Χρήστος Αθανασιάδης ν. Χριστάκης Χριστοδούλου, Αρ. Αγωγής 3762/16, 17/2/2026
print
Τίτλος:
Χρήστος Αθανασιάδης ν. Χριστάκης Χριστοδούλου, Αρ. Αγωγής 3762/16, 17/2/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝΜ.Μιλτιάδου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής 3762/16

 

Μεταξύ:

 

                                       Χρήστος Αθανασιάδης                                               

                                                                      Ενάγων

    και

 

                Χριστάκης Χριστοδούλου

                                                  Εναγόμενος

 

                          ---------------------------------

 

Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου, 2025

 

Εμφανίσεις:

Για τον Ενάγοντα: κος Παύλος Μπενάκης  

Για τον Εναγόμενο: κος Σάββας Ζαννούπας  

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των €56.000 πλέον τόκους και έξοδα. Συγκεκριμένα, στην τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγοντας ισχυρίζεται τα ακόλουθα:

Kατά ή περί τις 27/5/2013 στη Λεμεσό ο Εναγόμενος ως αντάλλαγμα προς τον σκοπό εξασφάλισης, εξόφλησης και στα πλαίσια διευθέτησης προφορικής συμφωνίας που έγινε κατά ή περί τις 15/3/2011 για το ποσό των €56.000 σε μετρητά που έλαβε τμηματικά από τον Ενάγοντα την περίοδο από τέλος Μαρτίου 2011 μέχρι τέλος Ιουλίου 2011, υπέγραψε προς όφελος του Ενάγοντα συναλλαγματική και/ή γραμμάτιο και /ή γραμμάτιο κοινού τύπου και/ή γραπτή αναγνώριση χρέους και/ή έγγραφη συμφωνία αποχώρησης του Ενάγοντα ως μετόχου από την εταιρεία SKYRASTONE LTD δια το ποσό των €56.000 και με ημερομηνία λήξεως τις 27/5/2015. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος ότι ο Εναγόμενος θα κατέβαλλε τόκο προς 9% ετησίως από τις 27/5/2013. Ο Εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε στον Ενάγοντα παρόλες τις επανειλημμένες οχλήσεις του τελευταίου.  

Ο Εναγόμενος αντέδρασε στην Αγωγή με την καταχώρηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Εκεί, ο Εναγόμενος αρνείται ότι ο Ενάγοντας του κατέβαλε το ποσό των €56.000 και ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

Μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου σ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε επαγγελματική σχέση δικηγόρου πελάτη όσο και φιλική οικογενειακή σχέση. Ο Εναγόμενος σ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την εκμετάλλευση λατομείου. Κατά ή περί το 2011 ο Ενάγοντας έπεισε τον Εναγόμενο στη δημιουργία της εταιρείας SKYRASTONE LTD και περαιτέρω πρότεινε στον Εναγόμενο την από κοινού εκμετάλλευση του εν λόγω λατομείου μέσα από την εταιρική δομή σε ποσοστό 7500 μετοχές της εν λόγω εταιρείας ο Εναγόμενος και κατά 2500 μετοχές ο Ενάγοντας. Ο Ενάγοντας για την αγορά των μετοχών του στην εν λόγω εταιρεία κατέβαλε στον Εναγόμενο το ποσό των €39000,00. Κατά ή περί τις 27/5/2013 ο Ενάγοντας πρότεινε στον Εναγόμενο την πώληση των μετοχών του στην εν λόγω εταιρεία αντί του ποσού των €56000,00. Ο Εναγόμενος αποδέχθηκε την εν λόγω πρόταση και έτσι, μεταξύ των διαδίκων υπεγράφη η συμφωνία ημερ.27/5/2013 με τίτλο «Συμφωνία Αποχώρησης Μετόχου». Ο Εναγόμενος δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας θα κατέβαλλε προς τον Ενάγοντα το ποσό των €56000,00 σαν αποζημίωση για την πώληση των μετοχών του στην εν λόγω εταιρεία μέχρι τις 27/5/2015. Ο Ενάγοντας περαιτέρω απαίτησε και επέβαλε στον Εναγόμενο την υπογραφή και δεύτερου εγγράφου το οποίο αποκαλούσε «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56.000», σύμφωνα με το οποίο ο Εναγόμενος αναγνώριζε την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των €56000,00 σε διάστημα εικοσιτεσσάρων μηνών από την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου. Κατά τις 27/5/2015 το εν λόγω ποσό καθίστατο ληξιπρόθεσμο και κάθε οφειλόμενο ποσό αμέσως απαιτητό. Η μεταβίβαση των μετοχών και η πληρωμή θα γινόταν ταυτόχρονα.

Ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι υπέγραψε κατά ή περί τις 27/5/2013 το εν λόγω έγγραφο το οποίο όμως ισχυρίζεται ότι ήταν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας ημερ.27/5/2013 της οποίας έγινε παράρτημα και δεν μπορούσε να λειτουργήσει ξεχωριστά. Ο Εναγόμενος έναντι της εν λόγω συμφωνίας κατέβαλε κατά ή περί τις 31/10/2016 το ποσό των €11000,00. Ο Εναγόμενος κάλεσε επανειλημμένα τον Ενάγοντα όπως του μεταβιβάσει τις μετοχές στην εταιρεία και να του καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης των μετοχών, χωρίς όμως οποιοδήποτε αποτέλεσμα.

Ο Εναγόμενος προφορικά και γραπτά με επιστολή του ημερ.16/5/17 προς τον Ενάγοντα τερμάτισε την Συμφωνία ημερ.27/5/2013 και αξίωσε την επιστροφή του ποσού των €11000,00.

Κατά τα λοιπά, ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ζητά την απόρριψη της αγωγής.

Πρόσθετα, ο Εναγόμενος αξιώνει υπό μορφή Ανταπαίτησης τα ακόλουθα:

1.    Aναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση ότι το ισχυριζόμενο γραμμάτιο και/ή συναλλαγματική και/ή γραπτή αναγνώριση χρέους αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας ημερ.27/5/2013 της οποίας ήταν παράρτημα.

2.    Aναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση ότι η συμφωνία ημερ.27/5/2013 τερματίστηκε και δεν έχει οποιαδήποτε ισχύ.

3.    Διαζευκτικά, διάταγμα με το οποίο να τερματίζεται και/ή να καθίσταται ανενεργός η συμφωνία ημερ.27/5/2013.

4.    €11000,00 το οποίο ο Εναγόμενος κατέβαλε στον Ενάγοντα και/ή δυνάμει των αρχών της υποκατάστασης και/ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

5.    Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας.

6.    Νόμιμο τόκο.

7.    Έξοδα.

Ο Ενάγοντας καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση καθώς και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση.

Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, ο Ενάγοντας αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου. Επίσης, αρνείται ότι υπήρχε οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση μεταξύ των διαδίκων πλην της εγγραφής της εταιρείας SKYRASTONE LTD. Επίσης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ουδέποτε ήταν ιδιοκτήτης ή κάτοχος ή διαχειριστής λατομείου. Ως ισχυρίζεται, κατά ή περί το 2011 ο Εναγόμενος πρότεινε στον Ενάγοντα την ίδρυση και/ή εγγραφή εταιρείας για εκμετάλλευση, ως ο ίδιος ανέφερε, ιδιόκτητου ακινήτου του στην Πάφο, ως λατομείο. Με την ίδρυση της εταιρείας και την εγγραφή της ο Ενάγοντας έλαβε ποσοστό 25% και ο Εναγόμενος 75% του μετοχικού κεφαλαίου. Μετά την εγγραφή της εταιρείας, ο Εναγόμενος ζήτησε από τον Ενάγοντα όπως του δανείσει το χρηματικό ποσό των €56,000 λόγω κάποιων οικονομικών και/ή άλλων προβλημάτων που αντιμετώπιζε, δηλώνοντας στον Ενάγοντα ότι θα του το επέστρεφε σε έξι μήνες και έτσι, ο Ενάγοντας από τα τέλη Μαρτίου 2011 μέχρι και τον Ιούλιο 2011 κατέβαλε στον Εναγόμενο ως δάνειο σε μετρητά το ποσό των €56,000. Ο Εναγόμενος ζήτησε παρατάσεις και περί τον Μάιο του 2013 ο Ενάγοντας αποδέχτηκε, νοουμένου ότι θα υπέγραφε συναλλαγματική και/ή γραμμάτιο και /ή γραμμάτιο κοινού τύπου και/ή γραπτή αναγνώριση χρέους. Την 27/5/2013 ο Εναγόμενος υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο. Μετά την υπογραφή του ο Εναγόμενος ζήτησε από τον Ενάγοντα όπως του μεταβιβάσει και το 25% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Ο Ενάγοντας, για να ικανοποιήσει τον Εναγόμενο, υπέγραψε έγγραφη συμφωνία ημερ.27/5/2013. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε τερμάτισε την εν λόγω Συμφωνία.  

Με την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εισέπραξε το ποσό των €11.000 και αρνείται ότι υπήρξε παράβαση εκ μέρους του της εν λόγω συμφωνίας. Αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και ζητά την απόρριψη της Ανταπαίτησης.

Σημειώνω ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. 

Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι αν και στο τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα ο Ενάγοντας δικογραφεί διάφορες βάσεις αγωγής, εντούτοις κατά την ακροαματική διαδικασία αυτός δήλωσε ότι προωθεί την παρούσα αγωγή στη βάση γραπτής αναγνώρισης χρέους.  

Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά δύο μάρτυρες. O Eνάγοντας (Μ.Ε.1) και ο Εναγόμενος (Μ.Υ.1). Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν 7 τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή.

Το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας.  Όμως, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε.

Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο Μ.Ε.1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α). Εκεί, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα:

Με τον Εναγόμενο είχε στενή προσωπική και οικογενειακή σχέση και ουδέποτε είχε επαγγελματική σχέση δικηγόρου – πελάτη. Περί τις αρχές του έτους 2011 ο Εναγόμενος του τηλεφώνησε προτείνοντας του την ίδρυση και/ή εγγραφή εταιρείας με σκοπό την λατόμευση της πέτρας με τη συμμετοχή του σε ποσοστό 25% και να ήταν ο γραμματέας της εταιρείας χωρίς να βάλει οποιοδήποτε κεφάλαιο/ποσό και ο Εναγόμενος θα συμμετείχε με ποσοστό 75% και θα ήταν ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας. Ως εκ τούτου, ξεκίνησε την εγγραφή της εταιρείας η οποία ολοκληρώθηκε στις 11/3/2011 με την ονομασία SKYRASTONE LTD. Μετά την ίδρυση της εταιρείας, ο Εναγόμενος του ζήτησε να τον βοηθήσει οικονομικά και του ανέφερε ότι τα χρήματα που θα του δάνειζε θα του τα επέστρεφε σε έξι μήνες. Ο Ενάγοντας του ανέφερε ότι θα του δάνειζε τα χρήματα σε λίγες ημέρες που θα έληγε ένα γραμμάτιο που είχε ο πατέρας του στην ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς επ’ ονόματι του και το οποίο θα του μεταβίβαζε. Την 22/3/2011 πήρε τα χρήματα και την επόμενη μέρα μετέβηκε ο Εναγόμενος στο σπίτι του και του έδωσε σε μετρητά το ποσό των €20000 χωρίς να υπογράψει κάτι και χωρίς να του δώσει απόδειξη. Ο Ενάγοντας ανέφερε στον Εναγόμενο ότι θα σημειώνει την ημερομηνία και τα χρήματα. Από τότε μέχρι την 22/7/2011 σε διάφορες ημερομηνίες επικοινωνούσε μαζί του ο Εναγόμενος και έδινε σε αυτόν διάφορα χρηματικά ποσά σε μετρητά ή επιταγές συνολικού ύψους €56.000.

Με την πάροδο των έξι μηνών ο Εναγόμενος δεν του επέστρεψε τα χρήματα και  ζήτησε διάφορες παρατάσεις. Τον Μάιο του 2013 του ανέφερε ότι δεν πάει άλλο να καθυστερεί και τον ενημέρωσε ότι επιθυμούσε να γίνει μια γραπτή Συμφωνία. Περί τα μέσα Μαΐου του 2013 συναντήθηκαν στο γραφείο του όπου και σύνταξε το έγγραφο με τίτλο «ΚΑΛΟΝ ΔΙΑ». Δεν το υπέγραψε εκείνη την ημέρα αλλά στις 27/5/2013 όπου μετέβηκε και πάλιν στο γραφείο του όπου στην παρουσία δύο μαρτύρων που κάλεσε από το διπλανό γραφείο, υπέγραψε για το ποσό των  €56000 το έγγραφο με τίτλο  «ΚΑΛΟΝ ΔΙΑ».

Μετά την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου και αφού οι μάρτυρες είχαν αποχωρήσει, ο Εναγόμενος ζήτησε στον Ενάγοντα να του μεταβιβάσει εκείνη την ώρα με έγγραφο το ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου που είχε στην εταιρεία. Του ανέφερε ότι αυτό θα εγίνετο με την ταυτόχρονη εξόφληση του ποσού των €56.000 και σύνταξε το έγγραφο μεταβίβασης μετοχών αφού συμφώνησαν να αναγραφεί σε αυτό ως «αποζημίωση» το ποσό των €56.000. Συμφώνησαν να επισυναφθεί στο έγγραφο με τίτλο «Συμφωνία Μεταβίβασης Μετοχών», αντίγραφο του εγγράφου με τίτλο  «ΚΑΛΟΝ ΔΙΑ» για να μην υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειτο για αυτό το ποσό και όχι για επιπλέον, το οποίο όμως έγγραφο θα διατηρούσε την αυτοτέλεια του.  Την «Συμφωνία Μεταβίβασης Μετοχών» την υπέγραψαν στις 27/5/2013 αλλά μετά την υπογραφή του εγγράφου με τίτλο «ΚΑΛΟΝ ΔΙΑ».

Στη λήξη της συμφωνίας «ΚΑΛΟΝ ΔΙΑ» κάλεσε τον Εναγόμενο να τον εξοφλήσει και να του μεταβιβάσει το ποσοστό μετοχών που κατείχε στην εταιρεία αλλά δεν το έπραξε και ζήτησε παρατάσεις. Στις 28/11/16 ο Ενάγοντας απέστειλε στον Εναγόμενο ταχυδρομικώς επιστολή με την οποία τον καλούσε να τον εξοφλήσει. Μέχρι σήμερα δεν το έπραξε ούτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι.

Προς απόδειξη των ισχυρισμών του ο Μ.Ε.1 κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 έως 4.

Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος (Μ.Υ.1) για την προώθηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο Μ.Υ.1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β). Εκεί, ο Εναγόμενος αρνείται ότι ο Ενάγοντας του κατέβαλε το ποσό των €56.000 και ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

Μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου σ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε επαγγελματική σχέση δικηγόρου πελάτη όσο και φιλική οικογενειακή σχέση. Ο Εναγόμενος σ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την εκμετάλλευση λατομείου. Κατά ή περί το 2011 ο Ενάγοντας έπεισε τον Εναγόμενο στη δημιουργία της εταιρείας SKYRASTONE LTD και περαιτέρω πρότεινε στον Εναγόμενο την από κοινού εκμετάλλευση του εν λόγω λατομείου μέσα από την εταιρική δομή σε ποσοστό 7500 μετοχές της εν λόγω εταιρείας ο Εναγόμενος και κατά 2500 μετοχές ο Ενάγοντας. Ο Ενάγοντας για την αγορά των μετοχών του στην εν λόγω εταιρεία κατέβαλε στον Εναγόμενο το ποσό των €39000,00.

Κατά ή περί τις 27/5/2013 ο Ενάγοντας πρότεινε στον Εναγόμενο την πώληση των μετοχών του στην εν λόγω εταιρεία αντί του ποσού των €56000,00. Ο Εναγόμενος αποδέχθηκε την εν λόγω πρόταση και έτσι, μεταξύ των διαδίκων υπεγράφη η συμφωνία ημερ.27/5/2013 με τίτλο «Συμφωνία Αποχώρησης Μετόχου», την οποία συνέταξε ο Ενάγοντας. Σύμφωνα με την εν λόγω Συμφωνία, ο αποχωρών μέτοχος θα ήταν ο Ενάγοντας και ο μέτοχος που θα παρέμεινε ως ο απόλυτος ιδιοκτήτης της εταιρείας ήταν ο Εναγόμενος.

Ο Εναγόμενος δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας θα κατέβαλλε προς τον Ενάγοντα το ποσό των €56000,00 σαν αποζημίωση για την πώληση των μετοχών του στην εν λόγω εταιρεία μέχρι τις 27/5/2015. Ο Ενάγοντας περαιτέρω απαίτησε και επέβαλε στον Εναγόμενο την υπογραφή και δεύτερου εγγράφου το οποίο αποκαλούσε «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56.000», σύμφωνα με το οποίο ο Εναγόμενος αναγνώριζε την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των €56000,00 σε διάστημα εικοσιτεσσάρων μηνών από την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου. Κατά τις 27/5/2015 το εν λόγω ποσό καθίστατο ληξιπρόθεσμο και κάθε οφειλόμενο ποσό αμέσως απαιτητό. Η μεταβίβαση των μετοχών και η πληρωμή θα γινόταν ταυτόχρονα.

Ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι υπέγραψε κατά ή περί τις 27/5/2013 το εν λόγω έγγραφο το οποίο όμως ισχυρίζεται ότι ήταν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας ημερ.27/5/2013 της οποίας έγινε παράρτημα και δεν μπορούσε να λειτουργήσει ξεχωριστά. Ο Εναγόμενος έναντι της εν λόγω συμφωνίας κατέβαλε κατά ή περί τις 31/10/2016 το ποσό των €11000,00 σε μετρητά, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απόδειξη από τον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος κάλεσε επανειλημμένα τον Ενάγοντα όπως του μεταβιβάσει τις μετοχές στην εταιρεία και να του καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης των μετοχών, χωρίς όμως οποιοδήποτε αποτέλεσμα.

Ο Εναγόμενος προφορικά και γραπτά με επιστολή του ημερ.16/5/17 προς τον Ενάγοντα τερμάτισε την Συμφωνία ημερ.27/5/2013 και αξίωσε την επιστροφή του ποσού των €11000,00. Ως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος, αρνιόταν να καταβάλει εκ νέου στον Ενάγοντα το ποσό των €11000,00 και έτσι, δεν υλοποιείτο η Συμφωνία. Ο Ενάγοντας με την ως άνω στάση του καταδεικνύει πρόθεση να μην συμμορφωθεί με τη συμφωνία ημερ.27/5/2013 για μεταβίβαση των μετοχών του. Έτσι, τόσον προφορικά όσο και με επιστολή ημερ.16/5/2017 προς τον Ενάγοντα, τερμάτισε τη συμφωνία ημερ.27/5/2013.

Προς απόδειξη των ισχυρισμών του ο Μ.Υ.1 κατέθεσε τα Τεκμήρια 5 και 6. Επίσης, κατά την αντεξέτασή του κατέθεσε το Τεκμήριο 7.  

Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, κρίνω ορθό όπως αναφέρω αρχικά ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι:

-       Υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων η Συμφωνία Αποχώρησης Μετόχου στις 27/5/2013.

-       Υπεγράφη από τον Εναγόμενο το Έγγραφο με τίτλο «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56.000» επίσης στις 27/5/2013.

Όμως, ο κάθε ένας εκ των μερών δίδει την δική του εκδοχή ως προς τα περιστατικά τα οποία περιβάλλουν την παρούσα.

 

Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας.

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου.  Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα γίνει με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές, τη λογικοφάνεια και πειστικότητα της εκδοχής που παρουσιάζεται, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο ειδώλιο του μάρτυρα (C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου (1999) Α.Α.Δ.1273 και Ζαβρού v. Χαραλάμπους (1996) 1 Α.Α.Δ.1447)

Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνεται επίσης υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, οι αντιδράσεις τους και γενικά η όλη συμπεριφορά τους, καθώς επίσης το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας (Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ.676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ.614). 

Είναι δε καλά γνωστό ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (Ε.Γ. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2017, ημερομηνίας 15.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B428 και  Παρλάτα ν. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση Αρ.387/09, ημερ.21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ.1056) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 135).

Nοείται βέβαια ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με κριτήριο τις δικογραφημένες προτάσεις των μερών και αντιπαραβολή με αυτές (Παπαγεωργίου v Κλάππας Investment Services Ltd (1991) 1 A.A.Δ.24).

Ξεκινώ από τον Μ.Ε.1. Ο εν λόγω μάρτυρας υποστήριξε έντονα ότι το Έγγραφο με τίτλο «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56.000» ημερ.27/5/2013 είναι ανεξάρτητο από την Συμφωνία Αποχώρησης Μετόχου ημερ.27/5/2013 (Τεκμήριο 3).

Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 όσον αφορά το Τεκμήριο 3 και σε ερώτηση του συνηγόρου του Εναγομένου ότι το Παράρτημα Α, ήτοι το έγγραφο με τίτλο «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56.000» δεν ήταν ξεχωριστό έγγραφο αλλά αναπόσπαστο μέρος του Τεκμηρίου 3, αυτός δεν συμφώνησε. Ως ανέφερε, όταν συζητούσαν για το ποσό που δάνεισε στον Εναγόμενο και όταν υπέγραψε το Παράρτημα Α και αποχώρησαν οι μάρτυρες, για πρώτη φορά έθεσε το θέμα των μετοχών. Οπόταν, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ανέφερε στον Εναγόμενο ότι θα του χάριζε τις μετοχές αφού πρώτα του έδιδε τα χρήματα που του όφειλε. Έτσι, ως περαιτέρω ισχυρίστηκε, καταρτίστηκε, την ίδια ημέρα, πρώτα το Παράρτημα Α και μετέπειτα η Συμφωνία (Τεκμήριο 3) και ο Ενάγων ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι πρώτα θα ίσχυε το Παράρτημα Α και μετά η Συμφωνία (Τεκμήριο 3). Τα εν λόγω έγγραφα καταρτίστηκαν την ίδια ημέρα με διάστημα μιας ώρας περίπου.  Συμφώνησαν, ως ισχυρίζεται, να επισυναφθεί το έγγραφο με τίτλο «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56.000» ως Παράρτημα στη Συμφωνία, χωρίς όμως να χάνει την αυτοτέλεια του για να μην καταβάλει ο Εναγόμενος δύο φορές το ίδιο ποσό.

Σε υποβολή του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι η συμφωνία ήταν αυτή που αναγράφει το Τεκμήριο 3, δηλαδή θα του έδιδε €56.000 με αντάλλαγμα τις μετοχές, ο Μ.Ε.1 δεν συμφώνησε.  Περαιτέρω, σε υποβολή του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι πρώτα καταρτίστηκε η Συμφωνία και μετά το Παράρτημα Α, ο Μ.Ε.1 επίσης δεν συμφώνησε. Ως ανέφερε, σε διάστημα 6 μηνών δάνεισε στον Εναγόμενο το ποσό των €56.000 χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απόδειξη αφού του ανέφερε ότι θα τα σημειώνει και αυτός και ο Εναγόμενος, λόγω της στενής οικογενειακής φιλίας που είχαν. Ο Ενάγοντας, ως ισχυρίστηκε, κατέγραφε τα ποσά που του έδιδε σε ένα φάκελο αλλά όχι όλα. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι ο Ενάγοντας δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου τις ισχυριζόμενες καταγραφές, προς απόδειξη των όσων ανέφερε. Εκείνο που κατέθεσε ως Τεκμήριο (Τεκμήριο 1) ήταν μια απόδειξη της Σ.Π.Ε Μ.Γειτονιάς, με όνομα πελάτη Σάββας Αθανασιάδης, με επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ στο όνομά του, ισχυριζόμενος ότι έλαβε τα χρήματα που δάνεισε στον Εναγόμενο από ένα γραμμάτιο που κατείχε ο πατέρας του και έληξε. 

Σε υποβολή του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι η διαφορά των διαδίκων ήταν για το ποσό των €56.000 που αφορούσε αγορά μετοχών και το πρόβλημα προέκυψε όταν ο Εναγόμενος στις 31/10/2016 κατέβαλε στον Ενάγοντα το ποσό των €11.000 αλλά ο Ενάγοντας δεν του εξέδωσε απόδειξη, ο Ενάγοντας αρνήθηκε και ανέφερε ότι ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τον Εναγόμενο.

Ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1) δεν δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η όλη εκδοχή του δεν είναι πειστική, στερείται λογικής ενώ κάποια από τα κατατεθειμένα Τεκμήρια (για τα οποία κάνω ειδική αναφορά κατωτέρω) διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του.

Ξεδιπλώνω ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου.

Από μια απλή ανάγνωση της Συμφωνίας Αποχώρησης Μετόχου ημερ.27/5/2013 (Τεκμήριο 3) και συγκεκριμένα της παραγράφου 3 αυτής, προκύπτει ότι το ποσό των €56.000 θα καταβάλλετο ως αποζημίωση από τον μέτοχο που θα παρέμενε στον μέτοχο που θα αποχωρούσε από την εταιρεία ενώ φωτοαντίγραφο σχετικού εγγράφου με τίτλο «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56.000» επισυνάπτετο ως «παράρτημα Α» ως αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας. Τα όσα ανέφερε συνεπώς ο εν λόγω μάρτυρας δεν υποστηρίζονται από το Τεκμήριο 3.  Θα ήταν βεβαίως αναμενόμενο από έναν δικηγόρο ως είναι ο Ενάγων, ιδιότητα την οποία δεν αμφισβήτησε, να λάμβανε αποδείξεις για χρήματα τα οποία έδιδε σε οιονδήποτε ακόμη και σε κάποιον στενό οικογενειακό του φίλο. Είναι επίσης άξιον απορίας γιατί, όντας δικηγόρος ο Ενάγων, αποδέχθηκε, αφού ως ισχυρίζεται το Έγγραφο «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56.000» προηγήθηκε και ήτο ανεξάρτητο, να επισυναφθεί στη Συμφωνία αποχώρησης μετόχου (Τεκμήριο 3) και να αποτελεί έτσι, αναπόσπαστο μέρος, ως εκεί καταγράφεται. Και κάτι άλλο. Γιατί αφού, ως ισχυρίστηκε ο Ενάγων δάνεισε το ποσό των €56.000 στον Εναγόμενο, αποδέχθηκε το εν λόγω ποσό να χαρακτηριστεί ως «αποζημίωση» στο Τεκμήριο 3.

H μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν ήταν πειστική εφόσον στηρίχθηκε σε δεδομένα και έγγραφα που δεν τεκμηρίωναν λογικά τα όσα υποστήριζε. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι ο Μ.Ε.1 δεν ήταν μάρτυρας αλήθειας. Συνεπώς, η μαρτυρία του κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτεται καθ' ολοκληρία.

Από την άλλη, ο Μ.Υ.2 πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου άφησε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με ευθύτητα και σαφήνεια. Η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από λογική και δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις.

Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι το Έγγραφο με τίτλο «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56.000» είναι παράρτημα της Συμφωνίας Αποχώρησης Μετόχου (Τεκμήριο 3) και επομένως, αναπόσπαστο μέρος αυτής.

Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.1 όσον αφορά το έγγραφο με τίτλο «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56.000» (Τεκμήριο 2), επανέλαβε ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν Παράρτημα της Συμφωνίας Αποχώρησης Μετόχου (Τεκμήριο 3) την οποία και απέκρυψε ο Ενάγοντας από το Δικαστήριο και ότι δεν μπορούσαν τα δύο έγγραφα να λειτουργήσουν ξεχωριστά. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας ερωτήθηκε εάν έχει την επιστολή τερματισμού ημερ.16/5/17 την οποία ισχυρίστηκε ότι απέστειλε με αυτόν να απαντά ότι την έχει και την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 7. Ερωτηθείς όμως για το πως εστάλη η εν λόγω επιστολή, απάντησε ότι δεν θυμάται και ότι δεν γνωρίζει. Ακολούθως, σε ερώτηση του συνηγόρου του Ενάγοντα για το ποιος την έστειλε, αρχικά ο μάρτυρας απάντησε ότι την έστειλε ο δικηγόρος του ενώ μετέπειτα απάντησε ότι την έστειλε ο ίδιος. Σε περαιτέρω ερώτηση εάν την εν λόγω επιστολή την βλέπει τώρα για πρώτη φορά, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμάται. 

Ακολούθως, σε υποβολή του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι ο Ενάγοντας του κατέβαλε σε αυτόν σε μετρητά το ποσό των €56,000 και είχε υποχρέωση να του τα επιστρέψει σε 24 μήνες, ο μάρτυρας απάντησε ότι το εν λόγω ποσό ήταν η αποχώρηση μετόχων και το έγγραφο «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56,000» ήταν Παράρτημα και δεν μπορούσε να λειτουργήσει ξεχωριστά.

Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.1, ερωτήθηκε και για ζητήματα τα οποία δεν δικογραφούνται τα οποία και δεν θα επαναλάβω αφού αυτά δεν θα ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο. 

Παρακολουθώντας τον εν λόγω μάρτυρα στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, παρατήρησα ότι γενικά απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις ενώ δεν διέκρινα  οποιαδήποτε υπερβολή. Όμως, ο Μ.Υ.1 δεν με έπεισε για τον ισχυρισμό του ότι κατά ή περί τις 31/10/2016 κατέβαλε το ποσό των €11.000 στον Ενάγοντα, έναντι της συμφωνίας τους. Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτός δεν υποστηρίχθηκε από οποιοδήποτε Τεκμήριο. Τα Τεκμήρια τα οποία κατέθεσε κρίνω ότι σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύουν τον εν λόγω ισχυρισμό του και συνεπώς, δεν αποδέχομαι το μέρος αυτό της μαρτυρίας του. Επίσης, ο Μ.Υ.1 δεν με έπεισε ότι απέστειλε στον Ενάγοντα την επιστολή ημερ.16/5/2017 την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, αφού δεν θυμόταν πως στάληκε, αν την υπέγραψε, αν την έβλεπε πρώτη φορά, και γενικά δεν με έπεισε σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας του και συνεπώς, επίσης δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του αυτό.

Το γεγονός ότι δεν αποδέχτηκα το ανωτέρω μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, σαφέστατα και δεν αλλοιώνει την θετική εντύπωση που αποκόμισα από αυτόν. Συνεπώς, πλην των ανωτέρω ισχυρισμών του, κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του Μ.Υ.1 γίνεται αποδεκτή.

Σε σχέση με την ανταπαίτηση βεβαίως λαμβάνω υπόψη μου το βάρος απόδειξης το οποίο βρίσκεται στους ώμους του Εναγόμενου και θα εξεταστεί κατωτέρω κατά πόσο έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό.

Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι ο Μ.Υ.1 αποτέλεσε μάρτυρα αλήθειας και το Δικαστήριο δύναται, αποδεχόμενο την μαρτυρία του, πλην του μέρους που ανέφερα ανωτέρω, ως αξιόπιστη, να βασιστεί σε αυτήν για να εξάγει συμπεράσματα.

Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Έχω μελετήσει με προσοχή τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς και τα έχω λάβει υπόψη για τους σκοπούς έκδοσης της απόφασης μου.

 

Με βάση λοιπόν τη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:

Μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου σ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε επαγγελματική σχέση δικηγόρου πελάτη όσο και φιλική οικογενειακή σχέση. Ο Εναγόμενος σ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την εκμετάλλευση λατομείου. Κατά ή περί το 2011 ο Ενάγοντας έπεισε τον Εναγόμενο στη δημιουργία της εταιρείας SKYRASTONE LTD και περαιτέρω πρότεινε στον Εναγόμενο την από κοινού εκμετάλλευση του εν λόγω λατομείου μέσα από την εταιρική δομή σε ποσοστό 7500 μετοχές της εν λόγω εταιρείας ο Εναγόμενος και κατά 2500 μετοχές ο Ενάγοντας. Έτσι, στις 11/3/2011 ενεγράφη η εταιρεία SKYRASTONE LTD στην οποία ο Ενάγοντας κατείχε 2500 μετοχές και ο Εναγόμενος 7500 μετοχές.

Κατά ή περί τις 27/5/2013 ο Ενάγοντας πρότεινε στον Εναγόμενο την πώληση των μετοχών του στην εν λόγω εταιρεία αντί του ποσού των €56.000. Ο Εναγόμενος αποδέχθηκε την εν λόγω πρόταση και έτσι, μεταξύ των διαδίκων υπεγράφη η Συμφωνία Αποχώρησης Μετόχου ημερ.27/5/2013 την οποία συνέταξε ο Ενάγοντας. Σύμφωνα με την εν λόγω Συμφωνία, ο Εναγόμενος θα ήταν ο Μέτοχος που παραμένει και ο Ενάγοντας ο Μέτοχος που αποχωρεί.

Ο Εναγόμενος, δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας Αποχώρησης Μετόχου ημερ.27/5/2013 θα κατέβαλλε προς τον Ενάγοντα το ποσό των €56.000 σαν αποζημίωση για την πώληση των μετοχών του στην εν λόγω εταιρεία μέχρι τις 27/5/2015. Επίσης, σύμφωνα με την εν λόγω Συμφωνία, ταυτόχρονα με την πληρωμή του ανωτέρω ποσού από τον μέτοχο που παραμένει στον μέτοχο που αποχωρεί, ο τελευταίος θα εκχωρήσει και παραχωρήσει στον μέτοχο που παραμένει το 25% (2500 μετοχές) του κεφαλαίου της εταιρείας που κατέχει, υπογράφοντας οποιοδήποτε έγγραφο ή τύπο ή ειδοποίηση στον Έφορο Εταιρειών Κύπρου ή άλλη αρχή.

Μετά από απαίτηση του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος υπέγραψε επίσης στις 27/5/2013 και το έγγραφο με τίτλο «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56.000», το οποίο ήταν Παράρτημα Α της Συμφωνίας Αποχώρησης Μετόχου ημερ.27/5/2013 και αναπόσπαστο μέρος αυτής. Σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο, ο Εναγόμενος αναγνώριζε την υποχρέωση να καταβάλει το εν λόγω ποσό των €56.000 σε διάστημα εικοσιτεσσάρων μηνών από την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου, δηλαδή μέχρι τις 27/5/2015. Η μεταβίβαση των μετοχών και η πληρωμή θα γινόταν ταυτόχρονα. Λόγω του ότι υπήρξε ρήξη στην σχέση των διαδίκων, ο Ενάγοντας δεν μεταβίβασε στον Εναγόμενο τις μετοχές του και ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε στον Ενάγοντα την συμφωνηθείσα αποζημίωση για το ποσό των €56.000.

Προχωρώ να εξετάσω εάν ο Ενάγοντας απέδειξε την αξίωσή του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων.

 

Ως έχω αναφέρει παρόλο που στην τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγοντας διατύπωσε αριθμό διαζευκτικών προτάσεων ως προς τη βάση της αγωγής του, εντούτοις, κατά την πρώτη ακροαματική συνεδρία στις 10.10.2024 επέλεξε τη βάση της αξίωσης που θα προωθούσε. Συγκεκριμένα, προώθησε την θέση ότι το επίδικο έγγραφο με τίτλο «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ €56.000» (Τεκμήριο 2 και Παράρτημα Α του Τεκμηρίου 3) αποτελούσε γραπτή αναγνώριση χρέους και ότι συνεπώς, αυτή ήταν η μοναδική αιτία αγωγής.

 

Έχοντας αφενός υπόψιν μου ότι δεν αποδέχτηκα την μαρτυρία του Ενάγοντα και αφετέρου ότι αποδέχτηκα την θέση της υπεράσπισης ότι το Τεκμήριο 2 είναι το «Παράρτημα Α» Συμφωνίας Αποχώρησης Μετόχου (Τεκμήριο 3) και συνεπώς, αναπόσπαστο μέρος αυτής, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε συμπέρασμα περί γραπτής αναγνώρισης χρέους και συγκεκριμένα, ότι το εν λόγω τεκμήριο αποτελεί γραπτή αναγνώριση χρέους.

 

Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και αν το Δικαστήριο αποδεχόταν την ύπαρξη της γραπτής αναγνώρισης χρέους, αυτή δεν θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της ξεχωριστή αιτία αγωγής, σύμφωνα με την σχετική επί του θέματος νομολογία. Παραπέμπω στην Νικόλας και Χρίστος Ιγνατίου κ.ά. ν. Λεμονάρη (2004) 1 (Γ) Α.Α.Δ.1562, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής στη σελίδα 1566:

 

«Κατ' αρχή και σύμφωνα με τη νομολογία όσον αφορά εναλλακτική βάση αγωγής, αυτή της «αναγνώρισης χρέους», ούτε αναγνωρίζεται ούτε συνιστά αυτοτελή βάση. Έγγραφο που περιέχει δήλωση η οποία συνιστά αναγνώριση χρέους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής ως π.χ. για παράβαση συμφωνίας δανείου. Το ίδιο όμως το έγγραφο δεν συνιστά βάση αγωγής. (Βλέπε: D & G Products Ltd. ν. Χαράλαμπου Αναστασίου, Πολιτική Έφεση 10744, ημερ.13.9.2002

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω λοιπόν, η απαίτηση του Ενάγοντα, είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. 

 

Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσον με βάση όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, ο Εναγόμενος απέδειξε την Ανταπαίτησή του.

 

Με βάση τα ανωτέρω ευρήματά μου, δεν έχω αποδεχτεί ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε στον Ενάγοντα το ποσό των €11,000. Συνεπώς, ο Εναγόμενος δεν απέδειξε το αιτητικό υπό στοιχείο 4 της Ανταπαίτησης του και κρίνω ότι αυτό θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Σε σχέση με το αιτητικό υπό στοιχείο 2 της Ανταπαίτησης, επίσης δεν έχω αποδεχθεί ότι ο Εναγόμενος απέστειλε στον Ενάγοντα την επιστολή ημερ.16/5/2017 (Τεκμήριο 7). Ως εκ τούτου, το αιτητικό υπό στοιχείο 2 της Ανταπαίτησης του εκ των πραγμάτων, επίσης θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Όσον αφορά τώρα τα αιτητικά υπό στοιχεία 1 και 3 της Ανταπαίτησης, αυτά φαίνεται να προωθήθηκαν στη βάση της απαίτησης του Εναγόμενου ως η αξίωση υπό στοιχείο 4 της Ανταπαίτησης. Με δεδομένη την απόρριψη του εν λόγω αιτητικού της Ανταπαίτησης και έχοντας υπόψιν ότι τα αιτητικά υπό στοιχεία 1 και 3 της Ανταπαίτησης προωθήθηκαν ουσιαστικά ως υπόβαθρο για την προώθηση του αιτητικού υπό στοιχείο 4 της Ανταπαίτησης, η όποια κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς τα αιτητικά υπό στοιχεία 1 και 3 της Ανταπαίτησης μόνο ακαδημαϊκή και όχι ουσιαστική σημασία θα είχε.

 

Εξάλλου, για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ της έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, θα πρέπει να προκύπτει κάποιο χειροπιαστό όφελος για τον ενάγοντα (Maerkle v British and Continental Fur Co Ltd (1954) 3 All E.R. 50 C.A.). Τα Δικαστήρια δεν εκδίδουν αναγνωριστικές αποφάσεις για ακαδημαϊκά και μόνο ερωτήματα (Howard v Pickford Tool Co Ltd (1951) 1 KB 417 C.A.) ή όπου η απάντηση στο ερώτημα θα είναι μάταιη ή άνευ ουσιαστικής σημασίας (βλ. Πεκρής ν Τζιαννάρου κ.ά., Πολ.Έφ.93/11 ημερ.18.1.2016).  

 

Τέλος, σε σχέση με τις αποζημιώσεις τις οποίες αξιώνει ο Εναγόμενος με το αιτητικό υπό στοιχείο 5 της Ανταπαίτησης του, αυτές δεν έχουν εν τέλει προωθηθεί από αυτόν και ως εκ τούτου, κρίνω ότι το εν λόγω αιτητικό της Ανταπαίτησης έχει εν τέλει εγκαταλειφθεί.

 

Με βάση συνεπώς όλα όσα ανέφερα ανωτέρω, φρονώ ότι η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητά της. 

 

Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, δεν μπορώ να μην σχολιάσω την εισήγηση του συνηγόρου του Ενάγοντα κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων για το γεγονός ότι παρόλο που στην Έκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και η αποκατάσταση, αυτό δεν κωλύει τον Ενάγοντα από του να αξιώσει και να του αποδοθεί θεραπεία σε τέτοια νομική βάση.

 

Το Δικαστήριο κατά πάγια νομολογία, δύναται να αποδώσει θεραπεία σε Ενάγοντα αν από τα δικογραφημένα γεγονότα και τα ευρήματα του δικαστηρίου προκύπτει νομική βάση αγωγής άλλη από αυτήν που ο Ενάγων δικογράφησε ρητά (βλ. Stylianou v. Papakleovoulou (1982) 1 C.L.R 542, Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian (1992) 1 (A) A.A.Δ.400, Χρυσάνθου v. Παγκρατίου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ.675, Πολυκάρπου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.α (2011) 1 Α Α.Α.Δ.324 και D & G Products Ltd v. Πάμπου άλλως Χαράλαμπου Αναστασίου (2002) 1 Α.Α.Δ.1400.

 

Το άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί τα ακόλουθα:

 

«70. Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε».

Το πιο πάνω άρθρο, αποτελεί, στην Κύπρο, νομοθετική έκφανση του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το Δικαστήριο στην Κύπρο, λόγω της ύπαρξης της διάταξης αυτής δεν χρειάζεται, ώστε να δύναται να αποδώσει θεραπεία, ούτε να εξάξει τη δημιουργία, είτε εξυπακουόμενης σύμβασης, είτε εξυπακουόμενου όρου σε σύμβαση, εκεί όπου δεν υπάρχει ρητά, ούτε να ανατρέξει στο δίκαιο της επιείκειας όπου εδράζεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός. Μπορεί να αποδώσει θεραπεία στη βάση της πιο πάνω ρητής νομοθετικής διάταξης.

Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου, ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ, Τόμος Β΄, 2014, στη σελ. 833:

 

«Το άρθρο αυτό χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ευρύτητα. Οι πρόνοιές του επεκτείνονται πολύ πέραν των παραδοσιακών κατηγοριών του κοινοδικαίου αναφορικά με σχέσεις οιονεί συμβατικές (quasi - contract).  Έχει λεχθεί ότι το άρθρο 70 έχει ως στόχο την εμπέδωση αρχών «αποκατάστασης» (restitution) και της «εξουδετέρωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού» (unjust enrichment) που θα λάμβαναν χώρα εάν κάποιο πρόσωπο μπορούσε να οικειοποιηθεί όφελος το οποίο προσπορίστηκε από νόμιμη πράξη κάποιου άλλου προσώπου, όταν ο τελευταίος ενήργησε νόμιμα και χωρίς πρόθεση να πράξει τούτο χαριστικά. Εκ πρώτης όψεως μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ του αντικειμένου του άρθρου 70 αφενός και ορισμένων περιπτώσεων που αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του δικαίου των συμβάσεων αφετέρου».

 

Και στη σελ. 835:

 

«Ως θέμα νομικής μεθοδολογίας, η ορθή αντιμετώπιση είναι εξέταση κατά πόσο υπάρχει σύμβαση μεταξύ των μερών. Εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε δεν εγείρεται θέμα επίκλησης του άρθρου 70. Το σημαντικό σημείο όμως είναι ότι τα δικαστήρια, εκεί που έχουν στη διάθεσή τους το άρθρο 70 του Νόμου, δεν θα προβούν σε διάφορες επινοήσεις και ακροβατισμούς για να «δημιουργήσουν» σύμβαση μεταξύ των μερών. Αντίθετα, θα επικαλεστούν το άρθρο 70 με σκοπό την επίτευξη δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, χωρίς την ανάγκη επινόησης κάποιας σύμβασης ως του μόνου μέσου απόδοσης νομικής θεραπείας».

 

Στην Ismini Kyriacou HjiLoizi & others vs Irini Iona (1963) 2 CLR 11, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε 4 προϋποθέσεις, η σωρευτική πλήρωση των οποίων, θεμελιώνει το δικαίωμα του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149.  

«On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (a) the act must be done lawfully; (b) for another person; (c) it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (d) the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfilment of the conditions is a question of fact in each case».

Όμως, το Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε την εκδοχή του Ενάγοντα και επαναλαμβάνω τα ανωτέρω ευρήματά μου. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω, κρίνω συνεπώς, πως ο Ενάγοντας δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό βάσει του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149.

Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο Εναγόμενος απέτυχαν να αποδείξουν ο καθένας την απαίτησή του.

 

Συνεπώς, η απαίτηση του Ενάγοντα καθώς και η ανταπαίτηση του Εναγόμενου απορρίπτονται.

 

Όσον αφορά τα έξοδα, αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι η επιδίκαση εξόδων ακολουθεί κατά κανόνα το αποτέλεσμα και βρίσκονται εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η επιδίκαση εξόδων αποτελεί δικαστική κρίση στη βάση της ακολουθίας των εξόδων, ανάλογα με την έκβαση της δίκης, δε χρήζει αιτιολογίας(Παπαϊωάννου v Κωνσταντίνου (2008) I Α.Α.Δ.1083,  Παφίτης v 

Δημητρίου (2000) I Α.Α.Δ. 1402.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της ανωτέρω κατάληξης του Δικαστηρίου,  θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της τόσο σε σχέση με την αγωγή όσο και σε σχέση με την ανταπαίτηση, με δεδομένο το γεγονός ότι αυτές συνεκδικάστηκαν και προσφέρθηκε κοινή μαρτυρία.

 

Συνεπώς, ασκώ την διακριτική μου ευχέρεια και αποφασίζω όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της.  

 

(Υπ.) ………………………….

   Μ. Μιλτιάδου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο