ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Αρ. Aπαίτησης: 510/25 i-justice
Μεταξύ:
ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Ενάγουσα
και
Κ.Κ. EXTRA TV LIMITED
Εναγόμενη
--------------------
Αίτηση ημερομηνίας 09.07.2025
Ημερομηνία: 28.07.26
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Ν. Λεωνίδα για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Εναγόμενη/Καθ’ης η Αίτηση: κ. Γ. Μαυρόγιαννης για Ανδρέας Σάββα & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Με την παρούσα απαίτηση, σύμφωνα με το Έντυπο Απαίτησης ημερ. 16.05.25, η Ενάγουσα αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις ύψους €2.500, πλέον νόμιμο τόκο, ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε στην Εναγόμενη κατόπιν απόφασης της Ενάγουσας, η οποία λήφθηκε κατά τα τη συνεδρία της ημερ. 11.10.23, καθώς και γενικές αποζημιώσεις ως αποτέλεσμα διερεύνησης παραβάσεων από τηλεοπτική και/ή ραδιοφωνική εκπομπή της Εναγόμενης.
Η επίδικη αίτηση
2. Με την παρούσα αίτηση ημερ. 09.07.25 (εφ’εξής «η επίδικη αίτηση») η Αιτήτρια αξιώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Καθ’ης η Αίτηση.
3. Η νομική βάση της επίδικης αίτησης βασίζεται στα άρθρα 30 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960), στα Μέρη 1, 3, 16, 17, 23 και 24 των Κανονισμών Πολιτική Δικονομίας του 2023 (εφ’εξής οι «Κ.Π.Δ. 2023»), στην νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
4. Η επίδικη αίτηση επιβεβαιώνεται από «Δήλωση Αληθείας». Σε αυτήν καταγράφεται ότι η Αιτήτρια βασίζεται σε γεγονότα τα οποία προκύπτουν από τα δικόγραφα ή το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης και τα οποία παρατίθενται στην επίδικη αίτηση. Ειδικότερα, καταγράφεται ότι η Αιτήτρια είναι ανεξάρτητη αρχή, η οποία ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμου του 1998 (Ν.7(Ι)/98) και ότι στις αρμοδιότητες της περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η χορήγηση αδειών για ίδρυση, εγκατάσταση και λειτουργία τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού οργανισμού, καθώς και η επιβολή διοικητικού προστίμου για κάθε παράβαση που διαπράττεται από οργανισμό.
5. Περαιτέρω, ως γεγονότα στα οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση, καταγράφεται ότι η Ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, χορήγησε στην Εναγόμενη άδεια ίδρυσης και/ή λειτουργίας και/ή εγκατάστασης τηλεοπτικού οργανισμού, μέσω του οποίου μεταδιδόταν τηλεοπτική εκπομπή προς το κοινό. Σύμφωνα με τα γεγονότα της επίδικης αίτησης, η Ενάγουσα, κατόπιν παραπόνων και/ή καταγγελιών, προέβη στην διερεύνηση πιθανών παραβάσεων, εκ μέρους του τηλεοπτικού οργανισμού «EXTRA TV» τον οποίο εμπορεύεται και/ή χρησιμοποιεί η Εναγόμενη, όπου διαπίστωσε παράβαση διατάξεων του Νόμου και/ή των Κανονισμών και/ή των όρων της άδειας της Εναγόμενης.
6. Ως αποτέλεσμα των προαναφερθεισών παραβάσεων, η Ενάγουσα, την 11.10.22, ενημέρωσε τον Γενικό Διευθυντή του σταθμού για τις εν λόγω παραβάσεις και κάλεσε την Εναγόμενη όπως, εντός «δεκαπέντε» ημερών, υποβάλει τη θέση της αναφορικά με αυτές. Στη συνέχεια, ως τα γεγονότα που παρατίθενται στην επίδικη αίτηση, η Ενάγουσα, αφού εξέτασε τις θέσεις της Εναγόμενης, επέβαλε σε αυτήν χρηματικό ποσό για τις παραβάσεις. Εντούτοις, η Εναγόμενη παράλειψε και/ή αμέλησε και/ή αρνήθηκε να καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό που αξιώνεται. Ως εκ τούτου καταχωρήθηκε η υπό κρίση απαίτηση.
7. Η επίδικη αίτηση συνοδεύεται από υπογεγραμμένη Γραπτή Μαρτυρία του «Α.Π.» ημερ. 09.07.25, ο οποίος κατέχει τη θέση του «Λειτουργού/Λογιστή» στην Ενάγουσα και δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και ότι έχει γνώση των επίδικων γεγονότων. Ο ομνύοντας επαναλαμβάνει ότι η Ενάγουσα είναι ανεξάρτητη αρχή, αναφέρεται στη νομοθεσία δυνάμει της οποίας ιδρύθηκε και στις αρμοδιότητες της σχετικά με την χορήγηση αδειών ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού οργανισμού.
8. Περαιτέρω, αναφορά γίνεται από τον ομνύοντα, ότι, μετά από αυτεπάγγελτη εξέταση και/ή διερεύνηση παραβιάσεων, η Ενάγουσα, κατά ή περί την 11.02.22, ενημέρωσε τον Γενικό Διευθυντή για τις εν λόγω παραβάσεις. Παρά ταύτα, η Εναγόμενη/Καθ’ης η Αίτηση δεν συμμορφώθηκε με την επιστολή απαίτησης ημερ. 07.02.25 και/ή την καταβολή του επίδικου χρηματικού ποσού και ως εκ τούτου καταχωρήθηκε η υπό κρίση απαίτηση. Προς τούτο, ως Τεκμήριο Α, επισυνάπτεται αντίγραφο της απόφασης της Ενάγουσας ημερ. 11.10.23, με την οποία επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο στην Εναγόμενη, ενώ ως Τεκμήριο Β επισυνάπτεται αντίγραφο της επιστολής απαίτησης ημερ 07.02.25 των δικηγόρων της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη/Καθ’ης η Αίτηση.
9. Ο ομνύοντας δήλωσε ότι η εν λόγω απόφαση της Ενάγουσας, αναφορικά με την επιβολή διοικητικού προστίμου στην Εναγόμενη, δεν προσβλήθηκε και συνεπώς κατέστη τελεσίδική. Ως εκ τούτου, θέση του είναι ότι η Εναγόμενη δεν διατηρεί υπεράσπιση και γι’αυτό ζητά την έκδοση συνοπτική απόφασης εναντίον της.
Ιστορικό της επίδικης αίτησης και ένσταση της Εναγόμενης
10. Στη συνέχεια δοθήκαν πολλαπλές ημερομηνίες από το παρόν Δικαστήριο, όπου η επίδικη αίτηση οριζόταν για Α.Δ.Ο. προκειμένου να καθοριστεί χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της επίδικης αίτησης αλλά και για να διευθετηθεί, ως οι δηλώσεις των μερών, η παρούσα απαίτηση, η οποία αποτελεί μια από σειρά υποθέσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Εντούτοις, ενόψει της μη διευθέτησης της υπό κρίσης απαίτησης, το Δικαστήριο, στις 30.04.26, καθόρισε χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της επίδικης αίτησης.
11. Πάρα ταύτα, ουδέποτε καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους της Καθ’ης η Αίτηση/Εναγόμενης, ως οι προαναφερθείσες οδηγίες του Δικαστηρίου.
Γραπτές Αγορεύσεις των μερών
12. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, ο ομνύοντας δεν αντεξετάστηκε και αμφότερες πλευρές αγόρευσαν γραπτώς και προφορικώς προς υποστήριξη των θέσεων τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής του Αγόρευσης ημερ. 29.06.26 και ανέφερε επιπρόσθετα ότι η Ενάγουσα δεν επιμένει στην αξίωση της ως προς τις γενικές αποζημιώσεις.
13. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ’ης η Αίτηση αγόρευσε προφορικά προς υποστήριξη των θέσεων της Καθ’ης η Αίτηση. Ειδικότερα, ο κ. Μαυρόγιαννης ανέφερε ότι η επίδικη αίτηση δεν δύναται να επιτύχει καθώς, ως Καθ’ης η Αίτηση, καταγράφεται η «K.K. NEW EXTRA TV LIMITED» και όχι η Εναγόμενη «K.K. EXTRA TV LIMITED», ως καταγράφεται στο Έντυπο Απαίτησης ημερ. 16.05.25. Θέση του είναι ότι η επίδικη αίτηση προωθείται εναντίον άλλης νομικής οντότητας, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Επιπλέον, εισηγείται ότι, παρόλο που στον τίτλο του Έντυπου Απαίτησης ημερ. 16.05.25, καταγράφεται ο ορθός διάδικος, το γεγονός αυτό δεν θεραπεύει την επίδικη αίτηση, αφού η Αιτήτρια αξιώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Καθ’ης η Αίτηση και όχι εναντίον της Εναγόμενης.
14. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των μερών και την πρωτόδικη νομολογία στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η πλευρά της Αιτήτριας προς υποστήριξη των θέσεων που εγείρει. Σημειώνεται, ότι ο ισχυρισμός του συνηγόρου της Εναγόμενης ότι η «K.K. NEW EXTRA TV LIMITED» αποτελεί διαφορετική νομική οντότητα συνιστά μαρτυρία, η οποία δεν τέθηκε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς η θέση του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθώς η αγόρευση δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας (βλ. El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1255). Παρά την μη καταχώριση ένστασης, εκ μέρους της Καθ’ης η Αίτηση, διαπιστώνω, από το ενώπιον μου Έντυπο Απαίτησης και την επίδικη αίτηση, ότι πράγματι στην επίδικη αίτηση καταγράφεται, ως Καθ’ης η Αίτηση, η «K.K. NEW EXTRA TV LIMITED», ενώ στο Έντυπο Απαίτησης ημερ. 16.05.25 καταγράφεται, ως Εναγόμενη, η «K.K. EXTRA TV LIMITED». Περαιτέρω, όμως, διαπιστώνω ότι τόσο στην επίδικη αίτηση όσο και στο Έντυπο Απαίτησης καταγράφεται ο ίδιος αριθμός εγγραφής των εταιρειών.
15. Παρομοίως, τα όσα αναγράφονται στην Γραπτή Αγόρευση της Αιτήτριας ότι η επίδικη αίτηση βασίζεται στον περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμο του 1998 (Ν.7(Ι)/98) και προς τούτο γίνεται αναφορά στα Άρθρα 41Α και 41Β της εν λόγω νομοθεσίας, δεν δύναται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Κ.23.4 (1) (β) των Κ.Π.Δ. 2023, με την οποία υποβάλλεται αίτηση για συνοπτική,[1] πρέπει να δηλώνεται η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια ή ο συγκεκριμένος κανονισμός στα οποία αυτή στηρίζεται. Η προαναφερθείσα νομοθεσία δεν περιλαμβάνεται στην νομική βάση της επίδικης αίτησης ενώ ούτε σε αυτήν ούτε στη Γραπτή Μαρτυρία του «Α.Π.» γίνεται αναφορά στα εν λόγω άρθρα, παρά μόνο καταγράφεται ότι η Ενάγουσα ιδρύθηκε δυνάμει της εν λόγω νομοθεσίας. Η μεταγενέστερη αναφορά στα Άρθρα 41Α και 41Β της εν λόγω νομοθεσίας, μέσω της Γραπτής Αγόρευσης, δεν δύναται να θεραπεύσει την παράλειψη της Αιτήτριας να τα περιλάβει στη νομική βάση της επίδικης αίτησης.
16. Περαιτέρω, η πλευρά της Αιτήτριας, αναφέρει στην Γραπτή της Αγόρευση ότι δεν προωθήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός «περί εξόφλησης συμψηφισμού, ακυρότητας ή οποιαδήποτε άλλη νομική ή πραγματική βάση η οποία εύλογα θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφισβητήσιμο ζήτημα» προς εκδίκαση της απαίτησης, γεγονός που, κατά τη θέση της, καθιστά την απόφαση της Ενάγουσας νόμιμη και τελεσίδικη. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί, ως αυτοί τώρα προβάλλονται από την Αιτήτρια, δεν παρατίθεται στην επίδικη αίτηση και στην Γραπτή Μαρτυρία του «Α.Π.» και συνεπώς δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη καθώς, ως ανέφερα ανωτέρω, η αγόρευση δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας.
Νομική Πτυχή
17. Το Μέρος 24 των Κ.Π.Δ. 2023 διαλαμβάνει για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ειδικότερα, ο Κ.24.1 των Κ.Π.Δ. 2023 προνοεί για το πεδίο εφαρμογής του Μέρους 24 όπου αναφέρονται τα εξής:
«24.1. Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους
(1) To παρόν Μέρος παραθέτει τη διαδικασία με την οποία το δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη.
(2) To δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου σε οποιοδήποτε είδος δικαστικής διαδικασίας.»
18. Ακολούθως, ο Κ.24.2 των Κ.Π.Δ. 2023, προνοεί για τους λόγους έκδοσης συνοπτικής απόφασης ως εξής:
«24.2. Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης
(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:
(α) κρίνει ότι: (i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή (ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»
19. Ο Κ.24.4 των Κ.Π.Δ. 2023 ακολούθως διαλαμβάνει τι πρέπει να περιέχεται σε αίτηση για συνοπτική απόφαση. Συγκεκριμένα, ο Κ.24.4 των Κ.Π.Δ. 2023 προνοεί τα ακόλουθα:
«24.4. Η Αίτηση
(1) Υπό την επιφύλαξη των προνοιών του παρόντος Μέρους, η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23.
(2) Η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή ή επιδίδεται με αυτή:
(α) προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και
(β) αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.
(3) Εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο τής μαρτυρίας (αν υπάρχει) στην οποία στηρίζεται ο αιτητής, η αίτηση πρέπει να προσδιορίζει τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται ο αιτητής. Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του κανονισμού 24.5(2).» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου)
20. Από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δυνάμει του Μέρους 24, ο Αιτητής οφείλει είτε να προσκομίσει το σύνολο της μαρτυρίας του είτε να προσδιορίσει με σαφήνεια τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη, ώστε να θεμελιώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Μέρους 24.2 και, περαιτέρω, να καταδεικνύει ότι ο Καθ’ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και ότι δεν συντρέχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το επίδικο ζήτημα θα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη (βλ. Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε86/2025, ημερ. 11.02.26).
21. Περαιτέρω, σε σχέση με τις προϋποθέσεις ως προς το περιεχόμενο αίτησης για συνοπτική απόφαση στην υπόθεση Price v. Flitcraft Ltd [2020] EWCA Civ 850[2], το Αγγλικό Εφετείο εξετάζοντας αίτηση συνοπτικής απόφασης, βάσει του αντίστοιχου Μέρους 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας[3], η οποία δεν συμμορφωνόταν με τις υποχρεωτικές δικονομικές προϋποθέσεις («mandatory procedural requirements») που διέπουν τέτοιες αιτήσεις, τόνισε ότι οι σχετικές προϋποθέσεις δεν αποτελούν απλές «τυπικότητες» («formalities»), αλλά είναι κρίσιμης σημασίας για τη διασφάλιση της δίκαιης ακρόασης της αίτησης. Ειδικότερα, υπογραμμίστηκε η σημασία της προϋπόθεσης να δηλώνεται στην αίτηση ή στη μαρτυρία που περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτήν ότι η αίτηση υποβάλλεται επειδή ο αιτητής πιστεύει, βάσει της μαρτυρίας, ότι ο καθ’ ου δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης, καθώς σκοπός της είναι να αποτρέπει τον Αιτητή από το να υποβάλλει αίτηση και να ισχυρίζεται ότι η υπόθεση είναι απλή, ενώ στην πραγματικότητα γνωρίζει ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι, υπό τις περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης, εφόσον η αίτηση είχε προωθηθεί κατά παράβαση των εν λόγω δικονομικών διασφαλίσεων, δεν ήταν δίκαιο το Δικαστήριο να στηρίξει την έκδοση συνοπτικής απόφασης στην απουσία εγγράφων ή μαρτυρίας εκ μέρους του Καθ’ου η αίτηση.
22. Το Εφετείο εξέτασε τις διατάξεις του Μέρους 24 των Κ.Π.Δ. 2023 στις υποθέσεις Διογένους (ανωτέρω) και Χαράλαμπος Παναγή κ.α. ν. Άντρια Γεωργίου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε26/2025, ημερ. 27.03.26. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Παναγή (ανωτέρω) η προβλεπόμενη στο Μέρος 24 διαδικασία αποτελεί μία από τις διαδικασίες δια των οποίων το Δικαστήριο προάγει τον πρωταρχικό σκοπό δια της ενεργούς διαχείρισης υποθέσεων[4] και προς τούτο έγινε αναφορά στα όσα λέχθηκαν στην Swain v. Hillman (2001) 1 All E.R. 91:
«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Pt 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Pt 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible».
Σε ελεύθερη μετάφραση[5]:
«Είναι σημαντικό ένας δικαστής σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24. Με τον τρόπο αυτό, υλοποιεί τους πρωταρχικούς στόχους που περιέχονται στο Μέρος 1. Εξοικονομεί έξοδα. Επιτυγχάνει την αποστολή του. Αποφεύγει τη χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, και θα προσέθετα, γενικά, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εάν ο ενάγων έχει μια υπόθεση που είναι καταδικασμένη να απορριφθεί, τότε είναι προς το συμφέρον του να γνωρίζει το συντομότερο δυνατό ότι αυτή είναι η κατάσταση. Ομοίως, εάν μια αξίωση είναι βέβαιο ότι θα ευδοκιμήσει, ο ενάγων θα πρέπει να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατό.»
23. Στην υπόθεση Παναγή (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι
ο Αιτητής σε αίτηση για συνοπτική απόφαση οφείλει να παρουσιάσει γραπτή μαρτυρία με την οποία να αποδείξει τόσο ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης του, όσο και ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει «πραγματική προοπτική επιτυχίας» επί της απαίτησης ή υπεράσπισης. Προς τούτο τόσο στην υπόθεση Παναγή (ανωτέρω) όσο και στην υπόθεση Διογένους (ανωτέρω) έγινε παραπομπή στην υπόθεση Easyair Ltd v. Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch),[6] όπου τέθηκε η σύνοψη των αρχών που διέπουν την εκδίκαση αιτήσεων για συνοπτική απόφαση, βάσει του αντίστοιχου Μέρους 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, τα οποία παραθέτω αυτούσια:
«The correct approach on applications by defendants is, in my judgment, as follows:
i)The court must consider whether the claimant has a "realistic" as opposed to a "fanciful" prospect of success: Swain v Hillman [2001] 2 All ER 91;
ii)A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8]
iii)In reaching its conclusion the court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman
iv)This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10]
v)However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550;
vi) Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial, even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63;
vii)On the other hand it is not uncommon for an application under Part 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, he will in truth have no real prospect of succeeding on his claim or successfully defending the claim against him, as the case may be. Similarly, if the applicant's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to a fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725».
24. Στην υπόθεση Διογένους (ανωτέρω) γίνεται χρήσιμη αναφορά σε παραδείγματα νομολογιακής ερμηνείας της φράσης «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί» όπως δίδονται στην παράγραφο 24.2.4 του συγγράμματος Annual Practice 2021, υπό τον τίτλο «no other compelling reason (for) a trial».
25. Περαιτέρω, στην υπόθεση Παναγή (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι, αφού ο Αιτητής με αξιόπιστη μαρτυρία, αποσείσει το βάρος ότι δικαιολογείται η πεποίθηση του πως ο Καθ'ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της απαίτησης ή υπεράσπισης του, το βάρος εναποτίθεται πλέον στον Καθ'ου η αίτηση να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της απαίτησης ή υπεράσπισης του ή την ύπαρξη κάποιου άλλου επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη. Προς τούτο παραπέμπει στο White Book 2021, στην παράγραφο 24.2.5, όπου αναφέρονται τα κάτωθι:
«If the applicant for summary judgment adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or other reason for a trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant's statement of belief. The language of r.24.2 ("no real prospect. no other reason.") indicates that, in determining the question, the court must apply a negative test. The respondent's case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel (2003) EWCA Civ 472. In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority (2015) EWCA Civ 192 at [29]). However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini-trial (Swain v Hillman (2001) 1 All E.R. 91). Therefore, the court hearing a Pt 24 application should be wary of trying issues of fact or evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side. Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it (Fashion Gossip Ltd v Esprit Telecoms UK Ltd 27 July 2000, unrep,. CA; cf. Day v RAC Motoring Services Ltd (1999) 1 All E.R. 1007, per Ward LJ at 1013 propounding the adoption of a negative test on applications to set aside default judgments). When deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at the trial, namely the balance of probabilities on the evidence presented; on any application for summary judgment the court should also consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) (2001) EWCA Civ 550, CA)».
26. Τέλος, η έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να εξετάζεται και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του Άρθρου 30 του Συντάγματος και τέτοια απόφαση εκδίδεται μόνο σε καθαρές υποθέσεις και κατόπιν απόδειξης των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο Μέρος 24 των Κ.Π.Δ. 2023. Σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο στον οποίο θα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 A.A.Δ. 239 και Διογένους (ανωτέρω)).
Εξέταση της επίδικης αίτησης
27. Στην προκειμένη περίπτωση, παρατηρώ ότι στη Γραπτή Μαρτυρία του «Α.Π.» εκφράζεται η πεποίθηση από τον ομνύοντα ότι η Εναγόμενη/Καθ’ης η Αίτηση, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν διατηρεί «ουδεμία απολύτως υπεράσπιση» και γι’αυτό αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της. Η Αιτήτρια φαίνεται, συνεπώς να στηρίζει την αίτηση της στα όσα προνοεί ο Κ.24.4. (2) (β) των Κ.Π.Δ. 2023.
28. Προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης επισυνάπτεται η απόφαση της Ενάγουσας ημερομηνίας 11.10.23 (βλ. Τεκμήριο Α), αναφορικά με την επιβολή στην Εναγόμενη του επίδικου διοικητικού προστίμου ύψους €2.500. Στην εν λόγω απόφαση καταγράφονται οι παραβιάσεις του άρθρου 30(Ζ)(2) του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμου του 1998 (Ν.7(Ι)/98) και του Κανονισμού 36 (3) των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000) από την Εναγόμενη, όπως αυτές διαπιστώθηκαν από την Ενάγουσα, ο χρόνος κατά τον οποίο αυτές διαπράχθηκαν, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο η Εναγόμενη υπόβαλε τις απόψεις της για σκοπούς επιβολής κυρώσεων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Γραπτή Μαρτυρία του «Α.Π.», η απόφαση της Ενάγουσας ημερ. 11.10.23 δεν προσβλήθηκε και κατέστη τελεσίδικη, ενώ η Εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει το επιβληθέν διοικητικό πρόστιμο.
29. Ο ομνύων, ως αναφέρω πιο πάνω, δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της μαρτυρίας του. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία, εκ μέρους της Καθ’ης η Αίτηση. Βεβαίως, η μη καταχώριση ένστασης και γραπτής μαρτυρίας, εκ μέρους της Καθ’ης η Αίτηση, δεν συνεπάγεται, αφ’εαυτής, την αυτόματη επιτυχία της επίδικης αίτησης. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο η Αιτήτρια προσκόμισε αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία, η οποία να δικαιολογεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κ.24.2 των Κ.Π.Δ. 2023.
30. Στην υπό κρίση περίπτωση, η μαρτυρία της Αιτήτριας δεν περιορίζεται σε γενικές ή ατεκμηρίωτες αναφορές. Αντιθέτως, πέραν της γραπτής μαρτυρίας του «Α.Π.» σχετικά με την παράλειψη της Εναγόμενης να καταβάλλει το διοικητικό πρόστιμο που της επιβλήθηκε με την απόφαση της Ενάγουσας ημερ. 11.10.23, η οποία κατέστη τελεσίδικη και ότι η Εναγόμενη δεν διατηρεί «ουδεμία απολύτως υπεράσπιση», η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από την ίδια την απόφαση της Ενάγουσας ημερ. 11.10.23. Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι η Αιτήτρια απέσεισε το βάρος που υπέχει, προσκομίζοντας αξιόπιστη μαρτυρία ότι η Εναγόμενη/Καθ’ης η Αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης.
31. Παρατηρώ, ωστόσο, ότι ούτε στην επίδικη αίτηση ούτε στη Γραπτή Μαρτυρία του «Α.Π.» αναφέρεται ότι η Αιτήτρια δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση πρέπει να εκδικαστεί. Η αναφορά αυτή αποτελεί ρητή και αυτοτελή προϋπόθεση του Κ.24.4(2)(β) των Κ.Π.Δ. 2023, πρόσθετο προς τη αναφορά της πεποίθησης της Αιτήτριας ότι η Καθ’ης η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης. Η υποχρέωση της Αιτήτριας να περιλάβει την πιο πάνω αναφορά στην επίδικη αίτηση ή στη μαρτυρία της διακρίνεται από την αυτοτελή υποχρέωση του Δικαστηρίου, δυνάμει του Κ.24.2(1)(β) των Κ.Π.Δ. 2023, να κρίνει κατά πόσο υφίσταται άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Η κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσιαστικής αυτής προϋπόθεσης δεν δύναται να θεραπεύσει την παράλειψη της Αιτήτριας να περιλάβει την αναφορά που απαιτεί ο Κ.24.4. (2) (β) των Κ.Π.Δ. 2023.
32. Έχω εξετάσει, περαιτέρω, κατά πόσο η επίδικη αίτηση ή η μαρτυρία που τη συνοδεύει συμμορφώνεται αυτοτελώς με τον Κ.24.4(2)(α) των Κ.Π.Δ. 2023. Παρότι γίνεται αναφορά στη νομοθεσία δυνάμει της οποίας ιδρύθηκε η Ενάγουσα και στις αρμοδιότητές της, ενώ επισυνάπτεται και η απόφαση της Ενάγουσας ημερομηνίας 11.10.23, με την οποία επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο στην Εναγόμενη, (βλ. Τεκμήριο Α), δεν προσδιορίζεται περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται η Αιτήτρια για τους σκοπούς της επίδικης αίτησης. Στη Γραπτή Μαρτυρία αναφέρεται, περαιτέρω, ότι το διοικητικό πρόστιμο και η εν λόγω απόφαση δεν προσβλήθηκαν ούτε αμφισβητήθηκαν, με αποτέλεσμα η απόφαση της Ενάγουσας ημερ. 11.10.23 να καταστεί τελεσίδικη και ακολούθως διατυπώνεται η θέση ότι η Εναγόμενη δεν διατηρεί υπεράσπιση. Οι αναφορές αυτές, όμως, περιορίζονται στη δήλωση ότι η απόφαση δεν προσβλήθηκε, κατέστη τελεσίδικη και ότι, ως εκ τούτου, η Εναγόμενη δεν διατηρεί υπεράσπιση, χωρίς να προσδιορίζεται περιεκτικά το συγκεκριμένο νομικό σημείο στο οποίο στηρίζεται η Αιτήτρια για τους σκοπούς της επίδικης αίτησης. Ούτε προσδιορίζεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη πρόνοια της εν λόγω απόφασης την οποία επικαλείται η Αιτήτρια προς στήριξη της επίδικης αίτησης. Ο Κ.24.4(2)(α) των Κ.Π.Δ. 2023 δεν απαιτεί εξαντλητική νομική ανάπτυξη, απαιτεί, όμως, σαφή, έστω και περιεκτικό, προσδιορισμό από την ίδια την Αιτήτρια του νομικού σημείου ή της πρόνοιας στα οποία στηρίζεται. Δεν αρκεί το σχετικό νομικό σημείο να δύναται να συναχθεί ή να ανακατασκευαστεί από το Δικαστήριο από τη γενική παράθεση των πιο πάνω θέσεων και την επισύναψη της απόφασης. Υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, η γενική αναφορά στη νομοθεσία, η παράθεση των πιο πάνω θέσεων και η επισύναψη της απόφασης δεν επαρκούν για συμμόρφωση με την εν λόγω υποπαράγραφο. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε πλήρως με την υποπαράγραφο (β), στην οποία φαίνεται να στηρίζεται, ούτε διαπιστώνεται αυτοτελής συμμόρφωση με την υποπαράγραφο (α). Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι δικονομικές προϋποθέσεις του Κ.24.4(2) των Κ.Π.Δ. 2023.
33. Η μη καταχώριση ένστασης ή αντίθετης γραπτής μαρτυρίας εκ μέρους της Καθ’ ης η Αίτηση δεν απαλλάσσει την Αιτήτρια από την υποχρέωση να συμμορφωθεί με τις δικονομικές προϋποθέσεις του Κ.24.4 των Κ.Π.Δ. 2023. Συνακόλουθα, εφόσον δεν πληρούνται οι δικονομικές προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης στο πλαίσιο της επίδικης αίτησης, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του Κ.24.2 των Κ.Π.Δ. 2023, καθώς και των λοιπών ζητημάτων που εγέρθηκαν κατά την ακρόαση της επίδικης αίτησης.
Κατάληξη
34. Για λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα
35. Όσον αφορά τα έξοδα, ο γενικός κανόνας, σύμφωνα με τον Κ.39.2 (1) των Κ.Π.Δ. 2023, είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα τού επιτυχόντα διαδίκου και ότι τέτοια διαταγή ή διαταγές θα εκδίδονται ή πρέπει να εκδίδονται σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται κατά την πορεία της δικαστικής διαδικασίας.
36. Βεβαίως, σύμφωνα με τον Κ.39.1(1)(α) των Κ.Π.Δ. 2023 αναφορικά με οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα μεταξύ διαδίκων, η πρωταρχική αρχή είναι ότι, τηρουμένου του πρωταρχικού σκοπού, αυτή εμπίπτεί στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και οποιαδήποτε ειδική ή γενική διάταξη οποιουδήποτε κανονισμού υπόκειται σε αυτή την πρωταρχική αρχή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Κ.39.13 (1) (α) των Κ.Π.Δ. 2023, το Δικαστήριο, κατά την ακρόαση οποιασδήποτε αιτίας ή θέματος ή σε οποιαδήποτε αίτηση ή διαδικασία σε οποιαδήποτε αιτία ή θέμα, εντός δικαστηρίου ή σε γραφείο δικαστή και είτε υπάρχει ένσταση σε αυτό είτε όχι, δύναται να μην επιτρέψει έξοδα οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας ή μέρους αυτής, λαμβάνοντας υπόψη τους παράγοντες που προβλέπονται στον K.39.2 των Κ.Π.Δ. 2023.
37. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, επαναλαμβάνω ότι η Καθ’ης η Αίτηση ουδέποτε καταχώρισε ένσταση στην επίδικη αίτηση. Περαιτέρω, από το ιστορικό της επίδικης αίτησης, όπως προκύπτει από τον ηλεκτρονικό φάκελο, διαπιστώνεται ότι σε αριθμό δικασίμων δεν επιδικάστηκαν έξοδα, ενώ σε άλλες επιδικαστήκαν έξοδα στην πορεία, ενόψει των δηλώσεων των μερών ότι γινόταν προσπάθειες διευθέτησης της υπό κρίση απαίτησης, οι οποίες τελικώς δεν ευδοκίμησαν. Λαμβάνω επίσης υπόψη και τον λόγο απόρριψης της επίδικης αίτησης, ο οποίος δεν προβλήθηκε από την πλευρά της Εναγόμενης. Υπό το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως έκαστη πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της αναφορικά με την επίδικη αίτηση.
(Υπ.)……………………...
Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. σχετικά Κ.24.4 (1) των Κ.Π.Δ. 2023.
[2] Βλ. σχετικά παραγράφους 85-87.
[3] Βλ. σχετικά τον Κανονισμό 24.5 (1) των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που διαλαμβάνουν ότι: «The application notice must—(a) state that the application is for summary judgment; (b) identify concisely any point of law or document relied upon; (c) set out or attach any written evidence on which the applicant relies;
(d) state that the applicant believes the respondent has no real prospect of succeeding on the claim, defence or issue to be determined; (e) state that the applicant knows of no reason why the disposal of the claim, defence or issue should await trial; and (f) draw the respondent’s attention to their right to rely on evidence opposing the application.»
[4] Βλ. Κ.1.5 (1) των Κ.Π.Δ. 2023.
[5] Ως αυτή παρατέθηκε στην υπόθεση Διογένους (ανωτέρω).
[6] Ως επιβεβαιώθηκε, από το Εφετείο, στην υπόθεση Ward & Sons Ltd v. Catlin (Five) Ltd [2009]EWCA Civ 1098.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο