ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης 4/2024
I-Justice
Μεταξύ:
Yπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως (ως η Αρμόδια Αρχή σύμφωνα με τη Συνθήκη Νομικής Συνεργασίας Κύπρου – Ρωσίας για παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, Κυρωτικός Νόμος 172/86)
Ενάγοντα
-και-
Dmitry Nikolayevich Ananyev
Εναγόμενoυ
----------------------------------------
Αίτηση ημερ. 19/12/2024 για απόρριψη ή αναστολή της διαδικασίας
Ημερομηνία: 04/05/2026.
Εμφανίσεις:
Για τον Εναγόμενο – Αιτητή: κ. Α. Ερωτοκρίτου για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε και για κ.κ. A.G. Erotocritou LLC.
Για τον Ενάγοντα – Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Μ. Σωφρονίου για κ.κ. B. Lazic & Co LLC.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Ενάγοντας, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο απαίτηση, την οποία καταχώρησε στις 25/04/2024, αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση δύο διαιτητικών αποφάσεων ημερομηνίας 22/03/2019, οι οποίες εκδόθηκαν από το 9ον Διαιτητικό Δικαστήριο Εφετειακού Βαθμού (Nine Commercial Court of Appeal) της Μόσχας, μεταξύ του A.P. Nikeev Διαχειριστή της εταιρείας Grain Company Nastyusha Ltd και του Dmitry Nikolayevich Ananyev, του Eναγόμενου δηλαδή, με τις οποίες διαταζόταν όπως καταβάλει διάφορα χρηματικά ποσά πλέον τόκους. Συγκεκριμένα, επιζητείται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης 09ΑΠ-1619/2019, ημερ. 22/03/2019 με την οποία διαταζόταν ο Εναγόμενος να καταβάλει το ποσό των 677.266.374,36 Ρωσικά Ρούβλια πλέον τόκο για την περίοδο από 30/12/2011 μέχρι 1.6.2018, ήτοι συνολικό ποσού 477.843.898,79 Ρωσικά Ρούβλια. Επίσης, επιζητείται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης 09ΑΠ-1635/2019, ημερ. 22/03/2019 με την οποία διαταζόταν ο Εναγόμενος να καταβάλει το ποσό των 1.032.556.749 Ρωσικά Ρούβλια πλέον τόκο για την περίοδο από 05/07/2013 μέχρι 01/6/2018, ήτοι συνολικού ποσού 595.841.822,63 Ρωσικά Ρούβλια.
Στις 19/12/2024 καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία ο Εναγόμενος (από τώρα και στο εξής ο «Αιτητής») αξιώνει ως ακολούθως:
“ Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου / Αιτητή (Dmitry Nikolayevich Ananyev) (ο «Αιτητής») σε περίπτωση που η Grain Company Nastyusha Ltd, μέσω του διαχειριστή της A.P. Nikeev (η «Grain Company») δεν καταβάλει εντός 10 ημερών ή μέσα σε οιονδήποτε άλλο χρόνο ήθελε κρίνει ορθό το Δικαστήριο, τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ του Αιτητή στα πλαίσια της απορριφθείσας Αίτησης Αρ. 5/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπως αυτά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο.
Β. Διαζευκτικά με το Α ανωτέρω, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας στην Απαίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό μέχρις ότου η Crain Company Ltd καταβάλει στον Αιτητή τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ του Αιτητή στα πλαίσια της απορριφθείσας Αίτησης Αρ. 5/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπως αυτά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο.
[……]”.
Η Αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς Πολιτική Δικονομίας 2023, Μέρος 1 και ειδικότερα 1.2 (2) (στ), Μέρος 2, Μέρος 3, Μέρος 6, Μέρος 8, Μέρος 10, Μέρος 12, Μέρος 16, Μέρος 17, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στη Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (Κυρωτικός) Νόμο 172/86, στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου 121(Ι)/2000, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους Γενικούς Κανόνες και/ή Γενικές Αρχές της Νομολογίας και/ή του Δικαίου της Επιείκειας και/ή σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων Διαταγμάτων και επί των Κανόνων Επιείκειας και στις Συμφυείς Εξουσίες, Νομολογία, Διακριτική Ευχέρεια και Πρακτική του Δικαστηρίου καθώς και από το περιεχόμενο του φακέλου.
Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Χλόης Στυλιανού ημερομηνίας 19/12/2024, δικηγόρου της δικηγορικής εταιρείας Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι εκπροσωπούν τον Αιτητή και είναι εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Στις 07/04/2025 καταχωρήθηκε από το ίδιο πιο πάνω πρόσωπο συμπληρωματική ένορκη δήλωση.
Συνοπτικά, η θέση του Αιτητή είναι ότι στις 09/03/2020 ο διαχειριστής Α.P. Nikeev της εταιρείας Grain Company Nastyusha Ltd, προχώρησε με την καταχώρηση της Γενικής Αίτησης υπ’ αρ. 5/2020 εναντίον του Αιτητή / Dmitry Nikolayevich Ananyev, με την οποία αιτείτο την αναγνώριση και εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης στην Κυπριακή Δημοκρατία και ειδικότερα της Ρωσικής Απόφασης ημερ. 22.03.2019 του 9ου Διαιτητικού Δικαστηρίου Εφετειακού Βαθμού της Μόσχας της Ρωσικής Ομοσπονδίας («Ρωσική Απόφαση»), δηλαδή την μια από τις δύο αποφάσεις που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας (η «Γενική Αίτηση 5/2020»), η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο ΧΣ1. Σύμφωνα με το τεκμήριο αυτό, η προς αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση απόφαση, ήταν η απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ. Α40-1253/17, ημερ. 22.03.2019 με την οποία διαταζόταν ο Αιτητής, στην παρούσα Αίτηση, να καταβάλει στην εταιρεία, μέσω του διαχειριστή της, το ποσό των 677.266.374,36 Ρωσικά Ρούβλια πλέον τόκο για την περίοδο από 30/12/2011 μέχρι 1.6.2018, ήτοι συνολικό ποσού 477.843.898,79 Ρωσικά Ρούβλια.
Τα ίδια νομικά θέματα, θέσεις, ισχυρισμοί και επιχειρήματα προωθήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την Αίτηση εναντίον του Αιτητή στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 5/2020 του Ε.Δ. Λεμεσού και προωθούνται και στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης 4/2024 του Ε.Δ. Λεμεσού.
Στα πλαίσια της Αίτησης 5/2020, ο Αιτητής καταχώρησε Αίτηση παραμερισμού της για λόγους παρατυπίας της και εσφαλμένου τρόπου καταχώρησης και προώθησης της, στις 24/06/2020 (βλ. τεκμήριο Χ.Σ.2). Το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση επί της πιο πάνω Αίτησης στις 18/05/2022 με την οποία διέταξε τον παραμερισμό της Γενικής Αίτησης 5/2020, με έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Grain Company (βλ. τεκμήριο ΧΣ4). Ουσιαστικά το Δικαστήριο έκρινε ότι οι, στη Γενική Αίτηση 5/2020, Αιτητές Grain Company, οι οποίοι δεν είχαν τη διαμονή τους στην Κύπρο, προχώρησαν στην καταχώρηση της Γενικής Αίτησης 5/2020 κατά παράβαση του άρθρου 27 της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (Κυρωτικός) Νόμος 172/86 και μάλιστα πριν καν διαβιβαστεί μέσω της διπλωματικής οδού στις αρμόδιες αρχές η Αίτηση που υπέβαλαν στη Ρωσία.
Τα έξοδα της εν λόγω διαδικασίας υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €12.972, με νόμιμο τόκο προς 2% από 24/06/2020 μέχρι εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €12.984 (βλ. τεκμήριο ΧΣ5).
Ο Αιτητής, μέσω των δικηγόρων του, προχώρησε με την αποστολή επιστολής ημερομηνίας 27/07/2022 προς τους δικηγόρους της Grain Company με την οποία τους ενημέρωναν για τα έξοδα και ζητούσαν την πληρωμή τους εντός 15 ημερών από τη λήψη της επιστολής (βλ. τεκμήριο ΧΣ6).
Η πλευρά της εταιρείας παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει και αρνείται να καταβάλει στον Αιτητή τα οφειλόμενα ποσά των εξόδων που επιδικάστηκαν υπέρ του τα οποία σήμερα ανέρχονται στο ποσό των €16.788,43 συμπεριλαμβανομένων τόκων και Φ.Π.Α.
Παρά τα πιο πάνω, στις 25/04/2024 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση εναντίον του Αιτητή μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, ως αρμόδια Αρχή σύμφωνα με το Κυρωτικό Νόμο 172/86, χωρίς ωστόσο να καταβληθούν τα έξοδα.
Αποτελεί θέση του Αιτητή και της ενόρκως δηλούσας ότι το πρόσωπο το οποίο υποβάλλει την Αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση της Ρωσικής Απόφασης είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες. Απλώς στην παρούσα διαδικασία η αίτηση υποβλήθηκε μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης ενώ στην Αίτηση 5/2020, η αίτηση υποβλήθηκε απευθείας από την Grain Company, εσφαλμένα. Οι δύο διαδικασίες έχουν ταυτόσημο αντικείμενο και δεν ισχύει η θέση ότι ο υπόχρεος για πληρωμή εξόδων στην Αίτηση 5/2020 είναι διαφορετικός διάδικος από το διάδικο στην παρούσα υπόθεση. Επίσης, οι ίδιοι δικηγόροι προώθησαν και τις δύο αιτήσεις εναντίον του Αιτητή.
Ενόψει των πιο πάνω και της παράλειψης καταβολής των εξόδων, είναι η θέση του Αιτητή ότι η παρούσα διαδικασία θα πρέπει να απορριφθεί εκτός αν η εταιρεία προχωρήσει με την εξόφληση της οφειλής της προς τον Αιτητή ή εναλλακτικά ανασταλεί μέχρις ότου καταβληθούν τα οφειλόμενα ποσά εξόδων στον Αιτητή.
Ο Ενάγοντας (από τώρα και στο εξής ο «Καθ’ ου η αίτηση) καταχώρησε ένσταση στις 17/03/2025, με την οποία προβάλλει συνολικά 11 λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοπτικά έχουν ως εξής:
- Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, καταχρηστική και κακόπιστη. Η προηγούμενη υπόθεση (Αίτηση αρ. 5/2020) αφορούσε νομικό πρόσωπο (ρωσική εταιρεία) που τελεί υπό εκκαθάριση, ενώ η παρούσα αίτηση έχει καταχωριστεί από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ως η Κεντρική Αρχή. Πρόκειται για διαφορετικά πρόσωπα με διακριτά δικαιώματα και υποχρεώσεις.
- Η απαίτηση για καταβολή εξόδων που αφορούν διαφορετική διαδικασία, ως προϋπόθεση για την προώθηση της παρούσας υπόθεσης, είναι καταχρηστική και αντιβαίνει στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμός παρεμπόδισης της διαδικασίας.
- Η μεταβολή του Αιτητή και η επίκληση της διεθνούς σύμβασης μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Σοβιετικής Ένωσης (Ν.172/86) διαφοροποιεί ουσιωδώς τα νομικά ζητήματα της υπόθεσης και η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να εξεταστεί υπό το ίδιο πρίσμα με την απορριφθείσα Αίτηση αρ. 5/2020.
- Το γεγονός ότι η προηγούμενη διαδικασία καταχωρίστηκε από την εταιρεία, ενώ η παρούσα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ως η Αρμόδια Αρχή διαφοροποιεί ουσιαστικά το νομικό πλαίσιο και τη διαδικαστική φύση των υποθέσεων.
- Ο Αιτητής κωλύεται και/ή εμποδίζεται από το να προωθεί την παρούσα Αίτηση, καθώς ουδέποτε προέβη στις δέουσες ενέργειες για να διασφαλίσει την καταβολή των κατ’ ισχυρισμών επιδικασθέντων εξόδων.
- Η αίτηση του Υπουργού Δικαιοσύνης πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναλάβει σύμφωνα με τη Συνθήκη Ν.172/86 και δεν μπορεί να απορριφθεί για διαδικαστικούς λόγους.
- Ο Υπουργός Δικαιοσύνης σύμφωνα με τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς την αρμόδια αρχή της Ρωσίας, δεν λειτουργεί ως εκπρόσωπος ή διάδοχος της ρωσικής εταιρείας αλλά ενεργεί ως η αρμόδια αρχή για παροχή νομικής συνδρομής στο πλαίσιο της Συνθήκης Κύπρου – Σοβιετικής Ένωσης (Ν.172/86).
- Ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να δείχνουν ότι η μη καταβολή των εξόδων από την προηγούμενη υπόθεση επηρεάζει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης στην παρούσα διαδικασία και δεν έχει προβεί σε καμία ενέργεια σε σχέση με την είσπραξη των εξόδων που επιδικάστηκαν στην Αίτηση 5/2020.
- Η παρούσα Αίτηση προσκρούει στις ισχύουσες οικονομικές κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας, όπως προβλέπονται στο ρυθμιστικό πλαίσιο της Ε.Ε. για τις κυρώσεις. Δηλαδή, οποιαδήποτε πληρωμή που αφορά ρωσική οντότητα απαιτεί προηγούμενη έγκριση από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, διαδικασία την οποία ο Αιτητής δεν φαίνεται να έχει ακολουθήσει.
- Οποιαδήποτε πληρωμή από ρωσική οντότητα προαπαιτεί έγκριση από την Συμβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών Κυρώσεων (ΣΕΟΚ) και την Μονάδα Εφαρμογής Κυρώσεων (ΜΕΚ) και η πλευρά του Αιτητή δεν έχει αιτηθεί τέτοια έγκριση, καθιστώντας την παρούσα Αίτηση παράτυπη και καταχρηστική. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν έχει κίνητρο να το πράξει αφού οφείλει υπέρογκα ποσά στην υπό εκκαθάριση εταιρεία, αφού τον συμφέρει να μην εκδικαστεί η παρούσα υπόθεση.
- Η εταιρεία Grain Company Nastyusha Ltd έχει κηρυχθεί σε πτώχευση και η διαδικασία διαχείρισης των οικονομικών της υποχρεώσεων διέπονται αποκλειστικά από τη ρωσική πτωχευτική νομοθεσία. Οποιαδήποτε αξίωση για έξοδα θα πρέπει να κατατεθεί και να εξεταστεί από τα ρωσικά δικαστήρια και όχι να επιβληθεί μέσω της παρούσας διαδικασίας στην Κύπρο.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Καρινέ Μουρατιάν, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων το οποίο αντιπροσωπεύει τον Καθ’ ου η Αίτηση, ημερομηνίας 17/03/2025. Καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28/04/2025 από την κα Ερμίνα Παπασολωμού, δικηγόρο που συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ’ ου η αίτηση.
Η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 17/03/2025 που συνοδεύει την ένσταση, υιοθετεί στην ουσία τους λόγους ένστασης και αναπτύσσει νομικά επιχειρήματα σε σχέση με την διαδικασία που αφορά η παρούσα Αίτηση. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης είναι η αρμόδια αρχή για την παροχή νομικής συμβουλής και τη διαχείριση τέτοιων διαδικασιών με βάση το Νόμο 172/86 και προηγούμενες διαδικασίες, όπως η Αίτηση αρ. 5/2020 δεν δύναται να παρεμποδίσουν την εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της Συνθήκης.
Ο Καθ’ ου η αίτηση δεν είχε καμία εμπλοκή με την προηγούμενη διαδικασία και ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεση του για οποιαδήποτε ενέργεια σχετική με την υπόθεση αρ. 5/2020. Ως κρατικός φορέας ενεργεί αποκλειστικά εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων του, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας και δεν έχει καμία άμεση ή έμμεση συμμετοχή στις ιδιωτικές νομικές διαδικασίες των διαδίκων. Επιπλέον, η παρούσα διαδικασία δεν δύναται να συνδεθεί με την προηγούμενη δικαστική διαδικασία στην οποία ο Αιτητής είχε εμπλοκή. Η έγκριση για την παροχή νομικής συνδρομής έχει δοθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο της αρμόδιας Αρχής, δηλαδή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Δεν υπάρχει ταύτιση νομικών θεμάτων, θέσεων και επιχειρημάτων μεταξύ της Αίτησης αρ. 5/2020 και της παρούσας διαδικασίας. Στην Αίτηση αρ. 5/2020, Αιτήτρια ήταν η εταιρεία ενώ στην παρούσα ο Υπουργός. Η μεταβολή του Αιτητή και η επίκληση της διεθνούς σύμβασης (Ν.172/86) διαφοροποιεί ουσιωδώς τα νομικά ζητήματα της υπόθεσης. Ο Υπουργός σύμφωνα με τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς την αρμόδια αρχή της Ρωσίας, δεν λειτουργεί ως εκπρόσωπος ή διάδοχος της ρωσικής εταιρείας αλλά ενεργεί ως η αρμόδια αρχή για παροχή νομικής συνδρομής στο πλαίσιο της Συνθήκης Κύπρου – Σοβιετικής Ένωσης (Ν.172/86). H προσπάθεια ταύτισης των δύο νομικών προσώπων είναι εσφαλμένη.
Περαιτέρω, η παρούσα Αίτηση προσκρούει στις ισχύουσες οικονομικές κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας, όπως προβλέπονται από το ρυθμιστικό πλαίσιο της Ε.Ε. για τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσική Ομοσπονδία.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών Κυρώσεων (ΣΕΟΚ) της Κύπρου είναι αρμόδια για την εξέταση αιτημάτων που σχετίζονται με την εφαρμογή οικονομικών κυρώσεων στην Κυπριακή Δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένων των περιοριστικών μέτρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οποιαδήποτε πληρωμή προς ή από άτομα που υπόκεινται σε κυρώσεις απαιτεί προηγούμενη έγκριση από την ΣΕΟΚ. Επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 ο επίσημος ιστότοπος της ΣΕΟΚ.
Ο Αιτητής οφείλει να υποβάλει αίτημα έγκρισης στη ΣΕΟΚ, κάτι το οποίο δεν έκανε. Η πλευρά του Αιτητή δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα για τη διεκδίκηση των εξόδων αυτών, αλλά επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη μη καταβολή τους ως επιχείρημα για την απόρριψη ή αναστολή της παρούσας διαδικασίας. Η Αίτηση του είναι καταχρηστική και στερείται καλής πίστης.
Επιπρόσθετα, ο Αιτητής παραγνωρίζει ότι η παρούσα διαδικασία διεξάγεται βάσει της Συνθήκης, η οποία υπερισχύει των κανονισμών πολιτικής δικονομίας και η οποία δεν προβλέπει οποιαδήποτε προϋπόθεση σε σχέση με τα έξοδα προγενέστερης διαδικασίας. Τυχόν διασύνδεση των εξόδων της προηγούμενης διαδικασίας με την παρούσα θα συνιστούσε παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η παρούσα διαδικασία διεξάγεται εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης υπό την επίσημη ιδιότητα του ως αρμόδια αρχή για την εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων και καθίσταται σαφές ότι δεν μπορεί να εξαρτάται από ενέργειες ή παραλείψεις ιδιωτών, ούτε να παρεμποδίζεται από διαδικαστικές προφάσεις που προβάλλει ο Αιτητής για προσωπικό όφελος.
Πέραν των πιο πάνω, η εταιρεία Grain Nastyusha Ltd, βρίσκεται σε πτώχευση και η διαδικασία διαχείρισης των οικονομικών της υποχρεώσεων διέπονται αποκλειστικά από τη ρωσική πτωχευτική νομοθεσία και οποιαδήποτε αξίωση για έξοδα θα πρέπει να κατατεθεί και εξεταστεί από τα ρωσικά δικαστήρια.
Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Χλόης Στυλιανού ημερομηνίας 07/04/2026, απορρίπτονται οι ισχυρισμοί της ένστασης και επιμένει στις αρχικές θέσεις του Αιτητή. Συγκεκριμένα, επιμένει ότι ο Υπουργός προωθεί την παρούσα διαδικασία προς όφελος της εταιρείας Grain και όχι προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν την προωθεί από δική του πρωτοβουλία αλλά μετά από πολλαπλά αιτήματα των δικηγόρων της Grain. Η ενόρκως δηλούσα παραπέμπει στην επιστολή των δικηγόρων της εταιρείας προς την Νομική Υπηρεσία με την οποία ζητούν όπως προωθηθεί Αίτηση για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, μέσω της αρμόδιας αρχής και με την οποία αναφέρουν ότι πρόκειται για ιδιωτική διαφορά και ότι «η πρωτοβουλία κατά πόσο θα προχωρήσει ένας πιστωτής για να διεκδικήσει τις αξιώσεις του δεν ανήκει στην εκτελεστική εξουσία αλλά στον κάθε πιστωτή να προχωρήσει και να διορίσει δικηγόρο της επιλογής του, όπως και στην προκείμενη περίπτωση επέλεξαν το δικηγορικό μας γραφείο B Lazic & Co LLC να τους εκπροσωπήσει.» Η προώθηση της Αίτησης από τον Υπουργό δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι ο αιτών διάδικος είναι η Grain Company, η οποία είναι και το πρόσωπο το οποίο με διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου έχει, για το ίδιο ζήτημα, υποχρέωση πληρωμής επιδικασθέντων και ψηφισμένων δικηγορικών εξόδων.
Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν είχε καμία υποχρέωση λήψης άδειας από το ΣΕΟΚ για να πληρωθεί τα δικηγορικά του έξοδα ως αυτά επιδικάστηκαν από το Δικαστήριο. Ο Αιτητής έχει δικαίωμα να λάβει τα δικηγορικά του έξοδα από την Grain, τα οποία ζήτησε επανειλημμένα από τους δικηγόρους της άλλης πλευράς. Αν η εταιρεία επιθυμούσε να συμμορφωθεί με τη διαταγή εξόδων είναι η ίδια που θα έπρεπε να είχε αποταθεί για έγκριση από τη ΣΕΟΚ, ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είχε επικοινωνήσει γραπτώς με τον Αιτητή και τους δικηγόρους του και να αναφέρει ότι επιθυμεί να πληρώσει τα έξοδα νοουμένου ότι εξασφαλίσει άδεια από το ΣΕΟΚ, κάτι που δεν έκανε και προφανώς δεν θέλει να πληρώσει τα έξοδα.
Πέραν των πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός ότι οποιαδήποτε προσπάθεια διεκδίκησης των εξόδων εκτός του πλαισίου της ρωσικής πτωχευτικής διαδικασίας, συνιστά παρέκκλιση από το ισχύον νομικό καθεστώς και δεν μπορεί να επιβληθεί μέσω της διαδικασίας στην Κύπρο. Δεν νοείται, ισχυρίζεται, η εταιρεία να επικαλείται την πτωχευτική διαδικασία στη Ρωσία ως επιχείρημα για να προωθεί ανενόχλητη διαδικασίες χωρίς να καταβάλει τα έξοδα αυτών.
Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Παπασολωμού, επαναλαμβάνονται στην ουσία οι αρχικοί ισχυρισμοί της ένστασης του Καθ’ ου η αίτηση.
Η ακρόαση της παρούσας αίτηση διεξήχθη στην βάση των γραπτών και συμπληρωματικών γραπτών αγορεύσεων που οι συνήγοροι αμφοτέρων των πλευρών καταθέσαν στο Δικαστήριο. Επιπλέον, οι συνήγοροι είχαν την ευκαιρία και προφορικά να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τις, εμπεριστατωμένες, αγορεύσεις των συνηγόρων και τις λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου, χωρίς να χρειάζεται να γίνει λεπτομερής αναφορά σε αυτές στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Αναφορά στις θέσεις των συνηγόρων, θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της Αίτηση και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ:
Στο Μέρος 3.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, περιλαμβάνονται οι γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου, πέραν οποιωνδήποτε εξουσιών παρέχονται στο Δικαστήριο από οποιονδήποτε άλλο κανονισμό ή οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία ή οποιεσδήποτε εξουσίες δυνατόν αυτό να διαθέτει διαφορετικά. Ειδικότερα, το Μέρος 3.1(στ) προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται «να αναστέλλει όλη ή μέρος οποιασδήποτε διαδικασίας ή απόφασης γενικά μέχρι καθορισμένη ημερομηνία ή καθορισμένο συμβάν·»
Η αναστολή μιας διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί για διάφορους λόγους. Για ό,τι ενδιαφέρει στην παρούσα, η αναστολή μπορεί να διαταχθεί στις περιπτώσεις που υπάρχει παράλειψη συμμόρφωσης με διατάγματα του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένου της περίπτωσης που δεν υπάρχει πληρωμή των εξόδων προηγούμενης διαδικασίας. Στο σύγγραμμα Blackstone’s, Civil Practice, 2018, p. 1034, para. 56.4(d), αναφέρονται τα εξής σχετικά:
“A second claim may be stayed pending payment of costs of an earlier discontinued claim (see 55.9) or the costs of an earlier claim that was struck out (C.P.R., r. 3.4(4), confirming Gardener v Southwark London Borough Council (No.2) [1996] 1 WLR 561). ………..A stay pending payment of the costs of an earlier claim does not conflict with the European Convention on Human Rights, art. 6(1). Such a stay can be imposed even where the parties were not entirely the same, provided the second claim arose out of substantially the same facts as the previous claim (Stevens v School of Oriental and African Studies (2000) The Times, 2 February 2001). A stay can also imposed where the claimant is the successor in title to the claimant in the previous claim (Sinclair v British Telecommunications plc [2001] 1 WLR 38).”
H αναστολή διαδικασίας ένεκα μη πληρωμής των εξόδων προηγούμενης διαδικασίας, δικαιολογείται και στη βάση της κατάχρησης της διαδικασίας. Στο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα, σελ. 593,παράγραφος 33.27 αναφέρονται τα εξής:
“ Endorsing the rule laid down in Gardener v Southwark London Borough Council (No.2) [1996] 1 WLR 561, CPR,r. 3.4(4), provides that where a claim is struck out and the claimant is ordered to pay the defendant’s costs, if the claimant commences a second claim (within the limitation period) arising out of substantially the same facts as those forming the basis of the struck – out claim, the defendant may apply for a stay of the second claim until the costs of the first claim have been paid. In Investment Invoice Financing Ltd v Limehouse Board Mills Ltd [2006] EWCA Civ. 9, [2006] 1 WLR 985, a creditor company presented a winding – up petition against the present defendant based on unpaid invoices, which was dismissed with an order for costs against the creditor company. The costs order was never paid. The creditor company assigned some of the invoices to the claimant, which brought the present claim against the defendant. This was regarded as equivalent to the situation in Gardener v Southwark London Borough Council (No.2). The present claim was therefore an abuse of process, and stayed until the costs of the earlier proceedings were paid. A stay will not granted where the two proceedings do not have a sufficient degree of similarity (Star Reefers Pool Inc. v. JFC Group [2011] EWCA Civ 1052, LTL 13/9/2011, a case on what is now r.52.18(1)(c).”
H εξουσία για αναστολή της διαδικασίας λόγω της μη πληρωμής των εξόδων της προηγούμενης διαδικασίας μπορεί να ασκηθεί όποτε το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι η κατάλληλη περίπτωση για έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε προσώπου (βλ. Blackstone’s, Civil Practice, 2018, p. 1033, para. 56.1). H διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία.
Συγκεκριμένες πρόνοιες για αναστολή της διαδικασίας εκτός αν πληρωθούν τα έξοδα προηγούμενης διαδικασίας περιλαμβάνονταν στην Δ.15 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Σταύρος Χατζηπαύλου v. Jinarro Terra Co Ltd (2000) 1Β Α.Α.Δ 760).
Στην Sinclair v. British Telecommunications plc (2001) W.L.R. 38, 46, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία να μην επιτρέψει στον ενάγοντα να υποβάλει τον εναγόμενο σε δεύτερη ουσιωδώς την ίδια αγωγή, χωρίς πρώτα να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις του από την πρώτη αγωγή. Η σχετική περικοπή έχει ως εξής:
“It is an inherent jurisdiction which, in essence, enables the court to prevent a plaintiff subjecting a defendant to a second, substantially similar, action without satisfying his obligations in respect of the first action”.
Στην υπόθεση McCabe v. Bank of Ireland (1886-90) All E.R. 1359, λέχθηκε ότι ο κανόνας είναι πως όταν ο ενάγων καταχωρεί αγωγή μετά που απέτυχε σε προηγούμενη πανομοιότυπη, η τελευταία πρέπει να ανασταλεί μέχρις ότου πληρωθούν τα έξοδα της πρώτης.
Το σχετικό απόσπασμα στη σελίδα 415 έχει ως ακολούθως:
“The only question remaining is whether the order was right in so far as it stayed the proceedings in the second action until the costs in the first action had been paid. Now, my Lords, I find that it was laid down in a recent case in the Court of Appeal, Martin v. Earl Beauchamp2 , that “the rule is established that where a plaintiff having failed in one action commences a second action for the same matter the second action must be stayed until the costs of the first action have been paid;” and even although the actions were not between precisely the same parties or persons suing in the same capacity, the case was held to be within the rule inasmuch as the plaintiff there was “suing substantially by virtue of the same alleged title.”
Στην παρούσα περίπτωση, είναι κοινό έδαφος ότι με την Γενική Αίτηση 5/2020 επιδιώχθηκε από την εταιρεία Grain Nastyusha Ltd, μέσω του διαχειριστή της Α.P. Νikeev η εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης του 9ου Διαιτητικού Δικαστηρίου Εφετειακού Βαθμού της Μόσχας της Ρωσικής Ομοσπονδίας ημερομηνίας 22.03.2019, ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση είναι μια εκ των δύο διαιτητικών αποφάσεων που επιχειρείται με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση, να εγγραφεί, αναγνωριστεί και εκτελεστεί και βασίζεται στα ίδια πραγματικά γεγονότα.
Όπως προκύπτει, η προγενέστερη διαδικασία με την οποία επιδιώχθηκε η εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω διαιτητικής απόφασης, απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου και ο εκεί Αιτητής, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, διατάχθηκε να καταβάλει τα έξοδα της διαδικασίας, τα οποία υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και ανέρχονται στο ποσό των €12.972 πλέον νόμιμο τόκο προς 2% από 24/06/2020 μέχρι εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €12.894. Είναι, επίσης, κοινό έδαφος ότι τα εν λόγω έξοδα παραμένουν απλήρωτα.
Εκείνο το οποίο προβάλλει ο Καθ’ ου η αίτηση, είναι ότι δεν προκύπτει στην παρούσα διαδικασία να υπάρχει ταύτιση διαδίκων καθώς επίσης ταύτιση νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Η θέση τούτη εδράζεται στο γεγονός ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και όχι από το ίδιο πρόσωπο το οποίο ήταν Αιτητής στην Γενική Αίτηση αρ. 5/2020. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι στην παρούσα διαδικασία ο Υπουργός Δικαιοσύνης προωθεί τη διαδικασία στα πλαίσια της Σύμβασης για σκοπούς συμμόρφωσης των υποχρεώσεων του κράτους δυνάμει αυτής. Ενεργεί ως Κεντρική Αρχή της Δημοκρατίας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι διάδοχος ιδιώτη πιστωτή ή αντιπρόσωπος του ή ότι ενεργεί για λογαριασμό του. Ενεργεί για λογαριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας, ασκώντας δημόσια εξουσία.
Από την αντίπερα όχθη, η πλευρά του Αιτητή ισχυρίζεται ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης στην παρούσα διαδικασία ως η αρμόδια αρχή, δεν ενεργεί στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας του και προφανώς δεν ενεργεί για λογαριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντιθέτως, η κυρίως διαδικασία κινείται από αρμόδια αρχή του Κράτους εκ μέρους και για λογαριασμό του ιδιώτη διαδίκου. Το Υπουργείο, ως αρμόδια αρχή, ακριβώς λόγω της ύπαρξης της Διμερούς Σύμβασης, η οποία παρέχει νομική συνδρομή σε ζητήματα, μεταξύ άλλων, ιδιωτικής φύσεως διαδικασιών, δεν έχει την ιδιότητα κυρίαρχου υποκείμενου διεθνούς δικαίου, αλλά διαδίκου σε ιδιωτική διαφορά.
Κρίνω αναγκαίο να εξεταστούν οι πρόνοιες της διμερούς συμφωνίας και ο σκοπός της, έτσι ώστε να κριθεί κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση η παρούσα διαδικασία αφορά ιδιωτική διαφορά και κινείται προς όφελος του φερόμενου πιστωτή και κατ’ επέκταση θα μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτεται από την νομολογία το όλο ζήτημα.
Η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, κυρώθηκε με το Νόμο 172/86 και ο σκοπός της ήταν να ενισχύσει περαιτέρω τους δεσμούς φιλίας και συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών επιδιώκοντας να ρυθμίσουν, µε βάση την αμοιβαιότητα, τη νομική συνδρομή σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου. Σύμφωνα με το Άρθρο 1 του Νόμο 172/86 «Οι πολίτες ενός Συμβαλλόμενου Μέρους θα απολαύουν στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους της ίδιας έννομης προστασίας αναφορικά µε τα προσωπικά και περιουσιακά τους δικαιώματα όπως και οι πολίτες του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους». Θα δικαιούνται ελεύθερα και ανεμπόδιστα να προσφεύγουν στα δικαστήρια, στο Γραφείο Δημοσίου Κατηγόρου (που στο εξής θα αναφέρονται ως «δικαστικές αρχές») και σε άλλες αρχές του άλλου Συµβαλλόµενου Μέρους που έχουν αρμοδιότητα σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου και θα μπορούν να εμφανίζονται ενώπιον αυτών, να καταχωρούν αιτήσεις, να ενάγουν και να εκτελούν άλλες διαδικαστικές πράξεις κάτω από τους ίδιους όρους όπως και οι πολίτες του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.
Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο σκοπός της διακρατικής Συμφωνίας ήταν να παράσχει πρόσβαση στα Δικαστήρια των Συμβαλλομένων Κρατών των πολιτών τους. Στο Κεφάλαιο V το οποίο τιτλοφορείται “Αναγνώριση και Εκτέλεση Δικαστικών Αποφάσεων” και περιλαμβάνονται τα Άρθρα 23 – 34, γίνεται αναφορά στις προϋποθέσεις αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων και στη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης τους. Το Άρθρο 27 του Νόμου καθορίζει το βασικό τρόπο εισαγωγής αίτησης για εκτέλεση δικαστικής απόφασης. Το συγκεκριμένο Άρθρο έχει ως ακολούθως:
«1. Η αίτηση για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης θα υποβάλλεται σε δικαστική αρχή του τόπου της έκδοσής της. Η αρχή αυτή θα διαβιβάζει την αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.
2. Αν το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση για εκτέλεση διατηρεί µόνιµη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους όπου επιδιώκεται να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση, η αίτηση μπορεί επίσης να υποβάλλεται απ’ ευθείας στο αρμόδιο δικαστήριο του Συμβαλλόμενου τούτου Μέρους.»
Από τις πρόνοιες του πιο πάνω Άρθρου προκύπτει ότι ο βασικός τρόπος εισαγωγής αίτησης για εκτέλεση δικαστικής απόφασης είναι μέσω της διπλωματικής οδού και συνάδει με τον σκοπό της Συνθήκης για την παροχή νομικής συνδρομής μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών. Ως εξαίρεση ή ως επιπρόσθετη δυνατότητα στη βασική πρόνοια του Άρθρου 27(1) για τη συνδρομή της μιας δικαστικής αρχής προς το αρμόδιο Δικαστήριο του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, προνοείται στο Άρθρο 27(2), κατά το οποίο μπορεί το πρόσωπο που διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους, να υποβάλει απευθείας την αίτηση στο αρμόδιο Δικαστήριο. Όπως αναφέρθηκε στην VTB BANK (OPEN JOINT-STOCK COMPANY) v. 1. xxx xxx ALEKSEYEVICH, ΑΛΛΩΣ xxx xxx κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 206/20214, στην οποία έγινε μια ανασκόπηση και ανάλυση των προνοιών της επίδικης διακρατικής Συμφωνίας «Η προσφερόμενη από το Άρθρο 27(2) διαδικασία αποτελεί μια ταχύτερη ρύθμιση στην προσπάθεια εγγραφής, υπό το δεδομένο όμως ότι ο αιτούμενος την αναγνώριση και εγγραφή διαμένει ήδη στη Δημοκρατία. Σε τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει λόγος για διαβίβαση από αρχή του συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση στο αρμόδιο Δικαστήριο της Δημοκρατίας αφού ο εξ’ αποφάσεως πιστωτής βρίσκεται ήδη στο έδαφος της.»
Στην πιο πάνω απόφαση, όπου εξετάστηκε το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι σε περίπτωση που ο αιτητής δεν έχει την μόνιμη ή προσωρινή διαμονή του στη Δημοκρατία, η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται μέσω της αρμόδιας αρχής.
Σύμφωνα με το Άρθρο 26 του Νόμου 172/1986, για το σκοπό εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων που αναφέρονται στο Άρθρο 23, τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου επιδιώκεται να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση θα εκδίδουν απόφαση που να επιτρέπει τέτοια εκτέλεση. Η διαδικασία εξασφάλισης της άδειας για εκτέλεση, καθώς και η διαδικασία της εκτέλεσης θα διέπεται από το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.
Το Άρθρο 29 αναφέρει ότι «Ο κατόπιν δικαστικής απόφασης οφειλέτης δικαιούται να φέρει ένσταση στην εκτέλεση αυτής ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου επιδιώκεται να εκτελεστεί η δικαστική αυτή απόφαση, βασιζόμενος σε λόγους αποδεκτούς κατά το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους του οποίου αρχή έχει εκδώσει τη δικαστική απόφαση.» Το Άρθρο 33 αναφέρει ότι «Εκτέλεση δικαστικής απόφασης σχετικής με δικαστικά έξοδα δεν επιτρέπεται να αποκρούεται για το λόγο ότι εκείνος που υπέβαλε την αίτηση δεν έχει προκαταβάλει τα έξοδα εκτέλεσης.» και το Άρθρο 34 το οποίο αναφέρεται στα έξοδα εκτέλεσης προνοεί ότι «Για την επιδίκαση και την ανάκτηση των εξόδων της εκτέλεσης θα εφαρμόζεται το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση δικαστικής απόφασης.»
Στην βάση των πιο πάνω και στη βάση των προνοιών της διακρατικής Συμφωνίας, ο σκοπός της ήταν να παράσχει πρόσβαση στους πολίτες του ενός Συμβαλλόμενου μέρους στα Δικαστήρια του άλλου Συμβαλλόμενου κράτους. Η αίτηση για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση μιας απόφασης, μπορεί να εισαχθεί μέσω της αρμόδιας αρχής ή απευθείας από τον ίδιο τον εξ΄ αποφάσεως πιστωτή, στην περίπτωση που έχει την μόνιμη ή προσωρινή του διαμονή στο έδαφος του Συμβαλλόμενου κράτους. Οι προϋποθέσεις για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης είναι και στις δύο περιπτώσεις οι ίδιες και ο αποτέλεσμα το ίδιο: η δυνατότητα του εξ’ αποφάσεως πιστωτή να εκτελέσει την δικαστική απόφαση που εκδόθηκε από το ένα Συμβαλλόμενο Κράτος στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος. Με άλλα λόγια, είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο τρόπο κινηθεί η διαδικασία, το αποτέλεσμα είναι να δυνηθεί ο εξ’ αποφάσεως πιστωτής να εκτελέσει την δικαστική απόφαση που έλαβε στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος. Η πρωτοβουλία ανήκει στον πιστωτή και όχι στην εκτελεστική εξουσία οποιουδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Κατά συνέπεια κρίνω ότι η παρούσα Αίτηση, η οποία εισήχθηκε, μέσω του Υπουργού ως η αρμόδια αρχή, σκοπεύει στο ίδιο αποτέλεσμα με την Αίτηση 5/2020, η οποία είχε προωθηθεί από τον ίδιο τον εξ’ αποφάσεως πιστωτή και απορρίφθηκε καθότι δεν πληρείτο η προϋπόθεση της διαμονής του στην Κύπρο. Επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λόγος ότι η παρούσα Αίτηση, αφορά διαφορετικά νομικά και πραγματικά ζητήματα και διαφορετικούς, κατ’ ουσία, Αιτητές. Η εταιρεία Grain, μέσω του διαχειριστή της, αφού λανθασμένα είχε εισάξει την Αίτηση 5/2020 στο Δικαστήριο, επιχειρεί τώρα να την εισάξει μέσω της αρμόδιας αρχής με σκοπό να πετύχει το ίδιο αποτέλεσμα. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία, είναι οι ίδιοι οι δικηγόροι της εταιρείας που χειρίστηκαν την Αίτηση 5/2020 που ζήτησαν και απαίτησαν από την αρμόδια αρχή να προωθήσει την παρούσα διαδικασία και τους οποίους η αρμόδια αρχή διόρισε δικηγόρους. Οι ίδιοι, επίσης, δικηγόροι για να εξασφαλίσουν την συγκατάθεση του Υπουργού να προωθήσει την παρούσα διαδικασία, ισχυρίστηκαν ότι αυτή η υπόθεση αφορά ιδιωτική διαφορά.
Η αρμόδια αρχή καθηκόντως και προς εκπλήρωση των διακρατικών της υποχρεώσεων προώθησε την παρούσα διαδικασία με σκοπό να συνδράμει την εταιρεία στην απόκτηση πρόσβασης στα Δικαστήρια της Κύπρου. Οι διαδικασίες, όμως, ενώπιον του Δικαστηρίου, ελέγχονται από το ίδιο το Δικαστήριο και στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον διαφανεί ότι τίθεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας ή όταν κρίνει ότι είναι ορθό και δίκαιο να αναστείλει μια διαδικασία, δεν παύει από το να έχει εξουσία να παράσχει θεραπεία. Πουθενά στο Νόμο και στη διακρατική Συμφωνία, αποκλείονται οι εξουσίες του Δικαστηρίου, ουσιαστικές και δικονομικές, να κρίνει κατά πόσο αυτές πληρούνται. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το Άρθρο 34 προνοεί ότι για την επιδίκαση και την ανάκτηση των εξόδων της εκτέλεσης θα εφαρμόζεται το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση δικαστικής απόφασης.
Τυχόν αναστολή της διαδικασίας, δεν θα έχει αποτέλεσμα την αποστέρηση του δικαιώματος της εταιρείας για πρόσβαση στο Δικαστήριο και ούτε αναιρούνται οι σκοποί της διακρατικής Συμφωνίας, η οποία επαναλαμβάνω, περιέχει πρόνοιες που επιτρέπουν την πρόσβαση των πολιτών των Συμβαλλόμενων Κρατών για προώθηση των ιδιωτικών τους διαφορών και δικαιωμάτων.
Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, δεν αναιρούνται οι σκοποί της διακρατικής Συμφωνίας και ούτε εμποδίζεται η πρόσβαση της εταιρείας στο Δικαστήριο. Διασφαλίζεται ο έλεγχος των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου και προστατεύονται και τα δικαιώματα του Αιτητή, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με την ίδια κατ’ ουσία διαδικασία, τουλάχιστον εν μέρει, που βρέθηκε στην Αίτηση αρ. 5/2020 και στην οποία επιδικάστηκαν τα έξοδα υπέρ του, χωρίς μέχρι σήμερα, η επωφελούμενη από τη παρούσα διαδικασία εταιρεία, να τα έχει καταβάλει ή να δείξει οποιαδήποτε πρόθεση προς αυτήν την κατεύθυνση.
Πέραν των πιο πάνω, εγείρεται από τον Καθ’ ου η αίτηση, το ζήτημα των κυρώσεων και της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθηθεί για να πληρωθούν τα έξοδα, την οποία, κατά τη θέση του, δεν ακολούθησε ο Αιτητής και κατ’ επέκταση δεν απαίτησε τα έξοδα, με σκοπό να προβάλλει το επιχείρημα αυτό στην παρούσα διαδικασία, για να αποτρέψει την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών αποφάσεων. Επίσης, προβάλλει τη θέση ότι η οποιαδήποτε πληρωμή της υπό πτώχευση εταιρείας, θα πρέπει να αποφασιστεί με βάση τους πτωχευτικούς Νόμους της Ρωσίας και τη διαδικασία που εκεί ακολουθείται.
Είναι κοινό έδαφος ότι ο Αιτητής με επιστολή του ημερομηνίας 27/07/2022 απαίτησε την καταβολή, των επιδικασθέντων στην Γενική Αίτηση αρ. 5/2020, εξόδων από τους δικηγόρους της εταιρείας και με υπενθύμιση τους ημερομηνίας 17/08/2022, ECLI:CY:DOD:2022:3. Οι δικηγόροι της εταιρείας, απάντησαν ότι διαβίβασαν την απαίτηση τους στην εταιρεία. Παρόλα αυτά, προκύπτει ότι ουδεμία απάντηση υπήρξε για το ζήτημα αυτό. Αντ’ αυτού καταχωρήθηκε η παρούσα διαδικασία. Ακόμα και στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, ουδεμία αναφορά γίνεται για την ετοιμότητα της εταιρείας να καταβάλει τα έξοδα και ουδεμία ετοιμότητα καταδεικνύεται για να ακολουθήσει τις ενδεδειγμένες διαδικασίες με σκοπό να καταστεί εφικτή η πληρωμή τους.
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνεται λόγος από τους δικηγόρους του Καθ’ ου η αίτηση, ότι, στην ουσία, η μη καταβολή των δικηγορικών εξόδων της προηγούμενης διαδικασίας, οφείλεται στον Αιτητή και ότι σκοπίμως το πράττει με σκοπό να αποκομίσει όφελος και να αποτρέψει την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών αποφάσεων.
Όσον αφορά, περαιτέρω, τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί για την καταβολή των δικηγορικών εξόδων, έχει τεθεί ενώπιον μου ότι η εταιρεία βρίσκεται σε κυρώσεις και απαιτείται η άδεια της ΣΕΟΚ για την πληρωμή των εξόδων. Για να εξασφαλιστεί η σχετική άδεια, μπορεί να απαιτείται σχετική αίτηση από τον Αιτητή στην ΣΕΟΚ, αλλά θα πρέπει να έχει τα απαραίτητα στοιχεία από τον τραπεζικό λογαριασμό από τον οποίο θα πρέπει να γίνει η πληρωμή, στοιχεία τα οποία ουδέποτε παρασχέθηκαν ή επιδείχθηκε οποιαδήποτε πρόθεση για να παρασχεθούν. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό είναι διαδικαστικό και μπορεί το διάταγμα που θα εκδοθεί, να επιβάλλει όρο όπως, τόσο ο Αιτητής όσο και η εταιρεία, μέσω του Καθ’ ου η αίτηση, να υποχρεούνται να ακολουθήσουν τη διαδικασία της ΣΕΟΚ, αν αυτή απαιτείται.
Πέραν των πιο πάνω, το κατά πόσο απαιτείται διαδικασία στα πλαίσια της πτωχευτικής διαδικασίας στη Ρωσία, για να πληρωθεί το ποσό των εξόδων, είναι ζήτημα που αφορά την εταιρεία και όχι τον Αιτητή, ο οποίος, είναι ορθό και δίκαιο να πληρωθεί τα έξοδα της προγενέστερης διαδικασίας.
Στην βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι η Αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Η αναστολή παρά η απόρριψη της παρούσας διαδικασίας είναι η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις. Προκύπτει, όμως, ζήτημα κατά πόσο θα πρέπει να ανασταλεί ολόκληρη η παρούσα διαδικασία ή μέρος αυτής. Και τούτο, διότι όπως προκύπτει στην Γενική Αίτηση αρ. 5/2020, επιδιώχθηκε η εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση μόνο της μιας από τις δύο διαιτητικές αποφάσεις, που αφορά η παρούσα διαδικασία. Οι συνήγοροι των διαδίκων δεν έχουν τοποθετηθεί αναφορικά με αυτή την πτυχή του ζητήματος.
Είναι σαφές, όμως, ότι η διαδικασία στην Γενική Αίτηση αρ. 5/2020 αφορούσε την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της μια εκ των δύο διαιτητικών αποφάσεων που αφορά η υπό τον ως άνω αριθμό τίτλο Απαίτηση. Κατά συνέπεια, τα γεγονότα, πραγματικά και νομικά προκύπτει να είναι τα ίδια μόνο σε σχέση με την μια εκ των δύο διαιτητικών αποφάσεων και οι αρχές της νομολογία να πληρούνται μόνο για την διαδικασία που αφορά την μια εκ των δύο διαιτητικών αποφάσεων. Σύμφωνα με το Μέρος 3.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το Δικαστήριο μπορεί να αναστείλει εν όλο ή εν μέρει μια διαδικασία. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο, όπως η παρούσα διαδικασία ανασταλεί εν μέρει. Δηλαδή, να ανασταλεί μόνο στο μέρος αυτής που σχετίζεται και αφορά τα γεγονότα της Γενικής Αίτηση με αρ. 5/2020 και συγκεκριμένα την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης του 9ου Διαιτητικού Δικαστηρίου Εφετειακού Βαθμού (Νinth Commercial Court of Appeal) της Μόσχας, που εκδόθηκε στα πλαίσια της αστικής υπόθεσης με αρ. Α40-1253/17, ημερ. 22.03.2019, με την οποία διατάχθηκε ο Αιτητής στην υπό κρίση Αίτηση, να καταβάλει στην εταιρεία το ποσό των 677.266.374,36 Ρωσικά Ρούβλια, πλέον τόκο για την περίοδο από 30.01.2011 μέχρι 1.6.2018, συνολικού ποσού 477.843.898,79 Ρωσικά Ρούβλια.
Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η αναστολή της διαδικασίας στην Απαίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, στο βαθμό που αφορά το αιτητικό Α αυτής, μέχρις ότου η εταιρεία Grain Company Nastyusha Ltd, μέσω του διαχειριστή της Α.P. Nikeev καταβάλει στον Αιτητή τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ του Αιτητή στα πλαίσια της απορριφθείσας Αίτησης Αρ. 5/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπως αυτά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο.
Νοείται ότι σε περίπτωση που απαιτείται οποιαδήποτε έγκριση από το ΣΕΟΚ για την καταβολή των εν λόγω εξόδων, αμφότερες οι πλευρές οφείλουν να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που τους αναλογούν με σκοπό να εξασφαλιστεί η εν λόγω έγκριση για να καταστεί εφικτή η καταβολή των εξόδων.
Σε περίπτωση που η εταιρεία Grain Company Nastyusha Ltd, μέσω του διαχειριστή της Α.P. Nikeev παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα της Γενικής Αίτησης αρ. 5/2020 και/ή παραλείπει και/ή αρνείται να συμμορφωθεί με τις αναγκαίες διαδικασίες που τυχόν απαιτούνται για την καταβολή τους και/ή αν δεν καταστεί εφικτή η καταβολή των πιο πάνω εξόδων, τότε το μέρος της Απαίτησης το οποίο αναστάληκε, ως ανωτέρω, θα υπόκειται σε απόρριψη.
Κατ’ αντιστοιχία, στην περίπτωση που ο Αιτητής, παραλείπει ή αρνείται να συνεργαστεί με σκοπό να ακολουθηθούν τυχόν απαιτούμενες διαδικασίες για λήψη έγκρισης από την ΣΕΟΚ για την καταβολή των εξόδων του, το ευεργέτημα της αναστολής που λαμβάνει με την παρούσα Αίτηση, θα υπόκειται σε ακύρωση.
Οι συνήγοροι των διαδίκων, να ενημερώσουν το Δικαστήριο εντός 2 μηνών από σήμερα για τα μέτρα που έχουν λάβει προς την κατεύθυνση της καταβολής και είσπραξης των εν λόγω εξόδων με σκοπό να καθοριστεί η περαιτέρω πορεία της διαδικασίας και με σκοπό να δοθούν οι αναγκαίες οδηγίες για την εκδίκασης της παρούσας Απαίτησης.
Προς τον πιο πάνω σκοπό η Απαίτηση, ορίζεται για περαιτέρω εξέταση στις 08/07/2026 και ώρα 09:00.
Τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη μου το Μέρος 39(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δηλαδή ότι αυτά εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας που περιλαμβάνονται στο Μέρος 39(2) των εν λόγω Κανονισμών, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ου η αίτηση. Αυτά, όμως, θα είναι μειωμένα κατά ½ καθότι η Αίτηση έχει επιτύχει μερικώς, δηλαδή η Απαίτηση έχει ανασταλεί εν μέρει και συγκεκριμένα όσον αφορά την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της μιας εκ των δύο διαιτητικών αποφάσεων. Έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό αυτών, με βάση το Μέρος 39.7 των πιο πάνω Κανονισμών και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €5.472,00 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €37 πραγματικά έξοδα εν όλο και μειωμένα κατά ½ στο ποσό των €2.754,50 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €18,50 πραγματικά έξοδα.
(Υπ.)…………….……………………….
Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Civil/Other Actions/Interim
Αναφορά: Αναστολή - έξοδα
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο