ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΙΤΙΟΥ ΚΑΙ ΕΞΑΡΧΟΥ ΠΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ, ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟ KOSMA JARRAD κ.α. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΛΥΦΟΜΜΑΤΟΣ, Αρ. Αγ.: 1428/25, 27/10/2026
print
Τίτλος:
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΙΤΙΟΥ ΚΑΙ ΕΞΑΡΧΟΥ ΠΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ, ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟ KOSMA JARRAD κ.α. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΛΥΦΟΜΜΑΤΟΣ, Αρ. Αγ.: 1428/25, 27/10/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:   Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγ.: 1428/25

       i-justice

                                                                                                             

Μεταξύ:

 

1.    ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΙΤΙΟΥ ΚΑΙ ΕΞΑΡΧΟΥ ΠΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ, ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟ KOSMA JARRAD, εκ [ ] 2, Τρούλοι, 7505 Λάρνακα.

2.    ΤΕΩΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΙΤΙΟΥ ΚΑΙ ΕΞΑΡΧΟΥ ΠΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ, ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟ PETRU COMANESCU, μόνιμος κάτοικος Ρουμανίας.

3.    ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ, ΙΩΑΝΝΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, εξ [ ], Αγρός, 4860 Λεμεσός.

4.    ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΑΡΑΔΙΠΠΟΥ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ, ΙΕΡΕΩΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΖΗΝΩΝΟΣ, εξ [ ] 3, Αραδίππου, 7104 Λάρνακα.

5.    ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ ΚΟΣΜΑ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΥ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΛΑΡΝΑΚΑΣ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ, ΙΩΑΝΝΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, εκ [ ].

6.    ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΧΟΙΡΟΚΟΙΤΙΑΣ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΙΑΚΩΒΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, εκ [ ], 7741 Λάρνακα.

7.    ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΚΟΙΜΗΣΙΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΑΥΓΟΡΟΥ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ, ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΑΡΥΟΥ, εξ Αυγόρου, 5510 Αμμόχωστος.

8.    ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ), ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ, ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗ, εκ [ ] 10, 1020 Καϊμακλί, Λευκωσία.

9.    ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ), ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ, ΜΑΜΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΗ, εκ [ ] 2, Τρούλοι 7505 Λάρνακα

10. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ), ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ, ΜΟΔΕΣΤΟΥ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, εκ [ ] 32, Λιοπέτρι, 5320 Αμμόχωστος.

11. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ), ΔΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΙΤΙΟΥ ΚΑΙ ΕΞΑΡΧΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΠΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ κ. ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟ KOSMA JARRAD, από την Γερμασόγεια, Λεμεσός,

12. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑΣ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΔΙΑ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΑΥΤΗΣ, ΒΕΡΟΝΙΚΗΣ ΜΟΝΑΧΗΣ, εξ [ ], 4548 Λεμεσός.

13. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΟΣΙΑΣ ΞΕΝΗΣ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ), ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ, ΙΕΡΕΩΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ ΙΩΑΝΝΟΥ, εκ [ ], Μέσα Γειτονιά, 4002 Λεμεσός.

14. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ, ΙΕΡΕΩΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ ΙΩΑΝΝΟΥ, εξ [ ] 106Β, Κάψαλος, 3087 Λεμεσός.

15. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ)

ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΕΙΠΤΡΟΠΗΣ, ΙΕΡΕΩΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ ΙΩΑΝΝΟΥ, εξ [ ], 4771 Λεμεσός

 

Εναγόντων

-       και –

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΛΥΦΟΜΜΑΤΟΣ, Α.Δ.Τ. [ ], εξ [ ] 7, [ ] Όροφος, 3095 Λεμεσός

Εναγόμενου

Αίτηση για Αντεξέταση Ημερομηνίας 25/05/2026

 

Ημερ.: 27/10/2026

Εμφανίσεις:

Για τον Εναγόμενο – Αιτητή: Προσωπικά

Για τους Ενάγοντες – Καθ’ ων η Αίτηση: κ. M. Zακχαίος για κ.κ. Patrikios Pavlou & Associates LLC.   

 

 

E N Δ Ι Α Μ Ε Σ Η  Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Ενάγοντες, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου – δικηγόρου, σωρεία διαταγμάτων και αποφάσεων του Δικαστηρίου, με τα οποία στην ουσία να ακυρώνονται τα διοριστήρια που υπέγραψαν οι Ενάγοντες στο πλαίσιο συγκεκριμένων δικαστικών διαδικασιών και στα οποία περιλαμβάνονταν όροι αμοιβής του και/ή οποιαδήποτε άλλα διοριστήρια αποκαλυφθεί ότι υπάρχουν, συνεπεία ψυχικής πίεσης και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων του Εναγόμενου. Αξιώνουν, επίσης διατάγματα και/ή αποφάσεις του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος κωλύεται και εμποδίζεται λόγω συμπεριφοράς στη διεκδίκηση και είσπραξη οποιασδήποτε δικηγορικής αμοιβής προνοείται στα διοριστήρια έγγραφα που κατά καιρούς έλαβε από τους Ενάγοντες καθώς επίσης και αποζημιώσεις.

Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας 1 είναι ο Μητροπολίτης Κιτίου και έξαρχος πάσης Κύπρου της Εκκλησίας Παλαιοημερολογιτών ή άλλως πως των Γνήσιων Ορθοδόξων Χριστιανών Κύπρου ως αυτοαποκαλούνται (στο εξής «Εκκλησία»). Ασκεί τα καθήκοντα του από, κατά/περί την 22/09/2024 (09/09/2024 με το παλαιό ημερολόγιο).

Οι Ενάγοντες 3 – 15 είναι Ιεροί Ναοί και μονές με το παλαιό ημερολόγιο, που ανήκουν και υπάγονται στην Εκκλησία των παλαιοημερολογιτών Κύπρου, της οποίας, μόνος Μητροπολίτης και Έξαρχος πάσης Κύπρου είναι ο Ενάγοντας 1. Οι εκπρόσωποι των Εναγόντων 3-11 και 14-15 αντλούν όλες τις εξουσίες από τον Ενάγοντα 1, ο οποίος με την ανάληψη των καθηκόντων του αναγνώρισε και προσεπικύρωσε το διορισμό τους από τον προκάτοχο του, Ενάγοντα 2, στις θέσεις αυτές. Η εκπρόσωπος της Ενάγουσας 12 είναι η Ηγουμένη αυτής. Εκλεγμένη από την αδελφότητα της Μονής και ενθρονισμένη υπό του Ενάγοντα 2, από το 2008.

Ο Ενάγοντας 2 είναι ο τέως Μητροπολίτης της Εκκλησίας, τον οποίο διαδέχθηκε ο Ενάγοντας 1. Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα Απαίτηση χρόνο και/ή κατά τον χρόνο που συνέβη μέρος των επικαλούμενων γεγονότων, Μητροπολίτης της Εκκλησίας ήταν ο Ενάγοντας 2. Ο Ενάγοντας 2 διετέλεσε Μητροπολίτης Κιτίου και έξαρχος πάσης Κύπρου από το 2008 μέχρι κατά/περί την 09/09/2024 (27 Ιουλίου 2024 με το παλαιό ημερολόγιο) όταν και μετατέθηκε από την Ιερά Σύνοδο εις την τοπική Εκκλησία της Ρουμανίας.

Ο Εναγόμενος, όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, είναι δικηγόρος στο μητρώο του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου και είχε ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία, που δεν είναι του παρόντος να γίνει αναφορά. Ούτε και στα γεγονότα που δικογραφούν οι Ενάγοντες απαιτείται να γίνει αναφορά στα πλαίσια της παρούσας απόφασης.

Ο Εναγόμενος καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στην παρούσα Απαίτηση στις 09/01/2026. Στις 23/01/2026 προχώρησε και καταχώρησε Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή διαταγμάτων για «Διαγραφή και/ή απόρριψη και/ή παραμερισμό της Απαίτησης και/ή της Έκθεσης Απαίτησης, λόγω ανυπαρξίας αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων και/ή έλλειψης νομιμοποίησης του Ενάγοντος 1 να αυτοπαρουσιάζεται ως «Μητροπολίτης Κιτίου και Έξαρχος πάσης Κύπρου των ΓΟΧ Γεράσιμος» και/ή λόγω έλλειψης νομιμοποίησης του να διορίζει τα φυσικά πρόσωπα που επικαλούνται ότι εκπροσωπούν τους Ενάγοντες Ναούς – νομικά πρόσωπα και, κατά συνέπεια, λόγω έλλειψης νομιμοποίησης των Εναγόντων να εγείρουν την αγωγή υπό την αυτοεπικαλούμενη ιδιότητα τους και/ή ως μη αποκαλύπτουσας αγώγιμο δικαίωμα και/ή εύλογη αιτία έγερσης και/ή λόγω έλλειψης καθ’ υλήν δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, λόγω ανυπαρξίας νομιμοποίησης του διαδίκου».

Αξιώνει, επίσης, διάφορες δηλωτικές αποφάσεις και διατάγματα του Δικαστηρίου όπως φαίνονται στα Αιτητικά 2 – 6 της Αίτησης, τα οποία στην ουσία αφορούν στο ότι ο Ενάγοντας 1 δεν εξελέγη νόμιμα, οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν αποτελούν μέλη της Εκκλησίας ΓΟΧ Κύπρου και/ή έχουν αποσχιστεί από αυτήν από τις 12/10/2023, τα φυσικά πρόσωπα που παρουσιάζονται ως εκπρόσωποι των νομικών προσώπων, Εναγόντων 3-15 που διορίστηκαν και/ή χειροτονήθηκαν από τον Ενάγοντα 1 και/ή δέχονται εντολές από τους Ενάγοντες 1 και 2 δεν έχουν κανένα δικαίωμα επί όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας και να απαγορεύεται σε αυτούς από το να παρουσιάζονται ως εκπρόσωποι της Εκκλησίας.

Κατόπιν Ακρόασης Διαδικαστικών Οδηγιών, το Δικαστήριο εξέδωσε οδηγίες για την ακρόαση της πιο πάνω Αίτησης. Οι Ενάγοντες – Καθ’ ων η Αίτηση, προχώρησαν με την καταχώρηση της Ένστασης τους προβάλλοντας 22 λόγους ένστασης και ακολούθησαν συμπληρωματικές και απαντητικές ένορκες δηλώσεις. Στο περιεχόμενο της μαρτυρίας που συνοδεύει, τόσο την Αίτηση όσο και την Ένσταση, θα αναφερθώ κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο στα πλαίσια της εξέτασης της υπό κρίσης Αίτησης.

Αναφέρεται, όμως, στο σημείο αυτό, ότι η πλευρά του Εναγόμενου, προς υποστήριξη της Αίτησης του και για να καταδείξει το παράνομο της εκλογής του Ενάγοντα 1, επισύναψε στην Ένορκη του δήλωση, ως Έγγραφο 3, γνωμοδότηση του κ. Αναστάσιου Βαβούσκου, διδάκτορα Εκκλησιαστικού Δικαίου. Η πλευρά των Εναγόντων, στην υπεύθυνη δήλωση του Ενάγοντα 1, η οποία συνοδεύει την Ένσταση τους, και σε αντίκρουση της πιο πάνω γνωμοδότησης, επισύναψε ως Έγγραφο 4, γνωμοδότηση του κ. Κυριάκου Κυριαζόπουλου, ο οποίος είναι, όπως αναφέρεται καταξιωμένος Καθηγητής (Επ.) του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω και παρά του Συμβουλίου Επικρατείας.

Ο Εναγόμενος στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, επισυνάπτει ως ΄Εγγραφο 5 τις απαντήσεις που έλαβε από τον κ. Βαβούσκο, σε σχέση με την έκθεση και τις θέσεις του κ. Κυριαζόπουλου. Ακολούθησε η συμπληρωματική υπεύθυνη δήλωση του Ενάγοντα 1 ημερομηνίας 18/05/2025, ο οποίος επισύναψε ως Έγγραφο 6, την απάντηση του στις απαντήσεις του κ. Βαβούσκου που περιλαμβάνονται στο Έγγραφο 5, ως ανωτέρω.  

Ο Εναγόμενος, ως είχε δικαίωμα, με βάση τις διαδικαστικές οδηγίες του Δικαστηρίου, καταχώρησε στις 25/05/2026 Αίτηση για αντεξέταση (υπό κρίση Αίτηση), με την οποία αιτείται ως εξής:

«1. Διάταγμα διατάσσον την αντεξέταση του Δρος Κ. Κυριαζόπουλου και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου κρίνει ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο, αναφορικά με την παράγραφο 1 της σελ. 5 του Τεκμηρίου 6 της υπεύθυνης δήλωσης του Ενάγοντος 1, ημερομηνίας 18/05/2026, ήτοι συγκεκριμένα επί του πιο κάτω σημείου:

«Η θέση ότι το κανονικό Δίκαιο δεν είναι μέρος του Νομικού επιστημονικού πεδίου αλλά ανήκει αποκλειστικά στην Θεολογία είναι ιδιαιτέρως προβληματική, παρά το γεγονός ότι ο γνωμοδοτών Καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στην Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης είναι και Θεολόγος, ενώ ο Δρ. Βαβούσκος δεν είναι και Θεολόγος.»

[…]»

Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Εναγομένου, στην οποία αναφέρει ότι, σύμφωνα με την απαντητική γνωμάτευση του κ. Βαβούσκου ημερομηνίας 22/04/2026, ο κ. Κυριαζόπουλος δεν είναι θεολόγος και συνεπώς δεν είναι αρμόδιο πρόσωπο για να γνωμοδοτήσει στην υπό κρίση περίπτωση, καθότι, σύμφωνα με την θέση του, το Κανονικό Δίκαιο είναι δίκαιο που διδάσκεται στις Θεολογικές σχολές και όχι στις Νομικές Σχολές.

Είναι επιτακτικό, αναφέρει, να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αντεξέτασης, ώστε το δικαστήριο να δύναται να διαγνώσει εάν το πρόσωπο αυτό έχει όντως τα εχέγγυα για να γνωμοδοτήσει στην παρούσα υπόθεση, ή εάν η μαρτυρία του θα πρέπει να κριθεί ως απαράδεκτη (inadmissible) εξ’ ολοκλήρου.

Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση την 01ην/07/2026, προβάλλοντας 11 λόγους, ως αυτοί φαίνονται στο σώμα της. Στην ουσία οι Ενάγοντες προβάλλουν την θέση ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και δεν δίδεται οποιοσδήποτε καλός λόγος. Η ενώπιον του Δικαστηρίου παρατιθέμενη μαρτυρία είναι επαρκής για εξέταση της δικαστικής θεραπείας που επιδιώκεται μέσω της κυρίως αίτησης για συνοπτική απόφαση. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν εξυπηρετεί τους επίδικους σκοπούς της Αίτησης Συνοπτικής Απόφασης και θα τεθεί η διαδικασία σε κίνδυνο εκτροπής. Επίσης, οι Ενάγοντες προβάλλουν ότι δεν χρήζει αντεξέτασης η παράγραφος για την οποία ζητείται αντεξέταση και ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε θέματα αξιοπιστίας στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο.

Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Ραφαέλλας Χρυσάφη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων. H ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος δεν επιδιώκει την αντεξέταση του ομνυόντα αλλά του συντάκτη της Έκθεσης που επισυνάφθηκε στην υπεύθυνη δήλωση. Δεν απέδειξε, επίσης, ότι συντρέχει οποιοσδήποτε καλός λόγος και/ή ικανοποιητικός λόγος που να δικαιολογεί την αντεξέταση του κ. Κυριαζόπουλου.

Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται ότι ο κ. Κυριαζόπουλος ως νομικός που συνεχίζει να ασκεί τη δικηγορία και νιώθοντας ότι δεν μπορεί να αγνοήσει κατά τη σύνταξη του κειμένου του και αυτή του την ιδιότητα, επεκτείνει το κείμενο που ετοίμασε σε νομικά ζητήματα για το αποδεχτό ή μη της Αίτησης. Επισυνάπτεται σχετική δήλωση του κ. Κυριαζόπουλου, ως τεκμήριο 1.

Μοναδικός σκοπός της Αίτησης είναι ο Εναγόμενος έμμεσα και πλαγίως να εισάξει περαιτέρω απαντητική μαρτυρία στην συμπληρωματική μαρτυρία που καταχώρησαν οι Ενάγοντες στο πλαίσιο της Ένστασης τους στην Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση. Απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση φανερώνει εμμέσως πλην σαφώς ότι αυτός ήθελε να καταχωρήσει το Έγγραφο 13 (που είναι εντελώς άσχετο με τον δήθεν σκοπό που ζητά την αιτούμενη εξέταση). Ήθελε δηλαδή απλά να καταχωρήσει ακόμη μια «ανταπάντηση» εκ μέρους του «εμπειρογνώμονα» του, κ. Βαβούσκου και εφόσον δεν είχε δικαίωμα να το πράξει χρησιμοποίησε την παρούσα διαδικασία, όχι, όμως, για τον σκοπό για τον οποίο προβλέπεται το δικαίωμα αντεξέτασης.

Περαιτέρω, το να διαταχθεί ο κ. Κυριαζόπουλος να αντεξεταστεί για να υποστηρίξει την θέση του ότι είναι θεολόγος θα ήταν παράλογο, αχρείαστο, δυσανάλογο και σε καμία περίπτωση δεν θα εξυπηρετούσε τους περιορισμένους σκοπούς της Αίτησης για Συνοπτική Απόφαση, η οποία σε κάθε περίπτωση ήδη ξέφυγε του πλαισίου που να δικαιολογεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης.

Επιπρόσθετα, η παρούσα Αίτηση σκοπεί στο να πληγεί η αξιοπιστία του                                    κ. Κυριαζόπουλου ή/και να ενισχυθεί η αξιοπιστία του κ. Βαβούσκου και όχι για οποιοδήποτε άλλο καλό λόγο. Τα δε προσόντα του καταγράφονται ξεκάθαρα στις γνωμοδοτήσεις του και είναι σε θέση το Δικαστήριο να διαγνώσει κατά πόσο έχει τα εχέγγυα για να γνωμοδοτήσει. Επίσης, δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος για τον οποίο η μαρτυρία του θα πρέπει να κριθεί ως «απαράδεκτη» για σκοπούς τουλάχιστον της Ένστασης σε Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση.

Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθηκε στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες αμφότερες οι πλευρές καταθέσαν στο Δικαστήριο. Επίσης, δόθηκε και χρόνος για προφορικές διευκρινήσεις. Οι αγορεύσεις των μερών έχουν μελετηθεί επισταμένα από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνω αναγκαίο να τις παραθέσω στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Αναφορά σε θέσεις των μερών θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της Αίτησης, εάν και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.    

Το Μέρος 32.6 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, κάτω από τον τίτλο «Διάταγμα Αντεξέτασης» έχει ως εξής:

«(1) Όταν σε ακρόαση άλλη από δίκη δίδεται γραπτή μαρτυρία, οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο άδεια αντεξέτασης του προσώπου το οποίο δίδει μαρτυρία.

(2) Αν το δικαστήριο δώσει άδεια, δυνάμει της παραγράφου (1) αλλά το εν λόγω πρόσωπο δεν παραστεί όπως απαιτεί το διάταγμα, η μαρτυρία του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.»

Το Μέρος 23 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 αναφέρεται στις Αιτήσεις έκδοσης δικαστικών διαταγμάτων. Το Μέρος 23.13 κάτω από τον τίτλο «Ακρόαση της αίτησης», προνοεί τα εξής σχετικά:

«(1) Η ακρόαση της Αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και στην ένσταση.

(2) Το δικαστήριο δύναται για καλό λόγο να επιτρέψει την αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου δίδει γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου η αντεξέταση του οποίου επιτρέπεται από οποιονδήποτε κανονισμό ή νόμο.

[….]»

Παρόμοια πρόνοια υπήρχε και στους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στη Δ.39, Θ. 1 και το όλο ζήτημα επαφιόταν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Ηalsbury’s Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ.878 και Αίτηση Αρ. 18/2008, Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκκου Χατζηλοϊζου, ημερ. 14/3/2008).

Η πρακτική, ως ίσχυε, ήταν ότι η αντεξέταση σε ενδιάμεσο στάδιο, γενικά, δεν ήταν κατάλληλη και μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις θα διδόταν αυτό το δικαίωμα. Η ίδια πρακτική, φαίνεται, να ακολουθείται και με βάση του Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, με ένα, όμως, πιο ανοιχτό πνεύμα από ότι προηγουμένως (βλ. Faruk and others v. Ruhman and others [2000] Lexis Citation 4671).

Παρόλα αυτά, είναι ξεκάθαρο ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψιν τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και τη φύση της διαδικασίας στην οποία αυτό γίνεται.

Στην Δήμος Λακατάμιας v. Γιώργου Στρατή, Πολ. Έφεση Αρ. Ε47/2025, Ημερομηνίας 28/05/2025, αποφασίστηκε ότι η προηγούμενη νομολογία αναφορικά με την ύπαρξη “καλού λόγου” εξακολουθεί να είναι διαφωτιστική και παράπεμψε στην Κόκκινου Μαρία v. Κυριάκου Κόκκινου (2016) 1 Α.Α.Δ. 2523 όπου λέχθηκαν τα εξής:

« «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.»

Στην Δήμος Λακατάμιας v. Γιώργου Στρατή (ανωτέρω) λέχθηκε, επίσης, ότι “Πέραν της ύπαρξης καλού λόγου, το άλλο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, εφόσον ασκεί διακριτική ευχέρεια, είναι η εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού, βλ. Μέρος 1.3.(1)(α) των Κανονισμών.”

Στην παρούσα περίπτωση, το αίτημα γίνεται στα πλαίσια Αίτησης για Συνοπτική Απόφαση και/ή παραμερισμού της αγωγής λόγω έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος.  Ο Κανονισμός 3.3(2)(α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διαγράψει δικόγραφο, αν διαπιστώσει ότι το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης. Το Δικαστήριο, όμως, δεν θα προχωρήσει σε διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης ή της υπεράσπισης, στην περίπτωση που υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.

Άντληση καθοδήγησης, αναφορικά με τον τρόπο που θα πρέπει να εφαρμόζεται ο πιο πάνω Κανονισμός, μπορεί να γίνει από την Αγγλική νομολογία η οποία έχει ερμηνεύσει αντίστοιχη πρόνοια που βρίσκεται στους CPR, r.3.4(2)(a). Στο σύγγραμμα BLACKSTONE’S CIVIL PRACTICE 2018, para. 33.8, p. 581, αναφέρονται τα εξής:

“According to Potter LJ in Partco Group Ltd v. Wragg [2002] EWCA Civ. 594, [2002] 2 Lloyd’s Rep 343 at [46], cases where striking out under CPR, R.3.4(2)(a), is appropriate include:

(a)Where the statement of case raises an unwinnable case where continuing the proceedings is without any possible benefit to the respondent and would waste resources on both sides (Harris v Bolt Burdon [2000] CPLR9); and

(b)Where the statement of case does not raise a valid claim or defence as a matter of law (Price Meats Ltd v Barclays Bank plc [2000] 2 All ER (Comm) 346)”   

Όταν, όμως, υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν ή όταν εγείρεται νομικό σημείο το οποίο δεν δύναται να απαντηθεί ξεκάθαρα και δεν είναι ξεκάθαρη η νομολογία επ’ αυτού, δεν θα πρέπει να διαγράφεται το δικόγραφο αλλά θα πρέπει να αφήνονται να αποφασιστούν στη δίκη (βλ. Hughes v Colin Richards & Co [2004] EWCA Civ. 266 και D v East Berkshire Community Health NHS Trust [2005] UKHL 23, [2005] AC 373).

Το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, αναφέρεται στην διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Οι λόγοι για την έκδοση μιας τέτοιας συνοπτικής απόφασης αναφέρονται στο Μέρος 24.2 το οποίο έχει ως ακολούθως:

 

«1. Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:

(α) κρίνει ότι:

     (i)   ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή ζητήματος· ή

     (ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»

 

Αναφορικά με τεστ το οποίο εφαρμόζεται για να καταδειχθεί η μη ύπαρξη πραγματικής προοπτικής επιτυχούς υπεράσπισης, που αναφέρεται στο Μέρος 24.2 των Κανονισμών, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το White Book 2021, παράγραφος 24.2.3:

 

“The following principles applicable to applications for summary judgment were formulated by Lewison J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) at [15] and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd's Rep. I.R. 301 at 24:

 

i) The Court must consider whether the claimant has a realistic as opposed to a fanciful prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91;

ii) A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8];

iii) In reaching its conclusion the Court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman;

iv) This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases, it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted with contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10];

v) However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550;

vi) Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] F.S.R. 3;

vii) On the other hand it is not uncommon for an application under Pt 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the Court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725.”

Παραπέμπω, επίσης, στην 1. Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολ. Έφεση Αρ. Ε86/2025, Ημερ. 11/02/2026 και 1. Χαράλαμπος Παναγή κ.α. v. Άντρια Γεωργίου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε26/2025, Ημερομηνίας 27/03/2026.

Στην παρούσα περίπτωση, ο Εναγόμενος ζητά στην ουσία τον παραμερισμό της Απαίτησης των Εναγόντων καθότι, κατά τους ισχυρισμούς του, αυτοί δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα Απαίτηση, υπό την ιδιότητα που επικαλούνται. Αμφισβητεί το νόμιμο της εκλογής του Ενάγοντα 1 και/ή Ενάγοντα 2 και κατά συνέπεια το δικαίωμα τους να διορίζουν τους υπόλοιπους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος για να αποδείξει την Αίτηση του, καταχώρησε μαρτυρία και εμπειρογνώμονα, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Οι Ενάγοντες, καταχώρησαν την δική τους μαρτυρία εμπειρογνώμονα με σκοπό να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου.

Όπως μπορεί να διακριθεί, τόσο από την υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Εναγόμενου όσο και από την αγόρευση του προς υποστήριξη του αιτήματος του για αντεξέταση του εμπειρογνώμονα των Εναγόντων, αυτό ζητείται με σκοπό να καταδειχθεί ότι ο εμπειρογνώμονας των Εναγόντων δεν κατέχει πτυχίο Θεολογίας και κατά συνέπεια η μαρτυρία του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Δηλαδή, ζητείται να αντεξεταστεί ο εμπειρογνώμονας των Εναγόντων, με σκοπό, στην ουσία, να καταδειχθεί κατά πόσο αυτός κατέχει τα απαραίτητα προσόντα για να γνωμοδοτήσει και αν όχι τότε να κληθεί το Δικαστήριο να απορρίψει την γνωμοδότηση του, να αποδεχτεί τη γνωμοδότηση του εμπειρογνώμονα του Εναγομένου και στο τέλος να αποφασίσει ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα Απαίτηση.

Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας που συνοδεύει, τόσο την Αίτηση όσο και την Ένσταση και τις εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων καθώς και τα αναφερόμενα προσόντα τους. Κρίνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί υπέρ αρκετή μαρτυρία για σκοπούς της Αίτησης.

Πέραν τούτου, παρά το ότι με την υπό κρίση Αίτηση έχει καθοριστεί το σημείο για το οποίο ζητείται η αντεξέταση του εμπειρογνώμονα των Εναγόντων και αυτό αφορά το ζήτημα του κατά πόσο ο κ. Κυριαζόπουλος κατέχει πτυχίο Θεολογίας, εντούτοις το όλο ζήτημα που εγείρεται από τον Εναγόμενο είναι στην ουσία η αξιολόγηση της Έκθεσης του εμπειρογνώμονα των Εναγόντων. Με άλλα λόγια ζητείται η αντεξέταση του εμπειρογνώμονα των Εναγόντων στο σημείο αυτό με απώτερο σκοπό να κληθεί το Δικαστήριο να επιλέξει μεταξύ αντικρουόμενων Εκθέσεων εμπειρογνωμοσύνης σε αμφισβητούμενα σημεία τους σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο.

Κρίνω ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η αντεξέταση, έστω και σε αυτό το σημείο, θα μετατραπεί η διαδικασία της Αίτησης σε δίκη (mini-trial) σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο κάτι το οποίο εκφεύγει του σκοπού της ενώπιον μου εκκρεμούσας διαδικασίας (βλ. Faruk and others v. Ruhman and others (ανωτέρω) και Sinton v. Maybourne Hotels Ltd and others [2024] EWHC 647 (KB)).

Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίσης Αίτησης, επισυνάπτει ως Έγγραφο 13, σχετική απάντηση του κ. Βαβούσκου, στην «αντιγνωμοδότηση», όπως την αποκαλεί του                  κ. Κυριαζόπουλου. Σε αυτή, προκύπτει να επικεντρώνεται στο να επεξηγεί το Κανονικό Δίκαιο και ποιοι μπορούν να εκφέρουν άποψη για αυτό. Αναφέρει ότι το Κανονικό Δίκαιο είναι μέρος της Θεολογικής Επιστήμης και διδάσκεται στις Θεολογικές Σχολές. Όπως αναφέρει «Απαραίτητη, λοιπόν, προϋπόθεση για την βαθεία και επισταμένη ενασχόληση με το Κανονικό Δίκαιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είναι η γνώση της Θεολογίας της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, δηλαδή της Ορθόδοξης Θεολογίας, καθότι οι Ιεροί Κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της Ανατολικής Ορθοδόξου Θεολογίας, γνωστικό αντικείμενο που, ασφαλώς, διδάσκεται στις Ορθόδοξες Θεολογικές Σχολές.

Πιο κάτω στην εν λόγω Απάντηση του, αναφέρει ότι: «Εξ όσων γνωρίζω, χωρίς να μπορώ να είμαι απόλυτα βέβαιος, ο κ. Κυριαζόπουλος δεν έχει κάποια ακαδημαϊκή αναγνώριση από Ορθόδοξη Θεολογική σχολή όπου διδάσκεται το Κανονικό Δίκαιο της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ούτε το αντίστοιχο πτυχίο θεολογίας. Αλλά ακόμα και να τα έχει, αυτό δεν τον καθιστά ειδικό εμπειρογνώμονα, εξειδικευμένο επί των Ιερών Κανόνων.» (η υπογράμμιση δική μου).

Ακολούθως, αναφέρεται στα προσόντα του κ. Κυριαζόπουλου για να καταλήξει ότι αυτά δεν τον καθιστούν «ορθόδοξο θεολόγο, εξειδικευμένο και έχοντα τα εχέγγυα να ερμηνεύσει τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.»

Εκείνο το οποίο προκύπτει, από τα πιο πάνω, είναι ότι το όλο ζήτημα, δεν φαίνεται να αφορά την κατοχή ή μη από τον κ. Κυριαζόπουλο πτυχίο Θεολογίας. Το ζήτημα είναι ευρύτερο και δεν αφορά μόνο τα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και συγκεκριμένες εκπαιδεύσεις και γνώσεις για το Κανονικό Δίκαιο της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τούτο επιρρώνει την πιο πάνω κατάληξη μου ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η αντεξέταση του κ. Κυριαζόπουλου, η διαδικασία της Αίτησης θα μετατραπεί σε δίκη και το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει τις γνώσεις και ικανότητες του κ. Κυριαζόπουλου να αναφέρεται στα θέματα που γνωματεύει αλλά και κατά πόσο ο κ. Βαβούσκος είναι πιο εξειδικευμένος σε αυτά τα ζητήματα.

Πέραν των πιο πάνω, είναι ορθή η θέση των Εναγόντων ότι σε περίπτωση που εγκριθεί το υπό κρίση αίτημα, θα δοθεί στην ουσία πλεονέκτημα και/η δικαίωμα στην πλευρά του Εναγόμενου να παρουσιάσει περαιτέρω μαρτυρία, μέσω της αντεξέτασης, στη βάση του Εγγράφου 13, η οποία δεν είχε παρουσιαστεί προηγουμένως.

Εν συντομία, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι το όλο ζήτημα αναφύεται να αφορά την αξιολόγηση εν όλω των Εκθέσεων του κ. Κυριαζόπουλου και των θέσεων που εκφράζει σε αυτές με απώτερο σκοπό να κριθούν μη αποδεκτές (inadmissible), όπως αναφέρει ο Εναγόμενος.     

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, τη φύση της εκκρεμούσας διαδικασίας για την οποία γίνεται το αίτημα και το τί πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, κρίνω ότι δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος του Εναγόμενου.

Τα πιο πάνω σφραγίζουν την τύχη της υπό κρίση Αίτησης χωρίς να χρειάζεται να ασχοληθώ με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης που δεν έχουν απαντηθεί με την ανωτέρω κατάληξη του Δικαστηρίου.

Κατά συνέπεια, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, κρίνω ορθό να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Αίτησης, στα πλαίσια της οποίας έγινε η παρούσα Αίτηση, αλλά σε κάθε περίπτωση να μην είναι εναντίον των Εναγόντων και εκδίδεται ανάλογη διαταγή. Τα έξοδα αυτά έχουν συμφωνηθεί από τους διαδίκους και ανέρχονται στο ποσό των €6,800 πλέον Φ.Π.Α. και καθορίζονται από το Δικαστήριο ως ανωτέρω.

 

                                                                                                (Υπ)………………………………..

                                                                                                            Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

Πρωτοκολλητής

 

 

    

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο