M. S. ν. V. T., Αρ. Αγωγής: 895/2022, 27/3/2026
print
Τίτλος:
M. S. ν. V. T., Αρ. Αγωγής: 895/2022, 27/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

                                                                               

      Αρ. Αγωγής: 895/2022 (I-Justice)

 

Μεταξύ:

 

M. S.

Ενάγοντα,

ν.

 

V. T.

Εναγόμενης.

 

 

 

Ημερομηνία: 27 Μαρτίου, 2026

 

Για τον Ενάγοντα / Δι’Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο:

κα Μ. Πορνάρη για GIORGOS LANDAS LLC

 

Για την Εναγόμενη / Δι’Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα:

κ. Κ. Γρηγορίου για PHC TSANGARIDES LLC

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

I.    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.   Με την αγωγή του ο Ενάγοντας/Δι’Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Ενάγοντας»)  διεκδικεί από την Εναγόμενη το ποσό των €3.000 το οποίο κατέβαλε, στα πλαίσια συμφωνίας κράτησης μεταξύ των διαδίκων, ως μέρος προκαταβολής για την αγορά ενός ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης/Δι’Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Εναγόμενη»).

 

2.   Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη, μέσω της ανταπαίτησης της, διεκδικεί από τον Ενάγοντα την επιστροφή του ποσού των €2.000, το οποίο εκ παραδρομής ισχυρίζεται ότι επέστρεψε στον Ενάγοντα, και το οποίο αφορούσε το υπόλοιπο της ίδιας προκαταβολής.


 

II.  ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ

ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ

 

3.   Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, δυνάμει γραπτής συμφωνίας που έγινε μεταξύ των διαδίκων κατά ή περί την 7/4/2022, συμφωνήθηκε όπως ο Ενάγοντας διατηρήσει το δικαίωμα αγοράς του διαμερίσματος αρ.Χ, με Αρ.Εγγραφής 2/5Χ1Χ0, Τεμάχιο 6Χ3, Φύλλο/Σχέδιο Χ4/Χ80Χ0Χ, με αριθμό θύρας Χ, στον Χο όροφο στην περιοχή ΧΧΧ, Οδός ΧΧΧΧΧΧ. Χ0Χ2, το οποίο αποτελούσε ιδιοκτησία της Ενάγουσας. Το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος συμφωνήθηκε στις €170.000 περίπου.

 

4.   Ήταν ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της προαναφερόμενης συμφωνίας οι ακόλουθοι:

 

α) ότι θα είχε ισχύ για περίοδο 30 ημερών από την ημερομηνία υπογραφής της για σκοπούς κράτησης του διαμερίσματος,

β) θα γινόταν καταβολή του ποσού των €5.000 από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη, για την κράτηση του διαμερίσματος,

γ) σε περίπτωση όπου δεν γινόταν εκτέλεση της συμφωνίας ένεκα υπαιτιότητας του Ενάγοντα, η Εναγόμενη θα κατακρατούσε ολόκληρο το ποσό των €5.000,

δ) σε περίπτωση που απορρίπτετο το δάνειο που αιτήθηκε ο Ενάγοντας για την αγορά του διαμερίσματος, η Εναγόμενη θα κατακρατούσε το ποσό των €3.000 και θα επιστρεφόταν το ποσό των €2.000 στον Ενάγοντα,

ε) σε περίπτωση που η συμφωνία δεν εκτελείτο ένεκα υπαιτιότητας της Εναγόμενης, θα επιστρεφόταν άμεσα ολόκληρο το ποσό στον Ενάγοντα, μαζί με οποιαδήποτε κόστη αυτός αποκομίστηκε,

στ) Αποκλειστική δικαιοδοσία για οιανδήποτε διαφορά στην βάση της συμφωνίας, κατείχαν τα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

5.   Ο Ενάγοντας προχώρησε σε αίτημα για παραχώρηση δανείου από την Τράπεζα Κύπρου ΛΤΔ το οποίο εγκρίθηκε και ήταν εις γνώση των λειτουργών ο σκοπός χορήγησης του δανείου. Στην βάση της συμφωνίας, μετέφερε το ποσό των €5.000 μέσω τραπεζικής εντολής στον λογαριασμό της Εναγόμενης. Έκτοτε η Εναγόμενη προσπαθούσε να πλήξει και/ή να καθυστερήσει την διαδικασία εκτέλεσης αυτής με πρόφαση έγγραφα που ζητούσε από τον Ενάγοντα και κατά ή περί τις 23/5/2022 αδικαιολόγητα, αντισυμβατικά, παράτυπα και/ή για αλλότροιους σκοπούς κατακράτησε το ποσό των €3.000.

 

6.   Παρά τις οχλήσεις και/ή προσπάθειες του Ενάγοντα για την επιστροφή του ποσού, η Εναγόμενη δεν το έπραξε και απείλησε τον Ενάγοντα ότι αν προχωρούσε με αγωγή θα προέβαινε σε καταγγελία στην ΜΟΚΑΣ (Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάληψης).  Ο Ενάγοντας αναγκάστηκε να ζητήσει τις υπηρεσίες των δικηγόρων του και να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και να επιβαρυνθεί με έξοδα και Φ.Π.Α. επί των τελευταίων.

 

ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ  & ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ

7.   Στην Υπεράσπιση της, η Εναγόμενη παραδέχεται ότι είναι ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος, τη σύναψη μεταξύ των διαδίκων της συμφωνίας κράτησης υπό τους όρους που δικογραφεί ο Ενάγοντας, πλην του όρου που αφορούσε την περίπτωση που δεν εκτελείτο η συμφωνία εξ’υπαιτιότητας της Εναγόμενης, την έγκριση του αιτήματος του Ενάγοντα για παραχώρηση του δανείου από την τράπεζα αλλά και την μεταφορά του ποσού €5.000 από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη στην βάση της μεταξύ τους συμφωνίας.

 

8.   Παρά τα πιο πάνω, αποτελεί ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι η πώληση του διαμερίσματος στον Ενάγοντα δεν ολοκληρώθηκε λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του ιδίου και ως εκ τούτου δεν οφείλει να καταβάλει οιονδήποτε ποσό στον Ενάγοντα και ούτε όφειλε να του επιστρέψει οιονδήποτε μέρος του ποσού των €5.000.

 

9.   Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ήταν πάντοτε έτοιμη και πρόθυμη να προχωρήσει στην πώληση του διαμερίσματος στον Ενάγοντα και την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας και ότι καθόλη την διάρκεια ισχύος της συμφωνίας κράτησης δικαιωματικά και/ή νόμιμα ζητούσε από τον Ενάγοντα και/ή τους αντιπροσώπους του την αποστολή και/ή αποκάλυψη των πηγών εισοδημάτων του Ενάγοντα (Source of funds) σε σχέση με το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος ώστε να βεβαιωθεί ότι αυτά δεν προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες και για να γίνει αποδεκτή η είσπραξη τους από την τράπεζα της. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της, αυτοί αρνούνταν να συνεργαστούν για τον σκοπό αυτό και η Εναγόμενη μετά τη λήξη της συμφωνίας κράτησης κατά ή περί την 6/5/2022 παραχώρισε στον Ενάγοντα παρατάσεις χρόνου και/ή ανανεώσεις της ώστε ο Ενάγοντας και/ή αντιπροσώποι του να της αποστείλουν τα σχετικά έγγραφα και/ή πληροφορίες, χωρίς όμως αυτοί να ανταποκριθούν.

 

10.          Μετά τη λήξη της τελευταίας παράτασης και/ή ανανέωσης της συμφωνίας κράτησης κατά ή περί τις 20/5/2022 η Εναγόμενη εκ παραδρομής και/ή εκ λανθασμένης ερμηνείας και/ή πλάνης περί των γεγονότων που αφορούσαν το δάνειο του Ενάγοντα, επέστρεψε στον τελευταίο το ποσό των €2.000, το οποίο δυνάμει των όρων της συμφωνίας οφείλεται από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη και το οποίο διεκδικεί με την ανταπαίτηση της.


 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ & ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ

11.          Με την απάντηση του ο Ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης στην έκταση που δεν συνάδουν με αυτούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης. Όσο αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, ισχυρίζεται ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούν επίπλαστη υπεράσπιση. Ο Ενάγοντας επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του σε σχέση με τις προσπάθειες της Εναγόμενης να πλήξει την εκτέλεση της μεταξύ τους συμφωνίας και ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη δεν ήταν πραγματικά έτοιμη και/ή πρόθυμη να προχωρήσει με την πώληση του ακινήτου και ήταν αυτή που δεν τήρησε τους όρους της.

 

12.          Όσο αφορά τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης σε σχέση με τα έγγραφα που ζητούσε, επαναλαμβάνει ότι αυτά ήταν άσχετα με την πώληση του διαμερίσματος και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να βρίσκονται στην κατοχή της Εναγόμενης αλλά επίσης ότι αποτέλεσαν αφορμή για την Εναγόμενη να καθυστερήσει και/ή πλήξει και/ή καταστήσει αδύνατη τη μεταξύ των διαδίκων συναλλαγή.

 

13.          Ο Ενάγοντας επιπρόσθετα αρνείται τις θέσεις της Εναγόμενης σε σχέση με την επιστροφή του ποσού των €2.000 και ισχυρίζεται ότι αποτελούν μια απέλπιδα προσπάθεια της για την δημιουργία επίπλαστης υπεράσπισης και είναι αναληθείς και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή υστερόβουλοι. Εμμένει στους ισχυρισμούς του ότι η κατακράτηση του ποσού των €3.000 από την Εναγόμενη είναι παράνομη και/ή αναιτιολόγητη και/ή αβάσιμη και ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη κωλύεται από τη συμπεριφορά της, τις πράξεις της και τις παραστάσεις της να προβάλλει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Υπεράσπιση της.

 

14.          Σε σχέση με την ανταπαίτηση, ο Ενάγοντας επαναλαμβάνει τα πιο πάνω και τα όσα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης του προς απόρριψη αυτής, ισχυριζόμενος ότι το ποσό που διεκδικεί η Εναγόμενη ορθά επιστράφηκε σε αυτόν εφόσον, παρά την έγκριση του δανείου του, η Εναγόμενη αθέτησε τους όρους της συμφωνίας τους και η εκτέλεση της δεν έγινε εξ’υπατιότητας της.

 

III. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 

15.          Λόγω του ύψους των εκατέρωθεν αξιώσεων, η οποία δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή ταξινομήθηκε και εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 Καν. 5(1) και 5(2) των Παλαιών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση έγγραφης μαρτυρίας.

 

16.          Σημειώνεται ότι κατά την ακροαματική διαδικασία η αγωγή και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, στην βάση σχετικής δήλωσης των συνήγορων των μερών η οποία είχε προηγηθεί.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΑ

17.          Από πλευράς του Ενάγοντα καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα (στο εξής θα αναφέρεται ως η «ΕΔ-MS»).

 

18.          Στην ΕΔ-MS, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι μετά από διάφορες συναντήσεις και ηλεκτρονική επικοινωνία που είχε με την Εναγόμενη περί τον Μάρτιο 2022, συμφώνησαν να προχωρήσουν με την υπογραφή συμφωνία κράτησης για το διαμέρισμα της δια της οποίας ο Ενάγοντας διατηρούσε το δικαίωμα αγοράς του και η Εναγόμενη δεσμευόταν ότι δεν θα το πωλήσει σε τρίτο πρόσωπο. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η συμφωνίας κράτησης ημερ.7/4/22 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων ηλεκτρονικά και προσκόμισε αυτήν ως Τεκμήριο 1.

 

19.          Προκειμένου να είναι σε θέση να προχωρήσει με την αγορά του διαμερίσματος, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι είχε υποβάλει αίτημα για δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, για το οποίο ήταν ενήμερη η Εναγόμενη η οποία κατά την διάρκεια συνομιλιών που είχαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον ρωτούσε για σχετικές εξελίξεις σε σχέση με αυτό.

 

20.          Ο Ενάγοντας περαιτέρω αναφέρθηκε στους όρους της συμφωνίας σε σχέση με την ισχύ αυτής, το ποσό κράτησης €5.000 και την πληρωμή του στον λογαριασμό της Εναγόμενης αλλά και τους όρους από τους οποίους διέπετο αυτό σε περίπτωση που απερρίπτετο το αίτημα του για παροχή δανείου ή σε περίπτωση που η πώληση δεν λάμβανε χώρα ένεκα υπαιτιότητας της Εναγόμενης.

 

21.          Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, κατέβαλε κατά την 13/4/22 το συμφωνηθέν ποσό κράτησης στην Εναγόμενη, ως η συμφωνία κράτησης. Προς τεκμηρίωση των εν λόγω θέσεων του, παρουσίασε σχετικό αποδεικτικό πληρωμής (Τεκμήριο 2) και ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.13/4/22 που απέστειλε στην Εναγόμενη και με την οποία της επιβεβαίωνε τη σχετική πληρωμή (Τεκμήριο 3).

 

22.          Κατά τις 29/4/22, ο Ενάγοντας ενημέρωσε δια ηλεκτρονικής επικοινωνίας την Εναγόμενη για την έγκριση του δανείου του και την ετοιμότητα του να προχωρήσει με την υπογραφή του τελικού αγοραπωλητηρίου εγγράφου μέσω του αντιπροσώπου του. Εν όψει τούτου, ο Ενάγοντας έδωσε οδηγίες στον αντιπρόσωπο του να προχωρήσει άμεσα με την ετοιμασία του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Ο Ενάγοντας περαιτέρω ανέφερε ότι παρέδωσε όλα τα αναγκαία έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία στο αρμόδιο Τμήμα της Τράπεζας, τα οποία απαιτούντο από το τελευταίο για σκοπούς απόδειξης της πηγής προέλευσης των εισοδημάτων του και ελέγχου του ‘προφίλ’ του ώστε να καταστεί δυνατή η έγκριση του δανείου του. Σχετικά με την εν λόγω επικοινωνία, ο Ενάγοντας επισυνάπτει ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ.29/4/22 και 3/5/22 ως Τεκμήριο 4, στα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, αναφερόταν περαιτέρω ότι έδωσε οδηγίες στον εκπρόσωπο του να προχωρήσει άμεσα με την ετοιμασία του τελικού αγοραπωλητηρίου.

 

23.          Κατά τις 9/5/22 ο Ενάγοντας επικοινώνησε με ηλεκτρονικό μήνυμα με την Εναγόμενη για το κατά πόσο ήταν διατεθειμένη να προβούν στην υπογραφή του αγοραπωλητηρίου στις 10/5/22 και ώρα 10:00 στο γραφείο του αντιπροσώπου του. Η Εναγόμενη ανταποκρίθηκε ζητώντας κοινοποίηση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου πριν λάβει χώρα η υπογραφή του και την ίδια μέρα στις 20:36 ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι συμφωνεί με τις πρόνοιες του αγοραπωλητηρίου και το μόνο σχόλιο της αφορούσε τον τρόπο πληρωμής του ποσού της πώλησης. Η σχετική ηλεκτρονική επικοινωνία προσάχθηκε από πλευράς του μάρτυρα ως Τεκμήριο 5.

 

24.          Τον Μάϊο 2022 και προτού υπογραφεί το αγοραπωλητήριο έγγραφο, η Εναγόμενη άνευ οποιασδήποτε αιτιολογίας, ξαφνικά και αυθαίρετα ζήτησε από τον Ενάγοντα όπως της προσκομίσει σχετικά αποδεικτικά προέλευσης του ποσού που θα χρησιμοποιείτο από πλευράς του για την αγορά του διαμερίσματος, το μεγαλύτερο ποσό του οποίου, σύμφωνα με τον Ενάγοντα προερχόταν από το δάνειο του και ήταν εις γνώση της Εναγόμενης, αλλά και άλλες άσχετες πληροφορίες που ουδεμία υποχρέωση είχε να προσκομίσει ο Ενάγοντας, εφόσον δεν αποτελούσαν ρητό ή εξυπακούομενο όρο της συμφωνίας κράτησης. Καθ’όλη την διάρκεια των συνομιλιών τους, η Εναγόμενη ουδέποτε ανέφερε την εν λόγω απαίτηση της αλλά ούτε και κατά την πληρωμή του ποσού της προκαταβολής.

 

25.          Στις 19/5/22 η Εναγόμενη, μέσω ηλεκτρονικής επικοινωνίας, έδωσε στον Ενάγοντα ασφυκτική προθεσμία, μέχρι τις 20/5/22 και ώρα 10 π.μ., προκειμένου να της προσκομίσει τα εν λόγω έγγγραφα και πληροφορίες. Σε απάντηση του ο Ενάγοντας ανέφερε ότι ήταν πρόθυμος και έτοιμος να παρουσιάσει τα προαναφερόμενα έγγραφα και στοιχεία στην Τράπεζα της Εναγόμενης, όπου θα γινόταν το σχετικό έμβασμα, ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας, αλλά όχι στην ίδια την Εναγόμενη, εφόσον επρόκειτο για προσωπικά δεδομένα και πληροφορίες και ουδέν δικαίωμα είχε να τα ζητεί. Επίσης ανέφερε ότι εάν η παράλογη επιμονή της Εναγόμενης είχε ως αποτέλεσμα να μην υπογραφεί το τελικό αγοραπωλητήριο, όφειλε να επιστρέψει στον Ενάγοντα την προκαταβολή που της κατέβαλε. Η σχετική ηλεκτρονική επικοινωνία προσάχθηκε από πλευράς του μάρτυρα ως Τεκμήριο 6. Στις 23/5/22, η Εναγόμενη ενημέρωσε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος (Τεκμήριο 7) τον Ενάγοντα ότι του επέστρεψε, μέσω εμβάσματος, το ποσό των €2.000, ως η συμφωνία κράτησης.

 

26.          Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι διάδικοι δεν υπέγραψαν εν τέλει αγοραπωλητήριο και η πώληση του διαμερίσματος δεν ολοκληρώθηκε αποκλειστικά εξ υπατιότητας της Εναγόμενης και των παράλογων απαιτήσεων της, τις οποίες ουδέποτε είχε εκφράσει σε προγενέστερο στάδιο. Η Εναγόμενη ανέφερε στον Ενάγοντα ότι είναι δικηγόρος στο επάγγελμα και συνεπώς ήταν αδύνατο εκ παραδρομής και λόγω λανθασμένης ερμηνείας της συμφωνίας κράτησης ή πλάνης σε σχέση με το δάνειο του Ενάγοντα, ως ισχυρίζεται η Εναγόμενη, να επιστρέψει το ποσό των €2.000 στον Ενάγοντα.

 

27.          Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η Εναγόμενη συνεχίζει να αρνείται να επιστρέψει το ποσό των €3.000 και αποστάληκε από τον τότε αντιπρόσωπο του σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα στις 25/5/22 για την επιστροφή του (Τεκμήριο 8), χωρίς όμως θετική ανταπόκριση και ο Ενάγοντας προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και ζητεί απόφαση εναντίον της για το εν λόγω ποσό, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει το Δικαστήριο πρέπον, νόμιμο τόκο και έξοδα.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ

28.          Από πλευράς της Εναγόμενης καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση της ίδιας (στο εξής θα αναφέρεται ως η «ΕΔ-VT»), στην οποία αναφέρει ότι επαγγέλλεται ως δικηγόρος και ότι περί τον Απρίλιο 2022, ο Ενάγοντας εξέφρασε ενδιαφέρον για το διαμέρισμα της και γι’ αυτό υπογράφηκε η συμφωνία κράτησης μεταξύ των διαδίκων, Τεκμήριο 1 της ΕΔ-MS.

 

29.          Σύμφωνα με την εν λόγω συμφωνία, η Εναγόμενη κράτησε το διαμέρισμα για τον Ενάγοντα για ένα μήνα, μέχρι τις 6 Μαϊου, δίνοντας του το δικαίωμα να το αγοράσει εντός της εν λόγω περιόδου για το ποσό των €170.000 πλέον €20.000 για τα έπιπλα και τον εξοπλισμό του.

 

30.          Στην ΕΔ-VT η Εναγόμενη αναφέρεται στους όρους της συμφωνίας από τους οποίους διέπετο η τυχόν υποχρέωση της για επιστροφή της προκαταβολής ή μέρους αυτής και επιβεβαιώνει ότι ο Ενάγοντας της κατέβαλε το ποσό των €5.000 ως η σχετική προκαταβολή. Η Εναγόμενη αναφέρει ότι οι διάδικοι ανέμεναν την εξέταση του αιτήματος του Ενάγοντα για δάνειο αλλά ουδέποτε την ενημέρωσε ο Ενάγοντας ή ο νομικός του εκπρόσωπος για ποιο ποσό ή ποσοστό της τιμής πώλησης ήταν το δάνειο που αιτήθηκε ο Ενάγοντας.

 

31.          Η Εναγόμενη περαιτέρω αναφέρεται στην ηλεκτρονική επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων στις 29/4/22 και αναφέρει ότι ενώ την ενημέρωσε ο Ενάγοντας για την έγκριση του δανείου του, δεν της προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ή περισσότερες λεπτομέρειες για το δάνειο και η ίδια ζήτησε (Τεκμήριο 4 της ΕΔ-MS) προσχέδιο της συμφωνίας πώλησης για να το μελετήσει. Στις 3/5/22, αφού δεν είχε λάβει οτιδήποτε, ζήτησε εκ νέου το προαναφερόμενο προσχέδιο καθώς η συμφωνία κράτησης έληγε σε 3 ημέρες. Κατά την διάρκεια της εν λόγω περιόδου ζητούσε από τον Ενάγοντα και τον νομικό του εκπρόσωπο να της στείλουν τα έγγραφα που να αποδεικνύουν την προέλευση των χρημάτων του Ενάγοντα, προκειμένου να επαληθεύσει ότι ήταν νόμιμα και δεν προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες και αναφέρεται στις σχετικές υποχρεώσεις και πρακτική με βάση τους νόμους που αφορούν το ξέπλυμα παράνομου χρήματος και τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Τεκμήριο 1). Η Εναγόμενη επεξηγεί ότι επρόκειτο για νομική υποχρέωση, ως εκ τούτου δεν ήταν ζήτημα εάν αποτελούσε όρο της συμφωνίας κράτησης ή όχι, η οποία είχε εξάλλου λήξει. Ο λόγος που δεν ζήτησε την προέλευση των χρημάτων πριν λάβει την προκαταβολή, οφείλεται στον σκοπό της συμφωνίας κράτησης που είναι να αφαιρεθεί το ακίνητο από την αγορά με ένα μικρό ποσό, μέχρι να διεκπεραιωθούν οι υπόλοιπες διαδικασίες και να υπογραφεί η συμφωνία πώλησης. Επιπρόσθετα, επειδή η προκαταβολή δεν υπερέβαινε τις €10.000, δεν είχε υποχρέωση να ζητήσει την προέλευση των χρημάτων, εφόσον δεν υπερέβαιναν το ελάχιστο όριο που θέτουν οι ρυθμιστικές αρχές.΄

 

32.          Η Εναγόμενη έλαβε πρώτη φορά το προσχέδιο της συμφωνίας πώλησης στις 9/5/22 από τον αντιπρόσωπο του Ενάγοντα και παρά την λήξη της προθεσμίας της συμφωνίας κράτησης, αποδέχτηκε να δώσει παράταση για να προχωρήσουν στην συναλλαγή υπό τον όρο να συμφωνήσουν σε όλους τους όρους της συμφωνίας και η πλευρά του αγοραστή να προσκομίσει την προέλευση των χρημάτων του. Παρά το γεγονός ότι οι όροι είχαν σχεδόν συμφωνηθεί μεταξύ τους πλήρως, ο Ενάγοντας αρνείτο να προσκομίσει την προέλευση των χρημάτων του, αλλά και την απόδειξη της έγκρισης του δανείου του.

 

33.          Σε μια επιπλέον προσπάθεια εκ μέρους της Εναγόμενης να ολοκληρώσει τη συμφωνία, στις 10/5/22 απέστειλε ηλεκτρονική επιστολή (Τεκμήριο 2) στον νομικό εκπρόσωπο του Ενάγοντα και του ζήτησε να προσθέσει ρήτρα στη συμφωνία να αναφέρει ότι τα χρήματα θα προέρχονταν από δάνειο από την Τράπεζα Κύπρο και επιστολή από τον εκπρόσωπο ότι, ως δικηγόρος έλεγξε την προέλευση των χρημάτων και ήταν νόμιμη. Αφού δεν έλαβε απάντηση, η Εναγόμενη, ως έσχατη προσπάθεια από μέρους της να ολοκληρωθεί η συμφωνία, διευθέτησε συνάντηση με την πλευρά του Ενάγοντα στις 19/5/22 για να συζητήσουν ελπίζοντας να ολοκληρώσουν τη συμφωνία, κατά την διάρκεια της οποίας ο Ενάγοντας εξακολουθούσε να επιμένει στην άρνηση του. Μετά τη συνάντηση, η Εναγόμενη απέστειλε ηλεκτρονική επιστολή (Τεκμήριο 3)  στον εκπρόσωπο του, θέτοντας καταληκτική προθεσμία μέχρι τις 10 π.μ. στις 20/5/22 για να της προσκομίσει την προέλευση των χρημάτων του, διαφορετικά δεν θα είχε άλλη επιλογή παρά να ακυρώσει τη συμφωνία, η οποία είχε εξάλλου λήξει και δεν ολοκληρώθηκε εξ ’υπαιτιότητας του Ενάγοντα δίδοντας στην Εναγόμενη το δικαίωμα να κρατήσει το ποσό της προκαταβολής ως αποζημίωση.

 

34.          Η Εναγόμενη δεν έλαβε καμία απάντηση, οπότε στις 23/5/22 έστειλε ηλεκτρονική επιστολή στον Ενάγοντα (Τεκμήριο 7), εξηγώντας την κατάσταση και τους λόγους για τους οποίους η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε εξ υπαιτιότητας του. Ταυτόχρονα  εκτέλεσε τη μεταφορά €2.000 στον Ενάγοντα. Ενώ αναγνωρίζει ότι σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας κράτησης, όφειλε να επιστρέψει στον Ενάγοντα €2.000 σε περίπτωση απόρριψης δανείου, αναφέρει ότι καμία απόδειξη είχε από τον Ενάγοντα ως προς τούτο, κάτι που συνειδητοποίησε αργότερα την ίδια μέρα και ότι δεν διάβασε ξανά τους όρους της συμφωνίας για να φρεσκάρει την μνήμη της λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας εκείνη την μέρα και καταλάθος επέστρεψε το εν λόγω ποσό. Όταν αργότερα την ίδια μέρα βρήκε χρόνο και ξαναδιάβασε τους όρους, έστειλε e-mail στον αντιπρόσωπο του Ενάγοντα, απαιτώντας όπως της επιστραφεί το εν λόγω ποσό. Η πλευρά του Ενάγοντα αρνήθηκε όμως να το καταβάλει και γι’ αυτό το διεκδικεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής.

ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ

35.          Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων καταχωρήθηκαν γραπτά κείμενα από του συνήγορους των μερών, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν και ακολούθως, το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του.

 

36.          Επισημαίνεται ότι, τα επιχειρήματα τα οποία τέθηκαν από αμφότερους συνήγορους μέσω των αγορεύσεων τους, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε από τους διάδικους, εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους, καθότι, η ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης μιας δικαστικής απόφασης (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999)2 Α.Α.Δ. 490, Κώστουλος και Σία Λτδ ν. Δημοκρατίας, Α.Ε.98/19, 1.2.2021 και Παύλου ν. Ευθυμίου, Πολ.΄Εφ. 33/2014, 23.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A269).


 

 

IV.          ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΠΑΡΑΔΕΚΤΩΝ Η΄ΜΗ ΑΜΦIΣΒΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

 

37.          Από τις έγγραφες προτάσεις, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων, προκύπτουν ως παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα ακόλουθα:

 

(α)   Η Εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος αρ.Χ, με Αρ.Εγγραφής 2/5Χ1Χ0, Τεμάχιο 6Χ3, Φύλλο/Σχέδιο Χ4/Χ80Χ0Χ, με αριθμό θύρας Χ, στον Χο όροφο στην περιοχή ΧΧΧ, Οδός ΧΧΧΧΧΧ. Χ0Χ2 (στο εξής θα αναφέρεται ως το «επίδικο διαμέρισμα») και επαγγέλλεται ως δικηγόρος.

 

(β)   Οι διάδικοι σύναψαν στις 7/4/2022 συμφωνία, η οποία αποτυπώθηκε γραπτώς στο Τεκμήριο 1 ΕΔ-MS (στο εξής η «επίδικη συμφωνία κράτησης»), με την οποία συμφωνήθηκε όπως ο Ενάγοντας διατηρούσε το δικαίωμα αγοράς του επίδικου διαμερίσματος και η Εναγόμενη δεσμεύτηκε όπως μη πωλήσει αυτό σε τρίτο πρόσωπο, πέραν του Ενάγοντα, για περίοδο τριάντα (30) ημερών από τις 7/4/2022 (στο εξής η «συμφωνηθείσα περίοδος κράτησης»).

 

(γ)   Στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας κράτησης συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε ως δικαίωμα κράτησης από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη ποσό ύψους €5.000 (στο εξής η «επίδικη προκαταβολή»).

 

(δ)   Ήταν ρητός όρος της επίδικης συμφωνίας κράτησης ότι, με εξαίρεση την περίπτωση όπου η Τράπεζα θα απέρριπτε το δάνειο του Ενάγοντα, στην οποία περίπτωση η Εναγόμενη θα δικαιούται να κρατήσει το ποσό των €3.000 από την επίδικη προκαταβολή, σε περίπτωση που δεν υπογράφετο αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ των μερών εξ ’υπαιτιότητας του Ενάγοντα,  η επίδικη προκαταβολή θα παρακρατείτο από την Εναγόμενη. Σε περίπτωση που τα μέρη δεν υπέγραφαν αγοραπωλητήριο έγγραφο εξ’υπαιτιότητας της Εναγόμενης, τότε αυτή θα επιστρέφετο στον Ενάγοντα άμεσα μετά τη λήξη της συμφωνηθείσας περιόδου κράτησης, πλέον οιαδήποτε έξοδα αυτός επωμίστηκε.[1]

 

(ε)   Ο Ενάγοντας αιτήθηκε από πιστωτικό ίδρυμα δάνειο για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος από την Εναγόμενη.

 

(στ) Το δάνειο του Ενάγοντα εγκρίθηκε εντός της συμφωνηθείσας περιόδου κράτησης, και ο Ενάγοντας ενημέρωσε σχετικά την Εναγόμενη στις 29/4/22 οπότε και η Εναγόμενη ζήτησε προσχέδιο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου (βλ. Τεκμήριο 4 ΕΔ-MS).

 

(ζ) Ο Ενάγοντας απέστειλε προσχέδιο της συμφωνίας πώλησης στην Εναγόμενη στις 9/5/2022.        

 

(η)   Στις 19/5/2022, η Εναγόμενη απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα (βλ. Τεκμήριο 6 ΕΔ-MS και Τεκμήριο 4 ΕΔ-VT) στον Εναγόμενο θέτοντας του προθεσμία μέχρι τις 20/5/22 και ώρα 10 π.μ. να της αποστείλει αποδεικτικά (the source of funds proofs) ή αλλιώς θα ήταν αναγκασμένη να ακυρώσει τη συμφωνία.

 

(θ)   Ο Ενάγοντας δεν προμήθευσε την Εναγόμενη με τα έγγραφα και πληροφορίες που ζητούσε η τελευταία.

 

(ι)    Η Εναγόμενη στις 23/5/2022, επικοινώνησε ηλεκτρονικά με τον Ενάγοντα ενημερώνοντας τον τελευταίο ότι η συμφωνία κράτησης δεν ολοκληρώθηκε εξ’υπατιότητας του, και επέστρεψε στον Ενάγοντα μέρος της επίδικης προκαταβολής και συγκεκριμένα το ποσό των €2.000 (βλ. Τεκμήριο 7 ΕΔ-MS).

 

(ια)  Στις 23/5/2022 η Εναγόμενη επικοινώνησε εκ νέου με τον Ενάγοντα ζητώντας πίσω το εν λόγω ποσό (βλ. Τεκμήριο 4 ΕΔ-VT).

38.          Ως προς τα πιο πάνω, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.

 

V.  ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ/ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

 

39.          Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα και του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων και αξιώσεων των διαδίκων, προκύπτουν ως κύρια επίδικα ζητήματα τα πιο κάτω.

 

40.          Από την μια, σε σχέση με την απαίτηση του Ενάγοντα, παραμένει επίδικο το κατά πόσο, με το να μην του επιστρέψει ολόκληρο το ποσό της επίδικης προκαταβολής, η Εναγόμενη παραβίασε ρητό όρο της μεταξύ τους συμφωνίας. Από την άλλη, στα πλαίσια της ανταπαίτησης, επίδικο παραμένει το κατά πόσο η Εναγόμενη δικαιούτο να κατακρατήσει ολόκληρη την επίδικη προκαταβολή, στην βάση ρητού όρου της συμφωνίας κράτησης.

 

41.          Εφόσον οι δύο αντίστοιχοι όροι έχουν άξονα την ευθύνη του αντισυμβαλλόμενου, απαιτείται να διαπιστωθεί εάν η συμφωνία κράτησης μεταξύ των διαδίκων δεν εκπληρώθηκε, δια της υπογραφής τελικού αγοραπωλητηρίου εγγράφου, εξ’υπατιότητας της Εναγόμενης ή του Ενάγοντα. Στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει να κριθεί η ύπαρξη τυχόν υποχρέωσης του Ενάγοντα, είτε δια Νόμου ή δυνάμει των όρων της συμφωνίας κράτησης, να προμηθεύσει την Εναγόμενη με τα στοιχεία που ζητούσε, ώστε αθέτηση της εν λόγω υποχρέωσης από πλευράς του να οδηγούσε στην παράβαση του σχετικού ρητού όρου στη σύμβαση, επί του οποίου βασίζεται η Εναγόμενη. 

 

VI.          ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

42.          Η εκδίκαση υποθέσεων που κατατάσσονται ως «ταχείας εκδίκασης», όπως είναι η παρούσα, δεν αλλοιώνει  τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις. Ως αναφέρθηκε στην Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας v. Α.Σ. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.104/2019, ημερ.19/7/2024 «Το βάρος απόδειξης, όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υποβαθμίζεται ούτε αντιμετωπίζεται εκπτωτικά σε υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» που διέποντο από τις πρόνοιες της Διαταγής 30. Ο ενάγοντας έχει το ίδιο βάρος απόδειξης και θα πρέπει να το αποσείσει στο ίδιο επίπεδο, αν θέλει να δικαιούται σε απόφαση.»

 

43.          Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα μου που προέκυψαν από παραδεκτό ή μη αμφισβητούμενο υπόβαθρο μεταξύ των μερών,  στην παρούσα ο Ενάγοντας όφειλε να προσκομίσει αξιόπιστη, σαφή, πειστική, αλλά και την καλύτερη, υπό τις περιστάσεις, μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η συμφωνία κράτησης δεν ολοκληρώθηκε εξ’υπαιτιότητας της Εναγόμενης. Στην αντίπερα όχθη, στα πλαίσια της ανταπαίτησης της, η Εναγόμενη όφειλε να προσκομίσει αξιόπιστη, σαφή, πειστική, αλλά και την καλύτερη, υπό τις περιστάσεις, μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η συμφωνία κράτησης δεν ολοκληρώθηκε εξ’υπαιτιότητας του Ενάγοντα.

 

44.          Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά των μαρτύρων από το εδώλιο του μάρτυρα, εφόσον ουδείς μάρτυρας αντεξετάσθηκε, εντούτοις, τούτο δεν είναι καθοριστικό για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους. Η απόφαση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου θα ληφθεί λαμβάνοντας υπόψη σωρεία άλλων παραγόντων που έχουν καθιερωθεί από την πάγια νομολογία όπως είναι για παράδειγμα η λογικοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, η ποιότητα της μαρτυρίας τους, η ύπαρξη ή η απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, η υποστήριξη της μαρτυρίας τους από την ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη μαρτυρία ή άλλη μαρτυρία (π.χ. πραγματική μαρτυρία) και η αντικειμενική υφή, υπόσταση και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων των μαρτύρων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 ΑΑΔ 1056, Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 506, Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 ΑΑΔ 2192 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολιτική Έφεση 185/2012, ημερ.19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179), παράλληλα, έχοντας κατά νουν και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχθεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (Φάρμα Ρένος Χ''Ιωάννου Δημοσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331 και Αυξεντίου ν. Δίγκλη (2007) 1(Β) ΑΑΔ 1367).

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΑ

45.          Σε ότι αφορά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά του Ενάγοντα (βλ. ΕΔ-MS και σχετικά Τεκμήρια) στα πλαίσια των επίδικων ζητημάτων, σημειώνω ότι, οι βασικές θέσεις που προβάλλει έχουν ήδη καταστεί παραδεκτές ή δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς της Εναγόμενης και αποτελούν μέρος των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου.

 

46.          Συγκεκριμένα, η σύναψη μεταξύ των διαδίκων της συμφωνίας κράτησης στις 7/4/2022 η οποία αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 1 ΕΔ-MS, είναι παραδεκτή και το περιεχόμενο της δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς της Εναγόμενης. Κατά συνέπεια, δεν αμφισβητήθηκε ούτε ο όρος επί του οποίων βασίζει ο Ενάγοντας την αγωγή του, δηλαδή ότι η Εναγόμενη είχε υποχρέωση να του επιστρέψει το σύνολο της επίδικης προκαταβολής στην περίπτωση που δεν υπογράφετο αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ των μερών εξ’υπαιτιότητας της. Η έγκριση του δανείου του Ενάγοντα στις 29/4/22, είναι επίσης παραδεκτή από πλευράς της Εναγόμενης. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί από πλευράς της το γεγονός ότι τα επίδικα στοιχεία source of funds ζητήθηκαν από τον Ενάγοντα μετά τη σύναψη της συμφωνίας κράτησης.

 

47.          Μελετώντας το υπόλοιπο περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας του Ενάγοντα, δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Πρόκειται, για τον ίδιο τον Ενάγοντα, δηλαδή ιδιότητα που είναι συνυφασμένη με τα ιδιαίτερα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και την πηγή της προσωπικής του γνώσης και ο οποίος, προκύπτει από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρία ότι ήταν σε άμεση επαφή και επικοινωνία με την Εναγόμενη κατά την επίδικη περίοδο. Η ένορκη του δήλωση έχει εσωτερική συνοχή, δεν περιέχει αντιφάσεις, συνάδει με τις δικογραφημένες του θέσεις και συνάδει επίσης με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που επισυνάπτει. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του Ενάγοντα για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ

48.          Ερχόμενη τώρα στην μαρτυρία της Εναγόμενης, δηλαδή το περιεχόμενο της ΕΔ-ΑΠ και των σχετικών εγγράφων που παρουσίασε ως τεκμήρια, ιδωμένη πάντοτε στο πλαίσιο των επίδικων ζητημάτων, ως περιορίστηκαν ανωτέρω.

 

49.          Αρχικά, σημειώνεται ότι δεν γίνεται αποδεκτό το σκέλος της μαρτυρίας της Εναγόμενης που αφορά επιχειρηματολογία, νομικής φύσεως ως προς την ισχυριζόμενη νομική υποχρέωση του Ενάγοντα να την προμηθεύσει με τα στοιχεία που αφορούσαν την προέλευση των χρημάτων του ως και την γενικότερη ευθύνη του με βάση τη συμφωνία κράτησης, εφόσον δεν πρόκειται για μαρτυρία προς υποστήριξη ισχυρισμών γεγονότων.[2]

 

50.          Όσο αφορά τη θέση της Εναγόμενης, ως προωθήθηκε μέσω της μαρτυρίας της, ότι παραχώρησε παρατάσεις της συμφωνηθείσας περιόδου κράτησης, ώστε να την προμηθεύσει ο Ενάγοντας με τα έγγραφα και πληροφορίες που ζητούσε, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, τουλάχιστον στην έκταση που αφορά την περίοδο μέχρι 20/5/2022, εφόσον στερείται της απαραίτητης πειστικότητας και έρχεται σε αντίφαση με την υπόλοιπη μαρτυρία που η ίδια προσήγαγε.

 

51.          Καταρχάς, κανένα έγγραφο ή τεκμήριο προσάχθηκε από πλευράς της, το οποίο να καταδεικνύει κάτι τέτοιο και, γενικότερα, μέσω του οποίου να διαφαίνεται ότι ζήτησε τα εν λόγω στοιχεία από τον Ενάγοντα ή τον εκπρόσωπο του, πριν τη λήξη της συμφωνίας κράτησης. Τα μόνα έγγραφα που παρουσίασε και σχετίζονται με το αίτημα της για τα εν λόγω στοιχεία είναι τα Τεκμήρια 3 και 4, τα οποία αποτελούν ηλεκτρονική επικοινωνία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των διαδίκων, αφού όμως έληξε η συμφωνηθείσα περίοδος κράτησης. Στο Τεκμήριο 3 ΕΔ-VT ημερ.10/5/2022, ενώ γίνεται αναφορά σε επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα για επιβεβαίωση της ‘νόμιμης πηγής’ (‘legal source) των χρημάτων του Ενάγοντα και σε αναφορά ότι θεωρούσε ο τελευταίος πως δεν είχε υποχρέωση να παρουσιάσει στην Εναγόμενη τα επίδικα στοιχεία, αλλά δεν ζητούνται τα τελευταία από πλευράς της αλλά ούτε και αναφέρεται ή εξηγείται από πλευράς της Εναγόμενης εάν και πότε αυτά αρχικά ζητήθηκαν. Από την άλλη, στο Τεκμήριο 4 ΕΔ-VT ημερ.19/5/2022, η Εναγόμενη αναφέρει ότι κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία ζήτησε τα ‘source of funds’ από τον Ενάγοντα (‘Today I was requesting the source of funds from the buyer and he refused to produce.’- Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου). Επιπρόσθετα, η εν λόγω θέση δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στην μαρτυρία και τεκμήρια που προσήγαγε ο Ενάγοντας, μεγάλο μέρος των οποίων κατέστη παραδεκτό ή δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη. Από την προσαχθείσα μαρτυρία και συγκεκριμένα το περιεχόμενο του Τεκμήριου 6 ΕΔ-MS και Τεκμηρίου 4 ΕΔ-VT, η μόνη φορά που διαμαρτυρήθηκε η Εναγόμενη όσο αφορά τη λήξη της συμβατικής προθεσμίας, ήτο η 19/5/22, οπότε και παραχώρησε παράταση μέχρι τις 20/5/22, ώστε να την προμηθεύσει ο Ενάγοντας με τα απαιτούμενα από πλευράς της στοιχεία.  Συνακόλουθα, στην απουσία άλλης μαρτυρίας, η συγκεκριμένη εκδοχή της Εναγόμενης στερείται της απαραίτητης λεπτομέρειας η οποία θα μπορούσε να της προσδώσει πειστικότητα και συμπαρασύρει και σε απόρριψη την εκδοχή ότι ζήτησε τα εν λόγω στοιχεία από τον Ενάγοντα πριν την λήξη της συμφωνηθείσας περιόδου κράτησης.

 

52.          Επιπρόσθετα, δεν μπορώ να αποδεκτώ τη θέση της Εναγόμενης ότι οι διάδικοι δεν προχώρησαν στην υπογραφή συμφωνίας πώλησης εντός της συμφωνηθείσας περιόδου κράτησης επειδή ο Ενάγοντας δεν της απέστειλε το προσχέδιο της συμφωνίας αγοράς πριν τη λήξη της εν λόγω περιόδου. Πρωτίστως, η εν λόγω θέση δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις της Εναγόμενης, οι οποίες έχουν ως επίκεντρο την μη ολοκλήρωση της μεταξύ των διαδίκων συναλλαγής την άρνηση του Ενάγοντα να την προμηθεύσει με τα στοιχεία που αφορούσαν την προέλευση των χρημάτων του. Επιπλέον, κανένα έγγραφο έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο, είτε από πλευράς της Εναγόμενης ή από πλευράς του Ενάγοντα, το οποίο έστω να εισηγείται ότι ήταν αποκλειστική υποχρέωση του Ενάγοντα να προσαγάγει το προσχέδιο της συμφωνίας πώλησης εντός της συμφωνηθείσας περιόδου κράτησης. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 ΕΔ-MS δεν συνηγορεί υπέρ της εν λόγω θέσης. Παράλληλα, δεν γίνεται αντιληπτό αλλά ούτε και εξηγείται από πλευράς της Εναγόμενης γιατί αναμένετο από τον Ενάγοντα να ετοιμάσει και να της αποστείλει το εν λόγω προσχέδιο, αλλά όχι από την ίδια την Εναγόμενη εντός της σχετικής προθεσμίας, έχοντας υπόψη ότι η τελευταία ήταν δικηγόρος στο επάγγελμα.

 

53.          Πέραν των προαναφερόμενων, αποτελεί ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ίδια η Εναγόμενη ζήτησε για πρώτη φορά από τον Ενάγοντα να της αποστείλει το σχετικό προσχέδιο, αφού επικοινώνησε ο τελευταίος μαζί της στις 29/4/2022 και εν τέλει της αποστάληκε στις 9/5/2022. Παρά το ότι η Εναγόμενη έλαβε το προσχέδιο μετά τη λήξη της συμφωνηθείσας περιόδου κράτησης, δεν προσήγαγε ενώπιον του Δικαστηρίου οιανδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία είτε υπο τη μορφή γραπτής ή προφορικής επικοινωνίας μεταξύ των διαδίκων, εις την οποία διαμαρτύρετο για την αποστολή του προσχεδίου από τον Ενάγοντα, μετά τη λήξη της συμφωνίας κράτησης. Ούτε από τα τεκμήρια που προσάχθηκαν από πλευράς του Ενάγοντα, συνάγεται κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, από το σύνολο της κατατεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου αλληλογραφίας, διαφαίνεται ότι, παρά την μη αποστολή προσχεδίου από τον Ενάγοντα πριν τη λήξη της συμφωνίας κράτησης, συνέχισε να συνομιλεί με την πλευρά του για την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Στο εν λόγω πλαίσιο αξίζει να αναφερθεί ότι η εν λόγω εισήγηση από πλευράς της αντιφάσκει και με την θέση της η οποία ήδη απορρίφθηκε ανωτέρω, ότι η Εναγόμενη αποδέχθηκε παράταση της προθεσμίας συμμόρφωσης, ώστε ο Ενάγοντας να την προμηθεύσει με τα στοιχεία που αυτή ζητούσε. Δηλαδή, η Εναγόμενη, σύμφωνα με την δική της εκδοχή, δεν επικαλέστηκε ότι παρέτεινε την προθεσμία ώστε να της αποσταλεί το προσχέδιο.

 

54.          Πλην των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, η υπόλοιπη μαρτυρία της Εναγόμενης γίνεται αποδεκτή, εφόσον συνάδει τόσο με τη μαρτυρία που προσάχθηκε από πλευράς του Ενάγοντα αλλά και με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου επί του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου υποβάθρου γεγονότων (ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω).

 

VII.        ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

 

55.          Πέραν των ευρημάτων του Δικαστηρίου τα οποία εξάγονται από τα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. πιο πάνω) τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των αμφισβητούμενων γεγονότων με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία όπως αυτή έχει κριθεί ως αποδεκτή:

(α) Η προσαγωγή των έγγραφων και πληροφοριών από τον Ενάγοντα σε σχέση με την πηγή προέλευσης των χρημάτων του (‘source of funds’) που θα χρησιμοποιούσε για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, δεν ήταν ρητός όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας κράτησης.

(β) Ήταν επίσης ρητός όρος της επίδικης συμφωνίας κράτησης ότι, η συμφωνία κράτησης Τεκμήριο 1 ΕΔ-MS, συνιστούσε ολόκληρη τη συμφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με τον αντικείμενο της.[3]

(γ) Παρά τη λήξη της συμφωνηθείσας περιόδου κράτησης, οι διάδικοι συνέχισαν την μεταξύ τους επικοινωνία με σκοπό την υπογραφή της τελικής συμφωνίας αγοράς του επίδικου διαμερίσματος μεταξύ των διαδίκων, χωρίς οιαδήποτε διαμαρτυρία, παρά μόνο μέχρι τις 19/5/22 όταν η Εναγόμενη απέστειλε σχετική επικοινωνία (βλ. Τεκμήριο 6 ΕΔ-MS και Τεκμήριο 4 ΕΔ-VT).

 

(δ) Η Εναγόμενη, ζήτησε για πρώτη φορά από τον Ενάγοντα να την προμηθεύσει με τα έγγραφα και πληροφορίες σε σχέση με την προέλευση των χρημάτων του (‘source of funds’), μετά την εκπνοή της συμφωνηθείσας περιόδου κράτησης,

 

(ε) Ο λόγος  για την μη υπογραφή της συμφωνίας πώλησης, ήτο επειδή ο Ενάγοντας δεν προμήθευσε την Εναγόμενη με τα αιτούμενα από πλευράς της έγγραφα και πληροφορίες (‘source of funds’).

VIII.       ΝΟΜΙΚH ΠΤΥΧΗ & ΕΠΙΛΥΣΗ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

 

56.          Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα (και κατ’αναλογίαν κάθε δι’ανταπαιτήσεως ενάγοντα) είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του.

 

57.          Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Στην απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 ΑΑΔ 1858, με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). 

 

58.          Επιπλέον, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd (2016) 1 Α.Α.Δ. 2786, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης.[4] 

 

59.          Στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου στρέφομαι τώρα στα υπό επίλυση επίδικα θέματα. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, τόσο η βάση της αγωγής, όσο και της ανταπαίτησης, εδράζεται επί της παράβασης από τον αντισυμβαλλόμενο ρητού όρου της συμφωνίας κράτησης και συγκεκριμένα του όρου 1.3 του Τεκμηρίου 1 ΕΔ-MS. Ο εν λόγω όρος ρύθμιζε το ζήτημα της επίδικης προκαβολής που κατέβαλε στα πλαίσια της ίδιας συμφωνίας ο Ενάγοντας στην Εναγόμενη, σε περίπτωση που δεν εκπληρώνετο η συμφωνία κράτησης με την υπογραφή τελικής συμφωνίας αγοράς του επίδικου διαμερίσματος μεταξύ των διαδίκων.

 

60.          Οι σχέσεις των συμβαλλομένων μερών σε περίπτωση παράβασης σύμβασης ρυθμίζονται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, τις οποίες και παραθέτω πιο κάτω։

 

«Αποζημίωση για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης

73.-(1) Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, γιατηζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης.

Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.

(2) Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.

(3) Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.»

(Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου)

 

61.          Όσο αφορά τώρα συμβάσεις, εις τις οποίες τα μέρη έχουν τα ίδια καθορίσει τις αποζημιώσεις στις οποίες δικαιούνται σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, το θέμα στον Κυπριακό Νόμο αποτελεί το αντικείμενο του Άρθρου 74(1) του Κεφ.149, το οποίο προνοεί τα εξής:

 

«Αποζημίωση για παράβαση σύμβασης η οποία διαλαμβάνει ποινική ρήτρα

74.-(1) Αν στη σύμβαση διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή ποινική ρήτρα, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης από τον ένα από τους συμβαλλόμενους, ο άλλος δικαιούται, και αν ακόμη δεν αποδειχτεί ότι υπέστη από την παράβαση πραγματική ζημιά ή απώλεια, να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίστηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, ή ανάλογα με την περίπτωση, την ποινική ρήτρα.

Ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία, δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα....»

 

62.          Tο άρθρο 74(1) του Κεφ. 149 έτυχε ερμηνείας και ανάλυσης σε αριθμό αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο καθορισμός ποσού σε ρήτρα αποζημιώσεων είναι δεσμευτικός μόνο καθ' όσον αφορά το μέγιστο ύψος των αποζημιώσεων που το δικαστήριο θα επιδικάσει. Το δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση μη υπερβαίνουσα το ποσό που έχει οριστεί (βλ. CLR Investment Fund Ltd ν. Alliance International Reinsurance Company Ltd (2012) 1 ΑΑΔ 1009, Katsikides v. Constantinides (1969) 1 C.L.R. 31 και Iordanou v. Anyftos 24 C.L.R. 97). Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου ν. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 518, όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς η οποία θα προκύψει από τη διάρρηξη συμφωνίας, αυτή μετρά ως στοιχείο σχετικό, στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο. Στην Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G&C Exhaust Systems Ltd (2001) 1 A.A.Δ. 500, μετά από ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας, αναφέρθηκε ότι ακόμη και όταν δεν αποδεικνύεται ότι το αθώο μέρος υπέστη πραγματική ζημία ή απώλεια από την παράβαση είναι δυνατή η επιδίκαση συμβολικών ή ονομαστικών αποζημιώσεων. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty clause), δηλαδή όπου ο σχετικός όρος αποβλέπει στον εκφοβισμό μέσω του ύψους της αποζημίωσης που καθορίζεται, αυτή η ρήτρα αγνοείται.[5]

 

63.          Αρχικά, θεωρώ ορθό να σχολιάσω ότι το γεγονός ότι η συμφωνηθείσα περίοδος κράτησης κατά τον χρόνο που αναδύθηκε η μεταξύ των διαδίκων διαφορά είχε παρέλθει, ουδόλως επηρεάζει την έκβαση των εκατέρωθεν αξιώσεων στην παρούσα περίπτωση, εφόσον ουδείς εκ των διαδίκων επικαλέστηκε παράβαση του σχετικού όρου μέσω της δικογραφίας του. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου, ότι μετά την παρέλευση της σχετικής προθεσμίας, τα μέρη ήταν σε επικοινωνία με σκοπό την εκπλήρωση της συμφωνίας κράτηση, άνευ οιασδήποτε διαμαρτυρίας, παρά μόνο από πλευράς της Εναγόμενης την 19/5/22. Στην υπόθεση Παφίτης κ.α v. Challenge Advertising Agency Ltd (2001) 1 Α.Α.Δ. 694, αποφασίστηκε ότι η σιωπηρή εγκατάλειψη ουσιώδους όρου εκτέλεσης σύμβασης, καθιστά τον όρο επουσιώδη και το συμβαλλόμενο μέρος, το οποίο επιθυμεί να καταστήσει εκ νέου τον όρο ουσιώδη, οφείλει να δώσει ειδοποίηση προς το αντισυμβαλλόμενο μέρος για εκτέλεση της σύμβασης εντός εύλογου χρόνου. Το τι είναι  "εύλογος χρόνος" αποτελεί σε κάθε ξεχωριστή υπόθεση ένα πραγματικό ζήτημα που εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων (βλ. Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ.288).  Στην υπόθεση Mindoras Estates Ltd v. Aπόστολου Ποταμού κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 172 9 αναφέρονται σχετικά τα εξής:

«...εδώ το Δικαστήριο βρήκε ότι παρά το ότι ο χρόνος δυνάμει των όρων των δύο συμφωνιών ήταν αρχικά ουσιώδης, εν τούτοις ατόνησε ως εκ της εν πράξει πορείας που τήρησε η εφεσείουσα, μη εμμένουσα στην αυστηρή εφαρμογή των χρονικών οροσήμων. Δεν ήταν μικρή η καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων, ως διατείνεται η εφεσείουσα, ούτε και έχει σημασία αν ενεργούσε με καλή πίστη, κατά τη θέση της, επιδεικνύουσα ανοχή. Η ουσία είναι ότι η εφεσείουσα δεν άσκησε έγκαιρα τα δικαιώματα της και όχι μόνο ανεχόταν τις καθυστερημένες ή ελλειμματικές πληρωμές, αλλά και όταν επεδίωξε να τερματίσει τη συμφωνία, το έπραξε χωρίς να δώσει προηγουμένως τον απαραίτητο χρόνο προειδοποίησης, ούτε και απέστειλε την επιστολή συστημένη, ως διαλάμβανε σχετικός όρος της».

64.          Τέλος, στο Halsbury's Laws of England (4th edition) (volume 9) para.686 που έχει ως υπότιτλο «Stipulations as to Time» αναφέρονται τα εξής:

". As with other conditions, a condition as to time may be waived. The party waiving the condition may make time of the essence again only by giving reasonable notice in clear terms of his intention to do so.."

65.          Στην παρούσα περίπτωση, επαναλαμβάνεται ότι η εν λόγω θέση σε κάθε περίπτωση δεν έχει προωθηθεί μέσω της δικογραφίας, αλλά ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η επικοινωνία της Εναγόμενης στις 19/5/2022 συνιστούσε ειδοποίηση που καθιστούσε ουσιώδη το χρόνο εκτέλεσης της συμφωνίας κράτησης, δεν θεωρώ ότι ο χρόνος που δόθηκε, μέχρι τις 20/5/22, ήτο εύλογος.

 

66.          Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις, το πρώτιστο που πρέπει να αποφασιστεί είναι το νομότυπο της επιμονής της Εναγόμενης να την προμηθεύσει ο Ενάγοντας με τα έγγραφα και πληροφορίες που αφορούσαν την προέλευση των χρημάτων που θα χρησιμοποιούσε ο τελευταίος για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος.

 

67.          Σημειώνεται ότι αποτελεί ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι, η εν λόγω υποχρέωση δεν συνιστούσε ρητό όρο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας κράτησης Τεκμήριο 1 ΕΔ-MS. Η Εναγόμενη όμως ισχυρίζεται ότι αποτελούσε εξυπακουόμενη νομική υποχρέωση του Ενάγοντα να την προμηθεύσει με τα εν λόγω στοιχεία στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας, την οποία αθέτησε και κατά συνέπεια η τελική συμφωνία δεν υπογράφηκε εξ’υπαιτιότητας του. Κατά συνέπεια, θέση της είναι ότι της δίδετο το δικαίωμα να κατακρατήσει ολόκληρη την προκαταβολή.

 

68.          Ως προκύπτει και από την αγόρευση των δικηγόρων της, η Εναγόμενη βασίζει την εν λόγω θέση της επί του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (188(I)/2007), άρθρο 4)1(iii) και (iv), το οποίο παραθέτω πιο κάτω:

 

«Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

4. (1) Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες:

......

(iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία˙

(iv) συμμετέχει, συμπράττει, συνεργάζεται, συνωμοτεί για να διαπραχθεί, ή αποπειράται να διαπράξει και παρέχει συνδρομή και βοήθεια, καθοδήγηση ή συμβουλή στη διάπραξη οποιωνδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται πιο πάνω˙

..............................

διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.»

 

69.          Σχετικό, όμως στο υπό κρίση πλαίσιο είναι και το άρθρο 2Α του ίδιου Νόμου το οποίο περιορίζει την εφαρμογή του στα ακόλουθα πρόσωπα:

 

«Υπόχρεες οντότητες

2Α. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται στα ακόλουθα πρόσωπα:

(α) Πιστωτικό ίδρυμα·

(β) χρηματοπιστωτικός οργανισμός·

(γ) οποιοδήποτε από τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά την άσκηση των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων:

(i) ελεγκτής, εξωτερικός λογιστής, φορολογικός σύμβουλος, και κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο δεσμεύεται να παρέχει, είτε άμεσα είτε μέσω άλλων προσώπων με τα οποία το εν λόγω πρόσωπο συνδέεται, υλική βοήθεια, συνδρομή ή συμβουλές σχετικά με φορολογικά θέματα, ως κύρια επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα·

(ii) ανεξάρτητος επαγγελματίας νομικός, όταν συμμετέχει, είτε ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό πελάτη του στο πλαίσιο χρηματοπιστωτικής συναλλαγής ή συναλλαγής επί ακίνητης ιδιοκτησίας, είτε βοηθώντας στον σχεδιασμό ή στη διενέργεια συναλλαγής για πελάτη του σχετικά με -

(αα) την αγορά και την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιχείρησης,

(ββ) τη διαχείριση χρημάτων, τίτλων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων πελάτη του,

(γγ) το άνοιγμα ή τη διαχείριση τραπεζικού λογαριασμού, λογαριασμού ταμιευτηρίου ή λογαριασμού τίτλων,

(δδ) την οργάνωση των αναγκαίων εισφορών για τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εταιρείας,

(εε) τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εμπιστεύματος, επιχείρησης, ιδρύματος ή ανάλογων σχημάτων·

(δ) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα στην παράγραφο (γ) πρόσωπα και παρέχει τις ακόλουθες υπηρεσίες σε εμπιστεύματα ή επιχειρήσεις:

(i) Σύσταση εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων·

(ii) άσκηση καθηκόντων διευθυντή ή γραμματέα εταιρείας, εταίρου συνεταιρισμού ή κατόχου ανάλογης θέσης σε σχέση με άλλα νομικά πρόσωπα ή νομικούς μηχανισμούς ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει ανάλογα καθήκοντα·

(iii) παροχή διεύθυνσης εγγεγραμμένου γραφείου, επιχειρηματικής διεύθυνσης, ταχυδρομικής ή διοικητικής διεύθυνσης και οποιωνδήποτε άλλων σχετικών υπηρεσιών για εταιρεία, προσωπική εταιρεία ή κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ή νομικό μηχανισμό·

(iv) άσκηση, απευθείας ή μέσω άλλου προσώπου, καθηκόντων εμπιστευματοδόχου ή επιτρόπου σε ρητά εμπιστεύματα (express trusts) ή ανάλογη νομική διευθέτηση·

(v) κατοχή μετοχικού κεφαλαίου νομικών προσώπων και εγγραφή του κατόχου στα αντίστοιχα μητρώα εγγεγραμμένων μετόχων εκ μέρους και για λογαριασμό τρίτων, εκτός εταιρείας εισηγμένης σε ρυθμιζόμενη αγορά η οποία υπόκειται σε απαιτήσεις γνωστοποίησης κατά την νομοθεσία της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης ή υπόκειται σε ισοδύναμα διεθνή πρότυπα, ή μεριμνά ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει ανάλογα καθήκοντα· και

(vi) οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες που καθορίζονται στο άρθρο 4 του περί της Ρύθμισης των Επιχειρήσεων Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμου·

(ε) κτηματομεσίτες, περιλαμβανομένου και όταν αυτοί ενεργούν ως ενδιάμεσοι για την ενοικίαση ακινήτων μόνο σε σχέση με συναλλαγές για τις οποίες το μηνιαίο ενοίκιο ανέρχεται σε ή υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000)·

(στ) πάροχοι υπηρεσίων τυχερών παιχνιδιών, όπως προβλέπεται στις σχετικές νομοθεσίες της Δημοκρατίας

(η) καζίνο, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περί της Λειτουργίας και του Ελέγχου Καζίνου Νόμου·

(θ) πρόσωπο που εμπορεύεται αγαθά, εφόσον η πληρωμή καταβάλλεται ή εισπράττεται σε μετρητά και αφορά ποσό ίσο ή μεγαλύτερο των δέκα χιλιάδων ευρώ (€10.000), ανεξάρτητα από το αν η συναλλαγή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες πράξεις μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση·

(ι) πάροχοι Υπηρεσιών που αφορούν Κρυπτοπεριουσιακά Στοιχεία, οι οποίοι εγγράφονται στο προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) του άρθρου 61Ε  μητρώο·

(ια) πρόσωπα, η εποπτεία των οποίων ανατίθεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δυνάμει των διατάξεων του περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου·

(ιβ) πρόσωπα που εμπορεύονται ή ενεργούν ως μεσάζοντες στο εμπόριο έργων τέχνης, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων που αυτό πραγματοποιείται από αίθουσες τέχνης και οίκους δημοπρασιών, εφόσον η αξία της συναλλαγής ή της σειράς συνδεδεμένων πράξεων ανέρχεται σε ή υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000)·

(ιγ) πρόσωπα που αποθηκεύουν, εμπορεύονται ή ενεργούν ως μεσάζοντες στο εμπόριο έργων τέχνης το οποίο πραγματοποιείται από ελεύθερους λιμένες, εφόσον η αξία της συναλλαγής ή σειράς συνδεδεμένων πράξεων ανέρχεται σε ή υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000).» (Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου).

 

70.          Συνάγεται από τις πιο πάνω πρόνοιες αλλά και το γενικότερο κείμενο του Ν.188(Ι)/2007 ότι, ενώ στα πλαίσια πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες καταπολέμησης επιβάλλονται υποχρεώσεις σε δικηγόρους που εμπλέκονται σε συναλλαγές της φύσεως, ως η υπό εξέταση, δεν επιβάλλεται ρητά σε ένα αγοραστή, στα πλαίσια μιας συμφωνίας ή γενικότερα συναλλαγής για την αγορά από πλευράς του ακίνητης ιδιοκτησίας, η υποχρέωση να προμηθεύσει τα έγγραφα και πληροφορίες που απαιτούσε η Εναγόμενη.

 

71.          Παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες την συγκεκριμένης Νομοθεσίας, ενδεχομένως να οδηγούσε σε διάπραξη των αδικημάτων που προνοούνται στον τελευταίο από πλευράς των εμπλεκόμενων δικηγόρων στην παρούσα περίπτωση. Δεν προκύπτει όμως υποχρέωση που αφορά συγκεκριμένα το πρόσωπο του ίδιου του Ενάγοντα, ώστα να δύναται ο τελευταίος να αθετήσει αυτήν, ως εισηγείται η Εναγόμενη. Η Εναγόμενη είχε την δυνατότητα, εάν επιθυμούσε να μεταφέρει την εν λόγω υποχρέωση στους ώμους του Ενάγοντα και να ‘προστατεύσει’ τον εαυτό της από τυχόν κυρώσεις, να το πράξει με την εισαγωγή σχετικού όρου της συμφωνίας κράτησης. Όμως, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι τέτοιος όρος δεν συμπεριλήφθηκε στην μεταξύ των διαδίκων συμφωνία κράτησης. Ως αποτέλεσμα, η θέση της Εναγόμενης ότι ο Ενάγοντας έφερε την εν λόγω υποχρέωση δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας, ώστε εξ’υπαιτιότητας του να μην υπογραφεί μεταξύ των μερών τελική συμφωνία αγορά του επίδικου διαμερίσματος, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή.

 

72.          Φυσικά, το ζήτημα που εγείρει η Εναγόμενη, θα μπορούσε να ειδωθεί και υπό το πρίσμα των εξυπακουόμενων όρων μιας σύμβασης.[6] Παρά του ότι τεκμαίρεται ότι οι όροι μιας σύμβασης είναι αυτοί που έχουν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και ότι δεν υπάρχουν άλλοι, είναι δυνατόν μια σύμβαση να αποτελείται όχι μόνο από τους ρητούς όρους της (‘express terms) αλλά και από εξυπακουόμενους όρους (΄implied terms΄). Οι τελευταίοι αποτελούν όρους που δεν έχουν συμφωνηθεί ρητά μεταξύ των μερών αλλά που εξυπακούονται ότι υφίστανται στη συγκεκριμένη περίπτωση και συναποτελούν μαζί με τους ρητούς όρους τη σύμβαση.

 

73.          Οι αρχές με βάση τις οποίες διαπιστώνεται η ύπαρξη εξυπακουόμενου όρου συγκεφαλαιώνονται στην απόφαση Ergo Constructions Ltd ν. Tanielo Holding Ltd (2012) 1 ΑΑΔ 539, όπου με αναφορά στη σχετική νομολογία, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η ύπαρξη εξυπακουόμενου όρου σε συμφωνία διαπιστώνεται από το δικαστήριο, το οποίο, μέσα από το λεκτικό της, αναζητεί τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σ' αυτήν είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενό της στο μέσο λογικό άνθρωπο - (βλ. Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστορος (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 204· Γεωργ. Ετ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος  Λτδ. (1993) 1 Α.Α.Δ. 168· Λάμπρου ν. Παράσχου κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 397 και Οικονόμου κ.ά. ν. Ττοφίνη κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 436). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Ετ. Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407:- (σελ. 413)..., συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων.»

 

74.          Επίσης, στην υπόθεση Αγησίλαου Τσιαλή ν. Δώρας Χατζηανδρέου, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 10174, 17 Ιουλίου 2000, αναφορικά με την απόδοση εξυπακουόμενου όρου σε συμφωνία, λεχθήκαν τα ακόλουθα:

«Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου ως θέμα ερμηνείας της συμφωνίας είναι παλαιόθεν γνώρισμα του έργου του δικαστηρίου, εδραζόμενη στην αναγνώριση ότι τα μέρη δεν διατυπώνουν πάντοτε ρητά στη γραπτή τους συμφωνία παρά μόνο τα βασικά της στοιχεία, αφήνοντας άλλα να προκύπτουν έστω και αν δεν ελέχθησαν.

Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου αποδίδεται στην ανάγκη να δοθεί αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, εκφράζοντας εκείνο που, αν και δεν ελέχθη, αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών. Η κλασσική διατύπωση της αρχής προέρχεται από τον Bowen L.J., στην υπόθεση The Moorcock (1889) 14 P.D. 64, στη σ. 68:

"Now, an implied warranty, or, as it is called, a covenant in law, as distinguished from an express contract or express warranty, really is in all cases founded upon the presumed intention of the parties, and upon reason. The implication which the law draws from what must obviously have been the intention of the parties, the law draws with the object of giving efficacy to the transaction and preventing such a failure of consideration as cannot have been within the contemplation of either side; and I believe if one were to take all the cases, and there are many, of implied warranties or covenants in law, it will be found that in all of them the law is raising an implication from the presumed intention of the parties with the object of giving to the transaction such efficacy as both parties must have intended that at all events it should have."

Είναι αυτή η αμεσότητα της αναγκαιότητας του εξυπακουόμενου όρου που καθιστά δυνατή όσο και επιτακτική τη διακρίβωση του. Ο Mackinnon, L.J., στην υπόθεση Shirlaw v. Southern Foundries (1926) Ltd (1939) 2 K.B. 206, στη σ. 227 την εξέφρασε παραστατικά με ένα απόσπασμα από μελέτη του:

"Prima facie that which in any contract is left to be implied and need not be expressed is something so obvious that it goes without saying; so that, if while the parties were making their bargain, an officious bystander were to suggest some express provision for it in the agreement, they would testily suppress him with a common, 'oh, of course'".»

75.          Από την απόφαση Τσιαλή (πιο πάνω), εξάγεται το συμπέρασμα ότι κύριο και ουσιαστικό κριτήριο αποτελεί η ανάγκη να αποδοθεί  αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, κατά τρόπο που η απόδοση του εξυπακουόμενου όρου θα αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών. Η σχετική ερμηνευτική διεργασία δεν γίνεται στο κενό, αλλά με γνώμονα το κείμενο της συμφωνίας. 

 

76.          Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και στο Κυπριακό Δίκαιο», Νομική Βιβλιοθήκη, τόμος Β, σελ. 566, με αναφορά στη σχετική νομολογία των αγγλικών Δικαστηρίων[7] αναφέρονται τα ακόλουθα ως προς τις προϋποθέσεις για την κατάληξη στην ύπαρξη εξυπακουόμενου όρου:

1.O εξυπακουόμενος όρος είναι εύλογος και δίκαιος

2.Πρέπει να είναι αναγκαίος για να αποδοθεί επιχειρηματική λειτουργικότητα στη σύμβαση, ούτως ώστε αν δεν διατυπωθεί κάποιος τέτοιος όρος η σύμβαση να μην είναι λειτουργική.

3.Πρέπει ο όρος να είναι τόσο φανερός ούτως ώστε να μην χρειάζεται ρητή αναφορά σε αυτόν

4.Πρέπει ο υπό κρίση όρος να μπορεί να διατυπωθεί με σαφήνεια

5.Δεν πρέπει να συγκρούεται ή να βρίσκεται σε αντίθεση με ρητό όρο της σύμβασης.

 

77.          Έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 ΕΔ-MS δεν έχει καταδειχθεί ως επιβεβλημένη η απόδοση του εν λόγω εξυπακουόμενου όρου στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ώστε αυτή να καταστεί αποτελεσματική και λειτουργική. Στην παρούσα περίπτωση, η επίδικη συμφωνία συνιστούσε συμφωνία κράτησης ενός ακινήτου με σκοπό την αγορά του και δεν έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οιαδήποτε μαρτυρία η οποία να εισηγείται έστω ότι η απουσία τέτοιου όρου θα ήταν εμπόδιο στην εκπλήρωση τέτοιας συμφωνίας. Ούτε διαφαίνεται από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, στην έκταση που έγιναν αποδεκτά, ότι ο συγκεκριμένος όρος ήταν τόσο φανερός ούτως ώστε να μην χρειάζεται να γίνει ρητή αναφορά σε αυτόν και ότι αντικατόπτριζε την πρόθεση των διαδίκων κατά τη σύναψη της συμφωνίας κράτησης. Ειδικότερα, εφόσον το ζήτημα εγέρθηκε από την Εναγόμενη σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μετά την παρέλευση της συμφωνηθείσας περιόδου κράτησης, και οδήγησε στην αντίδραση του Ενάγοντα. Περαιτέρω, θεωρώ ότι δεν έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οιαδήποτε μαρτυρία δια της οποίας να αποσαφηνίζεται το ακριβές περιεχόμενο τέτοιου όρου, δηλαδή ποια συγκεκριμένα έγγραφα και πληροφορίες όφειλε να παρουσιάσει ο Ενάγοντας στην Εναγόμενη. Η προϋπόθεση της σαφήνειας συνιστά λογικό προαπαιτούμενο της λειτουργικότητας μιας σύμβασης, αφού όπως η κοινή πείρα, λογική και αντίληψη διδάσκουν, κάποια σύμβαση δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά επί ασαφών όρων.

 

78.          Επιπρόσθετα, ως προς το ζήτημα των εξυπακουόμενων όρων, στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» (Ανωτέρω), στις σελίδες 554-556, με σχετικές νομολογιακές παραπομπές καταγράφεται περαιτέρω ότι η ύπαρξη εξυπακουόμενων όρων μπορούν να προκύψουν απευθείας είτε από τον Νόμο, είτε ως αποτέλεσμα μιας καλά καθιερωμένης πρακτικής ή εθίμου στον κλάδο που οι συμβαλλόμενοι δραστηριοποιούνται. Ένα παράδειγμα εξυπακουόμενων όρων που προκύπτουν από Νόμοθεσία, συνιστά ο περί Πώλησης Αγαθών Νόμο του 1994 (10(I)/1994) ο οποίος εισαγάγει αυτόματα ‘σιωπηλούς’ όρους[8] σε συμβάσεις πώλησης συγκεκριμένων αγαθών, με σκοπό την προστασία του αγοραστή. Στην παρούσα περίπτωση, δεν εφαρμόζει οποιαδήποτε τέτοια Νομοθεσία. Η σχετική με την παρεμπόδιση και καταπολέμηση της νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νομοθεσία και η εμβέλεια αυτής έχει ήδη σχολιαστεί πιο πάνω, και δεν προκύπτει από τις πρόνοιες αυτής οιοσδήποτε όρος ο οποίος εξυπακούεται ότι εφαρμόζει σε συμβατικές σχέσεις ως η υπό εξέταση. Εξυπακουόμενοι όροι με βάση το «έθιμο» (‘custom’)[9], εφαρμόζουν όπου στον χώρο που συναλλάσονται τα μέρη η εμπορική παράδοση και η συνεπαγόμενη πρακτική έχουν καθιερώσει κάποιο όρο ως αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τη φύση της συγκεκριμένης συναλλαγής. Για να θεωρηθεί ότι έχει στοιχειοθετηθεί εξυπακουόμενος όρος στο συγκεκριμένο πλαίσιο, πρέπει να αποδειχθεί τόσο η ύπαρξη του υπό κρίση όρου καθώς και το γεγονός ότι τυγχάνει γενικής αποδοχής από όλους που συναλλάσονται στο συγκεκριμένο εμπορικό τομέα. Η Εναγόμενη στην παρούσα περίπτωση δεν προσέφερε συγκεκριμένη μαρτυρία σε σχέση με την εφαρμογή των εν λόγω προϋποθέσεων στα πλαίσια συμφωνιών, της φύσης ως η υπό εξέταση. Η σχετική μαρτυρία της επικεντρώθηκε στις υποχρεώσεις της ως πωλήτρια και δικηγόρος, και την σχετική προσωπική της ευθύνη που είχε, υπό αυτήν την ιδιότητα, να ελέγχει την προέλευση των χρημάτων του αγοραστή, αλλά όχι ως προς την ύπαρξη του υπό κρίση όρου στα πλαίσια συμφωνιών κράτησης και την γενική αποδοχή του από όλους που συναλλάσσονται στο ίδιο πλαίσιο. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι δεν δύναται να εξεταστεί η παρούσα περίπτωση ούτε υπό το φως της εν λόγω κατηγορίας εξυπακουόμενων όρων.

 

79.          Συνακόλουθα, δεν μπορεί να κριθεί ότι στην επίδικη συμφωνία κράτησης υπήρχε ή δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις να αποδοθεί εξυπακουόμενος όρος, στην βάση των όσων επικαλείται η εναγόμενη.

 

80.          Ως αποτέλεσμα, κρίνω ότι η Εναγόμενη απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογούσε ως προς την κατ’ισχυρισμόν υποχρέωση του Ενάγοντα, είτε στην βάση του Νόμου ή στην βάση της συμφωνίας κράτησης, να προμηθεύσει την Εναγόμενη με τα στοιχεία που αυτή ζητούσε. Έχοντας υπόψη ότι αυτός ήταν ο λόγος που επικαλέστηκε ως παράβαση από τον Ενάγοντα της μεταξύ τους συμφωνίας και επί του οποίου βασίστηκε η ανταπαίτηση της, η τελευταία είναι καταδικασμένη σε απόρριψη.

 

81.          Από την άλλη, έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου, εφόσον κρίθηκε ότι ο Ενάγοντας δεν είχε υποχρέωση, στα πλαίσια τουλάχιστον της επίδικης συμφωνίας, να προμηθεύσει την Εναγόμενη με τα προαναφερόμενα στοιχεία, κρίνω ότι ο Ενάγοντας πέτυχε να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης που του αντιστοιχούσε σχετικά με τη θέση ότι εξ’υπαιτιότητας της Εναγόμενης δεν εκπληρώθηκε η μεταξύ τους συμφωνία και κατά συνέπεια, με το να μην επιστρέψει ολόκληρη την προκαταβολή στον Ενάγοντα, ενήργησε κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας.

 

82.          Όσο αφορά το δικαίωμα του Ενάγοντα σε αποζημίωση, έχοντας υπόψη τις σχετικές αρχές που παρατέθηκαν ανωτέρω, καταρχάς δεν θεωρώ ότι ο σχετικός όρος της συμφωνίας κράτησης απέβλεπε σε εκφοβισμό του αντισυμβαλλόμενου ώστε να συνιστά ποινική ρήτρα. Αντιθέτως, ρύθμιζε το ζήτημα επιστροφής της ίδιας της προκαταβολής που όφειλε να καταβάλει ο Ενάγοντας στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, σε περίπτωση που ευθύνετο η Εναγόμενη για την μη εκπλήρωση της. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ενώ, ο Ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των €5.000 στην Εναγόμενη, ως η επίδικη προκαταβολή, και η Εναγόμενη επέστρεψε στον ίδιο μόνο το ποσό των €2.000, θεωρώ ότι ο Ενάγοντας έχει αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης σε σχέση με το ύψος της ζημιάς που υπέστη και συνεπώς δικαιούται στο υπόλοιπο της επίδικης προκαταβολής.

  

IX.          ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

83.          Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση στην αγωγή υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, δια της οποίας διατάσσεται η τελευταία όπως καταβάλει στον Ενάγοντα το ποσό των €3.000, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι εξόφλησης του.

 

84.          Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης εναντίον του Ενάγοντα απορρίπτεται.

 

85.          Με δεδομένη την συνεκδίκαση Αγωγής και Ανταπαίτησης, επιδικάζεται ένα σετ εξόδων υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

                                                                                    (Υπ.)............................

                                                                                   Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής 



[1] Βλ. Τεκμήριο 1 ΕΔ-MS, όρος 1.3: «In case the Parties do not execute the Sale and Purchase Agreement in fault of the Purchaser, the Reservation Amount shall be kept by the Vendor, expect in the case the bank rejects the loan of the Purchaser, in which case the Vendor will keep €3.000- (Three Thousand Euro) out of the €5.000- (Five Thousand Euro) reservation fee and will return €2.000 (Two Thousand Euro) to the Purchaser. In the case the parties do not execute the Sale and Purchase Agreement in fault of the Vendor the Reservation Amount shall be returned to the Purchaser immediately following the expiration of the Term plus any expenses incurred by the Purchaser (bank charges, legal fees etc.) ».

 

[2] Βλ. Δ.30 θ.5(5)(iii) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας: « (5) Οποτεδήποτε καταχωρείται έγγραφη μαρτυρία, αυτή συμμορφώνεται με τους ακόλουθους κανόνες:

..........

(iii) είναι σε συμφωνία με τους ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται στο κλητήριο ένταλμα, στην έκθεση απαίτησης ή την υπεράσπιση ή στην ανταπαίτηση, αναλόγως της περιπτώσεως.......» Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου.

[3] Βλ. Τεκμήριο 1 ΕΔ-MS, όρος 1.4: «….This Agreement constitutes the entire agreement between the Parties with respect to the subject matter hereof and cancels any prior agreements and understandings between the Parties hereto with respect to the subject matter hereof…»

[4] Βλ. επίσης King's Development Co Ltd v. Πηλέα (2001) 1 ΑΑΔ 733 και Ιακωβίδης ν. P & A Sfinakia Entertainment Ltd κ.ά, Πολιτική Έφεση 226Α /2018, ημερομηνίας 10.1.2025.

 

[5] Παγιάση κ.α. ν. Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λτδ (1993) 1 Α.Α.Δ. 232 και Dunlop Pneumatic Tyre Co Ltd v. New Garage and Motor Co Ltd [1915] 79 (A.C.). 

[6] Τσιαλής ν. Χατζηανδρέου (Τσιαλή) (2000) 1 Α.Α.Δ. 1250.

[8] Βλ. Άρθρα 14 και 16 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμο του 1994 (10(I)/1994).

[9] Βλ. Hutton v Warren (1836) 1 M & W 466.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο