων έχει διαταχθεί να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο· και
(γ) προτού ο ενάγων καταβάλει αυτά τα έξοδα, καταχωρίζει νέα απαίτηση εναντίον του ίδιου εναγόμενου, η οποία προκύπτει από γεγονότα τα οποία είναι ταυτόσημα ή ουσιωδώς ταυτόσημα με εκείνα τα οποία σχετίζονται με την απαίτηση στην οποία διαγράφηκε το δικόγραφο, το δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση τού εναγόμενου, να αναστείλει τη νέα αυτή απαίτηση μέχρι να καταβληθούν τα έξοδα της πρώτης απαίτησης.
(5) Η παράγραφος (2) δεν περιορίζει οποιαδήποτε άλλη εξουσία του δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφο δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού.
(6) Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει του Μέρους 24 μπορεί να καταχωριστεί και εκδικαστεί ταυτόχρονα με αίτηση δυνάμει του παρόντος κανονισμού.»
Τέλος, σύμφωνα με το Μέρος 16.5(1)(α) των ΚΠΔ, η έκθεση απαίτησης πρέπει να περιλαμβάνει περιεκτική δήλωση των γεγονότων στα οποία ο ενάγων στηρίζει την απαίτησή του.
Στην απουσία εφετειακής απόφασης αναφορικά με τις παραπάνω πρόνοιες, θεωρώ αρκούντως πειστικές και υποβοηθητικές τις ακόλουθες παρατηρήσεις από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Ροδίτη ν. Μεγάλη Τεκτονική Στοά της Κύπρου Λτδ κ.ά. Απαίτηση αρ. 3416/2023, ημερ. 13/2/2025, Ε.Δ.Λευκωσίας:
«Το Μέρος 3.3(2) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο, σημειώνω, εξ αρχής, ότι είναι πανομοιότυπο με τον αγγλικό θεσμό CPR 3.4[2], προνοεί τα ακόλουθα:
«Το Δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:
(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης
(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας ή
(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα».
Σημειώνω εδώ ότι στη βάση της ερμηνείας που δίδεται στο Μέρος 2.3(1) των Νέων Κανονισμών, στον όρο «δικόγραφο», περιλαμβάνεται οποιοδήποτε έγγραφο, περιλαμβανομένου εντύπου απαίτησης, έκθεσης απαίτησης, όταν αυτή δεν περιλαμβάνεται σε έντυπο απαίτησης, υπεράσπισης, απαίτησης και ένσταση δυνάμει του Μέρους 8, απάντηση στην υπεράσπιση και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο χρησιμοποιείται στην απαίτηση ή οποιοδήποτε έγγραφο τέτοιας φύσης.
Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τις πρόνοιες του Μέρους 3.3(2) των Νέων Κανονισμών, είναι ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει κατά πόσο ένα δικόγραφο, αποκαλύπτει ή όχι εύλογη αιτία απαίτησης ή υπεράσπισης (ανάλογα με την περίπτωση), και στην περίπτωση που κρίνει ότι δεν αποκαλύπτει τέτοιο ή ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ή παρεμποδίζει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας, σε τέτοιο βαθμό που η προώθηση του δεν δικαιολογείται, τότε δύναται να διατάξει τη διαγραφή του. Δίδεται, ακόμη, στο Δικαστήριο, η εξουσία να διατάξει τη διαγραφή δικογράφου, αν ο διάδικος δεν συμμορφώθηκε με κάποιο διαδικαστικό κανονισμό (όπως π.χ την προθεσμία για καταχώρηση δικογράφου) ή δικαστικό διάταγμα.
…..
Ως αναφέρεται στο Civil Procedure (White Book) (2017), σελ. 81, περιπτώσεις διαγραφής απαίτησης, δυνάμει του Μέρους 3.3(2)(α) (αντίστοιχου αγγλικού θεσμού CPR 3.4), μπορούν να αποτελέσουν, μεταξύ άλλων, «those which raise an unwinnable case where continuance of the proceedings is without any possible benefit to the respondent and would waste resources on both sides». Επίσης, ως αναφέρεται στο Civil Procedure (White Book) (2018), στη σελ. 77, με αναφορά στον αγγλικό θεσμό CPR 3.4 «Grounds (a) and (b) cover statements of case which are unreasonably vague, incoherent, vexatious, scurrilous or obviously ill-founded and other cases which do not amount to a legally recognizable claim or defence. [.] Ground (c) covers cases where the abuse lies not in the statement of case itself but in the way the claim or defence (as the case may be) has been conducted».
Από το πιο πάνω απόσπασμα, είναι εμφανές ότι το Μέρος 3.3(2)(α) και (β) των Νέων Κανονισμών είναι, σε κάποιο βαθμό, όμοιο με την Δ.27 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με αποτέλεσμα να θεωρώ ότι χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί και από τη σχετική, επί της εν λόγω Διαταγής, νομολογία.
Στη βάση της σχετικής, με την Δ.27 θ. 3, νομολογία, το μέτρο της διαγραφής δικογράφου είναι εξαιρετικό και για αυτό θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο όπου το δικόγραφο θα κριθεί ξεκάθαρα ανυπόστατο, ως μη αποκαλύπτον οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο ή ως απαράδεκτα ενοχλητικό ή επιπόλαιο (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd (1991) 1 ΑΑΔ 246, Kozienskaya River Ltd v. KLCC Holding Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε43/2013, απόφαση ημερ. 23.3.2017, Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.α., Πολ. Έφεση Ε191/2025, απόφαση ημερ. 23.3.2016, Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (1999) 1 ΑΑΔ 1316, Fasili and other v. Sun Boat (1984) 1 CLR 679, Annual Practice 1958, σελ. 477).
Στην υπόθεση Ιn Re Pelmako (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο[3]. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1. του Συντάγματος.»
Η εξαιρετικότητα του μέτρου της διαγραφής δικογράφου, στη βάση του Μέρους 3.3(2)(α) και (β), και ότι η εν λόγω εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ, διαφαίνεται και από το ακόλουθο απόσπασμα από το Civil Procedure (White Book) (2017), στη σελ. 81, με αναφορά στον αγγλικό θεσμό CPR 3.4:
«An application to strike out should not be granted unless the court is certain that the claim is bound to fail (Hughes v. Colin Richards & Co [2004] EWCA Civ 266) [.] Where a statement of case is found to be defective, the court should consider whether that defect might be cured by amendment and, if it might be, the court should refrain from striking it out without first giving the party concerned the opportunity to amend (In Soo Kim v. Youg [2011] EWHC 1781 (QB).»
Επίσης, στην αγγλική υπόθεση Summers v Fairclough Homes [2012] UKSC 26, το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό τον Lord Clarke JSC, ανέφερε τα εξής:
"The draconian step of striking a claim out is always a last resort, a fortiori where to do so would deprive the claimant of a substantive right to which the court had held that he was entitled after a fair trial".
Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε εργατικό ατύχημα, όπου ο Ενάγοντας δόλια διόγκωσε την απαίτηση του για αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων. Εκεί, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, δεν αποδέχθηκε τη θέση των Εναγομένων ότι αν τέτοιου είδους απαιτήσεις δεν διαγράφονται, τότε δεν θα αποτρέπονται οι διάδικοι να επιζητούν, δολίως, διογκωμένες αποζημιώσεις, και ανέφερε ότι υπάρχουν διάφορες εναλλακτικές μέθοδοι δυνάμει των οποίων το Δικαστήριο δύναται να επιτύχει τέτοιου είδους αποτροπή, όπως π.χ την επιβολή σοβαρών κυρώσεων ως προς τα έξοδα, την μείωση στο επιτόκιο το οποίο τυχόν θα επιδικαστεί υπέρ του Ενάγοντα ή ακόμη και την προώθηση διαδικασίας καταφρόνησης Δικαστηρίου. Τέλος, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, στην εν λόγω υπόθεση, ανέφερε ότι το κριτήριο σε κάθε υπόθεση είναι το τι είναι δίκαιο και αναλογικό στη βάση του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης.
Πέραν των ανωτέρω, σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob' s Precedents of Pleadings (12η έκδοση), σελ. 144, με παραπομπή στην Δ.25 θ.4 των παλαιών Αγγλικών θεσμών (ο οποίος ήταν πανομοιότυπος με την Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής, με κάποια πιθανότητα επιτυχίας, στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Ως προς το τι συνιστά «εύλογη αιτία αγωγής», στην υπόθεση Drummond - Jackson v. British Medical Association and Others [1970] 1 All E.R. 1094, λέχθηκε ότι εύλογη αιτία αγωγής σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπόψη, αποκλειστικά και μόνο, των ισχυρισμών που περιέχονται στο δικόγραφο. Εάν η εξέταση των εν λόγω ισχυρισμών, καταδεικνύει ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, τότε το δικόγραφο πρέπει να διαγραφεί.
Στην υπόθεση Re Pelmako (ανωτέρω), σημειώθηκε ότι η κρίση επί αιτήσεως για διαγραφή δικογράφου ως μη αποκαλύπτον αγώγιμο δικαίωμα, κρίνεται αποκλειστικά στη βάση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου, ανεξάρτητα από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση (βλ. επίσης Buttes Gas & Oil Co v. Hammer (1975) 2 W.L.R. 425[4]). Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, παράγραφος 436, αναφέρεται «.If the application is based only on the ground that the pleading or indorsement does not disclose a reasonable cause of action no evidence is admissible».
Τέλος, σε ότι αφορά τον χρόνο υποβολής τέτοιου αιτήματος, στη σελ. 80 του Civil Procedure (White Book) (2017), αναφέρεται ότι, σε γενικές γραμμές, η αίτηση για διαγραφή της έκθεσης απαίτησης θα πρέπει να γίνεται στα προκαταρκτικά στάδια της διαδικασίας (pre-trial stages). Στη βάση δε της νομολογίας που διέπει την παλαιά Δ.27 θ. 3, στο μέτρο που τούτη εφαρμόζεται αναφορικά με το Μέρος 3.3(2) των Νέων Κανονισμών, η αίτηση θα πρέπει να γίνεται εγκαίρως, αν είναι δυνατό πριν την υπεράσπιση, αλλά όχι πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. επίσης Mepa Underwriting Management Limited κ.α. v. Αγροτικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (1997) 1 ΑΑΔ 772), και τούτο, προφανώς, στη βάση του γεγονότος ότι η Έκθεση Απαίτησης αποτελεί το δικόγραφο στο οποίο αναμένεται να αναπτυχθεί η όποια αιτία απαίτησης, το οποίο δικόγραφο αποτελεί, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, τη μόνη βάση επί της οποίας εξετάζεται το ζητούμενο.
…..
Σε ότι αφορά το ζήτημα της ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφο λόγω παράλειψης ενός διαδίκου να συμμορφωθεί με κάποιο διαδικαστικό κανονισμό, έχω ανατρέξει στην Αγγλική νομολογία που ερμήνευσε τον αγγλικό θεσμό CPR 3.4, στη βάση της οποίας αποφασίστηκε ότι, κατά την ενάσκηση της εν λόγω διακριτικής του εξουσίας (στη βάση του CPR 3.4(c)[5]), το Δικαστήριο εφαρμόζει τα κριτήρια/ κανόνες που θεσπίστηκαν στις υποθέσεις Mitchell v News Group Newspapers (Practice Note) [2013] EWCA Civ 1537 και Denton v TH White Ltd [2014] EWCA Civ 906 (τα οποία εφαρμόζονται σε αιτήσεις για απαλλαγή από κυρώσεις στη βάση του αγγλικού θεσμού CPR 3.9 και δη του Μέρους 3.6 των δικών μας Νέων Κανονισμών) (βλ. Walsham Chalet Park v. Tallington Lakes Ltd [2014] EWCA Civ 1607 και M/S Unique Part Trading LLC & Another v. Regal Lodge Road Limited [2020] 12 WLUK 336). Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση M/S Unique Part Trading LLC (ανωτέρω), στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα διαγράψει το δικόγραφο, λόγω παράλειψης ενός διαδίκου να συμμορφωθεί με κάποιο διαδικαστικό κανονισμό, εκείνο που λαμβάνει υπόψη είναι την αναλογικότητα του μέτρου της διαγραφής, ενώ στις περιπτώσεις που θα αποφασίσει τυχόν απαλλαγή από κύρωση που ήδη το Δικαστήριο υπέβαλε, το ζήτημα αποφασίζεται στη βάση του ότι η κύρωση ορθώς επιβλήθηκε στον διάδικο που επιζητεί την άρση της.
Στη βάση δε της υπόθεσης Denton (ανωτέρω), το Δικαστήριο καλείται να προσεγγίσει το ζήτημα σε τρία στάδια (three-stage approach): (1) τη σοβαρότητα της παράλειψης συμμόρφωσης του διαδίκου με τον διαδικαστικό κανονισμό, (2) αν υπάρχει καλός λόγος για την εν λόγω παράλειψη και (3) το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση. Αν η παράλειψη ενός διαδίκου να συμμορφωθεί με τον διαδικαστικό κανονισμό δεν κρίνεται σοβαρή, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να σπαταλήσει πολύ χρόνο εξετάζοντας το δεύτερο και τρίτο στάδιο (βλ. Excotek Ltd v City Air Express Ltd (In Liquidation), [2021] EWHC 2615 (Comm) και Denton[6] (ανωτέρω)). Αν όμως η εν λόγω παράλειψη συμμόρφωσης είναι σοβαρή, τότε το Δικαστήριο προχωρά και εξετάζει σε βάθος αν υπάρχει καλός λόγος για τούτη (την παράλειψη), ως επίσης και κατά πόσο, στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, το μέτρο της διαγραφής του δικογράφου είναι δίκαιο και αναλογικό, έχοντας πάντοτε κατά νου τον πρωταρχικό σκοπό των Νέων Κανονισμών.
…..
Σημειώνω ότι έχει νομολογιακά κριθεί ότι αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος ή εύλογης αιτίας αγωγής, η δικανική κρίση ασκείται στη βάση των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης, χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας (Οverseas Shipping & Forwarding Co v. Kappa Shipping Co Ltd & others (1977) 1 C.L.R. 248, Paikkos v. Kontemeniotis (1989) 1 C.L.R. 50, In Re Pelmaco Development Ltd (1991) 1 Α.Α.Δ. 246). Βλέπε, επίσης, Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (1997)1 Α.Α.Δ. 772 και Wilson v. Church [1878] 9 Ch. 552. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο, αν οι ισχυρισμοί της έκθεσης απαίτησης αποδειχθούν, τούτοι αποτελούν παραδεκτή νομική βάση για τις επιδιωκόμενες θεραπείες ή για κάποιες εξ αυτών.»
Με υπαγωγή των δεδομένων της υπό κρίση αίτησης, σ’ όλες τις παραπάνω αρχές, το πρώτο που παρατηρώ είναι το εξής:
Παρά την περί αντιθέτου θέση της ενάγουσας αποτελεί θέση μου ότι ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, στο πλέον κατάλληλο - χρονικά και δικονομικά - στάδιο και συγκεκριμένα, μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και προτού καταχωρήσει την υπεράσπισή του στην εναντίον του απαίτηση. Η αίτηση - δεδομένης της φύσης της -, θα εξεταστεί με υπόβαθρο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και σε περίπτωση που η αίτηση ήθελε γίνει αποδεκτή και διαγραφεί η υφιστάμενη έκθεση απαίτησης, αυτό σημαίνει ότι εάν ο εναγόμενος καταχωρούσε ήδη την υπεράσπισή του, θα ήταν υποχρεωμένος να καταχωρήσει νέα, με αναφορά στην νέα έκθεση απαίτησης την οποία θα καταχωρήσει η ενάγουσα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται αναφορικά με τα έξοδα καταχώρησης της αρχικής υπεράσπισής του, τα οποία, καθ’ όλα δικαιολογημένα θα πρέπει να επωμιστεί η ενάγουσα. Και τούτο, επειδή η καταχώρηση για δεύτερη φορά υπεράσπισης εκ μέρους του, θα αποτελεί, όχι θέμα δικής του επιλογής ή επιθυμίας, αλλά, απότοκο της αποδοχής της αίτησής του, γεγονός το οποίο, αναπόφευκτα θα συμπαρέσυρε μαζί με την έκθεση απαίτησης - εν όλω ή εν μέρει - και την όποια υπεράσπισή του σ’ αυτή.
Των παραπάνω λεχθέντων, το γεγονός ότι ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και κυρίως, προτού καταχωρήσει υπεράσπιση συνάδει και με τον πρωταρχικό σκοπό των ΚΠΔ.
Ο πρώτος λόγος για τον οποίο ο εναγόμενος ζητά τη διαγραφή της έκθεσης απαίτησης είναι ότι υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με το Μέρος 16.5(1)(α) των ΚΠΔ το οποίο προνοεί ότι η έκθεση απαίτησης πρέπει να περιλαμβάνει περιεκτική δήλωση των γεγονότων στα οποία ο ενάγοντας στηρίζει την απαίτησή του.
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο υπάρχει τέτοια παράλειψη. Αυτονόητο πως, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα, το θέμα τελειώνει εδώ. Σε περίπτωση που η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική, το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η επί του προκειμένου παράλειψη είναι σοβαρή. Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική και πάλι το θέμα τελειώνει εδώ.
Σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη, Β΄ Έκδοση (2002), σελ. 1378 «περιεκτικός» κατά μια ερμηνεία είναι αυτός που περιλαμβάνει αναλογικά μεγάλη ποσότητα από κάτι: τροφή περιεκτική σε βιταμίνες//βιβλίο περιεκτικό πληροφοριών και γνώσεων ΣΥΝ. γεμάτος, μεστός, πλήρης. Σύμφωνα με άλλη ερμηνεία - τη δεύτερη - (μτφ) είναι αυτός που χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό περιεκτικότητας, που περιέχει πολλά ουσιώδη, χωρίς να περιττολογεί: λόγος / άρθρο / έκθεση ΣΥΝ. Μεστός, ουσιώδης.
Δεδομένης της φύσης του υπό εξέταση θέματος, είναι σαφές, ότι αυτό θα πρέπει να ιδωθεί υπό το φως της δεύτερης ερμηνείας της λέξης «περιεκτικός» (ανωτέρω).
Η κακόβουλη δίωξή της ενάγουσας στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 14232/2019, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αποτελεί τη θεμελιακή αιτία της αγωγής της εναντίον των τριών εναγόμενων. Ειδικά εναντίον του εναγόμενου, η αγωγή εδράζεται και επί της απόφασής του να αναστείλει την ποινική δίωξη εναντίον και των τριών κατηγορούμενων στην πιο πάνω ποινική υπόθεση, επομένως και της ενάγουσας.
Το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης προβλέπεται στο άρθρο 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Το συγκεκριμένο άρθρο προνοεί τα ακόλουθα:
«Κακόβoυλη δίωξη συvίσταται στηv πραγματική, κακόβoυλη και χωρίς εύλoγη και πιθαvή αιτία έvαρξη ή συvέχιση αvεπιτυχoύς πoιvικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλoυ πρoσώπoυ, αv η διαδικασία αυτή-
(α) Πρoκάλεσε σκάvδαλo για τηv πίστη ή τηv υπόληψη τoυ πρoσώπoυ αυτoύ ή πιθαvή απώλεια της ελευθερίας τoυ͘ και
(β) κατέληξε, αv στηv πραγματικότητα μπoρoύσε με τov τρόπo αυτό vα καταλήξει, υπέρ τoυ πρoσώπoυ αυτoύ:
Νoείται ότι καμιά αγωγή για κακόβoυλη δίωξη δεv εγείρεται κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ για μόvo τo λόγo ότι τo πρόσωπo αυτό παρείχε πληρoφoρίες σε κάπoια αρμόδια αρχή η oπoία και άρχισε oπoιαδήπoτε διαδικασία.»
Σύμφωνα με το σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 1, σελ. 105, επ., τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος - για ό,τι μας ενδιαφέρει - είναι πρώτο, η έναρξη ή συνέχιση ποινικής διαδικασίας, δεύτερο, η ύπαρξη κακόβουλης πρόθεσης και η έλλειψη εύλογης αιτίας, τρίτο, η ανεπιτυχής κατάληξη της διαδικασίας με αθώωση και τέταρτο, η πρόκληση ζημιάς στη φήμη ή υπόληψη ή πιθανή απώλεια της ελευθερίας.
Από τα παραπάνω διαγράφεται και τι θα πρέπει να περιλαμβάνει μια έκθεση απαίτησης, ως συνιστώντα τη βάση και αιτία αγωγής για κακόβουλη δίωξη, προκειμένου ένα πρόσωπο που ενάγει για το συγκεκριμένο αδίκημα να είναι σε θέση να μπορεί να αποδείξει τη διάπραξή του και να διεκδικήσει αποκατάσταση για τη ζημιά που θα υποστεί συνεπεία αυτού, εναντίον όσων ενέχονται. Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να περιλαμβάνει παράθεση όλων των ουσιωδών γεγονότων που οδήγησαν στη δίωξη του ενάγοντα και ειδικά, όσων αποβλέπουν να αποδείξουν τη θέση του ότι η δίωξή του έγινε κακόβουλα και με πρόθεση και χωρίς εύλογη αιτία. Ακόμη, θα πρέπει να υπάρχει αναφορά στη σχετική ποινική υπόθεση που είχε καταχωρηθεί εναντίον του ενάγοντα καθώς και στην έκβασή της. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να δικογραφείται ότι ο ενάγοντας αθωώθηκε. Τέλος, θα πρέπει να δικογραφηθεί ειδικά κάθε ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας από τη διάπραξη του αδικήματος. Και, με δεδομένο ότι αυτή, εκτός από υλική μπορεί να αφορά στη φήμη ή υπόληψή του, ή πιθανή απώλεια της ελευθερίας του, στο δικόγραφο είναι αναγκαίο να δοθούν οι αναγκαίες λεπτομέρειες και πληροφορίες που θα επιτρέψουν στον ενάγοντα να προωθήσει τη θέση και στο Δικαστήριο να εξακριβώσει κατά πόσο αυτός υπέστη τέτοια ζημιά από τη διάπραξη του αδικήματος. Αυτονόητο πως, οι επί του προκειμένου λεπτομέρειες, θα πρέπει να αφορούν στο πρόσωπο και την εν γένει προσωπικότητα του ενάγοντα με αναφορά στο χρόνο, κατά και μετά τη διάπραξη του αδικήματος.
Στο ερώτημα, κατά πόσο η επίμαχη έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει περιεκτική δήλωση των γεγονότων συναφώς με τα παραπάνω, η απάντηση είναι αρνητική.
Μολονότι η έκτασή της, από μόνη της δε στοιχειοθετεί τη θέση του εναγόμενου ότι υπάρχει παράλειψη συμμόρφωσης με τον παραπάνω Κανονισμό, εντούτοις, το συγκεκριμένο γεγονός σε συνδυασμό και με διάφορα άλλα τα οποία θα αναφέρω στη συνέχεια, είναι δηλωτικό τής επί του προκειμένου παράλειψης συμμόρφωσης της ενάγουσας.
Η επίμαχη έκθεση απαίτησης αποτελείται από 107 πυκνογραμμένες σελίδες και είναι γραμμένη με γράμματα πολύ μικρού μεγέθους. Απ’ όλες αυτές τις σελίδες, οι πρώτες 77 περιλαμβάνουν τα κατ’ ισχυρισμό της ενάγουσας γεγονότα που συνθέτουν τη βάση και αιτία/αιτίες της αγωγής της και οι υπόλοιπες 30, τις διάφορες αξιώσεις της. Αν υποτεθεί ότι σε σχέση με το διάστημα των προτάσεων και το μέγεθος των γραμμάτων υπήρχε και για τα δικόγραφα η αντίστοιχη πρόνοια του Μέρους 23.11.(4) των ΚΠΔ - που αφορά στην ακρόαση ενδιάμεσων αιτήσεων - το οποίο προνοεί ότι «Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, οι γραπτές αγορεύσεις των διαδίκων δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 25 σελίδες, μεγέθους Α4, διπλού διαστήματος, κατά το ελάχιστον και γραμματοσειράς arial μεγέθους 12 ή αντίστοιχο.», είναι βέβαιο, ότι η επίμαχη έκθεση απαίτησης - μαζί με τις διάφορες αξιώσεις της ενάγουσας - θα καταλάμβανε πέραν 200 σελίδων.
Όμως, για να επαναλάβω, δεν είναι αυτή καθ’ αυτή η έκταση του επίμαχου δικογράφου που το καθιστά προβληματικό, αλλά τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων:
Καταρχάς, για κάθε γεγονός στο οποίο αναφέρεται η ενάγουσα, εντελώς αχρείαστα και αδικαιολόγητα, περιττολογεί. Αυτό δε ισχύει και για το σύνολο των αξιώσεών της. Ακολούθως αναφέρεται σε σωρεία γεγονότων, εντελώς άσχετων ή τα οποία επαναλαμβάνει. Έπειτα, σημαντικό μέρος της έκθεσης απαίτησης, δεν μπορεί να θεωρηθεί δικόγραφο, μιας και - θα έλεγα - προσομοιάζει με αυτοβιογραφία της ενάγουσας. Σ’ αυτό το πλαίσιο αναφέρεται σε διάφορες πτυχές της προσωπικής και οικογενειακής ζωής της - από την παιδική της ηλικία - και ενίοτε, εντελώς αχρείαστα και αδικαιολόγητα, αποκαλύπτει σωρεία εξαιρετικά ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν στην ίδια. Μάλιστα, ένα από αυτά, ενδεχομένως θέτει εν αμφιβόλω, ακόμη και το δικαίωμά της, όχι απλώς να χειρίζεται προσωπικά την υπόθεσή της, αλλά και να ενάγει προσωπικά. Απ’ εκεί και πέρα, η έκθεση απαίτησης, εν μέρει μπορεί να θεωρηθεί ως αγόρευση, καθώς περικλείει αμιγώς νομικούς συλλογισμούς/ισχυρισμούς και νομική επιχειρηματολογία, αντί γεγονότα, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, για πλείστα όσα αναφέρει η ενάγουσα προβαίνει σε σχόλια και επεξηγήσεις καθώς και στη διατύπωση σχετικών συμπερασμάτων. Τέλος, για πλείστα γεγονότα στα οποία αναφέρεται αισθάνεται την ανάγκη να δικογραφήσει και τη μαρτυρία η οποία - κατά την ίδια - τα αποδεικνύει.
Όσα ενδεικτικά - και μόνο – ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, πλείστες από τις παραπάνω διαπιστώσεις μου, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και διάφοροι άλλοι λόγοι που καθιστούν προβληματικό το επίμαχο δικόγραφο της ενάγουσας. Ειδικότερα:
Η ενάγουσα αφιέρωσε τις πρώτες 6 σελίδες της έκθεσης απαίτησης προκειμένου να δηλώσει την ταυτότητα των τριών εναγόμενων. Σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 3, με εξαίρεση τη φύση των εργασιών τους και των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους θεωρώ περιττά όλα τα άλλα που αναφέρει/δηλώνει. Για παράδειγμα, αδυνατώ να αντιληφθώ, τι νόημα έχει η ονομαστική αναφορά στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τους είτε ακόμη, η συγγένεια μεταξύ μερικών από αυτά είτε τέλος, η αναφορά στο όνομα της υπεύθυνης του λογιστηρίου των εναγόμενων 3. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι οι εναγόμενοι 1 αξιοποιούν το πρότυπο ISO 17442, ότι απολαμβάνουν υπηρεσίες αντασφάλισης μέσω συγκεκριμένης νομικής οντότητας και ότι τους παρέχονται επενδυτικές υπηρεσίες από το 2002 από επιχειρήσεις οι οποίες έχουν την εταιρική τους έδρα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντελώς ακατανόητα θεωρώ και όσα αναφέρονται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί γενικά τους εναγόμενους 1 και 3.
Ειδικά για τον εναγόμενο, το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι σε τρεις πυκνογραμμένες παραγράφους, η ενάγουσα, εκτός του ότι, αχρείαστα αναφέρεται ονομαστικά σ’ αυτόν αισθάνθηκε την ανάγκη να δηλώσει δυο φορές το ίδιο πράγμα και συγκεκριμένα, ότι ενάγεται πρώτιστα υπό τη θεσμική του ιδιότητα, ως ανώτατος νομικός λειτουργός του κράτους.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η ενάγουσα αισθάνθηκε την ανάγκη, όχι απλώς να παραθέσει τη θέση της για ένα - κατ’ ισχυρισμό της - γεγονός, αλλά να επιχειρηματολογήσει κιόλας, με αναφορά και στη σχετική μαρτυρία είναι τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 51 (σελ. 17). Η πρώτη πρόταση της εν λόγω παραγράφου ακολουθεί αυτούσια. «Η θέση της Ενάγουσας ενισχύεται από την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας σε αντιπαραβολή των υποστηρικτικών εγγράφων που κατατέθηκαν εντός του διωκτικού φακέλου, καθώς και από τις γραπτές καταθέσεις που λήφθηκαν από:» Στη συνέχεια - στην ίδια παράγραφο - αναφέρονται τα ονόματα τεσσάρων προσώπων, καθώς και τα διάφορα έγγραφα που δυο από αυτά τα πρόσωπα παρέδωσαν στην Αστυνομία κατά τη λήψη της κατάθεσής τους. Ακόμη υπάρχει αναφορά στο περιεχόμενο, τόσο των καταθέσεων όσο και των εγγράφων και σχολιασμός αυτού, υπό μορφή αξιολόγησης και εξαγωγής συμπερασμάτων.
Η παράγραφος 102 της έκθεσης απαίτησης (σελ. 27) αρχίζει με την εξής φράση, που προφανώς, κάθε άλλο παρά δήλωση γεγονότος αποτελεί: «Η Ενάγουσα εγείρει εύλογο νομικό ερώτημα ως προς τη στάση και την έλλειψη φόβου που επέδειξε η Μάρτυρας Κατηγορίας Αρ. 2 …»
Ότι με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα δικογραφεί και τη μαρτυρία με την οποία προτίθεται να αποδείξει την υπόθεσή της, το ομολογεί η ίδια. Στην παράγραφο 39 (σελ. 41) αναφέρει τα εξής: «Νοείται ότι η Ενάγουσα επιφυλάσσει όλα τα έννομα δικαιώματα της με βάση τα Άρθρα Αρ. 27, Αρ. 28 και Αρ. 30 του Συντάγματος σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο να προσφέρει περαιτέρω μαρτυρία που να αποδίδει σε ηχηρές αποδείξεις …»
Όσα ακολουθούν αποκαλύπτουν ότι η έκθεση απαίτησης, συν τοις άλλοις περικλείει και την προβολή είτε έκνομων είτε αντινομικών ισχυρισμών.
Στην παράγραφο 2Γ. (σελ. 45 και επ.) η ενάγουσα παραθέτει τις λεπτομέρειες γεγονότων, που όπως είναι η θέση της, υποστηρίζουν έλλειψη καθήκοντος επιμέλειες κ.ο.κ. από τον εναγόμενο, κατά ή περί τις 14/3/2024, υπό τη θεσμική του ιδιότητα αυτοπροσώπως. Μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής:
Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της ποινικής υπόθεσης, ο εναγόμενος, κατά παράβαση των θεμελιωδών αρχών της νομιμότητας και της χρηστής διοίκησης ανέστειλε προφορικά και χωρίς αιτιολογία την ποινική δίωξη. Η απόφασή του αυτή, λήφθηκε, παρά το γεγονός ότι προηγουμένως είχε λάβει γραπτή επιστολή της ενάγουσας, στην οποία διατύπωνε ρητή ένσταση κατά της αναστολής, επικαλούμενη το συνταγματικό της δικαίωμα να επιμένει στη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης. Η επιστολή περιείχε ξεκάθαρη δήλωση της βούλησής της να προωθηθεί η ποινική διαδικασία, στοιχείο που δεν έτυχε καμιάς εξέτασης ή επίσημης απάντησης.
Μολονότι είναι γεγονός, ότι αμφισβητείται πλέον, θα έλεγα, όχι τόσο η εξουσία όσο ο τρόπος άσκησης, της κατά το Άρθρο 113 του Συντάγματος, εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να διακόπτει οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, ομολογώ ότι αδυνατώ να αντιληφθώ κατά ποια έννοια, πρόσωπο το οποία αντιμετωπίζει τέτοια ποινική διαδικασία, νομιμοποιείται να αμφισβητεί την άσκηση της εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει τη διαδικασία, γεγονός το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 154(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 συνεπάγεται αυτόματα και την απαλλαγή του από την κατηγορία ή κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Με αυτό δεδομένο, ασφαλώς και αποτελεί αντινομία, οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο αντιμετωπίζει ποινική διαδικασία το να ισχυρίζεται ότι μπορεί να έχει ένσταση έναντι της εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να διακόψει την εν λόγω διαδικασία.
Όμως, αντινομική είναι η θέση της ενάγουσας και ως προς το λόγο για τον οποίο είχε ένσταση στη διακοπή της ποινικής διαδικασίας και επιθυμούσε την προώθησή της μέχρι τέλους. Προς τούτο, επικαλείται το συνταγματικό δικαίωμά της να επιμένει στη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης.
Με κάθε σεβασμό, δεν παρέχεται τέτοιο δικαίωμα, είτε στην ενάγουσα είτε σε οποιοδήποτε πρόσωπο αντιμετωπίζει οποιαδήποτε κατηγορία μα ούτε και στο Δικαστήριο εξουσία τέτοιας διερεύνησης. Η διερεύνηση οποιασδήποτε ποινικής υπόθεσης αποτελεί έργο των ανακριτικών αρχών και συγκεκριμένα της Αστυνομίας. Από εκεί και πέρα, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των Άρθρων 12 1. και 30 2. του Συντάγματος, ό,τι αποτελεί καθήκον και εξουσία του Δικαστηρίου δεν είναι η διερεύνηση της ποινικής υπόθεσης, αλλά να αποφανθεί επί της κατηγορίας την οποία αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόσωπο παρουσιάζεται ενώπιον του.
Το στοιχείο της αντινομίας είναι έκδηλο και στον ισχυρισμό της ενάγουσας στη συνέχεια, ότι, η χωρίς επαρκή δικαιολογία απόφαση του εναγόμενου να αναστείλει την ποινική δίωξή της, την άφησε σε αβεβαιότητα, χωρίς δυνατότητα να αποδείξει την αθωότητά της.
Ουδεμία υποχρέωση απόδειξης της αθωότητάς της είχε η ενάγουσα στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης που αντιμετώπιζε και τούτο, επειδή σύμφωνα με το Άρθρο 12 4. του Συντάγματος - το οποίο διασφαλίζει το τεκμήριο της αθωότητας - «Ο κατηγορούμενος δι’ αδίκημά τι θεωρείται αθώος, μέχρις ου αποδειχθή ένοχος συμφώνως προς τον νόμον.»
Ότι με την προβολή αυτής της θέσης, η ενάγουσα, κατά τρόπο εντελώς ανεπίτρεπτο και αντινομικό μετατρέπει το τεκμήριο αθωότητας σε τεκμήριο ενοχής, είναι ολοφάνερο.
Το στοιχείο της αντινομίας διέπει και όσα αναφέρει για το ίδιο θέμα στη συνέχεια.
Όσα - εντελώς ενδεικτικά - ακολουθούν εκτίθενται στο μέρος με τίτλο «Ουσιώδης στοιχεία και/ή γεγονότα ικανότητας δημιουργίας σταθερών σχέσεων και/ή γεγονότα που οδηγούν σε συνειδητότητα της ενάγουσας προς εαυτό και/ή αλληλεπιδράσεις στις προσωπικές σχέσεις και/ή κοινωνική ετοιμότητα και/ή αλληλεπιδράσεις με ιδέες για το μέλλον και/ή εξερεύνηση του νοήματος της μητρότητας» (σελ. 48 και επ.). Εκτός του ότι, πλείστα από αυτά αποτελούν αδικαιολόγητη και αχρείαστη περιττολογία, ο τίτλος και μόνο υπό τον οποίο τελούν, με κάθε σεβασμό παραπέμπει περισσότερο σε θέμα κάποιας φιλοσοφικής/κοινωνιολογικής διάλεξης ή παρουσίας αντί σε δικόγραφο και στην προκειμένη περίπτωση, σε έκθεση απαίτησης, η οποία - για να επαναλάβω - θα πρέπει περιλαμβάνει περιεκτική δήλωση των γεγονότων στα οποία ο ενάγοντας στηρίζει την απαίτησή του. Ειδικότερα:
Η ενάγουσα πρεσβεύεται τη χριστιανική πίστη και είναι μέλος της ελληνοκυπριακής ορθόδοξης εκκλησίας. Η ενάγουσα διατηρεί σταθερές και μακροχρόνιες φιλίες με άνδρες και γυναίκες, πολλοί εκ των πλησιέστερων φίλων της αποτελούν μέρος της ζωής της, πέραν των 15 ετών και/ή άλλων ποιοτικών σχέσεων που δε συναρτώνται με γνώμονα το χρονικό πλαίσιο. Η ενάγουσα έχει την ικανότητα να συνδέεται με ανθρώπους από διαφορετικά υπόβαθρα, διαφορετικές ηλικιακές ομάδες, διαφορετικές τάξεις και κοινωνικές ομάδες και η εξωτερική της εμφάνιση βρίσκεται πάντα σε αρμονία με το χώρο και την ατμόσφαιρα, δεν επιδεικνύει τη σεξουαλικότητά της με τρόπο φανταχτερό και προωθεί διαδικτυακά και/ή μέσω της διαδικτυακής της παρουσίας, ως πρόσωπο που διαθέτει λογαριασμό σε διαδικτυακές πλατφόρμες, την εκτίμηση για την ομορφιά της ζωής σε όλες τις μορφές.
Η ενάγουσα είναι νεαρή γυναίκα με έντονη δημιουργικότητα και πάθος για την τέχνη. Αφιερώνει σημαντικό μέρος της ζωής της στη μουσική και το χορό, είτε ως επαγγελματίας είτε ως ενεργή ερασιτέχνης. Έχει λάβει μουσική εκπαίδευση σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο με εξειδίκευση στο πιάνο. Είναι σε θέση να εκτελεί μουσικά κομμάτια διαφόρων ειδών, είτε ως σολίστ είτε ως συνοδεία άλλων καλλιτεχνών. Παράλληλα έχει γνώση μουσικής σημειογραφίας, αρμονίας και ρυθμολογίας. Είναι εξοικειωμένη με διάφορα είδη χορού τα οποία ενσωματώνουν μουσική και ρυθμική ακρίβεια. Η ενασχόλησή της με το χορό από το 2021 αποτελεί πάθος που συνοδεύει τη μουσική της πορεία.
Η εμφάνισή της αντικατοπτρίζει τη δημιουργικότητα και την κομψότητα που χαρακτηρίζει τον καλλιτεχνικό της προσανατολισμό. Επιλέγει ενδυμασία που συνδυάζει άνεση και αισθητική, τόσο για τις μουσικές και χορευτικές της δραστηριότητες όσο και για τις επίσημες εμφανίσεις της.
Η ενάγουσα ασχολείται ενεργά με την πολιτική, την ενημέρωση και τη διαρκή καλλιέργεια του πνεύματός της.
Η ενάγουσα εστιάζει στην αυτογνωσία και τη βαθιά κατανόηση των διαπροσωπικών σχέσεων μέσα από βαθιά ενδοσκόπηση. Είναι χαρακτήρα με βαθιές αναζητήσεις στην ανθρωποκεντρική ψυχολογία είναι κάποιος και στρέφεται προς τον εσωτερικό της κόσμο για να κατανοήσει τον εαυτό της και τους άλλους. Μέσα από προσωπικές αναζητήσεις οδηγήθηκε στη φιλοσοφική σχολή της Γκεστάλτ, η οποία εστιάζει στη σημασία της παρούσας στιγμής της συνείδησης. Το πνεύμα της αναζήτησης την ώθησε να εξερευνήσει τα οικογενειακά μοτίβα που συχνά αντανακλώνται σε συγκεκριμένες συμπεριφορές τόσο δικές της όσο και των πελατών της. Αυτή η βαθύτερη κατανόηση τη βοήθησε να αναγνωρίσει πώς παρελθοντικές εμπειρίες διαμορφώνουν την παρούσα κατάσταση και να προσφέρει μια πιο ολοκληρωμένη υποστήριξη στους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεται.
Η εφαρμογή των αντιλήψεων της σχολής Γκεστάλτ από την ενάγουσα, η έννοια του «εδώ και τώρα» μέσω της εν συναίσθησης, της αυθεντικότητας, της ενεργητικής ακρόασης και της εποικοδομητικής διαχείρισης των συγκρούσεων είναι πεποίθηση της ότι οδηγεί σε πιο αυθεντικές, συνειδητές και ισχυρές συνδέσεις.
Η ενάγουσα είναι το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειάς της, έχοντας ηλικιακή διαφορά 8 ετών από τον αδελφό της ο οποίος γεννήθηκε στις 7/4/1998. Κατά το χρόνο διάστασης των γονέων της ήταν 13 ετών. Η αποδιοργάνωση της οικογένειάς της και η πολυετής απομάκρυνση του πατέρα της από τις καθημερινές ανάγκες της οικογένειας ενίσχυσαν την πεποίθησή της να αναλάβει το ρόλο του ενήλικα και «του μικρού γονέα». Το γεγονός αυτό διαμόρφωσε το χαρακτήρα της, ωθώντας την να δίνει προτεραιότητα στις ανάγκες των άλλων έναντι των δικών της, στοιχείο που ακολούθησε και στην ενήλικη ζωή της. Αναπτύσσοντας τη συναισθηματική της νοημοσύνη κατόρθωσε να μετατρέψει τις παιδικές της εμπειρίες και τραύματά της σε εργαλεία επαγγελματικής επιτυχίας.
Κατά ή περί τα μέσα Ιουλίου του 2016, η ενάγουσα, με την οικονομική βοήθεια της μητέρα της, κατόπιν έρευνας αγοράς που πραγματοποίησε με δική της πρωτοβουλία και χωρίς συνοδεία από τον οικογενειακό της ιστό, προχώρησε σε αγορά διαμερίσματος, τριών υπνοδωματίων. Μέσα από την επιλογή αυτή επιβεβαίωσε την ικανότητά της να λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις, να αναλαμβάνει την ευθύνη της ζωής της και να προχωρήσει με αποφασιστικότητα προς ένα μέλλον διαμορφωμένο από δικές της επιλογές και αξίες. Είναι δε άξιο να σημειωθεί ότι η αγοραία αξία του διαμερίσματος κατά τον επίδικο χρόνο ανερχόταν στο ποσό των €165.000 και το διαμέρισμα ήταν έκτασης 122 τ.μ. το οποίο συμπεριλαμβάνει 102 τ.μ. κλειστούς χώρους και 20 τ.μ. καλυμμένες βεράντες. Νοείται ότι σύμφωνα με την εκτίμηση που διενεργήθηκε 1/1/2021 από τις αρμόδιες κυβερνητικές υπηρεσίες έτσι όπως απεικονίζεται από την πύλη Κτηματολογίου, το διαμέρισμα, χωρίς την εξωτερική του εκτίμηση παρουσιάζει αύξηση της αξίας της τιμής η οποία ανέρχεται συνολικά στο ποσό των €184.600.
Για πολύ ευνόητους λόγους επιλέγω συνειδητά να αποφύγω να αναφερθώ αναλυτικά στα όσα αναφέρει η ενάγουσα στο ίδιο μέρος καθώς και στα επόμενα (σελ. 51 μέχρι 61) για τα διάφορα προβλήματα υγείας που, όπως είναι η θέση της αντιμετωπίζει η ίδια. Ωστόσο, επειδή η παρούσα απόφαση θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη σε όλες τις πτυχές της, καθηκόντως θεωρώ ότι οφείλω να σταθώ μόνο σε μια αναφορά της ενάγουσας σ’ αυτό το πλαίσιο. Αυτή περικλείεται στην παράγραφο 24 της έκθεσης απαίτησης (σελ. 60) και ακολουθεί αυτούσια: «Κατά τον ουσιώδη χρόνο κατά τον οποίο καταχωρείται η παρούσα Έκθεση Απαίτησης, η ψυχική κατάσταση και ισορροπία της Ενάγουσας δεν έχει πλήρως αποκατασταθεί ή σταθεροποιηθεί….»
Αν αυτό ισχύει θεωρώ ότι καλό θα ήταν να χειριζόταν κάποιος άλλος την υπόθεση για την ενάγουσα - αντί προσωπικά η ίδια - ενώ, ανεξάρτητα από την έκβαση της αίτησης έχω τη βαθιά πεποίθηση, ότι η ενάγουσα, καλό θα είναι να αναθέσει το χειρισμό της υπόθεσής της σε κάποιο συνάδελφό της, ο οποίος, όντας αποστασιοποιημένος από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, θα είναι σε θέση να τη χειριστεί καλύτερα.
Μολονότι θα μπορούσα να συνεχίσω και να παραθέσω και σωρεία άλλων παραδειγμάτων τα οποία καθιστούν άκρως ελαττωματική και προβληματική την έκθεση απαίτησης θεωρώ πως δε χρειάζεται να επεκταθώ.
Στο ερώτημα, εάν η παράλειψη συμμόρφωσης της ενάγουσας με τον Κανονισμό 5(1)(α) του Μέρους 16 των ΚΠΔ είναι σοβαρή, απαντώ καταφατικά. Μάλιστα, τα στοιχεία που καθιστούν ελαττωματικό το επίμαχο δικόγραφο είναι τέτοια και τόσο πολλά και συνδέονται με τέτοιο τρόπο μεταξύ τους, αλλά και με το υπόλοιπο μέρος του δικογράφου, έτσι ώστε τα πρώτα να μην μπορούν να διαχωριστούν από το δεύτερο. Το ίδιο ισχύει και για τις διάφορες αξιώσεις της ενάγουσας που ακολουθούν, συνολικής έκτασης - για να επαναλάβω - 30 σελίδων.
Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα οδηγεί στο δεύτερο, που είναι το εξής: υπάρχει καλός λόγος για την επί του προκειμένου παράλειψη συμμόρφωσης;
Σ’ αυτό το ερώτημα απαντώ αρνητικά. Δεν εντοπίζω να υπάρχει τέτοιος λόγος και τα όσα αναφέρει η ενάγουσα στην ένορκη δήλωσή της η οποία υποστηρίζει την ένστασή της στην αίτηση δε θεωρώ ότι αποτελούν τέτοιο «καλό λόγο». Εξάλλου, η ίδια, ούτε και δέχεται ότι η έκθεση απαίτησής της είναι είτε ελαττωματική είτε αντικανονική. Παραπέμπω απλώς στον πρώτο λόγο ένστασης στην αίτηση, με τον οποίο υποβάλλει - μεταξύ άλλων - ότι η έκθεση απαίτησης παρουσιάζει με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά και στον τρίτο λόγο, με τον οποίο υποβάλλει ότι η έκθεση απαίτησης αποτυπώνει - κατά τη θέση της - με περιεκτικό τρόπο, νομικά αναγνωρισμένα δικαιώματα που παραβιάστηκαν με ορθή νομική δομή. Παραπέμπω ακόμη και στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσής της η οποία υποστηρίζει την ένστασή της στην αίτηση, στην οποία αναφέρει τα εξής: «Είμαι της θέσης ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης η οποία ενσωματώνεται στην Έκθεση Απαίτησης είναι λιτή και περιορίζεται μόνο στα ουσιαστικά γεγονότα για τον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης ..» Τέλος, παραπέμπω και στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσής της και συγκεκριμένα, στον ισχυρισμό της ότι η έκθεση απαίτησης είναι σύμφωνη με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων.
Όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις μου και όσα θα πω στη συνέχεια καθιστούν τη διαγραφή, ολόκληρης της έκθεσης απαίτησης, περιλαμβανομένων και των αξιώσεων της ενάγουσας και δίκαιο και αναλογικό και απολύτως αναγκαίο μέτρο.
Σε αντίθετη περίπτωση - δηλαδή μη διαγραφής - και ιδιαίτερα, σε περίπτωση που ο εναγόμενος, ως έχει κάθε δικαίωμα, με την υπεράσπισή του αρνηθεί (κάτι που έχουν ήδη κάνει οι εναγόμενοι 1 και 3, ο καθένας με τη δική του υπεράσπιση) τη σωρεία θέσεων και ισχυρισμών της ενάγουσας, που για όλους τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω καθιστούν την έκθεση απαίτησης και προβληματική και ελαττωματική, είναι βέβαιο, ότι μια απλή υπόθεση κακόβουλης δίωξης, θα πάρει τέτοια διάσταση, με ό,τι αυτό θα συνεπάγεται από το επίπεδο διαχείρισής της μέχρι και την ακρόασή της, περιλαμβανομένης και της ακρόασης, με αναφορά, τόσο στον αριθμό μαρτύρων που θα κληθούν να καταθέσουν καθώς και στη φύση της μαρτυρίας τους - που σε σημαντικό βαθμό θα είναι ακόμη και ιατρική μαρτυρία - όσο και στη διάρκεια της ακρόασης, η οποία θα είναι μακρά, γεγονός το οποίο αναπόφευκτα θα αυξήσει δραματικά και το συνολικό κόστος, που κάθε άλλο παρά αναλογικό θα είναι.
Όμως, μια τέτοια εξέλιξη, προφανώς θα είναι σε ευθεία αντίθεση με τον πρωταρχικό σκοπό των ΚΠΔ που - για να επαναλάβω - είναι η παροχή στο Δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.
Από τα παραπάνω καθίσταται τελείως ξεκάθαρο ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης καθιστά τη διαγραφή, ολόκληρης της έκθεσης απαίτησης, περιλαμβανομένων και των αξιώσεων της ενάγουσας, και δίκαιο, και αναγκαίο και αναλογικό μέτρο.
Σε τέτοια περίπτωση, η μόνη επίπτωση για την ενάγουσα, θα είναι η καταχώρηση νέας έκθεσης απαίτησης, που αυτή τη φορά, θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το Μέρος 16.5(1)(α) των ΚΠΔ και φυσικά, η καταδίκη της στα έξοδα καταχώρησης της υφιστάμενης υπεράσπισης από τους εναγόμενους 1 και 3.
Όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις μου διαγράφουν την τύχη της αίτησης, η οποία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή.
Ολόκληρη η έκθεση απαίτησης, θα διαγραφεί, καταρχάς, επειδή υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης της ενάγουσας με τον Κανονισμό 5(1)(α) του Μέρους 16 των ΚΠΔ και ο Κανονισμός 3(2)(γ) του Μέρους 3 των ΚΠΔ παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία διαγραφής της για το συγκεκριμένο λόγο. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω η έκθεση απαίτησης, θα διαγραφεί και δυνάμει του Κανονισμού 3(2)(β) του ίδιου Μέρους και τούτο, επειδή αυτή, όχι απλώς ενδέχεται, αλλά, θα πρέπει μάλλον να θεωρηθεί βέβαιο, ότι θα παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας.
Δεδομένου ότι ολόκληρη η έκθεση απαίτησης, θα διαγραφεί θεωρώ πως δε χρειάζεται να ασχοληθώ και με τον τελευταίο λόγο για τον οποίο ο εναγόμενος ζητά τη διαγραφή, μέρους της, που είναι ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης εναντίον του, που με βάση τον Κανονισμό 3(2)(α) του ίδιου Μέρους των ΚΠΔ αποτελεί επίσης αναγνωρισμένο λόγο διαγραφής δικογράφου.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει.
Εκδίδεται διάταγμα διαγραφής της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας.
Το καινοφανές του υπό εξέταση θέματος που αποτέλεσε το αντικείμενο της αίτησης και η ιδιάζουσα θέση της ενάγουσας, υπό το φως όσων η ίδια αποκαλύπτει με τη διαγραφείσα - πλέον - έκθεση απαίτησής της, τα οποία άπτονται της υγείας της, έχω τη γνώμη, ότι αποτελούν καλό λόγο για τον οποίο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα.
Με αυτό δεδομένο, αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της.
Επειδή η διαγραφή της έκθεσης απαίτησης, αυτόματα συμπαρασύρει και την καταχωρηθείσα υπεράσπιση των εναγόμενων 1 και 3, για την ώρα, το μόνο που θέλω να πω είναι ότι τα έξοδα του εν λόγω δικονομικού διαβήματος των εναγόμενων 1 και 3, θα τα επωμιστεί η ενάγουσα, εκτός και αν υπάρξει μεταξύ των τριών, διαφορετική ρύθμιση.
Επειδή οι εναγόμενοι 1 και 3 δε συμμετείχαν καθόλου στη διαδικασία της παρούσας αίτησης θεωρώ ορθό, όπως οι οδηγίες μου αναφορικά με την καταχώρηση νέας έκθεσης απαίτησης από την ενάγουσα, νέας υπεράσπισης από τους εναγόμενους 1 και 3 και υπεράσπισης από τον εναγόμενο 2, δοθούν στην παρουσία των δικηγόρων τους.
Ενόψει των ανωτέρω, η αγωγή ορίζεται για οδηγίες, στις 6/5/2026 και ώρα 09:15.
Οι άμεσα εμπλεκόμενοι δικηγόροι να είναι παρόντες.
(Υπ.) ...…………………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
Subject: Civil/Other Actions /Interim
(Αναφορά: Πολιτική – διαγραφή δικογράφου)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο