ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Αρ. Aπαίτησης: 16/26
Μεταξύ:
1. Φίλιος Δημητριάδης
2. K.F.A. HANI CAFÉ LIMITED
Ενάγοντες
και
Ανδριανή Κυριάκου
Εναγόμενη
--------------------
Αίτηση ημερομηνίας 20.01.2026
Ημερομηνία: 03.07.26
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Eνάγοντες/Αιτητές: κ. Γ. Διογένους για Γ. Διογένους και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Εναγόμενη: Καμία εμφάνιση
Η Εναγόμενη εμφανίζεται αυτοπροσώπως
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Με την παρούσα απαίτηση, σύμφωνα με το Έντυπο Απαίτησης ημερ. 12.01.26, οι Ενάγοντες αξιώνουν γενικές και ειδικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης και/η λόγω διάπραξης αδικημάτων σύμφωνα με τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο και/ή το κοινοδίκαιο και/ή του αστικού αδικήματος της πρόκλησης ζημιάς ένεκα παράνομων ενεργειών και/ή την πρόκληση προσώπου σε παράβαση σύμβασης με τρίτο, διάταγμα ότι η Εναγόμενη οφείλει να υπογράψει όλα τα κατά νόμου απαιτούμενα έγγραφα και ειδικότερα οποιοδήποτε έγγραφο ζητηθεί από το Υφυπουργείο Τουρισμού, τον Δήμο Λεμεσού και κάθε άλλη αρμόδια αρχή, έτσι ώστε η επιχείρηση με ονομασία [ ] της Ενάγουσας 2 που βρίσκεται στην οδό [ ], στη Λεμεσό να λειτουργεί νόμιμα, διάταγμα όπως η Εναγόμενη αποζημιώσει την Ενάγουσα 2 για την ζημιά που ήθελε προκληθεί στην Ενάγουσα 2 και στην επιχείρηση της Ενάγουσας 2 λόγω της συμπεριφοράς και/ή πράξεων και/ή ενεργειών της Εναγόμενης και/ή των παραστάσεων της προς τις κρατικές αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και διάταγμα όπως η Εναγόμενη αποζημιώσει τον Ενάγοντα 1 για την ζημιά που ήθελε προκληθεί στον Ενάγοντα 1 λόγω της συμπεριφοράς και/ή των πράξεων και/ή των ενεργειών της Εναγόμενης (εφ’εξής οι «αιτούμενες αξιώσεις»).
Η επίδικη αίτηση
2. Με την παρούσα αίτηση ημερ. 20.01.26 (εφ’εξής «η επίδικη αίτηση») οι Αιτητές αξιώνουν την έκδοση του ακόλουθου παρεμπίπτον διατάγματος, το οποίο παραθέτω αυτούσιο:
«Διάταγμα I:
Παρεμπίπτον διάταγμα, με ισχύ μέχρι την τελική εκδίκαση της Απαίτησης και/ή μέχρι να εκδοθεί νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, με το οποίο να προστάζεται η Καθ’ης η Αίτηση, προσωπικά και/ή μέσω των αντιπροσώπων της και/ή των υπηρετών της και/ή των υπαλλήλων της και/ή οποιωνδήποτε άλλων εξουσιοδοτημένων από αυτή προσώπων και/ή ενεργούντων υπ’αυτή προσώπων, να υπογράψει «όλα τα κατά νόμο και υπό των αρχών απαιτούμενα έγγραφα» έτσι ώστε η επιχείρηση με ονομασία [ ] της Ενάγουσας 2, που βρίσκεται στην οδό [ ], Λεμεσός Κύπρος, να λειτουργεί νόμιμα και/ή σύμφωνα με τις απαιτήσεις και/ή τις πρόνοιες των εκάστοτε σε ισχύ νόμων.
Για σκοπούς του παρόντος διατάγματος υπό «I»:
H φράση «όλα τα κατά νόμο και υπό των αρχών απαιτούμενα έγγραφα» αφορά και σημαίνει μόνο το έντυπο που επισυνάπτεται ως Παράρτημα Ι και αποτελεί την αίτηση προς το Υφυπουργείο Τουρισμού.
Η Καθ’ης η Αίτηση οφείλει να προβεί στις ενέργειες του παρόντος διατάγματος εντός 3 ημερών από την επίδοση προς αυτήν του παρόντος διατάγματος.
Διάταγμα ΙΙ:
Oποιονδήποτε άλλο διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.
Διάταγμα ΙΙΙ:
Έξοδα της Αίτησης, πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης».
3. Η νομική βάση της επίδικης αίτησης βασίζεται στα άρθρα 4 – 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 29 (1) (α) έως και (ε), 31,32, 35 έως και 39 και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως τροποποιήθηκε, στον περί Συμβάσεων Νόμο (Κεφ. 149), στα άρθρα 1 έως 7 και 19 έως 22 του περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Τουρισμού και Διορισμού Υφυπουργού Τουρισμού παρά τω Προέδρω και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 2018 (123 (Ι)/18), στα άρθρα 1 έως 7 του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμο του 1985 (29/1985), στα άρθρα 1, 2 και 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), στα άρθρα 7, 8. 11 και 12 του περί Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου του 2021 (114(Ι)/2021), ως τροποποιήθηκε, στους Κ.1.1 έως 1.5, 2.1 έως 2.11, 3.11, 22.1 έως 22.6, 23.1 έως 23.6, 23.8 έως 23.10, 23.13, 23.15, 25.1 έως 25.10, 25.12 έως 25.16, 32.14, 32.15 και 32.17 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στα άρθρα 12, 15, 23, 25 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 και στο άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας και ειδικότερα σε αυτές που αφορούν την έκδοση προληπτικών διαταγμάτων (quia timet), στη νομολογία, στην πρακτική, στη διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
4. Η επίδικη αίτηση στηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα/Αιτητή 1 ημερ. 20.01.26 (εφ’εξής η «Ε.Δ. Ενάγοντα 1») και στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα/Αιτητή 1 ημερ. 21.01.26 (εφ’εξής η «Σ.Ε.Δ Ενάγοντα 1»). Ο Ενάγοντας 1 αναφέρει ότι είναι ιδρυτής, διευθυντής και μέτοχος της Ενάγουσας 2 και ότι, υπό την ιδιότητά του αυτή, καθώς και λόγω της προσωπικής του εμπλοκής, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Όσον αφορά την Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι νυμφεύτηκαν το 2016 και ότι τα τελευταία δυο χρόνια είναι σε διάσταση.
5. Ο Ενάγοντας 1 ισχυρίζεται ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της εστίασης και ότι η Ενάγουσα 2 λειτουργεί το εστιατόριο με την εμπορική ονομασία [ ] (εφ’εξής «η επιχείρηση»), το οποίο βρίσκεται στην οδό [ ] , στη Λεμεσό. Προς τούτο αναφέρει ότι η Ενάγουσα 2 εγγράφτηκε στις 12.07.2010 στην Κύπρο με αριθμό εγγραφής [ ] και το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη Λεμεσό. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω, αντίγραφο έρευνας από την επίσημη σελίδα του Έφορου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας, αναφορικά με την Ενάγουσα 2, επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1. Περαιτέρω, ανέφερε ποιοι ήταν οι μέτοχοι της Ενάγουσας 2 στις 12.07.10 και τον σκοπό για τον οποίο συστάθηκε η Ενάγουσα 2. Προς τούτο, αντίγραφο πιστοποιητικού ημερ. 13.07.10 του Έφορου Εταιρειών, αναφορικά με τους μετόχους της Ενάγουσας 2, επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 2 και αντίγραφο του ανυπόγραφου Ιδρυτικού Εγγράφου και Καταστατικού της Ενάγουσας 2 επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 3.
6. Ο Ενάγοντας 1 προέβη ακολούθως σε αναφορά στη συμφωνία ημερ. 15.11.11, η οποία υπογράφηκε μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του «Κ.Κ.», ενός εκ των ιδρυτών και μετόχων της Ενάγουσας 2, ο οποίος, σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω συμφωνίας, κατείχε, δυνάμει σύμβασης μίσθωσης, ακίνητα (τουρκοκυπριακά ακίνητα) σε καλή γεωγραφική θέση και συγκεκριμένα τα ακίνητα με αρ. τεμ. [ ] και [ ] στην ενορία [ ] στη Λεμεσό (εφ’εξής «τα επίδικα ακίνητα»), με σκοπό τη λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση και διεύθυνση της επιχείρησης της Ενάγουσας 2 στα επίδικα ακίνητα. Ο Ενάγοντας 1 αναφέρθηκε στους όρους της συμφωνίας ημερ. 15.11.11, αντίγραφο της οποία επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 4. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι συμφώνησε με τους άλλους δύο μετόχους της Ενάγουσας 2, ήτοι τον «Α.Π.» και «Θ.Γ», όπως λάβει τις μετοχές τους στην Ενάγουσα 2 έναντι συμφωνημένης αντιμισθίας. Προς τούτο, στις 07.01.13 υπογραφτήκαν τα σχετικά έγγραφα μεταβίβασης των μετοχών τους, αντίγραφα των οποίων επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα.
7. Ο Ενάγοντας 1 προέβη σε αναφορά ότι κατέβαλλε ποσό ύψους €900.000 για την μετατροπή των ακινήτων, όπου θα ήταν η επιχείρηση «καφεστιατορίου» της Ενάγουσας 2, σε χώρο κατάλληλο. Προς τεκμηρίωση του πιο πάνω ισχυρισμού του επισυνάφθηκε, ως Τεκμήριο 7, δέσμη φωτοαντίγραφων που απεικονίζουν την κατάσταση των ακινήτων πριν και μετά τις ανακαινίσεις.
8. Ακολούθως, ο Ενάγοντας 1 ανέφερε ότι, περί το 2014, γνώρισε την Εναγόμενη, η οποία έγινε σύντροφος του, ενώ περί το τέλος του 2016 νυμφευθήκαν. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, ο «Κ.Κ.», λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, επιθυμούσε να αποσυρθεί από τον συνεταιρισμό όπου διατηρούσαν την επιχείρηση. Ως εκ τούτου, ο Ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι, κατόπιν πιέσεων της Εναγόμενης, η οποία, ως πρόσφυγας, μπορούσε να καταστεί δικαιούχος των επίδικων ακινήτων στα οποία στεγαζόταν η επιχείρηση, συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ τους όπως, περί το 2017, μεταβιβάσει σε αυτήν μετοχές της Ενάγουσας 2, η οποία διαχειριζόταν τα επίδικα ακίνητα, χωρίς η Εναγόμενη να αναλάβει άλλα αυξημένα καθήκοντα για την επιχείρηση ή να παίρνει αποφάσεις για αυτήν, ούτε να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, η Εναγόμενη θα καθίστατο δικαιούχος των επίδικων ακινήτων και, παράλληλα, θα συνεργαζόταν με όλες τις αρμόδιες αρχές και θα υπέγραφε κάθε έντυπο που θα απαιτείτο για την ομαλή και νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης της Ενάγουσας 2. Προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού του, αντίγραφο πιστοποιητικού ημερ. 05.07.18 του Έφορου Εταιρειών, αναφορικά με τους μετόχους της Ενάγουσας 2, επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 15. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι υποβλήθηκε αίτηση, με την οποία η Εναγόμενη δήλωνε ότι τα επίδικα ακίνητα θα χρησιμοποιούνταν από την Ενάγουσα 2 ως καφεστιατόριο. Η εν λόγω αίτηση, ως η Ε/Δ Ενάγοντα 1, εγκρίθηκε από τον Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και, έκτοτε, η Ενάγουσα 2 καταβάλλει μηναίο ενοίκιο ύψους €520 στον Κηδεμόνα, με εξαίρεση μια περίοδο το έτος 2025, κατά το οποίο η Εναγόμενη κατέβαλε η ίδια το ποσό του ενοικίου.
9. Ο Ενάγοντας 1 αναφέρθηκε ακολούθως στη λειτουργία της επιχείρησης της Ενάγουσας 2, στην αλλαγή της επωνυμίας της περί το 2021 και στην περαιτέρω ανακαίνιση της. Περαιτέρω, δήλωσε τον αριθμό των θαμώνων που εξυπηρετεί η επιχείρηση και προς τεκμηρίωση του πιο πάνω ισχυρισμού, επισυνάφθηκε, ως Τεκμήριο 8, βεβαίωση της Ενάγουσας 2 ημερ. 22.01.24 αναφορικά με τον υπολογισμό του ετήσιου αριθμού των θαμώνων της. Ο Ενάγοντας 1 προέβη επίσης σε αναφορά και στα ετήσια έσοδα της Ενάγουσας 2 και στον αριθμό του προσωπικού που αυτή απασχολεί. Προς τούτο πίνακες των εσόδων της Ενάγουσας 2, για τα έτη 2021-2023, επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο 9, ενώ έγγραφο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων με τίτλο «Κατάσταση Αποδοχών και Εισφορών» για τον Νοέμβριο του 2023, αναφορικά με την Ενάγουσα 2, επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 10. Επιπλέον, ως Τεκμήριο 11, επισυνάφθηκε πίνακας με τους εξωτερικούς συνεργάτες και προμηθευτές της Ενάγουσας 2, ο οποίος ετοιμάστηκε από τον υπεύθυνο εκδηλώσεων (event manager) της Ενάγουσας 2 βάσει των βιβλίων και αρχείων της. Περαιτέρω, ως Τεκμήριο 12, επισυνάφθηκαν αντίγραφα διαφημιστικών φυλλαδίων της επιχείρησης, ως Τεκμήριο 13 επισυνάφθηκαν δημοσιεύματα στο διαδίκτυο σχετικά με την επιχείρηση και ως Τεκμήριο 14, επισυνάφθηκε κριτική για τις υπηρεσίες που προσφέρει η επιχείρηση.
10. Ο Ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε επιπλέον ότι, σύμφωνα με το πιστοποιητικό του Έφορου Εταιρειών ημερ. 05.07.18 (βλ. Τεκμήριο 15), ο ίδιος κατέχει 4.000 μετοχές της Ενάγουσας 2 ενώ η Εναγόμενη κατέχει 1.000 μετοχές της. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είναι μοναδικός διευθυντής της Ενάγουσας 2 και ότι η «Σ.Δ» είναι η γραμματέας της. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω ισχυρισμών, αντίγραφο πιστοποιητικού του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 05.07.18, καθώς και αντίγραφο έρευνας στον Έφορο Εταιρειών ημερ. 31.01.24, αναφορικά με τον διευθυντή και τη γραμματέα της Ενάγουσας 2, επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο 16.
11. Ο Ενάγοντας ακολούθως ανέφερε γιατί «χάλασαν» οι σχέσεις του με την Εναγόμενη και στις ενέργειες στις οποίες αυτή προέβαινε εναντίον του και τη ζημιά που του προκάλεσε και επιθυμεί να προκαλέσει στον ίδιο και στην επιχείρηση της Ενάγουσας 2. Σε σχέση με τα χρήματα που κατ’ισχυρισμό σπαταλούσε η Εναγόμενη, επισυνάφθηκαν αντίγραφα καταστάσεων τραπεζικών λογαριασμών της [ ] και του Ενάγοντα 1 ως Τεκμήριο 17. Ο Ενάγοντας 1 προέβη περαιτέρω σε αναφορά στο ότι, λόγω των διαφωνιών μεταξύ των μερών, η Εναγόμενη εγκατέλειψε τη συζυγική οικία και ότι, περί τον Σεπτέμβριο του 2023, η Εναγόμενη κατ’ισχυρισμό, εισήλθε στην κατοικία του ενώ αυτός κοιμόταν και του επιτέθηκε λεκτικά και σωματικά. Επιπλέον, ο Ενάγοντας 1 προέβη σε αναφορά στο επεισόδιο που εκτυλίχθηκε, περί το τέλος του Νοεμβρίου του 2023, μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης στην επιχείρηση της Ενάγουσας 2, στις συνέπειες που είχε η συμπεριφορά της Εναγόμενης στους εργαζόμενους της επιχείρησης και προς τούτο σχετικό βίντεο επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 17Α. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, κατόπιν καταγγελίας της Εναγόμενης στην Αστυνομία στις 28.11.23 για ενδοοικογενειακή βία και επειδή δεν επιθυμούσε να έχει οποιαδήποτε επαφή μαζί της, συναίνεσε στην έκδοση διατάγματος εναντίον του, με το οποίο απαγορευόταν να την πλησιάζει. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας 1 προέβη σε εκτενή αναφορά σε όσα εκτυλίχθηκαν τον Δεκέμβριο του 2023 στην επιχείρηση της Ενάγουσας 2 και στις ενέργειες στις οποίες προέβη η Εναγόμενη στην Υδατοπρομήθεια Λεμεσού και το τηλεφώνημα της με τον «Π.Κ.» αλλά και στο περιστατικό που εκτυλίχθηκε μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης στις 19.01.24. Προς τούτο, κατόπιν του περιστατικού που, σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, έλαβε χώρα στις 19.01.24 αυτός προέβη σε καταγγελία εναντίον της Εναγόμενης για δημόσια εξύβριση και απειλή και κατόπιν νομικής συμβουλής καταχωρήθηκε η Απαίτηση Αρ. 54/24 του Ε.Δ. Λεμεσού, όπου πέτυχε την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον της Εναγόμενης, το οποίο, ως η θέση του, η Εναγόμενη παραβιάζει. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω θέσεων του, πιστό αντίγραφο του προσωρινού διατάγματος ημερ. 06.02.24, που εκδόθηκε στην Απαίτηση αρ. 54/24 του Ε.Δ. Λεμεσού, επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 18, δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων του δικηγόρου των Εναγόντων προς τις αρμόδιες αρχές αναφορικά με την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος, επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 19, βίντεο το οποίο, σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, απεικονίζει την Εναγόμενη να παραβιάζει το προαναφερθέν διάταγμα στις 17.09.24 επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 20 και ένορκη δήλωση επίδοσης του διατάγματος ημερ. 06.02.24 στην Εναγόμενη επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 21.
12. Θέση του Ενάγοντα 1 είναι ότι η Εναγόμενη, παρά το ότι έλαβε μετοχές της Ενάγουσας 2 στο πλαίσιο της μεταξύ τους συμφωνίας βάσει της οποίας, ως δικαιούχος του υποστατικού όπου λειτουργεί η επιχείρηση της Ενάγουσας 2, θα συνεργαζόταν για τη λήψη και/ή υπογραφή όλων των απαιτούμενων εγγράφων, αρνείται ρητώς να υπογράψει τα έγγραφα που απαιτούνται από το Υφυπουργείο Τουρισμού και τα οποία είναι απαραίτητα, ώστε η επιχείρηση της Ενάγουσας 2 να λειτουργεί έχοντας όλες τις απαιτούμενες άδειες. Συμπληρωματικά ο Ενάγοντας 1 ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη μέχρι και σήμερα και πριν κορυφωθεί η ρήξη στην προσωπική τους σχέση, υπέγραφε, σύμφωνα με την μεταξύ τους συμφωνία, όλα τα έγγραφα που απαιτούντο, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων που απαιτούνταν από το Υφυπουργείο Τουρισμού ώστε η επιχείρηση της Ενάγουσας 2 να λειτουργεί νόμιμα. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη είχε υπογράψει την αίτηση με βάση της οποίας εκδόθηκε από το Υφυπουργείο Τουρισμού η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης της Ενάγουσας 2 το 2022 και η οποία ίσχυε για τρία έτη από τότε. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του, αντίγραφο της Άδειας Λειτουργίας της επιχείρησης της Ενάγουσας 2 που χορηγήθηκε στην Εναγόμενη στις 10.03.22 επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 22. Περαιτέρω, ως Τεκμήριο 23, επισυνάφθηκε αντίγραφο της αίτησης που πρέπει να υπογραφεί από την Εναγόμενη προκειμένου η επιχείρηση της Ενάγουσας 2 να λειτουργεί νόμιμα. Προς τούτο ο Ενάγοντας 1 εξήγησε ότι η προαναφερθείσα αίτηση απαιτείται από το Υφυπουργείο Τουρισμού, για παραχώρηση άδειας λειτουργίας της επιχείρησης της Ενάγουσας 2, με βάση τον περί Κέντρων Αναψυχής Νόμο και ότι η εν λόγω άδεια ισχύει για τρία (3) έτη και ως εκ τούτου απαιτείται η ανανέωση της.
13. Ο Ενάγοντας 1 ισχυρίζεται ότι, λόγω της συμπεριφοράς της Εναγόμενης και επειδή δεν έχει εκδοθεί άδεια λειτουργίας της επιχείρησης, η Αστυνομία μετέβη στο υποστατικό, όπου λειτουργεί η επιχείρηση της Ενάγουσας 2, στις 11.12.25, 22.12.25, 23.12.25 και 27.12.25, προβαίνοντας στο κλείσιμο του υποστατικού με αποτέλεσμα η Ενάγουσα 2 να υφίσταται ζημιά, τόσο στη φήμη της επιχείρησης όσο και οικονομική ζημιά, το ύψος της οποίας δεν μπορεί να προκαθοριστεί. Τέλος, ο Ενάγοντας 1 ισχυρίζεται ότι, κατά τη θέση του, πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι αυτό δύναται να εκδοθεί προληπτικά (quia timet), προκειμένου να αποτραπεί η διάπραξη αδικημάτων και/ή αδικοπραξιών. Περαιτέρω, προς υποστήριξη της θέσης του ότι είναι φερέγγυο πρόσωπο, επισυνάφθηκε, ως Τεκμήριο 24, η φορολογική του δήλωση για το έτος 2023.
14. Στην Σ.Ε.Δ. Ενάγοντα 1, ο ίδιος εξηγεί τον λόγο για τον οποίο η επίδικη αίτηση δεν καταχωρήθηκε από τον Μάρτιο του 2025 που έληξε η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης.
Ιστορικό της επίδικης αίτησης και ένσταση της Εναγόμενης
15. Ακολούθως, στις 21.01.26, εκδόθηκε μονομερώς παρεμπίπτον διάταγμα με το οποίο, εντός 5 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος, διετάσσετο η Καθ’ης η Αίτηση προσωπικά και/ή μέσω των αντιπροσώπων της και/ή των υπηρετών της και/ή των υπαλλήλων της και/ή οποιωνδήποτε άλλων εξουσιοδοτημένων από αυτή προσώπων και/ή ενεργούντων υπ’αυτή προσώπων, να υπογράφει το έγγραφο «Ανανέωση Κατάταξης και Έκδοση Άδειας Λειτουργίας Κέντρου Αναψυχής- Αίτηση» που επισυνάφθηκε στην επίδικη αίτηση, ως Παράρτημα Ι, ενώ δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της επίδικης αίτησης στην Εναγόμενη.
16. Στη συνέχεια δοθήκαν πολλαπλές ημερομηνίες από το παρόν Δικαστήριο, όπου η επίδικη αίτηση οριζόταν για Α.Δ.Ο. προκειμένου να καταχωρηθεί χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της επίδικης αίτησης αλλά και για να διευθετηθεί η παρούσα απαίτηση, ως οι δηλώσεις των μερών. Εντούτοις, εφόσον τα μέρη ουδέποτε καταχώρησαν χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της επίδικης αίτησης, το Δικαστήριο, στις 24.03.26 και 18.05.26, καθόρισε χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της επίδικης αίτησης. Πάρα ταύτα, ουδέποτε καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους της Καθ’ης η Αίτηση/Εναγόμενης, καθώς, ως οι δηλώσεις του τότε συνηγόρου της, η απαίτηση θα διευθετείτο στο σύνολο της. Προς τούτο, το Δικαστήριο, προς εξυπηρέτηση του πρωταρχικού σκοπού με την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας απαίτησης, σύμφωνα με τις δηλώσεις των συνηγόρων των μερών για διευθέτηση αυτής, διαρκώς επαναόριζε την επίδικη αίτηση για Ακρόαση στις 08.06.26, 11,06.26, 18.06.26 και 26.06.26.
17. Παρά τις πιο πάνω δηλώσεις των συνηγόρων, ως καταγράφονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου, η απαίτηση ουδέποτε διευθετήθηκε. Μάλιστα, στις 26.06.26, δόθηκε άδεια στον νυν συνήγορο της Εναγόμενης να αποσυρθεί λόγω διαφωνίας ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης. Ακολούθως, η Εναγόμενη, δήλωσε ετοιμότητα να αγορεύσει αναφορικά με την επίδικη αίτηση, παρά το ότι ισχυρίστηκε πως υπέγραψε το έγγραφο «Ανανέωση Κατάταξης και Έκδοση Άδειας Λειτουργίας Κέντρου Αναψυχής- Αίτηση», το οποίο επισυνάπτεται στην επίδικη αίτηση ως Παράρτημα Ι, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώθηκε ενώπιον Δικαστηρίου.
Γραπτές Αγορεύσεις των μερών
18. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, ο Ενάγοντας 1 δεν αντεξετάστηκε και αμφότερες πλευρές αγόρευσαν γραπτώς και προφορικώς προς υποστήριξη των θέσεων τους. Ο κ. Διογένους υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής του Αγόρευσης ημερ. 20.01.26, η οποία είχε καταχωρηθεί κατά τη μονομερή εξέταση της επίδικης αίτησης, ενώ η Εναγόμενη παρέδωσε τη Γραπτή Αγόρευση της ημερ. 26.06.26.
19. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των μερών και τη νομολογία στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κ. Διογένους προς υποστήριξη των θέσεων που εγείρει. Σημειώνεται ότι στην αγόρευση της Καθ’ης η Αίτηση αναφέρει ότι είναι η μόνη νόμιμη ενοικιάστρια και κάτοχος του υποστατικού και των τεμαχίων με αρ. [ ] και [ ], τα οποία είναι τουρκοκυπριακή περιουσία υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Προς τούτο, θέση της Καθ’ης η Αίτηση είναι ότι, με βάση τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 1991 και τους σχετικούς κανονισμούς ,δικαιούχος για τη χρήση των επίδικων ακινήτων μπορεί να είναι πρόσφυγας ή νομικό πρόσωπο το οποίο ανήκει κατά πλειοψηφία σε πρόσφυγα. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα 2 δεν μπορεί νόμιμα να ευρίσκεται εντός των επίδικων ακινήτων αφού δεν πληροί τα κριτήρια της νομοθεσίας. Περαιτέρω, η Καθ’ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι οι άδειες λειτουργίες βγαίνουν στο όνομα της αλλά από κάτω αναφέρεται η Ενάγουσα 2 και ότι κάτι τέτοιο είναι παράνομο.
20. Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι είναι η μόνη νόμιμη ενοικιάστρια και κάτοχος του υποστατικού και των τεμαχίων με αρ. [ ] και [ ], καθώς και το ενοικιαστήριο έγγραφο στο οποίο προβαίνει σε αναφορά στη Γραπτή της Αγόρευση προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκη μαρτυρία. Παρομοίως δεν τέθηκε, με ένορκη μαρτυρία, ο ισχυρισμός της Καθ’ης η Αίτηση ότι η ενοικίαση και η χρήση των επίδικων ακινήτων ανήκει στην ίδια προσωπικά. Συνεπώς οι θέσεις της αυτές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη καθώς η γραπτή αγόρευση δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας (βλ. El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1255). Σημειώνω, βεβαίως, ότι το γεγονός πως η Καθ’ης η Αίτηση είναι δικαιούχος και ενοικιάστρια των επίδικων ακινήτων, δεν αμφισβητείται από τους Ενάγοντες.
21. Αναφέρω επιπλέον ότι, στις 28.01.26, καταχωρήθηκε στον ηλεκτρονικό φάκελο της παρούσας απαίτησης η Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων. Τα όσα περαιτέρω αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης ημερ. 28.01.26 δεν δύναται να ληφθούν υπόψη καθώς οι θέσεις που προβάλλονται σε αυτήν προωθούνται μεταγενέστερα της καταχώρισης της επίδικης αίτησης.
Νομική Πτυχή
22. Σύμφωνα με τον Κ.25.1 (α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (εφ’εξής «οι Κ.Π.Δ. 2023»), οι ενδιάμεσες θεραπείες, τις οποίες δύναται να χορηγήσει το δικαστήριο, περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε ενδιάμεσο διάταγμα. Περαιτέρω, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 (εφ’εξής «ο Ν.14/60»), τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων όπου το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα (απαγορευτικά, διενεκές ή προστακτικά) εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 και ως έχει αναλυθεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. μεταξύ άλλων τις κλασσικές αυθεντίες Odysseos v Pieris Estates Ltd (1982) 1 C.L.R 557 και Κ.Ο.Τ. ν Θεωρή (1989) 1 Α.Α.Δ. 255) είναι:
(α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία
(γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
23. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (1982) 1 C.L.R. 557, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 152).
24. Σύμφωνα με την νομολογία, για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα (βλ. Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερ. 23.03.2017, ECLI:CY:AD:2017:A102). Επίσης, το σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση μπορεί να εξακριβωθεί μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί και που μπορούν να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο για την εξακρίβωση εάν όντως αντικειμενικά εξακριβώνεται συζητήσιμη υπόθεση ούτως ώστε να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v Χάρη Χρίστου (1998) 1 Α.Α.Δ. 598).
25. Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Χρήσιμη καθοδήγηση παρέχεται στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD-NEMESIS κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε52/2021, ECLI:CY:AD:2022:A79 ημερ. 10.02.22, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos,έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας (Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248,Demades OverseasLtd v. Studio Ma.St Ltd(1996)1 Α.Α.Δ. 799, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015, Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού (2004) 1 Α.Α.Δ. 209, Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα κ.α., Πολιτική Έφεση Ε143/2015, ημερ. 23.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:A102, Gabov v. Bakadri Limited κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. Ε148/20, ημερ. 20.12.2021).»
26. Επομένως, το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν αξιολογεί την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν προβαίνει σε ευρήματα αναφορικά με τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων. Κάτι τέτοιο θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Περαιτέρω, όσον αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, στο Σύγγραμμα των Π. Αρτέμη &, Γ. Ερωτοκρίτου, «Διατάγματα/Injunctions» (2016) 1η έκδοση στη σελ. 128-129 αναφέρονται τα εξής σχετικά:
«…η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι’ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες. Το δικαστήριο από τα ενώπιον του στοιχεία μπορεί να σχηματίσει την άποψη ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας…» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου).
27. Τέλος, όσο αφορά την τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την νομολογία, η «ανεπανόρθωτη βλάβη» υπάρχει και εξακριβώνεται εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως για παράδειγμα εάν η ζημιά που θα υποστεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων ή δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα έχοντας πάντοτε υπόψη ότι η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης δεν συναρτάται πάντοτε με την υλική αποκατάσταση (βλ. Μ & Ch. Mitsingas Tradings Ltd v. Timberland Co. (1997) 1Γ Α.Α.Δ. 1791 και Highgate Primary School Ltd κ.α. v Φυλακτίδη κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 317). Το Δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης αναφορικά με το κατά πόσον πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες και κριτήρια πέραν της ζημιάς του Αιτητή, όπως για παράδειγμα την λειτουργία και υποχρέωση του Δικαστηρίου να ενεργεί ως θεματοφύλακας του Κράτους Δικαίου (βλ. Κυρισάββα ν Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245) με τον χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης να είναι μόνο ένας εξ’ αυτών (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 Α.Α.Δ. 231). Σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λιμιτεδ κ.α. ν. Λοϊζίδου, Πολιτική Έφεση Ε7/18, ημερ. 21.03.19 αναφερθήκαν τα ακόλουθα:
«Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.»
28. Το Δικαστήριο αφού ελέγξει και καταλήξει ότι πληρούνται οι τρείς (3) προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα πρέπει ακολούθως να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ ή κατά της έκδοσης του ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Αίτηση 41/2023, ημερ. 04.07.23). Με άλλα λόγια, έστω και εάν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει κατά πόσον είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και υπάρχει η δυνατότητα αλλά και η ευχέρεια να μην εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εάν θεωρεί ότι η έκδοση του δεν θα είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό της περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Αβερκίου ν Θεο Κτηματική Λτδ (2013) 1 Α.Α.Δ. 222). Ενδεικτικά αναφέρω ότι οι παράγοντες που το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ως προς την έκδοση ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων, αποτελούν, μεταξύ άλλων, τις συνέπειες που απορρέουν από την έκδοση ή μη των διαταγμάτων, τη συμπεριφορά των διαδίκων, τις τυχόν επιπτώσεις σε τρίτους, το κατά πόσον με την έκδοση τους αποπερατώνεται ουσιαστικά και η ουσία της αγωγής (παράγοντας που έστω και εάν ισχύει δεν είναι απαγορευτικός για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος), τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) και το ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω.
29. Όπως λέχθηκε, επίσης, στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 A.A.Δ. 788:
«Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη». Περαιτέρω, στην Εκδόσεις Αρκτίνος (ανωτέρω) τονίστηκαν τα εξής:
«Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. »
Διατάγματα Quia Timet
30. Όσο αφορά την έκδοση διαταγμάτων τύπου «Quia-Timet», στο Σύγγραμμα «Διατάγματα» των κ. κ. Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 2016, σελίδα 188 αναφέρονται τα πιο κάτω:
«Αυτού του είδους τα διατάγματα, αποτελούν ένα ισχυρό όπλο στο παρεμπίπτον στάδιο όπου η επαπειλούμενη ζημιά, αν προκύψει, θα είναι δύσκολο να αποζημιωθεί σε χρήμα. Πρόκειται για "προληπτική δικαιοσύνη" την οποία η αγγλική νομολογία δεν αποκλείει, αλλά αντίθετα την θεωρεί "τόσο αρχαία όσο και τα βουνά". Εκδίδονται πολλά τέτοια διατάγματα στο παρεμπίπτον στάδιο, χωρίς βέβαια να αναφέρεται στο ίδιο το διάταγμα ότι πρόκειται για "Quia Timet", γι΄αυτό και δεν είναι ευρέως γνωστά εφόσον στην ουσία δεν αποτελούν ειδική ή ξεχωριστή κατηγορία διαταγμάτων, αλλά διατάγματα τα οποία ενδεχομένως να ήταν καλύτερα να ιδωθούν κάτω από την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32. Ίσως η μόνη διαφορά να είναι ότι απαιτείται σαφής μαρτυρία για την επαπειλούμενη ζημιά που θα προκύψει.»
Στο ίδιο πιο πάνω σύγγραμμα, στη σελίδα 11, αναφέρονται τα εξής:
«Λόγω της φύσης του διατάγματος απαιτείται σαφής και ισχυρή μαρτυρία ότι ο απειλούμενος κίνδυνος είναι άμεσος και ορατός και όχι ασαφής ή αόριστος. Επίσης, ότι η ζημιά είναι αναπόφευκτη και όχι μια απλή δυνατότητα ή απομακρυσμένη. Τέλος, η ζημιά θα πρέπει να είναι σοβαρή και να μην αποζημιώνεται χρηματικά [...] Το βάρος είναι στους ώμους του ενάγοντα για να ικανοποιήσει το δικαστήριο για όλα τα πιο πάνω.»
31. Στην υπόθεση GGH-RE Investment Partners Ltd κ.α. v. Golub Gethouse Realty Company, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε56/2024, ημερ. 29.05.25, έγινε εκτενής αναφορά, από το Εφετείο, στη φύση τέτοιων διαταγμάτων και στις προϋποθέσεις έκδοσης τους. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η λατινική έκφραση Quia – Timet σημαίνει «because he fears, «διότι φοβάται» ή «διότι ανησυχεί»» και το διάταγμα τύπου Quia – Timet είναι ένα διάταγμα του κοινοδικαίου που σκοπό έχει να εμποδίσει άδικες πράξεις οι οποίες επαπειλούνται ή είναι άμεσες αλλά οι οποίες ακόμα δεν έχουν αρχίσει. Έχει τις ρίζες του στην απόφαση Fletcher v. Bealey [28 Ch. D. 688] at p.698 όπου έχει αναφερθεί ότι τα απαραίτητα κριτήρια που πρέπει να αποδειχτούν ούτως ώστε τα δικαστήρια της επιείκειας (Equity courts) να εκδώσουν ένα τέτοιο διάταγμα είναι: «1. Proof of imminent danger; 2. Proof that the threatened injury will be practically irreparable; and 3. Proof that whenever the injurious circumstances ensue, it will be impossible to protect plaintiff's interests, if relief is denied.»
[…] επαναλαμβάνουμε ότι τα διατάγματα Quia – Timet λόγω του ιδιαίτερου προληπτικού χαρακτήρα τους προϋποθέτουν σαφή απόδειξη της ζημιάς που απειλείται και δεν είναι αρκετή η ύπαρξη ή η απόδειξη ενός γενικευμένου δικαιώματος. Στη νομολογία, και συγκεκριμένα στις υποθέσεις Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Limited και Άλλων (2002) 1 Α.Α.Δ 2015 και COBALTAIR LTD v. Madar, Αρ. Αγωγής 620/18 ημερ.9/7/2018, γίνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο παραπομπή στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Ed. Reissue, Vol.24, para. 832 όπου αναφέρονται τα εξής:
"832. If a plaintiff's right to relief rests mainly on damage which has not been actually suffered but is likely to accrue within a reasonable time, the court will take that into consideration and grant an injunction. Therefore, although the plaintiff's legal right is not disputed, an injunction may by granted to restrain the commission of an apprehended or threatened act, on the ground that if the act is done it will violate the plaintiff's legal right, if he can show strong probability that the apprehended mischief will in fact arise. [.] if a defendant claims and insists upon his right or gives distinct notice of his intention or threatens or intents to commit an act which, if committed, would, in the court's opinion, violate the plaintiff's right, an injunction will be granted."
[…]
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διατάγματα Quia Timet δεν εκδίδονται εκτός εάν ο αιτητής προσκομίσει την απαραίτητα μαρτυρία για να πείσει το Δικαστήριο για το βέβαιο, σαφές, ορισμένο και σοβαρό δικαίωμα του το οποίο ενδέχεται να ζημιωθεί αν δεν εκδοθεί το προληπτικό διάταγμα. Η υποχρέωση που έχει ο αιτητής για να αποσαφηνίσει τον κίνδυνο που επαπειλείται περιλαμβάνει και το είδος και την έκταση της επαπειλούμενης ζημιάς.»
32. Περαιτέρω, στο Σύγγραμμα «Commercial Injunctions» του Steven Gee, Q.C., 5η έκδοση, σελ. 59, παρ. 2.029, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά:
«(7) Quia timet
A quia timet (since he fears) injunction is an injunction granted where no actionable wrong has been committed, to prevent the occurrence of an actionable wrong, or to prevent repetition of an actionable wrong. Before the Judicature Acts it was the sole preserve of the old High Court of Chancery to grant such an injunction where there had been no prior wrong. Sir George Jessel M.R. said no jurisdiction of the old Court of Chancery was more valuable and no subject more frequently the cause for bills for injunction than to restrain threatened injury. But the jurisdiction involves proof that unless the court intervenes by injunction there is a real risk that an actionable wrong will be committed; that an injunction would do no harm is not a justification for granting it. Usually this will be by evidence that the defendant has threatened to do the particular wrongful act "no-one can obtain a quia timet order by merely saying "Timeo" (literally "I fear).»
33. Συνεπώς, για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα απαιτείται σαφής και ισχυρή μαρτυρία ότι ο απειλούμενος κίνδυνος είναι άμεσος και ορατός και η ζημιά αναπόφευκτη, σοβαρή και τέτοια που να μην αποζημιώνεται χρηματικά.
Εξέταση προϋποθέσεων έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος
34. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, ανατρέχοντας στο Έντυπο Απαίτησης ημερ. 12.01.26 και στην Ε/Δ Ενάγοντα[1] παρατηρείται ότι οι Ενάγοντες θεμελιώνουν την απαίτηση τους σε ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης, καθώς και σε διάπραξη αστικών αδικημάτων δυνάμει του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και/ή του κοινοδικαίου, περιλαμβανομένου του αστικού αδικήματος που προβλέπεται στο άρθρο 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, αναφορικά με την παράνομη πρόκληση άλλου σε παράβαση σύμβασης, καθώς και σε ισχυριζόμενη πρόκληση ζημιάς ένεκα παράνομων ενεργειών.
35. Προς τούτο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ του Ενάγοντα 1 και της Εναγόμενης, η οποία, ως πρόσφυγας, μπορούσε να καταστεί δικαιούχος των επίδικων ακινήτων εντός των οποίων λειτουργούσε η επιχείρηση της Ενάγουσας 2, όπως, περί το 2017, της μεταβιβασθούν μετοχές της Ενάγουσας 2, η οποία τότε διαχειριζόταν τα επίδικα ακίνητα, χωρίς η Εναγόμενη να αναλάβει άλλα αυξημένα καθήκοντα για την επιχείρηση ή να παίρνει αποφάσεις για αυτήν, ούτε να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο. Προς τούτο μεταβιβάστηκαν στην Εναγόμενη 1.000 μετοχές της Ενάγουσας 2 (βλ. Τεκμήριο 15). Περαιτέρω, ως η προσκομισθείσα μαρτυρία, η Εναγόμενη θα καθίστατο δικαιούχος των επίδικων ακινήτων και, παράλληλα, θα συνεργαζόταν με όλες τις αρμόδιες αρχές και θα υπέγραφε κάθε έντυπο που θα απαιτείτο για την ομαλή και νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης της Ενάγουσας 2. Προς τούτο, ο Ενάγοντας 1 επίσης ισχυρίζεται ότι υποβλήθηκε αίτηση, με την οποία η Εναγόμενη δήλωνε ότι τα επίδικα ακίνητα θα χρησιμοποιούνταν από την Ενάγουσα 2 ως καφεστιατόριο και ότι η εν λόγω αίτηση εγκρίθηκε από τον Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και, έκτοτε, η Ενάγουσα 2 καταβάλλει μηναίο ενοίκιο ύψους €520 στον Κηδεμόνα, με εξαίρεση μια περίοδο το έτος 2025, κατά το οποίο η Εναγόμενη κατέβαλε η ίδια το ποσό του ενοικίου. Παρά τα πιο πάνω, ως η Ε/Δ Ενάγοντα 1, η Εναγόμενη αρνείται ρητώς να υπογράψει το έγγραφο που απαιτείται από το Υφυπουργείο Τουρισμού (βλ. Τεκμήριο 23) και το οποίο είναι απαραίτητο, ώστε η επιχείρηση της Ενάγουσας 2 να λειτουργεί νόμιμα με βάση τον περί Κέντρων Αναψυχής Νόμο και ενώ η Εναγόμενη υπέγραψε την αίτηση με βάση της οποίας εκδόθηκε από το Υφυπουργείο Τουρισμού η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης της Ενάγουσας 2 το 2022 και η οποία ίσχυε μέχρι τις 09.03.25. (βλ. Τεκμήριο 22). Ως εκ τούτου, ως η μαρτυρία, λόγω της προαναφερόμενης συμπεριφοράς της Εναγόμενης και της μη έκδοσης άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, η Αστυνομία μετέβη στο υποστατικό που λειτουργεί η επιχείρηση της Ενάγουσας 2 στις 11.12.25, 22.12.25, 23.12.25 και 27.12.25, προβαίνοντας στο κλείσιμο του υποστατικού με αποτέλεσμα η Ενάγουσα 2 να υφίσταται ζημιά, τόσο στη φήμη της επιχείρησης όσο και οικονομική ζημιά, το ύψος της οποίας δεν μπορεί να προκαθοριστεί. Τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου, αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση κατά τέτοιο τρόπο ώστε να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60.
36. Στρεφόμενη στη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, έχοντας υπόψη την ως άνω προσκομισθείσα μαρτυρία αναφορικά με την προφορική συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα 1 και της Εναγόμενης, θεωρώ, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση αυτής, ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 αναφορικά με το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα 1 που στηρίζεται στην κατ’ισχυρισμό παράβαση της μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας, εφόσον, ως η προσκομισθείσα μαρτυρία, η συμφωνία καταρτίστηκε μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης.
37. Όσο αφορά το αστικό αδίκημα της παράνομης πρόκλησης άλλου σε παράβαση σύμβασης, το Άρθρο 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου διαλαμβάνει τα εξής:
«34.-(1) Πρόσωπο το οποίο, για λόγους άλλους από την προώθηση απεργίας ή ανταπεργίας σε σχέση με εργατική διαφορά που δημιουργήθηκε στην εργασία ή τη βιoμηχαvία στην όποια απασχoλoύvται οι απεργοί ή αvταπεργoί, εν γνώσει και χωρίς επαρκή δικαιoλoγία, προκαλεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να παραβεί κατά vόμo δεσμευτική σύμβαση με τρίτο, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά του τρίτου.
(2) Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η σχέση που δημιουργείται με το γάμο δεν θεωρείται συμβατική.»
38. To αστικό αδίκημα της παράνομης πρόκλησης άλλου σε παράβαση σύμβασης, δυνάμει του Άρθρου 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου εξετάστηκε στην Constantinides v. Pitsillou and Another (1980) J.S.C. 279 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«In the light of the above we hold that defendant 2 is liable for the commission of the tort defined by section 34(1) of the Civil Wrongs, Cap. 148, that is for the unlawful causing of a breach of contract. The ambit and scope of this tort are the subject of discussion in Clerk & Lindsell on Torts, 14th edition at para.792 et seq. [*298] and reference is made to the several aspects of this tort, a civil wrong that appears to have gained its modern complexion in the decision in Lumley v. Gie (1853) 2 E. & B. 216. We need not embark on a lengthy discussion of the ingredients of this tort or its several elements. Briefly there must be proved that the alleged tortfeasor knew of the existence of the contract and acted with intention to bring it to an end. The knowledge required need not extend to details of all the terms of the agreement whereas wrecklessness may suffice to establish the necessary intent. In this case we find as a fact that the conduct of defendant 2 was intentional in every sense of the word. Proof of damage is also an ingredient of this civil wrong but once damage is proved thereafter the award of damages is at large as stressed in British Industrial Plastics v. Ferguson (1938) 4 All E.R. 504; the Court may award a sum appropriate in all the circumstances of the case without strict reference to the financial loss suffered.»
39. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ζαχαριάδη ν. Universal Life Insurance Co Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 144/13 ημερ. 16.04.19, σχετικά με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που διαλαμβάνει το άρθρο 34 (1) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αναφέρθηκε ότι: «Τα αναγκαία συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως προκύπτουν από το πιο πάνω άρθρο και την νομολογία (βλ. Xenophondos v. Anastasiadou (1974) 4 J.S.C. 578) και Torquay Hotel Co Ltd v. Cousins (1969) 2 Ch. 106) είναι α) ο εναγόμενος να προκάλεσε την παράβαση σύμβασης συναφθείσης μεταξύ δύο άλλων ατόμων, που βρίσκεται σε ισχύ, β) από την παράβαση αυτή ο ενάγων να υπέστη ζημιά και γ) ο εναγόμενος να έχει ενεργήσει γνωρίζοντας την ύπαρξη της σύμβασης και χωρίς επαρκή αιτιολογία (βλ. σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Αρτέμη & Ερωτοκρίτου Τόμος 1, σελ. 109 -112).»
40. Επί του ζητήματος αυτού, ο Ενάγοντας 1 ισχυρίζεται στην Ε/Δ του ότι η Εναγόμενη «έχει με πλήρη γνώση της» ενεργήσει «κατά τρόπο που να με αποτρέπει να εξυπηρετήσω τους θαμώνες μου στην Εταιρεία, ήτοι με οδηγεί στην παραβίαση της σύμβασης μου με τον εκάστοτε θαμώνα του μαγαζιού». Ωστόσο, πέραν του πιο πάνω γενικού ισχυρισμού, ο οποίος, ως έχει διατυπωθεί, φαίνεται να αφορά τον ίδιο τον Ενάγοντα 1 και όχι την Ενάγουσα 2, μέσω της οποίας λειτουργεί η επιχείρηση και εξυπηρετούνται οι θαμώνες, δεν εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, στοιχειοθετούν το αστικό αδίκημα του άρθρου 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να αξιολογήσει την πιθανότητα επιτυχίας της συγκεκριμένης βάσης αγωγής. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται η κατ’ισχυρισμό δεσμευτική σύμβαση με τρίτο, ούτε ο τρόπος με τον οποίο η Εναγόμενη προκάλεσε την παραβίαση της, ενώ δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η κατ’ισχυρισμό πρόκληση έλαβε χώρα «χωρίς επαρκή δικαιολογία». Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν θεωρώ ότι παρέχεται επαρκής μαρτυρία ώστε το Δικαστήριο να αξιολογήσει την πιθανότητα επιτυχίας της συγκεκριμένης βάσης αγωγής και, ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ως προς τη συγκεκριμένη βάση αγωγής.
41. Όσον αφορά το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων που στηρίζεται στον ισχυρισμό περί πρόκλησης ζημιάς ένεκα παράνομων ενεργειών, παρατηρώ ότι η εν λόγω βάση δεν εξειδικεύεται επαρκώς ούτε στο Έντυπο Απαίτησης ούτε στην Ε.Δ Ενάγοντα 1. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται οι παράνομες ενέργειες της Εναγόμενης που κατ’ισχυρισμό στοιχειοθετούν συγκεκριμένο αστικό αδίκημα. Επί τούτου ο Ενάγοντας 1, περιορίζεται στο να αναφέρει ότι η Εναγόμενη τον απείλησε και τον εξύβρισε δημοσίως, χωρίς όμως να εξειδικεύει με ποιο συγκεκριμένο αστικό αδίκημα συνδέονται τα περιστατικά αυτά προκειμένου το Δικαστήριο να δύναται να αξιολογήσει την πιθανότητα επιτυχίας της συγκεκριμένης βάσης αγωγής. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, ως προς τη συγκεκριμένη βάση αγωγής.
42. Οι Ενάγοντες επιπλέον αξιώνουν διατάγματα όπως η Εναγόμενη αποζημιώσει την Ενάγουσα 2 για την ζημιά που ήθελε προκληθεί στην Ενάγουσα 2 και στην επιχείρηση της Ενάγουσας 2 λόγω της συμπεριφοράς και/ή πράξεων και/ή ενεργειών της Εναγόμενης και/ή των παραστάσεων της προς τις κρατικές αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και τον Ενάγοντα 1 για την ζημιά που ήθελε προκληθεί σε αυτόν λόγω της συμπεριφοράς και/ή των πράξεων και/ή των ενεργειών της Εναγόμενης. Επί τούτου, ούτε στο Έντυπο Απαίτησης ούτε στην Ε/Δ Ενάγοντα 1 προσδιορίζεται η νομική βάση επί της οποίας θεμελιώνονται οι εν λόγω αξιώσεις, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να αξιολογήσει κατά πόσο πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του Ν.14/60 ως προς τις συγκεκριμένες αξιώσεις. Περαιτέρω, οι αξιώσεις αυτές αφορούν ζημία που «ήθελε προκληθει», χωρίς να εξειδικεύεται η νομική βάση επί της οποίας ζητείται αποζημίωση για τέτοιας φύσεως μελλοντική ζημία.
43. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες επικαλούνται ότι η παρούσα περίπτωση δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος τύπου «Quia Timet». Ωστόσο, η έκδοση τέτοιου διατάγματος προϋποθέτει σαφή και ισχυρή μαρτυρία περί συγκεκριμένης επικείμενης αδικοπραξίας, της οποίας επιδιώκεται η πρόληψη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγοντας 1 περιορίζεται στην αναφορά ότι η Εναγόμενη έχει προβεί σε πέραν της μίας αδικοπραξίας και ότι αναμένεται η εκ νέου διάπραξή τους, καθώς και ότι η Εναγόμενη προτίθεται να προβεί σε ενέργειες ενώπιον των αρμόδιων αρχών για να του πάρει την επιχείρηση, χωρίς όμως να προσδιορίζει ποιες συγκεκριμένες αδικοπραξίες επικαλείται ότι επίκειται να διαπραχθούν ή να επαναληφθούν. Περαιτέρω, ενώ οι Ενάγοντες επικαλούνται ότι η Εναγόμενη προτίθεται να συνεχίσει τις κατ’ισχυρισμό αδικοπραξίες της, το αιτούμενο διάταγμα δεν αποσκοπεί στην αποτροπή της διάπραξης ή της επανάληψης των εν λόγω αδικοπραξιών, αλλά περιορίζεται στην υποχρέωση της Εναγόμενης να υπογράψει το έντυπο που επισυνάπτεται ως Παράρτημα Ι στην επίδικη αίτηση. Συνεπώς, δεν θεωρώ ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος τύπου «Quia Timet».
44. Τέλος, όσο αφορά την τρίτη προϋπόθεση του Ν.14/60, ο Ενάγοντας 1 ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά της Εναγόμενης του προκαλεί δυσφορία, ενόχληση, ανησυχία, φόβο που δεν δύναται να αποτιμηθεί σε χρήματα. Η προσωπική δυσφορία, ανησυχία και ενόχληση που επικαλείται ο Ενάγοντας 1, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη, θεωρώ δεν αποτελεί από μόνη της επαρκές έρεισμα για τη θεμελίωση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 και ότι αυτή δεν δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα. Περαιτέρω, στην Ε/Δ Ενάγοντα 1 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η επιχείρηση της Ενάγουσας 2 θα συνεχίσει να παραμένει χωρίς την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας, με αποτέλεσμα να διακόπτεται η λειτουργία της, να πλήττεται η φήμη και η εμπορική της εύνοια (goodwill), να προκαλούνται διαφυγόντα κέρδη, να επηρεάζονται οι εργαζόμενοί και οι συνεργάτες της και, γενικότερα, να προκαλείται ζημία η οποία δεν δύναται να αποκατασταθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η Εναγόμενη δεν είναι φερέγγυα και ότι, ακόμη και σε περίπτωση επιδίκασης αποζημιώσεων, δεν θα είναι σε θέση να τις καταβάλει.
45. Παρατηρώ, ωστόσο, ότι η πλειονότητα των πιο πάνω ισχυριζόμενων ζημιών αφορά την επιχειρηματική δραστηριότητα και τα συμφέροντα της Ενάγουσας 2. Αντιθέτως, ως αναφέρω ανωτέρω, η μόνη βάση αγωγής ως προς την οποία κρίθηκε ότι παρουσιάζεται πιθανότητα επιτυχίας αφορά την κατ'ισχυρισμό παράβαση της προφορικής συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα 1 και της Εναγόμενης. Παρά ταύτα, η κατ'ισχυρισμό παραβίαση της εν λόγω συμφωνίας συνδέεται, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, με τη δυνατότητα συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησης της Ενάγουσας 2, αφού, με βάση την κατ’ισχυρισμό προφορική συμφωνία των μερών, η Εναγόμενη θα συνεργαζόταν για τη λήψη και/ή υπογραφή των απαιτούμενων εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου των εγγράφων που απαιτούνται από το Υφυπουργείο Τουρισμού, ώστε η επιχείρηση της Ενάγουσας 2 να λειτουργεί έχοντας όλες τις απαιτούμενες άδειες. Επομένως, εφόσον η κατ’ισχυρισμό συμβατική υποχρέωση της Εναγόμενης αφορά ακριβώς την υπογραφή των εγγράφων που απαιτούνται για την ανανέωση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, η κατ’ισχυρισμό παραβίασή της δύναται, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, να έχει ως άμεση συνέπεια τη διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης της Ενάγουσας 2 και, κατ’επέκταση, τις λοιπές ζημιές που επικαλούνται οι Ενάγοντες. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία καταδεικνύει ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ενδέχεται να καταστεί δυσχερής η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Υπό τα πιο πάνω δεδομένα, θεωρώ ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60.
46. Παρά την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πληρούνται οι τρείς (3) προϋποθέσεις του Ν.14/60, το Δικαστήριο θα πρέπει ακολούθως να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Επί τούτου θεωρώ πρόσφορο όπως εξετάσω τις θέσεις που προβάλλονται από την Καθ’ης η Αίτηση στην Γραπτή της Αγόρευση. Ειδικότερα, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα είναι τουρκοκυπριακή περιουσία.
47. Σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991 (εφ’έξής «ο Νόμος»), ο Υπουργός Εσωτερικών διορίζεται ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών περιουσιών (εφ’εξής «ο Κηδεμόνας»), τις οποίες διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου και ασκεί τις αρμοδιότητες που του χορηγούνται με τον Νόμο διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης. Στο άρθρο 6 του Νόμου καθορίζονται οι αρμοδιότητες του Κηδεμόνα. Προς τούτο, στην Perihan Mustafa Korkut v. Απόστολου Γεωργίου διά του πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (2008) 1 Α.Α.Δ. 905 λέχθηκε ότι ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης δεν αποστερείται της περιουσίας του, της οποίας εξακολουθεί να είναι κύριος, αλλά ότι η διαχείριση της περιουσίας αυτής ανατίθεται, κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης, στον Κηδεμόνα ενώ το δικαίωμα κατοχής, διαχείρισης και ελέγχου της περιουσίας υπόκειται σε απόλυτα αναγκαίους περιορισμούς που συνάδουν με το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος (Suleyman ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 99/2005, ημερ. 21.5.2007).
48. Περαιτέρω, το Άρθρο 7 (1) του Νόμου προνοεί ότι ο Κηδεμόνας, κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του με βάση τον Νόμο, θα μεριμνά για την εξυπηρέτηση των αναγκών των προσφύγων παράλληλα με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ιδιοκτητών των εν λόγω περιουσιών με βάση καθορισμένα κριτήρια. Περαιτέρω, το Άρθρο 8 του Νόμου προνοεί για τη δυνατότητα κατοχής και/ή χρήσης τουρκοκυπριακής περιουσίας από νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, το Άρθρο 8 του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «8.-(1) Τηρουμένου του εδαφίου (2), επιτρέπεται η κατοχή και/ή χρήση από οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο τουρκοκυπριακής περιουσίας.(2) Σε περίπτωση που ο έλεγχος ή το εταιρικό κεφάλαιο του νομικού προσώπου παύσει να ανήκει σε πρόσφυγες, κάθε κατοχή και/ή χρήση τουρκοκυπριακής περιουσίας υπό του νομικού προσώπου τερματίζονται.» Αναφορικά με την ερμηνεία του Άρθρου 8 του Νόμου, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε εντοπίστηκε από το ίδιο οποιαδήποτε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Εφετείου η οποία να ενασχολείται ρητά με το συγκεκριμένο ζήτημα.
49. Συνιστά πάγια θέση της νομολογίας μας ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία Νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς, στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων είναι μεν επιτρεπτή, πλην όμως δεν καθιστά εφικτή ούτε και δικαιολογεί την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου πρέπει πάντοτε να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη (βλ. Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 86, Southfield Industries Ltd. v. Δήμου Λευκωσίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 59) και Κωμοδρόμος ν. WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD. (2010) 1 Α.Α.Δ. 1903).
50. Συνεπώς, ο βασικός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων είναι η γραμματική ερμηνεία, δηλαδή η απόδοση στις επίδικες λέξεις ή φράσεις της φυσικής και συνήθους λεκτικής έννοιας αυτών.[2] Εάν υπάρχει κενό στον Νόμο, ήτοι ότι το Δικαστήριο πιστεύει ότι η νομική ρύθμιση δεν είναι ικανοποιητική και ότι το κενό πρέπει να καλυφθεί, δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να προβεί στην κάλυψη αυτού του κενού αλλά της νομοθετικής εξουσίας με βάση τη διάκριση των εξουσιών. Αυτή άλλωστε η διάκριση εξουσιών, ως προκύπτει από το ίδιο το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, εναποθέτει στα Δικαστήρια την ερμηνεία μόνο νομοθετημάτων που ψηφίζονται από την νομοθετική εξουσία.
51. Με βάση τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 8(2) του Νόμου, θεωρώ ότι η δυνατότητα κατοχής και/ή χρήσης τουρκοκυπριακής περιουσίας από νομικό πρόσωπο προϋποθέτει ότι ο έλεγχος ή το εταιρικό κεφάλαιο του νομικού προσώπου ανήκει σε πρόσφυγα ή πρόσφυγες. Τούτο προκύπτει από τη ρητή πρόνοια του εδαφίου (2), σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που ο έλεγχος ή το εταιρικό κεφάλαιο του νομικού προσώπου παύσει να ανήκει σε πρόσφυγες, η κατοχή και/ή χρήση της τουρκοκυπριακής περιουσίας τερματίζεται.
52. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι τα επίδικα ακίνητα, εντός των οποίων λειτουργεί η επιχείρηση της Ενάγουσας 2, είναι τουρκοκυπριακή περιουσία (βλ. σχετικά συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 15.11.11 – Τεκμήριο 4 της Ε/Δ Ενάγοντα 1). Προς τούτο, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, επειδή η Εναγόμενη ως πρόσφυγας, μπορούσε να καταστεί δικαιούχος των επίδικων ακινήτων συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ του Ενάγοντα 1 και της Εναγόμενης όπως, περί το 2017, μεταβιβάσει σε αυτήν μετοχές της Ενάγουσας 2, η οποία με βάση τους όρους της συμφωνίας ημερ. 15.11.11 (βλ. Τεκμήριο 4) μέχρι τότε διαχειριζόταν τα επίδικα ακίνητα, χωρίς η Εναγόμενη να αναλάβει άλλα αυξημένα καθήκοντα για την επιχείρηση, να παίρνει αποφάσεις για αυτήν αλλά και να καταβάλλει οποιοδήποτε αντίτιμο. Περαιτέρω, ως η μαρτυρία, η Εναγόμενη θα καθίστατο δικαιούχος των επίδικων ακινήτων και, παράλληλα, θα συνεργαζόταν με όλες τις αρμόδιες αρχές και θα υπέγραφε κάθε έντυπο που θα απαιτείτο για την ομαλή και νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης της Ενάγουσας 2. Προς τούτο, ως προκύπτει από το αντίγραφο πιστοποιητικού ημερ. 05.07.18 του Έφορου Εταιρειών αναφορικά με τους μετόχους της Ενάγουσας 2 (βλ. Τεκμήριο 15), μεταβιβάστηκαν στην Εναγόμενη 1000 μετοχές της Ενάγουσας 2. Περαιτέρω, ως η προσκομισθείσα μαρτυρία, υποβλήθηκε αίτηση, με την οποία η Εναγόμενη δήλωνε ότι τα επίδικα ακίνητα θα χρησιμοποιούνταν από την Ενάγουσα 2 ως καφεστιατόριο, η οποία εγκρίθηκε από τον Κηδεμόνα και, έκτοτε, η Ενάγουσα 2 καταβάλλει μηναίο ενοίκιο ύψους €520 στον Κηδεμόνα, με εξαίρεση μια περίοδο το έτος 2025, κατά το οποίο η Εναγόμενη κατέβαλε η ίδια το ποσό του ενοικίου. Εντούτοις, δεν προσκομίστηκαν, εκ μέρους των Εναγόντων, οι απόδειξες πληρωμής των ενοικίων από την Ενάγουσα 2 στον Κηδεμόνα. Ούτε προσκομίστηκε η σχετική αίτηση και έγκριση του Κηδεμόνα, που επικαλείται η πλευρά των Εναγόντων, για χρήση των επίδικων ακινήτων από την Ενάγουσα 2, ως καφεστιατόριο. Συνεπώς, παρά του ότι η μαρτυρία αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη, φρονώ ότι δεν έχει επαρκώς ξεκαθαριστεί ότι ο Κηδεμόνας γνωρίζει ότι τα επίδικα ακίνητα θα χρησιμοποιούνταν από τη Ενάγουσα 2 ως καφεστιατόριο.
53. Περαιτέρω, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν προκύπτει ότι η Καθ’ης η Αίτηση ασκεί τον έλεγχο της Ενάγουσας 2. Αντιθέτως, δεν είναι αξιωματούχος της Ενάγουσας 2 (βλ. σχετικά αντίγραφο έρευνας στον Έφορο Εταιρειών ημερ. 31.01.24, αναφορικά με τον διευθυντή και τη γραμματέα της Ενάγουσας 2 – Τεκμήριο 16), ενώ ούτε κατέχει την πλειοψηφία του εταιρικού της κεφαλαίου, αφού, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, διατηρεί 1.000 μετοχές της Ενάγουσας 2 ενώ ο Ενάγοντας 1 κατέχει τις υπόλοιπες 4.000 μετοχές. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το άρθρο 8(2) του Νόμου δεν προσδιορίζει ρητώς κατά πόσο η αναφορά στο εταιρικό κεφάλαιο αφορά οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής ή την πλειοψηφία αυτού. Ερμηνεύοντας, όμως, το εν λόγω άρθρο, υπό το φως του σκοπού του νομοθέτη, θεωρώ ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να απαιτείται ο έλεγχος ή, κατ' ελάχιστον, η πλειοψηφία του εταιρικού κεφαλαίου να ανήκει σε πρόσφυγα ή πρόσφυγες. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα να αρκεί η κατοχή ελάχιστου αριθμού μετοχών από πρόσφυγα, ενώ ο ουσιαστικός έλεγχος και το μεγαλύτερο μέρος του εταιρικού κεφαλαίου θα ανήκαν σε μη πρόσφυγες, γεγονός που θα αντέβαινε στον σκοπό του Νόμου. Υπό τα πιο πάνω δεδομένα, εγείρεται σοβαρό ζήτημα ως προς τη συμβατότητα της χρήσης από την Ενάγουσα 2 των επίδικων ακινήτων, τα οποία, ως αναφέρω ανωτέρω, αποτελούν τουρκοκυπριακή περιουσία, με τις πρόνοιες του άρθρου 8(2) του Νόμου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν θεωρώ ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της συνέχισης της ισχύος του αιτούμενου διατάγματος. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν γέρνει υπέρ των Εναγόντων.
54. Επί τούτου, προσθέτω ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου πως, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, το Υφυπουργείο Τουρισμού εξέδωσε στις 10.03.22 άδεια λειτουργίας της επιχείρησης της Ενάγουσας 2, ως εστιατόριο, στο όνομα της Εναγόμενης με ισχύ μέχρι τις 09.03.25 (βλ. σχετικά Τεκμήριο 22). Εντούτοις, το γεγονός αυτό, αφ' εαυτού, δεν αρκεί για να άρει τον πιο πάνω προβληματισμό. Ειδικότερα, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι ο Κηδεμόνας γνώριζε ή ενέκρινε τη χρήση των επίδικων ακινήτων από την Ενάγουσα 2 υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.
55. Όσον αφορά τη θέση των Εναγόντων ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα διατηρήσει την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων (status quo) μέχρι την πλήρη εκδίκαση της απαίτησης και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα επέλθουν δυσμενείς συνέπειες στην επιχείρηση της Ενάγουσας 2, καθώς και στους εργαζομένους και στους συνεργάτες της, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τους εν λόγω ισχυρισμούς. Εντούτοις, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αρκούν, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ώστε να υπερκεράσουν τον προβληματισμό που ανακύπτει αναφορικά με τη συμβατότητα της χρήσης των επίδικων ακινήτων από την Ενάγουσα 2 με τις πρόνοιες του άρθρου 8(2) του Νόμου. Περαιτέρω, η θέση του Ενάγοντα 1 ότι το αιτούμενο διάταγμα αποβλέπει στην απαγόρευση επανάληψης συμπεριφορών ή ενεργειών στις οποίες η Εναγόμενη δεν δικαιούται να προβαίνει αποτελεί νομικό συμπέρασμα του ιδίου και, εν πάση περιπτώσει, δεν συνάδει με το περιεχόμενο του αιτούμενου διατάγματος, το οποίο είναι προστακτικής φύσεως και όχι απαγορευτικής φύσεως.
56. Επιπρόσθετα, οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα 1 αναφορικά με την πρόθεση της Εναγόμενης, τη μελλοντική της συμπεριφορά και τη φερεγγυότητά της αποτελούν, κατά κύριο λόγο, προσωπικές εκτιμήσεις και συμπεράσματα του ιδίου, τα οποία δεν δύνανται, αφ'εαυτών, να καθορίσουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εξάλλου, η αναφορά του Ενάγοντα 1 ότι η Εναγόμενη «μέχρι πρότινος» λάμβανε χρήματα από τον ίδιο δεν αρκεί, αφ'εαυτής, για να θεμελιώσει συμπέρασμα ως προς τη σημερινή οικονομική της κατάσταση ή τη φερεγγυότητά της. Περαιτέρω, η μόνη συγκεκριμένη αναφορά του Ενάγοντα 1 προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού αφορά τα κατ'ισχυρισμό οφειλόμενα δικηγορικά έξοδα στο πλαίσιο της Απαίτησης υπ' αρ. 54/24, στοιχείο το οποίο, αφ' εαυτού, δεν αρκεί για να καταδείξει έλλειψη φερεγγυότητας της Εναγόμενης.
57. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν προσδιορίζει το έτος για το οποίο ζητείται η υπογραφή της αίτησης προς το Υφυπουργείο Τουρισμού, ούτε περιορίζει την υποχρέωση της Καθ'ης η Αίτηση σε συγκεκριμένη αίτηση ανανέωσης της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης της Ενάγουσας 2. Αντιθέτως, όπως έχει διατυπωθεί, το αιτητικό δύναται να ερμηνευθεί ότι καταλαμβάνει κάθε αίτηση ανανέωσης της άδειας λειτουργίας που, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου του 1985 (29/85), υποβάλλεται με το έντυπο που επισυνάπτεται ως Παράρτημα Ι στην επίδικη αίτηση, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό κρίση απαίτησης, ανεξαρτήτως των πραγματικών ή νομικών δεδομένων που θα ισχύουν κατά τον χρόνο εκείνο. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το άρθρο 6 (4) της προαναφερθείσας νομοθεσίας, το οποίο προβλέπει ότι η άδεια λειτουργίας εκπνέει κάθε τρία έτη από την ημερομηνία έκδοσης της και δύναται να ανανεώνεται με την καταβολή του σχετικού τέλους. Υπό τις περιστάσεις, η διατύπωση του αιτούμενου διατάγματος, κατά την κρίση μου, προσδίδει σε αυτό ευρύ και απροσδιόριστο χρονικό πεδίο εφαρμογής, το οποίο δεν συνάδει με τη φύση ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος, η έκδοση του οποίου προϋποθέτει σαφή και συγκεκριμένα καθορισμένη υποχρέωση. Επί τούτου, δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να περιορίσει ή να αναδιατυπώσει το εύρος της αιτούμενης θεραπείας, ώστε αυτή να αφορά συγκεκριμένη αίτηση ή συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όταν τέτοιος περιορισμός δεν περιλαμβάνεται στο ίδιο το αιτητικό, αφού το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της θεραπείας όπως αυτή ζητείται και όχι όπως ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε διατυπωθεί.
58. Επιπρόσθετα, η υποχρέωση που επιβάλλεται στο αιτούμενο διάταγμα διατυπώνεται κατά τρόπο γενικό, αφού περιορίζεται στην υποχρέωση της Καθ'ης η Αίτηση να υπογράψει το έντυπο που επισυνάπτεται ως Παράρτημα Ι στην επίδικη αίτηση, χωρίς να καθορίζει με απαιτούμενη σαφήνεια τις περαιτέρω ενέργειες στις οποίες υποχρεούται να προβεί η Καθ'ης η Αίτηση προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της ανανέωσης της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης της Ενάγουσας 2.
59. Υπό τις περιστάσεις αυτές, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την αοριστία του αιτούμενου διατάγματος ως προς το χρονικό πεδίο εφαρμογής του όσο και ως προς το περιεχόμενο της υποχρέωσης που επιδιώκεται να επιβληθεί στην Καθ' ης η Αίτηση, θεωρώ ότι το αιτητικό δεν είναι διατυπωμένο με την απαιτούμενη σαφήνεια για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πιο πάνω αοριστία αποτελεί πρόσθετο λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο δεν κρίνει δίκαιο και πρόσφορο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσής του.
Κατάληξη
60. Για λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Το προσωρινό διάταγμα ημερ. 21.01.26 ακυρώνεται.
Τα έξοδα
61. Όσον αφορά τα έξοδα, ο γενικός κανόνας, σύμφωνα με τον Κ.39.2 (1) των Κ.Π.Δ. 2023, είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα τού επιτυχόντα διαδίκου και ότι τέτοια διαταγή ή διαταγές θα εκδίδονται ή πρέπει να εκδίδονται σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται κατά την πορεία της δικαστικής διαδικασίας.
62. Βεβαίως, σύμφωνα με τον Κ.39.1(1)(α) των Κ.Π.Δ. 2023 αναφορικά με οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα μεταξύ διαδίκων, η πρωταρχική αρχή είναι ότι, τηρουμένου του πρωταρχικού σκοπού, αυτή εμπίπτεί στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και οποιαδήποτε ειδική ή γενική διάταξη οποιουδήποτε κανονισμού υπόκειται σε αυτή την πρωταρχική αρχή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Κ.39.13 (1) (α) των Κ.Π.Δ. 2023, το Δικαστήριο, κατά την ακρόαση οποιασδήποτε αιτίας ή θέματος ή σε οποιαδήποτε αίτηση ή διαδικασία σε οποιαδήποτε αιτία ή θέμα, εντός δικαστηρίου ή σε γραφείο δικαστή και είτε υπάρχει ένσταση σε αυτό είτε όχι, δύναται να μην επιτρέψει έξοδα οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας ή μέρους αυτής, λαμβάνοντας υπόψη τους παράγοντες που προβλέπονται στον K.39.2 των Κ.Π.Δ. 2023.
63. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, επαναλαμβάνω ότι η Καθ’ης η Αίτηση ουδέποτε καταχώρισε ένσταση στην επίδικη αίτηση. Περαιτέρω, από το ιστορικό της επίδικης αίτησης, όπως προκύπτει από τον ηλεκτρονικό φάκελο, διαπιστώνεται ότι σε αριθμό δικασίμων δεν επιδικάστηκαν έξοδα, ενώ σε άλλες επιδικαστήκαν έξοδα στην πορεία ή έξοδα στην πορεία αλλά όχι εναντίον των Αιτητών, ενόψει των δηλώσεων των μερών ότι γινόταν προσπάθειες διευθέτησης της απαίτησης, οι οποίες τελικώς δεν ευδοκίμησαν. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι κατά την ακρόαση της επίδικης αίτησης η Καθ’ης η Αίτηση εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, Υπό το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως έκαστη πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της αναφορικά με την επίδικη αίτηση.
(Υπ.)……………………...
Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Εφόσον η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε πριν την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 28.01.26 των Εναγόντων.
[2] Βλ. Σύγγραμμα «Ερμηνεία στο Κυπριακό Δίκαιο», Π. Πολυβίου, σελ. 13.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο