ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.
Αρ. Αίτησης: 5/2026
(i-Justice)
ΕΙΣ ΠΤΩΧΕΥΣΙΝ: ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΣΙΝΟΣ
Αίτηση ημερ. 19/03/2026 για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης
Ημερομηνία: 30/10/2026
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή: κ. Ρίκκος Ερωτοκρίτου με κ. Στέλλα Ευριπίδου για Ρ.ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Καθ’ ου η Αίτηση, ΓΚΧΑΣΣΑΝ PIZK: κ. Χρύσης Νικολαΐδης για VARNAVAS PLAYBELL & CO LLC
Ενδιάμεση Απόφαση
Με την παρούσα αίτηση, ο Κώστας Κάσινος/ Αιτητής («Αιτητής») εξαιτείται τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης, η οποία καταχωρίσθηκε σε βάρος του στις 27/02/2026 («Αίτηση»).
Σχετικά Γεγονότα
Το σχετικό με την παρούσα αίτηση ιστορικό, το οποίο θα παραθέσω αμέσως πιο κάτω, είναι το εξής:
1. Στα πλαίσια της Απαίτησης Αρ. 322/2024 εκδόθηκε στις 08/10/2025 συνοπτική απόφαση υπέρ του Ενάγοντα/ Καθ’ ου η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση, ΓΚΧΑΣΣΑΝ PIZK («Καθ’ ου η Αίτηση») και εναντίον του Αιτητή, για το ποσό των «€ 75,000 πλέον νόμιμο τόκο από 15/04/2024 μέχρι εξοφλήσεως» («Απόφαση»).
2. Στις 27/02/2026, ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρισε, στη βάση της Απόφασης, Ειδοποίηση Πτώχευσης δυνάμει του άρθρου 3(1)(ε) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 («Κεφ. 5»), εναντίον του Αιτητή. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, η Ειδοποίηση Πτώχευσης επιδόθηκε στον Αιτητή στις 16/03/2026.
3. Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας Αίτησης, με την οποία ζητείται ο παραμερισμός της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η Αίτηση είναι τα εξής:
i. Ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση, η Απαίτηση Αρ. 322/2024 βασιζόταν σε κατ’ ισχυρισμόν υπογραφή από τον Αιτητή, αποκλειστικά, γραμματίου συνήθους τύπου για το ποσό των €75,000.
ii. Ως είναι η θέση του Αιτητή, το εν λόγω γραμμάτιο συνήθους τύπου δεν πληρούσε τα αυστηρώς νομοθετικά προαπαιτούμενα του γραμματίου συνήθους τύπου. Αναφέρει επίσης ο Αιτητής ότι το γεγονός αυτό επεξηγήθηκε στην ένστασή του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και στην γραπτή του αγόρευση. Είναι περαιτέρω η θέση του Αιτητή ότι η Απαίτηση του Καθ’ ου η Αίτηση δεν βασιζόταν σε καμία άλλη εναλλακτική βάση αγωγής.
iii. Ως περαιτέρω αναφέρει, το ποσό των €75,000 είχε πληρωθεί από την εταιρεία Cadeca Estates Ltd προς την εταιρεία C. Kasinos & Son Ltd, ήτοι εταιρείες νομικά αυθύπαρκτες με ξεχωριστές νομικές οντότητες, διαφορετικές από τους μετόχους.
iv. Είναι συνεπώς η θέση του Αιτητή ότι το Δικαστήριο κατέληξε λανθασμένα με βάση την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του.
v. Κατά της Απόφασης καταχωρίστηκε έφεση, η οποία ως αναφέρεται ακόμη εκκρεμεί. Αντίγραφο της έφεσης επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην Αίτηση. Ως αναφέρει σχετικά ο Αιτητής:
«Η πιο πάνω έφεση, υποδηλώνει καθαρά ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας αλλά και ότι η απαίτηση για την οποία επιδιώκεται η πτώχευση μου, ούτε ξεκαθαρισμένη είναι, ούτε τελεσίδικη.»
Νομικές αρχές και η εφαρμογή τους στην παρούσα περίπτωση
Δυνάμει του άρθρου 3(1)(ε) του Κεφ. 5, πράξη πτώχευσης για σκοπούς του Κεφ. 5 συνιστά, μεταξύ άλλων, η έκδοση τελικής απόφασης εναντίον του εξ αποφάσεως χρεώστη, η οποία δεν ανεστάλη και η οποία ακολουθείται από επίδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης και την παρέλευση επτά ημερών χωρίς συμμόρφωση. Παραθέτω αυτολεξεί τη σχετική διάταξη:
«3.-(1) Ο χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης σε καθεμιά από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
…………………………………………………………………………………………………..…………………………………………………………………………………………………..
(ε) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα.
Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά τον εκάστοτε χρόνο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα, θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα.»
Όπως περαιτέρω αναφέρεται στο ίδιο άρθρο σχετικά με την Ειδοποίηση Πτώχευσης:
«(3) Ειδοποίηση πτώχευσης με βάση το Νόμο αυτό θα γίνεται κατά τον καθορισμένο τύπο και θα καλεί το χρεώστη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρώσει σύμφωνα με τους όρους της απόφασης ή του διατάγματος, ή να εξασφαλίσει το χρέος ή να συμβιβάσει αυτό κατά τρόπο που να ικανοποιεί τον πιστωτή ή το Δικαστήριο, και να εκθέτει τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης προς την ειδοποίηση και πρέπει να επιδίδεται κατά τον καθορισμένο τρόπο:
…………………………………………………………………………………………………»
Δεν αμφισβητείται ότι είναι δυνατή η καταχώριση αίτησης για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης και ότι αυτή ήταν και η ενδεδειγμένη διαδικασία στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι η καταχώριση αίτησης για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος αμφισβήτησής της, σε περίπτωση που οι λόγοι παραμερισμού που προβάλλονται με την αίτηση είναι άλλοι από αυτούς που αναφέρονται ρητώς στο άρθρο 3(1)(ε) του Κεφ. 5, ήτοι ότι ο Αιτητής «έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα». Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο, επαρκεί η καταχώριση ένορκης δήλωσης κατά τα διαλαμβανόμενα του Κανονισμού 40(2) του περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικού Κανονισμού (368/1931). Σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις Λαϊκή Tράπεζα Λτδ ν. Δημήτρη Δημητρίου (2008) 1 ΑΑΔ 425 και Αλωνεύτης ν. Alpha Bank (2010) 1 ΑΑΔ 475.
Το βάρος απόδειξης στις διαδικασίες για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης είναι στους ώμους του εξ αποφάσεως χρεώστη (Αλωνεύτης ν. Alpha Bank (2010) 1 ΑΑΔ 475), ήτοι στην προκειμένη περίπτωση του Αιτητή.
Η Αίτηση βασίζεται ουσιαστικά σε δύο λόγους: ο πρώτος αφορά την τελεσιδικία της απόφασης του Δικαστηρίου, με δεδομένο ότι εκκρεμεί έφεση∙ και ο δεύτερος, ότι το εξ αποφάσεως χρέος, ως αναφέρεται στην Απόφαση, δεν είναι εκκαθαρισμένο.
Σε σχέση με τον πρώτο λόγο που προβάλλεται, ήτοι αυτόν της τελεσιδικίας, σημειώνω τα εξής:
Εν προκειμένω, τα γεγονότα είναι πολύ απλά. Εκδόθηκε απόφαση Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση, εναντίον της οποίας εκκρεμεί έφεση. Ουδεμία αναφορά γίνεται στην προσκομισθείσα μαρτυρία ότι η εκτέλεση της απόφασης τελεί υπό αναστολή.
Η καταχώριση έφεσης δεν καθιστά την απόφαση του Δικαστηρίου μη τελεσίδικη. Σχετική είναι η απόφαση Οικονομίδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (1997) 1 ΑΑΔ 1255, η οποία αφορούσε ένσταση εξ αποφάσεως χρεώστη σε αίτηση εξ αποφάσεως πιστωτή για διάταγμα παραλαβής, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου είχε, επίσης, υποστηριχθεί ότι η απόφαση στην πιο πάνω αγωγή δεν ήταν τελεσίδικη. Η σχετική εισήγηση είχε σαν νομικό έρεισμα το άρθρο 3(1) (ζ) του Κεφ. 5. Το πρωτόδικο δικαστήριο υπέδειξε ότι η έφεση δεν σχετίζεται με το οφειλόμενο ποσό το οποίο - τόνισε - ήταν παραδεκτό και δεν είχε προηγηθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. ΄Εκρινε ότι η καταχώριση της έφεσης μόνο δεν είναι αρκετό για να κάμει μη τελεσίδικη την απόφαση στην πιο πάνω αγωγή.
Με το δεύτερο λόγο της έφεσης ο ευπαίδευτος συνήγορος υποστήριξε ότι το πιο πάνω συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν εσφαλμένο.
Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" ("final judgment") εμφανίζεται και στο άρθρο 4(1) (g) της Αγγλικής Bankruptcy Act, 1883 (βλ. τώρα Bankruptcy Act, 1914, άρθρο 1(1) (g)). ΄Εχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Re Chinery, Ex p. Chinery (1884) 12 Q.B.D. 342, 345:
"I think we ought to give to the words 'final judgment' in this subsection their strict and proper meaning, i.e. a judgment obtained in an action by which a previously existing liability of the defendant to the plaintiff is ascertained or established."
Σε ελληνική μετάφραση:
"Νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε στις λέξεις 'τελεσίδικη απόφαση' σ΄ αυτό το εδάφιο την αυστηρή και σωστή έννοια τους. Είναι απόφαση που λαμβάνεται σε μια αγωγή με την οποία μια προυπάρχουσα υποχρέωση του εναγομένου προς τον ενάγοντα εξακριβώνεται ή αποδεικνύεται."
Στην Huntly (Marchioness) v. Gaskell (1905) 2 Ch. (CA) 656, 667 ο όρος έχει ερμηνευθεί ως εξής:
"When the word 'final' is used, as I think it is in some authorities with reference to judgments, that does not mean, I apprehend, a judgment which is not open to appeal, but merely 'final' as opposed to 'interlocutory'. A judgment is, in my opinion, not the less an estoppel between the parties to the action because it may be reversed on appeal to the House of Lords."
Σε ελληνική μετάφραση:
"΄Οπου η λέξη 'τελεσίδικη' χρησιμοποιείται, καθώς νομίζω, σε μερικές αυθεντίες σε σχέση με αποφάσεις, αντιλαμβάνομαι ότι αυτό δεν σημαίνει απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση, αλλά απλώς 'τελεσίδικη' σε αντίθεση με την 'ενδιάμεση'. Κατά την γνώμη μου μια απόφαση δεν αποτελεί μικρότερο κώλυμα μεταξύ των μερών επειδή δυνατόν να ανατραπεί κατ΄ έφεση από την Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων."
Συμφωνούμε με την πιο πάνω ερμηνεία. Η καταχώριση έφεσης δεν έχει καταστήσει μη τελεσίδικη την απόφαση στην πιο πάνω αγωγή. ΄Οπως και το ίδιο το άρθρο 3(1) (ζ) προβλέπει μόνο με την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ο χρεώστης δεν διαπράττει πράξη πτωχεύσεως. Ο δεύτερος λόγος της έφεσης δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται.»
Επομένως, το γεγονός ότι εκκρεμεί έφεση δεν καθιστά την απόφαση επί της οποίας βασίστηκε η Ειδοποίηση Πτώχευσης μη τελεσίδικη. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι παρά το γεγονός ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι ενδιάμεση αίτηση, οι διαφορές των μερών στην Απαίτηση Αρ. 322/2024 αποφασίστηκαν τελεσίδικα με την έκδοση της απόφασης.
Ούτε βεβαίως είναι δυνατό το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης να εξετάσει την ορθότητα της Απόφασης και κατ’ επέκταση τη βασιμότητα των λόγων έφεσης, ούτε και να προβεί σε διαπίστωση εάν η έφεση είναι καλόπιστη, ζήτημα που θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό αίτησης πτώχευσης.
Στο Αγγλικό δίκαιο, γίνεται ρητή διάκριση μεταξύ των ζητημάτων που μπορούν να τύχουν εκδίκασης από το Δικαστήριο στα πλαίσια διαδικασιών παραμερισμού αίτησης πτώχευσης και των ζητημάτων που μπορούν να εκδικαστούν σε διαδικασίες παραμερισμού ειδοποίησης πτώχευσης.
Τα ζητήματα που μπορούν να εκδικαστούν στα πλαίσια διαδικασίας για παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης είναι σαφώς πιο περιορισμένα και δεν περιλαμβάνουν την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και κατ’ επέκταση, ζητήματα εγκυρότητας του εξ αποφάσεως χρέους. Το γεγονός αυτό προνοείται ρητώς στο σχετικό Practice Direction – Insolvency Proceedings, παρ. 11.4.4 (βλ. περαιτέρω Vieira v Revenue and Customs Commissioners [2017] EWHC 936 (Ch)).
Το εν λόγω ζήτημα είχε ξεκαθαριστεί από την νομολογία πολύ πριν τη θέσπιση του εν λόγω Practice Direction. Σχετικά είναι τα εξής που αναφέρονται στο σύγγραμμα Hunter & Graham, Williams on Bankruptcy, 18η έκδοση (1968), σελ. 44, με αναφορά στη σχετική υποσημείωση στις αποφάσεις Re a Debtor (30 of 1956) [1957] Ch. 381 και Re Easton (1893) 10 Mor. 111:
«The debtor may apply by motion (but not by the summary affidavit procedure of B.R. 139) to set aside the notice on other grounds, e.g., irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc. ⁷¹; the time limit of three days fixed by B.R. 138 does not apply to such applications. But the court cannot on such an application go behind the judgment and inquire into the validity of the debt, as it can in the case of a petition.⁷¹ A moneylender's notice cannot be disputed on the ground that, the bargain being harsh and unconscionable, the amount specified in the notice exceeds the amount actually due; but where payments by the debtor have been appropriated by the judgment creditor, in whole or in part, not in reduction of the judgment debt but in payment of extra interest or bonus, the case might be different and the bankruptcy notice might be bad.» (υπογράμμιση δική μου)
Ο συνήγορος του Αιτητή στις προφορικές του διευκρινίσεις ανέφερε ότι εγείρεται ζήτημα κακοδικίας στην παρούσα περίπτωση, το οποίο δίδει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξετάσει, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, την ουσία της Απαίτησης Αρ. 322/2024 και της Απόφασης. Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο δύναται στα πλαίσια πτωχευτικής διαδικασίας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης όταν εγείρεται ισχυρισμός κακοδικίας (Dawodu v American Express Bank [2001] BPIR 983). Αυτή η δυνατότητα δεν υφίσταται ωστόσο σε αιτήσεις για παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης, όπως η παρούσα (Dias v London Borough of Havering [2011] EWHC 172 (Ch), παρ. 24). Επομένως, δεν υφίσταται επί του παρόντος δυνατότητα εξέτασης οποιωνδήποτε ισχυρισμών περί κακοδικίας στην παρούσα Αίτηση και συνεπώς, η εν λόγω θέση του συνηγόρου του Αιτητή απορρίπτεται.
Περαιτέρω, δεν παραγνωρίζω τη δυνατότητα του Δικαστηρίου με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 6(4) του Κεφ. 5 για αναστολή ή απόρριψη αίτησης πτώχευσης σε περιπτώσεις όπου εκκρεμεί έφεση. Σημειώνω περαιτέρω και την ύπαρξη της γενικότερης εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 97 του Κεφ. 5 για αναστολή των διαδικασιών της αίτησης πτώχευσης (Επί τοις αφορώσι τον Αποστόλου, Αίτηση Αρ. 3/2018, ημερ. 21/06/2019), ECLI:CY:AD:2019:C34. Ωστόσο, τα εν λόγω άρθρα του Κεφ. 5 αναφέρονται ρητώς σε αναστολή/ απόρριψη αίτησης πτώχευσης και όχι ειδοποίησης πτώχευσης. Επομένως, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες των άρθρων 6(4) και 97 του Κεφ. 5 στην παρούσα περίπτωση και εν πάση περιπτώσει, δεν έγινε τέτοια εισήγηση από τους δικηγόρους του Αιτητή.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος που προβάλλεται κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου, απορρίπτεται.
Ως προς τον δεύτερο λόγο, δεν υπάρχει θεωρώ αμφιβολία ότι προκύπτει από την Απόφαση του Δικαστηρίου εκκαθαρισμένο ποσό προς πληρωμή. Σημειώνεται ότι η ερμηνεία του εκκαθαρισμένου χρέους αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Πολιτική Έφεση Αρ. 349/2016, ημερ. 27/03/2025. Όπως λέχθηκε:
«Σύμφωνα δε και με αγγλικές αποφάσεις, καθίσταται σαφές πως όταν το χρέος καθορίζεται σε δικαστική απόφαση, θεωρείται πλέον εκκαθαρισμένο ποσό για σκοπούς εξέτασης αίτησης πτώχευσης και έκδοσης του διατάγματος.»
Προκύπτει ξεκάθαρα ότι στην Απόφαση το εξ αποφάσεως χρέος καθορίστηκε. Όπως αναφέρεται στη συνταγμένη Απόφαση (drawn-up order), η οποία επισυνάφθηκε στην Ειδοποίηση Πτώχευσης, το Δικαστήριο αποφάσισε όπως:
«Ο Εναγόμενος/Καθ' ου η αίτηση να πληρώσει στον Ενάγοντα/Αιτητη το ποσό των €75,000 πλέον νόμιμο τόκο προς 5,5% από 15/04/2024 μέχρι εξοφλήσεως.»
Συνεπώς, από τη στιγμή που το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους καθορίστηκε με σαφήνεια στην Απόφαση, προκύπτει από την Απόφαση εκκαθαρισμένη απαίτηση, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης.
Περαιτέρω, δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί ύπαρξης κατάχρησης από πλευράς του Καθ’ ου η Αίτηση και εν πάση περιπτώσει, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία.
Ως εκ τούτου, και ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται.
Ελάττωμα στην Ειδοποίηση Πτώχευσης
Κατά την ακρόαση της αίτησης, με προβλημάτισε το κατά πόσον η Ειδοποίηση Πτώχευσης, ως ήταν συνταγμένη, ήταν ελαττωματική. Συναφώς, έθεσα το ζήτημα στις δύο πλευρές για να τοποθετηθούν και ζητήθηκε εκατέρωθεν χρόνος για να τοποθετηθούν επί του ζητήματος, πράγμα το οποίο έγινε.
Σημειώνω κατ’ αρχάς ότι το Δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση που εντοπίσει ελαττωματικότητα στην Ειδοποίηση Πτώχευσης να θέσει αυτεπάγγελτα το εν λόγω ζήτημα (McDowell v Fox [2002] FMCA 254, Concast West Ltd v Ocean King Enterprise Ltd [2016] NZHC 1839).
Η νομολογία απαιτεί αυστηρή συμμόρφωση του εξ αποφάσεως πιστωτή με τις προϋποθέσεις έκδοσης της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Ο λόγος είναι διότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης είναι το θεμέλιο στη βάση του οποίου διαπράττεται πράξη πτώχευσης. Όπως λέχθηκε σχετικά στην απόφαση Βιολάρης ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd (2012) 1 ΑΑΔ 1054 με αναφορά σε Αγγλική νομολογία:
«Η μελέτη των Αγγλικών αποφάσεων επί του θέματος αποκαλύπτει ότι τα Δικαστήρια επιδεικνύουν γενικά περισσότερη αυστηρότητα στην ανάγκη για πιστή και ακριβή τήρηση του Νόμου και των Κανονισμών στις περιπτώσεις όπου παρατηρείται ελάττωμα ή αντικανονικότητα στην ίδια την ειδοποίηση πτώχευσης παρά στην αίτηση για πτώχευση που ακολουθεί. Τούτο επειδή η ειδοποίηση πτώχευσης και η συμμόρφωση ή μη προς το περιεχόμενό της, είναι το θεμέλιο στη βάση του οποίου διαπράττεται η πράξη πτώχευσης που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για συνέχιση της διαδικασίας πτώχευσης.» (υπογράμμιση δική μου)
Περαιτέρω, σημειώνω ότι η πτωχευτική διαδικασία είναι οιωνεί ποινικού χαρακτήρα (Αναφορικά με τον Κώστα Αριστείδη (2015) 1Β Α.Α.Δ. 1090). Εξού και ο λόγος που το άρθρο 102 του Κεφ. 5 προνοεί για θεραπεία μόνο τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας σε Ειδοποίηση Πτώχευσης. Όπως προνοείται σχετικά στο άρθρο 102(1) του Κεφ. 5:
«Καμμιά πτωχευτική διαδικασία δεν ακυρώνεται εξαιτίας τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας, εκτός αν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβλήθηκε ένσταση εναντίον της διαδικασίας, είναι της γνώμης ότι προκλήθηκε από το ελάττωμα ή την αντικανονικότητα ουσιαστική αδικία και ότι η αδικία δεν δύναται να θεραπευτεί από οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου εκείνου.»
Σχετική με την ερμηνεία της φράσης τυπικό ελάττωμα ή αντικανονικότητα στο εν λόγω άρθρο είναι η απόφαση Βιολάρης (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Εκείνο που ενέχει εδώ σημασία είναι η διάκριση στην οποία προβαίνει ο ίδιος ο νομοθέτης μεταξύ “ελαττώματος” (“defect”) και “τυπικού ελαττώματος" ή “αντικανονικότητας” (“formal defect” και “irregularity”). Δεν είναι δηλαδή όλα τα ελαττώματα τα οποία μπορούν να θεραπευθούν ή να αγνοηθούν αν δεν προκαλούν ουσιαστική αδικία, παρά μόνο εκείνα τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ως “τυπικά ελαττώματα”. Αυτή η σημαντική διάκριση έγινε αντικείμενο ανάλυσης από το Privy Council στην υπόθεση Pillai v. Comptroller of Income Tax [1970] AC 1124. Όπως είχε εκεί αναφέρει ο Lord Diplock, το Άρθρο 147(1) του Αγγλικού Νόμου προβαίνει σ’ αυτή τη διάκριση και οποιαδήποτε παράλειψη συμμόρφωσης προς νομοθετικές διατάξεις ως προς τον τύπο ειδοποίησης πτώχευσης, τέτοιας φύσεως, ώστε δεν θα μπορούσε εύλογα να παραπλανήσει ένα χρεώστη στον οποίο εκδίδεται, είναι “τυπικό ελάττωμα” και η ειδοποίηση καθίσταται έγκυρη με βάση το άρθρο.
…………………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………………
Περαιτέρω, για να θεωρηθεί ένα ελάττωμα ή μια αντικανονικότητα τέτοια ώστε να μπορεί να θεραπευθεί ή παραγνωριστεί αν δεν προκαλεί ουσιαστική αδικία, θα πρέπει να είναι τυπική (formal), δηλαδή τέτοια ώστε να μη μπορούσε εύλογα να προκαλέσει ουσιαστική αδικία στον χρεώστη και όχι κατ’ ανάγκη να έχει προκαλέσει τέτοια αδικία.» (υπογράμμιση δική μου)
Ούτε θα πρέπει το ελάττωμα ή η αντικανονικότητα να είναι τέτοια που ενδεχομένως να προκαλέσουν αμηχανία στον εξ αποφάσεως χρεώστη. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Hunter & Graham, Williams on Bankruptcy, 19η έκδοση (1979), σελ. 34:
«Where part of a judgment debt has been extinguished by payment and a bankruptcy notice has been issued for the balance, the notice is not invalid by reason of a marginal note to the notice departing from the terms of the judgment, if the sum claimed is the correct amount owing, and the note is not likely to mislead or embarrass the debtor.»
Το κριτήριο επομένως είναι το κατά πόσον το ελάττωμα θα μπορούσε εύλογα να παραπλανήσει ένα χρεώστη. Προκύπτει εν προκειμένω ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν έχει σημασία το κατά πόσον ο εξ αποφάσεως οφειλέτης πράγματι παραπλανήθηκε.
Ενδεικτικά, σημειώνω ότι στην απόφαση In re Costas Louca (1987) JSC 61, το Δικαστήριο παραμέρισε Ειδοποίηση Πτώχευσης από την οποία έλειπε η λέξη «not». Όπως αναφέρθηκε, η εν λόγω παράλειψη αντέστρεφε το νόημα της προβλεπόμενης προειδοποίησης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση και παραπλάνηση του εξ αποφάσεως χρεώστη και έκρινε περαιτέρω, ότι ως ήταν διατυπωμένη προκαλούσε ουσιαστική αδικία, μη δυνάμενη να θεραπευθεί δυνάμει του άρθρου 102 του Κεφ. 5.
Όπως προκύπτει από την Ειδοποίηση Πτώχευσης, ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν ζητούσε από τον Αιτητή αποκλειστικά την πληρωμή του ποσού των €75.000 εντός 7 ημερών. Ζητούσε περαιτέρω την πληρωμή τόκου προς 5,5% ετησίως από 15/04/2024 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €77,00 έξοδα εκδόσεως της απόφασης, πλέον τα έξοδα της αγωγής ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Παραθέτω αυτολεξεί το σχετικό απόσπασμα από την Ειδοποίηση Πτώχευσης:
«Ειδοποιείσθε ότι εντός (7) επτά ημερών από της επίδοση της παρούσας ειδοποίησης οφείλετε να πληρώσετε εις στους κ.κ Varnavas Playbell & Co. LLC, από τη Λεμεσό, εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του Αιτητή το ποσό των €75.000,00 με νόμιμο τόκο προς 5,5% από 15/04/2024 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €77,00 έξοδα εκδόσεως της απόφασης, πλέον τα έξοδα της αγωγής ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.»
Κατ’ αρχάς, όπως προκύπτει, ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν προσδιόρισε το ποσό του οφειλόμενου τόκου κατά την ημερομηνία έκδοσης της Ειδοποίησης, απλώς ανέφερε το ποσοστό του τόκου που είναι πληρωτέος. Σημειώνεται ωστόσο ότι στην Ειδοποίηση Πτώχευσης προσδιοριζόταν το επακριβές ποσοστό του τόκου, ήτοι 5,5%.
Ανατρέχοντας στη νομολογία, δεν θεωρώ ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης ήταν ελαττωματική σε αυτό το σημείο. Απολύτως σχετική είναι η ανάλυση του High Court της Σιγκαπούρης στην απόφαση Re Lim Kim Guan [1989] SGHC 94. Σε εκείνη την υπόθεση, το Δικαστήριο αρνήθηκε να ακολουθήσει την αυστηρή προσέγγιση των Δικαστηρίων της Μαλαισίας και της Αυστραλίας, βάσει της οποίας το ποσό του τόκου έπρεπε να προσδιοριστεί επακριβώς. Όπως λέχθηκε:
«36 The bankruptcy notice therefore contained parts of the judgment debt or sum which had not been ascertained and on that basis the bankruptcy notice was bad. Ghazali [1989] 2 MLJ 142 went further than Low Mun [1988] 1 MLJ 263 and clearly is an authority for the proposition that a bankruptcy notice that states the specific rate of interest payable but does not quantify the amount of interest is bad. So also are the two Australian cases, Re Thomas E Davies (1963) 19 ABC 100 and Re O`Keefe (1963) 19 ABC 101. In all those cases, specific or fixed rates of interest were set out in the respective bankruptcy notices and the amounts of interest were easily calculable and were capable of being ascertained on the face thereof. In each of such cases I do not see how a debtor on receipt of such a bankruptcy notice could possibly be embarrassed or perplexed. For this reason, I am not inclined to follow the decisions in these cases. In my opinion, if the specific rate of interest is stated in a bankruptcy notice, the amount of interest is capable of being ascertained, and a debtor can calculate and ascertain the amount of interest he is required to pay to the judgment creditor.
37 In practically most, if not all, the full amount of interest to which a judgment creditor is entitled cannot be set out in a specific sum. A judgment carries the statutory interest at the rate of 8% pa from the date of judgment to the date of payment. A judgment creditor is entitled to have a bankruptcy notice issued for the judgment debt or sum plus the interest: see Re Lehmann (1890) 62 LT 941. Since this interest accrued from the date of judgment until payment it is not possible for the judgment creditor to quantify this amount until the date of payment. In my opinion, in such a case, spelling out the specific rate of interest on the face of the bankruptcy notice will suffice; that would enable the debtor to compute and determine correctly what he has to pay.» (υπογράμμιση δική μου)
Θεωρώ ότι από τη στιγμή που γινόταν αναφορά σε συγκεκριμένο ποσοστό τόκου στην Ειδοποίηση Πτώχευσης, ο Αιτητής μπορούσε με ευκολία να υπολογίσει το επακριβές ποσό που οφείλετο και να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση όσον αφορά τον τόκο.
Το δεύτερο σημείο που με προβλημάτισε είναι το εξής: Όπως προκύπτει από την Ειδοποίηση Πτώχευσης, για σκοπούς συμμόρφωσης του Αιτητή με την Ειδοποίηση Πτώχευσης, θα έπρεπε να καταβάλει στον Καθ’ ου η Αίτηση, πέραν του ποσού των € 75,000 και του τόκου, επιπλέον τα έξοδα ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη η Ειδοποίηση, το ποσό των εξόδων έπρεπε να πληρωθεί εντός 7 ημερών. Η αναφορά στα έξοδα δεν συνιστούσε απλώς μνεία των ορών της Απόφασης. Ωστόσο, κατά την εν λόγω ημερομηνία δεν υπήρχε καθορισμένο ποσό εξόδων προς πληρωμή (πλην των εξόδων έκδοσης της απόφασης ύψους € 77).
Συγκεκριμένα, κατά την ημερομηνία καταχώρισης της Ειδοποίησης Πτώχευσης δεν είχαν ακόμη υπολογιστεί τα έξοδα. Ούτε προβλήθηκε η θέση ότι κατά την ημερομηνία επίδοσης της Ειδοποίησης Πτώχευσης τα έξοδα είχαν υπολογισθεί. Επομένως, δεν υπήρχε εν προκειμένω εκτελεστή υποχρέωση έναντι του Αιτητή όσον αφορά τα έξοδα. Σημειώνεται ότι η διαταγή σε σχέση με τα έξοδα δεν δημιουργεί εκτελεστή υποχρέωση μέχρις ότου υπολογισθεί το ποσό. Όπως αναφέρθηκε σχετικά στην απόφαση Axnoller Events Ltd v Brake [2021] EWHC 1500 (Ch), παρ. 22:
«In the present case I made an order on 2 May 2021 that the Brakes pay the costs, to be assessed, if not agreed. That was a few days before the moratorium for Mr Brake began on 6 May. The order of 2 May undoubtedly created a contingent liability of uncertain amount. But it could not be enforced before being liquidated (by agreement or assessment) in a certain sum.» (υπογράμμιση δική μου)
Είναι νομολογημένο ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει κατά την ημερομηνία έκδοσης της Ειδοποίησης Πτώχευσης να είναι σε θέση να εκτελέσει την απόφαση (In re Woodall (1884) 13 Q.B.D. 479). Εν προκειμένω, ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν ήταν σε θέση κατά την ημερομηνία καταχώρισης της Ειδοποίησης Πτώχευσης να εκτελέσει την απόφαση ως προς τα έξοδα.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση θα έπρεπε να συμπεριλάβει στην Ειδοποίηση Πτώχευσης μόνο το εξ αποφάσεως χρέος, χωρίς να προβεί σε αναφορά για τα έξοδα. Σχετική είναι η απόφαση Re G. J. [1905] 2 K.B. 678, όπου κρίθηκε ότι ορθά ο εξ αποφάσεως πιστωτής καταχώρισε Ειδοποίηση Πτώχευσης, η οποία έκανε αναφορά μόνο στο εξ αποφάσεως χρέος των 1500 στερλινών, χωρίς αναφορά στα έξοδα, αφού αυτά δεν είχαν ακόμη υπολογιστεί. Όπως λέχθηκε σχετικά από τον Stirling L.J.:
«At the time when the notice was served, the costs not having been then taxed, it was impossible to give any other notice than that which was given, i.e., a notice requiring payment of the 1500l.» (υπογράμμιση δική μου)
Στην απόφαση Re Lim Kim Guan [1989] SGHC 94, το High Court της Σιγκαπούρης, αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Μαλαισίας Low Mun v Chung Khiaw Bank [1988] 1 MLJ 263. Στη Low Mun, ο εξ αποφάσεως πιστωτής επέδωσε στον εξ αποφάσεως χρεώστη Ειδοποίηση Πτώχευσης με την οποία ζητείτο η πληρωμή του ποσού των $2,325,000 πλέον «interest thereon at a rate of 3% above the judgment creditors’ base rate of interest per annum with monthly rests in respect of the sum of $2,100,000 and yearly rests in respect of the sum of $200,000 from 27 February 1983 until payment thereof and costs to be taxed claimed by them ...».
Κατά την ημερομηνία έκδοσης της Ειδοποίησης Πτώχευσης, δεν είχε καθοριστεί ή εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν δυνατό να καθοριστεί το βασικό επιτόκιο, ούτε είχαν ψηφιστεί τα έξοδα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης ήταν ουσιωδώς ελαττωματική και για τους δύο προαναφερόμενους λόγους και παραμέρισε την αίτηση πτώχευσης. Όπως λέχθηκε στις σελ. 264 – 265 της απόφασης:
«The bankruptcy notice in this case neither specified the bank’s base lending rate on which the interest payable should be calculated in accordance with the terms of the judgment, nor quantified the taxed costs. The reason for the omission was simply that at the time of issue of the notice, the base lending rate was not available and the costs of the proceedings had not been taxed. …………………………………………………….
…………………………………………………………………………………………………..
…………………………………………………………………………………………………..
Clearly, the bankruptcy notice was bad in law as it contained demand for payment of the whole judgment debt within seven days when parts of the whole debt had not been or could not be quantified, and as such were incapable of being made the subject of execution, and consequently incapable of being complied with. Non-compliance with the demand to pay such unascertained sums cannot constitute an act of bankruptcy. The demand for payment in the notice must not only be quantified but must also be the correct sum owing as at the date of the notice.» (υπογράμμιση δική μου)
Σημειώνεται ότι, παρά το ότι τα ποσά που ζητούνταν μπορούσαν να διαχωριστούν, η Ειδοποίηση Πτώχευσης κρίθηκε εξ ολοκλήρου άκυρη, αφού απαιτούσε την πληρωμή ολόκληρου του χρέους, συμπεριλαμβανομένων και απροσδιόριστων ποσών. Το Δικαστήριο ανέφερε σχετικά τα εξής:
«Consequently, we are of the view that when you have the judgment in the usual form that we have here, a bankruptcy notice under the Act must require payment of quantified sum or sums alleged to be due according to the terms of the judgment as at the date of issue of bankruptcy notice. The duty is on the creditor to state the correct amount due, and there is no obligation imposed on the debtor to make inquiries if the amount demanded is ambiguous or unascertained. By demanding payment for unspecified sums in the bankruptcy notice, we hold that such demand is not in accordance with the terms of the judgment, and applying the rule of strict construction, the notice cannot be deemed to fall within section 3(1)(i) of the Bankruptcy Act. The amount must be quantified because the debtor is entitled to know from the bankruptcy notice exactly what is being claimed to be due on the whole judgment debt and payable by him within the seven-day period.» (υπογράμμιση δική μου)
Περαιτέρω, στην απόφαση Re Lim Kim Guan [1989] SGHC 94, το High Court της Σιγκαπούρης έκρινε ότι ολόκληρη η Ειδοποίηση Πτώχευσης ήταν ελαττωματική εφόσον οι εξ αποφάσεως χρεώστες ήταν αδύνατο να υπολογίσουν το επακριβές ποσό του τόκου που οφείλετο δυνάμει της Ειδοποίησης. Όπως λέχθηκε:
«Turning now to the two bankruptcy notices before me. In each of them, the subject of payment, ie the judgment debt or sum, consists of three components: (i) the principal of $201,479.41; (ii) interest from 1 June 1988 to the date of judgment at the rate of 3.75% pa above the petitioner`s prime lending rate on the basis of a 365-day year with monthly rests; and (iii) costs of $700. The first and third components are specific and clear enough; but the second is not. Though these words follow the terms of the judgment, it is by no means explicit and clear on the face of the bankruptcy notice how much the debtor has to pay in terms of the amount of interest. The petitioner`s prime lending rate applicable has not been specified in the notice; nor has there been set out the formula for or the manner of computing or calculating the interest `with monthly rests`. In the circumstances, each of the debtors would or could be puzzled and perplexed as to how much he or she would have to pay to the judgment creditor to comply with the notice. Each of them would not be able to ascertain from the bankruptcy notice the precise amount he or she has to pay. They or either of them could, of course, get in touch with the judgment creditor and find out the precise amount; but they are under no obligation to do that. Their obligation is to pay the judgment debt or sum in accordance with the terms of the judgment. In my opinion, if the interest is not quantified in a specific sum in a bankruptcy notice, the specific rate of interest must be specified so that on the face of the notice the amount of interest is capable of being ascertained.» (υπογράμμιση δική μου)
Σημειώνεται ότι σε αμφότερες τις πιο πάνω αποφάσεις, τα Δικαστήρια έκριναν ότι δεν επρόκειτο για τυπικό ελάττωμα ή αντικανονικότητα, δυνάμενο να θεραπευθεί.
Στην απόφαση Parkins v Westminster City Council [2000] Lexis Citation 4664, το ποσό στην πρώτη σελίδα της Ειδοποίησης Πτώχευσης περιγραφόταν εσφαλμένα ως έξοδα. Από τις λεπτομέρειες της δεύτερης σελίδας, ωστόσο, προέκυπτε καθαρά ότι επρόκειτο για τόκο, με αναφορά στον ημερήσιο υπολογισμό του. Το Δικαστήριο ανέφερε ότι «no one was reasonably misled by that».
Στην παρούσα περίπτωση όμως τα γεγονότα διαφέρουν. Με τον τρόπο που ήταν διατυπωμένη η Ειδοποίηση Πτώχευσης ήταν αδύνατο ο Αιτητής να συμμορφωθεί με αυτή, αφού απαιτείτο πέραν των υπολοίπων ποσών και πληρωμή ακαθόριστου ποσού εξόδων. Ουδόλως προκύπτει από το περιεχόμενο της Ειδοποίησης ότι η καταβολή μόνο των καθορισμένων ποσών, χωρίς τα έξοδα, θα συνιστούσε πλήρη συμμόρφωση. Συνεπώς, θα μπορούσε εύλογα να προκληθεί αμηχανία ή παραπλάνηση στον Αιτητή σε σχέση με το συνολικό ποσό που καλείτο να πληρώσει με βάση την Ειδοποίηση Πτώχευσης ή σε σχέση με τις ενέργειες που έπρεπε να λάβει ο Αιτητής για συμμόρφωση με την εν λόγω Ειδοποίηση.
Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι δεν υπήρχε εκτελεστή υποχρέωση του Αιτητή ως προς τα έξοδα μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της Ειδοποίησης Πτώχευσης (πλην του ποσού των € 77) και επομένως, ο Καθ’ ου η Αίτηση ζητούσε την πληρωμή εξόδων, χωρίς να δικαιούται κατά το χρόνο έκδοσης της Ειδοποίησης να απαιτήσει την άμεση πληρωμή των μη υπολογισθέντων εξόδων της αγωγής.
Περαιτέρω, με προβλημάτισε κατά πόσον η αναφορά στα έξοδα μπορούσε να εκληφθεί ως απλή αναφορά στην Ειδοποίηση Πτώχευσης σε μελλοντική υποχρέωση πληρωμής τους, χωρίς να προκύπτει ότι η καταβολή των εξόδων απαιτείτο για σκοπούς συμμόρφωσης του Αιτητή με την Ειδοποίηση Πτώχευσης. Ωστόσο, παρά την αναφορά σε έξοδα «ως αυτά θα υπολογισθούν», τα εν λόγω έξοδα συμπεριλήφθηκαν στα αιτούμενα ποσά, αφού συνδέονται με τα προηγούμενα ποσά των οποίων απαιτείτο η πληρωμή εντός 7 ημερών, με τη λέξη «πλέον». Συνεπώς, η αναφορά στον μελλοντικό υπολογισμό τους δεν καθιστούσε σαφές ότι η πληρωμή τους εξαιρείτο από την απαίτηση συμμόρφωσης εντός της εν λόγω προθεσμίας.
Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι ο τρόπος διατύπωσης εύλογα μπορούσε να παραπλανήσει τον Αιτητή ως προς το ποσό το οποίο έπρεπε να καταβάλει για σκοπούς συμμόρφωσης. Επομένως, θεωρώ ότι δεν πρόκειται για απλό τυπικό ελάττωμα ή αντικανονικότητα που θα μπορούσε να θεραπευθεί.
Περαιτέρω, σημειώνω ότι δεν πρόκειται για υπεραπαίτηση, ούτως ώστε να έπρεπε να ενεργοποιηθεί το άρθρο 3(3)(β) του Κεφ. 5, εφόσον το πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι απαιτείται η πληρωμή ακαθόριστου ποσού και όχι μεγαλύτερου από αυτό που πραγματικά οφείλεται. Το πρόβλημα που ανακύπτει στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι δεν υπήρχε τρόπος ο Αιτητής να συμμορφωθεί με την Ειδοποίηση Πτώχευσης.
Τέλος, με προβλημάτισε κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δυνάμει του άρθρου 93(3) του Κεφ. 5 εξουσία τροποποίησης της Ειδοποίησης Πτώχευσης, παραμερίζοντας μόνο το μέρος της Ειδοποίησης Πτώχευσης το οποίο αφορά τα έξοδα. Ωστόσο, όπως λέχθηκε στην απόφαση Re Costas Louca (ανωτέρω) με αναφορά στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 3η έκδοση, [Vol. 2], παρ. 522:
«As a general rule an amendment of a bankruptcy notice will not be allowed, except in the case of a merely formal defect.»
Πιο δύσκολα επιτρέπεται τροποποίηση της Ειδοποίησης Πτώχευσης, παρά της αίτησης πτώχευσης (Halsbury’s Laws of England, 3η έκδοση, Vol. 2, παρ. 1207).
Επομένως, δεν θεωρώ ότι υπάρχει η δυνατότητα τροποποίησης της Ειδοποίησης Πτώχευσης στην προκειμένη περίπτωση.
Ούτε είναι δυνατή η τροποποίηση της Ειδοποίησης Πτώχευσης, ως εισηγήθηκε ο συνήγορος του Καθ’ ου η Αίτηση, στη βάση του πρωταρχικού σκοπού, από τη στιγμή που το Κεφ. 5 και η νομολογία δεν παρέχουν τέτοια εξουσία υπό τις περιστάσεις.
Συνεπακόλουθα, η Ειδοποίηση Πτώχευσης ήταν ελαττωματική, μη δυνάμενη να θεραπευθεί και επομένως, παραμερίζεται.
Κατάληξη
Για τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση επιτυγχάνει και συνεπώς, η Ειδοποίηση Πτώχευσης παραμερίζεται. Ωστόσο, από τη στιγμή που το ζήτημα της ελαττωματικότητας της Ειδοποίησης Πτώχευσης ηγέρθη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κρίνω ορθότερο όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της.
(Υπ.) ………………………….
Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο