ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός Απαίτησης: 833/2024
Μεταξύ:
1. SOLIBAY CAPITAL PARTNERS LTD
2. KONSTANTIN SOROKIN
Εναγόντων
και
1. GERD KURT JAKOB
2. PRUDENTIA CAPITAL (CYPRUS) LIMITED
3. PRUDENTIA SUSTAINABLE INVESTMENTS LIMITED
4. SERENITAS ICC
5. VALLA LIMITED
6. SUSSEX GLOBAL CAPITAL (CYPRUS) LIMITED
Εναγόμενων
------------------
Αίτηση, ημερομηνίας 1/12/2025
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15/10/2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για εναγόμενους 2, 3 και 6 - αιτητές: κ. Θ. T. Οικονόμου, για Theodoros Economou LLC
Για ενάγοντες 1 και 2 - καθ’ ων η αίτηση: C.D. MESSIOS LLC
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι ενάγοντες 1 και 2 καταχώρησαν την αγωγή τους με έντυπο απαίτησης αρ.4, στις 9/9/2024. Στις 9/10/2024 καταχώρησαν διορθωμένο έντυπο απαίτησης και στις 6/8/2025, τροποποιημένο έντυπο απαίτησης. Στις 2/9/2025 καταχώρησαν έκθεση απαίτησης.
Με αυτή αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων τα ακόλουθα:
«Α. Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις δια τις ζημίες τις οποίες οι Ενάγοντες υπέστησαν συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή συνομωσίας προς εξαπάτηση και/ή αθέμιτου πλουτισμού και/ή συνεπεία των ουσιωδώς δολίων και/ή αναληθών και/ή ψευδών και/ή αμελών καταχωρήσεων και/ή παραστάσεων, και/ή διαβεβαιώσεων και/ή δηλώσεων και/ή ευρημάτων που περιέχονται και/ή αποτελούν μέρος σειράς προφορικών δηλώσεων και/ή επιστολών και/ή ηλεκτρονικών μνημάτων και/ή εγγράφων και/ή προφορικών συμφωνιών που έδωσαν οι Εναγόμενοι και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς και/ή που αποτελούν συμφωνίες που συνομολογήθηκαν μεταξύ των Εναγόντων και/ή οποιονδήποτε από αυτούς από την μια πλευρά και των Εναγόμενων και/ή οποιονδήποτε από αυτούς από την άλλη, ως αυτά ετοιμάστηκαν και/ή έγιναν και ή συντάχθηκαν από τους Εναγόμενους σε συνεργασία και/ή ως μέρος της συνομωσίας μεταξύ όλων των Εναγόμενων κατόπιν υπόδειξης και/ή ως μέρος της συνομωσίας άμεσα και/ή έμμεσα μεταξύ των Εναγόμενων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6 και στις καταχωρήσεις και/ή παραστάσεις, και/ή διαβεβαιώσεις και/ή ως δηλώσεις που έγιναν από τους Εναγόμενους και/ή του Εναγόμενου 1 και/ή από κάθε ένα από αυτούς ξεχωριστά κατά διάφορες ημερομηνίες και συνεπεία των οποίων οι Ενάγοντες και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς βασίστηκαν επί αυτών και/ή δελεάσθηκαν να συνομολογήσουν συμφωνίες και/ή να επενδύσουν και/ή να αγοράσουν μετοχές και/ή να παραχωρήσουν δάνεια και/ή ως πλήρη αποτυχία παροχής αντίτιμου (total failure of consideration) και/ή ως μετοχές που έλαβαν και/ή ως δάνεια που έδωσαν σε διάφορες εταιρείες ως ακολούθως και/ή άλλως πως:
i. USD 3. 000.000 που δόθηκαν σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν στην Εταιρεία Bankhaus Main AG, πλέον της αξίας του αναλογικού κέρδους από την πώλησης των μετοχών της Conet.
ii. €1,116,471 και €125.000 ως δάνειο πλέον τόκο ύψους 10% από το 2015 μέχρι εξοφλήσεως σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν στην Εταιρεία Deutsche Eco AG.
iii. USD 5.000.000 που δόθηκαν σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν στις Εταιρείες ROCKLANE INVESTMENTS LIMITED και RIGS HOLDING (CYPRUS) LTD.
Β. Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για τις ζημίες τις οποίες οι Ενάγοντες υπέστησαν και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς κατά την αγορά μετοχών σε εταιρείες και/ή του δανεισμού προς αυτές ως αναφέρονται και στην πιο πάνω παράγραφο, και επιπρόσθετα ένεκα της αμέλειας και/ή σοβαρής αμέλειας και/ή παντελής αποτυχίας των Εναγόμενων και/ή οποιωνδήποτε από αυτών να ασκήσουν τη δέουσα επιμέλεια και/ή με πλήρη αδιαφορία για το αβάσιμο των όσων δήλωσαν και/ή παρίσταναν στους Ενάγοντες και/ή λόγω σοβαρής δόλιας απόκρυψης και/ή ένεκα της δόλιας και/ή αμελούς διαστρέβλωσης των οικονομικών δεδομένων των πιο κάτω αναφερόμενων Εταιρειών και/ή Εταιρικών ή άλλων σχημάτων και/ή ένεκα των αναληθών προβλέψεων των κερδών τους, οι οποίες προβλέψεις βασίστηκαν επί οικονομικών και/ή λογιστικών στοιχείων τα οποία ήταν ψευδή και/ή αναληθή και τα οποία ετοιμάστηκαν και/ή παρουσιάστηκαν στους Ενάγοντες από τον Εναγόμενο 1 και/ή κατόπιν υπόδειξης του και/ή ως μέρος της συνομωσίας μεταξύ των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6 ένεκα των ανακριβών και/ή παραπλανητικών και/ή μη δικαιολογημένων εκ των πραγμάτων και/ή αμελών συμβουλών που έλαβαν οι Ενάγοντες από τον Εναγόμενο 1 και που οδήγησαν στις ζημίες ως ακολούθως και/ή άλλως πως:
i. USD 3. 000.000 που δόθηκαν σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν στην Εταιρεία Bankhaus Main AG πλέον της αξίας του αναλογικού κέρδους από την πώλησης των μετοχών της Conet.
ii. €1,116,471 και €125.000 ως δάνειο πλέον τόκο ύψους 10% από το 2015 μέχρι εξοφλήσεως σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν στην Εταιρεία Deutsche Eco AG.
iii. USD 5.000.000 που δόθηκαν σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν στις Εταιρείες ROCKLANE INVESTMENTS LIMITED και RIGS HOLDING (CYPRUS) LTD.
Γ. Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για τις ζημίες τις οποίες οι Ενάγοντες υπέστησαν και/ή που προκάλεσαν οι Εναγόμενοι και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς με τις ανακριβές και/ή αναληθής παραστάσεις και/ή βεβαιώσεις γεγονότων που ώθησαν τους Ενάγοντες και/ή οποιοδήποτε από αυτούς να συνομολογήσουν γραπτώς και/ή προφορικώς συμβάσεις οι οποίες κατέληξαν να ήταν ζημιογόνες για τα αθώα μέρη ήτοι τους Ενάγοντες και/ή άλλως πως, ως ακολούθως:
i. USD 3. 000.000 που δόθηκαν σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν στην Εταιρεία Bankhaus Main AG πλέον της αξίας του αναλογικού κέρδους από την πώλησης των μετοχών της Conet.
ii. €1,116,471 και €125.000 ως δάνειο πλέον τόκο ύψους 10% από το 2015 μέχρι εξοφλήσεως σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν στην Εταιρεία Deutsche Eco AG.
iii. USD 5.000.000 που δόθηκαν σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν στις Εταιρείες ROCKLANE INVESTMENTS LIMITED και RIGS HOLDING (CYPRUS) LTD.
Δ. Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για τις ζημίες τις οποίες οι Ενάγοντες υπέστησαν ή και που προκάλεσαν οι Εναγόμενοι και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς που απορρέουν από την μεταξύ τους συνομωσία και τις ανακριβείς και/ή αναληθείς παραστάσεις και/ή βεβαιώσεις γεγονότων που ώθησαν τους Ενάγοντες και/ή οποιοδήποτε από αυτούς να συνομολογήσουν συμβάσεις και/ή να επενδύσουν χρήματα οι οποίες κατέληξαν να ήταν ζημιογόνες για τα αθώα μέρη ήτοι τους Ενάγοντες.
Ε. Γενικές και/ή ειδικές ή και παραδειγματικές αποζημιώσεις για τις ζημίες τις οποίες οι Ενάγοντες υπέστησαν και/ή που προκάλεσαν οι Εναγόμενοι και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς που απορρέουν από την παράβαση του χρηματοοικονομικού καθηκόντων (fiduciary duty) του Εναγόμενου 1.
ΣΤ. Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για τις ζημίες τις οποίες οι Ενάγοντες υπέστησαν ή και που προκάλεσαν οι Εναγόμενοι και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς που απορρέουν από την ψευδή τήρηση χρηματοοικονομικών αρχείων και/ή λογαριασμών (false accounting).
Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να υποχρεώνει τους Εναγόμενους και/ή κάθε ένα από αυτούς ξεχωριστά από να παρουσιάσουν όλα τα λογιστικά τους βιβλία και/ή όλους τους τραπεζικούς και/ή παρόμοιους λογαριασμούς σε άλλης μορφής χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή και παρόμοια σε πραγματικά χρήματα και/ή συνάλλαγμα (real currency και/ή σε νοητά χρήματα και/ή κρυπτοσυνάλλαγμα (virtual/crypto currency) που έλαβαν και/ή διαχειρίστηκαν και/ή διοχέτευσαν σε τρίτους κατά οποιοδήποτε τρόπο από τους Ενάγοντες και/ή από οποιοδήποτε από αυτούς.
Η. Γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για τις ζημίες τις οποίες οι Ενάγοντες υπέστησαν και/ή προκάλεσαν οι Εναγόμενοι και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς σαν αποτέλεσμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού που προέκυψε προς όφελος των Εναγόμενων και σε βάρος των Εναγόντων συνέπεια των πράξεων και/ή των παραλήψεων των Εναγόμενων και/ή οποιοδήποτε εξ αυτών.
Θ. Γενικές αποζημιώσεις για απώλεια ευκαιριών και/ή για διαφυγόντα κέρδη.
Ι. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία κρίνει δίκαιο και σκόπιμο να δώσει υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο.
ΙΑ. Νόμιμο τόκο επί οποιουδήποτε ποσού ήθελε το Δικαστήριο επιδικάσει εναντίον οποιουδήποτε εκ των Εναγόμενων.
ΙΒ. Έξοδα και Φ.Π.Α.»
Οι εναγόμενοι 2, 3 και 6, στις 2/10/2025 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και την 1/12/2025 την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν:
«Α. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Ενάγοντες, εντός 7 ημερών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος, να δώσουν πρόσθετες πληροφορίες σε σχέση με την Έκθεση Απαίτησης τους και/ή να παράσχουν τις ακόλουθες διευκρινίσεις:
1. Παρ. 1 της Έκθεσης Απαίτησης: Πότε έλαβε χώρα (ημερομηνία) η κατ’ ισχυρισμόν εκχώρηση των δικαιωμάτων και αξιώσεων και/ή του χαρτοφυλακίου των Solibay Investments Limited και της Balcatta Overseas Ltd προς την Ενάγουσα 1;
2. παρ. 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης: Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία επένδυσαν στις Εταιρείες Bankhaus Main AG, Deutsche Eco, ROCKLANE INVESTMENT LIMITED/RIGS HOLDING CYPRUS;
3. παρ. 10 της Έκθεσης Απαίτησης: Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία προέβηκαν σε επενδύσεις στις Bankhaus Main AG, Deutsche Eco, ROCKLANE INVESTMENT LIMITED/RIGS HOLDING CYPRUS.
4. παρ. 10(α), της Έκθεσης Απαίτησης: Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία επένδυσαν $3.000.000 περίπου στην Bankhaus Main AG;
5. παρ. 10(β) της Έκθεσης Απαίτησης: Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία επένδυσαν €1.250.000 περίπου στην Deutsche Eco;
6. παρ. 10(γ) της Έκθεσης Απαίτησης: Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία επένδυσαν $5.000.000 στις ROCKLANE INVESTMENT LIMITED/RIGS HOLDING CYPRUS;
7. παρ. 15 της Έκθεσης Απαίτησης: Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία αγόρασαν μετοχές της RG Securities AG; Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία παραχώρησαν το εν λόγω ποσό ως κεφαλαιουχική εισφορά στην RG Securities AG;
8. παρ. 20 της Έκθεσης Απαίτησης: Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία παρείχαν δάνειο στην BHM ύψους €500.000;
9. παρ. 25 της Έκθεσης Απαίτησης: Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία κατέχουν τις μετοχές της Fossett;
10. παρ. 30 της Έκθεσης Απαίτησης: Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία επένδυσαν ίδια κεφάλαια/μετοχικό κεφάλαιο ύψους €1.116.471;
11. παρ. 31 της Έκθεσης Απαίτησης: Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία παρείχαν επιπρόσθετο δάνειο ύψους €125.000 στην DE;
12. Παρ. 42 της Έκθεσης Απαίτησης: Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία πραγματοποίησαν επένδυση ύψους 5 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ;
13. Παρ. 50 της Έκθεσης Απαίτησης: Ποια είναι τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία παραχώρησαν το ποσό των USD 5.000.000 ως επενδύσεις ιδίων κεφαλαίων/μετοχικού κεφαλαίου και/ή για την αγορά μετοχών και/ή άλλως πως σχετικά με τις επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν στην ROCKLANE INVESTMENTS LIMITED και RIGS HOLDING (CYPRUS) LTD
Β. …»
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο δικηγόρος και συνεργάτης στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων 2, 3 και 6, Ελευθέριος Οικονόμου. Σε αυτή αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Αφού έτυχε μελέτης η έκθεση απαίτησης από τους δικηγόρους των εναγόμενων, αυτοί, στις 7/10/2025 απέστειλαν προς τους δικηγόρους των εναγόντων προκαταρκτικό αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες και διευκρινίσεις σε σχέση με την έκθεση απαίτησης, ως προνοείται στο Μέρος 19 των ΚΠΔ. Με το προκαταρκτικό αίτημα δόθηκε προθεσμία στους ενάγοντες για να παράσχουν τις αιτούμενες πληροφορίες και διευκρινίσεις μέχρι τις 21/10/2025. Δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απάντηση μέχρι τότε. Ακολούθησαν τηλεφωνικές επικοινωνίες του κ. Οικονόμου με τους δικηγόρους των εναγόντων και η ενημέρωση που λάμβανε ο πρώτος ήταν ότι οι δεύτεροι βρίσκονταν σε συζητήσεις με τους πελάτες τους αναφορικά με το αίτημα για πληροφορίες και διευκρινίσεις. Πέραν των τηλεφωνικών επικοινωνιών, είχαν σταλεί και δύο ηλεκτρονικά μηνύματα προς τους δικηγόρους των εναγόντων (στις 29/10/2025 και 19/11/2025) προς υπενθύμιση αναφορικά με το προκαταρκτικό αίτημα. Στις 26/11/2025, οι δικηγόροι των εναγόντων απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα προς τους δικηγόρους των εναγόμενων με το οποίο ουσιαστικά ενημέρωσαν ότι το προκαταρκτικό αίτημα απορρίπτεται.
Σύμφωνα με το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, «όλες οι αιτούμενες πληροφορίες και τα απαιτούμενα στοιχεία τεκμηρίωσης βρίσκονται ήδη εις γνώσιν των εναγόμενων, καθότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της επιστολής του προδικαστικού πρωτοκόλλου που τους επιδόθηκε».
Εν όψει της άρνησης των εναγόντων να παράσχουν τις αιτούμενες πληροφορίες, οι εναγόμενοι προχώρησαν αμέσως μετά με την καταχώριση της παρούσας αίτησης με την οποία αξιώνουν τις αιτούμενες πληροφορίες και διευκρινίσεις.
Από μια ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης προκύπτει ότι οι αιτούμενες πληροφορίες και διευκρινίσεις είναι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, για να ξεκαθαρίσει μέσω των δικογράφων ποιοι είναι οι ισχυρισμοί των εναγόντων και ποια είναι τα επίδικα θέματα.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, η ενάγουσα 1 είναι «λήπτρια και/ή η δικαιούχος εταιρεία των εκχωρηθέντων δικαιωμάτων και αξιώσεων και/ή του χαρτοφυλακίου της Solibay Investments Limited και της Balcatta Overseas Ltd…» Στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ότι «Η αναφορά σε «Ενάγοντες» περιλαμβάνει επίσης τις εταιρείες των οποίων τα χαρτοφυλάκια ανέλαβαν και/ή στα οποία είναι δικαιούχος η ενάγουσα 1.»
Ως αποτέλεσμα, σε διάφορα σημεία στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά σε «Ενάγοντες» χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε διάκριση εάν η κάθε αναφορά αφορά την ενάγουσα 1 ή οποιαδήποτε από τις εταιρείες οι οποίες έχουν εκχωρήσει τα δικαιώματα τους στην ενάγουσα 1, ήτοι τις εταιρείες Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas Ltd.
Όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, η απαίτηση των εναγόντων αφορά ζημιά η οποία επήλθε από επενδύσεις «στις Εταιρείες Bankhaus Main AG, Deutsche Eco, ROCKLANE INVESTEMENTS/RIGS HOLDING CYPRUS» (παρ. 7 της έκθεσης απαίτησης). Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 10 και 11 της έκθεσης απαίτησης όπου συνοψίζονται οι επενδύσεις, αλλά και στις υπόλοιπες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης όπου περιγράφονται οι εν λόγω επενδύσεις.
Δεν διασαφηνίζεται σε κανένα σημείο της έκθεσης απαίτησης, ποιο είναι το πρόσωπο το οποίο προέβη σε κάθε επένδυση. Οι αιτούμενες πληροφορίες και διευκρινίσεις ακριβώς αποσκοπούν στο να ξεκαθαρίσει ποια εταιρεία προέβη σε κάθε επένδυση. Με άλλα λόγια, να ξεκαθαρίσει εάν πρόκειται για την Solibay Investments Limited και/ή Balcatta Overseas Ltd και/ή την ενάγουσα 1.
Πέραν του καθήκοντος των εναγόντων να δικογραφήσουν με σαφήνεια ποιο πρόσωπο προέβη σε κάθε επένδυση υπάρχει και μια άλλη διάσταση του ζητήματος η οποία είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω και όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα 1 φέρεται να είναι ο εκδοχέας (assignee) δικαιωμάτων και αξιώσεων των εταιρειών Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas Ltd. Εγείρεται σοβαρό ζήτημα το οποίο άπτεται, μεταξύ άλλων, της νομιμοποίησης της ενάγουσας 1 να εγείρει την παρούσα απαίτηση, εφόσον, στη βάση του άρθρου 16 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, απαγορεύεται οποιαδήποτε εκχώρηση δικαιώματος ή ευθύνης σε σχέση με αστικό αδίκημα.
Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι προτίθενται να εξετάσουν το ενδεχόμενο καταχώρισης αίτησης για απόρριψη και παραμερισμό της απαίτησης, στη βάση του ότι η ενάγουσα 1 δεν δύναται να την προωθεί ως εκδοχέας.
Με δεδομένο όμως ότι η έκθεση απαίτησης είναι συνταγμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να μην καθίσταται σαφές ότι η ενάγουσα 1 εγείρει την απαίτηση αποκλειστικά ως εκδοχέας (assignee) των δικαιωμάτων και αξιώσεων των εταιρειών Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas Ltd είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί από τους ενάγοντες, ποια είναι τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί στις επενδύσεις, αντικείμενο της απαίτησης. Εάν τα πρόσωπα αυτά είναι οι εταιρείες Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas Ltd (και όχι η ενάγουσα 1) τότε θα καταστεί πλέον σαφές από την έκθεση απαίτησης ότι αυτές είναι οι εταιρείες οι οποίες έχουν κατ’ ισχυρισμόν υποστεί ζημιά μέσω των επενδύσεων και είναι τα κατ’ ισχυρισμόν θύματα των αστικών αδικημάτων. Θα καταστεί επίσης σαφές, ότι η ενάγουσα 1 δεν υπέστη η ίδια οποιαδήποτε ζημιά από τις επενδύσεις και ούτε ήταν το θύμα οποιουδήποτε αστικού αδικήματος, καθώς και ότι η νομιμοποίησή της για να εγείρει την παρούσα απαίτηση εδράζεται απλώς στην εκχώρηση των δικαιωμάτων και αξιώσεων των εταιρειών Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas Ltd προς την ενάγουσα 1. Σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει αναφερθεί (ανωτέρω), οι εναγόμενοι θα εξετάσουν το ενδεχόμενο καταχώρισης αίτησης για απόρριψη της απαίτησης και διαγραφή της έκθεσης απαίτησης στη βάση του ότι, μεταξύ άλλων, δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα.
Όπως είναι διατυπωμένη η έκθεση απαίτησης, στο παρόν στάδιο και με δεδομένο ότι γίνεται αναφορά απλώς σε επενδύσεις των «εναγόντων» (που όπως αναφέρεται περιλαμβάνει την ενάγουσα 1 και τις εταιρείες Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas Ltd) δεν είναι σαφές, εάν η υπόθεση των εναγόντων είναι ότι η ίδια ενάγουσα 1 προέβη σε οποιεσδήποτε επενδύσεις και υπέστη ζημιά ή εάν η ενάγουσα 1 είναι απλώς εκδοχέας των αξιώσεων των εταιρειών Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas Ltd.
Πέραν των αιτούμενων πληροφοριών οι οποίες άπτονται της διευκρίνισης της ταυτότητας της εταιρείας και/ή των εταιρειών οι οποίες έχουν προβεί στις επίδικες επενδύσεις, αξιώνεται επίσης όπως οι ενάγοντες αναφέρουν πότε χρονικά έλαβε χώρα η κατ’ ισχυρισμόν εκχώρηση των δικαιωμάτων και αξιώσεων και/ή του χαρτοφυλακίου των Solibay Investments Limited και της Balcatta Overseas Ltd προς την ενάγουσα 1. Η ημερομηνία εκχώρησης, είναι ουσιώδες ζήτημα το οποίο θα έπρεπε να δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, εφόσον, όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, η εκχώρηση αποτελεί βασικότατο στοιχείο της απαίτησης των εναγόντων.
Για τους πιο πάνω λόγους πιστεύει ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Θεωρεί ότι δεν επηρεάζονται οποιαδήποτε δικαιώματα των εναγόντων με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εφόσον τους έχει δοθεί αρκετός χρόνος να παράσχουν τις σχετικές λεπτομέρειες, χωρίς ωστόσο να το πράξουν. Περαιτέρω, η παροχή των αιτούμενων πληροφοριών και διευκρινίσεων δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τους ενάγοντες, εφόσον όφειλαν εν πάση περιπτώσει να είχαν δικογραφήσει στην έκθεση απαίτησης, ποιες εταιρείες προέβησαν σε κάθε επένδυση και πότε έλαβε χώρα η εκχώρηση.
Αντιθέτως, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, είναι βέβαιο ότι θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγόμενων, εφόσον δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζουν τις θέσεις των εναγόντων και την υπόθεση που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν κατά την ακρόαση της απαίτησης. Είναι αναγκαίο όπως προσδιοριστούν τα επίδικα ζητήματα μέσω των δικογράφων και η δίκη να διεξαχθεί στις ράγες τις δικογραφίας. Περαιτέρω, όπως έχει ήδη αναφέρει, η μη διασαφήνιση των επίδικων γεγονότων και ισχυρισμών και συγκεκριμένα, ποιες εταιρείες έχουν προβεί στις επενδύσεις και κατ’ επέκταση, εάν η ενάγουσα 1 εγείρει την παρούσα απαίτηση, αποκλειστικά υπό την ιδιότητά της, ως εκδοχέα των αγώγιμων δικαιωμάτων των εταιρειών Solibay Investments Limited και της Balcatta Overseas Ltd δημιουργεί μια σημαντική ασάφεια στην έκθεση απαίτησης με αποτέλεσμα να μην επιτρέπει στους εναγόμενους να τροχοδρομήσουν τα δικονομικά διαβήματα για την απόρριψη της απαίτησης στη βάση του ότι δεν δύναται η ενάγουσα 1 να εγείρει απαίτηση, ως εκδοχέας αξιώσεων και δικαιωμάτων για αστικά αδικήματα.
Αναφορικά με τους λόγους που δόθηκαν από τους ενάγοντες σε σχέση με την άρνηση παροχής των αιτούμενων πληροφοριών και διευκρινίσεων, ακόμη και εάν είναι ορθή η θέση των εναγόντων ότι όλες οι αιτούμενες πληροφορίες βρίσκονται ήδη εις γνώσιν των εναγόμενων, εφόσον μπορούν να διαπιστωθούν από το υλικό το οποίο έχει αποσταλεί από τους εναγόμενους μέσω του προδικαστικού πρωτοκόλλου που τους επιδόθηκε (χωρίς να γίνεται αποδεκτή η θέση αυτή) αυτό δεν αποτελεί λόγο για άρνηση παροχής πληροφοριών και διευκρινίσεων με βάση το Μέρος 19 των ΚΠΔ. Η έκθεση απαίτησης θα πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια τα επίδικα θέματα και τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Εν πάση περιπτώσει, ο σκοπός του προδικαστικού πρωτοκόλλου είναι άλλος και δεν υπέχει θέση δικογράφου.
Οι ενάγοντες καταχώρησαν την ακόλουθη ένσταση στην αίτηση:
«1. Η παρούσα αίτηση είναι νομικά και τυπικά αστήρικτη και/ή αδικαιολόγητη και/ή άνευ ουσίας.
2. Η παρούσα αίτηση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν την παροχή περαιτέρω πληροφοριών.
3. Η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στην παροχή λεπτομερειών που αφορούν μαρτυρία και/ή αποσκοπεί σε αλίευση και/ή στην αποκάλυψη μαρτυρίας πριν την ακρόαση της αγωγής.
4. Η αίτηση επιχειρεί να μετατρέψει τη διαδικασία περαιτέρω λεπτομερειών σε διαδικασία αποκάλυψης μαρτυρίας και/ή αποδεικτικού υλικού.
5. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν περιορίζονται σε ουσιώδη γεγονότα αλλά επεκτείνονται σε αποδεικτικά στοιχεία και/ή λεπτομέρειες μαρτυρίας.
6. Οι λεπτομέρειες που αιτούνται οι Εναγόμενοι είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα και/ή αφορούν λεπτομέρειες επί επουσιωδών θεμάτων.
7. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν είναι εύλογα αναγκαίες ούτε ανάλογες για την κατανόηση της απαίτησης ή για την καταχώριση υπεράσπισης.
8. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι υπερβολικές και/ή δυσανάλογες και/ή δημιουργούν αχρείαστο και δυσανάλογο βάρος στους Ενάγοντες.
9. Οι Εναγόμενοι γνωρίζουν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες που αιτούνται.
10. Η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει σαφή και πλήρη εικόνα των θέσεων των Εναγόντων σε βαθμό που δεν υπάρχει ενδεχόμενο οι Εναγόμενοι να βρεθούν προ εκπλήξεως κατά τη δίκη ούτε να σπαταληθεί δικαστικός χρόνος και/ή έξοδα.
11. Οι ισχυρισμοί σε σχέση με τους οποίους οι Εναγομένοι ζητούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες είναι δεόντως και επαρκώς δικογραφημένοι και/ή η πλευρά των Εναγομένων/Ατητών γνωρίζει επαρκώς και σαφώς την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει.
12. Η αίτηση ημερομηνίας 01/12/2025 είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή καταχωρείται για δόλιους και αλλότριους σκοπούς και/ή αποσκοπεί στην αλίευση και εκμαίευση μαρτυρίας.
13. Οι Εναγόμενοι/ Αιτητές δεν αποκαλύπτουν οιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις και/ή οιουσδήποτε ιδιαίτερους και/ή ειδικούς λόγους που να καθιστούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος απαραίτητη σε αυτό τα στάδιο της διαδικασίας.
14. Η Αίτηση δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.»
Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, Γεωργίας Βλαδιμήρου. Σε αυτή αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Έχει διαβάσει την αίτηση καθώς και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και αρνείται και απορρίπτει κατηγορηματικά και στο σύνολό τους, τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτήν. Περαιτέρω, έχει διαβάσει τους λόγους ένστασης με τους οποίους συμφωνεί και τους οποίους υιοθετεί και επαναλαμβάνει.
Η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει με σαφήνεια, την πλήρη εικόνα των θέσεων των εναγόντων σε βαθμό που δεν υπάρχει ενδεχόμενο οι εναγόμενοι να βρεθούν προ εκπλήξεως κατά τη δίκη.
Στην 20σέλιδη έκθεση απαίτησης εκτίθενται με την δέουσα λεπτομέρεια και έχουν δικογραφηθεί, μεταξύ άλλων:
i. όλα τα απαραίτητα για την υπόθεση γεγονότα.
ii. η ταυτότητα των εναγόντων.
iii. η φύση των επενδύσεων.
iv. η συμπεριφορά των εναγόμενων.
v. η ζημιά που υπέστηκαν οι ενάγοντες και
vi. η βάση της αξίωσης τους.
Οι εναγόμενοι ξέρουν ήδη την υπόθεση που θα αντιμετωπίσουν. Αυτό διαφαίνεται από τα μέχρι σήμερα διαβήματά τους και από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρήσει στην υπόθεση. Δεν τίθεται επομένως, θέμα μη κατανόησης της εναντίον τους υπόθεσης.
Σε κάθε περίπτωση, οι πληροφορίες που ζητούν δεν αφορούν ουσιώδη γεγονότα, αλλά αποτελούν θέματα απόδειξης, μαρτυρίας και νομικής αξιολόγησης της υπόθεσης. Ως τέτοιες, οι εν λόγω πληροφορίες δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο της αίτησης για περαιτέρω λεπτομέρειες.
Οι εναγόμενοι παραδέχονται στην ένορκη δήλωση ότι επιζητούν να αποκτήσουν τα στοιχεία με στόχο μεταξύ άλλων να ενεργοποιήσουν άλλες διαδικασίες. Αυτή είναι μια ξεκάθαρη προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας, η οποία δεν επιτρέπεται στο πλαίσιο της αίτησης για περαιτέρω πληροφορίες.
Είναι η θέση της, ότι ο σκοπός και η φιλοσοφία της διαδικασίας για παροχή περαιτέρω πληροφοριών, είναι η κατανόηση της υπόθεσης από τα μέρη. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 6, είναι σε πολύ καλή θέση να συντάξουν και να καταχωρήσουν την υπεράσπισή τους και ειλικρινά πιστεύει ότι έχουν πολύ καλή κατανόηση της υπόθεσης. Γνωρίζουν πλήρως την υπόθεση που θα αντιμετωπίσουν και έχουν εκτενή γνώση όλων των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση, τις επενδύσεις, τις εταιρείες που προέβηκαν σε αυτές και τα ποσά τα οποία επένδυσαν οι ενάγοντες. Αυτό είναι έκδηλο από τον φάκελο του Δικαστηρίου και από τις ίδιες τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί στην υπόθεση.
Οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις καταδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι γνωρίζουν με κάθε λεπτομέρεια όλα τα στοιχεία της υπόθεσης. Τόσο στην παρούσα ένορκη δήλωση των εναγόμενων 2, 3 και 6 όσο και στην ένορκη δήλωση στην διαδικασία της αίτησης παραμερισμού, ημερομηνίας 16/1/2026 (που καταχωρήθηκε, μεταξύ άλλων, από τον εναγόμενο 1, ο οποίος είναι ο διευθυντής των εναγόμενων 2, 3 και 6) είναι ξεκάθαρο, ότι όλοι οι εναγόμενοι έχουν πλήρη επίγνωση όλου του φάσματος της μεταξύ των μερών διαφοράς. Παραθέτουν μάλιστα την δική τους εκδοχή των γεγονότων για τις επίδικες επενδύσεις και προβάλλουν ήδη, συγκεκριμένες υπερασπίσεις.
Πέραν τούτου, δεν πρέπει να διαφύγει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου, ότι ο εναγόμενος 1 (διευθυντής των εναγόμενων 2, 3 και 6) είχε άμεση και προσωπική συμμετοχή σε όλες τις επίδικες συναλλαγές, αφού ήταν μεταξύ άλλων, ο σκιώδης διευθυντής και το άτομο που είχε τον πλήρη έλεγχο και διαχείριση των επίδικων επενδύσεων και εταιρειών.
Επομένως, οι εναγόμενοι 2, 3 και 6, όντας εταιρείες στις οποίες ο εναγόμενος 1 κατέχει τον ουσιαστικό έλεγχο, γνωρίζουν ή όφειλαν να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες που αιτούνται. Σε κάθε περίπτωση, οι ενάγοντες περιέλαβαν όλα τα στοιχεία, αναλυτικά στην επιστολή προδικαστηριακού πρωτοκόλλου, μαζί με όλα τα επισυνημμένα σε αυτήν τεκμήρια.
Επιπρόσθετα, η αίτηση και γενικότερα τα αιτήματα για περαιτέρω πληροφορίες δεν περιορίζονται στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, αλλά επεκτείνονται σε αποδεικτικά στοιχεία και λεπτομέρειες μαρτυρίας. Ειδικότερα οι εναγόμενοι 2, 3 και 6 ζητούν στην ουσία πληροφορίες για:
α) την ταυτότητα των προσώπων που προέβησαν στις επίδικες επενδύσεις, περιλαμβανομένων επενδυτών και άλλων συμμετεχόντων. Είναι η θέση της, ότι τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν ουσιώδη γεγονότα της απαίτησης, αλλά αφορούν την απόδειξη της ζημίας και τη μαρτυρία που θα προσκομιστεί. Η αποκάλυψη των εν λόγω στοιχείων ως εκ τούτου, στο παρόν στάδιο, θα ισοδυναμούσε με πρόωρη αποκάλυψη της αποδεικτικής υπόθεσης των εναγόντων.
β) την ανάλυση εταιρικών δομών, των μετόχων και των χρηματοδοτικών ροών μεταξύ των διαφόρων εταιρειών. Είναι η θέση της, ότι τέτοια στοιχεία συνιστούν εκτεταμένη αποκάλυψη αποδεικτικού υλικού και δεν είναι αναγκαία για τη σύνταξη υπεράσπισης.
Εισηγείται συνεπώς, ότι η αίτηση αποτελεί απόπειρα πρόωρης αποκάλυψης της υπόθεσης των εναγόντων, εκμαίευσης πληροφοριών και ενίσχυσης πιθανόν υπερασπίσεων των εναγόμενων 2, 3 και 6. Τα όσα αιτούνται οι εναγόμενοι 2, 3 και 6 δεν είναι στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα στο παρόν στάδιο.
Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 6, δεν αποκαλύπτουν οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις ή οποιουσδήποτε ιδιαίτερους και ειδικούς λόγους που να καθιστούν απαραίτητη την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σε αυτό τα στάδιο της διαδικασίας. Οποιοιδήποτε αντίθετοι ισχυρισμοί απορρίπτονται αφού:
α) Η απαίτηση προβάλλεται, μεταξύ άλλων, από την ενάγουσα 1, ως δικαιούχο των σχετικών αξιώσεων και απορρέει από ουσιαστικά συμβατικά, οικονομικά και επενδυτικά συμφέροντα, περιλαμβανομένων δικαιωμάτων που συνδέονται με χαρτοφυλάκιο επενδύσεων, συναφείς συναλλαγές και συμβάσεις. Είναι η θέση της, ότι το εν λόγω ζήτημα, εν πάση περιπτώσει, αποτελεί θέμα απόδειξης και νομικής αξιολόγησης και όχι αντικείμενο αίτησης για περαιτέρω λεπτομέρειες.
β) Το ποιο πρόσωπο προέβη σε κάθε επένδυση δεν αποτελεί στοιχείο αναγκαίο για την κατανόηση της απαίτησης ή για την καταχώριση υπεράσπισης. Είναι η θέση της, ότι η ευθύνη των εναγόμενων, όπως δικογραφείται, δεν εξαρτάται από την ταυτότητα των επιμέρους επενδυτών, αλλά από τη δική τους συμπεριφορά και παραστάσεις. Τα ζητούμενα στοιχεία, όντας στοιχεία αποδεικτικής φύσεως, δεν εμπίπτουν στο πεδίο των περαιτέρω πληροφοριών. 1
Καμία ειδική περίσταση και κανένας ειδικός λόγος υπάρχει επομένως, ως προς την προσκόμιση των επίδικων πληροφοριών. Μοναδικός στόχος των εναγόμενων 2, 3 και 6, ως η δική τους παραδοχή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι η εξασφάλιση αποδεικτικού υλικού προς ενίσχυση άλλων διαδικασιών. Είναι η θέση της και ως λαμβάνει νομικής συμβουλής, ότι αυτό υπερβαίνει τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας και αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας.
Περαιτέρω, η συμμόρφωση με τα αιτήματα των εναγόμενων, θα απαιτούσε εκτεταμένη συλλογή, ανάλυση και παρουσίαση στοιχείων που αφορούν πολυεπίπεδες επενδυτικές και εταιρικές δομές, περιλαμβανομένων τρίτων προσώπων και συναλλαγών σε διάφορες δικαιοδοσίες. Τούτο, θα δημιουργούσε δυσανάλογο και αχρείαστο βάρος για τους ενάγοντες, το οποίο δεν δικαιολογείται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας.
Κατά συνέπεια, είναι έκδηλο ότι οι πληροφορίες που αιτούνται οι εναγόμενοι 2, 3 και 6 είναι δυσανάλογες, περιττές και δεν αποσκοπούν στην κατανόηση της απαίτησης, αλλά στην εξασφάλιση πρόσθετου αποδεικτικού υλικού για την ενίσχυση της υπεράσπισής τους και για αλίευση μαρτυρίας.
Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, υποβάλλει ότι η αίτηση είναι και εγείρεται καταχρηστικά και για αλλότριους και δόλιους σκοπούς. Η έκθεση απαίτησης περιέχει όλα τα ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα και οι εναγόμενοι γνωρίζουν πολύ καλά τι τους καταλογίζεται και κατέχουν όλες τις πληροφορίες για να καταχωρίσουν την υπεράσπισή τους.
Οι πληροφορίες που ζητούν δεν στοχεύουν σε διευκρίνιση της απαίτησης, αλλά στην πρόωρη αποκάλυψη αποδεικτικών στοιχείων, στην εξεύρεση βάσης υπεράσπισης, νομικών αποδείξεων και στην αλίευση μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, η αίτηση δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, παραμένει νομικά και τυπικά αστήρικτη και άνευ ουσίας.
Η ακρόαση της αίτησης η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ») διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των μερών περιορίστηκαν στο να υιοθετήσουν το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεών τους.
Δεδομένης της φύσης της αίτησης, αναμφίβολα, δικαιοδοτικό υπόβαθρό της αποτελεί το Μέρος 19 των ΚΠΔ.
Το συγκεκριμένο μέρος με τίτλο «Περαιτέρω πληροφορίες» στο βαθμό που μας ενδιαφέρει ακολουθεί αυτούσιο:
«19.1. Εξασφάλιση περαιτέρω πληροφοριών
(1) Το δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να διατάξει διάδικο:
(α) να διευκρινίσει οποιοδήποτε αμφισβητούμενο θέμα στη διαδικασία· ή
(β) να δώσει πρόσθετες πληροφορίες σε σχέση με οποιοδήποτε τέτοιο θέμα είτε το θέμα περιέχεται ή αναφέρεται σε δικόγραφο είτε όχι.
(2) Ο κανονισμός 19(1) ισχύει τηρουμένου οποιουδήποτε αντίθετου κανόνα δικαίου.
(3) Όταν το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα, δυνάμει του κανονισμού 19(1), ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδίδεται οφείλει:
(α) να καταχωρίσει απάντηση· και
(β) να την επιδώσει στους άλλους διαδίκους,
εντός του χρόνου τον οποίο καθορίζει το δικαστήριο.
19.2. Προκαταρκτικό Αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες ή διευκρινήσεις
(1) Διάδικος ο οποίος ζητεί διευκρινίσεις ή πληροφορίες οφείλει προτού υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους 19 να παραδώσει προηγουμένως στον διάδικο από τον οποίο ζητούνται, γραπτό αίτημα για τις εν λόγω διευκρινίσεις ή πληροφορίες (Αίτημα) ορίζοντας ημερομηνία μέχρι την οποία πρέπει να παραδοθεί η απάντηση στο Αίτημα. Η ημερομηνία πρέπει να παρέχει στον διάδικο, ο οποίος απαντά, εύλογο χρόνο για να απαντήσει.
(2) Το Αίτημα πρέπει να είναι περιεκτικό και να περιορίζεται αυστηρώς στα θέματα τα οποία είναι ευλόγως αναγκαία και ανάλογα, ώστε να μπορεί ο πρώτος διάδικος να προετοιμάσει τη δική του υπόθεση ή να κατανοήσει την υπόθεση που θα έχει να αντιμετωπίσει.
(3) Το Αίτημα πρέπει να υποβάλλεται κατά το δυνατόν σε ένα ενιαίο έγγραφο και όχι αποσπασματικά.
(4) Αν το κείμενο του Αιτήματος είναι σύντομο και η απάντηση ενδέχεται να είναι σύντομη το Αίτημα μπορεί να υποβάλλεται με επιστολή, διαφορετικά το Αίτημα πρέπει να γίνεται σε ξεχωριστό έγγραφο σύμφωνα με το Έντυπο αρ.22.
(5) Αν το Αίτημα υποβάλλεται με επιστολή, η επιστολή πρέπει, προκειμένου να διακρίνεται από οποιαδήποτε άλλη επιστολή που συνηθίζεται να συντάσσεται κατά τη διάρκεια υπόθεσης:
(α) να δηλώνει ότι περιέχει Αίτημα το οποίο υποβάλλεται, δυνάμει του Μέρους 19, και
(β) να μην πραγματεύεται άλλα θέματα πλην του Αιτήματος.»
Από τις παραπάνω διατάξεις είναι σαφές, ότι ο διάδικος ο οποίος ζητά από άλλο διάδικο διευκρινήσεις ή πληροφορίες, προτού υποβάλει σχετική αίτηση στο Δικαστήριο για το σκοπό αυτό, οφείλει να ζητήσει γραπτώς τις εν λόγω διευκρινήσεις ή πληροφορίες από τον άλλο διάδικο.
Ότι αυτό έγινε στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών.
Απ’ εκεί και πέρα, οι ακόλουθες θέσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόμενων σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσής τους - τις οποίες, ως ορθές υιοθετώ - πραγματεύονται την ερμηνεία του παραπάνω Μέρους:
«3. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην Αγγλική απόφαση Fairclough v Tosi [2022] EWHC 2714 (Ch), παρ. 33 αναφορικά με το, αντίστοιχο του Μέρους 19 των ΚΠΔ, Part 18 των Αγγλικών Civil Procedure Rules:
“Returning to the terms of rule 18.1(1), sub-paragraphs (a) and (b) confer two quite different powers on the court. They correspond to the powers that formerly existed under the previous Rules of the Supreme Court (a) to order further and better particulars of a pleading (Ord 12 r 12), and (b) to require a party to answer an interrogatory (Ord 26). The first of these involved explaining more precisely what a party's case was. The other was a form of pre-trial disclosure (then called discovery)”
4. Όπως διευκρινίζεται στην παρ. 34 της Fairclough “ paragraph (a) focuses on making clear what a party's case actually is.”
5. Επομένως, το Μέρος 19.1(α) των ΚΠΔ, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει διάδικο να διευκρινίσει οποιοδήποτε αμφισβητούμενο θέμα στη διαδικασία, αντιστοιχεί στην εξουσία που είχαν τα Δικαστήρια, υπό τους προηγούμενους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, να διατάσσουν την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών.
Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι οι αρχές που αναδύονται από το απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ) (1997) (1Β) Α.Α.Δ.718) εξακολουθούν να ισχύουν.
«Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides ν. C. D. Hay and Sons Ltd (1971) 1 C.L.R. 134. Tα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others (1983) 1 C.L.R., 669, 680). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο.
Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξαπίνης. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και ΄Αλλοι ν. Credit Libanais S.A.L. (1991) 1 A.A.Δ. 649, 652).
Στην υπόθεση National Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd (1975) 1 C.L.R. 427, 432, τονίστηκε η ανάγκη για ακρίβεια στα δικόγραφα ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματική διαφορά και να ετοιμαστεί για τη δίκη».
Βλέπε και Αβραάμ ν. Investylia Ltd (2009) 1(B) A.A.Δ. 892.
Σύμφωνα με τη Δ.19. Θ.4:
«Κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει και να περιέχει μόνο σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που υποβάλλει το δικόγραφο στηρίζει την απαίτησή του ή την υπεράσπισή του αναλόγως της υπόθεσης, αλλά όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα…»
Το μέρος 16.5(1)(α) των ΚΠΔ με τίτλο «Περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης» το οποίο αντιστοιχεί στη Δ.19. Θ.4 (ανωτέρω) προνοεί ότι η έκθεση απαίτησης πρέπει να περιλαμβάνει περιεκτική δήλωση των γεγονότων στα οποία ο ενάγων στηρίζει την απαίτησή του.
Καθ’ όλα σχετικός είναι και ο Κανονισμός 13(1) του ίδιου Μέρους. Ακολουθεί αυτούσιος.
«Θέματα, τα οποία πρέπει ειδικά να καθοριστούν στο δικόγραφο εφόσον διάδικος στηρίζεται επί αυτών
(1) O ενάγων ή εναγόμενος, κατά περίπτωση, οφείλει να καθορίσει ειδικά τα ακόλουθα θέματα στο δικόγραφό του, όταν επιθυμεί να στηριχθεί σε αυτά προς υποστήριξη της απαίτησης ή υπεράσπισης:
(α) οποιοδήποτε ισχυρισμό για απάτη,
(β) το γεγονός οποιασδήποτε παρανομίας,
(γ) λεπτομέρειες οποιωνδήποτε ψευδών παραστάσεων,
(δ) λεπτομέρειες όλων των παραβάσεων καθήκοντος εμπιστοσύνης,
(ε) ειδοποίηση ή γνώση γεγονότος,
(στ) λεπτομέρειες διανοητικής διαταραχής ή ψυχικής πίεσης,
(ζ) λεπτομέρειες ηθελημένης παράλειψης, και
(η) οποιαδήποτε γεγονότα, τα οποία σχετίζονται με μετριασμό απώλειας ή ζημιάς,
(θ) οποιαδήποτε παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος,
(ι) λεπτομέρειες οποιασδήποτε παράβασης προνοιών του Συντάγματος της Δημοκρατίας,
(κ) λεπτομέρειες οποιασδήποτε παράβασης των προνοιών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή σχετικού πρωτοκόλλου ως αυτό έχει κυρωθεί,
(λ) λεπτομέρειες οποιασδήποτε παράβασης των προνοιών του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
(μ) λεπτομέρειες της λήξης οποιασδήποτε σχετικής περιόδου παραγραφής στην οποία στηρίζεται.»
Ομοίως και ο Κανονισμός 7 του ίδιου πάντοτε Μέρους, ο οποίος, επίσης ακολουθεί αυτούσιος.
«Περιεχόμενο υπεράσπισης
«(1) Στην υπεράσπιση, ο εναγόμενος οφείλει να δηλώσει:
(α) ποιους από τους ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησης αρνείται·
(β) ποιους ισχυρισμούς αδυνατεί να παραδεχτεί ή αρνηθεί, αλλά απαιτεί από τον ενάγοντα να αποδείξει· και
(γ) ποιους ισχυρισμούς παραδέχεται.
(2) Όταν ο εναγόμενος αρνείται ισχυρισμό:
(α) οφείλει να δηλώσει τους λόγους για τους οποίους το πράττει· και
(β) αν σκοπεύει να προβάλει διαφορετική εκδοχή των γεγονότων από εκείνη την οποία δίδει ο ενάγων, οφείλει να δηλώσει τη δική του εκδοχή·
(γ) οι απαιτήσεις των παραγράφων (α) και (β) δεν ικανοποιούνται με απλή άρνηση του ισχυρισμού.
(3) Εναγόμενος ο οποίος:
(α) παραλείπει να πραγματευτεί συγκεκριμένα κάποιο ισχυρισμό· αλλά
(β) έχει παραθέσει στην υπεράσπιση τη φύση της υπόθεσής του σε σχέση με το θέμα στο οποίο αφορά ο εν λόγω ισχυρισμός, θεωρείται ότι απαιτεί όπως αποδειχτεί ο εν λόγω ισχυρισμός.
(4) Όταν η απαίτηση περιλαμβάνει χρηματική αξίωση, ο εναγόμενος θεωρείται ότι απαιτεί όπως αποδειχτεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε σχέση με τη χρηματική αξίωση, εκτός αν ο εναγόμενος παραδέχεται ρητώς τον ισχυρισμό.
(5) Τηρουμένων των παραγράφων (3) και (4), εναγόμενος, ο οποίος παραλείπει να πραγματευτεί ισχυρισμό, θεωρείται ότι παραδέχεται τον ισχυρισμό αυτό.
(6) Αν ο εναγόμενος αμφισβητεί τη δήλωση αξίας του ενάγοντα, δυνάμει του κανονισμού 16.4, ο εναγόμενος οφείλει:
(α) να δηλώσει γιατί την αμφισβητεί· και
(β) αν δύναται, να δώσει τη δική του δήλωση αξίας της απαίτησης.
(7) Αν ο εναγόμενος προβαίνει σε υπεράσπιση υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, οφείλει να δηλώσει την ιδιότητα αυτή.
(8) Αν ο εναγόμενος δεν έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, δυνάμει του Μέρους 10, οφείλει να δηλώσει διεύθυνση επίδοσης.»
Τέλος, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να λεχθεί και το εξής: ο διάδικος που με τα δικόγραφά του δίνει την εκδοχή του συναφώς με την εξέλιξη ενός γεγονότος που επικαλείται ο αντίδικός του με τα δικά του δικόγραφα, χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να ζητήσει λεπτομέρειες προτού δώσει τη δική του εκδοχή, δεν μπορεί αργότερα να ισχυρίζεται ότι βρέθηκε μπροστά σε οποιαδήποτε έκπληξη, είτε ακόμη ότι επηρεάστηκε μ’ οποιοδήποτε τρόπο, επειδή τα δικόγραφα του αντιδίκου του δεν περιείχαν λεπτομέρειες (βλ. την Κουρσουμά ν. Κοσμά (1991) 1 Α.Α.Δ.973).
Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ’ όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής:
Οι πρόσθετες πληροφορίες και/ή διευκρινήσεις που ζητούν οι τρεις εναγόμενοι από τους ενάγοντες, εκτίθενται αυτούσιες σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Για σκοπούς απόφανσης κατά πόσο το αίτημα παροχής τους είναι δίκαιο, ορθό, εύλογο και δικαιολογημένο, ό,τι απαιτείται να εξεταστεί είναι η φύση των εν λόγω πληροφοριών και/ή διευκρινήσεων και ο συσχετισμός τους με τις σχετικές, κατά περίπτωση, παραγράφους της έκθεσης απαίτησης και κυρίως, ο λόγος για τον οποίο τις ζητούν οι εναγόμενοι.
Οι παράγραφοι της έκθεσης απαίτησης με τις οποίες συναρτάται το υπό κρίση αίτημα ακολουθούν αυτούσιες:
«1. Η Ενάγουσα 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και/ή είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο και νόμιμη ιδιοκτήτρια και/ή λήπτρια και/ή η δικαιούχος εταιρεία των εκχωρηθέντων δικαιωμάτων και αξιώσεων και/ή του χαρτοφυλακίου της Solibay Investments Limited και της Balcatta Overseas Ltd, η οποία κατέχει το 100% της Solibay Investments Limited. Η αναφορά σε «Ενάγοντες» περιλαμβάνει επίσης τις εταιρείες των οποίων τα χαρτοφυλάκια ανέλαβαν και/ή στα οποία είναι δικαιούχος η Ενάγουσα 1.
7. Οι Εναγόμενοι από κοινού και/ή ξεχωριστά με ψευδείς, παραπλανητικές και ουσιωδώς ανακριβείς και ελλιπείς παραστάσεις και εγγυήσεις και/ή διαβεβαιώσεις και με αποσιώπηση και/ή παραποίηση της πλήρους αλήθειας και των ουσιωδών για την παρούσα αγωγή γεγονότων και δεδομένων και με την όλη στάση και συμπεριφορά τους μεθοδευμένα, δόλια και απατηλά και/ή με αμέλεια και/ή ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον των Εναγόντων και/ή άλλως πως, προέτρεψαν και/ή έπεισαν τους Ενάγοντες και/η τις εταιρείες το χαρτοφυλάκιο των οποίων ανέλαβαν, να προβούν σε σειρά από επενδύσεις και/ή να προβούν σε σχετικές επενδυτικές ενέργειες στις Εταιρείες Bankhaus Main AG, Deutsche Eco, ROCKLANE INVESTMENT LIMITED/RIGS HOLDING CYPRUS.
8. Οι Ενάγοντες και/η οι εταιρείες το χαρτοφυλάκιο των οποίων ανέλαβαν και/ή στο οποίο ήταν δικαιούχοι, βασιζόμενοι μεταξύ άλλων, στις εν λόγω παραστάσεις συμπεριφορές των Εναγομένων από κοινού και/ή ξεχωριστά, προέβησαν σε επενδύσεις και/ή επενδυτικές κινήσεις και ενέργειες, που αποδείχθηκαν ζημιογόνες και υπέστηκαν σημαντική οικονομική ζημία. Χωρίς τις εν λόγω παραστάσεις και συμπεριφορές, οι επενδύσεις αυτές δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί και/ή δεν θα είχαν αποτύχει και/ή οι Ενάγοντες δεν θα είχαν υποστεί ζημιά.
10. Ως θα εξηγηθεί και εκτενέστερα στην συνέχεια, οι Ενάγοντες προέβηκαν στις ακόλουθες επενδύσεις:
α) Bankhaus Main AG: αφορούσε επένδυση ύψους $3.000.000 περίπου, σε μια τράπεζα στη Φρανκφούρτη η οποία ενόψει των πράξεων και παραλείψεων και της γενικότερης συμπεριφοράς των Εναγομένων, κατέστει ζημιογόνα και εντέλει πτώχευσε.
β) Deutsche Eco: αφορούσε επένδυση ύψους €1.250.000 περίπου σε μια εταιρεία που ασχολείτο με την ανανεώσιμη ενέργεια η οποία ενόψει των πράξεων και παραλείψεων και της γενικότερης συμπεριφοράς των Εναγομένων κατέστει ζημιογόνα και εντέλει πτώχευσε.
γ) ROCKLANE INVESTMENT LIMITED/RIGS HOLDING CYPRUS: αφορούσε επένδυση ύψους $5.000.000 σε μια εταιρεία αγοραπωλησίας ακινήτων η οποία ενόψει των πράξεων και παραλείψεων και της γενικότερης συμπεριφοράς των Εναγομένων κατέστει ζημιογόνα. Στην εν λόγω εταιρεία διαπιστώθηκε από τους μετόχους η διάπραξη απάτης που είχε ως συνέπεια την έκδοση αποφάσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και στην Κύπρο εναντίον των αδικοπραγούντων. Συγκεκριμένα θα γίνει αναφορά, σε σχέση με την υπέρ του Εναγομένου 1 απόφαση που εκδόθηκε στην Κύπρο και ο ίδιος ως οι δηλώσεις στις οποίες προέβηκε, δεν προτίθεται να την εκτελέσει και να αποκαταστήσει τους Ενάγοντες.
15. Η Τράπεζα ΒΗΜ δημιουργήθηκε χρησιμοποιώντας την RG Securities AG, μια γερμανική ρυθμιζόμενη εταιρεία επενδύσεων (regulated investment firm) και/ή χρηματιστηριακή εταιρεία (brokerage company) με έδρα τη Φρανκφούρτη της Γερμανίας, η οποία ελεγχόταν από τον Εναγόμενο 1. Βάσει των παραστάσεων και/ή των προτροπών του Εναγομένου 1, οι Ενάγοντες αγόρασαν 387.500 συνήθεις μετοχές της RG Securities AG, για το ποσό των USD 726.562,50. Επιπλέον, παραχώρησαν το ποσό των USD 2.273.437,50 ως κεφαλαιουχική εισφορά στην RG Securities AG.
20. Ακολούθως σε μια κατ' ισχυρισμόν προσπάθεια διάσωσης της επένδυσης, Εναγόμενος 1 ανέφερε στους Ενάγοντες ότι απαιτούνταν επιπρόσθετα κεφάλαια για τη διάσωση των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας. Ως εκ τούτου Εναγόμενος 1 κατ' ισχυρισμόν επένδυσε ο ίδιος επιπλέον το ποσό των €3.000.00 και ζήτησε από τους ενάγοντες όπως παραχωρήσουν και αυτοί στην Τράπεζα δάνειο ούτως ώστε να διασωθούν τα περιουσιακά της στοιχεία. Οι Ενάγοντες, βασιζόμενοι σε αυτές του τις δηλώσεις και παραστάσεις, παρείχαν δάνειο μειωμένης εξασφάλισης (Subordinated loan) στην ΒΗΜ ύψους €500.000,00.
25. Τα πραγματικά αποτελέσματα της ανταλλαγής περιουσιακών στοιχείων και η πραγματική αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων ήταν άκρως διαφορετική από αυτήν που είχε παρουσιαστεί στους Ενάγοντες από τον Εναγόμενο 1. Η Conet πωλήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα από την Εναγομένη 2 και/ή από άλλες συνδεόμενες με τον Εναγόμενο 1 εταιρείες στην εκτιμηθείσα αξία και/ή τιμή των 70 εκατομμυρίων EUR. Ενώ, όσον αφορά τη Fossett, τις μετοχές της οποίας κατέχουν οι Ενάγοντες, αυτή παραμένει υπό τον έλεγχο του Εναγόμενου 1 και εξ’ όσων γνωρίζουν οι Ενάγοντες είναι μη ρευστοποιήσιμη και η αναλογική αποτίμησή της είναι πολλαπλάσια χαμηλότερη.
30. Ο Εναγόμενος 1 ζητούσε συνεχώς χρηματοδότηση από τους Ενάγοντες για την ενίσχυση της εταιρείας. Η πρώτη επείγουσασα έκκληση| για χρηματοδότηση από τον Εναγόμενο 1 αφορούσε την ενίσχυση της DE (μέσω δανεισμού) με σκοπό την υποστήριξη μίας από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις ηλιακής ενέργειας στη Γερμανία. Ωστόσο, μόνο μέρος αυτών των δανείων είχε αποπληρωθεί. Το υπόλοιπο χρέος, κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου 1, είχε μετατραπεί σε μετοχές της DE. Η συνολική επένδυση ιδίων κεφαλαίων/μετοχικού κεφαλαίου (equity investment) ήταν €1.116.471. Το χρέος αυτό δεν έχει αποπληρωθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ούτε έχουν λάβει οποιοδήποτε άλλο σχετικό όφελος οι Ενάγοντες.
31. Περαιτέρω, κατά ή περί το 2015 οι Ενάγοντες κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου 1 για περαιτέρω ενίσχυση της DE βασιζόμενοι στις δηλώσεις και/ή διαβεβαιώσεις του ότι η επένδυση είναι εγγυημένη και εξασφαλισμένη, παρείχαν ένα επιπρόσθετο δάνειο €125.000 στην DE.
42. Βασιζόμενοι στις εκτιμήσεων και το επιχειρηματικό σχέδιο που παρουσίασε Εναγόμενος 1, (οι οποίες δεν είχαν επαληθευθεί από ανεξάρτητη πηγή) καθώς και στις διαβεβαιώσεις και στις δήθεν συνεισφορές του, οι Ενάγοντες πραγματοποίησαν επένδυση ύψους 5 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Αυτά κεφάλαια μεταφέρθηκαν στη συνέχεια μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου της RIGS σε πολλές θυγατρικές της Εταιρείες.
50. Οι ζημίες που υπέστησαν οι Ενάγοντες ως αποτέλεσμα των παραπάνω πράξεων των Εναγόμενων υπολογίζονται σε USD 5.000.000 που παραχωρήθηκαν ως επενδύσεις ιδίων κεφάλαιων/μετοχικού κεφαλαίου (Equity) και/ή για την αγορά μετοχών και/ή άλλως πως σχετικά με τις επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν στην ROCKLANΕ INVESTMENTS LIMITED και RIGS HOLDING (CYPRUS) LTD.»
Καθ’ όλα σχετικές με το υπό κρίση αίτημα είναι και οι παράγραφοι 11, 53 και 56 της έκθεσης απαίτησης. Η πρώτη και μέρος της δεύτερης ακολουθούν αυτούσιες, ενώ για την τρίτη, να πω απλώς, ότι ουσιαστικά αποτελεί επανάληψη της πρώτης.
«11. Οι ζημιές που υπέστηκαν οι Ενάγοντες λόγω των πράξεων και/ή παραλείψεων και/ή ενεργειών και/ή συμπεριφοράς και/ή άλλως πως των Εναγομένων από κοινού και/ή ξεχωριστά σε σχέση με ποσά και/ή περιουσιακά στοιχεία τα οποία παραχωρήθηκαν ως δάνεια και/ή ως επενδύσεις ιδίων κεφαλαίων και/ή για την αγορά μετοχών και/ή ως κεφαλαιουχική εισφορά και/ή άλλως πως ανέρχονται σε:
i) USD 3. 000.000 που δόθηκαν σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν στην Εταιρεία Bankhaus Main AG, πλέον την αξία του αναλογικού κέρδους από την πώλησης των μετοχών της Conet.
ii) €1,116,471 και €125.000 ως δάνειο πλέον τόκο ύψους 10% από το 2015 μέχρι εξοφλήσεως σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν στην Εταιρεία Deutsche Eco AG.
iii) USD 5.000.000 που δόθηκαν σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν στις Εταιρείες ROCKLANE INVESTMENTS LIMITED και RIGS HOLDING (CYPRUS) LTD.
Πλέον τους αναλογούντες τόκους ως θα αναλυθεί κατωτέρω.
53. Οι Ενάγοντες θα ισχυριστούν ότι ο Εναγόμενος 1 δρούσε από κοινού και/ή ξεχωριστά και/ή σε συνεπικουρία και/ή συνωμοσία με τους άλλους Εναγομένους και ενήργησε με δόλο και/ή απάτη και/ή με ψευδείς παραστάσεις και/ή αμέλεια και/ή κατά παράβαση των καθηκόντων πίστης και εμπιστοσύνης ως ακολούθως:
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΔΟΛΟΥ / ΑΠΑΤΗΣ / ΨΕΥΔΩΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ / ΑΜΕΛΕΙΑ / ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΤΩΝ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ (FIDUCIARY DUTY) ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΚΑΙ/Η ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ
….»
Παρατηρώ τα εξής:
Οι αιτούμενες πληροφορίες και/ή διευκρινήσεις συναρτώνται απόλυτα με τις με τις σχετικές, κατά περίπτωση, παραγράφους της έκθεσης απαίτησης, τις οποίες αφορούν. Απ’ εκεί και πέρα, αυτό που οι εναγόμενοι θέλουν να μάθουν με τις αιτούμενες πληροφορίες και/ή διευκρινήσεις είναι κατά πόσο τα όσα τους αποδίδονται από τους ενάγοντες, ως συνιστώντα τη βάση και κυρίως, τις αιτίες της αγωγής τους αφορούν αποκλειστικά τους δυο ενάγοντες και κυρίως τους ενάγοντες 1, από τη μια και τους εναγόμενους, από την άλλη ή και τις εταιρείες Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas Ltd, ένεκα της σχέσης των δυο αυτών εταιρειών με τους ενάγοντες 1, στη βάση όσων ισχυρίζονται οι ενάγοντες στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης.
Αναφορικά με το λόγο ή κατ’ ακρίβεια, τους λόγους για τους οποίους οι εναγόμενοι θεωρούν αναγκαίες τις αιτούμενες πληροφορίες και/ή διευκρινήσεις, πέραν όσων αναφέρονται στην υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωση, παραπέμπω και στα εξής, τα οποία αναφέρονται από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόμενων στη γραπτή αγόρευσή τους:
Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, τα δικαιώματα, οι αξιώσεις και/ή το χαρτοφυλάκιο των εταιρειών Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas Ltd έχουν εκχωρηθεί στους ενάγοντες 1. Το όλο πρόβλημα στη δικογράφιση προκύπτει από την αναφορά στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης «Η αναφορά σε «Ενάγοντες» περιλαμβάνει επίσης τις εταιρείες των οποίων τα χαρτοφυλάκια ανέλαβαν και/ή στα οποία είναι δικαιούχος η Ενάγουσα 1.» Η πιο πάνω διατύπωση, προστίθεται, σημαίνει ότι κάθε φορά που στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά στους «Ενάγοντες», η αναφορά αυτή ενδέχεται να περιλαμβάνει όχι μόνο τους ενάγοντες 1, αλλά και τις εταιρείες Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas Ltd. Οι εναγόμενοι με την παρούσα αίτηση, δεν ζητούν οτιδήποτε, πέραν του αναγκαίου. Ζητούν απλώς να διευκρινιστεί σε ποιο ή ποια πρόσωπα αναφέρεται η έκθεση απαίτησης, κάθε φορά που χρησιμοποιείται ο όρος «Ενάγοντες».
Οι εναγόμενοι έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν σε αυτό το στάδιο, ποια είναι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σημαντικό για τους εναγόμενους, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έλαβε χώρα εκχώρηση των δικαιωμάτων και αξιώσεων των εταιρειών Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas προς τους ενάγοντες 1. Είναι επομένως, ιδιαίτερα σημαντικό, να διευκρινιστεί το κατά πόσον είναι οι ίδιοι οι ενάγοντες 1 που προέβησαν σε οποιαδήποτε από τις επίδικες επενδύσεις και υπέστησαν οι ίδιοι ζημιά ή κατά πόσον ενάγουν απλώς, ως εκδοχέας (assignee) των δικαιωμάτων των εταιρειών Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas, οι οποίες φέρονται να τους εκχώρησαν τα δικαιώματά τους. Με άλλα λόγια, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί το κατά πόσον οι ενάγοντες 1 προωθούν την απαίτηση, στη βάση ζημιάς που υπέστησαν οι ίδιοι ή κατά πόσον η νομιμοποίησή τους στηρίζεται αποκλειστικά ή μερικώς σε εκχώρηση δικαιωμάτων τρίτων προσώπων.
Στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης δεν προσδιορίζεται η ημερομηνία κατά την οποία φέρεται να πραγματοποιήθηκε η εκχώρηση των δικαιωμάτων προς τους ενάγοντες 1. Η παράλειψη αυτή είναι ουσιώδης. Εφόσον οι ενάγοντες 1 στηρίζουν τη νομιμοποίησή τους, εν όλω ή εν μέρει, σε εκχώρηση δικαιωμάτων των εταιρειών Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas, οι ενάγοντες όφειλαν να δικογραφήσουν την ημερομηνία της εκχώρησης, ώστε να είναι σαφές, πότε τα επίδικα δικαιώματα φέρονται να μεταβιβάστηκαν στους ενάγοντες 1 και ιδίως, κατά πόσον η εκχώρηση έλαβε χώρα μετά τις επίδικες επενδύσεις. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στη σελ. 60 του συγγράμματος Bullen & Leake, Precedents of Pleadings, 13th edition, όπου παρατίθεται δείγμα δικογράφου όταν η απαίτηση του ενάγοντα εδράζεται σε εκχωρημένα δικαιώματα. Όπως αναφέρεται θα πρέπει να δικογραφούνται τα εξής: «On or about …………… (σ.σ. ημερομηνία) the second plaintiff: (a) assigned the Debt by….to the first plaintiff».
Ιδιαίτερα σημαντικά είναι και τα ακόλουθα που αναφέρουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόμενων στη γραπτή αγόρευσή τους:
Οι αιτούμενες διευκρινίσεις είναι απολύτως αναγκαίες για τους εναγόμενους, τόσο για την ετοιμασία της υπεράσπισής τους όσο και για τη λήψη οποιωνδήποτε άλλων δικονομικών διαβημάτων ενδεχομένως κριθούν αναγκαία μετά τη λήψη των αιτούμενων πληροφοριών.
Οι εναγόμενοι πρέπει να γνωρίζουν από αυτό το στάδιο κατά πόσον οι ενάγοντες 1 εγείρουν την απαίτηση αποκλειστικά ως εκδοχείς των αξιώσεων των εταιρειών Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas ή κατά πόσον οι ίδια πραγματοποίησαν οποιαδήποτε από τις επίδικες επενδύσεις και υπέστησαν οι ίδιοι ζημιά.
Τούτο είναι ουσιώδες, καθότι οι εναγόμενοι οφείλουν να δικογραφήσουν στην υπεράσπισή τους, μεταξύ άλλων, κατά πόσον η θέση τους είναι ότι το επίδικο χρέος και/ή οι επίδικες αξιώσεις δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εκχώρησης. Απολύτως σχετικά είναι τα ακόλουθα τα οποία αναφέρονται στη σελ. 59 στο σύγγραμμα Bullen & Leake (ανωτέρω):
“Grounds of defence. In pleading the defence of an alleged debtor in respect of a debt alleged to have been assigned, particular attention should be paid to the following matters: … (b) whether the debt in question is one that is capable of assignment”.
Επομένως, θα πρέπει να είναι σαφές, για κάθε μία από τις επίδικες επενδύσεις σε σχέση με τις οποίες οι ενάγοντες 1 αξιώνουν αποζημιώσεις, κατά πόσον η αξίωση προβάλλεται από αυτούς ως εκδοχείς ή ως το πρόσωπο που πραγματοποίησε την επένδυση και υπέστη το ίδιο τη ζημιά.
Με τον ασαφή τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένη η έκθεση απαίτησης, οι εναγόμενοι, ουσιαστικά στερούνται της δυνατότητας να λάβουν αντίστοιχα δικονομικά διαβήματα με αυτά που λήφθηκαν από τους εναγόμενους στην υπόθεση PSJC National Bank Trust v. Dimitry Ananyev κ.ά., Πολ. Εφέσεις Αρ. Ε50/2023 και Ε51/2023, ημερ. 25/4/2024.
Στην εν λόγω υπόθεση, η έκθεση απαίτησης καθιστούσε σαφές, ότι η ενάγουσα, PSJC National Bank Trust, προωθούσε την απαίτηση ως εκδοχέας απαιτήσεων και/ή αγώγιμων δικαιωμάτων των εταιρειών PJSC Promsvyazbank (“PSB”) και JSC Avtovazbank (“AVB”).
Ακριβώς, λόγω της σαφούς αυτής δικογράφησης, οι εναγόμενοι ήταν σε θέση να καταχωρίσουν αίτηση δυνάμει της Δ.27 Θ.3 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με την οποία ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής στη βάση του ότι η εκχώρηση των αγώγιμων δικαιωμάτων προς την ενάγουσα δεν ήταν επιτρεπτή επειδή παραβιαζόταν το άρθρο 16 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προνοεί ότι δικαίωμα θεραπείας για αστικό αδίκημα δεν εκχωρείται διαφορετικά, παρά μόvo από vόμo.Το Εφετείο έκρινε ότι η εκχώρηση οποιουδήποτε δικαιώματος προς την ενάγουσα, το οποίο αφορά αστικά αδικήματα, δεν επιτρέπεται.
Στην παρούσα υπόθεση, οι εναγόμενοι έχουν σοβαρότατο δικονομικό μειονέκτημα, λόγω της ασαφούς δικογράφησης στην έκθεση απαίτησης.
Εάν για παράδειγμα καταχωρίσουν αίτηση για τη διαγραφή της απαίτησης στη βάση του Κανονισμού 3.3(2)(α) (αντίστοιχου της Δ.27 Θ.3), τότε, το Δικαστήριο θα κληθεί να εξετάσει κατά πόσο με βάση την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης, μπορεί να διαπιστώσει με σαφήνεια ότι οι ενάγοντες 1 προωθούν την παρούσα απαίτηση αποκλειστικά ως εκδοχείς των αξιώσεων των εταιρειών Solibay Investments Limited και Balcatta Overseas. Μόνο τότε θα μπορεί να εξεταστεί κατά πόσον η απαίτηση και/ή η έκθεση απαίτησης θα πρέπει να διαγραφεί στη βάση του ότι δεν ήταν επιτρεπτή η εκχώρηση αξιώσεων που απορρέουν από αστικά αδικήματα.
Η έκθεση απαίτησης θα πρέπει να είναι σαφής, ώστε το ζήτημα της νομιμοποίησης των εναγόντων 1 να εγείρουν την απαίτηση ως εκδοχείς να μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί στη βάση της αντικειμενικής υπόστασης του ίδιου του δικογράφου.
Άλλωστε, το ζήτημα του κατά πόσον η εκχώρηση παραβιάζει το άρθρο 16 του Κεφ. 148 θα πρέπει να τεθεί και να αποφασιστεί το συντομότερο δυνατόν με δεδομένο ότι, όπως κρίθηκε από το Εφετείο στην Ananyev το άρθρο 16 αποτελεί νομοθετική πρόνοια δημόσιας τάξης.
Τέλος, σημειώνεται ότι εάν ένας ενάγοντας μπορούσε να αποφεύγει να δικογραφεί ευθέως κατά πόσον εγείρει την αγωγή, ως εκδοχέας, αυτό θα του επέτρεπε να προωθεί την αγωγή, χωρίς ο εναγόμενος να μπορεί να θέσει το ζήτημα σε προδικαστικό στάδιο, όπως έγινε στην υπόθεση Ananyev. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν αντίθετη με το σκοπό των δικογράφων, ο οποίος είναι να καθορίζεται με σαφήνεια η υπόθεση που ο αντίδικος καλείται να αντιμετωπίσει.
Συμφωνώ ότι για όλους του παραπάνω, πραγματικούς και νομικούς λόγους, δικαίως οι εναγόμενοι ζητούν να τους δοθούν από τους ενάγοντες οι αιτούμενες πληροφορίες και/ή διευκρινήσεις. Αυτό και για τον επιπλέον λόγο ότι σε περίπτωση που τους δοθούν, συν τοις άλλοις υπηρετείται και ο πρωταρχικός σκοπός των ΚΠΔ.
Το Μέρος 1.2(1) προνοεί ότι οι ΚΠΔ αποτελούν διαδικαστικό κώδικα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η παροχή στο Δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.
Οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ και ορθό και δίκαιο και αναγκαίο να δοθούν στους εναγόμενους οι αιτούμενες πληροφορίες και/ή διευκρινήσεις διατυπώνονται με απόλυτη καθαρότητα από τους ευπαίδευτους δικηγόρους τους (πιο πάνω). Απ’ εκεί και πέρα, σε περίπτωση που μετά που θα δοθούν οι εν λόγω πληροφορίες και/ή διευκρινήσεις, ανακύψει θέμα μη νομιμοποίησης των εναγόντων 1 να αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων και τούτο, επειδή τα όσα αξιώνουν τα αξιώνουν υπό την ιδιότητά τους ως εκδοχέων των δικαιωμάτων και αξιώσεων των δυο εταιρειών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, αυτόματα παρέχεται στους εναγόμενους, δικαίωμα να καταχωρήσουν αίτηση διαγραφής της απαίτησης και/ή της έκθεσης απαίτησης, με δικαιοδοτικό υπόβαθρο το Μέρος 3.3(2)(α) των ΚΠΔ το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία διαγραφής δικογράφου, αν διαπιστώσει ότι αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης. Σε συνδυασμό βέβαια με το άρθρο 16 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προνοεί ότι «Το δικαίωμα oπoιασδήπoτε θεραπείας για αστικό αδίκημα και οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με αυτό δεν εκχωρoύvται διαφορετικά παρά μόvo από vόμo.»
Και βέβαια, σε περίπτωση καταχώρησης τέτοιας αίτησης, εάν αυτή γίνει αποδεκτή, συν τοις άλλοις, θα εξοικονομηθούν, πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα.
Για να συνεχίσω, οι 3ος, 4ος και 5ος λόγοι ένστασης με τους οποίους, ουσιαστικά υποβάλλεται ότι η αίτηση αποσκοπεί στην παροχή λεπτομερειών που αφορούν μαρτυρία και/ή σε αλίευση μαρτυρίας είναι αβάσιμοι. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) είναι φανερό ότι οι αιτούμενες πληροφορίες και/ή διευκρινήσεις αφορούν σε εξόχως ουσιώδη γεγονότα και όχι σε αλίευση μαρτυρίας.
Εν πάση περιπτώσει, οι τρεις αυτοί λόγοι ένστασης δεν μπορούν να συνυπάρχουν με τον 9ο λόγο με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι γνωρίζουν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες που αιτούνται. Συναφώς με αυτό το λόγο ένστασης είναι και τα ακόλουθα τα οποία αναφέρει η κα Βλαδιμήρου στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσής της η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση: «Ισχυρίζομαι ότι, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 6, γνωρίζουν πλήρως την υπόθεση που θα αντιμετωπίσουν και έχουν εκτενή γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση, τις επενδύσεις, τις εταιρείες που προέβησαν σε αυτές και τα ποσά τα οποία επένδυσαν οι Ενάγοντες.»
Το ίδιο ισχύει και για τα ακόλουθα τα οποία αναφέρει στην παράγραφο 11: «Επομένως, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 6, όντας εταιρείες στις οποίες ο Εναγόμενος 1, κατέχει τον ουσιαστικό έλεγχο, γνωρίζουν ή όφειλαν να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες που αιτούνται.»
Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής είναι σαφές, ότι δεν μπορεί να αποδίδεται στους εναγόμενους ότι με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκουν να εξασφαλίσουν ή αλιεύσουν μαρτυρία την οποία ήδη διαθέτουν.
Από την προηγηθείσα ανάλυση καταφαίνεται το αβάσιμο και όλων των άλλων λόγων ένστασης στην αίτηση.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει.
Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος Α της αίτησης με διαφοροποίηση αναφορικά με το χρόνο συμμόρφωσης ο οποίος ορίζεται σε 20 μέρες από σήμερα.
Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, τα οποία να πω ότι έχουν προσυμφωνηθεί μεταξύ των μερών, δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα.
Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €3.000, πλέον Φ.Π.Α. επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 2, 3 και 6 και σε βάρος των εναγόντων 1 και 2.
(Υπ.) . .…………………………….
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο