ΝΙΚΟΛΑΣ ΤΣΑΓΓΑΡΑΣ ν. ΡΑΦΑΗΛ ΣΤΑΥΡΟΥ, Αγωγή αρ. 2128/16, 22/9/2026
print
Τίτλος:
ΝΙΚΟΛΑΣ ΤΣΑΓΓΑΡΑΣ ν. ΡΑΦΑΗΛ ΣΤΑΥΡΟΥ, Αγωγή αρ. 2128/16, 22/9/2026

 

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Μ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ.

Αγωγή αρ. 2128/16

 

Μεταξύ:

 

 

ΝΙΚΟΛΑΣ ΤΣΑΓΓΑΡΑΣ

Ενάγοντα

και

 

ΡΑΦΑΗΛ ΣΤΑΥΡΟΥ

Εναγομένου

 

22.9.2026

 

Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Αδάμου για Στέλιο Αλβάνη

Για τον Εναγόμενο: Η κα. Μ. Καλαϊντζάκη για Τάσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

  ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ

 

Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, που κατ’ ισχυρισμόν υπέστη, συνεπεία της εμπλοκής του σε τροχαίο δυστύχημα.

 

Το εν λόγω τροχαίο δυστύχημα έλαβε χώρα την 12.8.13 στο δρόμο Λεμεσού-Πλατρών. 

 

Εμπλεκόμενοι σε αυτό ήταν ο Ενάγοντας, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το ποδήλατο του και το οποίο συγκρούστηκε με όχημα, το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος. 

 

Ο Εναγόμενος ήγειρε, μέσω της τροποποιημένης υπεράσπισης του, προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενος ότι αφενός η έγερση της παρούσας αγωγής συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, αφετέρου ότι παραβιάζει το δόγμα του δεδικασμένου.  Συνεπακόλουθα, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο γιατί για τα ίδια επίδικα ζητήματα που αφορούν την παρούσα αγωγή, εκδόθηκε απόφαση άλλου δικαστηρίου στην προγενέστερη αγωγή υπ’ αριθμόν 1473/14 («η πρώτη αγωγή»). 

 

Ακολούθως, ο Εναγόμενος, στις 18.12.25, καταχώρισε αίτηση όπως τα πιο πάνω προδικαστικά νομικά σημεία δικαστούν προδικαστικά.  Ο Ενάγοντας δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση και ως εκ τούτου το δικαστήριο εξέδωσε (αφού πληρούντο όλες οι προϋποθέσεις) ανάλογο διάταγμα.   

 

Με σκοπό την εκδίκαση της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, δηλώθηκαν εκ συμφώνου και από τις δύο πλευρές τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα:

 

«1. Στις 04.09.2014 ο Εναγόμενος στην παρούσα Αγωγή, Ραφαήλ Σταύρου, καταχώρησε Έκθεση Απαίτησης στην Αγωγή αρ. 1473/2014. Αντίγραφο της υπό αναφορά Έκθεσης Απαίτησης της Αγωγής αρ. 1473/2014 επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α.

2.    Στις 03.12.2014 ο Ενάγων στην παρούσα Αγωγή, Νικόλας Τσαγγαράς, καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης στην Αγωγή αρ. 1473/2014. Αντίγραφο της υπό αναφορά Έκθεσης Υπεράσπισης της Αγωγής αρ. 1473/2014 επισυνάπτεται ως Παράρτημα Β.

3.    Στις 09.12.2014 ο Εναγόμενος στην παρούσα Αγωγή, Ραφαήλ Σταύρου, καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Αγωγή αρ. 1473/2014. Αντίγραφο της υπό αναφορά Απάντησης στην Υπεράσπιση της Αγωγής αρ. 1473/2014 επισυνάπτεται ως Παράρτημα Γ.

4.    Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις 11.10.2024 εκδόθηκε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού επί της Αγωγής αρ. 1473/2014, στην οποία όσον αφορά την ευθύνη για το ατύχημα κρίθηκε ότι ο Εναγόμενος στην Αγωγή αρ. 1473/2014, Νικόλας Τσαγγαράς, ήταν αμελής και φέρει ολόκληρη την ευθύνη για το δυστύχημα και δεν καταλογίζεται οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα Ραφαήλ Σταύρου. Αντίγραφο της υπό αναφορά Απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού επί της Αγωγής αρ. 1473/2014 επισυνάπτεται ως Παράρτημα Δ.

5.    Στις 21.11.2024 ο Εναγόμενος στην Αγωγή αρ. 1473/2014, Νικόλας Τσαγγαράς, καταχώρησε Έφεση μέσω Ειδοποίησης Εφεσείοντα (Έντυπο ΕΕ63) επί της εκδοθείσας Απόφασης ημερομηνίας 11.10.2024 στην Αγωγή αρ. 1473/2014. Αντίγραφο της Ειδοποίησης Εφεσείοντα με συνημμένους Λόγους Έφεσης και αντίγραφο της εκδοθείσας απόφασης που αποτελεί αντικείμενο της Έφεσης επισυνάπτεται ως Παράρτημα Ε.

6.    Περαιτέρω, αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός ότι, ο Ενάγων στην Αγωγή αρ. 1473/2014 είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Εναγόμενο στην παρούσα Αγωγή και ότι, ο Εναγόμενος στην Αγωγή αρ. 1473/2014 είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Ενάγοντα στην παρούσα Αγωγή, καθώς και το ότι, το επίδικο τροχαίο ατύχημα στην Αγωγή αρ. 1473/2014 αποτελεί το ίδιο επίδικο τροχαίο ατύχημα στην παρούσα Αγωγή αρ. 2128/2016.»

 

Oι συνήγοροι των διαδίκων, στη βάση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους και παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Είναι σε γενικές γραμμές η θέση του Εναγομένου ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική αλλά και ότι τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα του δεδικασμένου με αποτέλεσμα το δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να απορρίψει αυτήν. Ο πυρήνας της όλης επιχειρηματολογίας της συνηγόρου για τον Εναγόμενο εδράζεται στο γεγονός ότι για το ίδιο επίδικο τροχαίο δυστύχημα, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, έχει εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου στις 11.10.2024, στα πλαίσια της πρώτης αγωγής.  Στην πρώτη αγωγή Ενάγοντας ήταν ο εδώ ο Εναγόμενος της παρούσας αγωγής και Εναγόμενος ήταν εδώ ο Ενάγοντας της παρούσας.  Συνεπακόλουθα, ήταν πάντοτε η θέση της, ότι στην παρούσα αγωγή, η οποία έχει ως νομική βάση το αστικό αδίκημα της αμέλειας, στην οποία αποτελεί, μεταξύ άλλων, επίδικο ζήτημα ως προς το πρόσωπο που έφερε την ευθύνη για την πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος, αυτό αποφασίστηκε ήδη στα πλαίσια της πρώτης αγωγής. Σε αυτήν δε κρίθηκε ότι ο εδώ Ενάγοντας της παρούσας αγωγής έφερε την αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Ήταν η θέση της, περαιτέρω, ότι ο Ενάγοντας της παρούσας αγωγής όφειλε να είχε καταχωρίσει την ανταπαίτηση του στην πρώτη αγωγή ως προς τις δικές του αξιώσεις, που όμως για δικούς του λόγους δεν το έπραξε και αντίθετα καταχώρισε την παρούσα διασταυρούμενη αγωγή (cross action).  Ενόψει των πιο πάνω συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ούτως ώστε να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση το κώλυμα του δεδικασμένου αλλά ότι η  έγερση της παρούσας αγωγής είναι καταχρηστική.

 

Από την άλλη, ο Ενάγοντας προβάλλει τη θέση ότι η προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο γιατί στα πλαίσια της Υπεράσπισης του που καταχώρισε στην πρώτη αγωγή, ο ίδιος επεφύλαξε το δικαίωμα του για την καταχώριση νέας αγωγής εναντίον του εδώ Εναγόμενου.  Το έπραξε δε με την καταχώριση της παρούσας. Επιπρόσθετα, προβάλλει τη θέση ότι η έκδοση   της απόφασης του Δικαστηρίου στα πλαίσια της πρώτης αγωγής δεν αποτελεί τελεσίδικη απόφαση εφόσον έναντι αυτής καταχώρισε σχετική έφεση, το αποτέλεσμα της οποίας ακόμα εκκρεμεί. Ως εκ τούτου, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το δόγμα του δεδικασμένου.

 

Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς.

 

Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν Χαραλάμπους (2008) 1 Α.Α.Δ. 1298) λέχθηκε ότι:

 

«Από την αρχή του 12ου αιώνα οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θεωρούνταν δεσμευτικές και δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν.  Όπως έχει καθοριστεί ο κανόνας, που είναι το αποτέλεσμα της έκδοσης μιας απόφασης από ένα Δικαστήριο,

 

"Estoppel of record or quasi of record arises where an issue of fact has been judicially determined in a final manner between the parties by a tribunal having jurisdiction, concurrent or exclusive, in the matter, and the same issue comes directly in question in subsequent proceedings between the same parties."

 

Σε μετάφραση,

 

"Αποκλεισμός από δεδικασμένο ή από ημιδεδικασμένο εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται άμεσα σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων". (Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 15, παρ. 336)

 

Η ανάγκη εφαρμογής του κανόνα επεξηγήθηκε στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 309, όπου τονίστηκε ότι,

 

"Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα."

 

Ο Κανόνας βασίζεται σε δύο αρχές:

 

 (i)   Ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest rei publicae ut sit finis litium)  και

 

(ii)   Κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα (Nemo debet bis vexavi pro eadem causa).

 

Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι,

 

(i)  Η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη,

 

(ii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και

 

(iii)      Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων.

 

Από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί φαίνεται ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα του δεδικασμένου αφού η απόφαση στην αγωγή 11026/1997 έχει καταστεί τελεσίδικη και οι διάδικοι και στις δύο αγωγές είναι οι ίδιοι. Η τρίτη προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα επιβάλλει την ταύτιση των επίδικων θεμάτων, που εξυπακούει ότι το επίδικο θέμα στη β΄ διαδικασία θα πρέπει να είναι το ίδιο με εκείνο που εξετάστηκε στην α΄ διαδικασία. Είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι η α΄ αγωγή βασίστηκε στο αδίκημα της απάτης και η β΄ αγωγή στο αδίκημα της αμέλειας και το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η εφεσείουσα θα έπρεπε να συμπεριλάβει στην α΄ αγωγή μαζί με το αδίκημα της απάτης και το αδίκημα της αμέλειας.

 

Για να αποφευχθεί η καταχώριση πολλών αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπι λογικής έρευνας στα δικόγραφα, εκτός από εκείνες πάνω στις οποίες βασίζει την αγωγή του.  Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία.  Το αποτέλεσμα είναι ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης. Στην υπόθεση L.E. Walwin and Partners Ltd. v. West Sussex County Council [1975] 3 All E.R. 604, η ενάγουσα εταιρεία διεκδικούσε το δικαίωμα να ελέγχει την τροχαία κίνηση σε ένα δρόμο που οδηγούσε σε μια οικιστική περιοχή της εταιρείας.  Πριν από μερικά χρόνια, όταν η νομική θέση του δρόμου εξεταζόταν από ένα άλλο Δικαστήριο μεταξύ των προκατόχων του τίτλου της ενάγουσας εταιρείας και των εναγομένων, το θέμα του ελέγχου της τροχαίας κίνησης δεν ηγέρθη, αν και μπορούσε να προβληθεί και να εξεταστεί.  Το Δικαστήριο βρήκε ότι η παράλειψη των προκατόχων της ενάγουσας εταιρείας να προβάλουν την απαίτηση στην προηγούμενη αγωγή συνιστούσε δεδικασμένο θέμα και απέρριψε την αγωγή.

 

Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (βλ. επίσης Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144), αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει.

 

Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε στην υπόθεση Κλεόπα ν. Αντωνίου (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 58, στην οποία η εφεσείουσα αρχικά καταχώρισε αγωγή για αποζημιώσεις για τις ζημιές που είχε υποστεί το όχημα της σε τροχαίο ατύχημα.  Μετά την έκδοση απόφασης για £1.900, καταχώρισε νέα αγωγή εναντίον του ίδιου εφεσίβλητου ζητώντας αποζημιώσεις για τα τραύματα που είχε υποστεί.  Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στις αποφάσεις Arnold v. Natwest Bank Plc [1991] 2 AC 93 και στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670, αποφάνθηκε ότι η έγερση της νέας αγωγής που είχε τους ίδιους διαδίκους και ταυτόσημη βάση αγωγής με την προηγούμενη, προσέκρουε στον κανόνα του δεδικασμένου.»

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου  ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΚΕΛΛΙΔΗΣ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΓΙΑΓΚΟΥ ΜΙΚΕΛΛΙΔΗ v. ΘΕΟΧΑΡΙΔΟΥ ΕΙΡΗΝΗ - ΛΗΤΩ, Πολιτική Έφεση Αρ. E150/2020, 29/6/2026 αναφέρθηκε επί του προκειμένου ότι:

 

«Το κώλυμα λόγω δεδικασμένου συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας, η οποία  άπτεται του δημοσίου συμφέροντος (βλ. K.S.R. Comercio E Emdustria De Papel S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Limited (1995) 1 Α.Α.Δ. 309 και Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1298). Το ίδιο  και η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. ΚΑΗ v. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση 174/2018, ημερ. 31.5.2024). Πρόκειται για ύψιστης σημασίας αρχή, όπου το Δικαστήριο όχι απλώς έχει δυνατότητα εξέτασης, αλλά και υποχρέωση εξέτασης, ακόμα και αυτεπάγγελτα αν χρειαστεί (ex proprio motu). Η εξουσία εξέτασης ενδεχόμενης κατάχρησης είναι έμφυτη και σύμφυτη. Όπως έχει αναφερθεί στη Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217 η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας η οποία συνιστά κατάχρηση εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας, εξ ου και η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων προς παρεμπόδιση της κατάχρησης είναι σύμφυτη. Τα δε χρησιμοποιούμενα μέσα προς αποτροπή της κατάχρησης δεν συναρτώνται με κάποιο συγκεκριμένο διάταγμα, αλλά είναι δυνατό να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή η οποία είναι αναγκαία στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

 

 Επιπρόσθετα, όπως προαναφέραμε, τα ζητήματα αυτά ήταν συνυφασμένα με την εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και ευρύτερα της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου να προχωρήσει στην έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Δεν εξετάστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε σε αυτό το πλαίσιο, επομένως θα πρέπει να υπάρξει εφετειακή εξέταση.

 

 Με αυτά κατά νου προχωρούμε επί της ουσίας πλέον στην εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης.

 

 Το κώλυμα λόγω δεδικασμένου ως προαναφέραμε, συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας, η οποία είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Έχει δύο εκφάνσεις, το κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel) και το κώλυμα επίδικου θέματος (issue estoppel).

 

Ανεξαρτήτως έκφανσης, για να πετύχει η επίκληση του κωλύματος λόγω δεδικασμένου θα πρέπει:

 

 

 

         (α) η απόφαση στην προηγηθείσα διαδικασία να είναι τελεσίδικη,

 

         (β) να υπάρχει ταύτιση διαδίκων,

 

         (γ) να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και

 

         (δ) να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων.

 

Θα πρέπει δε να συνυπάρχουν και οι τέσσερις προϋποθέσεις για επιτυχή επίκληση της αρχής (βλ. Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα (2008) 1 Α.Α.Δ. 1125 και Χριστοφορίδης κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2166).

 

Μια από τις θεμελιακές επί του ζητήματος αποφάσεις είναι η Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670, 677 όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

 

            «...δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί...».

 

         Δέστε επίσης Χριστοφή (Παπέττας) v. Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1703, Κλεόπα v. Αντωνίου (2002) 1 Α.Α.Δ. 58, Υπουργός Εσωτερικών v. Μυλωνά (2002) 1 Α.Α.Δ. 120,  Χαραλάμπους (ανωτέρω) και Χωματένος κ.ά. v. Σταυρινού (2015) 1 Α.Α.Δ. 2825.

 

         Απαραίτητη και απαρέγκλιτη προϋπόθεση για επιτυχή επίκληση κωλύματος λόγω δεδικασμένου είναι να υπήρξε τελική  απόφαση από Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, ασχέτως αν η απόφαση από την οποία προκύπτει το δεδικασμένο πάρθηκε μετά από ακρόαση ή κατόπιν συμφωνίας των μερών (βλ. Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος Λτδ» κ.ά. v. Σοφοκλέους (2003) 1 Α.Α.Δ. 549). Η απόρριψη αγωγής λόγω μη προώθησης ισοδυναμεί με απόφαση απόρριψης της αγωγής επί της ουσίας της (on the merits) και δύναται επομένως να αποτελέσει το υπόβαθρo εκπλήρωσης της προαναφερθείσας προϋπόθεσης (α).»

 

Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά εν προκειμένω στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οι ως άνω προϋποθέσεις ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου.  

 

Σε σχέση με την 1η προϋπόθεση, δηλαδή του κατά πόσο η απόφαση του δικαστηρίου στα πλαίσια της πρώτης αγωγής είναι τελεσίδικη, αποτελεί κοινό τόπο των μερών στη βάση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, ότι στις 11.10.24 εκδόθηκε τελική απόφαση του Δικαστηρίου, κατόπιν ακρόασης, σε σχέση με το ίδιο επίδικο τροχαίο δυστύχημα που αφορά η παρούσα αγωγή.  Αποτελεί περαιτέρω κοινό τόπο ότι έναντι της πιο πάνω απόφασης, ο εδώ Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή (εκεί Εναγόμενος) καταχώρισε έφεση (Παράρτημα Ε’), η οποία ακόμα να εκδικαστεί. Ο συνήγορος του Ενάγοντα προβάλλει τη θέση ότι η απόφαση του δικαστηρίου στην πρώτη αγωγή δεν είναι τελεσίδικη για σκοπούς εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου ενόψει του γεγονότος ότι έχει καταχωριστεί έφεση. Δεν με βρίσκει, με κάθε σεβασμό, σύμφωνο η εν λόγω εισήγηση.  Ως αναφέρεται στη σελίδα 929  στο νομικό σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» και με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία:

 

«H απόφαση θεωρείται τελεσίδικη εάν δεν ασκηθεί έφεση εναντίον της (Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν Tudor (2011) 1 (Β) ΑΑΔ 1176,  Αναφορικά με την Αίτηση του Χρίστου Σιμιανού (2004) 1 (Α) ΑΑΔ 657), ή αν έχει ασκηθεί έφεση χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση (Tabalo v Nautley Shipping Company Limited (1992) 1 (B) ΑΑΔ 1488, Harris v. Willis (1855) 15 CB 710, Euand Promotions Ltd και Άλλοι ν Rutman (1997) 1 (Γ) AAΔ 1787), όχι όμως επί θέματος που αποφασίστηκε παρεμφερώς ή εν παρόδω ή και ως εκ του περισσού (Μιχαήλ ν Σκουτέλλα (2008) 1 (Β) ΑΑΔ 1125).»

 

(έμφαση δοθείσα)

 

H εκκρεμότητα της έφεσης δεν αναιρεί το δεδικασμένο. Η τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της πρώτης αγωγής αποτελεί μια καθόλα δεσμευτική απόφαση, η οποία ήταν καθοριστική για την επίλυση της μεταξύ των διαδίκων επίδικης διαφοράς. Στην εν λόγω απόφαση, μεταξύ άλλων, αποφασίστηκε ως προς το ποιος από τους εμπλεκόμενους στο τροχαίο δυστύχημα οδηγούς έφερε την ευθύνη για την πρόκληση του, δηλαδή ποιος από τους δύο υπήρξε αμελής.  Με βάση την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο κατέληξε στο εύρημα ότι ο εδώ Ενάγοντας της παρούσας αγωγής (εκεί Εναγόμενος) έφερε την αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του. Ενόψει των πιο πάνω η 1η προϋπόθεση πληρείται.

 

Στρεφόμενος στη 2η και 3η προϋπόθεση, δηλαδή στο κατά πόσο εν προκειμένω υπάρχει ταύτιση διαδίκων της πρώτης αγωγής με την παρούσα, καθώς και του κατά πόσο υπάρχει και ταύτιση ιδιότητας διαδίκων, κρίνω ότι εν προκειμένω και αυτές πληρούνται. Και τούτο γιατί  οι διάδικοι στην παρούσα αγωγή είναι οι ίδιοι με τους διάδικους στην πρώτη αγωγή. Πρόκειται δηλαδή για τους οδηγούς που είχαν εμπλακεί στο επίδικο τροχαίο δυστύχημα. Το ότι ο ρόλος των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση έχει αντιστραφεί σε σχέση με την προγενέστερη πρώτη αγωγή δεν έχει σημασία (Μιχαήλ v. Σκουτέλλας (2008) 1Β Α.Α.Δ. 1125).

 

Στρεφόμενος στην 4η προϋπόθεση, και του κατά πόσο δηλαδή υπάρχει ταύτιση των επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής με την πρώτη αγωγή και την εκδοθείσα τελική απόφαση του δικαστηρίου (Παράρτημα Δ’), ως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης στην πρώτη αγωγή (Παράρτημα Α’), ο εκεί Ενάγοντας (εδώ Εναγόμενος) αξίωνε ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη το όχημα του συνεπεία της σύγκρουσης του με το ποδήλατο του εκεί Εναγομένου (εδώ Ενάγοντα).  Η βάση της αγωγής του εκεί Ενάγοντα (εδώ Εναγομένου) εδραζόταν στο αστικό αδίκημα της αμέλειας.  Καταλόγιζε δε στον εκεί Εναγόμενο (εδώ Ενάγοντα) ότι ο τελευταίος είχε την αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, δηλαδή υπήρξε αμελής.

 

Στην πρώτη αγωγή, ο εκεί Εναγόμενος (εδώ Ενάγοντας) με την υπεράσπιση του (Παράρτημα Β’) ισχυρίστηκε  ότι το επίδικο τροχαίο δυστύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια του εκεί Ενάγοντα (εδώ Εναγόμενου).   

 

Ως διαπιστώνεται μέσα από λεκτικό της απόφασης στην πρώτη αγωγή, το δικαστήριο, αφού άκουσε τόσο τον εκεί Ενάγοντα όσο και τον εκεί Εναγόμενο, και αξιολογώντας την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, κατέληξε σε εύρημα ότι ο εκεί Εναγόμενος (εδώ Ενάγοντας) έφερε την αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του.  Αυτό ήταν αναγκαίο ούτως ώστε το δικαστήριο να ήταν σε θέση να εξετάσει στη συνέχεια τις οποιεσδήποτε αξιώσεις του εκεί Ενάγοντα (εδώ Εναγόμενου). Βασικό δηλαδή επίδικο ζήτημα στην πρώτη αγωγή αποτέλεσε το ζήτημα της ευθύνης.

 

Στην παρούσα αγωγή, ως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου καταχωρημένα δικόγραφα αλλά και στην βάση των παραδεκτών γεγονότων, ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, καταλογίζοντας στον εδώ Εναγόμενο (Ενάγοντα στην πρώτη αγωγή) ότι υπήρξε αμελής και ότι φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του ίδιου επίδικου τροχαίου δυστυχήματος με την πρώτη αγωγή.  Δηλαδή ο Ενάγοντας καλεί εν ολίγοις το Δικαστήριο εκ νέου να αποφασίσει τις συνθήκες πρόκλησης του και να καταλήξει σε εύρημα και πάλι ως προς το πρόσωπο που φέρει την πιο πάνω ευθύνη, ζήτημα το οποίο έχει ήδη αποφασιστεί τελεσίδικα (για σκοπούς πάντοτε εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου) από άλλο δικαστήριο. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι οι οποιεσδήποτε αξιώσεις του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή, δεν αποτέλεσαν επίδικο ζήτημα στα πλαίσια της πρώτης αγωγής. Για να εξετάσει όμως το βάσιμο της εδώ απαίτησης του, προϋποθέτει δικαστική κρίση από το παρόν δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος υπήρξε αμελής, ότι δηλαδή φέρει την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Δικαστική κρίση η οποία ήδη έχει αποφασιστεί και ασκηθεί στα πλαίσια της πρώτης αγωγής. Είναι για το λόγο αυτό και υπό αυτή την έννοια που εν προκειμένω υπάρχει ταύτιση επίδικων ζητημάτων της παρούσας αγωγής με την πρώτη, έξω και μακριά από το γεγονός ότι στην πρώτη αγωγή δεν εξετάστηκαν οι οποιεσδήποτε αποζημιώσεις του εδώ Ενάγοντα.         

 

Η αξίωση του εδώ Ενάγοντα για αποζημιώσεις θα μπορούσε να εγερθεί υπό τύπο ανταπαίτησης στα πλαίσια της πρώτης αγωγής, πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει. Ως διαπιστώνεται μέσα από τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται η από μέρους του σχετική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στην οποία επισυνάπτονται αυτά, οι οποιεσδήποτε αξιώσεις του στο συντριπτικό τους βαθμό είχαν αφενός ήδη αποκρυσταλλωθεί πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής, αφετέρου ακόμη και κάποια εξ αυτών πριν από την καταχώρηση της πρώτης αγωγής. Παρά το πιο πάνω γεγονός, όταν ο εδώ Ενάγοντας έλαβε γνώση για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής παρά να καταχωρίσει την δική του ανταπαίτηση επέλεξε να καταχωρήσει την παρούσα απαίτηση 2 χρόνια μετά. Ούτε και πριν την εκδίκαση της πρώτης αγωγής δεν υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα στο δικαστήριο για την συνένωση της παρούσας αγωγής με την πρώτη αγωγή. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δικηγόρος του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή και δικηγόρος του στην πρώτη αγωγή είναι το ίδιο πρόσωπο. Αποτελεί άξιον απορίας ως προς το λόγο που ο συνήγορος του Ενάγοντα δεν έπραξε τίποτα από τα πιο πάνω.  Ούτε και το γεγονός ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας (Εναγόμενος στην πρώτη αγωγή) επεφύλαξε το δικαίωμα του, μέσω της Υπεράσπισης του, για την καταχώριση της παρούσας αγωγής μπορεί να μεταβάλει την μόλις πιο πάνω εκφρασθείσα κρίση του δικαστηρίου.  Η οποιαδήποτε επιφύλαξη  δεν αποτελεί εμπόδιο για την παρέμβαση του δικαστηρίου, εκεί και όπου απαιτείται, ούτως ώστε αυτό να εξετάσει και να αποφασίσει ζητήματα κατάχρησης και δεδικασμένου καθώς και να καταστείλει την οποιαδήποτε αντινομική δικονομική συμπεριφορά, όπως συμβαίνει εν προκειμένω,.

 

Είναι προφανές ότι τα ζητήματα που εγείρει ο εδώ Ενάγοντας θα μπορούσε να τα εγείρει ή είχε την ευκαιρία να τα εγείρει στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής. Αυτό το οποίο επιχειρεί, μέσω της παρούσας αγωγής, ο Ενάγοντας είναι να αναβιώσει επίδικα ζητήματα, τα οποία ήδη έχουν αποφασιστεί στα πλαίσια της πρώτης αγωγής. 

 

Στην υπόθεση Χωματένος Χαράλαμπος Κύπρου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου και του αποβιώσαντος Κύπρου Χαραλάμπους Χωματένου ν. Λουκά Παναγιώτου Σταυρινού (2015) 1 ΑΑΔ 2825 λέχθηκε περαιτέρω ότι:

 

«…Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίζει την υπόθεση ή υπεράσπισή του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα...........................»

Επίσης στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 15, σελ. 184, αναφέρεται ότι όταν ένα επίδικο γεγονός αποφασιστεί σε δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων και το ίδιο γεγονός επανεμφανιστεί σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων, εγείρεται θέμα δεδικασμένου. Όμως η σχετική αρχή δεν εφαρμόζεται μόνο σε ζητήματα που έχουν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά επεκτείνεται και σε ζητήματα που θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στην πρώτη διαδικασία (βλ. Theori a.ο. v. Djoni a.ο. (1984) 1 C.L.R. 296, Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670, Γαβριήλ κ.ά. ν. Αγαπίου (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1868 και Χριστοφή (Παπέττας) ν. Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1703).»

 

 

Επίσης χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 15, παράγραφος 359, σελίδα 186 όπου σημειώνονται τα εξής:

 

"The doctrine [res judicata] applies to all matters which existed at the time of the giving of the judgment, and which the party had an opportunity of bringing before the court."

 

Επομένως από τη στιγμή που πληρούνται σωρευτικά και οι τέσσερις πιο πάνω προϋποθέσεις περί εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου, η προδικαστική ένσταση του Εναγομένου επιτυγχάνει.

 

Ανεξαρτήτως της ανωτέρω κρίσης μου, είμαι της γνώμης ότι η παρούσα αγωγή είναι επίσης έκθετη σε απόρριψη γιατί η έγερση της συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. 

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας.  Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της.  Είναι επίσης νομολογημένο (α) ότι η επιδίωξη ομοίων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων, ελέγχεται από το Δικαστήριο, όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών για επίτευξη του ίδιου στόχου και (β) ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η έγερση ή η προώθηση περισσότερων της μίας δικαστικών διαδικασιών για επίτευξη στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν με μία. (Constantinides v. Vima Ltd (1983) 1 C.L.R. 348, Α. Μ. Αρχιεπισκοπής Κύπρου v. Χριστάκης Σταύρου Χριστοφόρου (1993) 1 Α.Α.Δ. 243, Διευθυντής των Φυλακών v. Τζενάρο Περέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, In re Beogradska D.D. [1996] 1 Α.Α.Δ. 911).

 

Στο σύγγραμμα PHIPSON ON EVIDENCE, Eighteeth edition, σελ.1534 § 43 - 46 κάτω από τον τίτλο «Claims which could and should have been brought previously:» αναφέρονται τα εξής:

 

«To bring a claim that could and should have been made as part of previous litigation is a form of abuse of process. "The rule is not based on the doctrine of res judicata in a narrow sense, nor even on any strict doctrine of issue estoppel or cause of action estoppels. It is a rule of public policy based on the desirability, in the general interest as well as that of the parties themselves, that litigation should not drag on for ever and that a defendant should not be oppressed by successive suits when one would do[3]. The distinction from even the extended doctrine of res judicata is important because abuse of process is not confined by the rules that restrict res judicata estoppels and is potentially more flexible».

 

Σχετική είναι επίσης και η εξής περικοπή από τη σελ. 1538 § 43 - 49 του πιο πάνω αναφερόμενου συγγράμματος κάτω από την αναφορά «Should have been litigated in earlier proceedings:»

 

"This form of abuse of process is usually relied on between the parties in previous litigation. As such it operates as, in effect, an extension of the doctrine of merger and cause of action estoppel: although the subsequent litigation does not rely on identical cause of action, the argument is that because the second claim "covers issues of facts which are so clearly part of the subject - matter of the litigation and so clearly could have been raised that it would be an abuse of the process of the court to allow a new proceeding to be started in respect of them". In MCC Proceeds Inc v. Lehman Brothers International, Mummery L.J. treated it as critical that "the essential factual basis of the claims is the same in both cases" and that joinder of the defendants in the second action as a defendant in the first would not have "overloaded, or introduced complexity into, the first action". A party would be unlikely to be able successfully to allege that a claim "could and should" have been litigated in previous proceedings if in all likelihood the judge in the previous proceedings would have directed that it should be held over to await the conclusion of the previous claim».

 

Τούτων λεχθέντων, θα συμφωνήσω και με την δεύτερη εισήγηση της συνηγόρου του Εναγομένου, ότι δηλαδή τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές που διέπουν τα περί κατάχρησης, καθώς μέσω της παρούσας αγωγής ο Ενάγοντας επιζητεί θεραπεία, στη βάση επίδικων ζητημάτων για τα οποία το προηγούμενο Δικαστήριο άκουσε μαρτυρία και εξέδωσε δικαστική απόφαση επί της πρώτης αγωγής.

 

Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, στα πλαίσια εξέτασης από το Δικαστήριο του κατά πόσο εφαρμόζεται η αρχή του δεδικασμένου, τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής είτε ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με τα επίδικα θέματα της πρώτης αγωγής, είτε, ευκόλως, κατόπιν λογικής έρευνας, θα έπρεπε να αποτελέσουν μέρος τους, σε τέτοιο βαθμό που κρίνω ότι αν επιτραπεί η συνέχιση της της παρούσας αγωγής αυτό θα αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Το δικαστήριο στην ουσία βρίσκεται αντιμέτωπο με την περίπτωση που η συνέχιση της παρούσας αγωγής θα αποτελούσε απαράδεκτη διαιώνιση δικαστικών διαδικασιών για διαφορές, που είτε ήδη εκδικάστηκαν είτε έπρεπε, ως θέμα λογικής έρευνας και ευκολίας να εκδικαστούν, είτε, τέλος, θα υπάρχει η δυνατότητα - αν επιτύχει η έφεση και αναβιώσει η αγωγή - να εκδικαστούν εκ νέου.

 

Συνεπακόλουθα, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι υπό τις περιστάσεις, η προώθηση  της παρούσας αγωγής θα έχει ως απόρροια η διαδικασία να απολήξει σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.

 

Περαιτέρω, με την εκκρεμότητα της έφεσης εναντίον της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της πρώτης αγωγής, επιδιώκεται, στην ουσία, η αναβίωση της, μέσω της οποίας επιδιώκεται από τον εκεί Εναγόμενο (Ενάγοντα στη παρούσα αγωγή), να επιλυθεί το ζήτημα της ευθύνης ως προς την πρόκληση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, ζήτημα το οποίο ο τελευταίος επιδιώκει και μέσω της παρούσας αγωγής.  Δηλαδή, επιδιώκεται προσπάθεια να επιτευχθεί ίδιος σκοπός με παράλληλα ένδικα μέσα (Αναφορικά με την Αίτηση του Ευάγγελου Εμπεδοκλή (Αρ.3) (2009) 1 Α.Α.Δ. 529 και Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (Αρ.1) (2011) 1 Α.Α.Δ. 773).  Στη τελευταία δε υπόθεση (Σοφοκλέους), η απόφανση περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας εδράστηκε, ακριβώς, στη βάση της εκκρεμότητας έφεσης, το αποτέλεσμα της οποίας θα προσδιόριζε και το ενδεχόμενο να επιτευχθεί ο σκοπός για τον οποίο προωθήθηκε η επόμενη διαδικασία που κρίθηκε καταχρηστική.

 

Ταυτόχρονα, η έγερση της παρούσας αγωγής είναι καταχρηστική εφόσον στο ενδεχόμενο που το δικαστήριο επιτρέψει την προώθηση της, υπάρχει ορατός κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο επίδικο ζήτημα, δηλαδή ως προς την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, καθώς και υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου και το κύρος της δικαστικής λειτουργίας. Όπως έχει επισημανθεί και στη νομολογία, το δικαστήριο οφείλει να αποτρέπει διαδικασίες που δύνανται να οδηγήσουν σε τέτοιο αποτέλεσμα (GRANDEST SHIPPING COMPANY LTD v. TOY ΠΛΟΙΟΥ «MARVIN INDEPENDENCE” ΠΡΩΗΝ «NASIR” ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΤΩΡΑ ΦΕΡΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ “AGIOS NIKOLAOS”, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.9/21, 7/3/2023, ECLI:CY:AD:2023:D82, ΚΟΝΝΑΡΗ ν. ΛΟΥΚΑΙΔΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 35/2014, 18/9/2018, ECLI:CY:AD:2018:A405, Capman Holdings Ltd v. Zayniyevich (2013) 1(B) A.A.Δ. 1105).   

 

Ο κίνδυνος αυτός ελλοχεύει λόγω του ότι και οι δύο αγωγές στηρίζονται σε συμπλεκόμενα και αλληλοεξαρτώμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία καλούνται να αξιολογηθούν από διαφορετικά Δικαστήρια. Ως εκ τούτου, είναι απολύτως πιθανό να προκύψουν διαφορετικά ευρήματα επί των ίδιων γεγονότων και διαφορετική αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ίδιων μαρτύρων. Η ενέργεια του εδώ Ενάγοντα να προχωρήσει με ξεχωριστή αγωγή, στην πραγματικότητα οδήγησε στην ύπαρξη δύο διασταυρούμενων αγωγών (crossed actions), δεδομένου ότι έτσι υφίσταντο δύο αγωγές έχουσες ουσιωδώς το ίδιο αντικείμενο και σίγουρα βασιζόμενες στα ίδια γεγονότα.  Η εκδίκαση δύο διασταυρούμενων αγωγών εμπεριέχει τον κίνδυνο έκδοσης δύο αντιφατικών αποφάσεων, πράγμα ανεπιθύμητο.

 

Στην υπόθεση Δημητρίου v Γαβριήλ (2001) 1 ΑΑΔ 16 ο Εφεσείων καταχώρησε αγωγή εναντίον του εφεσίβλητου αξιώνοντας αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Η αγωγή του απορρίφθηκε και ο Εφεσείων καταχώρησε έφεση. Περαιτέρω, καταχώρησε και δεύτερη αγωγή με την ίδια αξίωση εναντίον του εφεσίβλητου και τρίτου προσώπου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η προώθηση της δεύτερης αγωγής ήταν καταχρηστική και κατέληξε πως η απόρριψη της αγωγής ήταν το ενδεδειγμένο μέτρο για την καταστολή της κατάχρησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση, έκρινε ότι ήταν ορθή η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με την έφεση επιχειρείτο η αναβίωση της πρώτης αγωγής για να τεθεί διά μέσου της η αξίωση του εφεσείοντα ενώπιον Δικαστηρίου, οπότε και θα υπήρχαν δυο διαδικασίες με πανομοιότυπο στόχο. Ειδικότερα αναφέρθηκε ότι:

 

 «… με την έφεση επιχειρείτο η αναβίωση της πρώτης αγωγής για να τεθεί, δια μέσου της, η αξίωση του εφεσείοντα ενώπιον του Δικαστηρίου, οπότε θα είχαμε δυο διαδικασίες, με πανομοιότυπο στόχο. Η κρίση της πως, αφού ο εφεσείων απέβλεπε ουσιαστικά στην προώθηση δυο αγωγών, ίδιων μεταξύ τους σε ό,τι αφορούσε στον εφεσίβλητο, έχουμε εξόφθαλμη κατάχρηση, μας βρίσκει σύμφωνους.»

 

Η απόρριψη της παρούσας αγωγής είναι εν προκειμένω το μόνο ενδεδειγμένο μέτρο ως μέσο καταστολής της κατάχρησης εφόσον αφενός η παρούσα αγωγή καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα με την πρώτη αγωγή, αφετέρου με τέτοιο αυστηρό τρόπο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται διάδικοι οι οποίοι χρησιμοποιούν περιττές διαδικασίες στα Δικαστήρια, υπό το φως της γενικής αντιμετώπισης που πιστεύω ότι θα πρέπει να ακολουθούν αυτά με σκοπό την αποφυγή της πολλαπλότητας διαδικασιών και της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και έχοντας συνάμα κατά νου την ταλαιπωρία που υφίσταται ο διάδικος (στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος), ο οποίος αναγκάζεται να αντιμετωπίζει την υπόθεσή του σε περισσότερα πεδία από ότι αναμένεται (Δημητρίoυ Παρασκευάς ν. Γαβριήλ Γαβριήλ (2001) 1 ΑΑΔ 16)

 

Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι στη βάση των ανωτέρω, ο Ενάγοντας της παρούσας αγωγής κωλύεται να προωθεί αυτή λόγω της εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου αλλά και ότι η έγερση της συνιστά παράλληλα κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με αποτέλεσμα αυτή να είναι έκθετη σε απόρριψη.

 

Ως εκ τούτου η προδικαστική ένσταση του Εναγομένου επιτυγχάνει και η παρούσα αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον του Ενάγοντα ως αυτά θα υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το δικαστήριο.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο