Στέλλα Καμμίτση, προσωπικά και υπό την ιδιότητά της ως διευθύντρια της εταιρείας BLUECARBON HOLDINGS (EUROPE) LIMITED ν. Jonathan Daniel Dimitry, προσωπικά και υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της εταιρείας BLUECARBON HOLDINGS (EUROPE) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1990/21, 14/8/2026
print
Τίτλος:
Στέλλα Καμμίτση, προσωπικά και υπό την ιδιότητά της ως διευθύντρια της εταιρείας BLUECARBON HOLDINGS (EUROPE) LIMITED ν. Jonathan Daniel Dimitry, προσωπικά και υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της εταιρείας BLUECARBON HOLDINGS (EUROPE) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1990/21, 14/8/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ.             

 

       Αρ. Αγωγής: 1990/21

 

 

 

Μεταξύ

 

 

Στέλλα Καμμίτση, προσωπικά και υπό την ιδιότητά της ως διευθύντρια της εταιρείας BLUECARBON HOLDINGS (EUROPE) LIMITED

                                                               

                                               και  

               

    1.Jonathan Daniel Dimitry, προσωπικά και υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της εταιρείας BLUECARBON HOLDINGS (EUROPE) LIMITED και Άλλοι

 

 

 

Ημερομηνία: 14.8.26

Εμφανίσεις:

Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Δ. Χριστοδούλου για κκ Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ

Για τον Εναγόμενο 1/Καθ’ ου η αίτηση: κα Χρ. Χριστοφόρου για κκ Χρ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ  

 

      --------------------------------------

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 22.12.22 ζητείται, μεταξύ άλλων, η τιμωρία του Εναγόμενου 1/Καθ’ ου η αίτηση με αφορμή ισχυριζόμενη από μέρους της Ενάγουσας/Αιτήτριας παρακοή δικαστικού διατάγματος από μέρους του Καθ’ ου η αίτηση. 

Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 29, 41, 42, 44 και 49 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, στην Δ.39, Δ.40, Δ.42Α, θθ.1-13, Δ.48, θθ.1-13 και Δ.64 των παλαιών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 162 του Συντάγματος και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.  Υποστηρίζεται δε από ένορκο δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας η οποία στις 2.6.21 διορίσθηκε δεόντως Διευθύντρια της Εναγόμενης 6 εταιρείας η οποία έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Λεμεσό, από τώρα και στο εξής «η εταιρεία». 

 

Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ’ ου η αίτηση εκ μέρους του οποίου καταχωρήθηκε Ειδοποίηση ένστασης.  Η ένσταση δεν υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση.  Στο σώμα της ένστασης εκτίθενται οι λόγοι ένστασης. 

 

Με την αγωγή αξιώνονται, μεταξύ άλλων, αναγνωριστικές δηλώσεις, απαγορευτικά διατάγματα και αποζημιώσεις αναφορικά με αποφάσεις και ενέργειες του Καθ’ ου η αίτηση σε σχέση με την εταιρεία που λήφθηκαν και έγιναν από τον Καθ’ ου η αίτηση μονομερώς και χωρίς απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας και κατά παράβαση του καταστατικού της.  Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση είναι σε συντομία τα εξής. 

 

Στις 6.12.21 και δυνάμει αίτησης ημερομηνίας 26.11.21 εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσης αγωγής προσωρινό διάταγμα, από τώρα και στο εξής «το διάταγμα», με το οποίο απαγορεύτηκε στον Καθ’ ου η αίτηση:

 

«να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια ή/και λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση 6, μονομερώς ή/και κατά παράβαση του καταστατικού εγγράφου της Καθ’ ης η αίτηση 6 ή/και χωρίς δεόντως εγκεκριμένη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Καθ’ ης η αίτηση 6 ή/και χωρίς την σύμφωνη γνώμη ή/και έγκριση της Αιτήτριας, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης ή/και της παρούσης αγωγής και την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς ή/και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου».      

Στις 7.1.22 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο δόθηκε σε σχέση με τον Καθ’ ου η αίτηση άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων, της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, της αίτησης ημερομηνίας 26.11.21 και του διατάγματος.  Η επίδοση των πιο πάνω εγγράφων έγινε στις 10.3.22 σύμφωνα με την Σύμβαση της Χάγης στο εξωτερικό όπου διαμένει ο Καθ’ ου η αίτηση και σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.1.22.  Απόδειξη ότι ο Καθ’ ου η αίτηση έλαβε γνώση των πιο πάνω αναφερόμενων εγγράφων είναι ότι στις 19.5.22 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης υπό όρους εκ μέρους του. 

 

Η εταιρεία Altruco Secretarial Ltd κατείχε την θέση του γραμματέα της εταιρείας μέχρι και τις 30.6.21, ημερομηνία κατά την οποία παραιτήθηκε.  Έκτοτε η εταιρεία παραμένει χωρίς γραμματέα.  Στις 26.8.22 ο Έφορος Εταιρειών εξέδωσε 3μηνη ειδοποίηση για διαγραφή της εταιρείας πιθανότατα λόγω της καθυστέρησης διορισμού γραμματέα.  Στις 18.11.22 περιήλθε εις γνώση της Αιτήτριας ότι στις 14.11.22 υποβλήθηκε ένσταση στην 3μηνη ειδοποίηση για διαγραφή της εταιρείας.  Την ίδια μέρα η Αιτήτρια απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Καθ’ ου η αίτηση ζητώντας του να επιβεβαιώσει αν υπέβαλε ένσταση.  Ανταποκρίθηκε ο δικηγόρος του ο οποίος στις 29.11.22 απέστειλε στην Αιτήτρια την επιστολή της ένστασης ημερομηνίας 18.10.22 – Τεκμήριο 8 - η οποία υποβλήθηκε στον Έφορο Εταιρειών μονομερώς από τον Καθ’ ου η αίτηση εκ μέρους της εταιρείας.  Η εν λόγω ένσταση υπογράφεται από τον Καθ’ ου η αίτηση υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της εταιρείας.  Ενεργώντας ως ανωτέρω ο Καθ’ ου η αίτηση ενήργησε για ακόμα μια φορά μονομερώς, χωρίς απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και χωρίς την σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας.  Στην προκειμένη περίπτωση ξεκάθαρα κατά παράβαση του διατάγματος.  Ο Καθ’ ου η αίτηση εκ προθέσεως δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα.  Οπότε είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.    

 

Στην υπόθεση Police v. Georghios Kyriakides (1988) 2 CLR 172 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε σε νομικό ερώτημα που υποβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο ότι η επίδοση διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου που ήταν παρών κατά την έκδοση του δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απείθειας κατά νόμιμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα.  Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο τίποτα τέτοιο δεν υπαγορεύεται είτε στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, είτε στους δυνάμει του πιο πάνω Νόμου εκδιδόμενους Κανονισμούς σε αντίθεση με ανυπακοή διαταγμάτων που εκδίδονται σε αστικές υποθέσεις όπου και σύμφωνα με την Διαταγή 42(Α), θ.2 των παλαιών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας τέτοια διατάγματα πρέπει να έχουν την δέουσα οπισθογράφηση και να επιδίδονται στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται.      

 

Στην πολιτική υπόθεση Διαμάντω Χριστοδούλου ν. Πανίκου Χριστοδούλου (2003) 1 ΑΑΔ 1085 μετά την ρήξη του γάμου των διαδίκων το Οικογενειακό Δικαστήριο με απόφασή του απέδωσε στον πατέρα/εφεσίβλητο την φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου τους.  Η γονική μέριμνα θα ασκείτο από αμφότερους τους γονείς.  Ύστερα από το πιο πάνω διάταγμα το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε και δεύτερο διάταγμα ρυθμιστικό της επικοινωνίας μεταξύ μητέρας/εφεσείουσας και τέκνου, μερικές των προνοιών του οποίου τροποποιήθηκαν, κοινή συναινέσει, με τρίτο διάταγμα.  Με αίτησή του ο εφεσίβλητος ζήτησε την φυλάκιση της εφεσείουσας για παρακοή του δεύτερου διατάγματος.  Το αίτημα θεμελιώθηκε (α) στις πρόνοιες του άρθρου 42 του Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, (β) σε σειρά διατάξεων των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας περιλαμβανομένης και της 42Α και (γ) στην ένορκη ομολογία του εφεσίβλητου.  Η εφεσείουσα ενέστη στο αίτημα αρνούμενη παρακοή του διατάγματος.  Το Δικαστήριο έκρινε την εφεσείουσα ένοχη παρακοής και την καταδίκασε σε ένα μήνα φυλάκιση.  Η εφεσείουσα προσέβαλε τόσο την καταδίκη όσο και την ποινή που της επιβλήθηκε.  Ένας εκ των λόγων έφεσης που πρόβαλε προς υποστήριξη της έφεσής της ήταν εφόσον γινόταν δεκτός άμεσα καταλυτικός της καταδίκης.  Αυτός αφορούσε στην μη επίδοση συνταγμένου διατάγματος δεόντως οπισθογραφημένου, η κατ’ ισχυρισμό παρακοή του οποίου συνιστούσε το αντικείμενο της αίτησης.       

 

Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από τις σελίδες 1089–1090 της απόφασης στην πιο πάνω υπόθεση:

 

«Στην Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 CLR 287, διασαφηνίσθηκε και σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων βεβαιώθηκε ότι η επίδοση συντεταγμένου διατάγματος δικαστηρίου, οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του, αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για παρακοή του υπό κρίση διατάγματος του Δικαστηρίου

 

Η διαδικασία για την διαπίστωση της ευθύνης ατόμου για παρακοή διατάγματος δικαστηρίου είναι ιδιόμορφη.  Ενώ η διαδικασία εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης.  Αυτό επιβάλλεται από τις συνέπειες που συνεπάγεται η καταδίκη του καθ’ ου η αίτηση που ταυτίζονται με τις κυρώσεις ποινικού δικαστηρίου.  

 

Στην Krashias Shoe Factory v. Adidas (1989) 1 ΑΑΔ 750 εξηγείται ότι το Άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, παρέχει δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας να τιμωρεί, κατ’ ανάλογο τρόπο προς το ποινικό δικαστήριο, τους καταφρονούντες τα διατάγματά του.  Διασαφηνίσθηκε, επίσης, ότι η άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής διέπεται από τις διατάξεις της Δ.42Α των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, η οποία:

 

“… καθιστά την προσωπική επίδοση τόσο του οπισθογραφημένου διατάγματος όσο και της αίτησης, απαρέγκλιτο όρο για την καταδίκη προσώπου για την παρακοή διατάγματος”.         

 

Ανάλογη υπήρξε η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά (1993) 1 ΑΑΔ 309, σε διαδικασία καταφρόνησης διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου.  (Βλ., επίσης, Photiou v. HadjiForados (1988) 1 CLR 384, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 4) (1993) 1 ΑΑΔ 961, Μαύρος ν. Στυλιανού κ.α. (1998) 1 ΑΑΔ 2389).    

 

Η επίδοση οπισθογραφημένου διατάγματος του δικαστηρίου αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για την παρακοή διατάγματος του δικαστηρίου.  Η απόδειξη του γεγονότος αυτού βαρύνει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, τον κατήγορο.  Υποθέσεις για την ύπαρξη γεγονότων, που συνθέτουν την κατηγορία, δε χωρούν – Λοϊζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363, 365

 

Στην προκείμενη περίπτωση, δεν προσάχθηκε μαρτυρία για την επίδοση του οπισθογραφημένου διατάγματος της διαταγής της 19ης Οκτωβρίου, 1994, ούτε προβλήθηκε ισχυρισμός στην ένορκη ομολογία, στην οποία βασίζεται η αίτηση, ότι έγινε τέτοια επίδοση, γεγονός, το οποίο όχι μόνο καταρρίπτει την καταδίκη αλλά και το βάθρο της αίτησης.  Η Δ.42Α, θ.3(2), προβλέπει τη θεμελίωση της αίτησης με ένορκη ομολογία, στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν».    

 

Υπό το φως των πιο πάνω η έφεση επιτράπηκε και η πρωτόδικη απόφαση καθώς και η ποινή παραμερίσθηκαν.

 

Επομένως για να στοιχειοθετηθεί παρακοή πρέπει απαραίτητα να επιδοθεί στον καθ’ ου η αίτηση το συνταγμένο διάταγμα οπισθογραφημένο με την γνωστή προειδοποίηση, την λεγόμενη «οπισθογράφηση», ώστε ο καθ’ ου η αίτηση, αφενός, να ενημερωθεί για την ύπαρξη του, αφετέρου, να προειδοποιηθεί για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του.  Στην απουσία μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι ο καθ’ ου η αίτηση ενήργησε με γνώση του διατάγματος δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία της παρακοής και δη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος που είναι το ηθελημένο της παρακοής ή η πρόθεση ανυπακοής. 

 

Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο ένστασης ο οποίος άπτεται της επίδοσης το διάταγμα και η μαρτυρική κλήση δεν επιδόθηκαν στον Καθ’ ου η αίτηση.  Ωστόσο διασαφηνίζεται μέσα από την γραπτή αγόρευση της δικηγόρου του Καθ’ ου η αίτηση ότι εν τέλει το παράπονο του Καθ’ ου η αίτηση δεν είναι ότι τα πιο πάνω έγγραφα δεν επιδόθηκαν σε αυτόν αλλά ότι δεν επιδόθηκαν σε αυτόν προσωπικά.  Μα δεν θα μπορούσαν να επιδοθούν προσωπικά αφού ο Καθ’ ου η αίτηση βρίσκεται στο εξωτερικό.  Η Διαταγή 42Α των παλαιών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί για προσωπική επίδοση του διατάγματος εκτός αν διαταχθεί διαφορετικά από το Δικαστήριο (unless otherwise directed by the Court or a Judge).  Στην προκειμένη περίπτωση εκδόθηκε διάταγμα υποκατάστασης επίδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 7.1.22 οπότε και το διάταγμα επιδόθηκε σύμφωνα με το προειρημένο διάταγμα ημερομηνίας 7.1.22 μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Αρμόδιας Υπηρεσίας Διαβίβασης της χώρας όπου επρόκειτο να γίνει η επίδοση.  Ακολουθεί ότι ο πρώτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί.            

 

Η Αιτήτρια διατείνεται ότι το διάταγμα επιδόθηκε στον Καθ’ ου η αίτηση τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Αγγλικά και τα Γαλλικά σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 7.1.22.  Οι μεταφράσεις, όμως, αυτές δεν παρουσιάσθηκαν στα πλαίσια της αίτησης και ουδέποτε καταχωρήθηκαν σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση στον φάκελο του Δικαστηρίου.  Δεν μου διαφεύγει ότι η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση δεν αρνείται τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρωτίστως γιατί η ένσταση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία.  Όμως η Αιτήτρια ενώ αναφέρει ότι οι δικηγόροι της έδωσαν οδηγίες σε ορκωτούς μεταφραστές να προβούν σε μεταφράσεις για σκοπούς επίδοσης δεν υποστηρίζει ότι είναι όντως αυτές οι μεταφράσεις που δόθηκαν για επίδοση και που εν τέλει επιδόθηκαν στον Καθ’ ου η αίτηση.  Ό,τι αναφέρει στην παράγραφο 12 της ένορκής της δήλωσης είναι ότι αποστάλθηκαν για επίδοση στον Καθ’ ου η αίτηση τα «έγγραφα που αναφέρονται στο Διάταγμα Επίδοσης», προφανώς εννοείται το διάταγμα ημερομηνίας 7.1.22.  Η τελευταία αυτή δήλωση δεν υποδηλοί ότι αποστάλθηκαν για επίδοση στον Καθ’ ου η αίτηση μεταφράσεις του διατάγματος στις δυο ξένες γλώσσες από ορκωτούς μεταφραστές όπως ο όρος αυτός απαντά στον Περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτών Μεταφραστών Νόμο, Ν.45(Ι)/19, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος».  Μπορεί η πλευρά της Αιτήτριας να αποτάθηκε σε ορκωτούς μεταφραστές, ως η Αιτήτρια ισχυρίζεται στην παράγραφο 10 της ένορκης της δήλωσης, δεν υπάρχει, όμως, στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση θετικός ισχυρισμός ότι οι ορκωτοί αυτοί μεταφραστές όντως προέβηκαν στις μεταφράσεις και ότι οι μεταφράσεις που εν τέλει επιδόθηκαν στον Καθ’ ου η αίτηση είναι μεταφράσεις από ορκωτούς μεταφραστές.  Άρα η μη αμφισβήτηση από την πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση των ισχυρισμών της παραγράφου 12 δεν σημαίνει ότι η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση δέχεται ότι επιδόθηκαν στον Καθ’ ου η αίτηση μεταφράσεις του διατάγματος στα Αγγλικά και Γαλλικά από ορκωτό μεταφραστή, όπως προνοεί ο Νόμος, και οι οποίες φέρουν την ενδεικνυόμενη υπό του Νόμου για πιστοποιημένες μεταφράσεις σφραγίδα η οποία δίδεται στον ορκωτό μεταφραστή μετά την πράξη ορκωμοσίας ή διαβεβαίωσης του σύμφωνα με τον Νόμο 45(Ι)/19.  Ακολουθεί ότι η θέση που διατυπώνεται στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας ότι το γεγονός ότι η ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση σημαίνει παραδοχή των όσων αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση φρονώ πως ως προς αυτό το σημείο δεν ισχύει.    

 

Φρονώ πως η πλευρά της Αιτήτριας όφειλε να παρουσιάσει πιστοποιημένες μεταφράσεις του διατάγματος από ορκωτούς μεταφραστές ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί για την ποιότητα και αξιοπιστία των μεταφράσεων αυτών.  Μετάφραση από ορκωτό μεταφραστή διασφαλίζει το αξιόπιστο της μετάφρασης καθότι ο ορκωτός μεταφραστής είναι σύμφωνα με τον Νόμο πολύ καλός γνώστης της Ελληνικής γλώσσας καθώς και κάτοχος αναγνωρισμένου πτυχίου στην γλώσσα που μεταφράζει.  Το Δικαστήριο έχει καθήκον να ικανοποιηθεί ότι ο Καθ’ ου η αίτηση αντιλήφθηκε σε γλώσσα καταληπτή στον ίδιο τόσο το περιεχόμενο του διατάγματος όσο και τις συνέπειες από την παρακοή μέσω της οπισθογράφησης.  Και αυτό γιατί η επίδοση οπισθογραφημένου διατάγματος του δικαστηρίου αποτελεί προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση κατηγορίας για την παρακοή δικαστικού διατάγματος σε πολιτική διαδικασία.  Αφ’ ης στιγμής δεν παρουσιάσθηκαν μεταφράσεις από ορκωτό μεταφραστή – στην πραγματικότητα δεν παρουσιάσθηκαν καθόλου μεταφράσεις - το Δικαστήριο δεν μπορεί να ικανοποιηθεί ότι επιδόθηκαν στον Καθ’ ου η αίτηση αξιόπιστες μεταφράσεις και, κατ’ επέκταση, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί ότι ο Καθ’ ου η αίτηση αντιλήφθηκε αυτά που έπρεπε να αντιληφθεί και δη το περιεχόμενο του διατάγματος και τις συνέπειες της παρακοής και, μάλιστα, σε γλώσσα καταληπτή στον ίδιο.  Μεταφράσεις από τον οποιονδήποτε μπορεί να πάσχουν για διάφορους λόγους και να μην είναι αξιόπιστες.  Είτε γιατί ο μεταφραστής δεν αντιλαμβάνεται ικανοποιητικά την γλώσσα του κειμένου το οποίο καλείται να μεταφράσει, στην προκειμένη περίπτωση τα Ελληνικά, είτε την γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες καλείται να μεταφράσει, στην προκειμένη περίπτωση, τα Αγγλικά και τα Γαλλικά.     

 

Η παράλειψη παρουσίασης μεταφράσεων του διατάγματος στα Αγγλικά και Γαλλικά όπως προνοούσε το διάταγμα ημερομηνίας 7.1.22 από ορκωτό ή ορκωτούς μεταφραστές φρονώ πως είναι καταλυτική.  Ενόψει τούτου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο Καθ’ ου η αίτηση έλαβε ακριβή γνώση του περιεχομένου του διατάγματος καθώς και των συνεπειών της παρακοής σε γλώσσα κατανοητή στον ίδιο. 

 

Η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης.  Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου 1/Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής.  

 

                                                                                (Υπ.) ….…………………………

                                                                                             Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                         

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο