Κλίμακα Εξόδων: € 10,000 – € 50,000
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 1339/2024
(i-Justice)
Μεταξύ:-
Λ. Π.
Ενάγοντα
και
1. Εκδοτικού Οίκου Δία Δημόσια Λτδ
2. Ζήνας Κωνσταντίνου
3. Δημήτρη Μανουσάκη
Εναγομένων
Αίτηση ημερ. 23/12/2024 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων
Ημερομηνία: 06/04/2026
Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα/ Αιτητή: κος Χρίστος Τ. Τιμοθέου για Χ. Τιμοθέου και Λ. Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Εναγόμενους/ Καθ’ ων η Αίτηση: κος Βαλεντίνος Κοντογιάννης για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.ΠΕ.
Ενδιάμεση Απόφαση
Με την παρούσα αίτηση, ο Ενάγοντας εξαιτείται την έκδοση δύο ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων, με τα οποία (1) να απαγορεύεται στους Εναγομένους 1 – 3 (μαζί «οι Εναγόμενοι») να επαναλάβουν τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας είναι «φερόμενος νεκρόφιλος», καθώς και (2) να εμποδίζονται από του να «δημοσιεύουν και/ή προκαλούν τη συγγραφή άρθρων και/ή άλλως ιδίων και ή παρόμοιων και/ή οποιωνδήποτε δυσφημιστικών κειμένων και/ή λιβέλων σε βάρος του Ενάγοντα», μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας Απαίτησης. Αξιώνεται περαιτέρω προστακτικό διάταγμα, με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να αποσύρουν και/ή να διαγράψουν και/ή να κατεβάσουν από την ιστοσελίδα SigmaLive τα επίδικα δημοσιεύματα, στο περιεχόμενο των οποίων αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του Ενάγοντα, καθώς και από ένορκες δηλώσεις άλλων προσώπων στις οποίες θα αναφερθώ πιο κάτω.
Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση ημερομηνίας 20/10/2025, η οποία περιέχει 13 λόγους ένστασης και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Κατερίνας Παναγιώτου, συνεργάτιδας στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Εναγομένους.
Γεγονότα
Τα σχετικά με την παρούσα αίτηση γεγονότα, ως παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις, είναι, συνοπτικά, τα εξής:
Ο Ενάγοντας είναι αστυνομικός στην Αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων Επισκοπής από τις 04/03/1991. Το 2016 προήχθη στον βαθμό του λοχία, τον οποίο φέρει μέχρι και σήμερα.
Όπως αναφέρει, η δράση του και η καθημερινή του επαφή με τους πολίτες και τα οργανωμένα σύνολα, στα οποία συμμετείχε, τον έκαναν γνωστό στους πολίτες των κοινοτήτων, στους οποίους ήταν ιδιαίτερα αγαπητός.
Κατά ή περί τις 31/10/2024, ο Ενάγοντας τέθηκε σε διαθεσιμότητα λόγω διερεύνησης πειθαρχικών παραπτωμάτων εναντίον του. Όπως αναφέρει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο μοναδικός αστυνομικός των Βρετανικών Βάσεων που βρισκόταν σε διαθεσιμότητα. Η απόφαση για τη διαθεσιμότητά του γνωστοποιήθηκε στους συναδέλφους του στις 31/10/2024, μέσω διαταγής του Αρχηγού Αστυνομίας των Βρετανικών Βάσεων. Όπως περαιτέρω αναφέρει, λόγω του ότι ο ίδιος, ως εκ της θέσης του, είχε επαφή με τους κατοίκους των κοινοτήτων και τα οργανωμένα σύνολα, έγινε γνωστό στο κοινό ότι είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα.
Στις 21/11/2024, η Αστυνομία Κύπρου αιτήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την κατακράτηση τεκμηρίων που λήφθηκαν από την κατοικία του στις 20/11/2024, δυνάμει εντάλματος έρευνας, μέχρι την ολοκλήρωση των αστυνομικών εξετάσεων και την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας ήθελε διεξαχθεί σε σχέση με αυτά.
Το βράδυ της ίδιας ημερομηνίας δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα SigmaLive το πρώτο από τα επίδικα δημοσιεύματα, της Εναγομένης 2, με τίτλο: «Αποκλειστικό ΣΙΓΜΑ: Αστυνομικός ΒΒ φέρεται να συνουσιαζόταν με πτώματα»[1].
Περαιτέρω, στο βραδινό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού Σίγμα, Τομές στα Γεγονότα, στις 21/11/2024, δημοσιεύτηκε το δεύτερο επίδικο δημοσίευμα[2].
Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στην πρωινή εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού Σίγμα με την ονομασία «Πρωτοσέλιδο», στις 22/11/2024, δημοσιεύτηκε το τρίτο επίδικο δημοσίευμα[3].
Το βράδυ της ίδιας ημερομηνίας δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα SigmaLive το τέταρτο επίδικο δημοσίευμα, το οποίο είναι το εξής: «Ήξεις αφήξεις από ΒΒ για φερόμενο νεκρόφιλο αστυνομικό – Επιχειρούν συσκότιση» και συνιστά τίτλο δημοσιεύματος στην ιστοσελίδα SigmaLive[4].
Σημειώνεται ότι, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα, στις 22/11/2024 ο Αρχηγός της Αστυνομίας των Βρετανικών Βάσεων απέστειλε σημείωμα στους υπαλλήλους των Βάσεων, στο οποίο αναφέρεται ότι οι αναφορές των μέσων μαζικής ενημέρωσης περιέχουν σημαντικές ανακρίβειες και είναι παντελώς ψευδείς και ότι έχουν διαψευσθεί από την Αστυνομία. Το σχετικό σημείωμα επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 9[5]. Οι Βρετανικές Βάσεις εξέδωσαν και δεύτερη ανακοίνωση στην οποία αναφέρονται στην ύπαρξη ποινικής έρευνας, και πάλι διαψεύδοντας τους ισχυρισμούς περί νεκροφιλίας. Η σχετική ανακοίνωση επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 11[6].
Στις 27/11/2024 δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα SigmaLive το πέμπτο επίδικο άρθρο, της Εναγομένης 2, υπό τον τίτλο: «Τα τεκμήρια που εντοπίστηκαν στην οικία του φερόμενου νεκρόφιλου αστυνομικού»[7].
Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι, από τις εν λόγω αναρτήσεις στην ιστοσελίδα SigmaLive και από όσα λέχθηκαν στο βραδινό δελτίο ειδήσεων στις 21/11/2024, αλλά και στην πρωινή εκπομπή στις 22/11/2024, είναι ξεκάθαρο ότι οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως είναι νεκρόφιλος και ότι ήρθε σε συνουσία με πτώματα, ακόμη και μικρών παιδιών. Επομένως, όπως καταλήγει, τα πιο πάνω δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά για τον ίδιο.
Ο Ενάγοντας αναφέρει περαιτέρω ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι εξ ολοκλήρου ψευδείς, ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα είναι κακόβουλα και αναληθή και ότι έγιναν χωρίς προηγουμένως οι Εναγόμενοι να διερευνήσουν κατά πόσο αυτά που θα μετέδιδαν στο κοινό ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ενώ είχαν υποχρέωση να το πράξουν.
Περαιτέρω, όπως αναφέρει ο Ενάγοντας, τα δημοσιεύματα των Εναγομένων αναδημοσιεύτηκαν από άλλες ιστοσελίδες στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Όπως επίσης αναφέρει, λόγω του ότι ο Ενάγοντας είχε προηγουμένως τεθεί σε διαθεσιμότητα, η αστυνομική υπηρεσία, το πολιτικό προσωπικό και γενικώς όλοι οι εργοδοτούμενοι στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής και Δεκέλειας αντιλήφθηκαν αμέσως ότι τα επίδικα δημοσιεύματα και ρεπορτάζ αφορούσαν το πρόσωπό του.
Οι Εναγόμενοι 1 ενάγονται υπό την ιδιότητά τους ως «ιδιοκτήτες και/ή διαχειριστές του παγκύπριου τηλεοπτικού σταθμού ΣΙΓΜΑ και της ιστοσελίδας SIGMA LIVE». Η Εναγόμενη 2 ενάγεται ως το πρόσωπο που «προέβη στα επίδικα ρεπορτάζ και στις επίδικες δημοσιεύσεις στην ιστοσελίδα Sigma Live» και ο Εναγόμενος 3 ως ο «αρχισυντάκτης ειδήσεων στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΙΓΜΑ».
Οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα «με κείμενο όμοιο και/ή παρόμοιο περιεχόμενο με αυτό που καταγράφεται» δημοσιεύτηκαν. Ωστόσο, αρνούνται ότι τα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα και προβάλλουν διαζευκτικά αριθμό υπερασπίσεων, εκτενείς αναφορά στις οποίες θα γίνει στη συνέχεια.
Νομικές Αρχές
Είναι σημαντικό να τονιστεί εκ προοιμίου ότι ενδιάμεσα διατάγματα σε υποθέσεις δυσφήμησης εκδίδονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 13η έκδοση, κεφ. 27-002, αναφέρονται τα εξής με αναφορά στην απόφαση Coulson & Sons v James Coulson & Co (1887) 3 T.L.R. 846:
«The jurisdiction to grant interim injunctions to restrain publication of defamatory statements is ‘of a delicate nature’, which ‘ought only to be exercised in the clearest cases’. That was stated by Lord Esher MR in Coulson v Coulson, and it encapsulates the general approach of the court.»
Όπως περαιτέρω αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα, το πιο πάνω απόσπασμα αντανακλά τη σημασία που δίδεται διαχρονικά στο κοινοδίκαιο στο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, καθώς επίσης και την αντίληψη ότι οι αποζημιώσεις συνιστούν στις πλείστες των περιπτώσεων επαρκή θεραπεία στις υποθέσεις δυσφήμησης.
Παρά τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στο δίκαιο της δυσφήμησης στην Αγγλία, ήτοι με τη θέσπιση του Defamation Act του 2013, με το οποίο καταργήθηκαν οι ακροάσεις με ενόρκους σε υποθέσεις δυσφήμησης και δόθηκε περαιτέρω η εξουσία στο Δικαστήριο να αποφασίζει το νόημα του επίδικου δημοσιεύματος προδικαστικά, και μάλιστα το συντομότερο δυνατό, ο κανόνας ότι ενδιάμεσα διατάγματα εκδίδονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις εξακολουθεί να ισχύει (Khuja v Times Newspapers Ltd [2017] UKSC 49).
Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και στο κυπριακό δίκαιο, και συγκεκριμένα στην απόφαση C.T. Tobacco Limited v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ και άλλοι (2003) 1 Α.Α.Δ. 853, όπου τέθηκαν οι σχετικές προϋποθέσεις για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμησης που ισχύουν στο Αγγλικό δίκαιο. Όπως αναφέρθηκε:
«Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ένα δικαστήριο θα προβεί στην έκδοση ενός παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος μόνο όταν,
(1) Η δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική,
(2) Δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής,
(3) Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει,
(4) Υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμησης (βλ. Gatley “On Libel and Slander”, 9η έκδοση, σελ. 634).»
Εκτενής αναφορά στις πιο πάνω προϋποθέσεις θα γίνει στη συνέχεια.
Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι στην Αγγλία κρίθηκε ότι για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμησης τυγχάνουν εφαρμογής μόνο οι πιο πάνω προϋποθέσεις και όχι αυτές που τέθηκαν στην απόφαση American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd. [1975] 1 All E.R. 504, οι οποίες, κατά κανόνα, εφαρμόζονται για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων (Gatley on Libel and Slander, 13η έκδοση, κεφ. 27-002).
Η προσέγγιση στο Κυπριακό δίκαιο είναι διαφορετική. Όπως αποφασίστηκε στη CT Tobacco (ανωτέρω), οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να εξετάζονται από το Δικαστήριο επιπρόσθετα των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960 («άρθρο 32»).
Με βάση το άρθρο 32, ο αιτητής σε αιτήσεις για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων θα πρέπει να καταδείξει:
- την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
- την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή,
- ότι, αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, και
- ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων.
Σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά στην αυθεντία επί του θέματος, Odysseos v Pieris Estates and others (1982) 1 CLR 557. Όπως λέχθηκε, ούτως ώστε να ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση, χρειάζεται απλώς συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων («disclosure of an arguable case on the strength of the pleadings»). Η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα («the evidential strength of the case of the plaintiff»). Σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της ουσίας της υπόθεσης, πέραν της αναγκαίας αξιολόγησης για τον περιορισμένο σκοπό του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 32 και η νομολογία (Κωνσταντίνου Λόρδος κ.ά. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερ. 23/3/2017), ECLI:CY:AD:2017:A102.
Σημειώνεται περαιτέρω ότι όπως επισημάνθηκε στην απόφαση Κωμοδρόμος Πέτρος ν. Πάνου Παπαναστασίου (2014) 1 ΑΑΔ 1, στο παρόν στάδιο δε γίνονται οριστικές διαπιστώσεις σε σχέση με το κατά πόσον τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά.
Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, σχετικά στην προκειμένη περίπτωση είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co. (1997) 1 Α.Α.Δ. 1791:
«Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.»
Με αυτά ως δεδομένα, θα προχωρήσω να εξετάσω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
Υπαγωγή νομικών αρχών στα γεγονότα
Όπως προκύπτει από το Έντυπο Απαίτησης, η απαίτηση του Ενάγοντα βασίζεται σε δυσφήμηση και δικογραφούνται σχετικές λεπτομέρειες. Επομένως, γίνεται επίκληση αναγνωρισμένης βάσης αγωγής στο κυπριακό δίκαιο και, συνεπώς, θεωρώ ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει στο περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων, ούτως ώστε να εξετάσει κατά πόσο, στη βάση του περιεχομένου τους και της προσκομισθείσας μαρτυρίας, υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης.
Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη (2011) 1 Α.Α.Δ. 407:
«Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό κρίνεται από το δικαστήριο το οποίο αποφασίζει το θέμα ως θέμα πραγματικό αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις τη συνήθη και φυσική τους έννοια όπως και ο μέσος λογικός άνθρωπος θα έπραττε.»
Όπως περαιτέρω αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση, το κριτήριο είναι το κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα μπορούσε να αντιληφθεί το δημοσίευμα κατά δυσφημιστικό τρόπο, και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο Ενάγοντας ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα, ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών.
Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων, αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του, με αναφορά στον χρόνο και στον τόπο του δημοσιεύματος, αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα.
Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να λεχθεί είναι ότι σε κανένα από τα επίδικα δημοσιεύματα δεν γίνεται ονομαστική αναφορά στο πρόσωπο του Ενάγοντα. Ωστόσο, δεν είναι αναγκαίο να γίνεται ρητή αναφορά στο πρόσωπο που δυσφημείται, ούτως ώστε να πετύχει απαίτηση για δυσφήμηση. Είναι όμως αναγκαίο να παρατίθενται και να αποδεικνύονται στα πλαίσια της απαίτησης τα γεγονότα που συνδέουν τον ενάγοντα με το δημοσίευμα (Phileleftheros Public Company Ltd και άλλος ν. Ανδρέα Χριστοδούλου (2012) 1 ΑΑΔ 1763).
Τα δημοσιεύματα αναφέρονται σε Κύπριο αστυνομικό των Βρετανικών Βάσεων, ο οποίος τέθηκε σε διαθεσιμότητα και εναντίον του οποίου εξασφαλίστηκε ένταλμα έρευνας.
Ο Ενάγοντας αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο μόνος αστυνομικός των Βρετανικών Βάσεων που βρισκόταν σε διαθεσιμότητα. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η απόφαση για τη διαθεσιμότητά του είχε γνωστοποιηθεί στους συναδέλφους του πριν από τη δημοσίευση των εν λόγω δημοσιευμάτων και συγκεκριμένα στις 31/10/2024. Προσκομίζει περαιτέρω ο Ενάγοντας ένορκη δήλωση ιδιοκτήτη κρεοπωλείου στο [ ] και εργαζομένου στις Βρετανικές Βάσεις, ένορκη δήλωση της Αντιδημάρχου του χωριού [ ], ένορκη δήλωση του Αντιδημάρχου της [ ], ένορκη δήλωση πρώην κοινοτικού αστυνομικού των Βρετανικών Βάσεων Επισκοπής, ένορκη δήλωση υπαστυνόμου στην Πυροσβεστική Υπηρεσία των Βρετανικών Βάσεων Επισκοπής και ένορκη δήλωση του Αντιπροέδρου του συνοικισμού [ ], προς επίρρωση της θέσης του ότι τα επίδικα δημοσιεύματα των φωτογραφίζουν.
Σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι, στην ένορκη τους δήλωση προς υποστήριξη της ένστασής τους παραπέμπουν ουσιαστικά στις υπερασπίσεις που προβάλλουν στην Υπεράσπισή τους, η οποία καταχωρίστηκε εκκρεμούσης της καταχώρισης της ένστασής τους και η οποία συνοδεύεται από δήλωση αλήθειας. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της υπεράσπισης, σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι τα δημοσιεύματα αναφέρονταν άμεσα και/ή έμμεσα στον Ενάγοντα και ότι ο μέσος λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος ουδέποτε θα μπορούσε λογικά να συμπεράνει ότι τα δημοσιεύματα μπορεί να αναφέρονταν και/ή ότι αφορούσαν το πρόσωπο του Ενάγοντα. Πέραν της πιο πάνω άρνησης, δεν παρατίθεται ο,τιδήποτε σχετικό στη μαρτυρία που προσκομίσθηκε.
Θεωρώ ότι τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που προσκόμισε ο Ενάγοντας, τα οποία ουσιαστικά παρέμειναν αναντίλεκτα, επαρκούν στο παρόν στάδιο για σκοπούς ικανοποίησης της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως προς το ότι το πρόσωπο το οποίο αφορούν τα δημοσιεύματα είναι ο Ενάγοντας.
Προχωρώντας στην εξέταση του νοήματος των επίδικων δημοσιευμάτων σημειώνω τα εξής:
Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι τα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά.
Τα δημοσιεύματα κάνουν αναφορά σε «φερόμενο» νεκρόφιλο εναντίον του οποίου εκκρεμούν διάφορες διαδικασίες.
Δημοσιεύματα που αφορούσαν εκκρεμείς διαδικασίες ήταν και το αντικείμενο της απόφασης Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη (2011) 1 Α.Α.Δ. 407, η οποία αφορούσε έφεση επί πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχαν επιδικαστεί στον Εφεσίβλητο αποζημιώσεις για δυσφήμηση, λόγω σειράς δημοσιευμάτων της Εφεσείουσας τον Αύγουστο του 2001 σχετικά με καταγγελίες σεξουαλικών αδικημάτων εις βάρος ανηλίκων.
Ο Εφεσίβλητος ήταν γνωστός μουσικός. Την επίδικη περίοδο η αστυνομία διερευνούσε σοβαρές καταγγελίες εναντίον του ιδίου και άλλου προσώπου. Εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης, διατάγματα κράτησης και τελικά καταχωρίστηκε ποινική υπόθεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι τα δημοσιεύματα ήταν δυσφημιστικά για τον εφεσίβλητο.
Το Εφετείο, ωστόσο, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, καθότι, όπως αναφέρθηκε, τα δημοσιεύματα απλώς απέδιδαν στον εφεσίβλητο ότι βρισκόταν υπό διερεύνηση από την αστυνομία και δεν εξέφραζαν οι Εφεσείοντες οποιαδήποτε άποψη ή υπονοούμενα περί της ενοχής του Εφεσιβλήτου. Όπως αποφασίστηκε:
«Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αναζήτησε το νόημα των δημοσιευμάτων σωρευτικά. Λανθασμένα, κατά τη γνώμη μας, εξέτασε το κάθε δημοσίευμα στενά περιοριζόμενο ακόμα και στην αναζήτηση εννοιών και νοημάτων μεμονωμένων λέξεων χωρίς συνάρτηση με το πνεύμα του δημοσιεύματος και του συνόλου του περιεχομένου του. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν απέδωσε οποιαδήποτε σημασία στη λέξη «φέρονται» του δημοσιεύματος της 3.8.2001 ενώ αντίθετα ασχολήθηκε με την αναζήτηση των εννοιών των λέξεων «αποκαλύψεις» και «καταγγελίες» για να καταλήξει ότι δεν επρόκειτο για καταγγελίες αλλά για αποκαλύψεις.» (υπογράμμιση δική μου)
Τα επίδικα δημοσιεύματα στην παρούσα υπόθεση αναφέρονται σε «φερόμενο» νεκρόφιλο αστυνομικό των Βρετανικών Βάσεων και όχι σε νεκρόφιλο αστυνομικό. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά και στο γεγονός ότι οι Βρετανικές Βάσεις διέψευσαν τους ισχυρισμούς ότι αστυνομικός των Βρετανικών Βάσεων συνδέεται με νεκροφιλία.
Ωστόσο, στα επίδικα δημοσιεύματα γίνεται αναφορά και σε «απόλυτα διασταυρωμένες πληροφορίες» του ΣΙΓΜΑ, σύμφωνα με τις οποίες συνάδελφοι του αστυνομικού παρατηρούσαν εδώ και καιρό κάποιες περίεργες κινήσεις του στο νεκροτομείο. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι, «σύμφωνα με πληροφορίες του ΣΙΓΜΑ», είχαν κατασχεθεί φωτογραφίες και βίντεο με πτώματα, ακόμη και μικρών παιδιών.
Σε άλλο δημοσίευμα γίνεται αναφορά σε «απόλυτα διασταυρωμένες πληροφορίες» ότι Κύπριος αστυνομικός, ο οποίος εργάζεται στην Αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων Επισκοπής, φέρεται να ερχόταν σε συνουσία με πτώματα εντός του νεκροτομείου. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά σε πληροφορίες, απόλυτα επιβεβαιωμένες και διασταυρωμένες για το συμβάν. Τέλος, σε άλλο δημοσίευμα αναφέρεται ότι οι Βρετανικές Βάσεις επιχειρούν συσκότιση του ζητήματος.
Επομένως, προκύπτει ότι τα επίδικα δημοσιεύματα περιλαμβάνουν και αναφορές οι οποίες τείνουν να καταδείξουν όχι μόνο ότι ο Ενάγοντας είναι απλώς ύποπτος, αλλά και ότι οι Εναγόμενοι έχουν απόλυτα διασταυρωμένες πηγές, στη βάση των οποίων προκύπτει ότι ο Ενάγοντας διέπραξε τα όσα του αποδίδονται, με τις Βρετανικές Βάσεις να προσπάθησαν, μέσω των ανακοινώσεών τους, να αποκρύψουν το γεγονός ότι οι έρευνες σχετίζονταν με νεκροφιλία.
Ως εκ των ανωτέρω, διαπιστώνω, εκ πρώτης όψεως και χωρίς να αποφαίνομαι τελεσίδικα, ότι το δημοσίευμα αντικειμενικά κρινόμενο είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα.
Ως προς τις Υπερασπίσεις που προβάλλονται, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι τα δημοσιεύματα είναι αληθή και παραθέτουν σχετικές λεπτομέρειες. Μεταξύ άλλων, αναφέρουν ότι στις 21/11/2024, έλαβαν πληροφορία από έγκυρη πηγή στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής στη Λεμεσό, ότι Κύπριος άνδρας, ο οποίος εργαζόταν εκεί ως αστυνομικός των Βάσεων, τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Επιπλέον, οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι έλαβαν πληροφορίες πως καταχωρίστηκε αίτηση από την Αστυνομία Κύπρου για κατακράτηση τεκμηρίων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στο πλαίσιο διερεύνησης πειθαρχικής υπόθεσης με ύποπτο τον Ενάγοντα.
Με βάση τις πληροφορίες αυτές, η Αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων παρέλαβε το υπηρεσιακό κινητό τηλέφωνο του υπόπτου και, κατόπιν εξέτασης της συσκευής, εντοπίστηκε υλικό που απεικόνιζε έξι διαφορετικά πτώματα που φαίνεται να βρίσκονταν, κατά τον χρόνο λήψης των δεδομένων, σε νεκροτομεία. Σύμφωνα περαιτέρω με τις πληροφορίες των Εναγομένων, η σχετική αίτηση ανέφερε ότι ο ύποπτος είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα και ότι η Αστυνομία των Βάσεων διερευνούσε ποινική υπόθεση.
Στη συνέχεια, οι Εναγόμενοι επικοινώνησαν εκ νέου με δεύτερη, επίσης έγκυρη πηγή, η οποία επιβεβαίωσε τις πιο πάνω πληροφορίες, ενώ η πρώτη πηγή ανέφερε ότι ο εν λόγω αστυνομικός αδικαιολόγητα περνούσε πολύ χρόνο στο νεκροτομείο, δημιουργώντας υποψίες για ενδεχόμενη νεκροφιλία.
Όπως περαιτέρω αναφέρουν, στο παρόν στάδιο εκκρεμούν υποθέσεις ενώπιον της Αστυνομίας των Βρετανικών Βάσεων που αφορούν άμεσα ή έμμεσα τους ισχυρισμούς που περιέχονται στα επίδικα δημοσιεύματα.
Όπως περαιτέρω αναφέρεται στην Υπεράσπιση, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα αποτελούν έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος και ότι έγιναν καλή τη πίστει. Όπως αναφέρουν, ο ύποπτος, με τον εντοπισμό υλικού (βίντεο και φωτογραφιών) που απεικόνιζε τουλάχιστον έξι πτώματα, σε συνάρτηση με τον αδικαιολόγητο χρόνο που φερόταν να περνά στο νεκροτομείο και τις πληροφορίες από τις πηγές τους, ενδέχεται να είναι νεκρόφιλος ή, σε κάθε περίπτωση, φερόμενος νεκρόφιλος. Το θέμα ήταν δημοσίου συμφέροντος, καθότι αφορούσε πρόσωπο το οποίο κατείχε θέση εξουσίας και ενδεχομένως καταχραζόταν την εξουσία του, με σοβαρές πιθανές επιπτώσεις για τη δημόσια υγεία και τη δημόσια ασφάλεια. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, οι Εναγόμενοι πίστευαν στην αλήθεια των δημοσιευμάτων, κατέβαλαν εύλογη φροντίδα για να εξακριβώσουν το αληθές αυτών και ουδέποτε ενήργησαν με σκοπό τη βλάβη του Ενάγοντα σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο και/ή κατά τρόπο σημαντικά διαφορετικό του ευλόγως αναγκαίου για το κοινό συμφέρον.
Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι επικαλούνται την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη και ισχυρίζονται ότι οι δημοσιεύσεις έγιναν καλή τη πίστει, ότι πίστευαν τα αναφερόμενα ως αληθή, ότι κατέβαλαν εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση της αλήθειας τους και ότι ουδέποτε ενήργησαν με σκοπό τη βλάβη του Ενάγοντα σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο από τον ευλόγως αναγκαίο. Λόγω της ιδιότητάς τους ως μέσο μαζικής ενημέρωσης και ως δημοσιογράφοι, είχαν και έχουν ηθικό και κοινωνικό καθήκον να ενημερώνουν το κοινό, το οποίο έχει συμφέρον να λαμβάνει τέτοιες πληροφορίες για ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, που άπτονται της δημόσιας υγείας, της δημόσιας ηθικής και ενδεχόμενης κατάχρησης εξουσίας. Τέλος, αναφέρουν ότι κατέβαλαν εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση της αλήθειας των δημοσιευμάτων, διασταυρώνοντας και επιβεβαιώνοντας τις πληροφορίες τους.
Λαμβάνω υπόψη μου τον αριθμό των υπερασπίσεων που προβάλλονται από τους Εναγομένους και τις λεπτομέρειες που παρατίθενται σε σχέση με αυτές. Σημειώνω, ωστόσο, ότι δεν έχει τεθεί, επί του παρόντος σχετική μαρτυρία από τους Εναγομένους προς απόδειξη των λεπτομερειών που προβάλλονται στα πλαίσια της κάθε υπεράσπισης. Επομένως, στο παρόν στάδιο δεν υπάρχει ένδειξη για το κατά πόσον οποιαδήποτε από τις εν λόγω υπερασπίσεις θα επιτύχει.
Θεωρώ ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην απαίτηση του Ενάγοντα, δεδομένου ότι, όπως έχω ήδη αναφέρει, τα επίδικα δημοσιεύματα κρίνονται εκ πρώτης όψεως δυσφημιστικά, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να φωτογραφίζουν τον Ενάγοντα και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το επίπεδο απόδειξης για τον Ενάγοντα στο παρόν στάδιο είναι χαμηλό. Παράλληλα, η αποδεικτική δύναμη των Υπερασπίσεων που προβάλλονται από τους Εναγομένους στην αντίπερα όχθη δεν είναι τόσο ισχυρή που να καταρρίπτει σε αυτό το στάδιο την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην απαίτηση του Ενάγοντα. Επομένως, κρίνω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Δεν έχω ικανοποιηθεί, ωστόσο, ότι πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 καθότι δεν υπάρχει κίνδυνος να μην μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σημειώνω ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι υπάρχει πρόθεση επανάληψης των όσων αναφέρθηκαν στα επίδικα δημοσιεύματα. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Παναγιώτου Αναστάσιος ν. Αβραάμ Μουλαζίμη (2007) 1 ΑΑΔ 78:
«Η πρόθεση μπορεί να αποδειχθεί με δηλώσεις ή απειλές εκ μέρους του εναγόμενου.»
Έχουν παρέλθει περίπου 16 μήνες από την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αίτησης και 15 περίπου μήνες από την καταχώριση της παρούσα αίτησης και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι Εναγόμενοι έχουν πρόθεση να επαναλάβουν τη δυσφήμηση. Περαιτέρω, δεν προσκομίζεται μαρτυρία περί ύπαρξης οποιασδήποτε πρόθεσης για δυσφήμηση του Ενάγοντα από τους Εναγομένους, ούτε και μαρτυρία στη βάση της οποίας εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο προστακτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η αναφορά στην παράγραφο 33 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα ότι τα επίδικα δημοσιεύματα εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να προκαλούν ζημιά στο όνομα και την υπόληψη του Ενάγοντα θεωρώ ότι δεν επαρκεί για σκοπούς ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32.
Στην απουσία μαρτυρίας περί ύπαρξης πρόθεσης επανάληψης των δημοσιεύσεων και στη γενικότερα στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, θεωρώ ότι οι αποζημιώσεις είναι επαρκής θεραπεία για τον Ενάγοντα και ότι δεν υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον Ενάγοντα από τη μη έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων, ούτε και οποιοδήποτε ενδεχόμενο να μην μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
Για τους λόγους που ανέφερα, η παρούσα αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και παρά το ότι παρέλκει, θεωρώ, η εξέταση της τελευταίας προϋπόθεσης του άρθρου 32, ήτοι του ισοζυγίου της ευχέρειας, σημειώνω τα εξής: Με βάση τα όσα σχετικά αναφέρονται στη νομολογία, μεταξύ άλλων και στην απόφαση Bacardi & Co. Ltd ν. Vinco Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 788, και στη βάση των όσων ανέφερα ανωτέρω σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί υπό τις περιστάσεις κίνδυνος πρόκλησης αδικίας στον Ενάγοντα από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αντιθέτως, τα ενδιάμεσα διατάγματα που ζητούνται είναι πολύ δραστικά, ιδίως αυτά που ζητούνται με τις παραγράφους Β και Γ της αίτησης, και θεωρώ ότι ισοζυγίζοντας τις περιστάσεις, δεν δικαιολογείται οποιοδήποτε περιορισμός από το Δικαστήριο στην ελευθερία έκφρασης των Εναγομένων.
Παρά την πιο πάνω κατάληξη, προχωρώ να εξετάσω και τις περαιτέρω προϋποθέσεις που τίθενται στη νομολογία σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμησης, στις οποίες ο πήχης είναι, όπως καταδεικνύεται πιο κάτω, υψηλότερος για τον αιτητή:
i. Κατά πόσον οι δηλώσεις είναι αναμφίβολα δυσφημιστικές
Σχετικά με αυτή την προϋπόθεση είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 13η έκδοση, κεφ. 27-003:
«…it is not sufficient for a claimant to establish that the words are capable of being defamatory; the court must be satisfied that they are, or will be, defamatory.»
Θεωρώ ότι, στο παρόν στάδιο, είναι αδύνατον να κριθεί ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι αναμφίβολα δυσφημιστικά. Όπως έχω ήδη αναφέρει, τα δημοσιεύματα δεν προβαίνουν σε ρητή αναφορά στο πρόσωπο του Ενάγοντα και οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι αυτά τον φωτογραφίζουν. Επομένως, το κατά πόσον τα δημοσιεύματα φωτογραφίζουν τον Ενάγοντα είναι ζήτημα που θα κριθεί τελεσίδικα και αναμφίβολα στα πλαίσια της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης.
Περαιτέρω, τα δημοσιεύματα, όπως προανέφερα, κάνουν αναφορά σε φερόμενο νεκρόφιλο και παραθέτουν και τη θέση της Αστυνομίας των Βρετανικών Βάσεων. Επομένως, παρά το ότι θεωρώ εκ πρώτης όψεως ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα, δεν είναι δυνατόν, στο παρόν στάδιο της περιορισμένης εξέτασης των δημοσιευμάτων, να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι τα δημοσιεύματα είναι αναμφίβολα δυσφημιστικά.
ii. Κατά πόσον υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι οι δηλώσεις μπορεί να είναι αληθείς
Το επόμενο κριτήριο, με βάση τη νομολογία, είναι κατά πόσον υπάρχουν λόγοι που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι οι δηλώσεις είναι αληθείς. Κατά κανόνα, από τη στιγμή που προβάλλεται η υπεράσπιση της αλήθειας, το Δικαστήριο δεν προχωρά με την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, παρά μόνο σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι η υπεράσπιση της αλήθειας δεν μπορεί να πετύχει. Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 13η έκδοση, κεφ. 27-006:
«The general rule has been that where the defendant contends that the words complained of are true, and asserts that he will plead and seek at trial to prove the defence of truth, the court will not grant an interim injunction, unless, exceptionally, the court is satisfied that such a defence is one that cannot succeed.»
Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Sumption στην απόφαση Khuja v Times Newspapers Ltd [2017] UKSC 49, παρ. 19 σχετικά με τον πιο πάνω κανόνα:
«The rule originated in the division between the functions of judge and jury, the question of libel or no libel being exclusively for the jury. But in its modern form, its function is to balance the freedom of the press and the right of the claimant to protect his reputation, by confining the plaintiff to the post-publication remedies to which he may prove himself entitled at trial. The media are at liberty to publish if they are willing to take the risk of liability in damages.»
Όπως προκύπτει από την ένσταση των Εναγομένων και την Υπεράσπιση, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι τα δημοσιεύματα είναι αληθή. Έχω αναφερθεί ανωτέρω στις λεπτομέρειες που παραθέτουν.
Λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Ενάγοντας αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι ψευδή και προσκομίζει σχετικές ανακοινώσεις του Αρχηγού Αστυνομίας των Βρετανικών Βάσεων, στις οποίες αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί περί νεκροφιλίας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Ωστόσο, και παρά το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν προσκομίζουν οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη των λεπτομερειών που παραθέτουν, δεν είναι δυνατόν, στο παρόν στάδιο, να αποκλείσω ότι υπάρχουν λόγοι που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι οι επίδικες δηλώσεις ενδέχεται να είναι αληθείς και επομένως, ότι οι Εναγόμενοι θα αποδείξουν την υπεράσπιση που προβάλλουν κατά την ακρόαση. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι δεν ικανοποιείται αυτή η προϋπόθεση.
iii. Κατά πόσον υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει
Ούτε αυτή η προϋπόθεση θεωρώ ότι πληρείται. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται, τόσο την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, όσο και την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου και παραθέτουν σχετικές λεπτομέρειες στην Υπεράσπισή τους.
Σε σχέση με την προσέγγιση του Δικαστηρίου σε περίπτωση επίκλησης της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη, στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 13η έκδοση, κεφ. 27-008, αναφέρονται τα εξής:
«The court will not normally grant an interim injunction where the threatened publication will on its face attract qualified privilege. The exception is where the defendant is clearly malicious: “[W]hen an occasion is protected by qualified privilege this court never grants an injunction to restrain a slander or libel—to prevent a person from exercising that privilege—unless it be shown that what the defendant proposes to say is known by him to be untrue so that it is clearly malicious.” However, the issue of malice is not one that can be conveniently tried on an interim application. It has been said that where a claimant must prove malice to succeed in the action the evidence of malice has to be “absolutely overwhelming” for the court to intervene to restrain publication by way of an interim injunction.»
Παρόμοια είναι και η προσέγγιση στις περιπτώσεις όπου προβάλλεται η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 12η έκδοση, κεφ. 27.9:
«Where the intended defence is fair comment it seems that the position is similar to where the intended defence is that of justification. If the defendant asserts that he will prove the truth of the facts supporting the comment, then if the matter appears to be one of public interest and the claimant cannot establish malice, an interim injunction will not be ordered.»
Στο παρόν στάδιο δεν είναι δυνατόν να καταλήξω ότι οι υπόλοιπες υπερασπίσεις που προβάλλονται δεν μπορούν να επιτύχουν. Η θέση των Εναγομένων είναι, όπως προανέφερα, ότι ενεργούσαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο καλή τη πίστει και αρνούνται τα όσα αναφέρει ο Ενάγοντας ήτοι, μεταξύ άλλων, ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν αναληθή και οι Εναγόμενοι δεν πίστευαν τούτα ως αληθή, ότι οι Εναγόμενοι προέβηκαν στη δημοσίευση τους χωρίς να καταβάλουν εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αναληθούς και ότι ενήργησαν με σκοπό βλάβης του Ενάγοντα.
Εκ πρώτης όψεως, θεωρώ ότι το επίδικο θέμα ήταν δημοσίου συμφέροντος και/ή ενδιαφέροντος και ότι η παρούσα συνιστά περίπτωση που θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, καθώς και του εντίμου σχολίου (όπως προβάλλεται στην παράγραφο IV(Α) της Υπεράσπισης, «υπό τις περιστάσεις τα επίδικα δημοσιεύματα συνιστούν σχόλιο, δηλαδή την έκφραση γνώμης ότι ο ύποπτος … μπορεί να ήταν νεκρόφιλος και/ή φερόμενος νεκρόφιλος»). Εάν οι Εναγόμενοι αποδείξουν τις λεπτομέρειες που παραθέτουν σχετικά με τις εν λόγω Υπερασπίσεις, τότε μόνο σε περίπτωση που καταδειχθεί η ύπαρξη κακοβουλίας θα επιτύχει η απαίτηση του Ενάγοντα.
Με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, ουδόλως έχω πεισθεί ότι η παρούσα πρόκειται για ξεκάθαρη περίπτωση κακοβουλίας από πλευράς των Εναγόμενων. Μόνο κατά την ακρόαση της υπόθεσης θα διαφανεί τελεσίδικα το κατά πόσον υπήρχε κακοβουλία εκ μέρους των Εναγομένων που να καταρρίψει την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη και/ή του εντίμου σχολίου. Επομένως, κρίνω ότι δεν πληρείται αυτή η προϋπόθεση.
iv. Κατά πόσον υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμησης
Έχω ήδη αναφερθεί στην έλλειψη μαρτυρίας σε σχέση με την ύπαρξη πρόθεσης επανάληψης της δυσφήμησης. Στη βάση των όσων προανέφερα, κρίνω ότι δεν πληρείται ούτε αυτή η προϋπόθεση.
Τα διατάγματα που ζητούνται στις παρ. Β και Γ της αίτησης
Είναι περαιτέρω σημαντικό να σημειώσω το εξής: Στο Έντυπο Απαίτησης ζητείται αποκλειστικά διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους να επαναλάβουν τις δυσφημήσεις που περιέχονται στα επίδικα δημοσιεύματα και δεν ζητούνται οποιαδήποτε τελικά διατάγματα με την μορφή των αιτητικών στις παραγράφους Β και Γ της αίτησης. Με άλλα λόγια, η μόνη τελική θεραπεία που αξιώνεται πέραν των αποζημιώσεων είναι τελικό απαγορευτικό διάταγμα, με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους να επαναλάβουν τη δημοσίευση των επίδικων δημοσιεύσεων. Δεν αξιώνεται η έκδοση οποιουδήποτε προστακτικού διατάγματος, ούτε και απαγορευτικού διατάγματος με το εύρος του αιτητικού υπό της παρ. Β της αίτησης, το οποίο σημειώνω ότι επεκτείνεται στη δημοσίευση οποιουδήποτε δυσφημιστικού κειμένου για τον Ενάγοντα. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση US Trust Co. ν. Tsavliris Ltd (1995) 1 ΑΑΔ 1014, θα πρέπει να υπάρχει κάποια συσχέτιση των ενδιάμεσων θεραπειών με τις τελικές θεραπείες που αξιώνονται. Δεν είναι δυνατό να ζητούνται, ως ενδιάμεσες θεραπείες, θεραπείες ευρύτερες από αυτές που ζητούνται με την απαίτηση, καθότι ο Ενάγοντας στην προκειμένη περίπτωση ουσιαστικά επιδιώκει μέσω της ενδιάμεσης του αίτησης να βρεθεί σε θέση καλύτερη από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν εάν εκδιδόταν τελική απόφαση στην απαίτηση.
Επομένως, θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να αποδοθούν οι θεραπείες υπό της παραγράφου Β, τουλάχιστον υπό τη μορφή του διατάγματος που ζητείται στην εν λόγω παράγραφο, καθώς και της παραγράφου Γ της αίτησης, και γι’ αυτόν τον λόγο.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα.
(Υπ.) ………………………….
Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] «Φρίκη προκαλεί η είδηση ότι Κύπριος αστυνομικός στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής, φέρεται να ερχόταν σε συνουσία με πτώματα στο νεκροτομείο των Βάσεων, μεταξύ αυτών και μικρών παιδιών. Ο ίδιος μάλιστα φέρεται να μην έμενε μόνο στη συνουσία, αλλά να έβγαζε φωτογραφίες και βίντεο.
Σύμφωνα με απόλυτα διασταυρωμένες πληροφορίες του ΣΙΓΜΑ, συνάδελφοι του αστυνομικού, παρατηρούσαν εδώ και καιρό κάποιες περίεργες κινήσεις του στο νεκροτομείο.
Οι κινήσεις του κίνησαν κάποιες υποψίες και το συγκεκριμένο πρόσωπο τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση. Οι Αρχές των Βάσεων έδωσαν οδηγίες να τεθεί σε διαθεσιμότητα για διερεύνηση της υπόθεσης, υπηρεσιακά.
Ο φερόμενος νεκρόφιλος Αστυνομικός, τέθηκε σε διαθεσιμότητα αλλά δεν συνελήφθη καθώς εναντίον του στο παρόν στάδιο διερευνώνται πειθαρχικά αδικήματα.
Το πρωί της Πέμπτης, οι Αρχές των βρετανικών Βάσεων ζήτησαν την συνδρομή των Αρχών της Δημοκρατίας για εξασφάλιση εντάλματος έρευνας στην οικία του. Το αίτημα έγινε αποδεκτό και πραγματοποιήθηκε η έρευνα στην παρουσία μελών της κυπριακής αστυνομίας.
Στην οικία του υπόπτου εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν κινητά, κάρτες τηλεφώνου, ηλεκτρονικός υπολογιστής και USB.
Σύμφωνα με πληροφορίες του ΣΙΓΜΑ, οι Αρχές κατάσχεσαν φωτογραφίες και βίντεο με πτώματα, ακόμη και μικρών παιδιών. Σημειώνεται ότι, εκτός από πειθαρχική διεξάγεται και ποινική έρευνα.
Όπως μας αναφέρουν ειδικοί, όταν ένας υγιής άνθρωπος έρθει σε σεξουαλική επαφή με ένα νεκρό σώμα, τότε υπάρχουν κίνδυνοι μεταφοράς μικροβίων από το νεκρό στο υγιές σώμα, όπως ηπατίτιδα, στρεπτόκοκκους, HIV και τοξίνες πτωμαΐνης.
Υπενθυμίζεται ότι, παρόμοια περίπτωση είχαμε και στο παρελθόν και συγκεκριμένα το 2007 με ιδιοκτήτη γραφείου κηδειών, ο οποίος σύμφωνα με το τότε αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του ΣΙΓΜΑ, μετέδωσε στη σύντροφό του μολυσματική ασθένεια, μετά από συνεύρεση που είχαν μεταξύ τους.
Σημειώνεται ότι μετά τη δημοσίευση του ρεπορτάζ η Αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων εξέδωσε ανακοίνωση τονίζοντας ότι οι αναφορές πως ένας αστυνομικός της SBA συνδέεται με νεκροφιλία είναι εντελώς ψευδείς.
«Μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι υπάρχει μια ποινική έρευνα για έναν αστυνομικό της SBA για παραμέληση υπηρεσιακών καθηκόντων.
Καθώς πρόκειται για μια αστυνομική έρευνα, δεν μπορούμε να δώσουμε συγκεκριμένες λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την έρευνα.
Οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες θα κοινοποιηθούν όταν είναι απαραίτητο» αναφέρουν στην ανακοίνωση τους.»
[2] «Πέτρα Αργυρού: Πάμε τώρα στην υπόθεση που προαναγγείλαμε και η οποία προκαλεί φρίκη καθώς αποκαλύπτεται το σκοτεινότερο πρόσωπο της ανθρώπινης διαστροφής. Κύπριος αστυνομικός στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής φέρεται να ερχόταν σε συνουσία με πτώματα στο νεκροτομείο των Βάσεων, μεταξύ αυτών και μικρά παιδιά. Ο ίδιος φέρεται μάλιστα να μην έμενε μόνο στην φρικιαστική πράξη του, αλλά να την απαθανάτιζε με φωτογραφίες και βίντεο. Όπως προαναγγείλαμε στην είδηση που ακολουθεί περιέχονται αναφορές οι οποίες θα ενοχλήσουν, καλό θα ήταν τα μικρά παιδιά να απομακρυνθούν από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Καλησπέρα Ζήνα. Είναι πράγματι αποκαρδιωτικά τα όσα θα μας μεταφέρεις μέσα από το ρεπορτάζ σου.
Ζήνα Κωνσταντίνου: Καλησπέρα σας Πέτρα είναι πράγματι μια είδηση, η οποία ξεπερνά τα όρια και του χειρότερου εφιάλτη και όταν έφτασε ως πληροφορία κοντά μας για διερεύνηση, έγινε ακόμα χειρότερη. Σύμφωνα με απόλυτα διασταυρωμένες πληροφορίες πρόκειται για κύπριο αστυνομικό ο οποίος εργάζεται στην αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων Επισκοπής στη Λεμεσό και όπως προανήγγειλες ο ίδιος φέρεται να ερχόταν σε συνουσία με πτώματα εντός του νεκροτομείου των Βάσεων και μετά να τα φωτογράφιζε και μετά να τα βιντεογραφούσε.
Π.Α: Πώς έγινε γνωστή αυτή η υπόθεση και βεβαίως ποιες είναι οι κινήσεις που ακολούθησαν;
Ζ.Κ: Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας που επαναλαμβάνω είναι απόλυτα διασταυρωμένες, συνάδελφοι του αστυνομικού παρατηρούσαν εδώ και καιρό κάποιες περίεργες κινήσεις του στο νεκροτομείο. Οι κινήσεις αυτές όπως ήταν φυσικό κίνησαν κάποιες υποψίες και το συγκεκριμένο πρόσωπο τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση. Ήταν τότε που ενημερώθηκαν οι αρχές των Βάσεων υπηρεσιακά και δόθηκαν οδηγίες όπως τεθεί σε διαθεσιμότητα όπως και έγινε για τη διερεύνηση της υπόθεσης Πέτρα.
Π.Α: Είναι λοιπόν σε εξέλιξη οι έρευνες, τι εντοπίζεται ως τώρα Ζήνα;
Ζ.Κ: Ο φερόμενος νεκρόφιλος αστυνομικός Πέτρα τέθηκε σε διαθεσιμότητα αλλά δεν συνελήφθη καθώς εναντίον του στο παρόν στάδιο διερευνώνται πειθαρχικά αδικήματα. Σήμερα το πρωί λοιπόν οι αρχές των Βρετανικών Βάσεων ζήτησαν τη συνδρομή των αρχών της Δημοκρατίας για εξασφάλιση εντάλματος έρευνας στην οικία του. Το αίτημα έγινε αποδεκτό και πραγματοποιήθηκε η έρευνα στην παρουσία μελών της Αστυνομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Π.Α: Και βεβαίως τα όσα δυνατόν να εντοπίστηκαν στο σπίτι του φερόμενου νεκρόφιλου είναι κομβικά προφανώς και για την εξέλιξη της υπόθεσης.
Ζ.Κ: Ακριβώς Πέτρα, στην οικία του υπόπτου εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν κινητά, κάρτες τηλεφώνου, ηλεκτρονικός υπολογιστής και USB. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας το υλικό που κατέσχεσαν οι Αρχές και αυτό ίσως Πέτρα να είναι και το πιο ειδεχθές. Περιέχει φωτογραφίες και βίντεο με πτώματα ακόμα και μικρών παιδιών.
Π.Α: Πρόκειται για φρίκη σε όλη της την διάσταση, μάλιστα και στα 24 χρόνια που δημοσιογραφώ δεν έχω βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με ένα παρόμοιο γεγονός. Πραγματικά.
Ζ.Κ: Εκτός από πειθαρχική, διεξάγεται και ποινική όπως αντιλαμβάνεσαι Πέτρα έρευνα. Οι Αρχές διερευνούν πολλές πτυχές καθώς η νεκροφιλία εμπεριέχει και άλλους κινδύνους και κινδύνους για τη δημόσια υγεία, καθώς όπως μας εξηγούν οι ειδικοί η σεξουαλική επαφή με νεκρά σώματα δυνατόν να μεταφέρει μικρόβια και ασθένειες, όπως ηπατίτιδα, στρεπτόκοκκο, HIV και τοξίνες πτωμαΐνης. Πέτρα αποκαρδιώνουν όπως είπες και εσύ και προκαλούν απέραντη θλίψη τα όσα ανατριχιαστικά και αποκρουστικά πληροφορηθήκαμε. Παρόμοια περίπτωση είχαμε όμως και στο παρελθόν και συγκεκριμένα το 2007, η έρευνα μου αφορά μια υπόθεση, εντόπισα μία υπόθεση που αφορά ιδιοκτήτη γραφείου κηδειών, ο οποίος σύμφωνα με το τότε αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Σίγμα και του Δημήτρη Μανουσάκη του αρχισυνάκτη μας μετέδωσε στην σύντροφο του μολυσματική ασθένεια μέσα από συνεύρεση.
Π.Α: Ειλικρινά δεν το χωράει ο ανθρώπινος νους όλη αυτή την υπόθεση, η οποία προφανώς και θα απασχολήσει έντονα την κοινή γνώμη και την κοινωνία, όπως και τις Αρχές. Σε ευχαριστώ πολύ Ζήνα για το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ.»
[3] «Ανδρέας Δημητρόπουλος: Λοιπόν, θα πάμε τώρα στη Ζήνα μας, την καλή μου συνάδελφο την Ζήνα την Κωνσταντίνου, να δούμε αυτή την υπόθεση νεκροφιλίας στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής. Να πούμε επίσης ότι ο αστυνομικός είναι σε διαθεσιμότητα. Ζήνα μου καλή σου μέρα.
Ζήνα Κωνσταντίνου: Καλημέρα Αντρέα, όπως αποκαλύψαμε χθες, σύμφωνα με απόλυτα διασταυρωμένες πληροφορίες, συνάδελφοι του αστυνομικού, ο οποίος υπηρετεί στις Βρετανικές Βάσεις, παρατηρούσαν εδώ και καιρό τις περίεργες κινήσεις του στο νεκροτομείο. Οι κινήσεις του αυτές Ανδρέα όπως είναι λογικό κίνησαν κάποιες υποψίες και το συγκεκριμένο πρόσωπο τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση. Οι αρχές των Βάσεων φέρεται να έδωσαν οδηγίες να τεθεί σε διαθεσιμότητα για διερεύνηση της υπόθεσης υπηρεσιακά. Ο φερόμενος νεκρόφιλος αστυνομικός Ανδρέα τέθηκε σε διαθεσιμότητα αλλά δεν συνελήφθη καθώς εναντίον του στο παρόν στάδιο διερευνώνται πειθαρχικά αδικήματα. Το πρωί της Πέμπτης οι αρχές των Βρετανικών Βάσεων ζήτησαν τη συνδρομή των αρχών της Δημοκρατίας για εξασφάλιση εντάλματος έρευνας στην οικία του. Το αίτημα έγινε αποδεκτό και πραγματοποιήθηκε η έρευνα στην παρουσία των μελών της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Κυπριακής Αστυνομίας. Στην οικία του υπόπτου εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν κινητά, κάρτες τηλεφώνου, ηλεκτρονικός υπολογιστής και USB. Σύμφωνα με πληροφορίες του Sigma, οι Αρχές κατέσχεσαν φωτογραφίες και βίντεο με πτώματα ακόμη και μικρών παιδιών, σημειώνεται ότι εκτός από την πειθαρχική διεξάγεται και ποινική έρευνα Ανδρέα. Εδώ να πούμε ότι σύμφωνα με ειδικούς όταν μιλήσαμε μαζί τους, ήταν [sic] ένας υγιής άνθρωπος έρθει σε σεξουαλική επαφή με ένα νεκρό σώμα τότε υπάρχουν κίνδυνοι μεταφοράς μικροβίων από το νεκρό στο υγιές σώμα όπως ηπατίτιδα, στρεπτόκοκκο, HIV και τοξίνες πτωμαΐνης.
Α.Δ.: Και τι λένε, Ζήνα μου, τι λένε οι Βρετανικές Βάσεις για όλο αυτό;
Ζ.Κ.: Οι Βρετανικές Βάσεις Ανδρέα μετά το ρεπορτάζ μας εξέδωσαν ανακοίνωση διαψεύδοντας μας. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανακοίνωσή τους, μπορούν να επιβεβαιώσουν ότι υπάρχει μια ποινική έρευνα για έναν αστυνομικό ο οποίος φέρεται να έχει διεξαχθεί αυτή η έρευνα για παραμέληση υπηρεσιακών καθηκόντων.
Α.Δ.: Μάλιστα, τι θα πούνε; Σημασία έχει ότι...
Ζ.Κ.: Θα προσπαθήσουμε σήμερα να ξαναψάξουμε περαιτέρω πληροφορίες για το ζήτημα. Ωστόσο ξαναλέω οι πληροφορίες μας οι χθεσινές ήταν απόλυτα επιβεβαιωμένες και διασταυρωμένες για το συμβάν.
Α.Δ.: Μπράβο, Ζήνα μου. Ωραίο το ρεπορτάζ σου. Ωραίες οι αποκαλύψεις σου. Μπράβο. Ευχαριστώ πάρα πολύ, Ζήνα μου, καλή συνέχεια και καλό ρεπορτάζ. Να ’σαι καλά. Λοιπόν φεύγουμε από τη Ζήνα την Κωνσταντίνου και το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ για τον νεκρόφιλο. Ο Θεός να βάλει το χέρι του, δηλαδή, τι άλλο θα ακούσουμε σε αυτή την ζωή, νεκρόφιλος ο οποίος είναι σε διαθεσιμότητα.»
[4] «Επιχειρούν συσκότιση της υπόθεσης νεκροφιλίας, στην οποία φέρεται να εμπλέκεται Κύπριος Αστυνομικός, οι Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής.
Το γραφείο τύπου των Βάσεων, σε διάστημα τριών ωρών, εξέδωσε δύο διαφορετικές ανακοινώσεις.
Στην πρώτη αναφέρεται σε ανακρίβειες στο ρεπορτάζ του «Σίγμα», χωρίς ωστόσο να λέει ποιες είναι αυτές και στη δεύτερη να παραδέχεται ποινική έρευνα εναντίον αστυνομικού.
Συγκεκριμένα, στις 20:39 η επί του τύπου εκπρόσωπος των Βρετανικών Βάσεων επικοινώνησε μαζί με το Σίγμα.
Δέκα λεπτά αργότερα στις 20:49 το γραφείου τύπου απέστειλε γραπτώς την πρώτη του ανακοίνωση λέγοντας ότι οι αναφορές για αστυνομικό των Βάσεων ο οποίος φέρεται να εμπλέκεται σε υπόθεση νεκροφιλίας έχει ανακρίβειες προσθέτοντας ότι ναι μεν, διεξάγεται αστυνομική έρευνα ωστόσο δεν μπορούν να δώσουν περισσότερες πληροφορίες.
Τρεις ώρες μετά στις 23:38 το βράδυ εξέδωσαν νέα ανακοίνωση στην οποία, αυτή τη φορά, αναφέρουν ότι οι πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας για αστυνομικό που φέρεται να εμπλέκεται σε υπόθεση νεκροφιλίας είναι ψευδείς.
Την ίδια ώρα ωστόσο, επιβεβαίωσαν ότι διεξάγεται ποινική έρευνα εναντίον αστυνομικού των βάσεων για παραμέληση καθηκόντων.
Μέσα σε δύο ώρες εξέδωσαν δύο διαφορετικές ανακοινώσεις χωρίς να απαντούν ουσιαστικά. Τίθεται το ερώτημα από πότε η παραμέληση καθηκόντων συνιστά ποινικό αδίκημα; Και γιατί δεν λένε ακριβώς τα αδικήματα τα οποία διερευνούν;
Είναι εμφανής η διγλωσσία στις ανακοινώσεις των Βάσεων καθώς και η προσπάθεια συσκότισης.
Σύμφωνα με νεότερη πληροφόρηση, όλα τα τεκμήρια που κατασχέθηκαν από την οικία του υπόπτου, έρευνα για την οποία δεν γίνεται καμία αναφορά στις ανακοινώσεις παραδόθηκαν στις Βρετανικές Βάσεις και αξιολογείται το υλικό.
Να σημειώσουμε ότι όπως αναφέρθηκε χθες οι Αρχές των Βρετανικών Βάσεων ζήτησαν τη συνδρομή των Αρχών της Δημοκρατίας για εξασφάλιση εντάλματος έρευνας στην οικία του, υπόπτου.
Το αίτημα έγινε αποδεκτό και πραγματοποιήθηκε η έρευνα στην παρουσία μελών και της αστυνομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.»
[5] «You will no doubt be aware of reporting linking a SBAP officer to allegations of unlawful acts within the mortuary.
These reports contain significant inaccuracies and we have challenged the media reporting around this. Please do not discuss this case or engage with the media in relation to this! All media enquires must be directed to the media team, however if asked; Reports of an SBA Police officer being linked to necrophilia are entirely false. We can confirm there is an active criminal investigation into an SBA Police Officer for neglect of official duty. As this is an active police investigation we cannot give specific details that could risk undermining the investigation.
Remember our professional standards and values of our organisation which we all must adhere to at all times!»
[6] «Οι αναφορές ότι ένας αστυνομικός της SBA συνδέεται με νεκροφιλία είναι εντελώς ψευδείς. Μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι υπάρχει μια ενεργή ποινική έρευνα για έναν αστυνομικό της SBA για παραμέληση υπηρεσιακών καθηκόντων. Καθώς πρόκειται για μια ενεργή αστυνομική έρευνα, δεν μπορούμε να δώσουμε συγκεκριμένες λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την έρευνα. Οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες θα κοινοποιηθούν όταν είναι απαραίτητο. Όπως πάντα είμαστε σε τακτική επαφή με την αστυνομία. Παρακαλούμε να αποδώσετε την παραπάνω δήλωση σε Εκπρόσωπο Τύπου Βρετανικών Βάσεων.»
[7] «Ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάστηκαν οι Αρχές των Βάσεων και της Δημοκρατίας για την υπόθεση του φερόμενου νεκρόφιλου αστυνομικού των Βάσεων, ο οποίος φέρεται να κατείχε φωτογραφικό υλικό από τα θύματα του.
Λίγο πριν την παράδοση των τεκμηρίων από την Αστυνομία στις Βρετανικές Βάσεις, ο συνήγορος υπεράσπισης του υπόπτου, κατέθεσε ένσταση, επιχειρώντας να αποτρέψει την παράδοση των στοιχείων, αμφισβητώντας τον τρόπο λήψης τους σε έρευνα στην οικία του υπόπτου.
Να υπενθυμίσουμε ότι οι Βρετανικές Αρχές είχαν ζητήσει τη συνδρομή των Αρχών της Δημοκρατίας για εξασφάλιση εντάλματος έρευνας στην οικία του, υπόπτου. Πράγμα το οποίο και έγινε με την Αστυνομία να κατάσχει κινητά, κάρτες τηλεφώνου, ηλεκτρονικό υπολογιστή και USB. Η παράδοσή τους ωστόσο πήρε αναβολή λόγω της ένστασης που απορρίφθηκε.
Πάντως, μέχρι σήμερα, οι Βρετανικές Βάσεις δεν έδωσαν καμία ουσιαστική πληροφορία για την υπόθεση, πέραν του ότι διενεργούν ποινική έρευνα εναντίον του αστυνομικού τους.
Στην αρχική τους ανακοίνωση, θυμίζουμε, διέψευσαν την πληροφορία ότι τα αδικήματα αφορούν νεκροφιλία, και περιορίστηκαν στο ότι διεξάγουν πειθαρχική έρευνα. Τα άλλαξαν όμως στη δεύτερη ανακοίνωση που έλεγαν ότι κάνουν ποινική έρευνα για παραμέληση καθηκόντων.
Οι διασταυρωμένες πληροφορίες του Σίγμα επιμένουν πως η υπόθεση αφορά νεκροφιλία. Το πως [sic] θα τη χειριστούν οι Βρετανικές Βάσεις είναι άγνωστο.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο