ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1558/17
Μεταξύ:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ
Εναγόντων
Και
1. ΣΠΑΡΣΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
2. ΚΑΤIΝΑ (ΚΑΤΕΡΙΝΑ) ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΑΒΒΑ
Εναγόμενων
-----------------------------
Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2024
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες: κα Ρ. Καραμανή για Χριστόφορος Ιωάννου ΔΕΠΕ
Για Εναγόμενους: κ. Χρ. Πουτζιούρης
ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι εναγόμενοι στην παρούσα υπόθεση, οι οποίοι είναι ανδρόγυνο, είχαν συνάψει με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Συνεργασίας Κιτίου - Περβολιών – Τερσεφάνου – Μενεού (ΣΠΕ) στις 15/06/12 τέσσερις γραπτές συμφωνίες στη βάση των οποίων η τελευταία χορήγησε δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις, είτε στους ίδιους τους εναγόμενους προσωπικά είτε στο όνομα οικογενειακής τους εταιρείας[1]. Μια από αυτές της συμφωνίες ήταν και η επίδικη συμφωνία η οποία υπεγράφη μεταξύ της ΣΠΕ και των δύο εναγομένων (Τεκ. 4) στις 15/06/12 στην παρουσία δύο μαρτύρων και η οποία αφορούσε σε χορήγηση προς τους εναγόμενους προσωπικά, δανείου ύψους €257.000 το οποίο θα αποπληρωνόταν με 216 μηνιαίες δόσεις των €2096,19 από τις 05/08/12. Και οι τέσσερεις συμφωνίες κινούνταν ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές, υπό την έννοια ότι όλες προνοούσαν για δανεισμό συγκεκριμένου ποσού το οποίο θα επιβαρύνετο με τόκους και έξοδα υπό τους ακόλουθους όρους:
«3…(α) με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο που από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται «το συνολικό επιτόκιο» το οποίο θα αποτελείται από το Βασικό Επιτόκιο της Συνεργατικής και το οποίο στο εξής θα αναφέρεται ως «το Βασικό Επιτόκιο» και την προσαύξηση η οποία από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «το Περιθώριο».
Το Βασικό Επιτόκιο της Συνεργατικής καθορίζεται από την ίδια από καιρού εις καιρό λαμβανομένων υπόψη του εκάστοτε ελάχιστου επιτοκίου προσφοράς για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του ύψους των διατραπεζικών επιτοκίων (Euribor), του κόστους του χρήματος στη Κύπρο και διεθνώς και των γενικότερων οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στην χρηματοπιστωτική αγορά…
Ο τόκος υπολογίζεται πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και για τον υπολογισμό του, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει o καθένας αλλά θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. Νοείται ότι η Συνεργατική θα δικαιούται να λογίζει και ή κατανέμει τα ποσά που κατατίθενται κάθε φορά έναντι του δανείου πρώτο προς εξόφληση ή μερική εξόφληση των δεδουλευμένων τόκων μέχρι την ημερομηνία της κατάθεσης, των προμηθειών και δικαιωμάτων και τυχόν παραμένοντος υπολοίπου έναντι του κεφαλαίου.
(β) Πέραν των πιο πάνω η Συνεργατική θα έχει το δικαίωμα να χρεώνει το δάνειο κατά την κρίση της με δικαιώματα παροχής υπηρεσιών, προμήθεια, έξοδα, επιβαρύνσεις και ή με οποιαδήποτε άλλα έξοδα και δικαιώματα τα οποία θα γνωστοποιούνται στο χρεώστη …
Η Συνεργατική θα έχει το δικαίωμα να κεφαλαιοποιεί τις πιο πάνω χρεώσεις δυο φορές το χρόνο.
Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο (συμπεριλαμβανομένου και οποιουδήποτε ποσού που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας παραγράφου), ο χρεώστης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας προς τόκο 2,00% από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα πληρώνεται και θα χρεώνεται.
4. Η Συνεργατική δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, το βασικό επιτόκιο το περιθώριο, τον τόκο υπερημερίας, τα δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα, … και ή αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον χρεώστη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Συνεργατικής τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση….»
Σημειώνεται εδώ ότι όσον αφορά το επιτόκιο του επίδικου δανείου, στη συμφωνία των εναγομένων με τη ΣΠΕ αναφερόταν ότι το προβλεπόμενο ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο που θα χρεωνόταν, ανερχόταν τότε, δυνάμει των προαναφερόμενων όρων, στο συνολικό ποσοστό του 6,50% (βασικό 4% + περιθώριο 2,50%).
Προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου και των υποχρεώσεων τους οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν την ίδια μέρα γραπτώς και ενυπογράφως στη παρουσία δύο μαρτύρων όπως εγγραφεί προς όφελος της ΣΠΕ υποθήκη επί τριών ακινήτων τους καθώς επίσης και επί ½ μεριδίου που είχαν σε ένα τέταρτο ακίνητο στα Περβόλια (Τεκ.5) (Υ2202/12). Σημειώνεται εδώ ότι στη συμφωνία υποθήκης που υπέγραψαν οι εναγόμενοι στις 15/06/12 υπήρχαν μεταξύ άλλων οι ίδιοι όροι που αναφέρονταν και στη συμφωνία δανείου σε σχέση με τον τόκο, καθώς επίσης και ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα που προσφέρονταν προς εξασφάλιση ήδη επιβαρύνονταν από τρεις άλλες υποθήκες, ήτοι την Υ/2194/12, την Υ/2200/12 και την Υ/2201/12. Οι εν λόγω υποθήκες συνιστούσαν τις εξασφαλίσεις που είχαν δοθεί από τους εναγόμενους προς τη ΣΠΕ με τον ίδιο τρόπο σε σχέση με τα άλλα τρία δάνεια που υπογράφηκαν στις 15/06/12.
Αφού λοιπόν ενεργοποιήθηκε ο επίδικος λογαριασμός του δανείου των εναγομένων καθώς επίσης και οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα, το ποσό του δανείου, ήτοι το ποσό των €257.000, εκταμιεύθηκε και χρησιμοποιήθηκε την ίδια μέρα ολόκληρο για τις ανάγκες των εναγομένων. Συγκεκριμένα, όπως ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ανέφερε κατά την ακρόαση (Έγγραφο Γ) και οι ενάγοντες το δέχονται ενόψει των καταστάσεων λογαριασμού που τηρούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο (Τεκ.7), το δάνειο είχε χρησιμοποιηθεί ώστε «…να εξοφλήσουμε προηγούμενο στεγαστικό δάνειο από τη ΣΠΕ που πήραμε για να κτίσουμε το σπίτι μας και για να αγοράσουμε ακόμα ένα ακίνητο το 2012 με σκοπό να το ενώσουμε με το οικόπεδο πάνω στο οποίο κτίστηκε το σπίτι μας…». Σημειώνεται εδώ ότι κατόπιν διευκρίνισης που έδωσε ο εναγόμενος 1 κατά την αντεξέταση του, συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι κατά την ημερομηνία που έγινε το επίδικο δάνειο, ήτοι στις 15/06/12, το προηγούμενο στεγαστικό δάνειο των εναγομένων δεν παρουσίαζε καθυστερήσεις και ήταν πλήρως εξυπηρετούμενο.
Σύμφωνα με τους εναγόμενους αλλά και τις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασαν οι ενάγοντες[2], για τις οποίες καταστάσεις να σημειωθεί ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι περιέχουν όλες τις χρεοπιστώσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό, οι τελευταίοι, ανταποκρινόμενοι στις συμβατικές τους υποχρεώσεις κατέβαλαν πλήρως και έγκαιρα την πρώτη συμφωνηθείσα μηνιαία δόση αποπληρωμής του δανείου τους, η οποία έπρεπε να καταβληθεί τον Αύγουστο του 2012, όμως δεν κατέβαλαν την επόμενη δόση του Σεπτεμβρίου 2012 όπως και δεν κατέβαλαν ούτε και την επόμενη δόση του Οκτώβρη 2012. Αν και ακολούθως κατέβαλαν κανονικά τη δόση τους για το Νοέμβριο του 2012, εντούτοις οι εναγόμενοι καμία περαιτέρω δόση δεν κατέβαλαν μέχρι τον Ιούνιο του 2013 (7 μήνες). Στις 17/06/13 όμως, όταν και είχαν ήδη καταστεί οφειλόμενες συνολικά 9 δόσεις (€18.865,71), κατατέθηκε στον επίδικο λογαριασμό των εναγομένων υπό τύπο πίστωσης το ποσό των €28.124,88, το οποίο με βάση απλές μαθηματικές πράξεις προκύπτει να αναλογεί σε τουλάχιστο 13 δόσεις. Το εν λόγω ποσό είχε εξασφαλιστεί από τους εναγόμενους μέσω ενός πέμπτου δανείου που έλαβαν από τη ΣΠΕ στις 15/06/13 για το ποσό των €60.000 και του οποίου το επιτόκιο είχε συμφωνηθεί γραπτώς όπως χρεώνεται στη βάση όρων που ήταν πανομοιότυποι με τους όρους περί τόκου που υπήρχαν και στην επίδικη συμφωνία[3]. Από εκείνη την ημέρα και μετά όμως κανένα άλλο ποσό δεν κατέβαλαν οι εναγόμενοι έναντι του επίδικου δανείου και οι μοναδικές συναλλαγές που έλαβαν χώρα έκτοτε ήταν χρεώσεις τόκων και εξόδων.
Εν τω μεταξύ, στις 24/06/13 η ΣΠΕ μετατράπηκε σε συνεργατική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (Λτδ) δυνάμει του αρ.12Δ του Ν.22/1985. Αν και η εν λόγω μετατροπή δεν επηρέασε τις εξουσίες και τα δικαιώματα που ήδη είχε η ΣΠΕ[4], εντούτοις, στις 15/02/14, κατ’ εφαρμογή του αρ.49Δ του Νόμου[5], η τελευταία συγχωνεύτηκε με άλλη ΣΠΕ οπόταν και δημιουργήθηκε το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου – Λάρνακας (ΣΤΑΛ) το οποίο έλαβε από τη ΣΠΕ δια μεταβίβασης όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της καθώς επίσης και όλα τα μέχρι τότε δικαιώματα και υποχρεώσεις της τελευταίας απέναντι σε τρίτους. Δύο μέρες αργότερα, ήτοι στις 17/02/14, η ΣΠΕ διαλύθηκε με βάση τις ίδιες νομοθετικές πρόνοιες[6].
Στις 17/04/15, το ΣΤΑΛ, έχοντας πλέον υποκαταστήσει τη ΣΠΕ στα επίδικα δικαιώματα και υποχρεώσεις και έχοντας διαπιστώσει ότι οι εναγόμενοι εξακολουθούσαν να μην καταβάλλουν οποιαδήποτε ποσά έναντι του επίδικου δανείου που είχαν λάβει το 2012, έστειλε στους τελευταίους επιστολή με την οποία, επικαλούμενο προηγούμενη γραπτή επιστολή του ημερ. 09/03/15, τους καλούσε όπως εντός 10 ημερών λάβουν τα δέοντα μέτρα για τήρηση των συμφωνηθέντων αλλιώς το δάνειο θα τερματιζόταν και το υπόλοιπο του, το οποίο θα καθίστατο άμεσα απαιτητό, θα χρεωνόταν πλέον με τόκο 9% (Τεκ. 9). Επειδή δεν υπήρξε θετική ανταπόκριση από πλευράς εναγομένων, το ΣΤΑΛ έστειλε νέα επιστολή στους εναγόμενους στις 11/08/15 με την οποία τους ενημέρωνε ότι είχε αποφασιστεί ο τερματισμός της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης και ότι καθίστατο πλέον άμεσα απαιτητό και πληρωτέο το οφειλόμενο ποσό των €282.443,95 πλέον τόκους από 10/08/15 μέχρι εξόφλησης. Με την ίδια επιστολή, το ΣΤΑΛ ενημέρωσε τους εναγόμενους και για το ότι το οφειλόμενο και απαιτητό υπόλοιπο θα επιβαρυνόταν πλέον με συνολικό επιτόκιο 9%, κεφαλαιοποιούμενο δύο φορές το χρόνο (Τεκ.10). Σημειώνω εδώ ότι αμφότερες οι εν λόγω επιστολές του ΣΤΑΛ, οι οποίες είναι παραδεκτό ότι αποστάληκαν στους εναγομένους, συνοδεύονταν και από την ειδοποίηση τύπου Θ που προβλέπει ο Ν.9/65 να αποστέλλεται σε ενυπόθηκους οφειλέτες όταν ενδέχεται να ενεργοποιηθεί η διαδικασία πώλησης των υποθηκευμένων ακινήτων τους λόγω παράλειψης τους να διευθετήσουν τις οφειλές τους.
Στις 21/07/17, το ΣΤΑΛ, μαζί με άλλα συνεργατικά ιδρύματα, συγχωνεύτηκε με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λίμιτεδ κατ’ εφαρμογή του αρ.49Δ του Νόμου και συνεπεία της συγχώνευσης αυτής, μεταβίβασε από την 01/07/17 στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λίμιτεδ όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του καθώς επίσης και όλα τα μέχρι τότε δικαιώματα και υποχρεώσεις του απέναντι σε τρίτους, περιλαμβανομένων δηλαδή και των επίδικων, οπόταν και διαλύθηκε. Τρεις μέρες αργότερα, δηλαδή στις 24/07/17, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, για την οποία δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ήταν συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα και αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ΣΚΤ).[7].
Αφού λοιπόν η ΣΚΤ απέκτησε τις επίδικες υποχρεώσεις και δικαιώματα και διαπίστωσε ότι το ποσό που είχε απαιτηθεί από τους εναγόμενους εξακολουθούσε να μην έχει καταβληθεί, καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 10/11/17, αξιώνοντας τόσο το ποσό των €324.953,19 πλέον τόκο 9% από 01/07/17 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο όσο και διάταγμα που να διατάσσει την εκποίηση της υποθήκης Υ2202/12 προκειμένου να εξοφληθεί το χρέος που η εν λόγω υποθήκη εξασφάλιζε.
Με την υπεράσπιση που καταχώρησαν στις 19/03/18, οι εναγόμενοι ήγειραν σωρεία νομικών και πραγματικών ισχυρισμών στη βάση των οποίων υποστήριξαν ότι η αγωγή και οι αξιώσεις της ΣΚΤ θα πρέπει να απορριφθούν στην ολότητα τους. Η ΣΚΤ απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς με την Απάντηση που καταχώρησε στις 26/03/18 και επαναλαμβάνοντας τους δικούς της ισχυρισμούς, επέμεινε στην ορθότητα όλων των αξιώσεων της.
Εκκρεμούσης της αγωγής και συγκεκριμένα στις 03/09/18, η ΣΚΤ μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΣΕΔΙΠΕΣ)[8] οπόταν και έπαψε να είναι Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα και Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ιδρυμα ΑΠΙ). Παρέμεινε όμως να συνιστά Συνεργατική Εταιρεία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.22/1985.
Περί τις 07/10/22, η ΣΕΔΙΠΕΣ μεταβίβασε στους νυν ενάγοντες δυνάμει των προνοιών του Ν.169(Ι)/2015 όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως τότε υπό την ιδιότητα του δανειστή και από τότε οι τελευταίοι θεωρούνται ως τα πρόσωπα που έχουν υποκαταστήσει την αρχική ενάγουσα ΣΚΤ στα δικαιώματα που απορρέουν από τις επίδικες συμβάσεις και πιστωτικές διευκολύνσεις και που προωθούν την παρούσα αγωγή[9].
Σημειώνω τέλος ότι καθ’ όσο χρόνο υφίστατο η ΣΠΕ, είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα «ΧΑΡΑΥΓΗ» στις 16/05/12 και 30/12/12 ανακοινώσεις με τις οποίες η ΣΠΕ ενημέρωνε τους «πελάτες της» ότι είχε αποφασίσει να μεταβάλει το Βασικό Επιτόκιο των δανείων της. Συγκεκριμένα, με την ανακοίνωση της 16/05/12 η ΣΠΕ ενημέρωνε για αύξηση του Βασικού Επιτοκίου από 4% σε 4,25% με ισχύ από την 16/07/12, ενώ με την ανακοίνωση της 30/12/12 ενημέρωνε για αύξηση από 4,25% σε 4,50% με ισχύ από 01/01/13[10].
Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία προέκυψαν να συνιστούν, είτε παραδεκτά είτε κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα στην υπόθεση, κάμνω ανάλογα ευρήματα.
Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι ενάγοντες προώθησαν τις θέσεις τους μέσω δύο μαρτύρων, ήτοι της Μ.Γ (ΜΕ1) και της ΣΜΣ (ΜΕ2), οι οποίες εργάζονται σε ιδιωτική εταιρεία που διαχειρίζεται τις χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις που έχουν μεταβιβαστεί στους ενάγοντες (Έγγραφα Α και Β), ενώ από πλευράς εναγομένων μαρτυρία έδωσε μόνο ο εναγόμενος 1 (ΜΥ1 – Έγγραφο Γ). Προτού όμως συνοψίσω την προσκομισθείσα μαρτυρία κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα εξής.
Αν και από την ανταλλαχθείσα δικογραφία προέκυπτε ότι μεταξύ των δύο πλευρών υπήρχαν αρκετά αμφισβητούμενα θέματα τόσο πραγματικής (factual) όσο και νομικής (legal) φύσης, εντούτοις, όπως μπορεί να διαφανεί και από την έκταση που κατέληξαν να καταλαμβάνουν τα πιο πάνω αναφερόμενα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, υπήρξε σημαντικός περιορισμός των επιδίκων θεμάτων κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Κρίνω λοιπόν σκόπιμο να παραθέσω στο παρόν στάδιο αυτούσια την καταληκτική επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνήγορου της υπεράσπισης ώστε να μπορούν να γίνουν καλύτερα κατανοητά τα θέματα που εν τέλει παρέμειναν να συνιστούν επίδικα θέματα στην υπόθεσης αν και ταυτόχρονα επισημαίνω ότι ειδικότερη αναφορά σε αμφότερες τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων θα κάνω και πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Η καταληκτική λοιπόν θέση της υπεράσπισης ήταν η εξής:
«1.Είναι η θέση μας ότι η συμφωνία δανείου και υποθήκης πρέπει να κηρυχθούν άκυρες συμφωνίες και δεν πρέπει να επιβληθούν τόκοι στο δάνειο για τους λόγους που αναφέρουμε πιο πάνω δηλαδή ότι οι όροι 3. (α) (β) και 4 του Τεκμηρίου 4 είναι άκυροι ένεκα καταχρηστικότητας τους και για τον λόγο ότι το ΣΠΙ που έδωσε το επίδικο δάνειο δεν υπήρχε από το 2014 και ένεκα της παράβασης εκ μέρους των εναγόντων των νομίμων καθηκόντων τους σε σχέση με το άρθρο 3 του νόμου Ν.160(Ι)/1999
2.Είναι η θέση μας ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της Δικαστικής του κρίσης της παρούσας υπόθεσης μπορεί να επιδικάσει στους ενάγοντες το ποσό των €224.636,10 όπως αναφέρουμε πιο πάνω σε άλλο μέρος της αγόρευσης μας χωρίς τόκους (…το Δικαστήριο θα μπορεί να επιδικάσει το ποσόν των €257.000 χωρίς τόκο αφαιρουμένων των ποσών που έχουν αποπληρώσει οι εναγόμενοι όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 7. Το ποσό αποπληρωμής είναι €32.363,90 που αφήνει υπόλοιπο το ποσόν των €224.636,10 πλέον έξοδα στην κλίμακα επιτυχίας της αγωγής των εναγόντων).
3.Αν το Δικαστήριο συμφωνήσει με τα όσα αναφέρουμε πιο πάνω αναφορικά με την λανθασμένη χρέωση τόκων στον επίδικο λογαριασμό τότε είναι η θέση μας ότι και σε περίπτωση που κρίνει το Δικαστήριο ότι πρέπει να επιβληθεί τόκος τότε ο μόνος τόκος που μπορεί να επιβληθεί είναι ο νόμιμος τόκος. Επίσης σε περίπτωση που το Δικαστήριο συμφωνήσει μαζί μας ότι επιβάλλονταν λανθασμένοι τόκοι τότε δεν μπορεί το Δικαστήριο να κάνει τον εμπειρογνώμονα και να αναδομήσει το ίδιο τις Καταστάσεις Λογαριασμού εφόσον αν το υπόλοιπο δανείου που μεταφερόταν σε κάθε επόμενο χρόνο ή εξάμηνο ήταν λανθασμένο τότε δεν μπορεί να καθοριστεί από το Δικαστήριο ποιο ήταν το ορθό υπόλοιπο και γι' αυτό θα πρέπει να αποδώσει στους ενάγοντες το ποσό της εκταμίευσης του δανείου μείον τις πληρωμές που έκαναν οι εναγόμενοι.
4.Επισυνάπτουμε στην παρούσα αγόρευση μας ως παραρτήματα την απόφαση 1/2018 της Υπηρεσίας Προστασίας του Καταναλωτή, την απόφαση της Προέδρου κας. Μέσσιου 177/2020 και Κατευθυντήριες γραμμές για την ερμηνεία και την εφαρμογή της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές.
5. Είναι επίσης η θέση μας ότι επειδή η υπεράσπιση των εναγομένων έχει επιτύχει σε όλα τα θέματα που επέλεξαν να προωθήσουν κατά την ακροαματική διαδικασία οι εναγόμενοι και επομένως το Δικαστήριο μπορεί στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας να μην επιδικάσει τα έξοδα της απαίτησης στους ενάγοντες.»
Επιπρόσθετα των πιο πάνω σημειώνω ότι από πλευράς εναγόντων η ουσιαστική μαρτυρία προήλθε από τη ΜΕ1 και αυτό διότι η μαρτυρία της άλλης μάρτυρος των εναγόντων, της ΜΕ2 δηλαδή, είχε περιοριστεί στην παρουσίαση του πλήρους κειμένου των δημοσιεύσεων που έκαμε η ΣΠΕ στην εφημερίδα «ΧΑΡΑΥΓΗ» στις 16/05/12 και 30/12/12 σε σχέση με την απόφαση της για μεταβολή του Βασικού Επιτοκίου των δανείων της[11] και οι οποίες δημοσιεύσεις όμως τελικά δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση ότι είχαν όντως γίνει.
Όσον αφορά λοιπόν το πώς είναι που κατά τους ενάγοντες προέκυψαν να οφείλονται τα αξιούμενα με την αγωγή ποσά, η ΜΕ1 κατάθεσε κατά την ακρόαση μεταξύ άλλων Τεκμηρίων τις αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού που τηρούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο[12], οι οποίες «ξεκινούν» από τις 15/06/10 με την εκταμίευση - χρέωση του ποσού των €224.403,63 και του ποσού των €29.789,30, «φτάνουν» στις 30/06/17 κατόπιν διάφορων χρεοπιστώσεων ως ανωτέρω αναφέρεται, στο ποσό που αξιώθηκε με την παρούσα αγωγή, και κατόπιν διαφόρων χρεώσεων τόκων και εξόδων «καταλήγουν» στις 30/06/23 στο φερόμενο ως σημερινό οφειλόμενο ποσό των €484.502,04. Οι εν λόγω καταστάσεις σημειώνω, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο συνοδευόμενες από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 Κεφ. 9, ήτοι ως αποτελούσες μέρος του αρχείου που οι ενάγοντες προφανώς παρέλαβαν από τη ΣΚΤ και τους προκατόχους και διαδόχους της (σ.Δ. το πιστοποιητικό υπογράφεται και σφραγίζεται από τους νυν ενάγοντες όμως οι καταστάσεις που αυτό συνοδεύει φέρουν ως συντάκτη τους τη ΣΚΤ).
Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά τη μαρτυρία της η ΜΕ1 κατέθεσε και δύο σετ αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού (Τεκ.8Α και 8Β) τις οποίες ανέφερε ότι ετοίμασε η ίδια χρησιμοποιώντας τις καταγραφείσες στις αναλυτικές καταστάσεις συναλλαγές, με τη μόνη διαφορά να είναι ότι στις αναδομημένες αυτές καταστάσεις δεν έχουν συμπεριληφθεί οι χρεώσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό σε σχέση με τραπεζικά έξοδα, δικαιώματα, προμήθειες και τόκο υπερημερίας, ενώ ο ετήσιος τόκος με τον οποίο χρεώνονται εκεί τα εκάστοτε οφειλόμενα ποσά, υπολογίστηκε στη βάση έτους που αποτελείται από 365 και 366 μέρες (δίσεκτο έτος)[13]. Η διαφορά τώρα που υπάρχει μεταξύ των δύο αυτών αναδομημένων καταστάσεων είναι ότι στην πρώτη (Τεκ.8Α), η οποία καταλήγει σε σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο (30/06/23) ύψους €468.027,74, ο τόκος που χρεώνεται είναι ως ήταν οι εκάστοτε διακυμάνσεις του συνολικού επιτοκίου (6,50% από 15/06/12 – 15/07/12, 6,75% από 16/07/12 – 31/12/12, 7% από 01/01/13 – 29/06/17 και 6% από 30/06/17 - σήμερα), ενώ στη δεύτερη (Τεκ.8Β), η οποία καταλήγει σε σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο (30/06/23) ύψους €458.947,60, ο τόκος που χρεώνεται παραμένει από την αρχή μέχρι το τέλος σταθερός στο συμβατικό συνολικό επιτόκιο των 6,50%.
Αν και ειδικότερη αναφορά στις αναδομημένες αυτές καταστάσεις κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, σημειώνω εδώ ότι κατά την κατάθεση τους η ΜΕ1 δήλωσε ότι οι ενάγοντες θα περιορίσουν την απαίτηση τους «…στα αναγραφόμενα εις την πρώτη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού στην οποία έχει χρεωθεί επιτόκιο ως η διακύμανση του επιτοκίου και στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και θα αξιώσουν περαιτέρω τόκο υπερημερίας προς 1% από την ημέρα έκδοσης τυχόν αποφάσεως υπέρ των εναγόντων…». Με άλλα λόγια, οι ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους στο ποσό των €468.027,74, το οποίο κατ’ εκείνους προκύπτει να οφείλεται σήμερα κατόπιν συνυπολογισμού του ποσού του επίδικου δανείου με τις διάφορες πιστώσεις που έγιναν κατά καιρούς λόγω πληρωμών των εναγομένων και τις χρεώσεις που έγιναν σε σχέση μόνο με το εκάστοτε χρεωθέν επιτόκιο, μη περιλαμβανομένου όμως οποιουδήποτε τόκου υπερημερίας.
Αντεξεταζόμενη η μάρτυς ανέφερε μεταξύ άλλων ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν πλήρως και επακριβώς τον τρόπο καθορισμού του επιτοκίου του δανείου τους πριν να υπογράψουν την επίδικη συμφωνία καθώς και ότι για τις μεταβολές που έγιναν στο επιτόκιο κατά την διάρκεια λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, οι οποίες ήταν και οι μόνες τέτοιες μεταβολές που έγιναν, η ΣΠΕ έδωσε τη δέουσα ενημέρωση μέσω των δυο δημοσιεύσεων που έκανε στις 16/05/12 και 30/10/12. Απέρριψε συναφώς η μάρτυς τη θέση ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν δεόντως ενημερωθεί για τα θέματα του τόκου με τον οποίο χρεωνόταν το επίδικο δάνειο, όπως απέρριψε και τη θέση ότι ο λογαριασμός τους είχε χρεωθεί με τόκο παράνομα ή αντισυμβατικά ή από πρόσωπο που δεν δικαιούτο να χρεώνει τόκο και σημειώνω εδώ ότι κατά την αντεξέταση της η μάρτυς διευκρίνισε ότι έστω και αν με την επιστολή τερματισμού του 2015 αναφέρθηκε ότι ο επίδικος λογαριασμός θα χρεωνόταν με τόκο 9%, εντούτοις, μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής, ουδέποτε χρεώθηκε τέτοιος τόκος.
Στην αντιπέρα όχθη, ο εναγόμενος 1, υιοθετώντας γραπτή δήλωση ως μέρος της μαρτυρίας του (Έγγραφο Γ) και δεχόμενος ότι είχε υπογράψει με τη σύζυγο του τις επίδικες συμφωνίες προκειμένου να λάβουν το επίδικο δάνειο που οι ίδιοι ζήτησαν και το οποίο έλαβαν και χρησιμοποίησαν πλήρως για το σκοπό που το ζήτησαν, ήτοι ώστε «…να εξοφλήσουμε προηγούμενο στεγαστικό δάνειο από τη ΣΠΕ που πήραμε για να κτίσουμε το σπίτι μας και για να αγοράσουμε ακόμα ένα ακίνητο το 2012 με σκοπό να το ενώσουμε με το οικόπεδο πάνω στο οποίο κτίστηκε το σπίτι μας…», ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων τα εξής.
«…Αναφορικά με τις συμφωνίες δανείου και υποθήκης του 2012 οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω δεν είχα καμία προσυμβατική ενημέρωση ή πληροφόρηση για τους όρους των συμφωνιών πριν τις υπογράψουμε και ούτε μας δόθηκαν ποτέ αντίγραφα για να τα διαβάσουμε πριν τα υπογράψουμε και ούτε μας είπαν ότι έπρεπε να συμβουλευθούμε δικηγόρο πριν υπογράψουμε τις συμφωνίες. Όλα τα έγγραφα…ήταν έτοιμα προς υπογραφή όταν πήγαμε στα γραφεία της ΣΠΕ για να τα υπογράψουμε. Πήγαμε στα γραφεία της ΣΠΕ όπου χωρίς να έχουμε χρόνο να τα διαβάσουμε και χωρίς να έχουμε συμβουλή από δικηγόρο μας έβαλαν μπροστά μας κάμποσα έγγραφα για να τα υπογράψουμε. Απόδειξη ότι οι όροι του δανείου μας επιβληθηκαν από την ΣΠΕ είναι οι άλλες συμφωνίες που είχαμε μαζί τους όπου φαίνονται ότι χρησιμοποιούν τους παρόμοιους όρους για όλες τις συμφωνίες σχετικά με τον καθορισμό του επιτοκίου ... Οι υπαλλήλοι της (ΣΠΕ) γνώριζαν ότι δεν είχαμε τα εισοδήματα να πληρώνουμε τέτοιες δόσεις (€2.096,19) εφόσον είχαμε και άλλα δάνεια και έπρεπε να πληρώνουμε και γι΄ αυτά δόση. Τα εισοδήματα μου εμένα εκείνο τον καιρό ήταν €400 την εβδομάδα και της συζύγου μου €730 … δώσαμε δυο δόσεις μόνο και την 31/12/13 μας έκαναν ακόμη ένα δάνειο και από αυτό το δάνειο που μας έδωσαν οι ίδιοι μετέφεραν στο επίδικο δάνειο για να φαίνεται εξυπηρετούμενο το ποσό των €28.124,88. Για τα άλλα δάνεια μας που αναφέρω πιο πάνω είναι σημαντικό να αναφέρω ότι τα τρια έγιναν την ίδια ημερομηνία … και το τέταρτο έγινε την 14/06/13 … και είναι από αυτό το δάνειο που έκαναν την πληρωμή των €28.124,88 που αναφέρω πιο πάνω μέσα στο επίδικο δάνειο …Θέλω να αναφέρω ότι ουδέποτε οι υπαλλήλοι της ΣΠΕ με ενημέρωσαν για τον τρόπο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου τους παρά την υποχρέωση τους από τον νόμο όπως με έχουν συμβουλέψει οι δικηγόροι μου. Επίσης πολλοί όροι στην συμφωνία δανείου είναι καταχρηστικοί εφόσον τους δίνουν μονομερή δικαιώματα εις βάρος μας χωρίς να τους έχουμε διαπραγματευθεί μαζί τους - όρος για καθορισμό του βασικού επιτοκίου και του περιθωρίου… ο όρος για εξεύρεση του ημερήσιου τόκου με διαιρέτη το έτος των 360 ημερών…ο όρος για χρέωση εξόδων κατά την κρίση της ΣΠΕ … ο όρος για χρέωση τόκου υπερημερίας … ο όρος για μεταβολή κατά την κρίση των εναγομένων του βασικού επιτοκίου … Όπως έχω πληροφορηθεί η ΣΠΕ … έχει διαλυθεί από την 17/02/14 και επομένως δεν μπορεί να χρεωνόμαστε επιτόκιο μιας ΣΠΕ που δεν υπάρχει για να το καθορίζει. Ούτε οι σημερινοί ενάγοντες έχουν δικαίωμα να μας επιβάλλουν βασικό επιτόκιο εφόσον δεν είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα …».
Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε, ως ανέφερα ανωτέρω, με τις εμπεριστατωμένες τελικές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων κατά τις οποίες, η μεν πλευρά των εναγόντων αναφέρθηκε σε όλα τα θέματα που εγείρονταν με το δικόγραφο της υπεράσπισης, ακόμη και αυτά που θεωρήθηκε ότι ενδεχομένως να εγείρονταν – προφανώς δεν είχε κοινοποιηθεί από προηγουμένως η αγόρευση της υπεράσπισης, ενώ η υπεράσπιση περιόρισε τις θέσεις της στα όσα ήδη παρατέθηκαν πιο πάνω.
Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου παρακολουθώντας παράλληλα με την ίδια προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν κατά την ακρόαση, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another (1986) 1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou (1988) 1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α. (2005) 1 Α.Α.Δ. 256).
Έχοντας λοιπόν κατά νου τα όσα γεγονότα κατέληξαν να συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα στην υπόθεση - και κατ’ επέκταση ευρήματα του Δικαστηρίου – προχωρώ να εξετάσω την προσκομισθείσα μαρτυρία σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.
Όσον αφορά τη θέση των εναγομένων ότι η επίδικη σύμβαση δανείου είναι από τη ρίζα της μολυσμένη από παρανομία και συνεπώς άκυρη, σημειώνω τα εξής.
Κατ’ αρχή επαναλαμβάνω ότι συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν όλα τα έγγραφα που παρουσιάζονται να έχουν υπογραφτεί από εκείνους, ήτοι την επίδικη συμφωνία δανείου και την επίδικη συμφωνία υποθήκης. Υπενθυμίζω συναφώς τη νομολογιακή αρχή ότι «..Η γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει (Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou (1989) 1 AAΔ 96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη (1998) 1 ΑΑΔ 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ (2003) 1 ΑΑΔ 1240). Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. Κατ΄αρχάς θα πρέπει εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που κανονικά επιφέρει η υπογραφή του, να καταδείξει… ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω … λόγω παραπλάνησης ή δόλου,»[14].
Με γνώμονα τα πιο πάνω, επισημαίνω ότι στην παρούσα περίπτωση οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι είχαν πλήρη επίγνωση του ότι επρόκειτο να συνάψουν συμφωνία με πιστωτικό ίδρυμα προκειμένου να δανειστούν χρήματα που ήθελαν και χρειάζονταν και τα οποία έπρεπε στη συνέχεια να επιστρέψουν με τόκο, ενώ προκύπτει να ήταν και πρόσωπα που είχαν ήδη εμπειρία και γνώση αναφορικά με το δανεισμό χρημάτων από πιστωτικά ιδρύματα με τόκο. Είναι μάλιστα κοινώς αποδεκτό ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι κατά την ακρόαση πρόβαλαν τη θέση ότι όλες οι συμφωνίες δανείου που έκαμνε η συγκεκριμένη ΣΠΕ περιείχαν τους ίδιους τυποποιημένους όρους, είχαν ήδη λάβει ένα δάνειο από την λόγω ΣΠΕ το οποίο και χρεωνόταν με τόκο αλλά και το οποίο αυτοί αποπλήρωναν μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης σύμβασης χωρίς κανένα πρόβλημα. Και όπως ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ανέφερε, ο λόγος που οι εναγόμενοι είχαν τότε αποταθεί στην ίδια ΣΠΕ για σκοπούς του επίδικου δανείου ήταν ώστε «…να εξοφλήσουμε προηγούμενο στεγαστικό δάνειο από τη ΣΠΕ που πήραμε για να κτίσουμε το σπίτι μας και για να αγοράσουμε ακόμα ένα ακίνητο το 2012 με σκοπό να το ενώσουμε με το οικόπεδο πάνω στο οποίο κτίστηκε το σπίτι μας…»
Επιπρόσθετα όμως των πιο πάνω, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του ο ίδιος ο εναγόμενος 1, η απόφαση των εναγομένων να λάβουν το επίδικο δάνειο από τη ΣΠΕ δεν ήταν απόρροια οποιασδήποτε προτροπής ή παρότρυνσης της τελευταίας ή των υπαλλήλων της. Αντιθέτως, η επί του προκειμένου απόφαση των εναγομένων συνιστούσε απόρροια των συζητήσεων που αυτοί είχαν με κάποιο τρίτο πρόσωπο που ασχολείτο με αγοραπωλησίες γης και το οποίο τους είχε συμβουλέψει τότε όπως «επιλύσουν» τις συνοριακές διαφορές που είχαν προκύψει με το ακίνητο επί του οποίου είχαν κτίσει την κατοικία τους με το να αγοράσουν το διαφιλονικούμενο μέρος της γης. Η εντύπωση δε που οι εναγόμενοι είχαν αποκομίσει από τις παραστάσεις της ΣΠΕ σε σχέση με το επίδικο δάνειο ήταν, σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, ότι το ύψος του δανεισθέντος ποσού θα ήταν τέτοιο ώστε να μπορέσουν και να αγοράσουν το ακίνητο που ήθελαν αλλά και να εξοφλήσουν το άλλο δάνειο που είχαν, και αυτό προφανώς ώστε να μην χρειάζεται να καταβάλλουν δόση και για εκείνο το δάνειο.
Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, σύμφωνα με τον ίδιο τον εναγόμενο 1, το επίδικο δάνειο συμφωνήθηκε και δόθηκε στους εναγόμενους όχι μόνο για όλους ακριβώς τους λόγους που οι ίδιοι ήθελαν και είχαν υπόψη τους αλλά και κατά τρόπο που ήταν πλήρως και απόλυτα προς το δικό τους συμφέρον.
Υπό αυτή την σκοπιά λοιπόν και λαμβανομένου υπόψη ότι οι εναγόμενοι ήδη ανταποκρίνονταν πλήρως σε παρόμοιες συμβατικές υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει προς τη ΣΠΕ – άρα «έδειχναν» εμπράκτως ότι είναι πρόσωπα «αξιόπιστα» και «που διαθέτουν την απαιτούμενη ικανότητα αποπληρωμής του δανείου τους»[15] - κρίνεται ότι με την παραδεκτή υπογραφή τους επί των επίδικων συμφωνιών, αυτοί ουσιαστικά παρέστησαν και δεσμεύτηκαν συνειδητά προς τη ΣΠΕ ότι με την παροχή από μέρους τους εξασφάλισης υπό τη μορφή εγγραφής υποθήκης επί αριθμού ακινήτων τους, θα μπορούσαν και να λάβουν δάνειο ύψους €257.000 αλλά και να το αποπληρώσουν με μηνιαίες δόσεις ύψους €2096,19, δόσεις οι οποίες επισημαίνεται ότι είχαν υπολογιστεί τότε με βάση και το συμφωνημένο τόκο. Η νομολογιακή αρχή συνεπώς ότι «…Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του»[16], τυγχάνει πλήρους εφαρμογής
Στη βάση των πιο πάνω, η θέση της υπεράσπισης ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες των Θεσμων 56 και 57 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών 1987 – 2012 (142/1987) δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως αβάσιμη. Οι συγκεκριμένοι Θεσμοί υπενθυμίζω προνοούσαν τα εξής:
«56. Για τη σύναψη δανείου υποβάλλεται προς την επιτροπεία αίτηση θεσμών, στην οποία δηλώνεται το ποσό και ο σκοπός του δανείου, ο χρόνος και ο τρόπος αποπληρωμής του ως και η προσφερόμενη ασφάλεια καθώς και άλλες πληροφορίες όπως αυτές καθορίζονται στις γενικές ή ειδικές οδηγίες που εκδίδονται από τον Έφορο.
57.Η επιτροπεία θα εξετάζη εις συνεδρίαν αυτής εκάστην αίτησιν διά δάνειον και δύναται να εγκρίνη τούτο εφόσον ικανοποιηθή ότι ο αιτητής είναι αξιόπιστον πρόσωπον, διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα αποπληρωμής του δανείου, ότι η προτεινομένη ασφάλεια είναι επαρκής και ότι το δάνειον θα χρησιμοποιηθή προς όφελος του αιτητού».
Σε κάθε περίπτωση όμως, όποια δυσκολία και αν οι εναγόμενοι είχαν εκφράσει πριν από την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας σε σχέση με την δυνατότητα τους να πληρώνουν τη συμφωνηθείσα μηνιαία δόση τους, αν εξέφρασαν οποιαδήποτε τέτοια δυσκολία ως ισχυρίστηκαν, στο τέλος της ημέρας, προκειμένου να εξασφαλίσουν το δάνειο που ήθελαν, ενσυνείδητα και αυτόβουλα αποφάσισαν να δηλώσουν και να παραστήσουν ενυπογράφως προς τους προτιθέμενους δανειστές τους, ήτοι την ΣΠΕ, ότι θα πλήρωναν κανονικά την καθορισθείσα δόση τους και τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδηλοί ότι ήταν η ΣΠΕ που τους ώθησε ή τους παρότρυνε να συνάψουν συμφωνία δανείου με εκείνη αντί με κάποιο άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Αντιθέτως, ήταν οι ίδιοι οι εναγόμενοι που επέλεξαν να αποταθούν στη συγκεκριμένη ΣΠΕ για δάνειο και όταν η τελευταία, βασιζόμενη στις παραστάσεις τους, τους έδωσε το δάνειο που ήθελαν, αυτοί το έλαβαν αδιαμαρτύρητα και το χρησιμοποίησαν πλήρως για το σκοπό που το ήθελαν και προς όφελος τους. Δεν θα ήταν επομένως δίκαιο υπό αυτές τις περιστάσεις να επιτραπεί στους εναγόμενους να αμφισβητήσουν την ορθότητα των διαβεβαιώσεών τους προς την ΣΠΕ, στις οποίες διαβεβαιώσεις βασίστηκε η τελευταία και μετέβαλε τη θέση της, δυσμενώς για εκείνη (βλ. κατ’ αναλογία Αντωνίου Αντώνης και Άλλη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2010) 1 ΑΑΔ 856).
Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε κατά την ακρόαση ότι ο λόγος που οι εναγόμενοι μπορούσαν να ανταποκρίνονται στο προηγούμενο δάνειο που είχαν λάβει από τη ΣΠΕ ήταν διότι η δόση που κατέβαλλαν σ’ εκείνο το δάνειο ήταν πιο χαμηλή από τη δόση του επίδικου δανείου. Αν ήταν όμως όντως έτσι τα πράγματα, τότε με δεδομένο ότι με το επίδικο δάνειο οι εναγόμενοι θα «κατάφερναν» να εξοφλήσουν το προηγούμενο τους δάνειο και να «απαλλαχτούν» από τη δόση του, δεν θα ήταν καθόλου εύλογο να αναμένεται από τη ΣΠΕ ότι αυτοί στη συνέχεια θα κατέβαλαν τις πρώτες δύο δόσεις του επίδικου δανείου και μετά θα σταματούσαν εντελώς να πληρώνουν οποιαδήποτε ποσά, όπως ήταν τελικά και αυτό που έπραξαν.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες αναπόφευκτα σφραγίζουν την τύχη της θέσης της υπεράσπισης ότι η επίδικη σύμβαση θα πρέπει κατ’ εφαρμογή του αρ. 23 Κεφ.149 να ακυρωθεί ως παράνομη λόγω παραβίασης των Θεσμών 56 και 57, σφραγίζουν και την τύχη της άλλης θέσης της υπεράσπισης ως προς το ότι οι εναγόμενοι θα πρέπει να απαλλαχτούν από τις επίδικες συμβατικές τους υποχρεώσεις κατ’ εφαρμογή του δόγματος της ματαίωσης (frustration) που εμπεριέχεται στο αρ. 56 Κεφ.149. Το συγκεκριμένο δόγμα άλλωστε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για κάθε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης μιας συμβατικής υποχρέωσης, πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση όπου η συγκεκριμένη υποχρέωση αποπληρωμής του επίδικου δανείου αναλήφθηκε από τους εναγόμενους στη βάση ρητής ενυπόγραφης παράστασης και διαβεβαίωσης τους ότι το δάνειο μπορεί να αποπληρωθεί με το συμφωνηθέντα τρόπο αλλά και στη βάση του ότι μέχρι την ημερομηνία της συμφωνίας αυτοί αποπλήρωναν κανονικά το προηγούμενο δάνειο που είχαν λάβει από την ίδια ΣΠΕ. Και ας μη μας διαφεύγει εδώ ότι προς επίρρωση της εικόνας αυτής που παρουσίασαν κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, οι εναγόμενοι, όπως ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ανέφερε αλλά και προκύπτει και από τις αδιαμφισβήτητες πιστώσεις που καταγράφονται στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, όχι μόνο προχώρησαν και κατέβαλαν μετά την υπογραφή κανονικά τις πρώτες δόσεις τους αλλά και στην πορεία ζήτησαν και έλαβαν συνειδητά και πέμπτο δάνειο από την ίδια ΣΠΕ, μέρος του οποίου χρησιμοποιήθηκε ώστε να καλυφτούν οι επίδικες υποχρεώσεις τους.
Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι μέσω του δικογράφου της υπεράσπισης και της μαρτυρίας του εναγόμενου 1, οι εναγόμενοι όχι μόνο αμφισβήτησαν τη νομιμότητα του προαναφερόμενου πέμπτου δανείου που έλαβαν από τη ΣΠΕ το 2013 ύψους €60.000, από το οποίο είχε ληφθεί ποσό €28.124,88 το οποίο πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό στις 17/06/13, αλλά και επιχείρησαν να προωθήσουν τη θέση ότι στην πραγματικότητα το δάνειο αυτό συνιστούσε επινόηση της ΣΠΕ προκειμένου να «καλύψει» την ήδη γνωστή και αποδεδειγμένη αδυναμία τους να αποπληρώσουν το επίδικο δάνειο τους. Η θέση όμως αυτή των εναγομένων έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εισήγηση που οι ίδιοι υπέβαλαν μέσω της τελικής αγόρευσης των συνηγόρων τους ως προς το ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να θεωρήσει την πίστωση του ποσού των €28.124,88 ως μέρος «των ποσών που έχουν αποπληρώσει οι εναγόμενοι» και λόγω τούτου να την αφαιρέσει από την επίδικη οφειλή τους. Για να ζητούν όμως οι εναγόμενοι όπως επωφεληθούν της πίστωσης του συγκεκριμένου ποσού των €28.14,88 συνεπάγεται ότι αυτοί δέχονται και το νόμιμο αλλά και το ηθελημένο της προέλευσης του, ήτοι το δάνειο που οι ίδιοι ζήτησαν και έλαβαν το 2013 με όρους όμοιους με αυτούς της επίδικης συμφωνίας.
Ενόψει των πιο πάνω συνεπώς, υπενθυμίζω τα λεχθέντα στην υπόθεση ΔΗΜΟΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ν. ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ, ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ PC INFOMEDIA PUBLICATIONS LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 125/2011, 20/1/2017 αναφορικά με το δόγμα της ματαίωσης (frustration) και τα οποία καταδεικνύουν επακριβώς το λόγο που η επί του προκειμένου θέση της υπεράσπισης δεν μπορεί να επιτύχει:
«Είναι θεμελιωμένο ότι το δόγμα της ματαίωσης εφαρμόζεται μέσα σε στενά πλαίσια. Το δόγμα αυτό δεν εφαρμόζεται ελαφρά τη καρδία για να απαλλάξει συμβαλλομένους από κακές συμφωνίες. Στην αρχική υπόθεση Taylor v. Caldwell (1863) 3 B & S 826 καθιερώθηκε η αρχή ότι η ματαίωση μιας σύμβασης δικαιολογείται στην περίπτωση που η σύμβαση καθίσταται αδύνατο να εκτελεστεί, εξαιτίας της εξαφάνισης του αντικειμένου της σύμβασης, χωρίς να ευθύνεται ο συμβαλλόμενος που επικαλείται τη ματαίωση. Η αιτία της ματαίωσης μιας σύμβασης πρέπει να είναι μια εξωτερική αλλαγή της κατάστασης. Μια αλλαγή στο νόμο ή στη νομική θέση που διέπει τη σύμβαση, μετά την υπογραφή της, αναγνωρίζεται ως έγκυρος λόγος ματαίωσης της σύμβασης (Δέστε: Baily v. De Crespigny (1869) L.R. 4 Q.B., 180). Στην υπόθεση Davis Contractors Ltd v. Fareham U.D.C. (1956) A.C., 696 τονίστηκε ότι για να υπάρξει ματαίωση σύμβασης θα πρέπει η συμβατική υποχρέωση να έχει καταστεί αδύνατο να εκτελεστεί, χωρίς ευθύνη του συμβαλλόμενου που την επικαλείται, εξαιτίας περιστάσεων που κατέστησαν την εκτέλεση της υποχρέωσης ριζικά διαφορετική από εκείνη που ο συμβαλλόμενος έχει αναλάβει.»
Όσον αφορά τώρα τη θέση της υπεράσπισης ότι κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας η ΣΠΕ παραβίασε τις τότε ισχύουσες πρόνοιες του αρ. 3(1)(α) και (γ) του Ν.160(Ι)/99:
«3.-(1) Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση-
(α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη·…
(γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή»
σημειώνω τα ακόλουθα:
Στη επίδικη σύμβαση δανείου καταγράφεται αναλυτικά το πώς είναι που προκύπτει το συνολικό επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός καθώς επίσης και ο τρόπος με τον οποίο το επιτόκιο αυτό δυνατό να άλλαζε κατά τη λειτουργία του λογαριασμού, τρόπος ο οποίος συνάδει με τις πρόνοιες του αρ.3(1)(γ) ανωτέρω, ήτοι με δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση. Οι δε εναγόμενοι, οι οποίοι κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ήδη βρίσκονταν σε παρόμοια συμβατική σχέση με τη ΣΠΕ – η οποία σχέση μάλιστα κατ’ εκείνους περιβάλλετο από τους ίδιους όρους – ουδέποτε πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εξέφρασαν τη θέση ότι τελούσαν υπό σύγχυση ή αμφιβολία για το συγκεκριμένο θέμα και ούτε παρουσιάστηκαν ποτέ να νιώθουν ότι χρειάζονταν τότε να λάβουν περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με το θέμα του τόκου και δη εξειδικευμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο καθορισμού/υπολογισμού του βασικού επιτοκίου της ΣΠΕ ως ισχυρίζονται σήμερα ότι έπρεπε να λάβουν. Την ημέρα άλλωστε που καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση οι εναγόμενοι είχαν συνάψει με την ίδια ΣΠΕ άλλες τρεις συμφωνίες παρόμοιας φύσης, ενώ ένα χρόνο αργότερα, ήτοι μετά που «λειτούργησε» ο επίδικος λογαριασμός και χρεώθηκαν και τόκοι, σύναψαν και πέμπτη συμφωνία δανείου και δη με τους ίδιους όρους σε σχέση με τον τόκο.
Ούτε όμως και εξήγησε κατά την ακρόαση ο εναγόμενος 1 το πώς ακριβώς είναι που η κατ’ ισχυρισμό μη επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο η ΣΠΕ καθόριζε το βασικό της επιτόκιο επηρέασε τους εναγόμενους ή τους παρέσυρε στο να συμφωνήσουν να λάβουν το επίδικο δάνειο, το οποίο υπενθυμίζω ότι οι ίδιοι ήθελαν να το λάβουν για τις δικές τους ανάγκες. Άλλωστε, ο Ν.160(Ι)/99 που η υπεράσπιση επικαλείται δεν επέβαλλε στα πιστωτικά ιδρύματα πριν τη θέσπιση του τροποποιητικού Ν.141(Ι)/2014 στις 09/09/14 την υποχρέωση να παρέχουν ειδικές λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού και μεταβολής του βασικού επιτοκίου – η συγκεκριμένη υποχρέωση αφορούσε στο επιτόκιο γενικά – ούτε όμως και απαγόρευε την ύπαρξη συμβατικής ρήτρας που παρείχε το δικαίωμα μονομερούς αύξησης του περιθωρίου του επιτοκίου. Αντιθέτως, το συγκεκριμένο νομοθέτημα επέβαλλε τότε απλά την υποχρέωση για κοινοποίηση τέτοιας αλλαγής στον οφειλέτη, μεταξύ άλλων με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο (βλ. αρ.2Α και 3Α που εισήχθηκαν στο Νόμο το 2014 με τον τροποποιητικό Ν.141(Ι)/2014).
Καμία λοιπόν παρανομία δεν διαπιστώνεται να υπήρχε κατά την υπογραφή και σύναψη της επίδικης συμφωνίας ώστε να μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα περί εξ’ αρχής ακυρότητας της.
Στρέφομαι τώρα στην άλλη πτυχή των θέσεων που πρόβαλε η πλευρά των εναγομένων, ήτοι στις θέσεις περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στην επίδικη συμφωνία και περί παράνομων, αντισυμβατικών και εσφαλμένων χρεώσεων στον επίδικο λογαριασμό. Οι θέσεις αυτές, οι οποίες κατά τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 «εξηγήθηκαν» να αφορούν στον - «…όρο για καθορισμό του βασικού επιτοκίου και του περιθωρίου… όρο για εξεύρεση του ημερήσιου τόκου με διαιρέτη το έτος των 360 ημερών…όρο για χρέωση εξόδων κατά την κρίση της ΣΠΕ …όρο για χρέωση τόκου υπερημερίας … όρο για μεταβολή κατά την κρίση των εναγομένων του βασικού επιτοκίου …»[17], προωθήθηκαν κατά την ακρόαση μόνο μέσω αντεξέτασης της ΜΕ1 ως προς τον τρόπο με τον οποίο φαίνεται από τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού να χρεώνονταν οι τόκοι και οι συναφείς επιβαρύνσεις.
Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά την τελική αγόρευση των συνηγόρων των εναγομένων έγινε σχετική αναφορά και στον όρο για απαίτηση άμεσης πληρωμής του ποσού του δανείου χωρίς προηγούμενη παραβίαση των συμβατικών όρων, όμως είναι προφανές ότι η παρούσα δεν συνιστά τέτοια περίπτωση αφού η απαίτηση πληρωμής του επίδικου ποσού έγινε στη βάση κατ’ ισχυρισμό παραβίασης των συμφωνηθέντων και όχι κατ’ επίκληση του συγκεκριμένου όρου. Οι μόνες λοιπόν θέσεις που θα με απασχολήσουν θα είναι αυτές που αφορούν στους ανωτέρω όρους που επικαλέστηκε κατά τη μαρτυρία του ο εναγόμενος 1.
Των πιο πάνω λεχθέντων, επισημαίνω ότι για να έχει κάποιο ουσιαστικό νόημα η εξέταση των συγκεκριμένων θέσεων της υπεράσπισης, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι όχι μόνο οι επίμαχες ρήτρες όντως εφαρμόστηκαν κατά την εκτέλεση της συμφωνίας αλλά και ότι το συμβαλλόμενο μέρος που τις εφάρμοσε επιχειρεί να επωφεληθεί από αυτές. Σε αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα θα καθίστατο καθαρά ακαδημαϊκού χαρακτήρα και θα οδηγούσε το Δικαστήριο να εξετάζει θεωρητικά θέματα και να ενεργεί επί ματαίω, πράγμα ανεπίτρεπτο (βλ. Khalil Farhan και άλλοι ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, (2012) 1 Α.Α.Δ. 2214).
Λαμβανομένου λοιπόν υπόψη ότι οι συγκεκριμένες θέσεις της υπεράσπισης κατέληξαν να συναρτούνται άμεσα με το περιεχόμενο των καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού που κατέθεσε η ΜΕ1, κρίνεται σκόπιμο όπως όλα τα συγκεκριμένα θέματα εξεταστούν μαζί. Σημειώνονται επομένως τα εξής.
Η πλευρά των εναγόντων παρουσίασε κατά την ακρόαση την αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού (Τεκ.7) καθώς και δυο αναδομημένες καταστάσεις, οι οποίες, σύμφωνα με τη ΜΕ1, είχαν δημιουργηθεί στη βάση των συναλλαγών που καταγράφηκαν στις αναλυτικές καταστάσεις και περιλάμβαναν, αφ’ ενός τις παραδεκτές πιστώσεις και αφ’ ετέρου μόνο χρεώσεις τόκου που υπολογίστηκαν στη βάση έτους 365 και 366 ημερών και στη βάση των ορίων που καθόρισε η επίδικη σύμβαση, ήτοι με μεταβαλλόμενο συνολικό επιτόκιο στη μια κατάσταση (Τεκ.8Α - (6,50% από 15/06/12 – 15/07/12, 6,75% από 16/07/12 – 31/12/12, 7% από 01/01/13 – 29/06/17 και 6% από 30/06/17 - σήμερα) και με σταθερό το συμβατικό επιτόκιο του 6,50% στην άλλη (Τεκ.8Β).
Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι οι αναλυτικές καταστάσεις Τεκ.7 είχαν κατατεθεί, όχι δυνάμει του αρ.22 Κεφ.9, ήτοι ως μέρος τραπεζικού βιβλίου – ούτε και το πιστοποιητικό που τις συνόδευε έκαμνε οποιαδήποτε αναφορά στη συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια – αλλά με πιστοποιητικό που εξέδωσαν δυνάμει του αρ.35 οι νυν ενάγοντες, οι οποίοι δεν είναι τραπεζικό ίδρυμα. Κατατέθηκαν δηλαδή ως καταστάσεις που αποτελούν μέρος του αρχείου των νυν εναγόντων και το οποίο αρχείο αποτελείται και από το αρχείο που μεταβιβάστηκε από τη ΣΚΤ, η οποία παρουσιάζεται να είναι και η συντάκτης τους.
Βεβαίως, ενόψει του γεγονότος ότι οι εν λόγω καταστάσεις δεν κατατέθηκαν δυνάμει του αρ.22 Κεφ.9 αλλά δυνάμει του αρ.35 Κεφ.9, τα όσα λέχθηκαν στην Μιχάλης Χατζήγαβριηλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited (2013) 1 Α.Α.Δ. 668 και υιοθετήθηκαν αργότερα με επιδοκιμασία στην ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ν. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ 390/2011, 6/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A389, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής:
«Το επίδικο χρέος, κρίνεται, έχει δεόντως αποδειχθεί. Προς τούτο κατατέθηκε ο σχετικός λογαριασμός, Τεκμ. 12, αλλά και δέσμη πινακιδίων συναλλαγής, Τεκμ. 4. Ως προς το τελευταίο δεν υπήρξε ένσταση για την κατάθεση τους. Ως προς τον λογαριασμό υπό μορφή «Cash Statement (Valuation)», υπήρξε ένσταση βασισθείσα στο ανυπόγραφο του και στην μη συνοδεία του από πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε την κατάθεση του λογαριασμού ως έγγραφο που αναφερόταν στη γραπτή δήλωση του Α. Έλληνα, Τεκμ. «Α», παρ. 22, και ήσαν στην κατοχή του υπό την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου των εφεσιβλήτων….Κρίνεται υπό το φως των ανωτέρω, ότι ορθά το Δικαστήριο δέχθηκε ως μαρτυρία το λογαριασμό, Τεκμ. 12. Αυτός θα μπορούσε να υποστηριζόταν από πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35(1) του Κεφ. 9, αλλά η απουσία του δεν το αποδυνάμωνε ως αποδεικτικό υλικό. Το Άρθρο 35(2) σχετίζεται με την τήρηση αρχείου επιχείρησης, έγγραφο δε που καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος τέτοιου αρχείου, προσάγεται ως αποδεικτικό στοιχείο, με την αξία του να αποτιμάται από το Δικαστήριο. Εδώ το Τεκμ. 12 κατατέθηκε ως έγγραφο στην κατοχή του μάρτυρα και δεν αποκλειόταν η κατάθεση του ως εξ ακοής και μόνο, δυνάμει του Άρθρου 24(1) του Κεφ. 9, εφόσον ο μάρτυρας δέχθηκε στην αντεξέταση του ότι δεν ήταν ο ίδιος που περνούσε τα επί μέρους στοιχεία στο λογαριασμό. Όμως, δεν αποκλειόταν το Δικαστήριο να αποδώσει σ' αυτό το λογαριασμό τη βαρύτητα που άρμοζε, έχοντας υπόψη και τα πινακίδια συναλλαγών, Τεκμ. 4, αλλά και τη θέση του ιδίου του εφεσείοντος κατά τη δική του μαρτυρία ότι είχε όντως δώσει εντολές για αγοραπωλησία μετοχών στο λογαριασμό του (παρ. 5 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμ. Β), και ότι έδινε εντολές στον χρηματιστή του για πώληση μετοχών και ότι μέσω αυτού ενημερωνόταν κάθε 2-3 ημέρες για το τι πωλήθηκε και τι αγοράστηκε (σελ. 65-66 των πρακτικών). Να παρατηρηθεί εδώ ότι η θέση του εφεσείοντος στη μαρτυρία του ότι ουδέποτε λάμβανε είτε τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού, (Τεκμ. 5), οι οποίες επίσης κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, ή, τα πινακίδια συναλλαγής, ευλόγως κρίθηκε, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ως μη αληθής εφόσον ο ίδιος δέχθηκε ότι κάποιες επιστολές που του αποστέλλονταν στην ίδια διεύθυνση, τις λάμβανε, ενώ δέχθηκε ότι είχε ζητήσει και κατάσταση λογαριασμού σε κάποιο στάδιο γύρω στο 2000, αλλά δεν του εστάλη οτιδήποτε, ενώ αντιφατικά κατέθεσε ότι γνώριζε για τις συναλλαγές και ότι θεωρούσε, στη βάση των δικών του υπολογισμών, ότι ήταν υπερκαλυμμένος με το όριο. Άλλωστε, είναι ανακόλουθη η θέση που προβλήθηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμ. 12, δεν ήταν έγκυρη, με την χωρίς ένσταση αποδοχή των μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμ. 5.»
Σε ανάλογες δε γραμμές κινήθηκε και η ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΟΥ κ.α. v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 325/2014, 7/4/2023, ECLI:CY:AD:2023:A135:
«…η ικανοποίηση (ή όχι) των προαπαιτούμενων προς αποδοχή μαρτυρίας τού είδους που εννοείται στο Άρθρο 22, Κεφ.9 - και εν προκειμένω της Κατάστασης Λογαριασμού/Τεκμήριο 15 - δεν αποκλείει, στη συνήθη πορεία του πράγματος, την κατ' επιλογή του διαδίκου, παράλληλη ή και επάλληλη παρουσίαση άλλης παρόμοιας ή όμοιας αξιόπιστης (προφορικής ή και έγγραφης) μαρτυρίας προς απόδειξη (εν όλω ή εν μέρει), της αφορώσας απαίτησης, πέραν ή και εναλλακτικώς του Άρθρου 22, Κεφ.9 (βλ. κατ' αναλογίαν, Κόκκινου και Άλλης ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Π.Ε. 386/14, ημ. 20.3.23), ECLI:CY:AD:2023:A124. Στη βάση τούτης της αρχής λοιπόν (αλλά και κατά δικαιική λογική) - και πολύ σωστά - είναι που ενήργησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αντλώντας από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ (και όσα αποδεκτώς την επικούρησαν). Αυτό, επειδή, ο ΜΕ στη γραπτή του κατάθεση/Έγγραφο Α (έκτασης πέντε τόσων πυκνογραμμένων σελίδων), παρουσίασε μέσω και της (άνευ ενστάσεως των Εφεσειόντων) κατάθεσης αντίστοιχων τεκμηρίων (βλ. Τεκμήρια 1-16Β), όσα έπρεπε για στοιχειοθέτηση των συστατικών γνωμόνων τής διεκδίκησης των Εφεσίβλητων και τελεσφόρηση της Αγωγής.»
Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν, η ΜΕ1, επικαλούμενη την πρόσβαση που έχει στο ηλεκτρονικό αρχείο που παραλήφθηκε από τη ΣΚΤ και τους διαδόχους της, ισχυρίστηκε ότι οι καταστάσεις Τεκ.7, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν ως βάση για την ετοιμασία των καταστάσεων Τεκ. 8Α και 8Β, αποτυπώνουν πιστά το περιεχόμενο του τραπεζικού βιβλίου που τηρείτο από τη ΣΚΤ και τους προκατόχους της σε σχέση με όλες τις συναλλαγές που γίνονταν κατά καιρούς στον συγκεκριμένο λογαριασμό και συνιστούν τις καταστάσεις που αποστέλλονταν στους εναγόμενους στη δηλωθείσα από αυτούς διεύθυνση.
Η υπεράσπιση επέλεξε όπως το περιεχόμενο των συγκεκριμένων καταστάσεων το αμφισβητήσει μόνο σε σχέση με το νόμιμο των χρεώσεων τόκου που εκεί καταγράφονται να είχαν γίνει και δεν αμφισβήτησε ούτε το ότι όντως έγιναν ως γεγονός οι χρεοπιστώσεις που οι εν λόγω καταστάσεις καταγράφουν, ούτε και το ότι οι χρεοπιστώσεις αυτές «εξηγούν», μαθηματικά τουλάχιστο, το πώς είναι που προκύπτουν τα ποσά που αξιώθηκαν με την αγωγή.
Αποδέχομαι συνεπώς τη θέση της ΜΕ1 ότι η κατάσταση Τεκ.7 αντικατοπτρίζει πλήρως το τι έλαβε χώρα ως γεγονός κατά τη διάρκεια λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού καθώς επίσης και τη θέση ότι οι αναδομημένες καταστάσεις περιέχουν τις ίδιες συναλλαγές πλην των όσων χρεώσεων τόκων και εξόδων έχουν αφαιρεθεί για τους λόγους που η μάρτυς ανέφερε.
Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης σε σχέση με τις προσκομισθείσες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού και λαμβανομένου υπόψη ότι με τον περιορισμό στον οποίο προέβηκαν οι ενάγοντες μέσω των αναδομημένων καταστάσεων που παρουσίασαν, έχουν ουσιαστικά εγκαταλειφθεί όλες οι αξιώσεις περί χρεώσεων για τις οποίες οι εναγόμενοι ισχυρίζονταν ότι συνιστούσαν προϊόν καταχρηστικής ρήτρας, κρίνεται ότι καμία πλέον ουσιαστική σημασία δεν έχει η ενασχόληση με το κατά πόσο ήταν ή όχι καταχρηστικές και αυθαίρετες οι συγκεκριμένες ρήτρες που επικαλούνται οι τελευταίοι. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει και ότι θα αγνοηθεί το γεγονός ότι ήταν μόνο κατά την ακρόαση που οι ενάγοντες αποφάσισαν να μην αξιώσουν τα ποσά που για 7 χρόνια αξιώνονταν με την αγωγή και ήταν επίδικα όπως και δεν σημαίνει και ότι οι ενάγοντες έχουν όντως καταφέρει με τις καταστάσεις που παρουσίασαν να αποδείξουν ότι τους οφείλονται τα ποσά που παρέμειναν να αξιώνονται, θέμα το οποίο προχωρώ να εξετάσω.
Υπενθυμίζοντας λοιπόν ότι η επίδικη αξίωση παρέμεινε να περιλαμβάνει μόνο τις χρεώσεις που αφορούν στην ανάληψη του ποσού του δανείου και στους εκάστοτε τόκους και ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την ορθότητα της χρέωσης του ποσού του δανείου (€257.000) και των πιστώσεων που καταγράφονται να έγιναν συνεπεία πληρωμών τους (€32.363,90) – εισηγούνται μάλιστα ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εναντίον τους και προς όφελος των εναγόντων το ποσό των €224.636,10, ήτοι το ποσό του δανείου (€257.000) μείον τις πληρωμές (€32.363,90) και χωρίς τόκο – το ερώτημα που πρέπει τώρα να απαντηθεί έγκειται ουσιαστικά στο κατά πόσο ήταν δικαιολογημένη η χρέωση των εναγομένων με οποιοδήποτε τόκο και δη με τον τόκο που αξιώνουν οι ενάγοντες, ήτοι 6,50% από 15/06/12 – 15/07/12, 6,75% από 16/07/12 – 31/12/12, 7% από 01/01/13 – 29/06/17 και 6% από 30/06/17 – σήμερα, πλέον τόκο υπερημερίας 1% από την έκδοση της απόφασης.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ανωτέρω ερωτήματος, έχω ήδη εξηγήσει πιο πάνω το γιατί δεν διαπιστώνεται να υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση οποιαδήποτε παρανομία ή αντινομία κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας σε σχέση με την συμπερίληψη όρου για χρέωση τόκου επί του δανεισθέντος ποσού. Βεβαίως, μια από τις βασικές θέσεις της υπεράσπισης ήταν ότι μετά τον Φεβρουάριο του 2014 που το επίδικο δάνειο «έφυγε» από τη ΣΠΕ και η τελευταία διαλύθηκε, κανένα άλλο πρόσωπο δεν δικαιούτο έκτοτε να χρεώνει τους συμφωνηθέντες με τη ΣΠΕ τόκους, αφού σύμφωνα με το αρ. 2 του Ν.160(Ι)/99, το βασικό επιτόκιο επιβάλλεται μόνο από Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα (ΑΠΙ). Η θέση όμως αυτή της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εξηγώ.
Συνιστά κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι η επίδικη σύμβαση με όλα τα απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις της είχε μεταβιβαστεί από την ΣΠΕ στο ΣΤΑΛ κατ’ εφαρμογή συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών που επέτρεπαν να γίνει μια τέτοια μεταβίβαση. Από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τη ΜΕ1 προκύπτει περαιτέρω ότι αυτή η μεταβίβαση προς το ΣΤΑΛ είχε γίνει στις 15/02/14, ήτοι δύο μέρες πριν να διαλυθεί η ΣΠΕ (17/02/14). Επιπρόσθετα όμως, είναι επίσης κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι το ΣΤΑΛ, το οποίο ήταν εκείνο που τερμάτισε στις 11/08/15 την επίδικη σύμβαση, μέχρι την ημερομηνία του τερματισμού ήταν ΑΠΙ το οποίο μπορούσε να χρεώνει τόκο, και τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδηλοί ότι από τις 15/02/14 που το ΣΤΑΛ ανέλαβε την επίδικη σύμβαση και μέχρι τις 11/08/15 που την τερμάτισε, οπόταν και αποκρυσταλλώθηκαν τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις σε σχέση τουλάχιστο με το θέμα του τόκου (βλ. Evelthon Developments Ltd και άλλος ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και άλλος (2012) 1 ΑΑΔ 2486), ο επίδικος λογαριασμός είχε χρεωθεί με οποιοδήποτε τόκο διαφορετικό από αυτόν που χρέωνε η ΣΠΕ κατά την ημέρα της μεταβίβασης. Μάλιστα δε, από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της ΜΕ1 και της ΜΕ2 προκύπτει και ότι η αυτή κατάσταση παρέμεινε αναλλοίωτη μέχρι και τις 21/07/17 που ο επίδικος λογαριασμός μεταβιβάστηκε στη ΣΚΤ, η οποία ήταν επίσης ΑΠΙ που δικαιούτο να χρεώνει τόκο, αλλά και μέχρι τις 10/11/17 που η ΣΚΤ καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αξίωσε τον τόκο. Έκτοτε, η μόνη αλλαγή που επήλθε στα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις που προωθούνταν με την αγωγή αφορούσε απλά στις αλλαγές των προσώπων που συνέχιζαν να προωθούν την αγωγή ως ενάγοντες σε αντικατάσταση της ΣΚΤ.
Η προώθηση επομένως από τους νυν ενάγοντες, ή ακόμη και από τη ΣΕΔΙΠΕΣ κατά την περίοδο 03/09/18 - 07/10/22, αξίωσης μέσω της παρούσας αγωγής για πληρωμή τόκου για την περίοδο μετά τον Ιούλη 2017, δεν έγινε και δεν γίνεται στα πλαίσια κάποιας αναβίωσης ή συνέχισης της τερματισθείσας επίδικης σύμβασης αλλά καθαρά στη βάση του δικαιώματος που τα εν λόγω πρόσωπα είχαν για να συνεχίζουν εκείνα να προωθούν την ήδη εγερθείσα από τη ΣΚΤ αγωγή. Άλλωστε, από «δικογραφικής σκοπιάς», η επίδικη αξίωση αφορά αποκλειστικά στο ποσό που η ΣΚΤ ισχυρίστηκε ότι κατέληξε να της οφείλεται εκείνης μέχρι και την 30/06/17 πλέον τόκους μέχρι εξόφλησης και το γεγονός ότι κατά την ακρόαση παρουσιάστηκε από τους νυν ενάγοντες η σημερινή κατάσταση του συγκεκριμένου υπολοίπου, ως αυτό διαμορφώθηκε υπό το φως των τόκων που χρεώθηκαν αλλά περιορισμένων κατά τρόπο που είναι προς όφελος των εναγομένων, ουδόλως δύναται να θεωρηθεί ως μεταβολή των αρχικά προβαλλόμενων και προωθούμενων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Σε κάθε περίπτωση όμως, τόσο μέσω της ανταλλαγείσας δικογραφίας όσο και κατά την ακρόαση, η πλευρά των εναγομένων αντιμετώπισε τους εκάστοτε ενάγοντες ως πρόσωπα που είχαν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τη ΣΠΕ. Δεν μπορεί επομένως τώρα να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι νυν ενάγοντες έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε η ΣΠΕ σε σχέση με τα αξιούμενα ποσά αλλά όχι και τα ίδια δικαιώματα.
Στρέφομαι τώρα στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος που τέθηκε πιο πάνω, ήτοι κατά πόσο η κατά τον ουσιώδη χρόνο χρέωση του συγκεκριμένου τόκου που αξιώνεται σήμερα και η συναφής απαίτηση των εναγόντων, είναι δικαιολογημένη.
Η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η χρήση στις αναδομημένες καταστάσεις του αρχικά συμφωνηθέντος συνολικού επιτοκίου 6,50% δεν είναι σωστή διότι ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου αυτού δεν επεξηγήθηκε στον εναγόμενο 1. Η θέση όμως αυτή, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, κρίνεται αβάσιμη και ανεδαφική. Το επιτόκιο 6,50%, το οποίο αποτελεί τη βάση για την αναδομημένη κατάσταση Τεκ.8Β, είχε καθ’ όλα νόμιμα και νομότυπα αποτελέσει ρητό όρο της δεσμευτικής σύμβασης που οι εναγόμενοι αυτόβουλα και συνειδητά υπέγραψαν και τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί αντίθετο συμπέρασμα.
Οι ενάγοντες βεβαίως θεωρούν ότι δικαιούνται σε απόφαση στη βάση της αναδομημένης κατάστασης Τεκ.8Α, ήτοι με τοκισμό των εκάστοτε οφειλόμενων ποσών στη βάση των διακυμάνσεων που επήλθαν στο επιτόκιο κατά τον ουσιώδη χρόνο, θέση με την οποία η υπεράσπιση επίσης δεν συμφωνεί. Για τους λόγους που θα προχωρήσω να εξηγήσ, κρίνω η υπεράσπιση έχει δίκαιο σε σχέση με αυτή την πτυχή της αξίωσης των εναγόντων αλλά όχι για τους λόγους που προβάλλει.
Όπως ανέφερα και πιο πάνω, κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας από τους εναγόμενους υπήρξε πλήρης συμμόρφωση από πλευράς ΣΠΕ σε σχέση με τις θέσμιες υποχρεώσεις της αναφορικά με το επιτόκιο του επίδικου δανείου. Η συγκεκριμένη συμφωνία, η οποία ως είναι παραδεκτό υπογράφτηκε από τους εναγόμενους και τέθηκε σε ισχύ στις 15/06/12, καθόριζε ρητά και ξεκάθαρα ότι, το επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν το δάνειο θα ήταν ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο κατά την ημέρα της υπογραφής («σήμερα») ανερχόταν σε βασικό επιτόκιο 4% και περιθώριο 2,50% (σύνολο 6,50%) και ότι η ΣΠΕ είχε μεν το δικαίωμα να μεταβάλει το επιτόκιο οποτεδήποτε κατά την κρίση της αλλά ταυτόχρονα είχε και την υποχρέωση να ειδοποιήσει τους εναγόμενους για μια τέτοια αλλαγή προκειμένου να τους δεσμεύσει με αυτή – «…η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον χρεώστη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Συνεργατικής τρόπο…».
Στις 16/07/12, ήτοι ένα μήνα μετά τη σύναψη της συμφωνίας και της ενεργοποίησης του επίδικου λογαριασμού με την ανάληψη του ποσού του δανείου, το επιτόκιο του λογαριασμού μεταβλήθηκε δυνάμει απόφασης της ΣΠΕ και αυξήθηκε κατά 0,25%. Ειδικότερα, το βασικό επιτόκιο της ΣΠΕ αυξήθηκε από 4% σε 4,25% και ως αποτέλεσμα αυξήθηκε και το συνολικό επιτόκιο από 6,50% σε 6,75%. Για την μεταβολή αυτή όμως η ΣΠΕ δεν προέβη σε καμία σχετική δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο μετά τις 16/07/12, ούτε και έστειλε στους εναγόμενους οποιαδήποτε σχετική γραπτή ειδοποίηση ως επιβάλλετο να γίνει από τη συμφωνία (βλ. όρο 4) και τη σχετική νομοθεσία (βλ. ανωτέρω αρ. 3(1)(γ) του Ν.160(Ι)/99). Αντιθέτως, η μόνη σχετική ειδοποίηση που φέρεται να έδωσε η ΣΠΕ σε σχέση με την απόφαση της να αυξήσει το βασικό επιτόκιο των δανειοδοτήσεων της ήταν μέσω της δημοσίευσης που έκαμε στις 16/05/12 στην εφημερίδα ΧΑΡΑΥΓΗ, η οποία δημοσίευση, ως εκεί αναφερόταν, απευθυνόταν «προς τους πελάτες της» ΣΠΕ. Κατά την εν λόγω ημερομηνία όμως, ούτε η επίδικη συμφωνία υπήρχε, ούτε το επίδικο δάνειο υπήρχε αλλά ούτε και οι εναγόμενοι θεωρούνταν πελάτες της ΣΠΕ για σκοπούς του επίδικου δανείου και συμφωνίας.
Με άλλα λόγια, η ΣΠΕ, η οποία στις 15/06/12 δεσμευόταν εγγράφως απέναντι στους εναγόμενους ότι το βασικό επιτόκιο του λογαριασμού τους θα ήταν 4% μέχρι να τους ενημερώσει για τυχόν μεταβολή του, και η οποία στις 16/07/12 είχε όντως μεταβάλει το επιτόκιο με το να αυξήσει το βασικό επιτόκιο της κατά 0,25%, δεν έδωσε ποτέ στους εναγόμενους την δέουσα ενημέρωση που δικαιούνταν να λάβουν ως επέβαλλε η συμφωνία και η σχετική νομοθεσία. Και σίγουρα, η δημοσίευση της 16/05/12 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί επαρκής ειδοποίηση προς ένα χρεώστη ο οποίος κατά το χρόνο της δημοσίευσης δεν είχε ακόμη αποκτήσει την εν λόγω ιδιότητα.
Κρίνεται συνεπώς ότι η αύξηση του επιτοκίου του επίδικου δανείου στις 16/07/12 δεν είχε γίνει σύμφωνα με τους όρους της επίδικης σύμβασης και τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος των εναγομένων και προς όφελος της ΣΠΕ ή οποιουδήποτε διάδοχου της. Άλλωστε, με βάση την επίδικη σύμβαση «…η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον χρεώστη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Συνεργατικής τρόπο…»
Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου αναπόφευκτα επηρεάζει καταλυτικά και το νόμιμο της δεύτερης μεταβολής του βασικού επιτοκίου του επίδικου λογαριασμού, η οποία συνίστατο σε αύξηση του βασικού επιτοκίου από την 01/01/13 κατά περαιτέρω 0,25%. Ο λόγος για τούτο είναι διότι έστω και αν η συγκεκριμένη απόφαση της ΣΠΕ είχε δημοσιευθεί στον ημερήσιο τύπο στις 30/10/12 ως επέβαλλε η επίδικη σύμβαση και η σχετική νομοθεσία, εντούτοις, από το περιεχόμενο της συγκεκριμένης δημοσίευσης προκύπτει ότι η εκεί αναφερόμενη απόφαση παρουσιαζόταν να αφορά σε αύξηση του επιτοκίου που είχε ήδη αυξηθεί στις 16/07/12 με την απόφαση της 16/05/12 και σε «πελάτες της ΣΠΕ» οι οποίοι ήδη χρεώνονταν με το αυξημένο βασικό επιτόκιο των 4,25%. Για το δάνειο των εναγομένων όμως, ούτε η πρώτη αύξηση του 0,25% ήταν δεσμευτική αλλά ούτε και οι τελευταίοι μπορούσαν να θεωρηθούν ότι είχαν ενημερωθεί πριν τις 30/12/12 κατά νόμιμο και δεσμευτικό τρόπο ότι το βασικό επιτόκιο του δανείου τους δεν ήταν 4% αλλά 4,25%.
Κρίνεται συνεπώς ότι ούτε η μεταβολή του επιτοκίου του επίδικου λογαριασμού από 6,75% σε 7% για την περίοδο 1/01/13 – 29/06/17 ήταν υπό τις περιστάσεις νόμιμη και δικαιολογημένη.
Το ερώτημα που προκύπτει τώρα είναι το αν υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων σε σχέση με την παράνομη και αντισυμβατική χρέωση τόκων στον επίδικο λογαριασμό κατά την περίοδο 16/07/12 – 29/06/17 θα πρέπει να απορριφθεί ολόκληρη η αξίωση των εναγόντων, ως είναι και η εισήγηση της υπεράσπισης, ή, ως είναι η εισήγηση των εναγόντων, θα πρέπει να διαχωριστούν απλά οι παράνομοι και αντισυμβατικοί τόκοι από το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης ώστε να την αφήσουν ανεπηρέαστη από παρανομία και αμόλυντη. Οι σχετικές με το θέμα αυτό νομικές αρχές έχουν με περισσή επάρκεια διατυπωθεί στην υπόθεση Bογαζιανός Πραξιτέλης και Άλλοι ν. Tράπεζα Kύπρου Λτδ (Αρ. 1) (2011) 1 ΑΑΔ 253, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Με δεδομένο ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, βρισκόταν σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος του 1977, (Ν. 2/77), το ΄Αρθρο 3 του οποίου καθόριζε ως ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο το 9% ετησίως, και λαμβάνοντας υπόψη το ΄Αρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, σύμφωνα με το οποίο «'έτος' σημαίνει ημερολογιακό έτος», κατέληξε ότι η χρήση από τους εφεσίβλητους για υπολογισμό του τόκου ως διαιρέτη των 360 αντί των 365 ημερών - (όρος 4(α) της Σύμβασης Τεκμήριο 2) - οδήγησε στην επιβολή τόκου μεγαλύτερου του προβλεπομένου, μερικά, έστω, δέκατα της εκατοστιαίας μονάδας. Καθοδηγούμενο από νομολογία ((Βλ. Chitty on Contracts, 24η έκδοση, σελ. 494 και The Holy Monastery of Ayios Neophytos Paphos v. Yiannakis Neokli Antoniades (1968) 1 C.L.R. 10.), έκρινε ότι, παρά τη διαπίστωση παρανομίας στον εν λόγω όρο, αυτός μπορούσε να διαχωριστεί από το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης, η οποία δεν επηρεαζόταν. Στηριζόμενο στη μαρτυρία του Μ.Υ.4 - Β. Στυλιανού και την Κατάσταση ΒΣ6, που αυτός ετοίμασε με τη χρήση ως διαιρέτη των 365 ημερών, κατέληξε ότι το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε £125.272,21, με τοκοφόρο υπόλοιπο £66.903,25…Οι εφεσείοντες, με τον πρώτο λόγο έφεσης, αμφισβητούν την ορθότητα της διαπίστωσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επίδικη σύμβαση μπορούσε να διασωθεί, παρά την ύπαρξη της παρανομίας σε σχέση με τη χρέωση μεγαλύτερου τόκου από τον επιτρεπόμενο. Υποστηρίζουν ότι η διαπίστωση σε σχέση με τον τόκο επέδρασε και επηρέασε ολόκληρη τη σύμβαση, έτσι ώστε η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί. Στη Louis Georges Fashions Ltd κ.ά. (1996) 1 Α.Α.Δ. 272, σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα, αναφέρονται τα εξής:- (σελ. 276) «... εάν, κατά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή, το Επαρχιακό Δικαστήριο κατέληγε ότι υπήρξε ανατοκισμός, θα μπορούσε να τον παραμερίσει χωρίς να επηρεαστεί το υπόλοιπο της απαίτησης. Δηλαδή, η πρόνοια για ανατοκισμό δεν εμόλυνε τη σύμβαση στην ολότητά της: βλ. Turkish Bank of Nicosia Ltd. v. Mustafa H. Cukurova and Others (1977) 1 C.L.R. 233. Στο ίδιο κατατείνει και η απόφαση στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου και ΄Αλλοι ν. Coudounaris Food Products Ltd. και ΄Αλλων (1995) 1 Α.Α.Δ. 641.» (Βλ., επίσης, Τσιακλίδης ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 768.). Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταλήγουμε ότι η διαγραφή του όρου που αφορούσε στο διαιρέτη δεν επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης. Η σημασία του εν λόγω όρου, εξεταζόμενη στο πλαίσιο του συνόλου της επίδικης σύμβασης, δεν ήταν τέτοιας φύσης, που να μην επέτρεπε το διαχωρισμό του.»
Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές συνεπώς, σημειώνω ότι στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες έχουν προσκομίσει μέσω της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού Τεκ.8Β αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία ως προς το ποιο θα ήταν το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού αν οι εκάστοτε χρεώσεις των τόκων δεν συνίσταντο σε χρεώσεις μεταβαλλόμενου επιτοκίου, κάτι το οποίο στην προκειμένη περίπτωση κρίθηκε παράνομο και αντισυμβατικό, αλλά περιορίζονταν σε σταθερή χρέωση επιτοκίου 6,50%, το οποίο ήταν και το επιτόκιο που κρίνεται ότι είχε καθ’ όλα νόμιμα και νομότυπα αποτελέσει ρητό και δεσμευτικό όρο της επίδικης σύμβασης. Αυτού του είδους οι αναδομήσεις, υπενθυμίζω, αποτελούν συνήθη πρακτική σε τέτοιες υποθέσεις, η οποία έχει εγκριθεί από τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων GEOPET ALUMINIUM LTD κ.α. v. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 306/2014, 13/3/2024, ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΙΑΚΟΥΡΤΗ v. B2KAPITAL CYPRUS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 174/2015, 10/4/2024 και ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ v. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση αρ. 70/2014, 17/11/2021), ECLI:CY:AD:2021:A528.
Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση μπορούν να διαχωριστούν οι παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις του επίδικου λογαριασμού από τις νόμιμες και ορθές χρεώσεις και ως τέτοιες ορθές και νόμιμες συναλλαγές αποδέχομαι όλες αυτές που καταγράφονται στο Τεκ.8Β.
Όσον αφορά τέλος τον τόκο υπερημερίας, όπως ανέφερα και πιο πάνω οι ενάγοντες δήλωσαν ότι δεν αξιώνουν αυτό το είδος τόκου μέχρι την 30/06/23, έστω και αν τον δικαιούνται. Ζητούν όμως όπως ο τόκος αυτός, ύψους 1%, επιδικασθεί προς όφελος τους ώστε να ισχύει από την έκδοση απόφασης και σε σχέση με όποιο ποσό ήθελε επιδικαστεί προς όφελος τους. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά των εναγόντων όμως, αδυνατώ να αντιληφθώ το πώς γίνεται να δηλώνεται περιορισμός στην απαίτηση με την μη προώθηση αξίωσης τόκου υπερημερίας σε σχέση με τα ποσά που κατέστησαν «καθυστερημένα» κατά τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και μέχρι και την εκδίκαση της υπόθεσης, με τον παράγοντα «καθυστέρηση» να συνιστά και το λόγο για τον οποίο συμφωνήθηκε εξ’ αρχής να χρεώνεται τέτοιος τόκος, και την ίδια στιγμή να ζητείται η «επαναφορά» της εν λόγω αξίωσης σε σχέση μόνο με οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί προς όφελος τους. Είτε γίνεται περιορισμός της αξίωσης και των επιδίκων θεμάτων είτε όχι και το αναφέρω αυτό επισημαίνοντας ότι ο συγκεκριμένος περιορισμός έγινε με τη χρήση αναδομημένων καταστάσεων, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ALIREZA SHARAFI κ.α., Αρ.αγωγής 510/2011, 9/11/2015, «είναι έγγραφα βοηθητικά που καταρτίζονται για σκοπούς του δικαστικού αγώνα προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου και περιορισμό, στην προκειμένη περίπτωση, των επιδίκων θεμάτων. (βλ. Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238, 1246-48)». Δεν μπορεί λοιπόν θεωρώ μια αξίωση να περιορίζεται για σκοπούς της ακρόασης και μετά να ζητείται όπως επαναφερθεί για σκοπούς της τελικής απόφασης.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, αποδέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΕ1 και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που αυτή κατέθεσε, με εξαίρεση βέβαια τα όσα αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με την χρέωση μεταβαλλόμενου επιτοκίου κατά την περίοδο 16/07/12 – 29/06/17 και την απαίτηση για επιδίκαση τόκου υπερημερίας επί οποιουδήποτε επιδικασθέντος ποσού, ενώ την περί του αντιθέτου μαρτυρία του εναγόμενου 1 την απορρίπτω.
Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, βρίσκω ότι οι εναγόμενοι ενσυνείδητα και με πλήρη επίγνωση και αντίληψη των πράξεων τους συμβλήθηκαν με τη ΣΠΕ υπό τους όρους που αναφέρονται στο Τεκ.4 και υπό την εξασφάλιση εγγραφής υποθήκης ως αναφέρεται στο Τεκ.5 και έλαβαν από την τελευταία δάνειο ύψους €257.000 το οποίο χρησιμοποίησαν πλήρως προς όφελος τους. Για λόγους όμως που αφορούν αποκλειστικά τους εναγόμενους, αυτοί δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα και δεν ανταποκρίθηκαν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις για αποπληρωμή του δανείου με τον τρόπο που είχαν συμφωνήσει να πράξει. Ως αποτέλεσμα προειδοποιήθηκαν με τον τρόπο που προνοούσε η συμφωνία ότι θα έπρεπε να προειδοποιηθούν και όταν αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν θετικά, δικαιωματικά τερματίστηκε η επίδικη σύμβαση και απαιτήθηκε όπως καταβληθούν άμεσα όλα τα οφειλόμενα ποσά. Σύμφωνα δε με την αναδομημένη κατάσταση Τεκ.8Β, η οποία περιέχει τα ποσά που κρίνονται από το Δικαστήριο ότι ορθά και δικαιωματικά αξιώνονται να πληρωθούν από τους εναγόμενους, οι τελευταίοι όφειλαν να καταβάλουν στη ΣΚΤ κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής το ποσό των €312.667,44 πλέον τόκο 6,50% ετησίως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους μέχρι εξοφλήσεως, ενώ κατά την 30/06/23, το οφειλόμενο αυτό ποσό ανήλθε στο ποσό των €458.947,60 πλέον τόκο 6.50% ετησίως με την ίδια κεφαλαιοποίηση.
Κρίνω συνεπώς ότι με την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσίασαν οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €458.947,60 πλέον τόκο 6.50% ετησίως από 01/07/23 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά όμως την αξίωση τους για επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας 1%, κρίνω, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται το εν λόγω επιπρόσθετο τόκο.
Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €458.947,60 πλέον τόκο 6.50% ετησίως από 01/07/23 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους μέχρι εξοφλήσεως, ενώ εκδίδεται και διάταγμα εκποίησής της υποθήκης Υ2202/12 ως η παρ. Γ της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος, με τη διευκρίνιση ότι το εν λόγω διάταγμα θα αφορά σε ανάκτηση μόνο του ποσού και του τόκου που επιδικάζεται με την παρούσα απόφαση.
Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ενάγοντες συνιστούν τους επιτυχόντες διαδίκους, αυτοί δικαιούνται, ως είναι ο γενικός κανόνας, τα έξοδα της διαδικασίας. Παρά ταύτα όμως δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι για 7 χρόνια οι ενάγοντες προωθούσαν αξιώσεις οι οποίες αποτελούσαν την ουσιαστικότερη ίσως βάση για την προβολή υπεράσπισης από πλευράς του εναγομένων και μόνο όταν άρχισε η ακρόαση αποφάσισαν να μην επιμείνουν στις αξιώσεις τους αυτές οπόταν και κατέστησαν έτσι άνευ αντικειμένου τις πλείστες θέσεις της άλλης πλευράς. Αν όμως οι ενάγοντες ήταν εξ’ αρχής ξεκάθαροι στις θέσεις και στις αξιώσεις που θα προωθούσαν – κάτι που όπως διαφάνηκε μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει με τον έγκαιρο καταρτισμό αναδομημένων καταστάσεων τουλάχιστο κατά το στάδιο της προδικασίας (βλ. Καλλικάς ανωτέρω) – τότε πολύ πιθανόν να μην χρειαζόταν καν να γίνει ακρόαση, ή, αν χρειαζόταν να γίνει, θα αφορούσε σε πολύ περιορισμένα θέματα. Η επιλογή επομένως των εναγόντων να περιμένουν μέχρι την ημέρα της ακρόασης για να ξεκαθαρίσουν τις προθέσεις τους και δη για να βοηθήσουν, όχι μόνο το δικαστικό αγώνα αλλά και την όλη διαδικασία, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως συμβολή από μέρος τους στη δημιουργία αχρείαστων εξόδων και ταλαιπωρίας, η οποία δεν μπορεί παρά να επηρεάσει το θέμα των εξόδων. Θα μπορούσε άλλωστε υπό διαφορετικές συνθήκες να λεχθεί ότι στο βαθμό που περιορίστηκαν οι συγκεκριμένες αξιώσεις, η επί του προκειμένου υπεράσπιση των εναγομένων ήταν βάσιμη.
(Υπ.)………………….…….
Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. παρ.2 Γ/Δ εναγόμενου 1 (Έγγραφο Γ) και Τεκ.11 και 12 που ο εν λόγω εναγόμενος παρουσίασε κατά την ακρόαση
[2] Βλ. παρ. 7 Εγγράφου Γ και Τεκ.7
[3] Βλ. αναφορά σε μεταφορά 7214854-7 στο Τεκ.7 και συμφωνία δανείου Τεκ.11
[4] Βλ. Τεκ.1
[5] Αρ.49Δ 49Δ – «…(1) Εγγεγραμμένη εταιρεία δεόντως εξουσιοδοτημένη με απόφαση των παρόντων μελών της, που λαμβάνεται σε ειδική γενική συνέλευση όπως καθορίζεται στο άρθρο 49Γ, η οποία συγκαλείται από την Επιτροπεία ή το συμβούλιο της, μπορεί με έγγραφη συμφωνία να μεταφέρει σε άλλη εγγεγραμμένη εταιρεία κατάλληλα εξουσιοδοτημένη να αποδεχθεί τη μεταφορά με απόφαση που λαμβάνεται όπως προβλέπεται πιο πάνω όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της…»
[6] Βλ. Τεκ.2
[7] Βλ. Τεκ.3
[8] Βλ. σχετική ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στο φάκελο στις 28/09/24 5
[9] Βλ. σχετική ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στο φάκελο στις 21/02/23
[10] Βλ. Τεκ.6 και 6Α καθώς επίσης και ΜΕ2- Έγγραφο Β
[11] Τεκ.6Α
[12] Τεκ.7
[13] Βλ αντεξέταση ΜΕ1
[14] Βλ. κατ’ αναλογία τα λεχθέντα στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018, ECLI:CY:AD:2018:A67
[15] Βλ. πιο κάτω αναφορά σε Θεσμούς 56 και 57 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί 1987 – 2012 (142/1987)
[16] Χατζηστυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2012) 1Β ΑΑΔ 989, ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ v. AQUA MASTERS LTD, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 340/2013, 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:A65 και ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ ν. UNIVERSAL LIFE INSURANCE CO LTD κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 144/2013, 16/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:A145, ECLI:CY:AD:2019:A145
[17] Βλ. Τεκ.Γ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο