ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός αγωγής: 333/2026 (i-justice)
Μεταξύ:
1. DRAGAN OBRADOVIC
2. NIKOLA OBRADOVIC
Εναγόντων
και
- ADOC PHARMA (CYPRUS) LIMITED
2. ALEKSANDAR OBRADOVIC
Εναγόμενων
--------------------
Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ημερομηνίας 23/3/2026
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12/10/2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για ενάγοντες 1 και 2 - αιτητές: ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ
Για εναγόμενους 1 - καθ’ ων η αίτηση: Georgios E. Konnaris & Co LLC
Για εναγόμενο 2 - καθ’ ου η αίτηση: HARRIS KYRIAKIDES, ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με έντυπο απαίτησης αρ. 4, στις 19/3/2026. Με αυτή αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα:
«Α. Αναγνωριστική απόφαση ότι ο Εναγόμενος 2 καταχράστηκε ή/και παρέβηκε τις εξουσίες που του παρασχέθηκαν δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 07/01/2025 δοθέντος από την Εναγόμενη 1 προς τον Εναγόμενο 2, ΚΑΙ/Η
Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ανάκληση του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 07/01/2025 δοθέντος από την Εναγόμενη 1 προς τον Εναγόμενο 2 ΚΑΙ/Η
Γ. Αναγνωριστική απόφαση ότι ο Εναγόμενος 2 καταχράστηκε ή/και παρέβηκε τις εξουσίες που του παρασχέθηκαν δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 15/10/2025 δοθέντος από την Εναγόμενη 1 προς τον Εναγόμενο 2, ΚΑΙ/Η
Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ανάκληση του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 15/10/2025 δοθέντος από την Εναγόμενη 1 προς τον Εναγόμενο 2, ΚΑΙ/Η
Ε. Απορρέοντα διατάγματα από τις δηλωτικές αποφάσεις ή/και διατάγματα ΚΑΙ/Η
…»
Στις 23/3/2026, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση μονομερή αίτηση με την οποία ζητούν:
«Α. Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει ή/και να εμποδίζει τους Καθ’ ων η Αίτηση ή/και τους αντιπροσώπους ή/και εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους ή/και υπηρέτες αυτών από του άμεσα ή έμμεσα να χρησιμοποιούν ή/και να προβούν ή/και να προκαλέσουν ή/και να δίδουν οδηγίες δυνάμει των πληρεξουσίων εγγράφων ημερομηνίας 07/01/2025 και ημερομηνίας 15/10/2025, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου ΚΑΙ
Β. Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να αναστέλλει την οποιαδήποτε απόφαση έχει ληφθεί κατόπιν χρήσεως των πληρεξουσίων εγγράφων, ημερομηνίας 07/01/2025 και/ή ημερομηνίας 15/10/2025 και/ή απόφαση έχει ληφθεί εκ μέρους της Καθ’ ης Αίτηση 1 εκπροσωπούμενη από τον Καθ’ ου η Αίτηση 2 κάνοντας χρήση των πληρεξουσίων εγγράφων, ημερομηνίας 07/01/2025 και/ή ημερομηνίας 15/10/2025 μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, ΚΑΙ
…»
Η αίτηση υποστηρίζεται από δυο ένορκες δηλώσεις, στις οποίες προέβη ο ενάγοντας 1.
Επιλήφθηκα της αίτησης, στις 26/3/2026, ημερομηνία κατά την οποία, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων ζήτησε την έκδοση του πρώτου, από τα αιτούμενα διατάγματα και ημερομηνία επίδοσης της αίτησης σε σχέση με το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα.
Αφού μελέτησα την αίτηση και στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιόν μου, ικανοποιήθηκα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του πρώτου αιτούμενου διατάγματος, το εξέδωσα. Ακολούθως όρισα την αίτηση και το διάταγμα για ΑΔΟ (αναθεώρηση και επίδοση) σε νέα ημερομηνία.
Οι δυο εναγόμενοι, οι οποίοι εκπροσωπούνται από διαφορετικούς δικηγόρους, καταχώρησαν, ο καθένας τη δική του ένσταση στην αίτηση. Των εναγόμενων 1 αποτελείται από 8 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο εκ των διευθυντών τους, Λάμπρος Γνάφτης, ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από τον έτερο διευθυντή των εναγόμενων 1, εναγόμενο 2. Η ένσταση του τελευταίου αποτελείται από 11 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων του, Κατερίνα Μολέσκη (στο εξής «Μολέσκη»).
Η αίτηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ»), οπότε, τόσο ο ενάγοντας 1 όσο και η Μολέσκη προέβησαν και σε συμπληρωματικές/απαντητικές ένορκες δηλώσεις.
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας που αναφέρονται στην αίτηση και τις ενστάσεις. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.
Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η αμφισβήτηση από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόντων, της καταλληλότητας Μολέσκη να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης του εναγόμενου 2.
Συγκεκριμένα υποβάλλεται ότι το γεγονός ότι δίνει μαρτυρία κάποιος άλλος από τον εναγόμενο 2, ο οποίος δεν γνωρίζει τα γεγονότα μειώνει την αξία της μαρτυρίας του. Πέραν τούτου προβάλλεται η θέση ότι η επεξήγηση που δίδεται γιατί δεν προβαίνει σε ένορκη δήλωση ο εναγόμενος 2 δεν είναι επαρκής. Όπως αναφέρεται καταληκτικά, είναι η θέση των αιτητών ότι η εν λόγω συμπεριφορά, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο στα πλαίσια οριστικοποίησης του διατάγματος.
Στην υπόθεση Rybolovlev Dmitry και Άλλοι ν. Elena Rybolovleva (2010) 1 Α.Α.Δ. 82 επισημαίνονται τα εξής:
«Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd (1968) 1 C.L.R. 1, In re Efthymiou (1987) 1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1036).
Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Yπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό.
Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.»
Στην προκειμένη περίπτωση, η Μολέσκη, στην ένορκη δήλωσή της, η οποία υποστηρίζει την ένσταση του εναγόμενου 2 στην αίτηση, αναφέρει τα εξής:
Καταρχάς, ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη εκ μέρους του να προβεί σ’ αυτή. Ακολούθως, ότι ο λόγος για τον οποίο ορκίζεται η ίδια είναι διότι ο εναγόμενος 2 βρίσκεται στο εξωτερικό και δεν μπόρεσε να μεταβεί στην Κύπρο προκειμένου να ορκιστεί, λόγω προσωπικών και επαγγελματικών υποχρεώσεων. Σε σχέση με ζητήματα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση, προστίθεται, βασίζεται σε πληροφορίες και έγγραφα που της παρασχέθηκαν από τον εναγόμενο 2, ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τα πραγματικά περιστατικά, το ιστορικό της υπόθεσης και τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων και των άλλων μερών καθώς και τις διαδικασίες που εκκρεμούν στη Σερβία.
Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι δίδεται επαρκής εξήγηση, γιατί δεν προέβη σε ένορκη δήλωση ο εναγόμενος 2 προς υποστήριξη της έντασής του στην αίτηση. Πέραν τούτου, εκτός του ότι δεν προκύπτει από πουθενά ότι η Μολέσκη που είναι δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων του εναγόμενου 2, χειρίζεται προσωπικά την αίτηση και γενικά την παρούσα υπόθεση είναι και το γεγονός, ότι πλείστα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της, επί της ουσίας της αίτησης, είτε απορρέουν από το περιεχόμενο εγγράφων είτε συντίθενται από ισχυρισμούς γεγονότων τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών.
Των παραπάνω λεχθέντων θεωρώ πως δεν συντρέχει κανένας λόγος απόδοσης μειωμένης αξίας στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Μολέσκη, είτε ακόμη, να ληφθεί υπόψη «στα πλαίσια οριστικοποίησης του διατάγματος», το γεγονός ότι προέβη στην εν λόγω ένορκη δήλωση η Μολέσκη, αντί ο εναγόμενος 2, όπως υποβάλλεται από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόντων στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής τους.
Υπεισέρχομαι στην εξέταση της αίτησης η οποία, ασφαλώς, θα ιδωθεί σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους σ’ αυτή, λόγους ένστασης. Επειδή μερικοί από αυτούς τους λόγους είναι δικαιοδοτικής φύσεως, θα τους επιληφθώ κατά προτεραιότητα.
Ο εναγόμενος 2, με τον 6ο λόγο ένστασης υποβάλλει ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη του στοιχείου του κατεπείγοντος ή/και την ύπαρξη άλλων, ιδιαίτερων περιστάσεων που θα δικαιολογούσε την έκδοση του διατάγματος σε μονομερή βάση και/ή χωρίς την παρουσία της πλευράς των καθ’ ων η αίτηση. Με τον 7ο λόγο υποβάλλει ότι οι ενάγοντες είναι ένοχοι υπέρμετρης καθυστέρησης με αποτέλεσμα να εμποδίζονται ή/και να κωλύονται δια συμπεριφοράς να προωθούν την αίτηση.
Έχει νομολογηθεί ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχεται θεραπεία, χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επομένως, η μη έγκαιρη προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός κι αν επεξηγηθεί είναι μοιραία. Μόνο όταν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι, εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία, χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά (βλ. Xατζηβασιλείου ν. White Κnight Holdings Ltd (2004) 1 (A) A.A.Δ.203).
«Κατεπείγον» σύμφωνα με τη Χατζηβασιλείου (ανωτέρω):
«… θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί.»
Βέβαια, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και το κατά πόσο ο εναγόμενος επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο, λόγω της καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του σχετικού λόγου, ενώ η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η ορατή πιθανότητα επιτυχίας καθιστούν την προστασία του αιτητή επείγον ζήτημα. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1377 συγκεφαλαιώνονται οι σχετικές με το θέμα του επείγοντος στην έκδοση προσωρινού διατάγματος, αρχές. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:
«Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2) (1994) 1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ»Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd (2004) 1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: «... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά.». Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari (2005) 1 Α.Α.Δ. 901. Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου. (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. ν. Joseph Lasala κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186)».
Συναφώς και με το υπό εξέταση θέμα, παραπέμπω και στην πρόσφατη υπόθεση ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ κ.ά. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD και ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ κ.ά. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε141/2014 και Ε142/2014, ημερ. 13/9/2023.
Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ’ όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής:
Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθεί τι ισχυρίζεται η Μολέσκη στην ένορκη δήλωσή της για σκοπούς στοιχειοθέτησης των υπό εξέταση λόγων ένστασης, η ουσία, έγκειται στο γεγονός, ότι αυτή, κανένα νέο ουσιαστικό στοιχείο ή γεγονός, συναφές με το θέμα παραθέτει που δεν ήταν υπόψη μου, καθ’ ον χρόνο επιλαμβανόμουν της αίτησης και εξέδιδα μονομερώς το προσωρινό διάταγμα. Με αυτό δεδομένο, εάν στη βάση των γεγονότων, κατ’ ακρίβεια, των κατ’ ισχυρισμό γεγονότων των εναγόντων επί των οποίων βασίστηκα και εξέδωσα το προσωρινό διάταγμα, σήμερα το ακυρώσω είναι ως εάν να λειτουργούσα σαν Εφετείο του εαυτού μου, με εκκαλούμενη, δική μου απόφαση. Ακολουθεί ότι οι υπό εξέταση λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι.
Οι εναγόμενοι 1, με τον 7 λόγο ένστασης υποβάλλουν ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Με τη σειρά του, ο εναγόμενος 2, με τον 8ο λόγο ένστασης υποβάλλει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί επειδή η οι ενάγοντες έχουν παραβεί το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, όλων των ουσιωδών γεγονότων της διαφοράς των διαδίκων ή/και έχουν σκόπιμα αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα και έγγραφα κατά την μονομερή ακρόαση της αίτησης ή/και έχουν παρουσιάσει μια έκδηλα παραπλανητική εικόνα των διαφορών των διαδίκων ή/και δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια»
Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Στυλιανού (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 583 επισημαίνονται τα εξής:
«Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου.
Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.»
Καθ’ όλα σχετικά είναι και τ’ ακόλουθα από την υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω):
«Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink´s Mat Ltd v. Elcombe (1988) 1 WLR 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ (2000) 1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd (2004) 1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος»
Ομοίως και τ’ ακόλουθα από τη Σάββα v. Τηλεμάχου (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081:
«Η έκταση της υποχρέωσης για αποκάλυψη γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co Ltd κ.ά. (1996) 1 (Α) ΑΑΔ 597:
"Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co (1965) 1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another (1985) 1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch" (1987) 1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993. Στη Zachariades v. Liveras and others (1989) 1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co., (1939) 4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) και να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93/89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Gex. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 11/89 και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρησή της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria (1984) 1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen (1908) P. 189. Boyce v. Gill (1981) 64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elombe (1988) 1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Appartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής."
Στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρήστου, Πολιτική Έφεση 9610, ημερ. 31.3.1998 ειπώθηκαν τα εξής:
"Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής."»
Παραπέμπω ακόμη και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας κ.ά. ν. Δήμου Αγίας Νάπας (2013) 2 Α.Α.Δ. 62:
«Απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων σε μονομερή αίτηση στην ουσία ισοδυναμεί με εξαπάτηση του δικαστηρίου. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Ο αιτητής έχει υποχρέωση να αποκαλύψει στο δικαστήριο όχι μόνο τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει, αλλά και οποιαδήποτε άλλα γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να γνωρίζει αν προέβαινε σε λογικές και κατάλληλες κάτω από τις περιστάσεις έρευνες και τα οποία γεγονότα θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation (1996) 1 A.A.Δ. 597, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου (1998) 1 Α.Α.Δ. 598, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd. (1998) 1 A.A.Δ. 1179 και Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 82).»
Οι παραπάνω αρχές επαναβεβαιώνονται σε σημαντικό αριθμό, ακόμη πιο πρόσφατων αποφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited κ.ά. (2015) 1 Α.Α.Δ. 386, PHOENIX PHARMACY LIMITED κ.ά. ν. BUGAEV, Πολ. Έφ. Αρ. Ε69/2016, ημερ. 11/4/2019, LarienaInvestments Ltd κ.ά. ν. RFI Consortium Ltd, Πολ. Έφ. 164/19, ημερ. 22/1/2021 και CJSC "TV COMPANY STREAM" κ.ά. v. CONTENT UNION SA, Πολ. Έφ. Αρ. Ε34/2018, Ε35/2018, ημερ. 8/4/2021.
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από την πρώτη (Commerzbank Auslandsbanken Holding AG):
«Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.ά. ν. Metro Shipping & Travel Ltd (1989) 1 Α.Α.Δ. 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1 Α.Α.Δ. 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.ά. (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης.
Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd [2010] EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.ά. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω.
Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων.
Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.ά. v. Tράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (2014) 1 Α.Α.Δ. 866, ECLI:CY:AD:2014:A269). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe a.ο. [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:-
«The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion. (1) Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised. (2) I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.»
Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder ([2003] All ER (D) 199.»
Τα ουσιαστικά γεγονότα που επικαλούνται οι ενάγοντες για σκοπούς θεμελίωσης του αγώγιμου δικαιώματός τους εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, επί των οποίων εδράζεται και η υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με την υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωση είναι τα εξής:
Οι εναγόμενοι 1 συμπεριλήφθηκαν στην όλα διαδικασία, ως αναγκαίος διάδικος. Αποκλειστικός μέτοχός τους είναι η εταιρεία ADOC GROUP LIMITED (στο εξής και «εταιρεία»). Το 30% των μετοχών της εταιρείας κατέχεται από τον ενάγοντα 1, το 50% από τον εναγόμενο 2, το 15 από την ελβετική εταιρεία ATTA AG, ιδιοκτησίας του υιό του ενάγοντα 1, Jovan Obradovic (στο εξής «Jovan») και το 5% από τον ενάγοντα 2, επίσης υιό του ενάγοντα 1. Αξιωματούχοι της εταιρείας είναι ο εναγόμενος 2 και ο Λάμπρος Γνάφτης. Διευθύντρια της εταιρείας ήταν και η Dragana Pavlovic η οποία παραιτήθηκε πρόσφατα.
Οι εναγόμενοι 1 αποτελούν μέρος μιας δομής εταιρειών η οποία λειτουργεί ως ενιαία οικονομική οντότητα η οποία συγκροτείται από την εταιρεία, τους εναγόμενους 1 και την εταιρεία ADOC D.O.O. BELGRADE (στο εξής «ADOC Σερβίας»).
Το 80% των μετοχών της ADOC Σερβίας κατέχεται από τους εναγόμενους 1, το 10% από τον ενάγοντα 1 και το υπόλοιπο 10% από τον εναγόμενο 2.
Η εταιρεία ιδρύθηκε για να ενεργεί ως ιθύνουσα εταιρεία και να συμμετέχει στην εταιρική δομή η οποία καταλήγει στη διεξαγωγή της επιχείρησης πώλησης φαρμακευτικών προϊόντων στη Σερβία. Μέσω της εταιρείας έχουν δημιουργηθεί και άλλες εταιρείες δομές, οι οποίες καταλήγουν σε άλλες επιχειρήσεις στη Σερβία, οι οποίες αφορούν ανάπτυξη γης και διαχείριση ξενοδοχείων. Όλες μαζί αποτελούν τον Όμιλο Εταιρειών της οικογένειας Obradovic. Η αξία του Ομίλου αξίζει περίπου, πέραν των €80.000.000.
Οι τρεις εταιρείες είναι προφανώς διασυνδεμένες στην πράξη, δια κοινής ιδιοκτησίας σε συνάρτηση με τον οικογενειακό παράγοντα και νομικά συνδεδεμένες, εφόσον αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα. Συγκεκριμένα, η ADOC Σερβίας και οι εναγόμενοι 1 δραστηριοποιούνται στον τομέα της φαρμακευτικής και η εταιρεία αποτελεί τον «εγκέφαλο» της δομής. Ως αποτέλεσμα, οι τρεις εταιρείες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες σε επίπεδο λήψης αποφάσεων, όπως και στην πράξη και οποιαδήποτε ζημιά σε μια από αυτές, θα επέφερε δυσμενείς επιπτώσεις στη δομή γενικότερα. Οποιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα ή ως προς τα διαδραματισθέντα που αφορούν την ADOC Σερβίας γίνονται με γνώμονα την προστασία των συμφερόντων των εναγόμενων 1, αφού υφίσταται σοβαρός κίνδυνος, όπως πληγούν αμετάκλητα.
Όπως ενημερώνουν τον ενάγοντα 1 οι δικηγόροι του διαφαίνεται από την εταιρική δομή της μονάδας ότι αυτός τελεί ως μέτοχος μειοψηφίας των εναγόμενων 1, όπως και ο ενάγοντας 2 και συνεπώς μπορεί να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 με σκοπό την άμεση προστασία των εναγόμενων 1 από το Δικαστήριο, βάσει των όσων λαμβάνουν χώρα παρανόμως από τον εναγόμενο 2, ο οποίος παρουσιάζει και εαυτόν, πλέον, ως διοικητικό σύμβουλο της ADOC Σερβίας. Αυτό προκύπτει από το γεγονός, ότι οι εναγόμενοι 1 τελούν υπό τον ουσιαστικό, για τον παρόν σκοπό, έλεγχο του αδικοπραγούντα, ο οποίος κατέχει την εξουσία, όπως εμποδίσει τους εναγόμενους 1 από το να εγείρουν αγωγή. Δηλαδή, μόνο μέσω του ενάγοντα 1 δύναται να προωθηθεί η αγωγή και τα ζητηθέντα διατάγματα, των οποίων η έκδοση, θα διασφαλίζει επαρκώς τα συμφέροντα των εναγόμενων 1.
Διευθυντής της ADOC Σερβίας ήταν Jovan, όταν εναγόμενος 2, χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 7/1/2025 (στο εξής «επίμαχο πληρεξούσιο») για το οποίο καταχωρείται η παρούσα αίτηση, με δόλιο τρόπο και κατά παράβαση των αρχών του εταιρικού δικαίου διορίστηκε από μόνος του αξιωματούχος της εν λόγω εταιρείας, αλλά, λαμβάνοντας παράνομα απόφαση με την οποία απομάκρυνε το Jovan από διευθυντή της.
Ο εναγόμενος 2, εκμεταλλευόμενος το επίμαχο πληρεξούσιο το οποίο δόθηκε για άλλο σκοπό, χρησιμοποιώντας το αυθαίρετα προέβη χωρίς προηγούμενη απόφαση των εναγόμενων 1 σε χρήση του 80% της μετοχικής δύναμής τους στην ADOC Σερβίας, σε διορισμό του εαυτού του για προσωπικό όφελος μόνο ως αξιωματούχου στην εν λόγω εταιρεία. Η όλη ενέργεια έγινε για ίδιο όφελος και όχι προς όφελος των εναγόμενων 1, ενώ, παρά την έκδοση του διατάγματος προέβηκε και σε άλλες ενέργειες, εξ ου και καταχωρήθηκε αίτηση παρακοής στα πλαίσια της αγωγής 119/2026. Παρόλα αυτά, ο κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς από τη συνεχόμενη χρήση των πληρεξουσίων είναι άμεσος και επείγει να ληφθούν ενέργειες για να σταματήσουν οι παράνομες πράξεις του και να προστατευτούν οι εναγόμενοι 1 και Όμιλος.
Όπως διαφαίνεται στο διάταγμα, το Δικαστήριο απαγόρευε μεταξύ άλλων στον εναγόμενο 2 ή αντιπροσώπους του, όπως προβούν άμεσα ή έμμεσα στη λήψη ή εκτέλεση απόφασης, πράξης ή ενέργειας, με εξαίρεση αυτές που αφορούν στην απλή καθημερινή λειτουργία της εταιρείας, χωρίς την έγκριση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας και την υπογραφή του πρακτικού της γενικής συνέλευσης από όλους τους συμμετέχοντες ή/και την πιστοποιημένη υπογραφή του πρακτικού της γενικής συνέλευσης από όλους τους συμμετέχοντες μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Το επίμαχο πληρεξούσιο, ουδέποτε δόθηκε με σκοπό ο εναγόμενος 2 να ενεργεί κατά το δοκούν και με σκοπό να επενεργεί έμμεσα, ως το 51% των δικαιωμάτων της Δομής, μέσω της μετοχικής δύναμης των εναγόμενων 1 στην ADOC Σερβίας, χωρίς την προηγούμενη απόφαση των εναγόμενων 1. Το επίμαχο πληρεξούσιο δόθηκε με σκοπό να διευκολύνει τυχόν διαδικασίες που αφορούν τους εναγόμενους 1, ως προς τη διεξαγωγή των εργασιών τους και να προβαίνει σε πράξεις που να αφορούν δημόσιες υπηρεσίες στη Σερβία, αλλά και να μπορεί να ψηφίζει σε γενική συνέλευση γι’ αυτά τα θέματα, εφόσον το αποφάσιζαν οι εναγόμενοι 1 και όχι για τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου των εταιρειών της δομής, όπως αυθαίρετα το χρησιμοποίησε ο εναγόμενος 2.
Ωστόσο, ο εναγόμενος 2 κάνει χρήση του επίμαχου πληρεξουσίου το οποίο του παραχωρήθηκε με καλή πίστη από τους εναγόμενους 1, από αξιωματούχους που έχουν πλέον παραιτηθεί, με σκοπό να παρακάμψει την υποχρέωση σύγκλησης γενικής συνέλευσης της εταιρείας και λήψης έγκυρης, πιστοποιημένης και υπογραμμένης απόφασης από όλους τους μετόχους της, η οποία θα εξουσιοδοτούσε νομίμως τους εναγόμενους 1, να λάβουν αποφάσεις σε επίπεδο ADOC Σερβίας. Δυστυχώς, αυτό έγινε αφού κλήθηκε συνέλευση στην ADOC Σερβίας, στην οποία ο ενάγοντας 1 έλαβε χώρα υπό διαμαρτυρία, ως μέτοχος του 10% αυτής, αφού ουδέποτε αποδέχτηκε το διορισμό του εναγόμενου 2, ως διευθυντή της, αλλά, ούτε την παράνομη σύγκλησή της ούτε την ατζέντα θεμάτων, ως νόμιμα και φυσικά, ούτε το ποσοστό ψήφων που δήθεν διαλαλεί ότι κατέχει ο εναγόμενος 2, δυνάμει του επίμαχου πληρεξουσίου, αφού δεν υπάρχει σχετική απόφαση των εναγόμενων 1.
Ο εναγόμενος 2 προχώρησε στη σύγκλιση γενικής συνέλευσης της ADOC Σερβίας, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως εκπρόσωπο των εναγόμενων 1 και ασκώντας έλεγχο επί του 80% του μετοχικού κεφαλαίου, χωρίς απόφαση των εναγόμενων 1 με σκοπό να επιβάλει μονομερώς, δικές του αποφάσεις, παρακάμπτοντας το ισχύον διάταγμα του Δικαστηρίου, καθώς και τις θεμελιώδεις αρχές εταιρικής διακυβέρνησης που διέπουν τη λήψη αποφάσεων σε μία ενιαία οικονομική οντότητα και εξέδωσε απόφαση, όπως απομακρυνθεί ο Jovan, ως διευθύνων σύμβουλος από το διοικητικό συμβούλιο, ο οποίος είχε νόμιμα διοριστεί. Η εν λόγω απόφαση, καμιά σχέση έχει με τις εξουσίες που του δόθηκαν από το επίμαχο πληρεξούσιο και ειδικότερα, οι εναγόμενοι 1 μπορούν να αλλάζουν διοικητικό συμβούλιο, μόνο εφόσον λαμβάνονται αποφάσεις σύμφωνα με τις αρχές της εταιρικής διακυβέρνησης και όχι με γνώμονα, ίδια συμφέροντα ή αλλότριους σκοπούς και χωρίς προηγούμενη απόφασή τους. Με άλλα λόγια, σκοπός της χορήγησης του επίμαχου πληρεξουσίου ήταν η εκτέλεση των αποφάσεων των εναγόμενων 1 από τον εναγόμενο 2 και όχι η χρήση του, κατά την απόλυτη διακριτική του ευχέρεια ή σύμφωνα με την δική του βούληση, παρακάμπτοντας τη βούληση των υπολοίπων μετόχων στη δομή.
Πληρεξούσιο δόθηκε και στις 15/10/2025 το οποίο αντικατέστησε το επίμαχο πληρεξούσιο, παρόλο που το δεύτερο δεν ανακλήθηκε ποτέ.
Η πρόσκληση για τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης της ADOC Σερβίας εναντιώνεται και της απόφασης, ημερομηνίας 10/1/2026, δια της οποίας, το διοικητικό συμβούλιο των εναγόμενων 1 είχε αποφασίσει πως δεν θα εγκρινόταν καμιά αλλαγή στη δομή της ADOC Σερβίας, πριν ληφθούν αποφάσεις στην προγραμματισμένη γενική συνέλευση της μητρικής εταιρείας, δηλαδή της εταιρείας.
Δυνάμει λοιπόν του παράνομου πρακτικού, ημερομηνίας 18/2/2026, ο εναγόμενος 2, στις 24/2/2026 εξασφάλισε τη διαγραφή του Jovan, ως διευθυντή της ADOC Σερβίας στο σερβικό μητρώο εταιρειών, ενώ, την επομένη μέρα, στις 26/2/2026, στις 27/2/2026 και 28/2/2026 πρόσθεσε τον εαυτό του, ως εξουσιοδοτημένο υπογραφέα στις τράπεζες που συνεργάζεται η ADOC Σερβίας, χωρίς οι εναγόμενοι 1 που κατέχουν το 80% να έχουν απόφαση από τους 100% μετόχους τους.
Οι μονομερείς παράνομες πράξεις του δεν χρησιμοποιούν μόνο το επίμαχο πληρεξούσιο, αλλά, πρόσφατα προσπάθησε να επέμβει και σε σχέση με το διοικητικό συμβούλιο των εναγόμενων 1. Συγκεκριμένα, έγιναν προσπάθειες να καταχωρηθούν αλλαγές σε σχέση με το διοικητικό συμβούλιο των εναγόμενων 1 με απόφαση, όχι όπως προστάζει το διάταγμα, αλλά, σε αποφάσεις που λήφθηκαν αποκλειστικά από τον εναγόμενο 2 και τον άλλο διευθυντή, Λάμπρο Γνάφτη, αφού δεν συγκλήθηκε καμιά γενική συνέλευση της εταιρείας, όπως προστάζει το διάταγμα.
Ο εναγόμενος 2, παρά την έκδοση του διατάγματος, ημερομηνίας 10/2/2026 συνεχίζει να καταχράται το επίμαχο πληρεξούσιο, υπάρχει παρακοή του διατάγματος και η ανάκληση των πληρεξουσίων είναι επιτακτική, αφού η ανάκληση δεν δύναται να λάβει χώρα με απόφαση των μελών των εναγόμενων 1 και έχει αποκτήσει πρόσβαση στα χρήματα της ADOC Σερβίας, ενώ η απομάκρυνση του Jovan από διευθυντή, σκοπό έχει να βλάψει τα συμφέροντα των εναγόμενων 1, αλλά και ολόκληρης της δομής, αφού ο σκοπός είναι προσωπικός, ήτοι, να μην υπάρχει έλεγχος προς τον ίδιο και ο σκοπός είναι εταιρικός.
Επιπλέον, από όσα γνωρίζει ο ενάγοντας 1, ο εναγόμενος 2 έχει λάβει δάνειο από την της ADOC Σερβίας, ύψους €1.100.000, πληρωτέο, στις 27/2/2026. Αντί να προβεί σε αποπληρωμή, στις 12/3/2026 δάνεισε στον εαυτό του επιπλέον €150.000, υπογράφοντας ως διευθυντής και ως επικεφαλής της γενικής συνέλευσης και συνεπώς, επίσης, ως η ADOC Σερβίας. Αυτή η συμπεριφορά, εάν δεν περιοριστεί θα βλάψει τη δομή και τον Όμιλο και η προστασία του Δικαστηρίου είναι επιτακτική.
Να σημειωθεί ότι εκκρεμούν διαδικασίες στη Σερβία σε σχέση με το διορισμό του εναγόμενου 2 και παρά την έκδοση του διατάγματος συνεχίζει να πράττει προς δικό του όφελος και αγνοεί κάθε επιθυμία των υπόλοιπων μετόχων.
Σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων διατρέχει ο κίνδυνος, όπως, μεταξύ άλλων, πρώτο, ληφθούν αποφάσεις, προκαλώντας ανεπανόρθωτη ζημιά στον Όμιλο, ενόσω ο εναγόμενος 2 χρησιμοποιεί το πέπλο του επίμαχου πληρεξουσίου να πραγματοποιήσει πράξεις που ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε να προβεί, δεύτερο, ψηφίσει και λάβει και άλλες αποφάσεις που να εξυπηρετούν μόνο τον ίδιο και με αυτό τον τρόπο να προκαλέσει οικονομική ζημιά σε όλο τον Όμιλο, τρίτο σπαταλούνται χρήματα παράνομα προς όφελος του εναγόμενου 2 και τέταρτο, αποχωρήσουν συνεργάτες κλειδιά, δυνάμει των παράνομων και αυθαίρετων πράξεων του εναγόμενου 2.
Και ενώ αυτά είναι τα ουσιώδη γεγονότα που είχαν θέσει υπόψη μου οι ενάγοντες, επί των οποίων βασίστηκα και εξέδωσα το πρώτο, από τα δυο αιτούμενα διατάγματα, αυτοί παρέλειψαν να θέσουν υπόψη μου και να αποκαλύψουν ή να επισύρουν την προσοχή μου στα ακόλουθα, εξίσου ουσιώδη - αν όχι πιο ουσιώδη - γεγονότα, τα οποία έθεσε υπόψη μου και αποκάλυψε ο εναγόμενος 2, μέσω της ένορκης δήλωσης Μολέσκη, τα οποία οι ενάγοντες, άμεσα ή έμμεσα δέχονται ότι αποτελούν γεγονότα. Ειδικότερα:
Οι ενάγοντες παρέλειψαν εσκεμμένα να αποκαλύψουν ότι κατά την περίοδο 11/1/2026 που λήφθηκε η απόφαση από τους εναγόμενους 1 για μη λήψη οποιασδήποτε απόφασης σε σχέση με την ADOC Σερβίας μέχρι τις 27/1/2026 που θα πραγματοποιείτο η γενική συνέλευση της ADOC Σερβίας, ο Jovan, με οδηγίες, ημερομηνίας 9/1/2026 εξουσιοδότησε πληρωμή προς τον πατέρα του, δηλαδή τον ενάγοντα 1 η οποία εκτελέστηκε στις 12/1/2026 για το ποσό των €150.000, ως το πρώτο μέρος των «μπόνους». Επίσης, ποσό, ύψους RSD18.000.000 πληρώθηκε και στον ίδιο τον Jovan, ως μέρος των «μπόνους». Σε σχέση με την μη εξουσιοδότηση παροχής «μπόνους», στις 30/4/2026 καταχωρίστηκε στη Σερβία η αγωγή με αριθμό αναφοράς Ρ-1590/2026 στο πλαίσιο της οποίας αξιώνεται το συνολικό ποσό των €2.200.000 (παράγραφος 38 της ένορκης δήλωσης Μολέσκη).
Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών του εναγόμενου 2, ο ενάγοντας, στην παράγραφο 39 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του αναφέρει τα εξής:
Τα εν λόγω ζητήματα δεν σχετίζονται με τον πυρήνα της μονομερούς αίτησης η οποία αφορά αποκλειστικά την αναστολή χρήσης των πληρεξουσίων. Η αγωγή σε σχέση με τα «μπόνους» καταχωρίστηκε από την ADOC Σερβίας, μετά την καταχώρηση της μονομερούς αίτησης και αφότου ο εναγόμενος 2 είχε ήδη αναλάβει τον έλεγχο της εν λόγω εταιρείας. Περαιτέρω, οι κατ’ ισχυρισμό πληρωμές, εκτελέστηκαν από τον κ. Jovan, υπό την ιδιότητά του ως τότε διευθυντή της ADOC Σερβίας και δεν σχετίζονται με τη χρήση των επίδικων πληρεξουσίων από τον εναγόμενο 2.
Η Μολέσκη, στην παράγραφο 42.5 μέχρι 42.8 της ένορκης δήλωσής της αναφέρει τα εξής:
Ο ενάγοντας 1, στις 4/2/2026 άσκησε ενώπιον του Εμπορικού Δικαστηρίου του Βελιγραδίου, την αγωγή υπό αριθμό Ρ.318/2026, αμφισβητώντας την εγκυρότητα των αποφάσεων που λήφθηκαν στις 27/1/2026 και ζητώντας την έκδοση προσωρινών μέτρων για να εμποδιστεί ο εναγόμενος 2 να ασκεί τα καθήκοντα του διευθυντή της ADOC Σερβίας. Παρόλο που ο κ. Jovan, υπό την ιδιότητά του, ως πρώην διευθυντής της ADOC Σερβίας εμφανίστηκε στη διαδικασία, στις 5/2/2026 και φέρεται να παραδέχθηκε την αξίωση του ενάγοντα 1, ο εναγόμενος 2, μόλις το έμαθε, εμφανίστηκε στις 12/2/2026 και αμφισβήτησε την αξίωση. Ως αποτέλεσμα της παρέμβασής του, το Δικαστήριο ακύρωσε την υποτιθέμενη παραδοχή και προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης.
Στις 12/2/2026, το Εμπορικό Δικαστήριο του Βελιγραδίου απέρριψε την αίτηση για την έκδοση προσωρινών μέτρων με σκοπό να απαγορευτεί στον εναγόμενο 2 να ενεργεί ως διευθυντής της ADOC Σερβίας.
Στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, ο ενάγοντας 1, στις 13/2/2026 υπόβαλε δεύτερη αίτηση για προσωρινά μέτρα, επιδιώκοντας και πάλι να εμποδίσει τον εναγόμενο 2 να ενεργεί ως διευθυντής της ADOC Σερβίας και ζητώντας να αναγνωριστεί ο κ. Jovan, ως νόμιμος εκπρόσωπός της.
Στις 18/2/2026, το Υπουργείο Οικονομικών της Δημοκρατίας της Σερβίας απέρριψε τις ενστάσεις κατά της εγγραφής του εναγόμενου 2, ως διευθυντή και επικύρωσε τις σχετικές αποφάσεις της Σερβικής Υπηρεσίας Εμπορικών Μητρώων.
Στις 4/3/2026, το Εμπορικό Δικαστήριο του Βελιγραδίου απέρριψε την περαιτέρω αίτηση του ενάγοντα 1.
Κατά των πιο πάνω αποφάσεων ασκήθηκε έφεση η οποία απορρίφθηκε στις 18/5/2026.
Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών του εναγόμενου 2, ο ενάγοντας 1, στην παράγραφο 44 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του αναφέρει τα εξής:
Σε σχέση με τους ισχυρισμούς, αναφορικά με τις αποφάσεις Σερβικών Δικαστηρίων και τη διαδικασία ενώπιον του Υπουργείου Οικονομίας αναφέρει τα ακόλουθα: οι εν λόγω αποφάσεις αφορούν αποκλειστικά αιτήσεις προσωρινών μέτρων και δεν αποτελούν αποφάσεις επί της ουσίας της υπόθεσης. Όπως ήδη αναφέρεται στην παράγραφο 32 της ένορκης δήλωσής του και αποκαλύπτει, οι σχετικές διαδικασίες εκκρεμούν ενώπιον των Σερβικών Δικαστηρίων, ενώ η εκκρεμότητα αυτή έχει καταχωριστεί και στο Σερβικό Μητρώο Εταιρειών. Όπως προκύπτει και από τις ίδιες τις αποφάσεις, τα Σερβικά Δικαστήρια αναγνώρισαν ότι το βάσιμο της θέσης του είναι πιθανόν και ότι το μόνο ζήτημα που εξετάστηκε ήταν τα προσωρινά μέτρα και ο διορισμός του εναγόμενου 2 δεν έχει επικυρωθεί τελεσίδικα και παραμένει αντικείμενο εκκρεμών δικαστικών διαδικασιών. Ως προς τη διαδικασία ενώπιον του Υπουργείου Οικονομίας αναφέρει ότι η εγγραφή στο Μητρώο Εταιρειών αποτελεί διοικητική καταχώρηση και η αρμόδια αρχή δεν εξετάζει την εγκυρότητα των υποβληθέντων εγγράφων. Συνεπώς, η εγγραφή δεν συνεπάγεται αναγνώριση της νομιμότητας διορισμού.
Η Μολέσκη, στις παραγράφους 43 μέχρι 46 της ένορκης δήλωσής της αναφέρει τα εξής:
Οι ενάγοντες παρέλειψαν επίσης να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι οι διαφορές μεταξύ των μερών εντάθηκαν, ουσιαστικά, όταν ο εναγόμενος 2 ζήτησε να διερευνηθούν σημαντικές μεταφορές χρημάτων από την ADOC Σερβίας προς τον κ. Jovan και προς εταιρείες συνδεδεμένες με αυτόν. Συγκεκριμένα, εξ όσων ενημερώνεται από τον εναγόμενο 2, περί τα τέλη του 2025 και τις αρχές του 2026 περιήλθαν σε γνώση του, πληροφορίες και στοιχεία που δημιούργησαν σοβαρά ερωτήματα αναφορικά με τη μεταφορά σημαντικών κεφαλαίων της ADOC Σερβίας προς πρόσωπα και εταιρείες συνδεδεμένες με τον κ. Jovan κατά τη διάρκεια της θητείας του, ως διευθυντή της εν λόγω εταιρείας.
Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος 2, μετά το διορισμό του, ως διευθυντή της ADOC Σερβίας έλαβε μέτρα για τη διερεύνηση των εν λόγω συναλλαγών και για να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτές ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένες, εμπορικά αιτιολογημένες και προς το συμφέρον της ADOC Σερβίας. Σ’ αυτό το πλαίσιο διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο κ. Jovan ενέκρινε, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες συναλλαγές και συμφωνίες:
Πρώτο, τη συμφωνία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης, ημερομηνίας 3/3/2025 μεταξύ της ADOC Σερβίας και της εταιρείας ΑTTA AG η οποία ανήκει και/ή ελέγχεται από τον κ. Jovan. Η εν λόγω συμφωνία προέβλεπε την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης έναντι σταθερής μηνιαίας αμοιβής, ύψους 15.000 ελβετικών φράγκων (CHF), καθώς και πρόσθετης αμοιβής επιτυχίας, υπολογιζόμενης επί των κερδών της ADOC Σερβίας.
Δεύτερο, το παράρτημα 2 της πιο πάνω συμφωνίας, ημερομηνίας 29/8/2025, δυνάμει του οποίου, η σταθερή μηνιαία αμοιβή της ΑTTA AG αυξήθηκε από 15.000 CHF σε 30.000 CHF με ισχύ από 1/9/2025.
Τρίτο, τη συμφωνία επενδυτικής πλατφόρμας και κοινοπραξίας, ημερομηνίας 12/12/2025 μεταξύ της ADOC Σερβίας και της ΑTTA AG, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η μεταφορά ποσού €2.500.000 από την ADOC Σερβίας προς την ΑTTA AG.
Είναι η θέση του εναγόμενου 2 ότι οι πιο πάνω συμφωνίες και συναλλαγές εγείρουν σοβαρά ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων, καθότι, ο κ. Jovan ενεργούσε, αφενός, εκ μέρους της ADOC Σερβίας και αφετέρου έλεγχε την ΑTTA AG. Περαιτέρω, εξ όσων ενημερώνεται από τον εναγόμενο 2, οι πιο πάνω συμφωνίες δεν εγκρίθηκαν δεόντως από τα αρμόδια εταιρικά όργανα της ADOC Σερβίας και δεν αντανακλούν συνήθεις εμπορικές συναλλαγές προς όφελος της εταιρείας.
Εξ όσων ενημερώνεται από τον εναγόμενο 2, σε σχέση με τις πιο πάνω συναλλαγές, η ADOC Σερβίας, στις 19/3/2026 καταχώρησε εναντίον του κ. Jovan και της ΑTTA AG, ενώπιον του Εμπορικού Δικαστηρίου του Βελιγραδίου, την αγωγή με αριθμό Ρ.1024/2026, ζητώντας αποζημιώσεις και επιστροφή των κεφαλαίων που μεταβιβάστηκαν. Το συνολικό ποσό που διεκδικείται ανέρχεται σε περίπου €3.800.000.
Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών του εναγόμενου 2, ο ενάγοντας 1, στην παράγραφο 46 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του αναφέρει τα εξής:
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς αναφορικά με τις συναλλαγές μεταξύ της ADOC Σερβίας και της ΑTTA AG αναφέρει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί αφορούν ενέργειες του κ. Jovan κατά τη διάρκεια της θητείας του, ως διευθυντή της ADOC Σερβίας και δεν σχετίζονται με τη χρήση των επίδικων πληρεξουσίων. Σημειώνει ότι η αγωγή Ρ.1024/26 (ανωτέρω) καταχωρίστηκε από την ADOC Σερβίας, στις 19/3/2026, αφότου ο εναγόμενος 2 ανέλαβε τον έλεγχο ADOC Σερβίας, μέσω ακριβώς των πληρεξουσίων και ενώ ήδη υφίστατο το πρώτο διάταγμα, ημερομηνίας 10/2/2026 στο πλαίσιο της αγωγής 119/2026 η οποία αφορούσε ακριβώς τον παράνομο διορισμό του εναγόμενου 2. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος 2 συνεχίζει να πράττει κατά το δοκούν, χωρίς εξουσιοδότηση των εναγόμενων 1, παρά την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος και δεν αναιρεί ούτε δικαιολογεί τη χρήση των πληρεξουσίων.
Παρατηρώ τα εξής:
Επιλήφθηκα της υπό κρίση μονομερούς αίτησης και εξέδωσα το πρώτο, από τα δυο αιτούμενα διατάγματα, επειδή, με υπόβαθρο τη μαρτυρία που είχαν θέσει ενώπιόν μου οι ενάγοντες, μέσω των ενόρκων δηλώσεων του ενάγοντα 1, πείστηκα ότι ο εναγόμενος 2, καταχρώμενος το επίμαχο πληρεξούσιο που του είχε παραχωρηθεί από τους εναγόμενους 1 για να εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους στη Σερβία καθώς και τα συμφέροντά τους που απορρέουν από τα εταιρικά δικαιώματά τους, ως μελών της ADOC Σερβίας, το χρησιμοποίησε προς ίδιον όφελος και προς βλάβη των συμφερόντων των τριών εταιρειών που αποτελούν τον Όμιλο εταιρειών της οικογένειας Obradovic.
Σ’ αυτό το πλαίσιο πείστηκα ότι η παύση, από τον εναγόμενο 2, του υιού του ενάγοντα 1, Jovan, από διευθυντή της ADOC Σερβίας και ο διορισμός του εναγόμενου 2 στη θέση του, ως του μόνου διευθυντή της εν λόγω εταιρείας έγιναν παράνομα, αυθαίρετα και με δόλιο τρόπο.
Ακόμη δέχθηκα τη θέση των εναγόντων, ότι, το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 πρόσθεσε τον εαυτό του, ως εξουσιοδοτημένο υπογραφέα στις τράπεζες που συνεργάζεται η ADOC Σερβίας, αποτελεί μονομερή και παράνομη πράξη.
Ιδιαίτερη έμφαση απέδωσα και στον ισχυρισμό του ενάγοντα 1 ότι ο εναγόμενος 2 πήρε δάνειο από την ADOC Σερβίας, ύψους €1.100.000, πληρωτέο, στις 27/2/2026 και αντί να το αποπληρώσει, στις 12/3/2026, υπογράφοντας ως διευθυντής και επικεφαλής της γενικής συνέλευσης της ADOC Σερβίας, δάνεισε στον εαυτό του το επιπλέον ποσό των €150.000.
Με όλα αυτά υπόψη ικανοποιήθηκα για την αναγκαιότητα έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και για την ύπαρξη κινδύνου σε περίπτωση μη έκδοσής του, ο εναγόμενος 2 να συνέχιζε να καταχράται τόσο το επίμαχο πληρεξούσιο όσο και το άλλο που δόθηκε στις 15/10/2025, όχι για να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των εναγόμενων 1, αλλά για ίδιον όφελος και προς βλάβη των συμφερόντων των τριών εταιρειών που αποτελούν τον Όμιλο εταιρειών της οικογένειας Obradovic.
Και ενώ αυτά είναι τα γεγονότα που οι ενάγοντες είχαν θέσει υπόψη μου, επί των οποίων βασίστηκα και εξέδωσα μονομερώς το πρώτο, από τα δυο αιτούμενα προσωρινά διατάγματα, οι ενάγοντες, προφανώς, ενώ γνώριζαν όλα τα παραπάνω γεγονότα τα οποία έθεσε υπόψη μου ο εναγόμενος 2, εντούτοις, είτε τα απέκρυψαν είτε τα αποσιώπησαν είτε δεν τα αποκάλυψαν είτε τέλος δεν επέσυραν την προσοχή μου σ’ αυτά, καθ’ ον χρόνο καταχωρούσαν την υπό κρίση, μονομερή αίτηση και στο πλαίσιό της εξασφάλιζαν το επίμαχο προσωρινό διάταγμα. Τα εν λόγω γεγονότα είναι τόσο ουσιώδη, που εάν κατά την εξέταση της αίτησης τα είχα υπόψη μου, τόση και τέτοια θα ήταν η επιρροή που θα ασκούσαν στην κρίση μου σε βαθμό που σε καμιά περίπτωση θα εξέδιδα μονομερώς το προσωρινό διάταγμα.
Και δεν θα το εξέδιδα, επειδή, το σκηνικό που διέπει τις επίδικες διαφορές και σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, εντός και εκτός Κύπρου, από τη σύμπλεξη των παραπάνω γεγονότων που αποκάλυψε ο εναγόμενος 2, τα οποία δεν είχαν αποκαλύψει οι ενάγοντες με αυτά που είχαν θέσει ενώπιον μου οι ενάγοντες, φαντάζει τελείως διαφορετικό.
Η εικόνα που σχηματίζεται για τις επίδικες διαφορές μεταξύ των διαδίκων, με υπόβαθρο, μόνο τα κατ’ ισχυρισμό των εναγόντων γεγονότα παρουσιάζει τον εναγόμενο 2, ως ένα αδίστακτο και δόλιο άνθρωπο, ο οποίος, καταχρώμενος τα δυο πληρεξούσια που του είχαν δοθεί από τους εναγόμενους 1 επιδιώκει το παράνομο και αθέμιτο οικονομικό όφελος του ίδιου προς βλάβη των τριών εταιρειών που αποτελούν τον Όμιλο εταιρειών της οικογένειας Obradovic. Ωστόσο, με υπόβαθρο τα γεγονότα που έχει θέσει ενώπιον μου ο εναγόμενος 2, αυτή η εικόνα αλλάζει άρδην, σε βαθμό που οι ρόλοι και κυρίως, οι αποδιδόμενοι εκατέρωθεν χαρακτηρισμοί για όσα έγιναν ή κατ’ ισχυρισμό έγιναν, αντιστρέφονται και μάλιστα, επί το χείρον για τους ενάγοντες καθώς και για τον γιο του ενάγοντα 1, Jovan, υπό την εξής έννοια: ο εναγόμενος 2 φαίνεται να είχε πολύ καλό και σοβαρό λόγο να προχωρήσει στην παύση του Jovan από τη θέση του διευθυντή της ADOC Σερβίας και στο διορισμό του ίδιου στη θέση του, γεγονός το οποίο επιμαρτυρείται από την αποτυχία του ενάγοντα 1 και του Jovan να εξασφαλίσουν από Δικαστήριο της Σερβίας προσωρινά μέτρα, τα οποία θα απαγόρευαν στον εναγόμενο 2 να ενεργεί ως διευθυντής της ADOC Σερβίας. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός, ότι το Υπουργείο Οικονομικών της Δημοκρατίας της Σερβίας απέρριψε τις ενστάσεις κατά της εγγραφής του εναγόμενου 2, ως διευθυντή της ADOC Σερβίας το οποίο επικύρωσε τις σχετικές αποφάσεις της Σερβικής Υπηρεσίας Εμπορικών Μητρώων. Τέλος δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για την αγωγή της ADOC Σερβίας εναντίον του Jovan και της εταιρείας ATTA AG στο Δικαστήριο της Σερβίας και κυρίως, για το λόγο καταχώρησης της εν λόγω αγωγής.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντα 1, της παραγράφου 32 της ένορκης δήλωσής του ότι εκκρεμούν διαδικασίες στη Σερβία σε σχέση με το διορισμό του εναγόμενου 2 και παρά την έκδοση του διατάγματος συνεχίζει να πράττει προς δικό του όφελος και αγνοεί κάθε επιθυμία των υπολοίπων μετόχων, πόρρω απέχει από το να μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αποκάλυψη όλων των παραπάνω γεγονότων. Η αναφορά, γενικά και αόριστα, σε διαδικασίες στη Σερβία, δεν παραπέμπει κατ’ ανάγκη σε δικαστικές διαδικασίες, πολύ περισσότερο, που δυο από αυτές προωθήθηκαν από τον ενάγοντα 1 με αίτημα να απαγορευτεί στον εναγόμενο 2 να ασκεί τα καθήκοντα του διευθυντή της ADOC Σερβίας, οι οποίες είχαν αρνητική έκβαση για τον ενάγοντα 1. Το γεγονός δε ότι οι εν λόγω διαδικασίες αφορούσαν στην έκδοση προσωρινών μέτρων, δεν αναιρεί την υποχρέωση και το καθήκον των εναγόντων να τις είχαν αποκαλύψει.
Η αποσιώπηση από τους ενάγοντες των δικαστικών και άλλων διαδικασιών, οι οποίες, είτε έγιναν είτε εκκρεμούσαν στη Σερβία, καθ’ ον χρόνο καταχωρούσαν την υπό κρίση αίτηση, καθώς και ο λόγος των εν λόγω διαδικασιών και ιδιαίτερα των δικαστικών, δεδομένης και της απόλυτης συνάρτησης των εν λόγω διαδικασιών και θεμάτων με την παρούσα υπόθεση και τα ζητήματα που αποτελούν το αντικείμενο των εν λόγω διαδικασιών, εγείρει και θέμα παραβίασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης το οποίο επέβαλλε να δοθεί το δικαίωμα και η δυνατότητα και στους εναγόμενους να ακουστούν κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος.
Εάν κατά το χρόνο που επιλαμβανόμουν της υπό κρίση αίτησης και στη βάση της εξέδιδα μονομερώς το επίμαχο προσωρινό διάταγμα, είχα υπόψη μου, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις υποθέσεις που θα παραθέσω στη συνέχεια, οι οποίες είχαν εκδοθεί μερικούς μόλις μήνες αργότερα, δηλώνω ευθέως, ότι με μόνο λόγο την ύπαρξη και της αγωγής 119/2026 - την οποία αποκάλυψαν οι ενάγοντες - καθώς και τη σχέση της με την παρούσα υπόθεση, δεν θα εξέδιδα μονομερώς το προσωρινό διάταγμα, αλλά, θα διέτασσα την επίδοση της αίτησης και για τις δυο αιτούμενες θεραπείες.
Αναφέρομαι στις υποθέσεις ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ TIVI FOUNDATION ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολ. Αίτηση, Αρ. 240/2025, ημερ. 30/6/2026, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ (1) PIOTR MATEUSZ ZAK ΕΚ ΒΑΡΣΟΒΙΑΣ, ΠΟΛΩΝΙΑ, (2) ALEKSANDRA JADWIGA ZAK ΕΚ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑΣ, Η.Π.Α., (3) TOBIAS MARKUS SOLORZ ΕΚ ΝΤΟΥΠΑΙ, ΗΝΩΜΕΝΑ ΑΡΑΒΙΚΑ ΕΜΙΡΑΤΑ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ PROHIBITION, Πολ. Αίτηση, Αρ. 241/2025, ημερ. 30/6/2026, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ SOLKOMTEL FOUNDATION, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολ. Αίτηση, Αρ. 242/2025, ημερ. 30/6/2026, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ SOLKOMTEL FOUNDATION, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολ. Αίτηση, Αρ. 243/2025, ημερ. 30/6/2026, και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ TIVI FOUNDATION, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολ. Αίτηση, Αρ. 249/2025, ημερ. 30/6/2026.
Χωρίς περαιτέρω σχολιασμό εκ μέρους μου, ο λόγος που θα ενεργούσα με αυτό τον τρόπο αναδύεται από το απόσπασμα που ακολουθεί το οποίο περικλείεται και στις πέντε αυτές αποφάσεις:
«Κατ’ επανάληψη η νομολογία έχει σημειώσει τα προβλήματα που ενίοτε δημιουργούνται σε μια διαδικασία, όταν ακολουθείται με ευκολία η πρακτική της έκδοσης, μονομερώς (ex-parte), προσωρινών διαταγμάτων. Ειδικότερα στις περιπτώσεις που υπάρχει ενεργός εμπλοκή και συμμετοχή των αντιδίκων σε μια διαδικασία (Θεοφάνους (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 234, Αμβροσιάδου v. Coward (2013) 1 (Α) Α.Α.Δ. 78 και Zhiganov κ.α. (αρ.5) (2013) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2564). Σπεύδω να σημειώσω ότι η πιο πάνω επισήμανση, και κατ’ επέκταση η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παρεμβαίνει κατ’ επίκληση του αποθέματος εξουσίας που διατηρεί προς τούτο στο πλαίσιο της προνομιακής του δικαιοδοσίας, δεν δημιουργεί κανόνα, ούτε, βεβαίως, επηρεάζει την δυνατότητα και ενίοτε την αναγκαιότητα έκδοσης τέτοιων προσωρινών διαταγμάτων, μονομερώς. Η σπουδαιότητα άλλωστε της δυνατότητας του Δικαστηρίου προς τούτο, παραμένει διαχρονικά αδιαμφησβήτητη στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών.
Στην υπό συζήτηση περίπτωση υπάρχει μια προϊστορία μεταξύ των πλευρών. Ωστόσο, ο πυρήνας των επίδικων ζητημάτων, η μακρά αντιδικία των πλευρών για τα συγκεκριμένα ζητήματα, η ενεργός εμπλοκή των Αιτητών στις διάφορες διαδικασίες που εκκρεμούν τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό σε σχέση με αυτά, παρά το γεγονός ότι τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, δεν φαίνεται να απασχόλησαν το τελευταίο στο βαθμό που θα έπρεπε και υπο την ειδικότερη οπτική γωνία των αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, όπως μεταξύ άλλων, τα κοινά ζητήματα που προέκυπταν από τις ήδη εκκρεμούσες διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων, εντός και εκτός Κύπρου, οι προηγηθείσες τροποποιήσεις ήδη εκδοθέντων και σχετικών διαταγμάτων, οι συχνές εμφανίσεις των πλευρών ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων και οι έκδηλες και καλά γνωστές αντιπαραθέσεις τους, καθιστούσαν αναγκαίο, κατ’ επίκληση των αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης, όπως οι Αιτητές ακουστούν πριν από την έκδοση και του εκκαλούμενου διατάγματος. Η δραστικότητα του διατάγματος και η άμεση συνάρτηση του με τα «ανοιχτά μέτωπα» που υπήρχαν μεταξύ των πλευρών, αφού το εκκαλούμενο διάταγμα θα επιδρούσε στη διαχείριση και διάθεση των περιουσιακών στοιχείων των ιδρυμάτων και θυγατρικών τους εταιρειών, σε συνδυασμό με τη χρονική και ουσιαστική συνάφεια με την πληθώρα διαδικασιών που εκκρεμούσαν μεταξύ των πλευρών, αποτελούσε ένα ακόμα παράγοντα που υποδήλωνε ότι οι αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης απαιτούσαν την ειδοποίηση και τυχόν συμμετοχή των αιτητών, πριν το κατώτερο Δικαστήριο τοποθετηθεί και επί αυτής της αίτησης. Άλλωστε, ήταν πάντα δεδομένη, όπως και σήμερα μέσω των σχετικών προνοιών των ΚΠΔ η δυνατότητα ενός αιτητή να αιτηθεί την επίσπευση της ακρόασης της αίτησης του σε επείγουσες περιπτώσεις, διασφαλίζοντας παράλληλα το θεμελιώδες δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί. Η αδικαιολόγητη και επαναλαμβανόμενη παράκαμψη του θεμελιώδους αυτού δικαιώματος, μέσω της καταχρηστικής χρήσης της μονομερούς διαδικασίας, είναι δυνατό να υπονομεύσει την αξιοπιστία του συστήματος απονομής δικαιοσύνης.»
Για να καταλήξω, οι παραπάνω παραλείψεις των εναγόντων, θα έλεγα ότι συνιστούν κλασική περίπτωση απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων, που στην ουσία ισοδυναμεί με εξαπάτηση του Δικαστηρίου εκ μέρους τους, οι οποίοι παραβίασαν το αξίωμα να προσέλθουν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια [βλ. την Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω)]. Αυτό σημαίνει ότι, καθηκόντως, όπως και στη Στυλιανού (ανωτέρω επίσης) οφείλω να τους απαντήσω με τη φράση «δεν σας ακούω πλέον», να ακυρώσω το επίμαχο διάταγμα και να απορρίψω συνολικά την υπό κρίση αίτηση και μάλιστα, χωρίς να χρειάζεται να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης και συγκεκριμένα, κατά πόσο πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Το διάταγμα, ημερομηνίας 26/3/2026 ακυρώνεται.
Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής:
Οι εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι υπέχουν θέση επιτυχόντα διαδίκου στην αίτηση, σε εφαρμογή του Μέρους 39.2(1) των ΚΠΔ δικαιούνται στα έξοδα της αίτησης.
Και οι δυο, συμμορφούμενοι με τον κανονισμό 9(1) του ίδιου Μέρους, ο οποίος διαλαμβάνει για το καθήκον των διαδίκων και των δικηγόρων τους να βοηθούν το Δικαστήριο στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων σε κάθε υπόθεση, υποβάλλοντας για το σκοπό αυτό κατάλογο των εξόδων που αξιώνουν, υπόβαλαν τέτοιο κατάλογο. Να πω ότι το ίδιο έπραξαν και οι ενάγοντες.
Οι εναγόμενοι 1 με το συνοπτικό κατάλογο εξόδων που έχουν υποβάλει αξιώνουν το ποσό των €4.292, πλέον €815,50, Φ.Π.Α. επί του ποσού αυτού, πλέον €37, πραγματικά έξοδα. Ο εναγόμενος 2 με το δικό του συνοπτικό κατάλογο εξόδων που έχει υποβάλει αξιώνει το ποσό των €4.945, πλέον €939,55, Φ.Π.Α. επί του ποσού αυτού, πλέον €62, πραγματικά έξοδα.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και συνυπολογίζοντας και όλους τους άλλους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που διέπει το θέμα, τα έξοδα της αίτησης, τα οποία καθορίζω: για τους εναγόμενους 1, στο ποσό των €2.750, πλέον Φ.Π.Α επί του ποσού αυτού, πλέον €37, πραγματικά έξοδα και για τον εναγόμενο 2, στο ποσό των €3.000, πλέον Φ.Π.Α επί του ποσού αυτού, πλέον €62 πραγματικά έξοδα, επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2, αντίστοιχα και σε βάρος των εναγόντων 1 και 2.
(Υπ.) …..……..…………………
Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΚΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο