AFORTI PLC ν. Στέλιου Πλατή κ.α., Αριθμός απαίτησης: 459/2024, 19/10/2026
print
Τίτλος:
AFORTI PLC ν. Στέλιου Πλατή κ.α., Αριθμός απαίτησης: 459/2024, 19/10/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

                                                            Αριθμός απαίτησης: 459/2024 (i-justice)

 

Μεταξύ:

AFORTI PLC

Εναγόντων                                                                                                                 

 

και

 

                                           1.  Στέλιου Πλατή

                                           2.  M.A.P. Business Solutions Ltd

                                      3.  M.A.P. Corporate Services Limited

                                      4.  EPMAP Limited

                                                                                                        Εναγόμενων

--------------------

 

Αίτηση, ημερομηνίας 28/8/2025

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/10/2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για εναγόμενους 3 - αιτητές: κα Ε. Σκίτσα, για Δ. ΠΛΑΤΗ Δ.Ε.Π.Ε.

Για ενάγοντες - καθ’ ων η αίτηση: καμιά εμφάνιση

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με έντυπο απαίτησης, στις 27/5/2024. Στις 18/7/2024 καταχώρησαν τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και το ίδιο έκαναν και στις 26/7/2024. Με αυτό αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων, 1, 2, 3 και 4 τα ακόλουθα:

 

 

«Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ημερομηνίας 27/01/2021 είναι άκυρος και/ή παράνομος και/ή άνευ αποτελέσματος.

 

Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερομηνίας 27/01/2021 και κάθε παρεπόμενη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων είναι έγκυρη και σε ισχύ.

 

Γ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η ρήτρα στην παράγραφο 7.5.1 στη συμφωνία ημερομηνίας 27/01/2021 είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή υπέρμετρα δεσμευτική προς τους Ενάγοντες.

 

2. ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΑΞΙΩΝΟΥΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1, ΩΣ ΚΑΤΩΤΕΡΩ:

 

Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου για το ποσό των €335,500 ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και/ή άλλως πως αναφορικά με τον παράνομο και/ή άλλως πως μονομερή τερματισμό της συμφωνίας ημερομηνίας 27/01/2021.

 

Β. Νόμιμο τόκο επί παντός ποσού που θα επιδικάσει το σεβαστό Δικαστήριο, από την ημερομηνία που ήθελε αποφασίσει ορθή και δίκαιη το Δικαστήριο.

 

Г. Οποιαδήποτε άλλη Διαταγή ή θεραπεία την οποία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη το σεβαστό Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις.

 

Δ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα ιδιωτικής επίδοσης.

 

3. ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΑΞΙΩΝΟΥΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 2, ΩΣ ΚΑΤΩΤΕΡΩ:

 

Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου για το ποσό των €153,807.50 ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και/ή άλλως πως αναφορικά με τον παράνομο και/ή άλλως πως μονομερή τερματισμό της συμφωνίας ημερομηνίας 27/01/2021.

 

Β. Νόμιμο τόκο επί παντός ποσού που θα επιδικάσει το σεβαστό Δικαστήριο, από την ημερομηνία που ήθελε αποφασίσει ορθή και δίκαιη το Δικαστήριο.

 

Г. Οποιαδήποτε άλλη Διαταγή ή θεραπεία την οποία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη το σεβαστό Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις.

 

Δ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα ιδιωτικής επίδοσης.

 

 

4. ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΑΞΙΩΝΟΥΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 3, ΩΣ ΚΑΤΩΤΕΡΩ:

 

Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου για το ποσό των €374.460,61 ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και/ή άλλως πως αναφορικά με τη συμφωνία μεσεγγύησης ημερομηνίας 27/01/2021.

 

Β. Απόφαση και/ή Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου ότι η ρήτρα στην παράγραφο 11.1 στη συμφωνία μεσεγγύησης ημερομηνίας 27/01/2021 είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή υπέρμετρα δεσμευτική προς τους Ενάγοντες.

 

Β. Νόμιμο τόκο επί παντός ποσού που θα επιδικάσει το σεβαστό Δικαστήριο, από την ημερομηνία που ήθελε αποφασίσει ορθή και δίκαιη το Δικαστήριο.

 

Γ. Οποιαδήποτε άλλη Διαταγή ή θεραπεία την οποία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη το σεβαστό Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις.

 

Δ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα ιδιωτικής επίδοσης.

 

5. ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΑΞΙΩΝΟΥΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 4, ΩΣ ΚΑΤΩΤΕΡΩ:

 

Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου για το ποσό των €835,300 ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και/ή άλλως πως αναφορικά με τη συμφωνία ημερομηνίας 27/01/2021.

 

Β. Νόμιμο τόκο επί παντός ποσού που θα επιδικάσει το σεβαστό Δικαστήριο, από την ημερομηνία που ήθελε αποφασίσει ορθή και δίκαιη το Δικαστήριο.

 

Γ. Οποιαδήποτε άλλη Διαταγή ή θεραπεία την οποία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη το σεβαστό Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις.

 

Δ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα ιδιωτικής επίδοσης.»

 

Οι εναγόμενοι 3, στις 28/8/2025 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν:

 

«.Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση, όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή εντός οποιουδήποτε άλλου χρονικού διαστήματος ήθελε καθορίσει για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο, να παραχωρήσει προς όφελος της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας, χρηματική ασφάλεια για το ποσό των €34.077- ως ο συνημμένος κατάλογος εξόδων και/ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε κρίνει εύλογο υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο, με την κατάθεση του εν λόγω ποσού σε μετρητά στο Δικαστήριο.

 

Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της διαδικασίας (stay of proceedings) και/ή κάθε διαδικασίας στην πολιτική αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, για όσο χρονικό διάστημα ήθελε δοθεί στην Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση από το Δικαστήριο, για να παραχωρήσει προς όφελος της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας την αιτούμενη ασφάλεια εξόδων για το ποσό των €34.077 και/ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο, με τον τρόπο που αναφέρεται στη παράγραφο Α ανωτέρω και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε καθορίσει για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο.

 

Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να απορρίπτεται η παρούσα απαίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας/Καθ’ ης η Αίτηση, σε περίπτωση που δεν παραχωρήσει προς όφελος της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας εντός του χρονικού περιθωρίου που ήθελε ορίσει το Δικαστήριο την αιτούμενη ασφάλεια εξόδων για το αιτούμενο ποσό των €34.077 και/ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό, όπως αναφέρεται στο Αιτητικό υπό Α πιο πάνω και/ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε καθορίσει για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο.

 

Δ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον Φ.Π.Α..

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη, ο εκ των διευθυντών των εναγόμενων 3, Σωκράτης Παρπαρίνος. Σε αυτή αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

«…

 

3. Τα γεγονότα που αφορούν την Αίτηση, έχουν ως εξής:

 

i.           Η Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρισε Έντυπο Απαίτησης (χωρίς Έκθεση Απαίτησης) εναντίον της Εναγόμενης 3 με το οποίο αξιώνει αριθμό θεραπειών αναφορικά με ισχυριζόμενη συμφωνία μεσεγγύησης ημερ. 27/01/2021 και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό.

ii.         Στα πλαίσια της εν λόγω απαίτησης, στις 31/05/2024, η Ενάγουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση για προσωρινά διατάγματα στις 23/07/2024, εκδόθηκε μονομερώς απαγορευτικό διάταγμα, με το οποίο απαγορευόταν, στην Εναγόμενη 3, μεταξύ άλλων, να αλλοιώσει, μετατρέψει, απομείωσει ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέσει ή επιβαρύνει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο συνολικής αξίας μέχρι € 374.460,61 που είναι κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 3, τα οποία κατατέθηκαν από την Ενάγουσα. Στις 21/10/2024 το μονομερές εκδοθέν διάταγμα ημερ. 23/07/2024 ακυρώθηκε από το Δικαστήριο και η Ενάγουσα διατάχθηκε να πληρώσει στην Εναγόμενη 3 το ποσό των €134 έξοδα έκδοσης του διατάγματος, πλέον έξοδα τα οποία υπολογίσθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο για το ποσό των €3.463- με νόμιμο τόκο 5.5% από 08/08/2024 μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των € 3.366, τα οποία θα ήταν άμεσα πληρωτέα.

iii.        Από την καταχώρηση του Έντυπου Απαίτησης μέχρι και σήμερα, η Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχει καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης ως όφειλε.

iv.        Ως προκύπτει από το Έντυπο Απαίτησης, την αίτηση ημερ. 31/05/2024 αλλά και την Ένορκη Δήλωση του Δικηγόρου της Ενάγουσας, η οποία συνοδεύει την ανωτέρω αναφερόμενη αίτηση ημερ. 31/05/2024, η Ενάγουσα είναι αλλοδαπή εταιρεία με έδρα το Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, ήτοι βρίσκεται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 αντίγραφο από την σελίδα των Εταιρειών (Companies House) του Ηνωμένου Βασιλείου αναφορικά με την Ενάγουσα.

v.         Όπως με πληροφορεί η Αιτήτρια και εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, η Ενάγουσα δεν κατέχει ακίνητη ή κινητή περιουσία στην Κύπρο και σε περίπτωση που η απαίτησή της (αγωγή) απορριφθεί με έξοδα εις βάρος της, δεν έχει ικανοποιητική περιουσία εντός της δικαιοδοσίας με την οποία θα μπορούσε να καλύψει τυχόν εναντίον της επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα.

vi.        Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις 09/05/2025 οι Δικηγόροι της Αιτήτριας απέστειλαν προς τους Δικηγόρους της Ενάγουσας, απαίτηση πληρωμής των δικηγορικών εξόδων που επιδίκασε το Δικαστήριο τα οποία είναι άμεσα πληρωτέα. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 αντίγραφο της επιστολής και του συνημμένου Διατάγματος του Δικαστηρίου για πληρωμή. Μέχρι σήμερα, η Ενάγουσα παρέλειψε να προχωρήσει με οποιαδήποτε πληρωμή των δικηγορικών εξόδων προς την Αιτήτρια. Ως εκ τούτου, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι σε περίπτωση απόρριψης της απαίτησης της Ενάγουσας υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η Ενάγουσα να μην εξοφλήσει οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα δημιουργηθούν στα πλαίσια της απαίτησής της.

vii.       Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, υπάρχει σοβαρός και πραγματικός κίνδυνος ανυποταγής της Ενάγουσας σε ενδεχόμενη έκδοση διατάγματος εξόδων κατόπιν απόρριψης της απαίτησής της (αγωγής) με ενδεχόμενο οι Αιτήτριες να μην καταφέρουν να ανακτήσουν τα έξοδα με τα οποία θα επιβαρυνθούν στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο απαίτηση (αγωγή).

 

 

4. Όπως με πληροφορούν οι Δικηγόροι της Αιτήτριας και ειλικρινά πιστεύω, από το περιεχόμενο του Έντυπου Απαίτησης και της Αίτησης ημερ. 31/05/2024 για απαγορευτικά διατάγματα, φαίνεται ότι η Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχει καλή υπόθεση εναντίον της Αιτήτριας. Παραπέμπω σχετικά στο περιεχόμενο της ένορκης μου δήλωσης ημερ. 11/09/2025 που συνοδεύει την ένσταση της Αιτήτριας στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 31/05/2025, όπου περιγράφω τα γεγονότα της υπόθεσης και εξηγώ γιατί η Ενάγουσα δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας στην παρούσα υπόθεση.

 

5. Ειδικότερα, ως αναφέρθηκε ενόρκως στα πλαίσια της Ένστασης της Αιτήτριας, ημερομηνίας 11/09/2024, ο Εναγόμενος 1 συμβλήθηκε με την Ενάγουσα για την πώληση των μετοχών του στην Εναγόμενη 4 και κατόπιν διαπραγματεύσεων στις 27/01/2025 υπεγράφη Συμφωνία Πώλησης Μετοχών (εφεξής η «Συμφωνία»), η οποία τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Ως προνοούσε η Συμφωνία, η Ενάγουσα για την αγορά των μετοχών θα κατέβαλλε χρηματικά ποσά σε τρεις διαδοχικές φάσεις και θα λάμβανε τις ανάλογες μετοχές. Για σκοπούς εκπλήρωσης της Συμφωνίας, ο Εναγόμενος 1 και η Ενάγουσα ζήτησαν από την Εναγόμενη 3/Αιτήτρια να παρέχει υπηρεσίες ως Μεσεγγυούχος και ως εκ τούτου στις 27/01/2021 υπεγράφη Συμφωνία Μεσεγγύησης (εφεξής η «Συμφωνία Μεσεγγύησης»), η οποία τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Με την καταβολή του πρώτου μέρους του τιμήματος πώλησης, ήτοι του ποσού των €325.000 προς τον Εναγόμενο 1, η Ενάγουσα έλαβε ως αντάλλαγμα 198 μετοχές και το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης συμφωνήθηκε να τοποθετηθεί σε εμπίστευμα σύμφωνα με την Συμφωνία Μεσεγγύησης. Στα πλαίσια της Συμφωνίας, τα Συμβαλλόμενα μέρη είχαν συμφωνήσει όπως καταβάλλονται συγκεκριμένα ποσά και τα συμφωνημένα έξοδα από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο 1. Στη συνέχεια, η Συμφωνία για αγορά των μετοχών τερματίστηκε στις 06/12/2023 και η Ενάγουσα επέστρεψε τις 198 μετοχές που είχε λάβει στην Εναγόμενη 4.

 

6. Προέκυψε διαφωνία των συμβαλλόμενων μερών της Συμφωνίας αναφορικά με το ποσό που βρισκόταν στον Λογαριασμό Μεσεγγύησης. Σε μία προσπάθεια για επίλυση του εν λόγω ζητήματος που προέκυψε και σε συνέχεια πολλών επικοινωνιών, η Ενάγουσα υπέβαλε πρόταση προς την Εναγόμενη 3/Αιτήτρια προς εξώδικη διευθέτηση του ζητήματος, και κατόπιν συμφωνίας της Ενάγουσας που αποδεικνύεται γραπτώς, η Αιτήτρια μετέφερε από το Λογαριασμό Μεσεγγύησης το ποσό των €374.460,61 σε λογαριασμό της Εναγόμενης 4 που υπέδειξε ο Εναγόμενος 1, ενώ το ποσό των €415.776,38 μεταφέρθηκε σε λογαριασμό που υπέδειξε η Ενάγουσα. (Βλ. Τεκμήριο 38 της ένορκης δήλωσης μου ημερ. 11/09/2024). Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ενάγουσα έλαβε το ποσό €415.776,38 χωρίς να επιφυλάξει οποιοδήποτε δικαίωμα και χωρίς να παραπονεθεί για οτιδήποτε προς την Αιτήτρια. Ως εκ των πιο πάνω ειλικρινά πιστεύω ότι η Ενάγουσα καταχρηστικά προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 3.

 

7. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι της Αιτήτριας και όπως ειλικρινά πιστεύω, η Ενάγουσα δεν έχει νομική βάση να απαιτεί την καταβολή οποιουδήποτε ποσού από την Αιτήτρια και δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας στην Αγωγή. Για αυτό τον λόγο, ανεξάρτητα από την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια έχει καταχωρίσει αίτηση για συνοπτική απόφαση εναντίον της Ενάγουσας ημερ. 18/02/2024.

 

8. Όσον αφορά το ύψος των εξόδων για τα οποία η Αιτήτρια αιτείται όπως εκδοθεί σχετικό διάταγμα ασφάλειας εξόδων, οι Δικηγόροι της Αιτήτριας έχουν ετοιμάσει ενδεικτικό κατάλογο εξόδων, ο οποίος περιλαμβάνει τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί μέχρι στιγμής καθώς και αυτά που αναμένεται να δημιουργηθούν στη συνέχεια, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι το ποσό που απαιτείται να καταβληθεί ως ασφάλεια εξόδων είναι εύλογο και δεν θα αποστερήσει από την Ενάγουσα οποιοδήποτε δικαίωμα της για πρόσβαση στο Δικαστήριο.

 

9. Η Αιτήτρια επιφυλάσσει δε το δικαίωμά της όπως επανέλθει με νέα αίτηση για αύξηση του ποσού, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο.

 

….»

 

Οι ενάγοντες δεν συμμετέχουν στη διαδικασία της παρούσας αίτησης μα ούτε και καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Και τούτο, επειδή στις 24/6/2026 που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, είχε τεθεί όρος στους ενάγοντες, ότι για να δικαιούνται να συμμετάσχουν στη διαδικασία ακρόασης της αίτησης, αλλά και για να ληφθεί υπόψη η ένστασή τους σε αυτή, την οποίαν δεν είχαν καταχωρήσει ακόμη, θα έπρεπε να καταβάλουν σε τραπεζικό λογαριασμό που θα τους διδόταν από τους δικηγόρους των αιτητών, το ποσό των €1.500 έναντι των εξόδων τους για την παρουσία τους στο Δικαστήριο, στις 24/6/2026, καθώς και για την ετοιμασία και υποβολή της γραπτής αγόρευσής τους στο πλαίσιο της αίτησης.

 

Εν τέλει, ούτε ένσταση καταχώρησαν στην αίτηση μα ούτε και συμμορφώθηκαν με τον παραπάνω όρο που τους είχε τεθεί. Γεγονός το οποίο σημαίνει ότι η αίτηση θα κριθεί στη βάση της αναντίλεκτης μαρτυρίας των εναγόμενων 3.

 

 

Δεδομένου ότι οι ενάγοντες αποτελούν εταιρεία, η αίτηση διέπεται από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.

Στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση F.N. & A.G. DEVELOPERS LTD ν. BIEMAN LTD, Πολ. Έφ. Αρ.: 208/2023, ημερ. 28/4/2025 αναφέρονται τα εξής:

«Προκύπτει από τις πρόνοιες του Μέρους 26, αλλά και από την υποστηρικτική της επίδικης Αίτησης μαρτυρία, πως δεν τυγχάνει εφαρμογής το Μέρος 26 των νέων Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, αλλά, επειδή αφορά νομικό πρόσωπο με έδρα την Κύπρο, εφαρμογή έχει μόνο το Άρθρο 382 του Κεφ. 113. Επομένως, ο λόγος ένστασης αρ. 5, ο οποίος αναφέρεται στο πνεύμα των νέων Κανονισμών, δεν δύναται να ευσταθήσει και απορρίπτεται (βλέπε υπόθεση Κάρκας Αλουμίνια Λτδ v. Αχιλλέως, Πολιτική Έφεση Αρ. 279/2019, ημερομηνίας 23.12.2024).

 

Το Άρθρο 382 του Κεφ. 113, προνοεί τα εξής:

 

«Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.»

 

Στην υπόθεση American University of Cyprus (AUCY) Ltd κ.α. v. S.C.F.B. LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2022 (i-justice), ημερομηνίας 22.11.2023, με αναφορά σε σχετική νομολογία, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στην απόφαση Λεωνίδας Κίμωνος, ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, (2015) 1(Α) Α.Α.Δ. 147, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Ως προς το ουσιαστικό μέρος της αίτησης, αν δηλαδή η εφεσείουσα εταιρεία είναι ικανή ή όχι να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, όντως το Άρθρο 382* του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση η εφεσείουσα εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση και το γεγονός αυτό αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία (βλ. Genemp Trading Ltd (ανωτέρω) η οποία παραπέμπει στην Northhampton Goal, Iron & Waggon Co. v. Midland Wagon Co. [1878] 7 Ch.D. 500). Το βάρος επομένως απόδειξης ότι η εφεσείουσα εταιρεία έχει τη δυνατότητα να καταβάλει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης μετήλθε σ' αυτή...»

 

………………………………………………………………………………

 

 

Τίθεται, συναφώς το ερώτημα: έχει φανεί με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος το Εφετείο να πιστεύει ότι οι εφεσείοντες 1 είναι ανίκανοι να πληρώσουν τα έξοδα των εφεσιβλήτων αν η έφεση απορριφθεί; Έχουν, με άλλα λόγια, οι εφεσίβλητοι αποσείσει το βάρος του ισχυρισμού τους περί αφερεγγυότητας των εφεσειόντων 1 με αξιόπιστη μαρτυρία, ώστε να μετέλθει σ’ αυτούς το βάρος απόδειξης ότι έχουν τη δυνατότητα να καταβάλουν τα έξοδα των εφεσιβλήτων σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης;

 

 Στην DEMETRIS ELIA PROPERTIES LTD (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέλυσε την έννοια «ειδικές περιστάσεις», ως προβλέπεται στη Δ.35 Θ.2, με αναφορά και σε νομολογία, υποδεικνύοντας ότι ο όρος δεν περιορίζεται μόνο στο κριτήριο της έλλειψης περιουσίας ή οικονομικής ανικανότητας αλλά μπορεί να ικανοποιείται και από άλλα ανεξάρτητα κριτήρια ώστε να είναι δίκαιο να διαταχθεί ασφάλεια (Ayda Karaoglanian a.o. v. Hagop Boyadjian, (2016) 1 ΑΑΔ 1526). Έκρινε δε, ότι η απλή αναγραφή ότι έχει εκδοθεί ένταλμα κατάσχεσης κινητών για αντικείμενα σε συγκεκριμένη διεύθυνση και έχει επιστραφεί ανεκτέλεστο, πόρρω απέχει από την έννοια των ειδικών περιστάσεων. Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση στην οποία οι πρόνοιες του Άρθρου 382 περιορίζονται ουσιαστικά στην αδυναμία των εφεσειόντων να καταβάλουν τα έξοδα της έφεσης.

 

 Εις δε την STIRUP INVESTMENTS LTD (ανωτέρω), στην οποία εξετάστηκε ανάλογο αίτημα στη βάση του Άρθρου 382, λόγω μη επίκλησης της Δ.35 Θ.2, λέχθηκε:

 

«Είναι κατάληξη μας ότι τα στοιχεία δεν είναι τέτοια που να καταδεικνύουν προφανή αφερεγγυότητα της Εφεσείουσας/Καθ' ης η Αίτηση. Το γεγονός της μη εξόφλησης από μέρους της των εξόδων των Εφεσίβλητων/Αιτητών της πρωτόδικης διαδικασίας, σε συνάρτηση με το γεγονός της καταχώρησης αίτησης διάλυσης της Εφεσείουσας εταιρείας από μέρους των Εφεσιβλήτων/Αιτητών, που σε κάποιο στάδιο αποσύρθηκε λόγω μη επίδοσης, από μόνα τους δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα είναι αφερέγγυα εταιρεία. Η αναφορά στην παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση «Αφού κατέστη αδύνατον να επιδοθεί η εν λόγω αίτηση μετά από σχετική έρευνα που έκαναν οι Εφεσίβλητοι μέσω των δικηγόρων τους, ανακάλυψαν ότι η εφεσείουσα έχει χρέη τα οποία δεν δύναται να καταβάλει και είναι αφερέγγυος» χωρίς την παρουσίαση συγκεκριμένων στοιχείων για την περιουσία που κατέχει η εφεσείουσα ή τα χρέη της, κρίνουμε ότι δεν είναι ικανοποιητική προς στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυα ή αδυνατεί να πληρώσει τα έξοδα της έφεσης αν και είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού. Μάλιστα η εξακολούθηση εγγραφής της εταιρείας στο Μητρώο Εταιρειών οδηγεί σε αντίθετη διαπίστωση. Καταλήγουμε ότι η διακριτική μας ευχέρεια, θα πρέπει να ασκηθεί, σε βάρος της αίτησης.»

 

 Έχοντας υπόψη τα στοιχεία που αφορούν την παρούσα περίπτωση, καταλήγουμε ότι αυτά δεν είναι τέτοια που να φανερώνουν αφερεγγυότητα των εφεσειόντων 1 και αδυναμία τους να καταβάλουν τα έξοδα των εφεσιβλήτων σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Η επιστροφή εντάλματος κατάσχεσης κινητών σε συγκεκριμένη διεύθυνση ως ανεκτέλεστου, από μόνη της, αλλά και ιδιαιτέρως υπό περιστάσεις ως αναλύονται ανωτέρω, κρίνουμε ότι ουδόλως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι εφεσείοντες 1 είναι αφερέγγυοι, ώστε το βάρος να μετέλθει σ’ αυτούς να αποδείξουν ότι είναι σε θέση να καταβάλουν τα έξοδα των εφεσιβλήτων σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης.»

 

 

…..

  

Ως προς τον λόγο ένστασης αρ. 1, και δη πως με την έγκριση της Αίτησης οι Καθ’ ων η Αίτηση θα αποστερηθούν του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, τον κρίνουμε, επίσης, αβάσιμο και παραπέμπουμε στα όσα ειπώθηκαν σε πρόσφατη νομολογία (βλέπε Demetris Elia Properties Ltd v. Κούρρη, Πολιτική Έφεση Αρ. 286/2019, ημερομηνίας 18.09.2023) τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

«Το ζήτημα παροχής ασφάλειας εξόδων από διάδικο o οποίος είναι εταιρεία, ρυθμίζεται ειδικά από το Άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο «πρέπει να αποτελεί την αφετηρία εξέτασης τέτοιων αιτήσεων όταν στρέφονται εναντίον εταιρειών» (G. K. Theonell Building & Construction Ltd v. AIG Europe Limited, Πολιτική Έφεση 98/17, ημερ. 03.06.2019, ECLI:CY:AD:2019:A249, ECLI:CY:AD:2019:A249).

 

 Το Άρθρο 382 του Κεφ. 113 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε Δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου αν αυτός πετύχει στην Υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.»

 

 Στην απόφαση G. K. Theonell Building & Construction Ltd v. AIG Europe Limited (ανωτέρω), τονίστηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το Άρθρο 382 του Κεφ. 113:


«Οι πρόνοιες του άρθρου 382 εξετάστηκαν πρόσφατα στην
Y. Liasides Developers Ltd v. Μιχαήλ κ.α., Πολιτική Έφ. 123/2012, ημερ. 2.6.2017, ECLI:CY:AD:2017:A211, ECLI:CY:AD:2017:A211, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Θα πρέπει, κατ΄ αρχάς, να λεχθεί ότι, σε αντιδιαστολή προς τη γενική ρύθμιση περί παροχής ασφάλειας εξόδων δια της Διαταγής 60 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το εν λόγω άρθρο 382 αποτελεί ειδική πρόνοια, με την οποία ρυθμίζεται το ζήτημα της παροχής ασφάλειας εξόδων από εταιρείες.

 

Αναφορικά µε φυσικά πρόσωπα, αποκρυσταλλωμένη είναι η αρχή ότι δεν εκδίδεται διάταγμα για παροχή ασφάλειας εξόδων εναντίον ενάγοντα ο οποίος στερείται µέσων. Όπως ετέθη στην Cowell ν. Taylor (1885) 31 Ch D 34, 38 «the general rule is that poverty is no bar to a litigant, that, from time immemorial, has been the rule at common law, and also, in equity». Άλλως η διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο (Conway v. Ηλία (2002) 1 ΑΑΔ 1653).

 

Τέτοια αρχή, όμως, δεν ισχύει προκειμένου περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, όπου ο κανόνας αντιστρέφεται. Το ζήτημα εξηγείται από τον Megarry V‑C στην υπόθεση Pearson ν. Naydler [1977] 3 ΑΙΙ ER 531, 532, µε αναφορά στο άρθρο 447 του Companies Act 1948[1], το οποίο αντιστοιχούσε στο άρθρο 382 του δικού µας Νόµου:

 

"In the case of a limited company, there is no basic rule conferring immunity from any liability to give security for costs. The basic rule is the opposite; section 447 applies to all limited companies, and subjects them all to the liability to give security for costs. The whole concept of the section is contrary to the rule developed by the cases that poverty is not to be made a bar to bringing an action. There is nothing in the statutory language (the substance of which goes back at least as far as the Companies Act 1862, section 69) to indicate that there are any exceptions to what is laid down as a broad and general rule for all limited companies. Nor is it surprising that there should be such a rule. A man may bring into being as many limited companies as he wishes, with the privilege of limited liability; and section 447 provides some protection for the community against litigious abuses by artificial persons manipulated by natural persons. One should be as slow to whittle away this protection as one should be to whittle away a natural person's right to litigate despite poverty."»

 

Η νομοθετική πρόνοια του άρθρου 382, ερμηνευόμενη ως άνω, κατισχύει της διαδικαστικής ρύθμισης της Δ.35, κ.2 η οποία προϋποθέτει «ειδικές περιστάσεις» ώστε να διαταχθεί η παροχή ασφάλειας.»»

 

 

Με υπαγωγή της ενώπιόν μου αναντίλεκτης και κατ’ επέκταση, αξιόπιστης μαρτυρίας, σ’ όλες τις παραπάνω αρχές κρίνω υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος να πιστεύω ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι αποτελούν εταιρεία είναι ανίκανοι να πληρώσουν τα έξοδα των εναγόμενων 3, εάν αυτοί πετύχουν στην υπεράσπισή τους, επομένως, το αίτημά τους, να τους δοθεί ασφάλεια για τα έξοδά τους, είναι απολύτως δικαιολογημένο.

 

Με μόνο λόγο ότι οι ενάγοντες επέλεξαν να μην καταχωρήσουν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση σε συνδυασμό και με την παράλειψή τους να καταβάλουν στους δικηγόρους των εναγόμενων 3 το ποσό των €1.500 που αποτελούσε συμφωνημένο όρο προκειμένου να τους επιτραπεί να συμμετάσχουν στη διαδικασία ακρόασης της αίτησης, καταφαίνεται τόσο η ανικανότητά τους να πληρώσουν τα έξοδα των εναγόμενων 3 σε περίπτωση που πετύχουν στην υπεράσπισή τους όσο και η έμμεση ομολογία τους, ότι μάλλον δεν φαίνεται να πιστεύουν και ιδιαίτερα στην  δύναμη/ισχύ της υπόθεσής τους.

 

Οι εναγόμενοι 3 με τον ενδεικτικό κατάλογο εξόδων που έχουν υποβάλει απαιτούν το ποσό των €34.077. Και μάλιστα, χωρίς να περιλαμβάνεται στο ποσό αυτό ο Φ.Π.Α. Έχω τη γνώμη, ότι το ποσό αυτό είναι κάπως υπερβολικό και διογκωμένο. Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις, το ποσό των €25.000, πλέον Φ.Π.Α, είναι εύλογο και αποτελεί ικανοποιητική ασφάλεια/εγγύηση για τα έξοδά τους.

 

Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι ενάγοντες διατάσσονται να δώσουν ασφάλεια για τα έξοδα των εναγόμενων 3, για το ποσό των €25.000, πλέον Φ.Π.Α.. Το ποσό αυτό να δοθεί, είτε με την κατάθεσή του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με όποιο τρόπο ήθελε γίνει αποδεκτός από τον Πρωτοκολλητή είτε με παράδοση τραπεζικής εγγύησης στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εντός 60 ημερών από σήμερα.

 

Κάθε περαιτέρω διαδικασία αναστέλλεται μέχρι και την κατάθεση του πιο πάνω ποσού. Σε περίπτωση μη κατάθεσής του εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και απορριφθείσα, με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 3 και σε βάρος των εναγόντων.

 

Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής:

 

Οι εναγόμενοι 3, οι οποίοι υπέχουν θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούνται στα έξοδα της αίτησης. Ωστόσο, επειδή, χωρίς εύλογη αιτία απέστησαν του, με βάση τον κανονισμό 9(1), καθήκοντός τους να με βοηθήσουν να προβώ σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων τους σύμφωνα με τον κανονισμό 7 του ίδιου Μέρους, καθώς δεν υπόβαλαν ποτέ κατάλογο εξόδων, κάτι που όφειλαν να είχαν κάνει, το αργότερο, δυο μέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης, σε εφαρμογή της παραγράφου 2 του κανονισμού 9, η επί του προκειμένου παράλειψή τους θα ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό των εξόδων τους.

 

Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη και όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που διέπει το θέμα, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, μειωμένα κατά το ήμισυ και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 3 και σε βάρος των εναγόντων.

 

 

                                                                         (Υπ.) …..…………………………

                                                                                    Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

/ΚΚ

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο