Ανδρούλα Ζαμπυρίνη ν. Christos Georgiades & Associates LLC, Αρ. Αγωγής: 439/2016, 11/11/2025
print
Τίτλος:
Ανδρούλα Ζαμπυρίνη ν. Christos Georgiades & Associates LLC, Αρ. Αγωγής: 439/2016, 11/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

                                                                                                Αρ. Αγωγής: 439/2016

 

Μεταξύ:

Ανδρούλα Ζαμπυρίνη

                       Ενάγουσα

v.

 

Christos Georgiades & Associates LCC

Εναγομένης

 

Τροποποίηση δυνάμει της διαταγής 25 παράγραφος 1(1) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας

 

Μεταξύ:

Ανδρούλα Ζαμπυρίνη

                                                                                               Ενάγουσα

v.

 

Christos Georgiades & Associates LLC

Εναγομένης

                                 

Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για την Ενάγουσα: κα. Ε. Νικολάου για κο Ζ. Νικολάου

Για την Εναγόμενη: κος Α. Γεωργιάδης

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

            Στις 23.11.15 η εναγόμενη δικηγορική εταιρεία, τερμάτισε την εργοδότηση της ενάγουσας, από την ίδια ημέρα χωρίς προειδοποίηση, επικαλούμενη ότι οι εξηγήσεις που έδωσε στη συνάντηση της 20.11.15, στην οποία είχε κληθεί για να εξηγήσει τους λόγους απουσίας της από την εργασία της στις 12.11.15 και 13.11.15, δεν ήταν ικανοποιητικές και τα παραπτώματα τα οποία της καταλόγιζαν ήταν τόσο σοβαρού βαθμού, που καθιστούσαν αδύνατη την μεταξύ τους σχέση εργοδότησης.

 

          Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις λόγω υπαίτιου τερματισμού της σύμβασης εργοδότησης, απόφαση με την οποία η εναγόμενη να διατάσσεται να καταβάλει στην ενάγουσα ποσό €1.693 μηνιαίως από 23.11.15 ως αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεσα οφέλη μέχρι περατώσεως της αγωγής, καθώς και αποζημιώσεις δια οιανδήποτε ζημιά και/ή απώλεια υποστεί η ενάγουσα μελλοντικά και μέχρι την προβλεπόμενη από τον Νόμο συντάξιμη της ηλικία, λόγω του παράνομου τερματισμού της σύμβασης εργοδότησης.

 

            Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, η εναγόμενη είναι δικηγορική εταιρεία και η ενάγουσα εργοδοτήθηκε από τον Χρήστο Γεωργιάδη, δικηγόρο, κατά ή περί την 2.5.1982 ως δικηγορική υπάλληλος. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2008, η ενάγουσα συνήψε νέα σύμβαση εργασίας με την δικηγορική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ, η οποία αναγνώρισε την προϋπηρεσία που είχε η ενάγουσα στον προηγούμενο εργοδότη ως αδιάκοπη και αδιάλειπτη, όπως και τους ίδιους όρους εργοδότησης. Κατά ή περί τον Ιούλιο του 2008 η ενάγουσα εργοδοτήθηκε από την εταιρεία A. Zambirini Secretarial Services Ltd, διατηρώντας όμως την ίδια θέση που είχε στην Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ, για φορολογικούς κυρίως λόγους και κάθε τέλος εκάστου μηνός έκδιδε τιμολόγιο προς την εν λόγω εταιρεία για την προσφορά των υπηρεσιών της προς αυτήν. Η μόνη διαφορά που υπήρχε από το προηγούμενο καθεστώς εργοδότησης της ενάγουσας, ήταν το γεγονός ότι αντί να πληρώνεται τον μισθό από την εν λόγω δικηγορική εταιρεία πληρωνόταν από την A. Zambirini Secretarial Services Ltd. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2011, η ενάγουσα επανεργοδοτήθηκε από την Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ, η οποία αναγνώρισε την προϋπηρεσία της ως αδιάκοπη και αδιάλειπτη. Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2013 η ενάγουσα εργοδοτήθηκε από την εναγόμενη η οποία αναγνώρισε την προϋπηρεσία που είχε στον προηγούμενο εργοδότη ως αδιάκοπη και αδιάλειπτη και με τους ίδιους όρους, εκτός από τον μισθό της ο οποίος μειώθηκε κατά €800 περίπου μετά από συγκατάθεση της ενάγουσας για μείωση μισθού για περίοδο 3 – 4 μηνών προκειμένου να βοηθήσει την εναγόμενη με την νέα αρχή που έκανε ως νέα δικηγορική εταιρεία. Πάντοτε τα καθήκοντα της αφορούσαν γραφειακή εργασία και άλλα παρεμφερή καθήκοντα δικηγορικής υπαλλήλου. Κατά ή περί την 13.11.15, η εναγόμενη με επιστολή της έθεσε σε διαθεσιμότητα την ενάγουσα από τις 13.11.15 μέχρι 20.11.15 με τον ισχυρισμό της επαναλαμβανόμενης παράβασης και παραγνώρισης των κανόνων εργασίας με επιστέγασμα την απουσία από την εργασία της χωρίς καλό λόγο και χωρίς να ενημερωθεί η διεύθυνση της εταιρείας. Με την ως άνω επιστολή, η ενάγουσα κλήθηκε επίσης να παρουσιαστεί στις 20.11.15 στα γραφεία της εταιρείας για να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους προέβηκε στις πράξεις και παραπτώματα που της απέδιδαν. Η ενάγουσα μετέβηκε στην ως άνω συνάντηση απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της εναγόμενης αναφέροντας ότι ήταν διατεθειμένη να ακολουθήσει οποιαδήποτε διαδικασία και πρακτική της υποδεικνυόταν από την εναγόμενη. Ακολούθησε η επιστολή ημερομηνίας 23.11.15 με την οποία η εναγόμενη τερμάτισε με άμεση ισχύ τις υπηρεσίες της ενάγουσας, ενώ ως ισχυρίζεται ασκούσε τα καθήκοντα της με εύλογα ικανοποιητικό τρόπο, ουδέποτε παραβίασε οποιοδήποτε κανόνα εργασίας και ενεργούσε καλόπιστα για το συμφέρον της εναγόμενης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η απουσία από την εργασία της στις 12.11.15 αφορούσε εξωτερικές εργασίες της εναγόμενης στα πλαίσια των συνηθισμένων επισκέψεων της σε πελάτες και/ή συνεργάτες που είχαν σχέση με την εναγόμενη όπως γινόταν με την αποδοχή των προϊσταμένων της. Συνεπώς ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της είναι παράνομος και αδικαιολόγητος. Κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, η ενάγουσα ήταν 55 ετών, χήρα με δύο ενήλικες θυγατέρες, έχαιρε εκτίμησης στον επαγγελματικό της κύκλο και ο τερματισμός της απασχόλησης την έφερε σε δεινή οικονομική κατάσταση, μειώνοντας το βιοτικό της επίπεδο και έπληξε το όνομα και την φήμη της. Λάμβανε ως μισθό πριν τον τερματισμό της απασχόλησης της το ποσό των €1.693 μηνιαίως. Παρά τις προσπάθειες της για εξεύρεση εργασίας, παραμένει άνεργη και προβλέπεται να παραμείνει άνεργη λόγω της ηλικίας της και των συνθηκών της αγοράς εργασίας.

 

            Η εναγόμενη με την υπεράσπιση της αγνοεί ότι η ενάγουσα εργοδοτήθηκε ως δικηγορική υπάλληλος από τον Χρήστο Γεωργιάδη στις  2.5.82. Παραδέχεται ότι τον Απρίλιο του 2008 η ενάγουσα εργοδοτήθηκε από την δικηγορική εταιρεία Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ, όπως επίσης παραδέχεται ότι γύρω στον Ιούλιο του 2008 η ενάγουσα εργοδοτήθηκε από την εταιρεία A. Zambirini Secretarial Services Ltd υποστηρίζοντας ότι με την εργοδότηση της ενάγουσας στην ως άνω εταιρεία τερματίστηκε η εργοδότηση της από την Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ. Παραδέχεται επίσης ότι η ως άνω εταιρεία τιμολογούσε σε μηνιαία βάση την Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ. Η εναγόμενη παραδέχεται ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από την Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ περί τον Απρίλιο του 2011, υποστηρίζοντας ότι η ως άνω εταιρεία δεν είναι συνδεδεμένη με την εναγόμενη ούτε οποιαδήποτε από αυτές είναι θυγατρική της άλλης. Η εναγόμενη παραδέχεται επίσης ότι γύρω στον Σεπτέμβριο του 2013 προσέλαβε την ενάγουσα ως γραφέα με βασικό μισθό €1.693 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό και ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα κωλύεται να ισχυρίζεται ότι η εργοδότηση της ήταν συνεχόμενη. Ισχυρίζεται επίσης ότι τα καθήκοντα της ενάγουσας ήταν η έκδοση προσφορών, τιμολογίων και αποδείξεων, οι ηλεκτρονικές καταχωρήσεις πληρωμών και εξόδων, η διαχείριση και έλεγχος του μικρού ταμείου, η συμμετοχή στην παροχή εταιρικών υπηρεσιών προς πελάτες της εναγομένης, η διαχείριση και ευθύνη για τις εισπράξεις από πελάτες της εναγόμενης και οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα θα της ανέθετε η εναγόμενη υπό τις οδηγίες, εντολές και εγκυκλίους της. Ήταν ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι εργοδότησης της ενάγουσας, ότι θα ακολουθούσε πιστά το ωράριο εργασίας από Δευτέρα με Παρασκευή 8:00 – 13:00 και 15:00 – 18:00, εκτός Τετάρτης απόγευμα, δεν θα απουσίαζε από την εργασία της χωρίς έγκριση, θα εκτελούσε τα καθήκοντα της αποκλειστικά από τον χώρο εργασίας, εκτός αν λάμβανε διαφορετικές οδηγίες, δεν θα παρείχε υπηρεσίες προς πελάτες χωρίς να μεριμνά για πληρωμή προκαταβολής και/ή αμοιβής προς την εναγόμενη, θα έδιδε εξηγήσεις στην εναγόμενη αναφορικά με οτιδήποτε θα έκανε και θα συμπεριφερόταν με ευγένεια σοβαρότητα στους πελάτες και στους συναδέλφους της. Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις, η ενάγουσα εξακολουθούσε να μην ασκεί ικανοποιητικά τα καθήκοντα της και συνέχισε να παραβιάζει και να παραγνωρίζει τους κανόνες εργασίας σύμφωνα με τις δικογραφημένες λεπτομέρειες. Γύρω στις 12.11.15, η ενάγουσα απουσίασε από τον χώρο εργασίας της σε ώρες εργασίας χωρίς καλό λόγο και χωρίς να ενημερώσει και να εξασφαλίσει έγκριση ή οδηγίες από την εναγόμενη και χωρίς να συμπληρώσει το βιβλίο αδειών με σκοπό να διεκπεραιώσει υπόθεση συγγενικών της προσώπων χρησιμοποιώντας πόρους της εναγόμενης  χωρίς να μεριμνήσει για την καταβολή προκαταβολής ή αμοιβής και όταν της έγινε παρατήρηση, συμπεριφέρθηκε απρεπώς χωρίς να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις. Γύρω στις 13.11.15 η ενάγουσα εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας της χωρίς καλό λόγο και χωρίς να ενημερώσει σχετικά. Η ενάγουσα παρουσιάστηκε στις 20.11.15 και αρνήθηκε να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για τα παραπτώματα που της αποδίδονταν. Ισχυρίζεται τέλος, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της ήταν νόμιμος.

 

            Με την απάντηση στην υπεράσπιση, η ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της εναγόμενης, οι οποίοι είναι αντίθετοι με τους δικούς της ισχυρισμούς και επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης.

 

            Από πλευράς ενάγουσας, μαρτυρία έδωσε η ίδια και από πλευράς εναγομένης παρουσιάστηκε η κα Ε. Γεωργιάδου, δικηγόρος και διοικητική σύμβουλος στην εναγόμενη. Ακολούθως θα παραθέσω το ουσιαστικό μέρος της εκδοχής έκαστης μάρτυρος ενώ για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας τους εξετάστηκε και λήφθηκε υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας ως αυτή έχει καταγραφεί στα πρακτικά.

 

            Η ενάγουσα ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, κατάθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε η ενάγουσα, πέραν των όσων δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης, αυτή εργοδοτήθηκε στις 2.5.1982 σαν γραμματέας από τον δικηγόρο κο Χρήστο Γεωργιάδη. Ήταν απόφοιτος οικονομικού Λυκείου και είχε πολύ καλές γνώσεις δακτυλογραφίας, στενογραφίας και λογιστικής όπως και καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας.

 

            Τα καθήκοντα της μεταξύ άλλων ήταν, υπεύθυνη προσωπικού, υπεύθυνη εισπράξεων/πληρωμών και διεκπεραίωση των οικονομικών/λογιστικών εργασιών του γραφείου, δικαίωμα/εξουσιοδότηση για υπογραφή επιταγών του προσωπικού λογαριασμού του Χρήστου Γεωργιάδη, αρχειοθέτηση γραφείου περιλαμβανομένης και της αρχειοθέτησης των προσωπικών αρχείων των διευθυντών της εταιρείας, προσωπικές συνεντεύξεις με την πλειοψηφία των πελατών και συνεργατών του γραφείου, προσωπικές συνεντεύξεις με τους λογιστές του γραφείου και παροχή πληροφοριών προς αυτούς, καθώς και με ασφαλιστικά συμβόλαια που αφορούσαν το γραφείο. Υποστήριξε επίσης ότι οι εργοδότες της ήταν πολύ ευχαριστημένοι μαζί της και ποτέ δεν υπήρξε πρόβλημα στις μεταξύ τους σχέσεις.

           

Οι βασικότεροι όροι εγοδότησης της ήταν, ωράριο εργασίας 8 ώρες ημερησίως με ελεύθερο το απόγευμα της Τετάρτης, ετήσια άδεια μετ’ απολαβών,  13ος μισθός, 1/2 του 14ου μισθού για πολλά χρόνια, ο οποίος απεκόπη τα τελευταία χρόνια.

           

Τον Απρίλιο του 2008 εργοδοτήθηκε από την δικηγορική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ΧΡΗΣΤΟΣ & ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. η οποία αναγνώρισε την προϋπηρεσία που είχε στον προηγούμενο εργοδότη ως αδιάκοπη και αδιάλειπτη, όπως και τους ίδιους όρους εργοδότησης που είχε προηγουμένως.

 

            Την ίδια χρονιά, άρχισαν τα προβλήματα όπως λέει, με ένα από τα παιδιά του κου Χρ. Γεωργιάδη και μέτοχου της εταιρείας Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε., ο οποίος την πίεζε να εγγράψει δική της εταιρεία για φορολογικούς κυρίως λόγους και η συμπεριφορά του τόσο απέναντι της, όσο σε άλλα μέλη του γραφείου ήταν άσχημη και απαράδεκτη. Έτσι, το καλοκαίρι του 2008, αναγκάστηκε καθ’ υπόδειξη του κ. Άγι Γεωργιάδη να συστήσει την εταιρεία A. ZAMBIRINI SECRETARIAL SERVICES LTD με πρόσχημα και/ή δικαιολογία την επιβολή φορολογίας προσωπικά στην ίδια. Η εν λόγω εταιρεία κάθε τέλος εκάστου μηνάς εξέδιδε τιμολόγιο προς την ΧΡΗΣΤΟΣ & ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΔΕΠΕ για την προσφορά των υπηρεσιών. Η μόνη διαφορά που υπήρχε από το προηγούμενο καθεστώς εργοδότησης της, ήταν το γεγονός ότι αντί να πληρώνεται μισθό από την ΧΡΗΣΤΟΣ & ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΔΕΠΕ πληρωνόταν από την A. ZAMBIRINI SECRETARIAL SERVICES LTD. Τελικά αντιλήφθηκε πως η εταιρεία ήταν ασύμφορη και ζήτησε κατ’ επανάληψη όπως η ΧΡΗΣΤΟΣ & ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. να πληρώνει τουλάχιστον τις κοινωνικές της ασφαλίσεις, χωρίς να λάβει απάντηση και κατά ή περί τον Απρίλιο του 2011 διέγραψε την εταιρεία.

 

Μετά την διαγραφή της εταιρείας, επαναεργοδοτήθηκε από την ΧΡΗΣΤΟΣ & ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. η οποία και πάλι αναγνώρισε την προϋπηρεσία που είχε στον προηγούμενο εργοδότη ως αδιάκοπη και αδιάλειπτη όπως και τους ίδιους όρους εργοδότησης που είχε στον εν λόγω εργοδότη. Κατέθεσε προς τούτο ως τεκμήριο 1, την αναλυτική κατάσταση των ασφαλιστέων της  αποδοχών από το 1995 μέχρι το 2015.

 

Τον Σεπτέμβριο του 2013 η ΧΡΗΣΤΟΣ & ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε τερμάτισε τις δραστηριότητες της αφού τα δύο αδέλφια Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης αποφάσισαν να προχωρήσουν ξεχωριστά επαγγελματικά και εργοδοτήθηκε από την εναγόμενη η οποία αναγνώρισε την προϋπηρεσία που είχε στον προηγούμενο εργοδότη ως αδιάκοπη και αδιάλειπτη, όπως και τους ίδιους όρους εργοδότησης που είχε στον εν λόγω εργοδότη, εκτός από τον μισθό της ο οποίος μειώθηκε κατά €800 περίπου ύστερα από συγκατάθεση της για μείωση του μισθού της για περίοδο 3-4 μηνών προκειμένου να βοηθήσει την εναγόμενη με την νέα αρχή που έκανε ως νέα δικηγορική εταιρεία.

 

Με την εγκατάσταση στα νέα γραφεία, της είχε ζητηθεί από τον κο Άγι Γεωργιάδη να κάνει τεράστιες προσπάθειες για την είσπραξη από τους πελάτες εκκρεμούντων εξόδων και όταν πέρασαν τρεις μήνες περίπου, ο ίδιος της ανέφερε ότι δεν το πίστευε ότι το γραφείο δεν παρουσίασε οικονομική ζημιά. Περιγράφει επίσης την συνεισφορά της στην μετακόμιση και οργάνωση του νέου γραφείου της εναγόμενης. Αντί όμως να ανταμειφθεί για την βοήθεια και για τις υπηρεσίες της, στις  13.11.2015 η εναγόμενη με επιστολή της που της παραδόθηκε με το γραφείο αποστολής αντικειμένων Akis Express Ltd, την έθεσε σε διαθεσιμότητα από τις 13.11.2015 μέχρι την 20.11.2015 με τον ισχυρισμό της επαναλαμβανόμενης παράβασης και παραγνώρισης των κανόνων εργασίας με επιστέγασμα την απουσία της από την εργασία χωρίς καλό λόγο και χωρίς να ενημερωθεί η διεύθυνση της εταιρείας. Παράλληλα, με την ίδια επιστολή, την καλούσαν να παρουσιαστεί στις 20.11.2015 στα γραφεία της εταιρείας για να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους προέβηκε στις πράξεις και τα παραπτώματα τα οποία της απέδιδαν. Σε σχέση με τα πιο πάνω, κατέθεσε ως τεκμήριο 3 την επιστολή ημερομηνίας 13.11.2015 και ως τεκμήριο 4 τα μηνύματα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 12.11.2015 και 13.11.2015 που ανταλλάγηκαν μεταξύ τους.

 

            Η πρώτη φορά που έλειψε από την εργασία της με άδεια ασθενείας ήταν περί τον μήνα Οκτώβρη του ιδίου έτους, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και επέστρεψε αρχές Νοεμβρίου του 2015 και λίγες μέρες πριν από το ως άνω συμβάν.

 

            Στις 20.11.2015 μετέβηκε στα γραφεία της εταιρείας και σε συνάντηση που είχε με την κα Ευφροσύνη Γεωργιάδη και κο Άγι Γεωργιάδη απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς περί παράβασης και παραγνώρισης των κανόνων εργασίας, τονίζοντας ότι ήταν διατεθειμένη να ακολουθήσει οποιαδήποτε διαδικασία και/ή πρακτική της  επιδεικνυόταν από την εναγόμενη.

 

            Στις 23.11.2015 έλαβε συστημένη επιστολή από την εναγόμενη με την οποία τερματίζονταν οι υπηρεσίες της από την ίδια ημέρα χωρίς προειδοποίηση, με τον ισχυρισμό ότι οι εξηγήσεις που έδωσε στην συνάντηση της 20.11.2015 δεν ήταν ικανοποιητικές και ότι τα παραπτώματα που της καταλόγιζαν ήταν σοβαρά. Κατέθεσε την επιστολή ημερομηνίας 23.11.15 ως τεκμήριο 5.

 

            Ως προς την απουσία της από την εργασία στις 12.11.15, αναφέρει ότι αυτή οφειλόταν σε εξωτερικές εργασίες της εναγόμενης, μέσα στα πλαίσια των συνηθισμένων και κατ’ επανάληψη διενεργουμένων επισκέψεων της σε πελάτες, συνεργάτες ή άλλων προσώπων και οργανισμών που είχαν σχέση με τις εργασίες μου. Η διαδικασία και η πρακτική αυτή γινόταν επί σειρά ετών και ήταν σε γνώση και με την αποδοχή των προϊσταμένων της, ως η πρακτική που εφαρμοζόταν για πολλά χρόνια.

 

            Την 1.12.15, η ενάγουσα απέστειλε προς την εναγόμενη μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τεκμήριο 6, με το οποίο την ενημέρωνε ότι στις 3.12.2015 θα προσέλθει στο γραφείο για να παραλάβει τα προσωπικά της αντικείμενα. Κατά ή περί την 3.12.2015 έλαβε απάντηση από τον κ. Άγι Γεωργιάδη ο οποίος, μεταξύ άλλων, της ανέφερε ότι έδωσε οδηγίες να βοηθήσουν οι κοπέλες του γραφείου μεταφέροντας τα διάφορα αντικείμενα της στο ισόγειο, κατά τον χρόνο της παραλαβής, και ότι δεν της επιτρέπεται η είσοδος στο γραφείο της εταιρείας. Η συμπεριφορά αυτή, εκλήφθηκε από την ίδια ως άδικη και εξευτελιστική.

 

            Όταν η ενάγουσα απολύθηκε, ήταν ηλικίας 55 ετών, χήρα, με δύο θυγατέρες ηλικίας 33 και 31 χρονών, έχαιρε μεγάλης εκτίμησης ανάμεσα στον επαγγελματικό της κύκλο, διατηρούσε καλό όνομα και φήμη για την ποιότητα της εργασίας της και τις ικανότητες της και ο αδικαιολόγητος τερματισμός της σύμβασης εργοδότησης της από την εναγόμενη, την έφερε σε δεινή οικονομική κατάσταση, μειώνοντας το βιοτικό επίπεδο και την ποιότητα ζωής της και πλήττοντας ανεπανόρθωτα το όνομα και την φήμη της ως επαγγελματίας.

 

Ο μισθός της πριν από τον τερματισμό της απασχόλησης της ήταν €1.693 μηνιαίως.

 

Πέρασε περίπου 1,5 χρόνος μέχρι να βρει νέα δουλειά, πάλι σε δικηγορικό γραφείο με χαμηλότερο όμως μισθό, €1.300 μηνιαίως και κατέθεσε προς τούτο ως τεκμήριο 7, την αναλυτική κατάσταση των ασφαλιστέων αποδοχών της για το έτος 2017.

 

            Από πλευράς εναγόμενης παρουσιάστηκε η κα Ε. Γεωργιάδου, διοικητική σύμβουλος της εναγόμενης η οποία εργάζεται ως δικηγόρος από το 2001. Ο πατέρας της κος Χρήστος (Τάκης) Γεωργιάδης και ο αδελφός του, κος Τηλέμαχος (Μάχος) Γεωργιάδης, αμφότεροι δικηγόροι, εργοδοτούσαν την ενάγουσα ως γραμματέα, από τη δεκαετία του 1980. Ο αδελφός της, κος Άγις Γεωργιάδης, επίσης δικηγόρος, εργάστηκε στο ίδιο γραφείο από το 2005 μέχρι το 2007. Σε όλο αυτό το διάστημα, τα κύρια καθήκοντα της ενάγουσας ήταν η τήρηση των λογιστικών και τραπεζικών θεμάτων, ο έλεγχος των εισπράξεων, η πληρωμή των πιστωτών και η διενέργεια διάφορων επικουρικών εργασιών, όπως η υποβολή εντύπων και αιτήσεων στο κτηματολόγιο, τους φόρους, τον έφορο εταιρειών και το γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων.

 

            Το 2008, συστάθηκε η δικηγορική εταιρεία Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ, στην οποία μέτοχοι ήταν η ίδια, ο Χρήστος, ο Τηλέμαχος και ο Άγις Γεωργιάδης, στην οποία η ενάγουσα εργοδοτήθηκε με τα ίδια καθήκοντα.

 

Γύρω στο έτος 2008, είχαν διαπιστωθεί σοβαρά λάθη στα λογιστικά βιβλία και τους τραπεζικούς λογαριασμούς του συνεταιρισμού καθώς επίσης νωρίς το 2008, η ενάγουσα παραπονέθηκε ότι οι εισφορές της σε κοινωνικές ασφαλίσεις και η προσωπική της φορολογία ήταν σε ψηλά επίπεδα. Το θέμα συζητήθηκε σε συνάντηση με τους λογιστές της εταιρείας KPMG, στην οποία της έγινε εισήγηση από αυτούς να συστήσει δική της εταιρεία. Η ενάγουσα ζήτησε από τον Άγι Γεωργιάδη να της εγγράψει εταιρεία και στις 9.6.08 συστάθηκε η εταιρεία Α. Zambirini Secretarial Services Ltd, της οποίας μοναδική μέτοχος και διοικητική σύμβουλος ήταν η ενάγουσα. To 2011, η ενάγουσα ζήτησε να εργοδοτηθεί εκ νέου ως υπάλληλος της Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ και αυτό έγινε αποδεκτό.

 

Το 2013, αποφασίστηκε ο τερματισμός των εργασιών της ως άνω εταιρείας, ώστε η μάρτυρας και ο Άγις Γεωργιάδης να συστήσουν δική τους δικηγορική εταιρεία, και οι Τηλέμαχος και Μιλτιάδης Γεωργιάδης να συστήσουν δική τους. Τα περιουσιακά στοιχεία, χρέη και υποθέσεις της Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ μεταβιβάστηκαν στις δύο νέες εταιρείες. Ο Χρήστος Γεωργιάδης, που ήταν 66 ετών το 2013, δεν επιθυμούσε να αποκτήσει μετοχές στην εναγόμενη.

 

            Τόσο ο Χρήστος Γεωργιάδης, όσο η ίδια της και ο Άγις Γεωργιάδης, είχαν πολύ καλή και φιλική σχέση με την ενάγουσα και την οικογένειά της. Παρά τα διάφορα προβλήματα που διαπίστωναν κατά καιρούς, την σεβόντουσαν και την εκτιμούσαν. Αντιθέτως, η ενάγουσα ανέκαθεν είχε κακές σχέσεις με τον Τηλέμαχο Γεωργιάδη και αργότερα με τον υιό του με αποτέλεσμα μόνο η εναγόμενη ήταν διατεθειμένη να εργοδοτήσει την ενάγουσα και η ενάγουσα δεν ενδιαφερόταν να εργοδοτηθεί από οποιονδήποτε άλλο.

 

Αμέσως μετά την εργοδότηση της ενάγουσας από την εναγόμενη, η ίδια υπέβαλε αίτηση για αποζημίωση λόγω πλεονασμού, επικαλούμενη ότι η εργοδότησή της δεν ήταν συνεχής.

 

            Η ενάγουσα εργοδοτήθηκε από την εναγόμενη από τον Σεπτέμβρη 2013 με βασικό μισθό €1.693 μηνιαίως πλέον 13° μισθό.

 

Ήταν όροι της εργοδότησης της ενάγουσας, ότι θα ακολουθούσε πιστά το ωράριο εργασίας, δηλαδή Δευτέρα με Παρασκευή, 8:00-13:00 και 15:00-18:00 (εκτός απόγευμα Τετάρτης),  δεν θα απουσίαζε από τον χώρο εργασίας χωρίς έγκριση από τους διοικητικούς σύμβουλους και συμπλήρωση του βιβλίου αδειών, θα εκτελούσε τα καθήκοντά της αποκλειστικά από τον χώρο εργασίας της, εκτός αν λάμβανε διαφορετικές οδηγίες, θα αφιέρωνε όλο το χρόνο, την προσοχή, τις ικανότητες και την ενεργητικότητά της στην εκτέλεση των καθηκόντων της, δεν θα παρείχε υπηρεσίες χωρίς να μεριμνά για χρέωση και θα συμπεριφερόταν με ευγένεια και σοβαρότητα στους πελάτες και τους συναδέλφους της.

 

Από την αρχή της εργοδότησης της ενάγουσας από την εναγόμενη, διαπιστώθηκαν ορισμένες διαφωνίες μεταξύ της ενάγουσας και άλλων μελών του προσωπικού αναφορικά με τα καθήκοντά τους. Για αυτό τον λόγο, η εναγόμενη εξέδωσε και παρέδωσε προς όλα τα μέλη, περιλαμβανομένης της ενάγουσας, τα Μέμο Αρ. 1 και 2, τα οποία η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια 10 και 11, αντίστοιχα.

 

            Επίσης, η ενάγουσα δεν έδειχνε το απαιτούμενο ενδιαφέρον για την εργασία της. Καθυστερούσε να εκτελεί τα καθήκοντά της, απουσίαζε συχνά για ασήμαντους λόγους και χωρίς να τους ενημερώνει και δεν τηρούσε το ωράριο. Ήταν το μόνο μέλος του προσωπικού που συμπεριφερόταν με αυτό τον τρόπο και της έγιναν επανειλημμένες παρατηρήσεις για αυτά τα θέματα από τον Άγι Γεωργιάδη, σε συνεννόηση όμως μαζί με την μάρτυρα. Για αυτό τον λόγο, η εναγόμενη εξέδωσε και παρέδωσε προς όλα τα μέλη του προσωπικού, περιλαμβανομένης της ενάγουσας, την Εγκύκλιο ημερομηνίας 18.6.14, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 12.

 

Το ίδιο διάστημα, πολλά μέλη του προσωπικού εξέφραζαν συχνά παράπονα για τη συμπεριφορά της ενάγουσας. Θεωρούσαν ότι τους αντιμετώπιζε υπεροπτικά, δεν τους διευκόλυνε στην εκτέλεση των δικών τους καθηκόντων και συχνά τους πρόσβαλλε με τη συμπεριφορά της.

 

Παρά τις παρατηρήσεις που της γίνονταν, η ενάγουσα συνέχιζε να μην τηρεί το ωράριο. Προσερχόταν στην εργασία στις 9:00πμ ή αργότερα (αντί 8:00) κάθε μέρα. Το μεσημέρι επέστρεφε στις 4:00μμ ή αργότερα (αντί 3:00μμ). Απουσίαζε επίσης συχνά για ασήμαντους λόγους ή για διεκπεραίωση προσωπικών της ζητημάτων. Συνέχιζε να μην ενημερώνει την ίδια ή τον Άγι Γεωργιάδη για τις απουσίες της. Ορισμένες φορές άφηνε μήνυμα σε άλλα μέλη του προσωπικού ότι θα απουσίαζε, ζητώντας τους να τους ενημερώσουν. Άλλες φορές δεν ενημέρωνε καν και της τηλεφωνούσαν άλλα μέλη του προσωπικού για να ρωτήσουν αν θα έρθει ή όχι στο γραφείο.

 

Η ενάγουσα επίσης χρησιμοποιούσε γραφική ύλη και άλλα υλικά της εναγόμενης για προσωπικά της ζητήματα, διατηρούσε μεγάλο προσωπικό αρχείο και αντικείμενα στον χώρο εργασίας, χωρίς αυτό να είναι σε γνώση της εναγόμενης, ανάλωνε μεγάλο μέρος των ωρών εργασίας στη διεκπεραίωση προσωπικών της υποθέσεων και υποθέσεων συγγενικών και φιλικών της προσώπων χωρίς η εναγόμενη να λαμβάνει αμοιβή, δεχόταν κοινωνικές επισκέψεις στο χώρο εργασίας, σε ώρες εργασίας, αρνείτο να δίδει εξηγήσεις αναφορικά με ότι έκανε ή συναλλασσόταν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της,  συμπεριφερόταν απρεπώς, προκαλούσε εντάσεις και ερχόταν σε συγκρούσεις.

 

Στις 12.11.15, η ενάγουσα απουσίασε από τον χώρο εργασίας της σε ώρες εργασίας, χωρίς καλό λόγο και χωρίς προηγούμενα να ενημερώσει την ίδια  ή τον Άγι Γεωργιάδη ή να εξασφαλίσει έγκριση ή οδηγίες ή να συμπληρώσει το βιβλίο αδειών. Λίγο πριν τις 1:00μμ, ανέφερε σε άλλο μέλος του προσωπικού, την Μαριλένα Ηλία, ότι δεν θα ερχόταν στο γραφείο το απόγευμα εκείνης της ημέρας διότι είχε ραντεβού στα Κούκλια για τη διαχείριση κάποιας Ελένης Θεμιστοκλέους, αποβιώσασας. Όπως την πληροφόρησε η Μαριλένα Ηλία, η τελευταία  ανέφερε στην ενάγουσα ότι έπρεπε να ενημερώσει την ίδια ή τον Άγι Γεωργιάδη και η ενάγουσα είχε πει ότι θα το έπραττε, όμως δεν το έκανε.

 

            Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, την είχε αναζητήσει ο Άγις Γεωργιάδης αλλά δεν την βρήκε στο γραφείο. Επειδή ο Άγις απούσιαζε εκτός Πάφου, επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικά και την ρώτησε αν ήταν ενήμερη για την απουσία της ενάγουσας. Του απάντησε ότι δεν ήταν ενήμερη και ακολούθως έστειλε προς την ενάγουσα ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο 13 και στο οποίο δεν απάντησε η ενάγουσα. Μετά την τηλεφωνική επικοινωνία της με τον Άγι, ρώτησε τα μέλη του προσωπικού αν ήξεραν που βρισκόταν η ενάγουσα. Τότε πληροφορήθηκε ότι είχε πάει στα Κούκλια για μία διαχείριση, ενώ η ίδια η μάρτυρας επέβλεπε και εργαζόταν σε όλες τις υποθέσεις διαχείρισης περιουσίας αποβιωσάντων της εναγόμενης και δεν είχε υπόψη της την υπόθεση για την οποία έγινε το ραντεβού. Διερεύνησε το θέμα και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για υπόθεση συγγενικών της ενάγουσας προσώπων, που εκκρεμούσε από το 2013, για την οποία είχαν γίνει διάφορες ενέργειες και έξοδα από την εναγόμενη χωρίς όμως να γίνει οποιαδήποτε χρέωση.

 

            Ακολούθως η μάρτυρας έστειλε στην ενάγουσα ηλεκτρονικό μήνυμα στις 6:06μμ (τεκμήριο 4). Η ενάγουσα πέρασε από το γραφείο γύρω στις 6:30 και απάντησε στις 6:39 και της ανταπάντησε η μάρτυρας στις 6:57 (τεκμήριο 4). Την επόμενη ημέρα, 13.11.15, η ενάγουσα προσήλθε στην εργασία της λίγο πριν τις 9:00πμ. Είδε την ανταπάντησή της μάρτυρος, έστειλε μήνυμα στις 8:56πμ (τεκμήριο 4), είπε στην Μαριλένα Ηλία θυμωμένα ότι θα έφευγε και θα αποφάσιζε αν θα ξαναερχόταν δουλειά και αποχώρησε.

 

Την ίδια ημέρα το απόγευμα παραδόθηκε στην ενάγουσα η επιστολή ημερομηνίας 13.11.15 (τεκμήριο 3). Η ενάγουσα προσήλθε σε συνάντηση στο γραφείο της εναγόμενης στις 20.11.15, στην παρουσία της μάρτυρος και του Άγι Γεωργιάδη, καθώς και της γραφέα Μύριας Προκοπίου. Η Προκοπίου τήρησε το πρακτικό, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 14. Η ενάγουσα αρνήθηκε να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για τους λόγους για τους οποίους είχε προβεί στις πράξεις και τα παραπτώματα που τις αποδίδονταν. Την ώρα που έδινε την απάντησή της, στη δεύτερη απάντηση που καταγράφεται στο πρακτικό, σηκώθηκε όρθια, πρόταξε την παλάμη της προς την μάρτυρα ωσάν να της έλεγε να σταματήσει να μιλά, ολοκλήρωσε την απάντηση της και αποχώρησε.

 

Η μάρτυρας συζήτησε εκτεταμένα με τον Άγι και στις 23.11.15 κατέληξαν ότι η ενάγουσα δεν τους είχε αφήσει άλλη επιλογή από τον τερματισμό της απασχόλησής της. Ο τερματισμός έγινε στις 23.11.15, με το τεκμήριο 5.

 

Κρίθηκε σκόπιμο πιο πάνω να καταγραφεί με λεπτομέρεια η εκδοχή έκαστης μάρτυρος για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης της αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία θα ακολουθήσει, ενώ στα όσα έχουν λεχθεί κατά την αντεξέταση τους θα γίνει αναφορά πιο κάτω.

 

Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι σημαντικό να τονίσω ότι ως είναι γνωστό και πάγια καθιερωμένο από τη νομολογία, η αξιολόγηση επιτελείται επί των αμφισβητούμενων επίδικων ζητημάτων. Τα επίδικα ζητήματα αποτελούνται από τα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία όμως είναι απόλυτα συναφή και σχετικά με το νομικό ζητούμενο το οποίο το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει στα ευρήματα γεγονότων στα οποία θα καταλήξει. Με άλλα λόγια, η αναφορά στα επίδικα ζητήματα είναι αλληλένδετη με την νομική πτυχή της υπόθεσης η οποία θα εφαρμοστεί επί των γεγονότων.

 

Στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται αναγκαίο να καθοριστεί εξ αρχής ότι η παρούσα υπόθεση εξετάζεται επί τη βάση των αρχών του δικαίου το οποίο ρυθμίζει τις συμβάσεις και συγκεκριμένα τον Περί Συμβάσεως Νόμο, Κεφ. 149, χωρίς να εφαρμόζεται ο Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967, στον οποίο έγινε εκτενής αναφορά από πλευράς εναγόμενης στην τελική της αγόρευση.

 

Σχετικά με τα πιο πάνω είναι τα όσα αναφερθήκαν στην υπόθεση Στέλιος Στυλιανίδης v. British American Insurance Co. Ltd (1990) 1 Α.Α.Δ. 517.

 

Επανερχόμενη τώρα στην μαρτυρία της ενάγουσας, διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι, οι διοικητικοί σύμβουλοι της εναγόμενης γνώριζαν την ενάγουσα ως το πρόσωπο το οποίο εργοδοτείτο από τον πατέρα τους κο Χρήστο Γεωργιάδη και στην συνέχεια από αυτόν και τον κο Τηλέμαχο Γεωργιάδη αλλά και την Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ. Φαίνεται επίσης οι διοικητικοί σύμβουλοι της εναγόμενης να είχαν αναγνωρίσει την καλή προϋπηρεσία της ενάγουσας και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο η εναγόμενη εργοδότησε την ενάγουσα κατά την έναρξη της λειτουργίας της, περί τον Σεπτέμβριο του 2013. Τα ως άνω προκύπτουν από την θέση της εναγόμενης ως αυτή καταγράφηκε στην τελική της αγόρευση, στην οποία καταγράφεται ότι δεν αμφισβητείται η καλή προϋπηρεσία της ενάγουσας, η οποία οδήγησε στην πρόσληψη της από την εναγόμενη τον Σεπτέμβριο του 2013. Με βάση τα πιο πάνω, τα όσα τέθηκαν στην ενάγουσα και αφορούσαν γεγονότα πριν το 2013, δεν αποτελούν επίδικα θέματα, εφόσον η καλή της προϋπηρεσία και ορθή άσκηση των καθηκόντων της, δεν αμφισβητείται.   

 

Το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης από την μαρτυρία της ενάγουσας είναι η επιμονή της για την συνεχή εργοδότηση της στην εναγόμενη από το 1982. Αν και αυτό το ζήτημα δεν απασχολεί στην υπόθεση στον βαθμό που θα απασχολούσε σε μία υπόθεση εξεταζόμενη στο πλαίσιο του Νόμου Περί Τερματισμού Απασχολήσεως του 1967, αποτελεί όμως γεγονός το οποίο καθορίζει και πλαισιώνει την συμβατική σχέση της ενάγουσας με την εναγόμενη.

 

Δεν αμφισβητείται ότι η ενάγουσα εργοδοτήθηκε από τον κο Χρήστο Γεωργιάδη και τον αδελφό του κο Τηλέμαχο Γεωργιάδη κατά το έτος 1982, όπως αναφέρει η κα Γεωργιάδου – ΜΥ, στην γραπτή της δήλωση και στην συνέχεια είχε εργοδοτηθεί από την εταιρεία Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ από τον Απρίλιο του 2008 μέχρι τον Ιούνιο του 2008. Όπως αναφέρει η ενάγουσα κατά τον Ιούλιο του 2008 ιδρύθηκε από την ίδια η εταιρεία A. Zambirini Secretarial Services Ltd, στην οποία εργοδοτήθηκε και παρείχε μέσω αυτής υπηρεσίες προς την ως άνω δικηγορική εταιρεία, έναντι μηνιαίων τιμολογίων. Αν και η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η δημιουργία της εταιρείας αυτής έγινε καθ’ υπόδειξη των εργοδοτών της και συγκεκριμένα του κου Άγι Γεωργιάδη, όποιοι και να ήταν οι λόγοι που οδήγησαν στην ίδρυση της εταιρείας αυτής, δεν μεταβάλλεται το γεγονός ότι η ενάγουσα οικειοθελώς και χωρίς να δεχθεί κάποια πίεση ίδρυσε την εν λόγω εταιρεία και για τα έτη 2008 – 2011 και παρείχε τις υπηρεσίες της στην ως άνω δικηγορική εταιρεία. Παρά του ότι η ενάγουσα άφησε κάποιες αιχμές προς το πρόσωπο του κου Α. Γεωργιάδη για την δημιουργία της εταιρείας, δεν λέχθηκε ότι ασκήθηκε στην ίδια πίεση για να ιδρύσει την εταιρεία ή αναγκάστηκε να το πράξει για να μην χάσει την εργασία της. Αντιθέτως, η εντύπωση την οποία αποκόμισε το Δικαστήριο είναι ότι η ίδρυση της εταιρείας αποτέλεσε κοινή απόφαση μεταξύ των δύο πλευρών χωρίς εξαναγκασμό της ενάγουσας, η οποία από τον Ιούλιο του 2008 μέχρι τον Μάρτιο του 2011, σύμφωνα με το τεκμήριο 1, παρείχε τις υπηρεσίες της στη δικηγορική εταιρεία, ενώ η ενάγουσα εργοδοτείτο από την εταιρεία της.  

 

Στην συνέχεια και συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο του 2013, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη. Αυτό έγινε μετά που τα δύο αδέλφια Χρήστος και Τηλέμαχος Γεωργιάδης χώρισαν τα γραφεία τους, δημιούργησαν νέες δικηγορικές εταιρείες, λειτούργησαν ξεχωριστά υποστατικά και ανέλαβαν διαφορετικές υποθέσεις.

 

Επί τη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι η θέση της ενάγουσας για την συνεχή απασχόληση της από το 1982 στην εναγόμενη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, έχοντας υπόψη ότι στην εταιρεία Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ εργοδοτήθηκε μόνο για τρεις μήνες, ενώ η εργοδότηση της στην δική της εταιρεία για μία περίοδο σχεδόν τριών ετών, διέκοψε την όποια συνεχή εργοδότηση της με τους προηγούμενους εργοδότες της. Πέραν τούτων, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 2, η ενάγουσα προφανώς αντιλαμβανόμενη ότι υπήρχε κάποιο ζήτημα με την συνεχή απασχόληση της, αποτέθηκε στις 29.11.13 για πληρωμή πλεονασμού, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε λόγω του ότι η εργοδότηση της στην εναγόμενη κρίθηκε  συνεχής με την υπηρεσία της στην Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ. Η συνεχής όμως απασχόληση της δεν καθορίστηκε και για τα χρόνια που είχαν προηγηθεί και εργοδοτείτο από τον κο Χρήστο Γεωργιάδη ούτε όμως από την δική της εταιρεία. Συνεπώς, η πεποίθηση της ενάγουσας ότι η εργοδότηση της ήταν συνεχής από το 1982 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αλλά το συνεχόμενο της εργοδότησης της μπορεί να καθοριστεί μόνο σε σχέση με την Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ και μόνο από τον Απρίλιο του 2011, εφόσον προηγήθηκε η εργοδότηση της από την εταιρεία της.

 

Θα πρέπει επίσης να προσθέσω ότι τα όσα ανέφερε για το ως άνω ζήτημα η ενάγουσα, περισσότερο σχετίζονται με την δική της προσωπική πεποίθηση του όλου ζητήματος, για την οποία όμως δεν έπεισε το Δικαστήριο. Η αξιοπιστία της όμως δεν πλήττεται από την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον η πεποίθηση της αν και δεν κρίνεται πειστική, φαίνεται να είναι γνήσια.

 

Ο κρίσιμος χρόνος για τον οποίο θα εξεταστεί η συμπεριφορά της ενάγουσας είναι από τον Σεπτέμβριο του 2013 και έπειτα. Αυτό γιατί, επαναλαμβάνω, σύμφωνα με την θέση της εναγόμενης, λόγω της καλής προϋπηρεσίας της ενάγουσας ως δικηγορική υπαλλήλου, εργοδοτήθηκε από την εναγόμενη τον Σεπτέμβριο του 2013, ενώ της αποδίδεται ότι από τις αρχές του έτους 2014 είχε αλλάξει η συμπεριφορά της.  Συνεπώς, τα όσα τέθηκαν στην ενάγουσα κατά την αντεξέταση της και αφορούσαν την μη τήρηση του ωραρίου αλλά και τις σχέσεις της ενάγουσας με τα υπόλοιπα μέλη του γραφείου στο οποίο εργαζόταν πριν την εργοδότηση της από την εναγόμενη, έρχονται σε αντίθεση με την δήλωση της εναγόμενης ως καταγράφεται στην τελική της αγόρευση για την καλή προϋπηρεσία της, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να προσληφθεί από την εναγόμενη και επιβεβαιώνεται με τον τρόπο αυτό η αξιοπιστία της ενάγουσας για την θέση της ότι ουδέποτε της είχαν γίνει παρατηρήσεις για το ωράριο ή για άλλο θέμα, τουλάχιστον πριν την πρόσληψη της στην εναγόμενη.

 

Κατά την αντεξέταση της ενάγουσας, τέθηκε η θέση ότι με την εργοδότηση της στην εναγόμενη, οι απουσίες της από την εργασία αλλά και η καθυστερημένη προσέλευση της, έγιναν πιο συχνές. Η ενάγουσα αρνήθηκε ότι συνέβαινε κάτι τέτοιο, ενώ δεν είχε λάβει γνώση όπως είπε της εγκυκλίου αριθμός 1 ημερομηνίας 18.6.14, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 12 από την ΜΥ. Η εγκύκλιος αυτή αφορούσε την διάρκεια ετήσιων αδειών, τις απουσίες κατά την διάρκεια εργάσιμων ωρών, το βιβλίο αδειών και απουσιών καθώς και το ωράριο. Αν και η ενάγουσα αντεξεταζόμενη δεν είχε αναγνωρίσει το έγγραφο αυτό, προφορικά περιγράφοντας τις διαδικασίες που ακολουθούνταν για τα ζητήματα του ωραρίου και των αδειών, φαίνεται να γνώριζε τους κανονισμούς αυτούς της εναγόμενης. Διαπιστώνω όμως ότι η ενάγουσα  ήταν  πειστική ως προς την θέση της ότι τηρούσε το ωράριο και τις οδηγίες των εργοδοτών της, όχι μόνο λόγω της σταθερότητας και ειλικρινούς διάθεσης με την οποία διεφάνηκε να απαντά, αλλά κυρίως λόγω του ότι δεν τέθηκαν στην ενάγουσα συγκεκριμένες ημερομηνίες, συγκεκριμένα περιστατικά απουσίας της ή λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να διασαφηνίσουν την γενική και αόριστη θέση της εναγόμενης ότι η ενάγουσα απουσίαζε από την εργασία της αδικαιολόγητα ή με ποιο τρόπο συγκεκριμένα παραβίαζε ενδεχομένως την ως άνω εγκύκλιο, εφόσον δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση της συγκεκριμένη θέση ως προς κάποιο περιστατικό που να αφορούσε την απουσία της χωρίς άδεια ή κάποια συγκεκριμένη παράβαση του ωραρίου, στον βαθμό που είχε τεθεί κατά γενικό όμως και αόριστο τρόπο στην ενάγουσα.  

 

Τέθηκε επίσης στην ενάγουσα ότι στο γραφείο διατηρούσε φακέλους για προσωπικά της θέματα, των θυγατέρων της και άλλων συγγενών της. Η ενάγουσα με ειλικρίνεια ανέφερε ότι στο γραφείο της φυλάσσονταν τέτοιοι φάκελοι, αρνήθηκε όμως ότι τα προσωπικά της αυτά αρχεία, απαιτούσαν χρόνο, εφόσον όπως εξήγησε το μόνο που απαιτείτο να κάνει για το προσωπικό της αρχείο ήταν να τοποθετήσει στον φάκελο ένα έγγραφο όπως για παράδειγμα μία τραπεζική κατάσταση. Η ενάγουσα κρίνεται πειστική και για την θέση της αυτή, εφόσον δεν διεφάνηκε η φύλαξη του προσωπικού της αρχείου στο γραφείο να είχε αποτέλεσμα την μείωση του χρόνου που αφιέρωνε στα καθήκοντα της.  Πέραν τούτου, για τα πιο πάνω φαίνεται για πρώτη φορά να παραπονέθηκε η εναγόμενη μετά την αποχώρηση της ενάγουσας από το γραφείο, εφόσον τέτοιες διαπιστώσεις καταγράφονται στην επιστολή του κου Α. Γεωργιάδη ημερομηνίας 2.12.15, τεκμήριο 9, ενώ ουδέποτε προηγουμένως είχε γίνει κάποια παρατήρηση προς τούτο στην ενάγουσα, ούτε όμως υπήρξε κάποιο παράπονο για μη εκτέλεση της εργασίας της λόγω ανάλωσης του χρόνου της σε άλλες ασχολίες.

 

 Ειλικρινής επίσης κρίνεται ως προς την θέση της, ότι δεν διατηρούσε κάκιστες σχέσεις με τις κοπέλες που εργάζονταν στο γραφείο, όπως αποτέλεσε θέση της εναγόμενης, εφόσον ούτε η ίδια της αναφέρθηκε σε κάποιο περιστατικό από το οποίο θα μπορούσε να διαφανεί ότι συνάδελφοι της ήταν εχθρικοί προς την ίδια, ούτε όμως από πλευράς υπεράσπισης τέθηκε στην μάρτυρα συγκεκριμένο γεγονός από το οποίο να προκύπτει ότι όντως υπήρχαν κακές σχέσεις μεταξύ ενάγουσας και συναδέλφων της, για τις οποίες να ευθύνεται στην πρόκληση τους η ενάγουσα.

 

Είναι σημαντικό επίσης να τονίσω ότι, όπως αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ως αυτή τέθηκε κατά την αντεξέταση της ενάγουσας, αυτή ουδέποτε πήγαινε στο γραφείο η ώρα 08:00 αλλά γύρω στις 09:00 και ουδέποτε έφευγε μετά τις 13:00. Η ενάγουσα διαφώνησε με την ως άνω θέση διευκρινίζοντας ότι δεν καθυστερούσε να μεταβεί στο γραφείο, ενώ είχε γίνει συμφωνία για να επιστρέφει το απόγευμα στις 16:00 μέχρι τις 19:00, ενώ πολλές φορές εργαζόταν περισσότερες ώρες. Η ενάγουσα και πάλι κρίνεται ειλικρινής για τα πιο πάνω, εφόσον δεν διεφάνηκε ότι είχαν γίνει συστάσεις προς την ίδια για να τηρεί το ωράριο, ούτε και πριν την απόλυση της φαίνεται να είχε δοθεί κάποια γραπτή προειδοποίηση σ’ αυτήν προς τούτο. Η μόνη φορά που φαίνεται η εναγόμενη να ζητά την τήρηση του ωραρίου και την λήψη άδειας για απουσία από το γραφείο, είναι στις 12.11.15, με το ηλεκτρονικό μήνυμα τεκμήριο 13. Το τεκμήριο αυτό, επιβεβαιώνει την θέση της ενάγουσας ότι ουδέποτε υπήρξε παραβίαση των κανονισμών του ωραρίου ή της λήψης άδειας για απουσία, εφόσον η εναγόμενη για πρώτη φορά καλεί τους υπαλλήλους της προς συμμόρφωση κατά την ημέρα όπου η ενάγουσα προσήλθε στο γραφείο με καθυστέρηση για τους λόγους οι οποίοι θα εξεταστούν κατωτέρω. 

 

Είναι σημαντικό επίσης να λεχθεί ότι αν και τέθηκε στην ενάγουσα κατά την αντεξέταση της ότι, το βασικό της καθήκον ήταν ο έλεγχος των εισπράξεων του γραφείου και αυτό δεν εκπληρωνόταν κανονικά, δεν τέθηκε στην ενάγουσα κάποιο συγκεκριμένο γεγονός που να σχετίζεται με την κακή άσκηση των καθηκόντων της αυτών που αφορούσε τις εισπράξεις του γραφείου. Αντιθέτως, η ενάγουσα αναφέρθηκε στο ότι όταν λειτούργησε η εναγόμενη, η ίδια της είχε αναλάβει την είσπραξη από τους πελάτες και οι εργοδότες της ήταν ικανοποιημένοι. Όπως επίσης τέθηκε στην ενάγουσα κατά την αντεξέταση της ότι για τα έτη 2013 μέχρι 2015 έδειχνε μεγάλη αδιαφορία στην εκτέλεση των καθηκόντων της, καθώς επίσης δεχόταν κοινωνικές επισκέψεις στο γραφείο σε ώρες εργασίας. Οι θέσεις αυτές όμως τέθηκαν κατά τρόπο γενικό και αόριστο στην ενάγουσα, χωρίς να μπορούν να αποδυναμώσουν την μαρτυρία της και να κλονίσουν την αξιοπιστία της.

 

Σύμφωνα με την θέση της υπεράσπισης η οποία τέθηκε κατά την αντεξέταση της ενάγουσας, η εναγόμενη τηρούσε βιβλίο αδειών, γεγονός το οποίο η ενάγουσα όπως είπε, δεν γνώριζε. Ως προς την απουσία της ενάγουσας με άδεια, τέθηκε η θέση ότι έλαβε περισσότερες άδειες από αυτές που δικαιούταν. Η ενάγουσα αρνήθηκε την θέση αυτή, λέγοντας ότι απουσίασε μόνο μία περίοδο με άδεια για ιατρικούς λόγους και κρίνεται ειλικρινής προς τούτο, εφόσον δεν τέθηκαν στην ενάγουσα συγκεκριμένες ημερομηνίες και περιστατικά κατά τα οποία απουσίαζε με άδεια την οποία δεν δικαιούταν.

 

Το ουσιαστικό συμβάν το οποίο όπως φαίνεται οδήγησε στην απόλυση της ενάγουσας, ήταν η απουσία της από το γραφείο στις 12.11.15, όπου μετέβηκε στο χωριό Κούκλια για συνάντηση με κληρονόμους μίας διαχείρισης την οποία χειριζόταν η εναγόμενη. Σύμφωνα με την ενάγουσα, μέλος της οικογένειας των κληρονόμων ήταν φίλοι με τον κο Μίλτο Γεωργιάδη, ο οποίος είχε πάρει την υπόθεση στο γραφείο. Η ίδια της δεν είχε άμεση συγγένεια με τους κληρονόμους, αλλά είναι ξαδέλφια του συζύγου της θυγατέρας της, τους οποίους όμως φαίνεται να θεωρεί συγγενείς της όπως καταγράφει στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12.11.15, μέρος του τεκμηρίου 4. Αποτέλεσε θέση της ενάγουσας ότι προηγουμένως είχε διευθετηθεί ραντεβού με τους κληρονόμους στο γραφείο της εναγόμενης, το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω του ότι μία εκ των κληρονόμων αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα και δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι, έτσι μετέβηκε η ίδια της για να τους συναντήσει με σκοπό να επιλυθούν κάποια ζητήματα της διαχείρισης. Ξεκίνησε από το σπίτι της ώρα 16:00, μετέβηκε στα Κούκλια και επέστρεψε στο γραφείο περί ώρα 18:30 μετά από το ραντεβού το οποίο διήρκησε ενάμιση ώρα.

 

Με την επιστροφή της στο γραφείο είχε δει στον υπολογιστή της το ηλεκτρονικό μήνυμα από την κα Γεωργιάδου, τεκμήριο 4, με το οποίο επισημαίνεται στην ενάγουσα να αποφεύγει τα ραντεβού εκτός γραφείου γιατί είναι χρονοβόρα, ειδικά για την εν λόγω διαχείριση για την οποία δεν έγινε χρέωση, ζητώντας της επίσης να γίνει χρέωση για το ποσό των €1.000 πλέον Φ.Π.Α., καθώς επίσης της είχε ζητηθεί για κάθε έξοδο από το γραφείο να ενημερώνεται ο κος και η κα Γεωργιάδου.

           

Η ενάγουσα απάντησε το ως άνω μήνυμα, λέγοντας ότι απουσίαζε γιατί η διαχείριση αφορούσε μια ιδιαίτερη περίπτωση, συγγενικών προσώπων, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να γίνει το ραντεβού στο γραφείο, καθώς επίσης ανέφερε ότι ήταν παράλειψη της που δεν τους είχε ενημερώσει.

           

Από τα δύο ως άνω μηνύματα τα οποία ανταλλαγήκαν μεταξύ της ενάγουσας και της κας Γεωργιάδου, προκύπτει κατ’ αρχάς ότι για την απουσία της στις 12.11.15, είχε γίνει μία απλή παρατήρηση στην ενάγουσα για να μην απουσιάζει χωρίς προηγούμενη άδεια και ενημέρωση αλλά και για να γίνει χρέωση για την διαχείριση. Η ενάγουσα αναγνώρισε την παράλειψη της να ενημερώσει τους διοικητικούς συμβούλους, χωρίς να παραγνωρίζω ότι όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, η κα Ηλία είχε ενημερωθεί για την απουσία της ενάγουσας και της είχε ζητηθεί να ενημερώσει. Αυτό το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω, είναι ότι η ενάγουσα δεν είχε πρόθεση για να ενεργήσει κακόπιστα ή αποκρύπτοντας από την εναγόμενη την συνάντηση της με τους κληρονόμους.

           

Ακολούθησε η αποστολή άλλου μηνύματος από την κα Γεωργιάδου με το οποίο και πάλι εκφράστηκε η δυσαρέσκεια της για την απουσία της ενάγουσας τονίζοντας ότι θα πρέπει να χρεώνονται οι υποθέσεις πριν αυτές ολοκληρώνονται. Η ενάγουσα είδε το μήνυμα αυτό στις 13.11.15 όταν είχε μεταβεί στο γραφείο και απαντώντας με δυσαρέσκεια προς το ως άνω μήνυμα έφυγε από το γραφείο.  Η ενάγουσα ενόψει των ως άνω εξελίξεων, κρίνεται ειλικρινής αναφέροντας ότι έφυγε από το γραφείο στις 13.11.15, νιώθοντας αδικημένη και θιγμένη με αποτέλεσμα να ήθελε χρόνο να σκεφτεί πως θα προχωρήσει αλλά θα επέστρεφε στο γραφείο, χωρίς να θέλει όπως είπε, να πετάξει 33 χρόνια στον κάλαθο των αχρήστων. Η ειλικρίνεια και πειστικότητα της προς τούτο, επιβεβαιώνεται επίσης και από το γεγονός ότι με το προηγούμενο της μήνυμα, ημερομηνίας 12.11.15, μέρος του τεκμηρίου 4, αναγνώρισε ότι ήταν παράλειψη της να ενημερώσει για το εξωτερικό της ραντεβού, όπως επίσης δεν φαίνεται να είχε αρνηθεί την χρέωση των πελατών.

 

            Είναι σημαντικό επίσης να τονιστεί ότι ενώ η υπεράσπιση έθεσε στην ενάγουσα ότι οι διαχειρίσεις δεν ενέπιπταν στα καθήκοντα της, ενώ επίσης αποτέλεσε θέση της ΜΥ ότι μόνο η ίδια της ασχολείτο με υποθέσεις διαχειρίσεων, προκύπτει από τα τεκμήρια 10 και 11, τα οποία κατέθεσε η ΜΥ, ότι σύμφωνα με την κατανομή της εργασίας στο γραφείο, η ενάγουσα είχε καθήκον μεταξύ άλλων, για την διεκπεραίωση διαχειρίσεων αποβιωσάντων που χειρίζεται ήδη. Όπως η ενάγουσα ανέφερε, την διαχείριση αυτή την χειριζόταν από το 2013 και συνεπώς επιβεβαιώνεται η θέση της ότι, εκ των καθηκόντων της, αποτελούσε και η διεκπεραίωση υποθέσεων διαχείρισης.  

 

            Στις 13.11.15, η ενάγουσα έλαβε την επιστολή τεκμήριο 3, από την εναγόμενη στην οποία καταγράφεται ότι παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις που είχαν δοθεί, η ενάγουσα εξακολουθεί να επιδεικνύει την ίδια διαγωγή και να μην ασκεί τα καθήκοντα της ικανοποιητικά. Η σοβαρή επαναλαμβανόμενη παράβαση και παραγνώριση από μέρους της των κανόνων εργασίας προκαλεί προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του γραφείου. Επιστέγασμα των πιο πάνω ήταν η απουσία της στις 12.11.15 χωρίς καλό λόγο μεταξύ των ωρών 15:00 – 18:00 και χωρίς να ενημερωθεί η διεύθυνση της εταιρείας. Όταν δε έγινε παρατήρηση απάντησε απαξιωτικά και έφυγε από το γραφείο. Ενόψει των πιο πάνω, η ενάγουσα τέθηκε σε διαθεσιμότητα και κλήθηκε σε συνάντηση στο γραφείο της εναγόμενης στις 20.11.15 για να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους προέβηκε στις πράξεις και παραπτώματα που τις αποδόθηκαν, απαγορεύοντας της πρόσβαση στον χώρο της εταιρείας.

 

            Όπως προκύπτει από το περιεχόμενου του ως άνω τεκμηρίου και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί, διαπιστώνω ότι χωρίς ποτέ προηγουμένως η εναγόμενη να εκφράσει έμπρακτα κάποιο παράπονο που να αφορούσε τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων από μέρους της ενάγουσας, το μόνο περιστατικό για το οποίο φαίνεται να υπήρξε αντίδραση από μέρους της, είναι αυτό το οποίο περιγράφηκε πιο πάνω και αφορούσε την απουσία της ενάγουσας από το γραφείο στις 12.11.15 για κάποιες ώρες. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι παρά την αναφορά στο ως άνω τεκμήριο 3, για επαναλαμβανόμενη σειρά παραπτωμάτων που αποδόθηκαν στην ενάγουσα, δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο η ενάγουσα δεν εκτέλεσε ορθά τα καθήκοντα της, όπως επίσης δεν αναφέρθηκε κατά πόσο είχε σε συγκεκριμένη ημερομηνία ή με ποιο τρόπο είχε παραβεί κάποιο από τους όρους εργασίας της. Όπως επίσης τέτοια περιστατικά πέραν αυτού της 12ης Νοεμβρίου, δεν τέθηκαν στην ενάγουσα κατά την αντεξέταση της.

 

Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η υπόθεση της διαχείρισης για την οποία η ενάγουσα μετέβηκε σε κατ’ οίκον συνάντηση στις 12.11.15, αφορούσε υπόθεση ενταγμένη στο γραφείο της εναγόμενης, χωρίς να έχει διαφανεί ότι η ενάγουσα προσωπικά χειριζόταν την υπόθεση για δικό της όφελος ή αποκρύπτοντας την από την εναγόμενη, ενώ μάλιστα σύμφωνα με το τεκμήριο 10 και 11, τα οποία κατέθεσε η ΜΥ, εκ των καθηκόντων της αποτελούσε και η διεκπεραίωση υποθέσεων διαχείρισης.

           

Το ζήτημα δηλαδή το οποίο προέκυψε, ήταν πρώτον ότι δεν ενημέρωσε για την απουσία της και δεύτερο ότι δεν υπήρξε χρέωση δικηγορικής αμοιβής. Η ενάγουσα υποστήριξε ότι πριν φύγει από το γραφείο το μεσημέρι στις 12.11.15 ενημέρωσε την κα Ηλία, υπάλληλο του γραφείου για την απουσία της, εφόσον ο κος Γεωργιάδης και η κα Γεωργιάδου απουσίαζαν από το γραφείο. Ως προς το τελευταίο θα πρέπει να πω ότι η θέση αυτή της ενάγουσας επιβεβαιώνεται και από την κα Γεωργιάδου, η οποία δεν αμφισβητεί ότι η κα Ηλία της είχε αναφέρει για την απουσία της ενάγουσας. Η ενάγουσα όμως φαίνεται να αναγνωρίζει ότι ήταν παράλειψη της που δεν ενημέρωσε τον κο Γεωργιάδη ή την κα Γεωργιάδου,  όπως καταγράφει στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12.11.15 με το οποίο η ενάγουσα απάντησε στην κα Γεωργιάδου.

 

            Το πως εξελίχτηκαν τα γεγονότα, δεν παρατηρείται ουσιαστική αμφισβήτηση μεταξύ των δύο πλευρών, δηλαδή η ανταλλαγή μηνυμάτων και η αποχώρηση της ενάγουσας από το γραφείο στις 13.11.15 μετά την παραλαβή του μηνύματος της ΜΥ, το οποίο η ενάγουσα εξέλαβε ως προσβλητικό. Το κατά πόσο δικαιολογημένα η εναγόμενη προχώρησε στην απόλυση της ενάγουσας για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή ημερομηνίας 23.11.15 τεκμήριο 5, αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο.

 

            Εις ότι αφορά όμως την αντίδραση της ενάγουσας, να αποχωρήσει από το γραφείο στις 13.11.15 μετά που έλαβε το δεύτερο μήνυμα από την κα Γεωργιάδου, αυτή κρίνεται αναμενόμενη και δικαιολογημένη, εφόσον η ενάγουσα λόγω της πολύχρονης προηγούμενης εργοδότησης της από τον κο Χρ. Γεωργιάδη αλλά και η προσφορά της, τόσο στο προηγούμενο γραφείο όσο και στην εναγόμενη, της έδιδε το δικαίωμα να αξιώνει σεβασμό και εκτίμηση από τους εργοδότες της, τον οποίο ένιωσε ότι δεν είχε λάβει. Συνεπώς, η απουσία της στις 13.11.15 από το γραφείο μετά που έλαβε το ηλεκτρονικό μήνυμα από την κα Γεωργιάδου, δεν μπορεί να εκληφθεί ότι σ’ εκείνη την ημερομηνία απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία της λόγω άρνησης άσκησης των καθηκόντων της. Αλλά η ανθρώπινη λειτουργία και φύση, μπορεί να εξηγήσει την αντίδραση της να φύγει μετά την λήψη του μηνύματος. Πέραν τούτου, η ενάγουσα δεν επέστρεψε στην εργασία της τις επόμενες ημέρες, λόγω του ότι αυτό της απαγορεύθηκε από την εναγόμενη.

 

            Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12 και 13.11.15, η κα Γεωργιάδου αναφέρθηκε σε μη χρέωση για την εν λόγω διαχείριση. Κατ’ αρχάς όπως φαίνεται και δεν αμφισβητήθηκε, η διαχείριση δεν καταχωρήθηκε από την ενάγουσα αλλά κατόπιν οδηγιών του κου Μίλτου Γεωργιάδη, από το προηγούμενο γραφείο. Εις ότι αφορά δε την χρέωση, η ενάγουσα δεν φαίνεται να είχε λάβει οδηγίες για χρέωση και δεν το έπραξε. Αν και αποτέλεσε θέση της κας Γεωργιάδου, η οποία δεν τέθηκε στην ενάγουσα κατά την αντεξέταση της, ότι μόνο η ίδια είχε τον έλεγχο όλων των διαχειρίσεων, ουδέποτε διεφάνηκε η κα Γεωργιάδου να είχε δώσει οδηγίες στην ενάγουσα για την διαχείριση αυτή, ούτε φαίνεται να είχαν δοθεί προηγουμένως οδηγίες για χρέωση αμοιβής και η ενάγουσα να παρέλειψε να συμμορφωθεί με τέτοιες οδηγίες. Άλλωστε επαναλαμβάνω, σύμφωνα με τα τεκμήρια 10 και 11 η ενάγουσα είχε και καθήκον διεκπεραίωσης υποθέσεων διαχείρισης. Οι  ως άνω διαπιστώσεις, αναδύουν περαιτέρω την ειλικρίνεια της ενάγουσας για τα όσα παρέθεσε με την μαρτυρία της, ως προς τα καθήκοντα της για τον χειρισμό των υποθέσεων διαχείρισης αλλά και της εμπιστοσύνης που η εναγόμενη έδειχνε στην ενάγουσα για την άσκηση των καθηκόντων της αυτών.

 

            Για τα όσα η ενάγουσα υποστήριξε σε σχέση με την παρουσία της στο γραφείο της εναγόμενης στις 20.11.15, σύμφωνα με τα πρακτικά τεκμήριο 14, φαίνεται ότι δόθηκε στην ενάγουσα η ευκαιρία για να εξηγήσει τα όσα έγιναν στις 12.11.15, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε. Αν και η ενάγουσα αμφισβήτησε την διαδικασία που ακολουθήθηκε στις 20.11.15, φαίνεται ότι η ίδια της σ’ εκείνη την συνάντηση ανέφερε ότι ουσιαστικά ανέμενε καλύτερη συμπεριφορά από τους εργοδότες της και είχε στεναχωρηθεί με την επιστολή που είχε λάβει, εκφράζοντας την προθυμία της να συμμορφωθεί με τους κανονισμούς της εναγόμενης. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι κατά την ως άνω συνάντηση δεν φαίνεται η ενάγουσα να είχε ερωτηθεί για οτιδήποτε άλλο πέραν της απουσίας της στις 12.11.15, διαπίστωση η οποία επιβεβαιώνει την ειλικρίνεια της ενάγουσας ως προς την θέση της ότι ουδέποτε προηγουμένως είχε δεχθεί παρατηρήσεις για το ωράριο ή την εκτέλεση των καθηκόντων της.

 

            Εις ότι αφορά τον τελευταίο μισθό της ενάγουσας τον οποίο λάμβανε πριν τον τερματισμό της απασχόλησης της, αν και η ίδια της αναφέρει ότι αυτός ανερχόταν σε €1693, σύμφωνα με το τεκμήριο 1, ο τελευταίος της πραγματικός μισθός ανερχόταν σε €1.625 μείον εισφορά στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων το ποσό των €130.

 

            Τέλος, εις ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας της ενάγουσας το οποίο σχετίζεται με τις προσπάθειες της για εξεύρεση εργασίας, παρατηρώ ότι η ενάγουσα για το ζήτημα αυτό δεν παρουσίασε ικανοποιητικά στοιχεία στο Δικαστήριο, πέραν της αναφοράς της ότι είχε εργοδοτηθεί μετά από δύο χρόνια, δεν φαίνεται για παράδειγμα να είχε ετοιμάσει κάποιο βιογραφικό σημείωμα ή να είχε αιτηθεί εργασία και οι προσπάθειες της να είχαν αποτύχει. Το κενό όμως αυτό στην μαρτυρία της, κρίνω ότι δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της, εφόσον η θέση της για το ζήτημα αυτό δεν γίνεται αποδεκτή λόγω αδυναμιών και όχι λόγω του ότι διαπιστώνεται προσπάθεια της ενάγουσας για να αποκρύψει γεγονότα ή την αλήθεια.

 

            Η ενάγουσα κρίνω ότι με απλό, σταθερό και ειλικρινή λόγο μετέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως είχαν εξελιχθεί. Παρά τις απομονωμένες αδυναμίες στην μαρτυρία της, ως καταγράφηκαν πιο πάνω, δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αντίφαση στα λεγόμενα της και η αξιοπιστία της δεν έχει πληγεί. Η ενάγουσα κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή, εκτός των σημείων που αναφερθήκαν πιο πάνω.  

 

            Στρεφόμενη τώρα στην μαρτυρία της ΜΥ, διαπιστώνω σ’ αυτήν κενά και αδυναμίες οι οποίες την καθιστούν γενική και αόριστη. Για παράδειγμα, ενώ η μάρτυρας περιέγραψε μία επαναλαμβανόμενη απρεπή συμπεριφορά της ενάγουσας και μη ορθή εκτέλεση των καθηκόντων της, ουδέποτε διεφάνηκε να της είχαν δοθεί γραπτές συστάσεις για βελτίωση της συμπεριφοράς της ή του τρόπου εκτέλεσης των καθηκόντων της.  Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι ο λόγος για τον οποίο η ενάγουσα είχε προσληφθεί στην εναγόμενη, σύμφωνα με την θέση της υπεράσπισης, ήταν η καλή της προϋπηρεσία, χωρίς η μάρτυρας να έχει αναφερθεί σε συγκεκριμένα περιστατικά που να σχετίζονται με τα όσα η μάρτυρας απέδωσε στην ενάγουσα. Άλλωστε, στο ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο η μάρτυρας απέστειλε στην ενάγουσα στις 12.11.15, καταγράφεται μόνο η δυσαρέσκεια της για την μη χρέωση της υπόθεσης διαχείρισης, η απουσία της ενάγουσας χωρίς προηγούμενη ενημέρωση αλλά και η συνάντηση με πελάτες εκτός γραφείου, χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο παράπονο.

 

            Η μάρτυρας επίσης ανέφερε στην γραπτή της δήλωση ότι μόνο η ίδια της είχε την ευθύνη για τις υποθέσεις διαχείρισης, αφήνοντας να νοηθεί ότι η περίπτωση για την οποία η ενάγουσα απουσίαζε στις 12.11.15 αφορούσε υπόθεση συγγενικών της προσώπων, χωρίς η ίδια της να γνωρίζει για την υπόθεση αυτή. Οι θέσεις όμως αυτές της μάρτυρος, καταρρίπτονται από το τεκμήριο 10 το οποίο κατέθεσε η μάρτυρας, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα είχε ως καθήκον την διεκπεραίωση υποθέσεων διαχείρισης. Αν όντως η μάρτυρας δεν γνώριζε για την υπόθεση αυτή, ενδεχομένως αυτό να οφειλόταν στον τρόπο ελέγχου των υποθέσεων που ασκούσε η εναγόμενη, αλλά δεν προκύπτει να αφορούσε μία υπόθεση την οποία η ενάγουσα χειριζόταν λόγω συγγένειας της με τους εμπλεκομένους. Εις ότι αφορά το γεγονός της απουσίας της ενάγουσας από το γραφείο στις 12.11.15 για να μεταβεί σε κατ’ οίκον συνάντηση με τους κληρονόμους που σχετίζονταν με την διαχείριση, φαίνεται ότι αυτό ήταν το μοναδικό γεγονός για το οποίο έγινε έντονη παρατήρηση στην ενάγουσα και το μοναδικό γεγονός το οποίο δυσαρέστησε την εναγόμενη. Προσθέτω όμως στο σημείο αυτό, ότι η διαχείριση της υπόθεσης ήταν εντός των καθηκόντων της ενάγουσας, ενώ για πρώτη φορά της είχαν δοθεί οδηγίες για να χρεωθεί η εν λόγω υπόθεση και δεν εξέφρασε απροθυμία να τηρήσει τις οδηγίες αυτές, παραδεχόμενη όμως ότι ήταν παράλειψη της που δεν ενημέρωσε την ΜΥ και τον κο Γεωργιάδη.

 

Παρατηρώ όμως, ότι στο ηλεκτρονικό της μήνυμα η ΜΥ, δεν άφησε να εννοηθεί ότι αυτό θα αποτελούσε τον λόγο για να τερματιστεί η σχέση εργοδότησης. Ουσιαστικά, σύμφωνα με το τεκμήριο 4 αλλά και την μαρτυρία της ΜΥ, αυτό που οδήγησε στην διαθεσιμότητα της ενάγουσας και την κλήση της σε συνάντηση στις 20.11.15, ήταν η αποχώρηση της από το γραφείο στις 13.11.15, η οποία έγινε μετά από την έντονη προσβολή που η ενάγουσα ένιωσε με το δεύτερο μήνυμα της ΜΥ, εφόσον με την προσέλευση της στο γραφείο στις 13.11.15 μετά την παραλαβή του πρώτου μηνύματος της ΜΥ, έδειξε με τον τρόπο αυτό ότι το θέμα είχε λήξει χωρίς να έχει πρόθεση να μην συμμορφωθεί με οποιαδήποτε υπόδειξη ή παρατήρηση των εργοδοτών της.

 

            Διαπιστώνω επίσης ότι η μάρτυρας με το ηλεκτρονικό της μήνυμα είχε ζητήσει από την ενάγουσα να γίνει χρέωση για την υπόθεση και να μην απουσιάζει ξανά χωρίς να ενημερώνει. Η ενάγουσα αποδέχτηκε τις παρατηρήσεις αυτές, ενώ στο επόμενο μήνυμα της μάρτυρος προς την ενάγουσα, έγινε και πάλι παρατήρηση για τον τρόπο χρέωσης, χωρίς και πάλι να γίνει αναφορά σε άλλο περιστατικό που να αφορούσε την συμπεριφορά ή τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της ενάγουσας.

 

            Τα πιο πάνω δεν μπορούν να υποστηρίξουν την μαρτυρία της ΜΥ ως προς τα όσα αποδίδει στην ενάγουσα. Αντιθέτως, αποκαλύπτουν ότι το μοναδικό γεγονός το οποίο οδήγησε στη ρήξη της σχέσης τους, ήταν η απουσία της στις 12.11.15. Η εν λόγω διαπίστωση, καταρρίπτει επίσης το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3, την επιστολή ημερομηνίας 13.11.15, με την οποία καταλογίζεται μία επαναλαμβανόμενη παράβαση καθηκόντων από πλευράς ενάγουσας, χωρίς επαναλαμβάνω να έχουν παρουσιαστεί τέτοια γεγονότα που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν την μαρτυρία της ΜΥ.

 

            Αποτέλεσε επίσης θέση της ΜΥ, ότι μετά από την συμπεριφορά της ενάγουσας γενικά κατά την άσκηση των καθηκόντων της, αλλά και λόγω της κακής συμπεριφοράς της προς άλλα μέλη του γραφείου, η εναγόμενη εξέδωσε την εγκύκλιο τεκμήριο 12. Η θέση όμως αυτή  της μάρτυρος και πάλι δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί εφόσον ουδέποτε προηγουμένως είχε σταλεί κάποια γραπτή παρατήρηση στην ενάγουσα. Λογικό και αναμενόμενο θα ήταν εάν η εναγόμενη είχε κάποιο παράπονο από την ενάγουσα, να ενημέρωνε την ίδια όπως και έπραξε στις 12.11.15 και όχι να εκδώσει εγκύκλιο που να αφορά ολόκληρο το προσωπικό.

 

            Εις ότι αφορά το ωράριο εργασίας, η μάρτυρας επέμενε ότι η ενάγουσα ουδέποτε τηρούσε το ωράριο εργασίας, πηγαίνοντας με καθυστέρηση στο γραφείο τόσο το πρωί όσο και το απόγευμα. Και πάλι για το ζήτημα όμως αυτό, η μάρτυρας δεν έπεισε το Δικαστήριο κατά συγκεκριμένο τρόπο ότι αυτό ευσταθεί. Κατ’ αρχάς, η μάρτυρας δεν αναφέρθηκε με λεπτομέρεια πως γνώριζε το γεγονός αυτό. Δηλαδή για παράδειγμα η ίδια της μετέβαινε στο γραφείο πριν την ενάγουσα και διαπίστωνε ότι δεν βρισκόταν εκεί ή για ποιο λόγο εάν έτσι είχαν τα πράγματα, η στάση αυτή της ενάγουσας να ήταν ανεκτή χωρίς να σταλεί προηγουμένως κάποια ειδοποίηση. Αναφορικά με το απογευματινό ωράριο, η ενάγουσα ανέφερε και έγινε αποδεκτό, ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους να πηγαίνει στο γραφείο η ώρα 16:00 και όχι 15:00. Από την άλλη η μάρτυρας αν και αποδέχτηκε ότι κάποιες φορές η ενάγουσα σχόλαζε πιο αργά, προσπάθησε να συνδέσει το γεγονός αυτό με την καθυστερημένη προσέλευση της ενάγουσας στο γραφείο, χωρίς όμως να παρατεθούν συγκεκριμένα στοιχεία προς τούτο.

 

            Είναι σημαντικό επίσης να λεχθεί ότι αν και η μάρτυρας με ειλικρίνεια και σεβασμό αναφέρθηκε στις γνώσεις και ικανότητες της ενάγουσας για την εκτέλεση των καθηκόντων της, προσπάθησε να περιγράψει την ενάγουσα ως άτομο το οποίο δεν δεχόταν παρατηρήσεις και γενικότερα ότι προκαλούσε ένταση στο γραφείο. Πέραν των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω για την έλλειψη συγκεκριμένων αναφορών της μάρτυρος για τέτοια περιστατικά, είναι σημαντικό να τονίσω ότι από την μαρτυρία της ΜΥ ελλείπουν επίσης πειστικά στοιχεία που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν την θέση της με την οποία υποστήριξε κατά την αντεξέταση της ότι οι λίγες ώρες που εργαζόταν η ενάγουσα, είχαν αντίκτυπο στην παραγωγή και εκτέλεση της εργασίας της, εφόσον για τα ουσιαστικά της καθήκοντα δεν έγινε συγκεκριμένη αναφορά για λανθασμένο τρόπο άσκησης των καθηκόντων της ή σε κάποια πράξη ή παράλειψη της, που να προκάλεσε ζημιά στην εναγόμενη. Η δε εμπιστοσύνη αλλά και ικανοποίηση που προφανώς υπήρξε για την ενάγουσα ως εργοδοτούμενη, προκύπτει και από το γεγονός ότι η εναγόμενη μόνο μετά όπου είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα η ενάγουσα εντόπισε στο γραφείο της φακέλους που αφορούσαν προσωπικά της αρχεία. Εάν συνεπώς υπήρχαν επαναλαμβανόμενα παράπονα ή να είχαν προηγηθεί τόσα πολλά περιστατικά που να άφηναν δυσαρεστημένη την εναγόμενη, τότε θα αναμενόταν να γίνει κάποιος έλεγχος από μέρους της πολύ ενωρίτερα για να διαπιστωθεί κατ’ αρχάς κατά πόσο η ενάγουσα, στον κατ’ ισχυρισμό μειωμένο χρόνο εργασίας της ολοκλήρωνε τις εργασίες που της αναθέτονταν. Αξίζει επίσης στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η μάρτυρας παρά τα όσα αποδίδει στην ενάγουσα, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ανατέθηκε κάποια εργασία στην ενάγουσα και αυτή να μην είχε διεκπεραιωθεί ή να διεκπεραιώθηκε με καθυστέρηση ή με λανθασμένο τρόπο. 

 

            Εις ότι αφορά επίσης την θέση της ότι η ενάγουσα δεν δεχόταν παρατηρήσεις, αυτή και πάλι δεν επιβεβαιώνεται από το σύνολο της μαρτυρίας, εφόσον η ενάγουσα λαμβάνοντας το ηλεκτρονικό μήνυμα της μάρτυρος, αμέσως φαίνεται να είχε αναγνωρίσει την παράλειψη της για ενημέρωση, παρουσιάζοντας την δική της εκδοχή υπερασπιζόμενη τις πράξεις της. Πέραν τούτου, ακόμα και στις 20.11.15, όταν παρουσιάστηκε για να δώσει εξηγήσεις για την απουσία της στις 12.11.15, δεν επιθυμούσε να αναφερθεί εκ νέου στα γεγονότα, αναφέροντας όμως, όπως καταγράφεται στο τεκμήριο 14, ότι δέχεται τους κανονισμούς της εναγόμενης εκφράζοντας όμως το παράπονο της για την συμπεριφορά την οποία εισέπραξε. Τα όσα καταγράφονται στα τεκμήρια 4 και 14, περισσότερο αποκαλύπτουν ότι η ενάγουσα ήταν δεκτική σε παρατηρήσεις αλλά και πρόθυμη να συμμορφώνεται με τους κανονισμούς λειτουργίας της εναγόμενης.

 

            Η μάρτυρας, δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα ήταν υπαίτια μίας επαναλαμβανόμενης απρεπούς συμπεριφοράς ή ότι της γίνονταν συχνά παρατηρήσεις για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Αντίθετα, τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν φανερώνουν ότι για το συμβάν της 12.11.15, για το οποίο έγινε παρατήρηση στην ενάγουσα, η τελευταία είχε προσβληθεί από την αντιμετώπιση που είχε δεχθεί, ενώ στις 20.11.15, χωρίς να προσπαθήσει εκ νέου να δικαιολογήσει την απουσία της στις 12.11.15 και 13.11.15, για τις οποίες κλήθηκε να εξηγήσει με την επιστολή ημερομηνίας 13.11.15, εξέφρασε τον σεβασμό της στους κανονισμούς της εναγόμενης και την πρόθεση της να συμμορφωθεί με αυτούς. Συνεπώς, η θέση της ΜΥ ότι δεν υπήρξε άλλη επιλογή από τον τερματισμό της εργοδότησης της ενάγουσας, υπό το φως των ως άνω διαπιστώσεων κρίνεται ως μία υπερβολική αντίδραση, σε μία αποδιδόμενη επαναλαμβανόμενη απρεπή συμπεριφορά της ενάγουσας η οποία παρέμεινε ατεκμηρίωτη ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

            Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία της ΜΥ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εκτός των όσων δεν αμφισβητούνται, εφόσον η μάρτυρας δεν έπεισε τεκμηριωμένα το Δικαστήριο για την βασιμότητα των όσων παρέθεσε. 

 

            Έχοντας προβεί στην ως άνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και λαμβάνοντας υπόψη την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή αλλά και αυτήν που δεν αμφισβητείται, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση:

 

Η ενάγουσα περί το έτος 1982 εργοδοτήθηκε από τον κο Χρήστο Γεωργιάδη ως δικηγορική υπάλληλος και τον Απρίλιο του 2008 εργοδοτήθηκε από την δικηγορική εταιρεία Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ μέχρι τον Ιούνιο του 2008. Η ενάγουσα περί τον Ιούλιο του 2008 εργοδοτήθηκε από την εταιρεία A. Zambirini Secretarial Services Ltd, την οποία ίδρυσε η ίδια ως μοναδικός μέτοχος και αξιωματούχος, προσφέροντας τις υπηρεσίες της στην εταιρεία Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ έναντι αμοιβής την οποία πληρωνόταν κατόπιν έκδοσης τιμολογίων. Τον Απρίλιο του 2011 η εναγόμενη προσλήφθηκε από την Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ. Με την ίδρυση της εναγόμενης εταιρείας η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη τον Σεπτέμβριο του 2013. Διοικητικοί σύμβουλοι της εναγόμενης ήταν και είναι τα παιδιά του κου Χρήστου Γεωργιάδη, οι οποίοι λόγω της καλής προϋπηρεσίας της ενάγουσας επέλεξαν να προσλάβουν την ενάγουσα με την δική της σύμφωνη γνώμη.

 

Η ενάγουσα ασκούσε τα καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί και αφορούσαν γραφειακή εργασία δικηγορικής υπαλλήλου εκ των οποίων και ο έλεγχος των υποθέσεων διαχείρισης. Το ωράριο εργασίας ήταν 08:00 – 13:00 και είχε συμφωνηθεί με την ενάγουσα ότι θα επέστρεφε στο γραφείο η ώρα 16:00 μέχρι η ώρα 19:00.

 

Στις 12.11.15, η ενάγουσα είχε διευθετήσει συνάντηση στο χωριό Κούκλια, με κληρονόμους που σχετίζονταν με διαχείριση την οποία χειριζόταν η εναγόμενη. Η συνάντηση αυτή ήταν αναγκαία λόγω του ότι μία εκ των κληρονόμων λόγω προβλημάτων δεν μπορούσε να μεταβεί στο γραφείο. Η ενάγουσα φεύγοντας το μεσημέρι από το γραφείο ζήτησε από την κα Ηλία η οποία εργαζόταν στο γραφείο να ενημερώσει τους διοικητικούς συμβούλους της εναγόμενης για το ραντεβού, η οποία της ανέφερε ότι θα έπρεπε να ενημερώσει η ίδια.

 

Η ενάγουσα επιστρέφοντας στο γραφείο μετά την συνάντηση, περί η ώρα 18:30, διαπίστωσε ότι είχε λάβει ηλεκτρονικό μήνυμα από την κα Γεωργιάδου με το οποίο της έγινε παρατήρηση για την μη χρέωση αμοιβής για την διαχείριση, την απουσία της χωρίς ενημέρωση και την εκτός γραφείου συνάντηση με πελάτες. Η ενάγουσα απάντησε στο εν λόγω μήνυμα δίδοντας εξηγήσεις για την απουσία της αναγνωρίζοντας ότι ήταν παράλειψη της που δεν είχε ενημερώσει τους διευθυντές της εναγόμενης και ακολούθησε απάντηση της κας Γεωργιάδου. Την επομένη το πρωί στις 13.11.15, η ενάγουσα απάντησε στο μήνυμα της κας Γεωργιάδου εκφράζοντας την δυσαρέσκεια της για την αντιμετώπιση που έτυχε και αναστατωμένη έφυγε από το γραφείο. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, έλαβε επιστολή από την εναγόμενη με την οποία κλήθηκε σε συνάντηση στο γραφείο στις 20.11.15 και της απαγορεύθηκε η είσοδος στο γραφείο μέχρι την ως άνω ημερομηνία.

 

Στις 20.11.15 η ενάγουσα μετέβηκε στην ως άνω συνάντηση όπου παρόντες ήταν ο κος και κα Γεωργιάδου και η κα Προκοπίου η οποία τηρούσε τα πρακτικά. Στην ως άνω συνάντηση η ενάγουσα εξέφρασε το παράπονο της για την συμπεριφορά που δεχόταν και ανέφερε ότι δεν έχει πρόβλημα με τους κανονισμούς του γραφείου. Ερωτηθείς εάν έχει να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την απουσία της από το γραφείο στις 12.11.15 και 13.11.15, δεν ανέφερε οτιδήποτε.

 

Η ενάγουσα έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 23.11.15 την οποία απέστειλε η εναγόμενη, με την οποία ενημερώθηκε ότι εξετάστηκαν οι εξηγήσεις που είχε δώσει για την απουσία της στις 12.11.15 και 13.11.15, οι οποίες κρίθηκαν μη ικανοποιητικές και επαρκείς, καταλήγοντας πως η συμπεριφορά και διάπραξη από μέρους της των αναφερόμενων παραπτωμάτων είναι τόσου σοβαρού βαθμού που καθιστούσαν αδύνατη την συνέχιση της μεταξύ τους σχέσης εργοδότησης προβαίνοντας στον άμεσο τερματισμό των καθηκόντων της χωρίς προειδοποίηση.

 

Η ενάγουσα πέραν του περιστατικού της 12.11.15 για το οποίο έλαβε γραπτή παρατήρηση ουδέποτε προηγουμένως έλαβε γραπτή ή άλλη παρατήρηση για το ωράριο ή για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της.

 

Τα καθήκοντα των υπαλλήλων της εναγόμενης καθορίστηκαν με τα τεκμήρια 10 και 11 και το πλαίσιο των κανονισμών εργασίας των υπαλλήλων καθορίστηκε με την εγκύκλιο τεκμήριο 12.

 

Η ενάγουσα στις 29.11.13 αποτάθηκε στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για πληρωμή πλεονασμού και η αίτηση της απορρίφθηκε λόγω του ότι η εργοδότηση της στην εναγόμενη κρίθηκε συνεχής με την υπηρεσία της στην εταιρεία Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ.

 

Ο τελευταίος μισθός της ενάγουσας το οποίο λάμβανε στην εναγόμενη ήταν το ποσό των €1.625, εκ του οποίου το ποσό των €130 αναλογούσε για κοινωνικές ασφαλίσεις, πλέον 13ο μισθό.  

           

Έχοντας καταλήξει στα ως άνω ευρήματα γεγονότων, θα προχωρήσω στην εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης.

           

Όπως αναφέρθηκε αρχικά, σύμφωνα με τη νομολογία, το δίκαιο επί του οποίου βασίζονται οι αξιώσεις της ενάγουσας είναι το δίκαιο των συμβάσεων.

           

Σύμφωνα με την υπόθεση ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ v. ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 429/2016, 1/7/2025, με αναφορά στην παλαιότερη απόφαση στην υπόθεση Στέλιος Στυλιανίδης v. British American Insurance Co. Ltd (1990) 1 Α.Α.Δ. 517, επαναλήφθηκε η αρχή σύμφωνα με την οποία η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για εξέταση αξιώσεων που αφορούν χρηματική αξίωση πολύ πέραν αυτής που θα μπορούσε να επιδικάσει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ο Νόμος που τυγχάνει εφαρμογής είναι ο περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149 και όχι ο περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμος, Ν. 24(Ι)/1967, σύμφωνα με τον οποίο κάθε απόλυση τεκμαίρεται ως αδικαιολόγητη (Άρθρο 6(1)), εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει, ότι έγινε για έναν από τους περιοριστικούς λόγους που αναφέρονται στο Άρθρο 5. Όπως επίσης λέχθηκε στην ως άνω απόφαση στην υπόθεση Ανδρέας Διονυσίου (βλ. ανωτέρω), το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για αδικαιολόγητη/παράνομη απόλυση το φέρει, στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα, δυνάμει του γενικού κανόνα του Κοινοδικαίου που ισχύει στις αστικές υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου.

 

            Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ανδρέας Διονυσίου (βλ. ανωτέρω), κρίνεται σχετικό και παρατίθεται αυτούσιο:

 

«Είναι, επομένως, σαφές ότι στην Κύπρο υφίστανται δύο συστήματα νομικής προστασίας για τον εργοδοτούμενο και ιδιαίτερα του δικαιώματος του να μην απολυθεί παράνομα ή, σε περίπτωση παράνομης απόλυσης του, να αποζημιωθεί από το Δικαστήριο με δύο διαφορετικά Δικαστήρια να τα εφαρμόζουν. Με τη θέσπιση του εξειδικευμένου Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ο νομοθέτης δεν κατάργησε το Κοινοδίκαιο το οποίο παρέμεινε στη δικαιοδοσία των συνήθων Δικαστηρίων, δηλαδή των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Ως αποτέλεσμα, σε ό,τι αφορά το ουσιαστικό δίκαιο παρέμειναν σε ισχύ τόσο οι εξειδικευμένες πρόνοιες του Νόμου όσο και το Κοινοδίκαιο. Επιπλέον στο πλαίσιο των δύο συστημάτων δικαίου, πέραν του ουσιαστικού δικαίου και του δικαστικού forum, διαφορετικές είναι και οι θεραπείες που αποδίδονται από το κάθε Δικαστήριο[1]. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις, στο Κοινοδίκαιο επιδικάζονται αποζημιώσεις με βάση τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, σύμφωνα με τη νομολογία των Δικαστηρίων. Αντίθετα, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει ευχέρεια να επιδικάσει αποζημιώσεις μόνο στο πλαίσιο και εντός των παραμέτρων του Νόμου και με βάση τα κριτήρια του, χωρίς αναφορά στο Κοινοδίκαιο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνη Ηλία (1992) 1 Α.Α.Δ. 98:

«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Νόμου 24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το Κεφ. 149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη στη διάρρηξη της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Νόμος 92/79) ..»

Με δεδομένο, ως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η επιλογή εκδίκασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο έγινε από τον ίδιο τον Εφεσείοντα με την προβολή χρηματικής αξίωσης πολύ πέραν αυτής που θα μπορούσε να επιδικάσει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ο Νόμος που τύγχανε εφαρμογής ήταν ο περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149 και όχι ο περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμος, Ν. 24/1967, σύμφωνα με τον οποίο κάθε απόλυση τεκμαίρεται ως αδικαιολόγητη (Άρθρο 6(1)), εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει, ότι έγινε για έναν από τους περιοριστικούς λόγους που αναφέρονται στο Άρθρο 5, μεταξύ των οποίων είναι και ο πλεονασμός.

Συνεπώς, στην υπό συζήτηση περίπτωση ορθή ήταν η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για αδικαιολόγητη/παράνομη απόλυση το έφερε ο ίδιος ο Εφεσείων, δυνάμει του γενικού κανόνα του Κοινοδικαίου που ισχύει στις αστικές υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου.»

           

Συνεπώς, η ενάγουσα στην προκειμένη περίπτωση φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η απόλυση της ήταν αδικαιολόγητη/παράνομη συμφώνως των προνοιών του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149, σε συνάρτηση πάντοτε με τους όρους της σύμβασης εργοδότησης.

 

            Όπως αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου, η εργοδότηση της ενάγουσας ήταν συνεχής με την υπηρεσία της στην εταιρεία Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ. Με την διαφορά όμως ότι η συνεχής εργοδότηση ξεκινά από τον Απρίλιο του 2011 όπου προσλήφθηκε από την εν λόγω εταιρεία, μετά όπου για δύο έτη εργοδοτείτο από την εταιρεία την οποία η ίδια της ίδρυσε και παρείχε τις υπηρεσίες της έναντι τιμολογίων και υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς, χωρίς να έχει διαφανεί για το διάστημα εκείνο να υφίσταται συμβατική σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου.

 

            Η εργοδότηση της ενάγουσας τόσο στην Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ, όσο και στην εναγόμενη δεν φαίνεται να ήταν καθορισμένης διάρκειας, ούτε υπήρξε μεταξύ τους γραπτή σύμβαση, όπως επίσης δεν είχε καθοριστεί ή συμφωνηθεί ότι η εργοδότηση της ενάγουσας θα εξακολουθούσε να ισχύει μέχρι την συντάξιμη ηλικία της ενάγουσας. Συνεπώς η σύμβαση εργοδότησης μεταξύ των μερών ήταν ακαθόριστης χρονικής διάρκειας υποκείμενη σε τερματισμό μετά από λογική προειδοποίηση, σύμφωνα με εξυπακουόμενο όρο αυτής, εφόσον δεν προσδιοριζόταν η διάρκεια της. Σχετικά είναι τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Στυλιανίδης (βλ. ανωτέρω).

 

            Η σύμβαση εργοδότησης φαίνεται να εκτελείτο με όρους τους οποίους οι δύο πλευρές είχαν συμφωνήσει και αποδεχτεί είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα ως θέμα πρακτικής, κυρίως ως προς τα καθήκοντα της ενάγουσας η οποία είχε ενεργό ρόλο στην έκδοση τιμολογίων, χρέωση πελατών, συναντήσεις με πελάτες καθώς και στις διαδικασίες που αφορούσαν υποθέσεις διαχειρίσεων. Τα δε καθήκοντα της ενάγουσας καταγράφηκαν μετά την πρόσληψη της στα τεκμήρια 10 και 11. Η σύμβαση εργοδότησης, εκτελείτο επίσης επί τη βάση ωραρίου το οποίο η ενάγουσα όφειλε να τηρεί, ως αυτό καταγράφεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου και στο τεκμήριο 12, με την διαφοροποίηση ότι η ενάγουσα θα επέστρεφε το απόγευμα η ώρα 16:00.   

 

            Η ενάγουσα πέραν του περιστατικού ημερομηνίας 12.11.15, ήτοι όταν επισκέφθηκε κληρονόμους πελάτες της εναγόμενης εκτός γραφείου το απόγευμα, δεν φαίνεται να είχε ποτέ προηγουμένως με την συμπεριφορά της να έδωσε έναυσμα ή αφορμή στην εναγόμενη για να αμφισβητήσουν την καταλληλότητα της ως εργοδοτούμενη. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, παρά τις αναφορές για επαναλαμβανόμενη μη τήρηση του ωραρίου ή του βιβλίου αδειών, ουδέποτε έγινε στην ενάγουσα κάποια παρατήρηση. Αντιθέτως, η μόνη φορά όπου γραπτώς η ενάγουσα ενημερώνεται ότι δεν τηρήθηκε το ωράριο ήταν η 12.11.15, ενώ η απουσία της αφορούσε εργασία της εναγόμενης και αυτό δεν τέθηκε υπό ουσιαστική αμφισβήτηση παρά τις υπόνοιες που αφέθηκαν ότι επρόκειτο για προσωπικό χειρισμό της υπόθεσης συγγενικών προσώπων της ενάγουσας. Άλλωστε, σύμφωνα με το ηλεκτρονικό μήνυμα της κας Γεωργιάδου της ίδιας ημέρας, αυτό που τονίζεται είναι η ανάγκη για να γίνει χρέωση για την συγκεκριμένη υπόθεση και να ενημερώνεται η ίδια και ο κος Γεωργιάδης για την απουσία της. Η ενάγουσα δε, παραδέχτηκε ότι ήταν παράλειψη της που δεν ενημέρωσε τους ίδιους για την απουσία της, η οποία για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω αλλά και για τα όσα αναφερθήκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της κρίνω ότι η απουσία της κατά την ως άνω ημερομηνία δεν παραβίαζε κάποιο όρο της σύμβασης ή την εγκύκλιο αρ. 1 σε σχέση με το ωράριο, εφόσον η απουσία της επαναλαμβάνω αφορούσε εργασία της εναγόμενης.

 

            Η ενάγουσα στις 13.11.15, επέστρεψε στο γραφείο και λόγω της αναστάτωσης που της είχε προκληθεί από το μήνυμα το οποίο εξέλαβε ως προσβλητικό, έφυγε από την εργασία της. Η απουσία όμως της ενάγουσας από την εργασία της στις 13.11.15, δεν μπορεί να απομονωθεί από το όλο περιστατικό της 12.11.15, εφόσον δεν επρόκειτο για μία ετσιθελική απουσία της από το γραφείο που σκοπό είχε να παραβιάσει τους όρους εργασίας της, αλλά αποτέλεσε μία αντίδραση στα όσα είχαν προηγηθεί για να μπορέσει να σκεφτεί την συνέχεια της εργοδότησης της. Δεν θα μπορούσε συνεπώς η απουσία της από το γραφείο στις 13.11.15 να αποτελέσει ένα ξεχωριστό και ανεξάρτητο γεγονός που θα καταδείκνυε συνεχή απουσία της ενάγουσας από την εργασία της.

 

            Το ουσιαστικό γεγονός το οποίο οδήγησε στον τερματισμό της σύμβασης εργοδότησης ήταν η απουσία της ενάγουσας από την εργασία της στις 12.11.15, η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου ενέπιπτε στα καθήκοντα της η συνάντηση με τους πελάτες, αλλά η ενάγουσα όπως και η ίδια της παραδέχτηκε θα έπρεπε να ενημερώσει η ίδια της τους διοικητικούς συμβούλους γι’ αυτήν την εκτός γραφείου συνάντηση.

 

            Έχοντας όμως υπόψη ότι η απουσία της αφορούσε εργασία της εναγόμενης, όπου στα καθήκοντα της ενέπιπτε ο χειρισμός υποθέσεων διαχείρισης, χωρίς να διαπιστώνεται ότι για την υπόθεση αυτή να είχαν δοθεί άλλες οδηγίες προηγουμένως από την εναγόμενη με τις οποίες η ενάγουσα να μην είχε  συμμορφωθεί, ενώ το όλο περιστατικό όπως εξελίχθηκε φαίνεται να περιορίστηκε στην παράλειψη της ενάγουσας να ενημερώσει τους διοικητικούς συμβούλους της εναγόμενης προσωπικά για την απουσία της και να χρεώσει τους πελάτες με δικηγορική αμοιβή, χωρίς η ενάγουσα να αρνηθεί να το πράξει, ενώ το περιστατικό αυτό φαίνεται από την αποδεκτή μαρτυρία να ήταν μεμονωμένο, κρίνω ότι η παράλειψη της αυτή ήταν ήσσονος σημασίας σε σχέση με την ορθή, όπως διεφάνηκε, εκτέλεση των καθηκόντων της για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την ίδια την εναγόμενη, αφού αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο προσλήφθηκε από αυτήν μετά τον διαχωρισμό των δύο δικηγορικών γραφείων που οδήγησε στην δημιουργία και λειτουργία της εναγόμενης.

 

            Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η ενάγουσα στην συνάντηση που έγινε στις 20.11.15, αποδέχθηκε την τήρηση των κανονισμών της εναγόμενης, όπως φαίνεται στο πρακτικό τεκμήριο 14, χωρίς να προσπαθήσει να πείσει για το αντίθετο ή να προτάξει δικαιολογίες για το περιστατικό που είχε προηγηθεί.

 

            Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι σύμφωνα με την υπόθεση Στυλιανίδης v. British American Insurance Co (βλ. ανωτέρω), η σύμβαση εργοδότησης υπαλλήλου ακαθόριστης χρονικής διάρκειας υπόκειται σε εξυπακουόμενο όρο για εκατέρωθεν ευχέρεια των μερών να τερματίσουν τη σύμβαση κατόπιν λογικής προειδοποίησης. Τι συνιστά λογική προειδοποίηση εξαρτάται από τη φύση της εργασίας, τη ζήτηση υπηρεσιών ανάλογων με εκείνες που μπορεί να προσφέρει ο εργοδοτούμενος στην ελεύθερη αγορά και τη διάρκεια εργοδότησης.

 

            Συνεπώς, επί τη βάση της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου, είναι δεδομένο ότι η εναγόμενη στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να τερματίσει την συμφωνία μόνο κατόπιν λογικής προειδοποίησης, την οποία δεν είχε δώσει στην ενάγουσα.

 

            Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο άμεσος τερματισμός της σύμβασης εργοδότησης με την επιστολή της εναγόμενης ημερομηνίας 23.11.15, τεκμήριο 5, χωρίς προειδοποίηση, ως εξυπακούεται από την σύμβαση, αποτέλεσε αυστηρό και αδικαιολόγητο μέτρο υπό τις περιστάσεις και κρίνω ότι η ενάγουσα απέδειξε ότι η απόλυση της χωρίς προειδοποίηση ήταν αδικαιολόγητη.           

 

            Η ενάγουσα έχοντας αποδείξει την αδικαιολόγητη απόλυση της χωρίς προειδοποίηση, θα πρέπει να αποδείξει στην συνέχεια ότι δικαιούται τις αξιούμενες θεραπείες.

 

            Σύμφωνα με την υπόθεση Ανδρέας Διονυσίου (βλ. ανωτέρω), το εύρος της χρονικής προειδοποίησης κυμαίνεται μεταξύ ενός και δώδεκα μηνών, όπου συγκεκριμένα έχει λεχθεί:

 

«Η νομολογία των αγγλικών Δικαστηρίων αναφορικά με το χρόνο της προειδοποίησης αποκαλύπτει ότι η προειδοποίηση κυμαίνεται μεταξύ ενός και δώδεκα μηνών, ανάλογα με τη φύση του επαγγέλματος. Εξυπακουόμενος όρος για προειδοποίηση δώδεκα μηνών, με βάση την αγγλική νομολογία, αναγνωρίζεται σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις κυρίως για διευθυντικές θέσεις.»

 

   Σχετικά επίσης είναι τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση Στυλιανίδης (βλ. ανωτέρω), ως ακολούθως:

 

«Τι συνιστά λογική προειδοποίηση εξαρτάται από τη φύση της εργασίας, τη ζήτηση των υπηρεσιών ανάλογες με εκείνες που μπορεί να προσφέρει (ο εργοδοτούμενος) στην ελεύθερη αγορά, καθώς και τη διάρκεια της εργοδότησής του. Βοηθητική στον καθορισμό της χρονικής διάρκειας της προειδοποίησης είναι και η απόφαση Dobie v. Burns International [1984] 3 All E.R. 333. Παρόλο που η υπόθεση αποφασίστηκε σε σχέση με άδικη απόλυση (unfair dismissal) βάσει των διατάξεων του άρθρου 57 του αγγλικού νόμου Employment Consolidation Act 1978, στο βαθμό και έκταση που ρίχνει φως στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της διάρκειας της προειδοποίησης, άπτεται του επίδικου θέματος. Όλοι οι παράγοντες που έχουν ενωρίτερα μνημονευθεί είναι άμεσα καθοδηγητικοί ως προς τον καθορισμό του χρόνου της προειδοποίησης. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν τέθηκε μαρτυρία η οποία να διαφωτίζει ειδικά οποιοδήποτε από τα θέματα που σχετίζονται με τη χρονική διάρκεια της προειδοποίησης που θα ήταν εύλογο ενόψει της σύμβασης εργοδότησης του εφεσείοντα να ληφθούν υπόψη. Αφέθηκε το θέμα να αποφασισθεί με βάση τις φυσιολογικές συνέπειες της συγκεκριμένης σύμβασης στο πλαίσιο εργοδότησης του αιτητή ως προς τη χρονική διάρκεια της προειδοποίησης για τερματισμό της απασχόλησής του.

Η νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων αναφορικά με το χρόνο της προειδοποίησης που συνοψίζεται στα συγγράμματα Chitty on Contracts και Halsbury's Laws of England, (ανωτέρω), τείνει να καταδείξει ότι η προειδοποίηση κυμαίνεται μεταξύ ενός και δώδεκα μηνών ανάλογα με τη φύση του επαγγέλματος. Εξυπακουόμενος όρος για προειδοποίηση δώδεκα μηνών, όπως προκύπτει από τις αγγλικές αποφάσεις, διαπιστώνεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις κυρίως για διευθυντικές θέσεις.»

         

 Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, το μέτρο της αποζημίωσης καθορίζεται αναλόγως του χρόνου προειδοποίησης που θα έπρεπε να δοθεί από τον εργοδότη για τον τερματισμό της σύμβασης. Για τον καθορισμό αυτής, λαμβάνω υπόψη μου ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της συνεχόμενα από το 2011 ασκώντας τα ίδια καθήκοντα αρχικά στην Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης ΔΕΠΕ και στην συνέχεια από το 2013 στην εναγόμενη. Θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι παρά του ότι απασχόλησε έντονα κατά την δίκη κατά πόσο η εργοδότηση της ενάγουσας ήταν συνεχής από το 1982, το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί ουσιώδη ζήτημα στην υπόθεση, εφόσον το μέτρο των αποζημιώσεων σύμφωνα με την νομολογία καθορίζεται αναλόγως της διάρκειας της προειδοποίησης που θα έπρεπε να δοθεί στον εργοδοτούμενο, η οποία δεν μπορεί να ξεπερνά τους δώδεκα μήνες. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι το 2013 η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη λόγω της καλής της προϋπηρεσίας ενώ φαίνεται να υπήρξε μία σταθερή σχέση εμπιστοσύνης και καλής συνεργασίας, αλλά και την ηλικία της όπου κατά την απόλυση της ήταν ηλικίας 55 ετών, ενώ ουδέποτε είχε εργαστεί σε άλλη εργασία και ουδέποτε άσκησε άλλα καθήκοντα. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι η ενάγουσα εργάστηκε σε άλλο εργοδότη δύο χρόνια μετά την απόλυση της, ενώ δεν αναφέρθηκε με επάρκεια σε οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια της για να εξεύρει εργασία, με σκοπό να μειώσει την ισχυριζόμενη ζημιά την οποία υπέστηκε.

 

Υπό τις ως άνω περιστάσεις και χωρίς να διακρίνω οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις, που θα δικαιολογούσαν την επιβολή εξυπακουόμενου όρου για προειδοποίηση δώδεκα μηνών, κρίνω ότι η προειδοποίηση δέκα μηνών συνιστά την λογική περίοδο προειδοποίησης και κατ' επέκταση, καθορίζεται ως δίκαιη αποζημίωση, ποσό ίσον με τους μισθούς δέκα  μηνών. Προσθέτω επίσης στο σημείο αυτό, ότι αν και η ενάγουσα φαίνεται να αξιώνει αποζημιώσεις μέχρι και την συντάξιμη της ηλικία, κάτι τέτοιο δεν αποτελούσε όρο της σύμβασης εργοδότησης. Πέραν τούτου, η προσδοκία της ενάγουσας για τη συνέχιση της εργοδότησης μέχρι του ορίου αναγκαστικής αφυπηρέτησης, δεν μπορεί να εξισωθεί με υποχρέωση για την εργοδότηση της μέχρι την ηλικία εκείνη (βλ. Στυλιανίδης ανωτέρω).

 

Ο τελευταίος μισθός της ενάγουσας στην εναγόμενη ήταν €1.625 ακαθάριστα σύμφωνα με το τεκμήριο 1. Το ποσό των εισφορών στις κοινωνικές ασφαλίσεις ανέρχονταν σε €130, δηλαδή ο καθαρός μηνιαίος μισθός  ανερχόταν σε €1.495. Συνεπώς, σύμφωνα με το μέτρο αποζημίωσης το οποίο καθορίζεται η αποζημίωση για αδικαιολόγητη απόλυση, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση ίση με μισθούς δέκα μηνών, η ενάγουσα δικαιούται ως αποζημίωση το ποσό των €14.950. 

 

   Ενόψει όλων των πιο πάνω και έχοντας καθορίσει το προβλεπόμενο μέτρο αποζημίωσης σύμφωνα με τη νομολογία αλλά και το ύψος αυτής ως έχει καθοριστεί από το Δικαστήριο, η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι δικαιούται την απόδοση οποιασδήποτε άλλης αξιούμενης θεραπείας. Εις ότι αφορά τον τόκο, η ενάγουσα αξιώνει νόμιμο τόκο, τον οποίο δικαιούται από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι εξόφλησης.

 

Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €14.950 πλέον τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από 23.3.16 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού.

 

 

 

                                                                        ………………………………

                                                                        Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο