ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 1266/23
i-justice
Μεταξύ:
1. ΑΔΩΝΙΣ ΜΕΣΙΗΤΗΣ εκ Λεμεσού
2. ΝΕΟΚΛΗΣ ΖΑΤΖΗΒΑΡΝΑΒΑΣ, εκ Λεμεσού
3. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΑΡΙΑ ΜΕΣΙΗΤΗ, εκ Λεμεσού
4. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΜΕΟΥ, εκ Λεμεσού
5. ΖΩΙΤΣΑ ΣΥΜΕΟΥ άλλως ΖΩΙΤΣΑ ΣΠΥΡΟΥ άλλως ΖΩΟΥΛΛΑ ΣΠΥΡΟΥ, εκ Λεμεσού
6. BALINDA HOLDINGS LTD, εκ Λεμεσού
7. DEXPOLA LIMITED, εκ Λεμεσού
Εναγόντων
και
1. REMERON FINANCE LIMITED, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων
2. ALEXEY PORKHUN, εκ Πάφου
Εναγόμενων
-------------------------------------------------------------------------------
Aίτηση ημερομηνίας 24/04/2025 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων
Ημερομηνία: 05/06/2026
Εμφανίσεις:
Για τους Ενάγοντες 4 και 5 / Αιτητές: κα Β. Γαμβρουδίου για Ελ. Μαχταβή ΔΕΠΕ.
Για τους Εναγόμενους 1 και 2 – Καθ’ ων η αίτηση: κ. Π. Καρύδης για George Pamporides LLC.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι Ενάγοντες αρ. 1 - 7 καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 10/07/2023, με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και στις 30/11/2023 καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησης τους. Όπως προκύπτει από τα δικόγραφα των Εναγόντων, αυτοί αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, διάφορα Διατάγματα και/ή Αποφάσεις του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, αξιώνουν Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει και/ή αναγνωρίζει ότι οι συμφωνίες δανείου ημερομηνίας 02/10/2017 και 03/10/2017 και/ή άλλης ημερομηνίας μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης είναι άκυρες καθώς επίσης και Διατάγματα και/ή Αποφάσεις του Δικαστηρίου που να διατάσσουν και/ή αναγνωρίζουν ότι οι Υποθήκες με αριθμό Υ3445/2017, Υ1004/2018, Υ3930/2018, Υ1219/2005, 8868/2011 και Υ57/19 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και η Υποθήκη με αρ. Υ2111/2017 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας είναι άκυρες και να διατάσσεται η ακύρωση τους και η εξάλειψη τους από το Κτηματολόγιο.
Περαιτέρω, αξιώνονται Διατάγματα και/ή Αποφάσεις του Δικαστηρίου που να απαγορεύουν και/ή εμποδίζουν την Εναγόμενη να προχωρήσει με οποιαδήποτε διαδικασία στην πώληση και/ή εκποίηση και/ή πλειστηριασμό των ακινήτων των Εναγόντων 1 – 7.
Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες αξιώνουν Γενικές και/ή Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για όλες τις ζημιές και/ή απώλειες που υπέστηκαν από τις δόλιες και/ή απατηλές ενέργειες των Εναγόμενων και/ή οιονδήποτε εξ’ αυτών και/ή συνεπεία της σχέσης εμπιστοσύνης και/ή συνεπεία παράβασης νομικών και/ή συμβατικών καθηκόντων και/ή συνεπεία αμέλειας αυτών.
Οι Ενάγοντες αρ. 4 και 5 (από τώρα και στο εξής «οι Αιτητές»), με την υπό κρίση αίτηση, αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων αρ. 1 και 2 (από τώρα και στο εξής «οι Καθ’ ων η αίτηση») τις κάτωθι θεραπείες και/ή διατάγματα:
«Διάταγμα Παγοποίησης:
Α. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους/Καθ’ ων η Αίτηση με οποιοδήποτε τρόπο σε απαγόρευση να προχωρήσουν σε συγκεκριμένες ενέργειες, όπως η απομάκρυνση από την Κυπριακή Δημοκρατία, η εκποίηση ή η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων που αφορά τα ακίνητα (α) με αριθμό εγγραφής [ ], Φ/Σχ.47/5315V01, Τμήμα 1, Τεμάχιο [ ], το οποίο βρίσκεται στην Τριμίκλινη της Επαρχίας Λεμεσού και (β) ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 54/57, Τμήμα 0, Τεμάχιο [ ], το οποίο βρίσκεται στην περιοχή Κάτω Πολεμίδια, στην Επαρχία Λεμεσού. Οι αριθμοί των υποθηκών των εν λόγω ακινήτων που καταχωρήθηκαν στις 16/10/2017 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Γραφείο Λεμεσού βάση της συμφωνίας που έγινε ημερ. 03/10/2017 μεταξύ του Ενάγοντα αρ. 4 / Αιτητή και Εναγόμενης Αρ. 1 / Καθ’ ης η Αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €142.500,00 και Ενάγουσας αρ. 5 / Αιτήτρια και Εναγόμενης Αρ. 1/Καθ’ ης η Αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €182.250,00 και έχουν αριθμούς υποθηκών Υ3445/2018 και Υ8868/2011.
Β. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει να παγοποιηθούν όλες οι ενέργειες των Εναγόμενων/Καθ’ ων η Αίτηση, παραδείγματος χάριν, εκποίηση της περιουσίας των Εναγόντων 4 και 5/Αιτητών ή την εκτέλεση οποιωνδήποτε πράξεων που ενδέχεται να επηρεάσουν τα συμφέροντα των Εναγόντων 4 και 5/Αιτητών μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε τακτική διαδικασία που αφορούν τα ακίνητα (α) με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 47/5315V01, Τμήμα 1, Τεμάχιο [ ], το οποίο βρίσκεται στην Τριμίκλινη της Επαρχίας Λεμεσού και (β) ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 54/57, Τμήμα 0, Τεμάχιο [ ], το οποίο βρίσκεται στην περιοχή Κάτω Πολεμίδια στην Επαρχία Λεμεσό. Οι αριθμοί των υποθηκών των εν λόγω ακινήτων που καταχωρήθηκαν στις 16/10/2017 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Γραφείο Λεμεσού βάση της συμφωνίας που έγινε ημερ. 03/10/2017 μεταξύ του Ενάγοντα αρ. 4 / Αιτητή και Εναγόμενης Αρ. 1 /Καθ’ ης η Αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €142.500,00 και Ενάγουσας αρ. 5 / Αιτήτρια και Εναγόμενης Αρ. 1/ Καθ’ ης η Αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €182.250.00 και έχουν αριθμούς υποθηκών Υ3445/2018 και Υ8868/2011.
Γ. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει την προστασία λόγω κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στα ακίνητα (α) με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 47/5315V01, Τμήμα 1, Τεμάχιο [ ], το οποίο βρίσκεται στην Τριμίκλινη της Επαρχίας Λεμεσού και (β) ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 54/57, Τμήμα 0, Τεμάχιο 57 το οποίο βρίσκεται στην περιοχή Κάτω Πολεμίδια στην Επαρχία Λεμεσό. Οι αριθμό των υποθηκών των εν λόγω ακινήτων που καταχωρήθηκαν στις 16/10/2017 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Γραφείο Λεμεσού βάση της συμφωνίας που έγινε ημερ. 03/10/2017 μεταξύ του Ενάγοντα αρ. 4 / Αιτητή και Εναγόμενης Αρ. 1 / Καθ’ ης η Αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €142.500,00 και Ενάγουσας αρ. 5 / Αιτήτρια και Εναγόμενης Αρ. 1 / Καθ’ ης η Αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €182.250.00 και έχουν αριθμούς υποθηκών Υ3445/2018 και Υ8868/2011.
Δ. Να διαταχθεί άμεσα η παγοποίηση των ως άνω ακινήτων, με απαγόρευση κάθε πράξης διάθεσης, μεταβίβασης ή επιβάρυνσης από τους Εναγόμενους/Καθ’ ων η Αίτηση μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αγωγής/υπόθεσης.
Ε. Να ενημερωθούν άμεσα οι Εναγόμενοι / Καθ’ ων η Αίτηση για να μην προχωρήσουν σε καμία ενέργεια που να αναιρεί την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος.
Στ. Αποζημιώσεις και παράβαση συμφωνίας και για άρνηση καταβολής των χρημάτων και περισσότερα έξοδα στους Ενάγοντες 4 και 5/Αιτητές, τόκους και ταλαιπωρία των Εναγόντων 4 και 5/Αιτητές από τους Εναγόμενους/Καθ’ων η Αίτηση όπως θα κρίνει ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο.
Ζ. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου το κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.
Η. Νόμιμους Τόκους.
Θ. Δικηγορικά Έξοδα πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης.»
Η Αίτηση υποστηρίζεται από την κοινή ένορκη δήλωση των ιδίων των Αιτητών, οι οποίοι παραθέτουν τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Σημειώνεται ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 24/04/2025 και προωθήθηκε μονομερώς, πλην, όμως, διατάχθηκε η επίδοση της και κατέστη δια κλήσεως.
Μετά την επίδοση της Αίτησης και κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 02/10/2025 προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης:
«1. Η Αίτηση είναι νομικά και τυπικά αβάσιμη ή/και αδικαιολόγητη και/ή άνευ ουσίας.
2. Η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και/ή της σχετικής νομολογίας και/ή τα γεγονότα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου δεν συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα:
i. Δεν καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
ii. Δεν καταδεικνύεται από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ορατή πιθανότητα για την επιτυχία της αγωγής με την οποία οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία.
iii. Δεν καταδεικνύεται ότι με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους Αιτητές σε μεταγενέστερο στάδιο.
3. Η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις ειδικές προϋποθέσεις των Άρθρων 4 και/ή 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος (ΚΕΦ. 6) και/ή της σχετικής νομολογίας και/ή τα γεγονότα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου δεν συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα, δεν καταδεικνύεται από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου:
i. ο κίνδυνος αποξένωσης των επίδικων ακινήτων.
ii. Ο κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης.
4. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν ή/και δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή η αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών δεν είναι υψίστης πίστεως ως απαιτείται από τη νομολογία και/ή τον νόμο και/ή τους κανονισμούς.
5. Οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν και/ή αποκαλύψουν πλήρως και με ειλικρίνεια όλα τα ουσιώδη γεγονότα.
6. Η Αίτηση υποβλήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο σε σχέση με την καταχώριση της απαίτησης και/ή δεν καταδεικνύεται και/ή δικαιολογείται από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
7. Τα αιτητικά της Αίτησης είναι γενικευμένα και/ή αόριστα και/ή δεν δύναται να προκύψει με βεβαιότητα το ακριβές περιεχόμενο τους.
8. Οι Αιτητές, μέσω της Αίτησης, αποσκοπούν σε υπέρμετρα δραστικές θεραπείες και/ή σε θεραπείες, η χορήγηση των οποίων θα ισοδυναμούσε με διεκπεραίωση της ουσίας της Απαίτησης.
9. Οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία που να υποστηρίζει και/ή αποδεικνύει τους ισχυρισμούς στους οποίους βασίζεται η Αίτηση και/ή τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση.
10. Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση.
11. Δεν είναι ορθό, δίκαιο, εύλογο ή πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
12. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.»
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του Εναγόμενου αρ. 2 - Καθ’ ου η Αίτηση, ημερομηνίας 02/10/2025.
Η ΑΙΤΗΣΗ
H εκδοχή των Αιτητών, ως αυτή περιλαμβάνεται στην ένορκη τους δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και την οποία παραθέτω αυτούσια, είναι η εξής:
«1. Είμαστε οι Αιτητές/Ενάγοντες 4 και 5 στην πιο πάνω αίτηση, όπως καταγράφεται με τον αναφερόμενο αριθμό και τίτλο, και είμαστε σύζυγοι.
2. Κατά ή περί τον Ιούλιο του 2017, ο Εναγόμενος αρ. 2 / Καθ’ ου η Αίτηση και/ή οι εκπρόσωποι αυτού και/ή άλλα πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτόν, προσέγγισαν τον Ενάγοντα αρ. 1 / Αιτητή, αναφέροντας του ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 / Καθ’ ου η Αίτηση ήταν και/ή συνεχίζει να είναι ο τελικός πραγματικός δικαιούχος της Εναγόμενης αρ. 1 Εταιρείας / Καθ’ ης η Αίτηση. Κατά την εν λόγω συνάντηση, ο Εναγόμενος αρ. 2 / Καθ’ ου η Αίτηση και/ή οι εκπρόσωποι του και/ή άλλα πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτόν, ενημέρωσαν τον Ενάγοντα αρ. 1 / Αιτητή ότι θα επένδυαν κεφάλαια ύψους €1.500.000,00 μέσω συγκεκριμένης επιχειρηματικής δομής και/ή σχεδίου, το οποίο είχε ετοιμαστεί από τον ίδιο τον Εναγόμενο αρ. 2 / Καθ’ ου η Αίτηση, σε συνεργασία με τον δικηγόρο και/ή τους συνεργάτες του. Ο σκοπός ήταν να πεισθεί ο Ενάγοντας αρ. 1 / Αιτητής, καθώς και οι υπόλοιποι Ενάγοντες, να συμμετάσχουν στο εν λόγω σχέδιο.
3. Ακολούθως, οι Ενάγοντες / Αιτητές αντιλήφθηκαν ότι μετά την υπογραφή των σχετικών Συμφωνιών Δανείου, είχε τεθεί σε εφαρμογή ένα καλά ενορχηστρωμένο σχέδιο με μοναδικό σκοπό την απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας από τον Εναγόμενο αρ. 2 / Καθ’ ου η Αίτηση, χωρίς αυτός να προβεί σε οποιαδήποτε ουσιαστική επένδυση εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας.
4. Οι Ενάγοντες / Αιτητές δέχθηκαν έντονη πίεση από τον Εναγόμενο αρ. 2 / Καθ’ ου η Αίτηση, ως αποτέλεσμα της οποίας συναίνεσαν να συμμετάσχουν στο εν λόγω σχέδιο. Συνεπεία αυτού, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι η Εναγόμενη αρ. 1 Εταιρεία / Καθ’ ης η Αίτηση θα σύνηπτε επτά ξεχωριστές Συμφωνίες Δανείου με τους Ενάγοντες / Αιτητές.
5. Ως εξασφάλιση των εν λόγω Συμφωνιών Δανείου, υποθηκεύτηκαν διάφορα ακίνητα τα οποία ανήκαν και/ή συνεχίζουν να ανήκουν στους Ενάγοντες / Αιτητές, και τα οποία υποθηκεύτηκαν προς όφελος της Εναγόμενης αρ. 1, Εταιρείας / Καθ’ ης η Αίτηση.
6. Ρητός και/ή σιωπηρός όρος της μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας μεταξύ των μερών ήταν ότι το αντάλλαγμα των εν λόγω Συμφωνιών Δανείου θα ήταν ένα σταθερό οικονομικό όφελος, ήτοι ένα ποσό το οποίο οι Ενάγοντες / Αιτητές θα ελάμβαναν σε μηνιαία βάση.
7. Κατά ή περί την 3η Οκτωβρίου 2017, συνομολογήθηκαν μεταξύ Εναγομένης αρ. 1 / Καθ’ ης η Αίτηση και όλων των Εναγόντων / Αιτητών οι κάτωθι Συμφωνίες Δανείου, περιλαμβανομένης και Συμφωνίας Δανείου μεταξύ της Εναγόμενης 1 / Καθ’ ης η Αίτηση και εμένα Ανδρέα Συμεού Ενάγοντας αρ. 4 / Αιτητής για το συνολικό ποσό των €142.500,00 και Ζωίτσα Συμεού άλλως Ζωίτσα Σπύρου άλλως Ζωούλα Σπύρου Ενάγουσας αρ. 5 / Αιτήτρια για το συνολικό ποσό των €182.250,00.
8. Στις 16/10/2017 καταχωρήθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, οι ακόλουθες υποθήκες:
(α) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 47/5315V01, Τμήμα 0, Τεμάχιο [ ], στην περιοχή Τριμίκλινη, Επαρχίας Λεμεσού.
(β) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 54/57, Τμήμα 0, Τεμάχιο [ ], στην περιοχή Κάτω Πολεμίδια, Επαρχίας Λεμεσού.
Οι αριθμοί υποθηκών που λήφθηκαν έγιναν βάση της συμφωνίας ημερ. 03/10/2017 και καταχωρήθηκαν στις 16/10/2017 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού έχοντας τους αριθμούς υποθηκών: Υ3445/2018 και αρχικά με υπ’ αριθμόν Υ3444/2017 με μεταγενέστερη αντικατάσταση με υπ’ αριθμόν Υ8868/2011, οι οποίες αφορούν Συμφωνίες Δανείου μεταξύ της Εναγόμενης αρ. 1 / Καθ’ ης η Αίτηση και εμάς των Εναγόντων 4 και 5 / Αιτητών.
9. Με την σύσταση της εν λόγω υποθήκης επί των πιο πάνω ακινήτων, οι Αιτητές/ Ενάγοντες δεσμεύτηκαν υπέρ των Εναγόμενων/Καθ’ ων η Αίτηση, παρέχοντας τους εξασφάλιση αναφορικά με τα εν λόγω ακίνητα.
10. Το μηνιαίο οικονομικό αντάλλαγμα υπήρξε βασικός όρος των Συμφωνιών Δανείου.
11. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος αρ. 2 / Καθ’ ου η Αίτηση είχε υποσχεθεί στους Ενάγοντες ότι τα υποθηκευμένα ακίνητα τους δεν θα παρέμεναν δεσμευμένα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
12. Κατά τον κρίσιμο χρόνο της παρούσας αγωγής, ο Ενάγων αρ. 1 / Αιτητής ήταν και εξακολουθεί να είναι Διευθυντής στις Εναγόμενες αρ. 6 και 7 Εταιρείες / Καθ’ ων η Αίτηση, και ως εκ τούτου έχει την εξουσία να ενεργεί και να υπογράφει εκ μέρους και για λογαριασμό τους.
13. Δυνάμει Ειδικού Πληρεξουσίου ημερομηνίας 31/08/2017, το οποίο παραχωρήθηκε από τους λοιπούς Ενάγοντες / Αιτητές προς τον Ενάγοντα αρ. 1 / Αιτητή, αυτός εξουσιοδοτήθηκε να ενεργεί εκ μέρους τους, αναφορικά με πράξεις σχετικές με τα Κτηματολογικά Γραφεία όλων των Επαρχιών της Κυπριακής Δημοκρατίας, περιλαμβανομένης της καταχώρησης των ως άνω υποθηκών ή άλλως πως.
14. Εξαιτίας της ως αναφερόμενης συμπεριφοράς και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή υποσχέσεων εκ μέρους των Εναγόμενων / Καθ’ ων η Αίτηση προς τους Ενάγοντες / Αιτητές, οι τελευταίοι οδηγήθηκαν στην υπογραφή των προαναφερόμενων Συμφωνιών Δανείου.
15. Κατόπιν της τυφλής εμπιστοσύνης που επέδειξαν οι Ενάγοντες / Αιτητές προς το πρόσωπο των Εναγόμενων / Καθ’ ων η Αίτηση, οι τελευταίοι προέβησαν σε ψευδείς υποσχέσεις και/ή ενέργειες με απώτερο σκοπό την πλήρη οικονομική εκμετάλλευση των Εναγόντων / Αιτητών. Ως αποτέλεσμα, οι Ενάγοντες αποστερήθηκαν τόσο χρηματικών ποσό όσο και ακίνητης περιουσίας και άλλων περιουσιακών στοιχείων.
16. Με δόλο και σε συνεννόηση μεταξύ τους, οι Εναγόμενοι / Καθ’ ων η Αίτηση και/ή οι εκπρόσωποι τους συνωμότησαν με σκοπό αφενός την οικονομική εκμετάλλευση των Εναγόντων / Αιτητών, και αφετέρου την αποστέρηση αυτών από χρήματα και/ή ακίνητη περιουσία, προκειμένου να εξυπηρετήσουν αλλότριους και παράνομους σκοπούς.
17. Κατόπιν μεταγενέστερης αντίληψης των Εναγόντων / Αιτητών περί της εξαπάτησης την οποία υπέστησαν, δια της παρούσας Αίτησης αιτούμαστε την παγοποίηση των ανωτέρω αναφερόμενων ακινήτων, με σκοπό να τεθεί άμεσο τέλος στο καλά ενορχηστρωμένο σχέδιο των Εναγόμενων / Καθ’ ων η Αίτηση, και να απελευθερωθούν οι περιουσίες και τα ακίνητα μας από τα εμπράγματα βάρη που επιβλήθηκαν κατόπιν πιέσεων και παρά τη θέληση μας.
18. Οι Ενάγοντες / Αιτητές υπέγραψαν τις Συμφωνίες Δανείου, βασιζόμενοι σε ψευδείς παραστάσεις και μια παραπλανητική εικόνα που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αλλά αποτελούσε μέρος ενός καλά οργανωμένου εγκληματικού σχεδίου.
19. Επιπροσθέτως, στις 02/03/2021, οι Ενάγοντες / Αιτητές έλαβαν επιστολή από τους νομικούς εκπροσώπους των Εναγόμενων / Καθ’ ων η Αίτηση, στην οποία αναφερόταν ότι επρόκειτο να κινηθούν διαδικασίες πλειστηριασμού επί των υποθηκευμένων ακινήτων των Εναγόντων / Αιτητών, παρά το γεγονός ότι ουδέποτε οι τελευταίοι έλαβαν το προϊόν των εν λόγω δανείων.
20. Ως συνέπεια των πιο πάνω γεγονότων, οι Εναγόμενοι / Καθ’ ων η Αίτηση έχουν παραβιάσει και συνεχίζουν να παραβιάζουν τους όρους των Συμφωνιών Δανείου, προκαλώντας ταλαιπωρία στους Ενάγοντες / Αιτητές, οι οποίοι υποχρεώνονται να εμπλακούν σε χρονοβόρες και κοστοβόρες νομικές διαδικασίες και να καταφεύγουν σε νομική εκπροσώπηση με περιττά έξοδα.
21. Συζητώντας με τους υπόλοιπους Ενάγοντες / Αιτητές το όλο θέμα καταλήξαμε εγώ και η σύζυγος μου Ενάγουσα 5 στην υποβληθείσα αίτηση παγοποίησης (συντηρητικής κατάσχεσης) καθώς κρίνεται απολύτως αναγκαία και επιτακτική, η ανάγκη της παγοποίησης των εν λόγω αναφερθέντων ακινήτων εφόσον, συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που καθιστούν άμεσα απειλούμενη τη δυνατότητα ικανοποίησης της απαίτησης μας.
22. Οι Καθ’ ων / Εναγόμενοι έχουν ήδη επιδείξει πρόθεση αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, κάτι που καταδεικνύει ξεκάθαρη πρόθεση παρακώλυσης της δικαστικής προστασίας και αποτροπής της εκτέλεσης ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης. Επιπλέον, κατάγονται από την Ρωσία, ενώ υπάρχει βάσιμος κίνδυνος φυγής, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δυσχερή τον εντοπισμό και την επίδοση προς αυτούς.
23. Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το γεγονός ότι Εναγόμενοι/Καθ’ ων η Αίτηση ενέργησαν με δόλο και κακόβουλη πρόθεση ήδη από το στάδιο της σύναψης των συμφωνιών, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι δεν είχαν πρόθεση να παραχωρήσουν τα εν λόγω δάνεια στους Ενάγοντες. Παρά ταύτα, μέσω ψευδών παραστάσεων, μεθοδευμένης πειθούς και παραπλάνησης, επηρέασαν τους Ενάγοντες να υπογράψουν τις επίμαχες, απατηλές συμφωνίες δανείου. Σκοπός τους δεν ήταν άλλος από το να αποκτήσει ο Εναγόμενος αρ. 2 την Κυπριακή υπηκοότητα μέσω του σχετικού επενδυτικού προγράμματος, χωρίς όμως να επενδύσει πραγματικό χρηματικό ποσό στην Κυπριακή Δημοκρατία, καταστρατηγώντας, τόσο τις συμβάσεις όσο και τη νομοθεσία.
24. Η συμπεριφορά των Καθ’ ων/Εναγόμενων χαρακτηρίζεται από συστηματική αθέτηση οικονομικών υποχρεώσεων, επανειλημμένες καθυστερήσεις πληρωμών και δόλια πρόθεση εξαπάτησης. Η σοβαρότητα των πράξεων τους, σε συνδυασμό με την προφανή πρόθεση απόκρυψης ή απομάκρυνσης της περιουσίας τους, καθιστά άμεση και επείγουσα την ανάγκη λήψης του αιτούμενου μέτρου, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση τους, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων.
25. Η παρούσα αίτηση δεν επιλύει την ουσία της διαφοράς, αλλά συνιστά προσωρινό μέτρο προστασίας για τη διασφάλιση της εκτελεστότητας μελλοντικής δικαστικής απόφασης. Υπό το φως των ανωτέρω περιστάσεων και βάσει της αρχής της δικαιοσύνης, η έκδοση του διατάγματος είναι απολύτως εύλογη και δίκαιη.
[….]»
Η ΕΝΣΤΑΣΗ:
Οι Καθ’ ων η αίτηση απορρίπτουν τα όσα πιο πάνω αναφέρονται προς υποστήριξη της Αίτησης και ο Καθ’ ου η αίτηση αρ. 2 στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι δεν αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά γεγονότα.
Εν αντιθέσει με τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές, ουδέποτε οι Καθ’ ων η αίτηση προσέγγισαν τους Ενάγοντες. Ο Καθ’ ου η αίτηση αρ. 2, ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τον Ιούλιο του 2017, τον προσέγγισε κάποιος Γεώργιος Γεωργίου, ο οποίος του παρουσίασε διάφορες επενδυτικές επιλογές, τις οποίες αρχικά απέρριψε καθότι έκρινε πως αυτές δεν διασφάλιζαν τα συμφέροντα του. Στα πλαίσια των συζητήσεων τους, ο κ. Γεωργίου του παρουσίασε, ως κύριο συνεργάτη του, κάποιον κ. Ανδρέα (Άντη) Παπαγεωργίου. Εξ’ όσων αντιλήφθηκε αργότερα ο κ. Γεωργίου βρισκόταν εξ αρχής σε συνεννόηση με τον κ. Παπαγεωργίου. Συγκεκριμένα, αμφότεροι οι πιο πάνω, τον προσέγγισαν προκειμένου να τον πείσουν να επενδύσει το ποσό των €1.500.000,00 στην εταιρεία CALZON LTD, τον πραγματικό έλεγχο την οποίας, του αναφέρθηκε ότι ασκούσε ο κ. Παπαγεωργίου.
Τα προαναφερόμενα πρόσωπα του συνέστησαν τον Ενάγοντα αρ. 1 και τον οποίο του παρουσίασαν ως πρόσωπο αναγνωρισμένο στην κτηματική αγορά της Λεμεσού και δικηγόρο. Αργότερα, διαφάνηκε ότι ο Ενάγοντας αρ. 1 ήταν ένας εκ των ιδιοκτητών ακινήτων που θα συμμετείχε στα επενδυτικά πλάνα που ετοίμαζαν οι Γεωργίου και Παπαγεωργίου για να του παρουσιάσουν, παρέχοντας εξασφαλίσεις υπό μορφή υποθήκης. Εξ’ όσων είχε αντιληφθεί, το επιχειρηματικό αυτό σχέδιο ετοιμάστηκε από τους κ.κ. Γεωργίου και Παπαγεωργίου, με την μεταγενέστερη συμμετοχή όλων των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένων και των Αιτητών, τους οποίους ουδέποτε είχε γνωρίσει προηγουμένως.
Ο Καθ’ ου η αίτηση αρ. 2, κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, ισχυρίζεται ότι ζήτησε όπως του δοθούν κάποιες εξασφαλίσεις προκειμένου να μετριαστεί το ρίσκο που αναλάμβανε από την επένδυση που του είχαν παρουσιάσει. Οι κ.κ. Γεωργίου και Παπαγεωργίου δεν ήταν διατεθειμένοι να του παρέχουν τις εξασφαλίσεις αυτές προσωπικά. Έτσι αποφάσισαν να προσεγγίσουν άτομα του δικού τους κύκλου, με σκοπό να τους πείσουν όπως παραχωρήσουν μερικά ακίνητα τους υπό μορφή εμπράγματης εξασφάλισης. Εξ’ όσων αντιλήφθηκε μεταγενέστερα ο Ενάγοντας αρ. 1, προσέγγισε τους υπόλοιπους Ενάγοντες και έχοντας αποκτήσει τις απαραίτητες εξουσιοδοτήσεις από αυτούς, προχώρησε τον Οκτώβριο του 2017 στην υπογραφή των επίδικων συμβάσεων δανείου εκ μέρους των Εναγόντων και στην παραχώρηση των ακινήτων τους υπό μορφή του εμπράγματου βάρους.
Ο ίδιος ο Καθ’ ου η αίτηση αρ. 2, δεν είχε γνωρίσει τους υπόλοιπους Ενάγοντες και ουδέποτε, ούτε ο ίδιος ούτε η Καθ’ ης η αίτηση αρ. 1 υποσχέθηκαν σε κανένα εκ των Εναγόντων ότι υποθηκεύοντας τα ακίνητα τους θα λάμβαναν από αυτούς οποιαδήποτε απόδοση.
Ύστερα από τις παραστάσεις που του έγιναν από τα προαναφερόμενα πρόσωπα – οι οποίες τον έπεισαν ότι πλέον η επένδυση που του παρουσιαζόταν ήταν συμφέρουσα- και καθώς η επένδυση αυτή θα ήταν βοηθητική για την απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας από τον ίδιο και την σύζυγο του, αποφάσισε να επενδύσει το ποσό των €1.500.000,00 στην εταιρεία CALZON LTD, μέσω της Εναγόμενης αρ. 1. Έχει, επίσης, προχωρήσει στην αγορά περαιτέρω ακίνητης ιδιοκτησίας στη Λεμεσό, ύψους €1.000.000,00. Οι επενδύσεις του αυτές είναι καθόλα νομότυπες και η προέλευση των κεφαλαίων έχει ελεγχθεί από τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και ως εκ τούτου η απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας είναι καθ’ όλα νόμιμη και ουδέν μεμπτό και/ή αξιόποινο υπάρχει.
Ουδέποτε ο Καθ’ ου η αίτηση αρ. 2 άσκησε οποιαδήποτε πίεση στους Ενάγοντες και ουδέποτε τους παραπλάνησε. Όλες οι συμβάσεις δανείου και οι συνεπακόλουθες υποθήκες που έγιναν, είναι το προϊόν της ελεύθερης βούλησης των Εναγόντων, οι οποίοι, εξ’ όσων αντιλαμβάνεται, συναίνεσαν στα ανωτέρω κατόπιν παρότρυνσης και/ή παραστάσεων που τους έγιναν από τους κ.κ. Γεωργίου, Παπαγεωργίου και Μεσιήτη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Ενάγοντας αρ. 1, ενεργούσε και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων αρ. 2, 3, 4 και 5 ενώ παράλληλα ήταν διευθυντής των Εναγόντων αρ. 6 και 7.
Απορρίπτει τη θέση ότι οι Αιτητές επέδειξαν τυφλή εμπιστοσύνη στον ίδιο ή στην Καθ’ ης η αίτηση αρ. 1. Ουδέποτε οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν άμεση επαφή με τους Ενάγοντες, οι οποίοι πάντοτε ενεργούσαν μέσω των πληρεξουσίων εγγράφων που είχαν παραχωρήσει στον Ενάγοντα αρ. 1. Θεωρεί ότι αν πράγματι επέδειξαν τυφλή εμπιστοσύνη σε κάποιο πρόσωπο, αυτό ίσως να ήταν ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους.
Πέραν των πιο πάνω, ο Καθ’ ου η αίτηση αρ. 2 ισχυρίζεται ότι παρόλο που οι συμβάσεις δανείου είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες ήδη από τον Νοέμβριο του 2020, η ύπαρξη, νομιμότητα και δεσμευτικότητα τους αμφισβητήθηκε για πρώτη φορά από τους Ενάγοντες 6 χρόνια μετά την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων, όταν αποφάσισαν στις 20/07/2023 να καταχωρήσουν την Απαίτηση και να προβάλουν για πρώτη φορά ισχυρισμούς για δήθεν απατηλή συμπεριφορά, ψευδείς παραστάσεις και άσκησης πίεσης από πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση.
Επιπρόσθετα, ο Καθ’ ου η Αίτηση αρ. 2 απορρίπτει τη θέση ότι υπάρχει δυσκολία εντοπισμού των Καθ’ ων η αίτηση και ισχυρίζεται ότι ο ίδιος διαμένει μόνιμα στην Πάφο και παρόλο που κατάγεται από τη Ρωσία, είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης, μετά τον τερματισμό των συμφωνιών δανείων στις 02/03/2021 και με την οποία ενημέρωνε τους Ενάγοντες ότι θα προχωρήσει με τα νόμιμα μέσα εκποίησης των υποθηκευμένων ακινήτων, αποστάληκε και προειδοποιητική επιστολή Τύπου Ι, ημερομηνίας 11/10/2021. Πέραν τούτου, όμως, σε ουδεμία άλλη ενέργεια έχουν προβεί η οποία μπορεί να ερμηνευτεί ως πρόθεση αποξένωσης των υποθηκευμένων περιουσιακών στοιχείων κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να γίνει πρακτικά. Δεν υπάρχει, περαιτέρω, οποιαδήποτε πρόθεση αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των Καθ’ ων η αίτηση.
Πέραν των πιο πάνω, ο Καθ’ ου η αίτηση αρ. 2 ισχυρίζεται ότι υπάρχει καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας Αίτησης. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, οι Αιτητές επικοινώνησαν με τους δικηγόρους τους με σκοπό την συζήτηση εξώδικης διευθέτησης, περί τον Φεβρουάριο του 2025. Οι εν λόγω επαφές ήταν πολύ πρόσφατες και σύντομες και σε καμία περίπτωση συνεχιζόμενες. Δεν θεωρεί, επίσης, τυχαίο το γεγονός ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε λίγες μέρες μετά από την απόφαση των Αιτητών να αλλάξουν δικηγόρο. Τούτο, διότι οι Αιτητές δεν αναφέρονται σε κανένα συμβάν που να έλαβε χώρα μετά την καταχώρηση της Απαίτησης στις 10/07/2023 και το οποίο θα δικαιολογούσε την ύπαρξη επειγουσών περιστάσεων κατά το χρόνο καταχώρισης της Αίτησης.
Ο Καθ’ ου η αίτηση αρ. 2 ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει πρόθεση απόκρυψης ή απομάκρυνσης της υποθηκευμένης περιουσίας. Κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο και/ή αδύνατο.
ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ:
Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στη βάση των γραπτών αγορεύσεων που αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο. Επίσης, αγόρευσαν και προφορικά για κάποιες περαιτέρω διευκρινήσεις, οι οποίες ζητήθηκαν από το Δικαστήριο. Έχω μελετήσεις τις αγορεύσεις των διαδίκων και έχω λάβει υπόψη μου το κάθε τι που αναφέρθηκε. Δεν κρίνω αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναπαράγω τις εν λόγω αγορεύσεις. Θα αναφερθώ κατωτέρω, κατά την εξέταση της ουσίας της Αίτησης, στις θέσεις των συνηγόρων και εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ:
Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 όπως έχει τροποποιηθεί. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
Το εν λόγω άρθρο και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, έχoυν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2015 , Jonitexo Ltd v Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).
Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.
Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas (ανωτέρω)).
H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις.
Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.
Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγόμενου. (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι (2001) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co (1997) 1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην 1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v. 1. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους – ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια».
Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί.
Έχει νομολογηθεί, επίσης, ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής, ούτως ώστε να αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις (βλ. Halsbury’s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, παράγραφος 763, Michael v. Brevinos Ltd (1969) 1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou (1980) 1 C.L.R. 14 και Re Χ΄΄Κωνσταντή [1998] 1 Α.Α.Δ. 2187).
Πέραν τούτου το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα και με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Τα άρθρα αυτά αναφέρονται σε εξειδικευμένες περιπτώσεις αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. ABP Holdings Ltd κ.α. v. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.2) (1994) 2 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.α. v. Xριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω).
Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 αφορά στην έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στις περιπτώσεις που ζητείται η δέσμευση ή προστασία περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. (βλ. Papastratis v. Pierides (1979) 1 C.L.R. 231, The Cyprus Palestine Plantations Co Ltd v. Olivier & Co Cyprus Ltd (1940) 15 CLR 122, Sofocleous Mamas & Co v. Carl F.W. Borgward and another (1962) CLR 209). Σε τέτοια περίπτωση το διάταγμα μπορεί να εκδοθεί στη βάση των προνοιών του Άρθρου 4 του Κεφ. 6, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν. 14/60. Οι πρόνοιες του Άρθρου 32 όμως υπερκαλύπτουν τις πρόνοιες του Άρθρου 4 και στην περίπτωση που η περιουσία της οποίας ζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, το διάταγμα μπορεί να εκδοθεί τόσο δυνάμει του Άρθρου 4 όσο και δυνάμει του Άρθρου 32. Σε κάθε περίπτωση, η έκδοση του διατάγματος στη βάση των προνοιών του Άρθρου 4 του Κεφ. 6 εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και το ότι πληρούνται οι τυπικές του προϋποθέσεις, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι ένα τέτοιο διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί. Στην Ανδρέας Σάββα Κυτάλα και Άλλοι v. Άννας Χρυσάνθου και Άλλων (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου δεν θα έπρεπε να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας γίνεται στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως και στην περίπτωση των άλλων διατάξεων που αφορούν στην εξουσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων.
Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ρυθμίζει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος που αφορά τη δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Από το κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο εναγόμενος να διαθέσει ή αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του, που κατά τη γνώμη του, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα.
Στην Δημήτρης Τσιολάκης κ.α. v. Ανδρέα Στυλιανίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 782, αναφέρθηκε ότι ο όρος «good cause of action» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32(1) του Ν.14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος.
Εκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι διατάγματα του είδους που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, μπορούν να εκδοθούν επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, όμως σε τέτοια περίπτωση πρέπει σωρευτικά να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των δύο άρθρων (βλ. επίσης Lakatamitis v. Theodorou (1983) 1 Α.Α.Δ. 520 και Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 54).
Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης και κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, ικανοποιούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και είναι πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
Έχω διεξέλθει του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης. Οι Αιτητές στηρίζουν τις αξιώσεις τους σε ψευδείς παραστάσεις, δόλο, απάτη και συνωμοσία καθώς και σε παράβαση των Συμφωνιών Δανείου. Ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 και/ή οι αντιπρόσωποι του προσέγγισαν τον Ενάγοντα αρ. 1 και του ανάφεραν πως ο Εναγόμενος αρ. 2 και/ή άλλα πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτόν θα επένδυαν χρήματα ύψους €1.500.000,00 μέσω μιας επιχειρηματικής δομής και/ή σχεδίου το οποίο έχει ετοιμάσει ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 2 μαζί με το δικηγόρο του και/ή τους συνεργάτες του και προσπαθούσαν να πείσουν τον Ενάγοντα αρ. 1 όπως, τόσο αυτός όσο και οι υπόλοιποι Ενάγοντες, συμμετάσχουν στο εν λόγω σχέδιο. Οι Ενάγοντες δέχθηκαν πολλή πίεση από τον Εναγόμενο αρ. 2, συνεπεία της οποίας δέχθηκαν όπως συμμετάσχουν στο εν λόγω σχέδιο. Συνεπώς, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι η Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία θα συνομολογούσε με τους Ενάγοντες 7 διαφορετικές Συμφωνίες Δανείου και οι οποίες συνομολογήθηκαν στις 03/10/2017 για συγκεκριμένα ποσά για έκαστο από τους Ενάγοντες. Προς εξασφάλιση των Συμφωνιών Δανείων υποθηκεύτηκαν διάφορα ακίνητα των Εναγόντων.
Το αντάλλαγμα των εν λόγω Συμφωνιών Δανείων θα ήταν οικονομικό όφελος, ήτοι ποσό το οποίο θα λάμβαναν οι Ενάγοντες μηνιαίως.
Οι Ενάγοντες αντιλήφθηκαν αργότερα ότι επρόκειτο για ένα καλά ενορχηστρωμένο σχέδιο με σκοπό την απόκτηση της Κυπριακής Υπηκοότητας από τον Εναγόμενο αρ. 2, χωρίς ουσιαστικά να επενδύσει οποιοδήποτε ποσό στη Κυπριακή Δημοκρατία. Παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτηση λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παραπληροφόρησης προς καταδολίευση των Εναγόντων.
Τα όσα περιγράφονται αποτελούν αναγνωρισμένη βάση αγωγής κάτι το οποίο είναι αρκετό για να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση. Σημειώνεται ότι στο στάδιο αυτό και κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης το βάρος δεν ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ.Ε7/18, ημερ.21.3.19). Αρκεί ο ενάγοντας να καταδείξει, με βάση το δικόγραφο του και τους ισχυρισμούς του ότι η απαίτηση του στηρίζεται σε μια αναγνωρισμένη από το Νόμο αιτία αγωγής, κάτι το οποίο συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Στηρίζουν την αγωγή τους σε παράβαση σύμβασης, δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και συνομωσία για καταδολίευση. Κατά συνέπεια, έχω ικανοποιηθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60.
Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που έχει παρατεθεί ενώπιον μου από την πλευρά των Αιτητών, μέσω της ένορκης τους ομολογίας σε συνάρτηση και συσχετισμό πάντοτε με τους ισχυρισμούς των Καθ’ ών η αίτηση, όπως αυτοί προβάλλονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους.
Επαναλαμβάνω ότι στο στάδιο αυτό εξετάζεται η μαρτυρία η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς αυτή φυσικά να αξιολογείται και αποφασίζεται κατά πόσο είναι τέτοια που καταδεικνύει πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, Dolego Estates Ltd κ.α. v. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1217 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 1858). Παραπέμπω επίσης στην Odysseos ν. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκε ότι η έννοια "πιθανότητας" (probability) στην επιφύλαξη του άρθρου 32(1) απαιτεί από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει ορατή ευκαιρία να επιτύχει. Αναφέρεται δε το εξής απόσπασμα στη σελίδα 569:-
"The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re IS. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.).
"A probability", in the context of the proviso to s. 32(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.".
Επαναλαμβάνεται, όμως, πως η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία με μια προκαταρκτική αξιολόγηση να καταδεικνύονται σοβαρές ενδείξεις για ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας.
Έχω διεξέλθει ολόκληρης της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί και η οποία έχει καταγραφεί ανωτέρω αυτούσια. Εκείνο το οποίο παρατηρείται, χωρίς φυσικά αυτή να αξιολογείται, είναι ότι διέπεται από μια γενικότητα, αοριστία και δύσκολα μπορεί να κατανοηθεί η εκδοχή των Αιτητών. Ενώ οι Αιτητές βασίζονται σε δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, ουδεμία συγκεκριμένη αναφορά γίνεται για τις πράξεις και/ή ενέργειες του Εναγόμενου αρ. 2. Επικαλούνται, επίσης, διαζευκτικούς ισχυρισμούς χωρίς να δίνεται μια ξεκάθαρη εικόνα για το τί τελικά έλαβε χώρα και πως προέκυψαν οι Συμφωνίες Δανείου. Ειδικότερα, επικαλούνται αναφορές του Εναγόμενου αρ. 2 και/ή των εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων του. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες αναφορές και λεπτομέρειες των όσων επικαλούνται.
Ισχυρίζονται ότι υπόγραψαν Συμφωνίες Δανείου και παράλληλα οι ίδιοι οι Αιτητές παρείχαν ενυπόθηκες εξασφαλίσεις. Δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιος δανειοδότησε ποιον. Σε άλλο μέρος της ένορκης δήλωσης γίνεται αναφορά ότι είναι η Εναγόμενη αρ. 1 που θα επένδυε το ποσό του €1.500.000,00 και δεν το επένδυσε. Η θέση αυτή φαίνεται να συγκρούεται με την αρχική θέση που αφήνεται να νοηθεί ότι είναι οι Αιτητές που δανειοδότησαν την Εναγόμενη αρ. 1. Δεν εξηγείται, επίσης, πώς προκύπτει και οι Αιτητές παρείχαν ενυπόθηκες εξασφαλίσεις.
Ελλείπουν λεπτομέρειες των κατ’ ισχυρισμό παραστάσεων και ενεργειών του Εναγόμενου αρ. 2, οι οποίες είχαν ως σκοπό να τους πείσει να επενδύσουν στο επικαλούμενο σχέδιο, το οποίο, επίσης, δεν περιγράφεται. Σημειώνεται και η αντίθετη εκδοχή των Καθ’ ων η αίτηση και ειδικότερα η θέση ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 ουδέποτε συναντήθηκε με τους Ενάγοντες πλην του Ενάγοντα αρ. 2. Οι Αιτητές, δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε γεγονότα που έλαβαν χώρα μεταξύ Εναγομένου αρ. 2 και Εναγόντων, στη βάση των οποίων τους έπεισε να λάβουν μέρος στο ισχυριζόμενο σχέδιο.
Πέραν των πιο πάνω, δηλαδή της αοριστίας αναφορικά με τις περιστάσεις σύναψης των επίδικων Συμφωνιών Δανείων και Υποθηκών, κανένα τεκμήριο δεν επισυνάπτεται για να διαφωτιστεί το Δικαστήριο για το περιεχόμενο των εν λόγω Συμφωνιών.
Η μαρτυρία η οποία έχει προσφερθεί πόρρω απέχει από αυτή που απαιτείται, για σκοπούς του σταδίου αυτού. Η μαρτυρία θα έπρεπε να αναφερόταν σε συγκεκριμένα γεγονότα από τα οποία να παρουσιαζόταν ευκρινώς η εκδοχή των Αιτητών. Αντί αυτού παρουσιάζεται μια συγκεχυμένη και ακατανόητη εκδοχή χωρίς οποιοδήποτε υποστηρικτικό στοιχείο ή τεκμήριο. Στην αγόρευση των συνηγόρων των Αιτητών γίνεται αναφορά σε e-mails, μηνύματα, συμφωνητικά ή ακόμη και τραπεζικά εμβάσματα με αιτιολογία «επένδυση» ή συναφή περιγραφή, τα οποία, όμως δεν έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
Στην αγόρευση, επίσης, υπάρχουν αναφορές περί το ότι ο Καθ’ ου η αίτηση αποδέχθηκε σημαντικά χρηματικά ποσά, ήτοι το ποσό των €1.500.000,00, βάσει συγκεκριμένων επενδυτικών παραστάσεων και για συγκεκριμένο σκοπό, κάτι το οποίο εντείνει περαιτέρω τη σύγχυση που επικρατεί για το τί πραγματικά έλαβε χώρα, πάντοτε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Αιτητών. Δηλαδή, οι Ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένων των Αιτητών έδωσαν χρήματα ή επένδυσαν στο επικαλούμενο σχέδιο και ταυτόχρονα υποθήκευσαν και την περιουσία τους ως εξασφάλιση; Και τούτο πως συνάδει; Ή είναι η Καθ’ ης η αίτηση που θα επένδυε και προς εξασφάλιση της δόθηκαν οι υποθήκες;
Επικρατεί μια σύγχυση στην εκδοχή των Αιτητών. Κανένα έγγραφο δεν επισυνάπτεται έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο να διαφωτιστεί για το ποια τελικά είναι η εκδοχή τους. Ειδικότερα, δεν επισυνάπτονται οι Συμφωνίες Δανείου για να διαφανούν και οι όροι τους και να ξεκαθαρίσει τί ακριβώς προνοούσαν.
Η απαίτηση η μαρτυρία να είναι συγκεκριμένη, σαφής και να παρέχονται και τα αναγκαία τεκμήρια είναι αναγκαία με σκοπό να καταδειχθεί, όχι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος των Αιτητών αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση.
Μία σύμβαση για να είναι έγκυρη πρέπει, μεταξύ άλλων, να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών, ικανών προς το συμβάλλεσθαι (βλ. άρθρο 10(1) του περί Συμβάσεων Νόμου και Σωκράτους ν Σιβιτανίδη (1998) 1 ΑΑΔ 1602). Είναι δε τέτοια (ελεύθερη), ως οι πρόνοιες του άρθρου 14 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ορίζουν, όταν δεν προκαλείται με, (α) εξαναγκασμό ή (β) ψυχική πίεση ή (γ) απάτη ή (δ) ψευδή παράσταση ή (ε) πλάνη. Η συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει τούτων.
Στη βάση των προνοιών του άρθρου 19(1) του Κεφ. 149, στην περίπτωση που συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η επακόλουθη συμφωνία θεωρείται ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Το τι συνιστά απάτη και ψευδής παράσταση για σκοπούς του Κεφ. 149, καθορίζεται στα άρθρα 17 και 18 του εν λόγω Νόμου, αντίστοιχα.
Το αναίτιο μέρος στο οποίο απευθύνθηκε η ψευδής παράσταση, για να αποκτήσει δικαιώματα ακύρωσης της σύμβασης ή αποζημιώσεις θα πρέπει να ικανοποιήσει:
(1) ότι η παράσταση ήταν ουσιώδης, υπό την έννοια ότι επρόκειτο για τέτοιας φύσης και τύπου παράστασης που λογικώς θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφαση του ως προς το κατά πόσο θα αποτελέσει μέρος της επίδικης σύμβασης,
(2) ότι η συναίνεση του παρασχέθηκε συνεπεία της ψευδούς αυτής παράστασης, δηλαδή ότι βασίστηκε στην παράσταση του αντισυμβαλλομένου του και στη βάση της συναίνεσε να καταστεί μέρος της επίδικης σύμβασης και
(3) με δεδομένα τα ανωτέρω, ότι δεν ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας συνήθη επιμέλεια.
Όσον αφορά στην απάτη, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράστασή του ήταν ψευδής και ότι είχε πρόθεση ο Ενάγοντας να ενεργήσει βασιζόμενος σε αυτή και να υποστεί ζημιά. Πρέπει στην ουσία να αποδειχθεί:
(α) η παράσταση γεγονότος,
(β) ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής,
(γ) ότι έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγων βασιζόμενος σε αυτή,
(δ) ότι ο Ενάγων ενήργησε με βάση αυτή, και
(ε) υπέστη ζημιά.
Το Άρθρο 36 του Περί Αστικών Νόμου Κεφ.148, κωδικοποιεί την απάτη και στην ουσία αναπαράγει τις αρχές του κοινοδικαίου (action of deceit) περιλαμβάνει τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία (βλ. Pyrgas v Stavrinidou (1969) 1 C.L.R. 332).
H μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί προκύπτει να υπολείπεται σε απόδειξη των πιο πάνω αναφερόμενων συστατικών στοιχείων των ψευδών παραστάσεων και/ή της απάτης και/ή δόλιας συμπεριφοράς της Καθ’ ης η αίτηση. Ή καλύτερα δεν παρέχεται καμία μαρτυρία ή σαφής και ευκρινής μαρτυρία από την οποία να προκύπτουν πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής των Αιτητών.
Χωρίς να αποφαίνομαι τελεσίδικα για αυτή την αιτία αγωγής που επικαλούνται οι Αιτητές, στην βάση των πιο πάνω ισχυρισμών και γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον μου και για σκοπούς της παρούσας αίτησης, κρίνω ότι δεν αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Πέραν τούτου, οι Αιτητές επικαλούνται και παράβαση Σύμβασης, χωρίς όμως να παραθέτουν ή να αναφέρουν ποιος ή ποιοι όροι της Σύμβασης έχουν παραβιαστεί. Δεν προσκομίζονται οι επίδικες Συμβάσεις Δανείου για να διαφανούν οι όροι τους και να μπορεί να καθοριστούν ποιοι από αυτούς παραβιαστήκαν.
Πέραν των πιο πάνω και χωρίς να αξιολογώ τις εκατέρωθεν εκδοχές, παρατηρώ ότι με τα γεγονότα που παρουσιάζονται με την ένσταση τείνουν να καταδείξουν μια πιο συγκεκριμένη και πιο λογικοφανή εκδοχή. Για παράδειγμα φαίνεται να εξηγείται, με βάση τα γεγονότα που παρουσιάζονται ο λόγος της παροχής ενυπόθηκων εξασφαλίσεων αλλά και το πως οδηγήθηκαν τα πράγματα στην υπογραφή των Συμφωνιών Δανείων. Και τούτο μάλιστα από τον Ενάγοντα αρ. 1 εκ μέρους όλων των Εναγόντων. Κατ’ αντίθεση με τα όσα παρουσιάζονται από τους Αιτητές, τα οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω είναι κατά κάποιο βαθμό ακατανόητα. Πέραν φυσικά της γενικότητας, αοριστίας και μη τεκμηρίωσης τους, πάντα για τους σκοπούς του σταδίου αυτού.
Όπως αναφέρθηκε, δεν είναι επί τους παρόντος να αξιολογηθούν οι εκατέρωθεν θέσεις των μερών και να καταλήξω σε τελικά συμπεράσματα. Κάτι τέτοιο εκφεύγει του σταδίου αυτού. Θα πρέπει, όμως, να γίνει κάποιου είδους στάθμιση των γεγονότων για να εξεταστεί το ζητούμενο, το οποίο είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Από μια προκαταρτική θεώρηση των γεγονότων, όμως, και αφού έχω διεξέλθει ολόκληρου του μαρτυρικού υλικού κρίνω ότι δεν αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, στις νομικές βάσεις που αυτή στηρίζεται.
Σταθμίζοντας την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί και όλα τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και το ζήτημα τελειώνει εδώ. Διευκρινίζεται ότι με όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα, με κανένα τρόπο αποφασίζω τελεσίδικα την παρούσα αγωγή. Είναι μια προκαταρκτική θεώρηση των γεγονότων τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον μου, πάντοτε για σκοπούς της παρούσα διαδικασίας.
Χωρίς να χρειάζεται να ασχοληθώ, περαιτέρω, με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και το ισοζύγιο της ευχέρειας, θα πρέπει να επισημάνω ότι η παρούσα Αίτηση αντιμετωπίζει και άλλα προβλήματα.
Η παρούσα Αίτηση υποβάλλεται με υπερβολική καθυστέρηση, χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε πειστική δικαιολογία. Οι Αιτητές επικαλούνται κίνδυνο εκποίησης των ακινήτων τους. Παρόλα αυτά η τελευταία ενέργεια των Καθ’ ων η αίτηση προς αυτή την κατεύθυνση έλαβε χώρα του 2021. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 10/07/2023 και η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε στις 24/04/2025. Όταν κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτησης, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788 και Πουργουρίδη κ.ά. v. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201)). Οι Αιτητές δεν επεξηγούν την παρουσιαζόμενη τους ολιγωρία να αξιώσουν την έκδοση των αιτούμενων ενδιάμεσων διαταγμάτων ή έστω κατά πειστικό και τεκμηριωμένο τρόπο και δεν αναφέρονται σε τυχόν νέα γεγονότα που έλαβαν χώρα και τους ώθησε στο να προωθήσουν στο παρόν στάδιο την παρούσα Αίτηση (βλ. Πλακίδη δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου αυτής Χαράλαμπου Ιωαννίδη v. Nomisko Developers Ltd (2010) 1Α Α.Α.Δ. 577).
Πέραν των πιο πάνω, οι Αιτητές με το Αιτητικό Στ αξιώνουν αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, χωρίς να εξηγούν πώς η εν λόγω θεραπεία μπορεί να αποδοθεί στα πλαίσια μιας Αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Και ούτε παρατίθεται οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση.
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η παρούσα Αίτηση είναι παντελώς αβάσιμη, δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα επιδικάζονται υπερ των Εναγόμενων αρ. 1 και 2 / Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων αρ. 4 και 5 / Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)…………….……………………….
Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο