Ανδρούλλα Θουκυδίδου Μωυσή ν. EUROBANK LIMITED, Αίτηση/Έφεση: 273/25, 27/11/2025
print
Τίτλος:
Ανδρούλλα Θουκυδίδου Μωυσή ν. EUROBANK LIMITED, Αίτηση/Έφεση: 273/25, 27/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

                                                                                      Αίτηση/Έφεση: 273/25

 

Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους.

 

Μεταξύ:

Ανδρούλλα Θουκυδίδου Μωυσή, εκ Πάφου

Εφεσείουσα / Αιτήτρια

 

και

 

                                    EUROBANK LIMITED, εκ Λευκωσίας

Εφεσίβλητη / Καθ’ ης η αίτηση

 

Ημερομηνία:  27 Νοεμβρίου, 2024.

 

Εμφανίσεις:

Για Εφεσείουσα / Αιτήτρια: κος Ν. Νεοφύτου  

Για Εφεσίβλητη / Καθ’ ης η αίτηση: Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ

                                 

 Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

            Με την υπό κρίση Έφεση, η εφεσείουσα αιτείται την ακύρωση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ ημερομηνίας 10.9.25 και την ακύρωση του πλειστηριασμού ο οποίος είναι ορισμένος στις 28.11.25 και ώρα 10:00, αναφορικά με την Υποθήκη Υ1680/2015.

 

Η Έφεση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9(Ι)/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στο Μέρος VIA το οποίο διέπει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή.

 

Η έφεση, ως έχουν περιοριστεί οι λόγοι έφεσης με την αγόρευση της αιτήτριας, εδράζεται στο ότι οι ειδοποιήσεις τύπος Ι και ΙΑ δεν έχουν δεόντως επιδοθεί στην εφεσείουσα (Λόγοι Έφεσης 1, 3, 5), η ειδοποίηση τύπος ΙΑ είναι άκυρη διότι το περιεχόμενο της είναι λανθασμένο καθ’ ότι δεν καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του ποσού των τόκων και εξόδων (Λόγος Έφεσης 8) και η ειδοποίηση τύπος ΙΑ είναι άκυρη καθ’ ότι η διαδικασία δεν ξεκίνησε νομότυπα εφόσον οι πρώτες στην σειρά ειδοποιήσεις τύπου Ι είναι άκυρες ως προς τον τύπο και περιεχόμενο τους (Λόγος Έφεσης 9).

 

Η έφεση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας, στην οποία αναφέρει ότι ο σύζυγος της και η ίδια έλαβαν δάνειο από την Συνεργατική, με εξασφάλιση την παραχώρηση της υποθήκης και την προσωπική εγγύηση της θυγατέρας τους, Ιωάννας Αντωνίου. Μετά από χρόνια προσπαθειών με την καθ’ ης η αίτηση, παρέλαβε από ιδιώτη επιδότη στις 8.10.25, τις ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ για την ίδια και τον σύζυγο της (τεκμήριο 2), χωρίς να γίνει προσπάθεια δέουσας επίδοσης στην ίδια ή στον σύζυγο της, της ειδοποίησης τύπος Ι. Ούτε και η εγγυήτρια παρέλαβε ποτέ κάποια επιστολή και δεν θυμάται η ίδια της ή ο σύζυγος της, να έχουν λάβει μέσω επιδότη την ειδοποίηση τύπος Ι και είναι σίγουρη ότι ποτέ δεν παρέλαβαν ειδοποίηση για παραλαβή συστημένου ταχυδρομείου. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν έλαβαν αναλυτική κατάσταση λογαριασμού με την ειδοποίηση τύπος Ι και το περιεχόμενο και τύπος της ειδοποίησης τύπος ΙΑ είναι λανθασμένος καθώς δεν έχει μαθηματικούς υπολογισμούς και δεν μπορούν να γνωρίζουν το ακριβές ποσό που πρέπει να καταβληθεί στην καθ’ ης η αίτηση. 

 

Από πλευράς εφεσίβλητης, καταχωρήθηκε ένσταση με την οποία προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας είναι αναληθείς και παραπλανητικοί, η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αστήρικτη, η διαδικασία ξεκίνησε και συνεχίζει νομότυπα και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, οι προβλεπόμενες ειδοποιήσεις σταλήκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και η αίτηση δεν μπορεί να προωθείται στην απουσία ως διαδίκων των άλλων ενδιαφερόμενων μερών.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κου Η. Λοΐζου, με την οποία υποστηρίζει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης και στην οποία αναφέρεται στο ιστορικό συνεργασίας της εφεσείουσας με τον ενυπόθηκο δανειστή αλλά και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε αναφορικά με τον επίδικο πλειστηριασμό και την αποστολή των προβλεπόμενων ειδοποιήσεων.

 

Οι συνήγοροι των διαδίκων, κατά την ακρόαση της αίτησης, υποστήριξαν τις θέσεις έκαστης πλευράς με τις γραπτές τους αγορεύσεις, οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη χωρίς να κρίνεται αναγκαία η επανάληψη του περιεχομένου τους. Έλαβα επίσης υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερες πλευρές, στην οποία θα γίνεται αναφορά πιο κάτω όπου κριθεί αναγκαίο.

 

Η καθ’ ης η αίτηση, επέλεξε να προωθήσει την διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9(Ι)/1965, ως αυτή έχει εισαχθεί με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014 και τις τροποποιήσεις που έχουν ακολουθήσει, ως πιο κάτω προβλέπεται από το άρθρο 44Γ:

 

«44Γ.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του  παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του απαιτούμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του απαιτούμενου ποσού:

 

Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του απαιτούμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους:

 

Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος:

 

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η έγγραφη ειδοποίηση από αδειοδοτημένο ίδρυμα κατά τον Τύπο «I» του Δεύτερου Παραρτήματος, αποστέλλεται μόνο μετά την παρέλευση τουλάχιστον τριάντα (30) ημερών από την αποστολή της ειδοποίησης που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος.

 

(2) Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με   πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των σαράντα πέντε (45) ηµερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.

…»                                                                                       

 

Όλα τα πιο πάνω, ακολουθούν τα όσα προβλέπονται από το άρθρο 44Β το οποίο προβλέπει ότι σε περίπτωση υπερημερίας, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται που έχει αναφερθεί πιο πάνω, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.

 

Με την παραλαβή της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, ο ενυπόθηκος οφειλέτης και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος, δύναται, δυνάμει του άρθρου 44Γ(3), εντός σαράντα (45) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της πώλησης, για συγκεκριμένους και περιοριστικούς λόγους ως αυτοί περιλαμβάνονται στο άρθρο 44Γ, ως έχει τροποποιηθεί και είναι οι ακόλουθοι, οι οποίοι είναι αυτοτελείς, χωρίς να απαιτείται η συνύπαρξή τους:

 

«(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙

(β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙

(γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙

(δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙

(ε)  ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι επιλέξιμος οφειλέτης και το αδειοδοτημένο ίδρυμα, παρά το ότι είχε υποχρέωση δυνάμει του περί της Σύστασης και Λειτουργίας Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, δεν έχει προσέλθει σε διαμεσολάβηση δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του εν λόγω Νόμου.

(στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙

(ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται  στο σχέδιο “ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων”  ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση.

(η)(i) η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, σε σχέση με το οποίο, έχει εγκριθεί αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο. ή

(ii) η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, σε σχέση με το οποίο, έχει υποβληθεί και εκκρεμεί αίτηση ή ένσταση για ένταξη στο Σχέδιο, αναφορικά με την οποία-

(αα) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο ή οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.2.2 του Σχεδίου. ή

 

(ββ) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.5 του Σχεδίου:

 

Νοείται ότι, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, ο όρος “Σχέδιο” σημαίνει το σχέδιο “Ενοίκιο Έναντι Δόσης”, το οποίο εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμόν 95.054 Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 12 Ιουλίου 2023, ως αυτό εκάστοτε τροποποιείται.»

 

Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι εξέτασα τον λόγο ένστασης, με τον οποίο η καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζει ότι η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι δεν κλήθηκαν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Ο ως άνω λόγος ένστασης δεν μπορεί να πετύχει, εφόσον σύμφωνα με το Νόμο, άρθρο 44Γ η καθ’ ης η αίτηση ως ενυπόθηκος δανειστής έχει την υποχρέωση να επιδώσει τις ειδοποιήσεις σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Σκοπός του Νόμου είναι να λάβουν γνώση τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα για τη διαδικασία του πλειστηριασμού, παρέχοντας δικαίωμα σε αυτούς εάν επιθυμούν να προσβάλουν τη διαδικασία. Ο Νόμος όμως δεν προσδίδει υποχρέωση στον ενυπόθηκο οφειλέτη που προσβάλει τη διαδικασία να συνενώσει τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, εφόσον αυτά δεν εξέφρασαν τέτοια πρόθεση.

 

 

Η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν επιδόθηκε δεόντως και σύμφωνα με το Νόμο η ειδοποίηση τύπος Ι. Σύμφωνα με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε η εφεσίβλητη και παραπέμπω στα τεκμήρια Β και Γ, φαίνεται ότι η εφεσίβλητη παρέδωσε στο ταχυδρομείο την ειδοποίηση τύπου Ι ημερομηνίας 29.11.24 με κατάσταση λογαριασμού και την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.4.24, για να σταλούν με συστημένο ταχυδρομείο στην εφεσείουσα, στον σύζυγο της και στην εγγυήτρια αλλά και στην ΚΕΔΙΠΕΣ, στις 10.12.24. Με βάση την πορεία της ταχυδρόμησης ως φαίνεται στο τεκμήριο Β, υπάρχει καταγραφή στο ιστορικό μετακίνησης της επιστολής μέχρι 13.12.24, ενώ όπως φαίνεται η ΚΕΔΙΠΕΣ παρέλαβε την επιστολή στις 23.12.24. Αυτό όμως το οποίο έχει σημασία είναι ότι η καθ’ ης η αίτηση, ταχυδρόμησε με συστημένη επιστολή την ειδοποίηση τύπος Ι ενώ προχώρησε στην ιδιωτική επίδοση της ειδοποίησης τύπος Ι, στις 30.1.24, δηλαδή ενάμιση και πλέον μήνα μετά την αποστολή της.

 

Είναι σημαντικό να γίνει αναφορά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ για άδεια για την καταχώρηση αίτησης για την έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολιτική Αίτηση Αρ. 114/25, 18/6/2025, όπου τονίστηκε ότι ο Νόμος δεν συσχετίζει το ανέφικτο της επίδοσης μόνο με την επιστροφή της επιστολής ως αζήτητη, λέγοντας τα ακόλουθα:

 

«Η κατάληξη του κατώτερου Δικαστηρίου ότι το ανέφικτο της επίδοσης δια συστημένου ταχυδρομείου μπορεί να διαπιστωθεί μόνο εφόσον η συστημένη επιστολή επιστραφεί ως αζήτητη δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό του εν λόγω άρθρου είτε στην προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου. Το κατώτερο Δικαστήριο τόνισε εμφατικά ότι μόνο σε τέτοια περίπτωση καθίσταται ανέφικτη η επίδοση με συστημένη επιστολή. Το άρθρο όσο και η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου δεν συγκεκριμενοποιούν τα στοιχεία εκείνα που δυνατό να δεικνύουν το ανέφικτο της επίδοσης με συστημένο ταχυδρομείο. Το μεν άρθρο μιλά γενικά για το ανέφικτο τέτοιας επίδοσης και στην απόφαση λέχθηκε η γενική νομική αρχή και ότι εκεί δεν είτε τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδείκνυε το ανέφικτο της επίδοσης, χωρίς όμως να γίνει ρητή αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία που όντως δεικνύουν το ανέφικτο αυτής.»

 

Συνεπώς, το ότι για άγνωστους λόγους η συστημένη επιστολή δεν παραλήφθηκε από την αιτήτρια όπως επίσης για λόγους που αφορούν τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, δεν καταγράφεται η περαιτέρω πορεία των επιστολών με τις ειδοποιήσεις τύπος Ι, αυτά δεν αποτελούν ζητήματα για τα οποία ο Νόμος επιφορτίζει ένα δανειστή με την υποχρέωση να εξακριβώνει τους λόγους μη παραλαβής του συστημένου ταχυδρομείου ή να ελέγχει και να παρακολουθεί τις διαδικασίες του ταχυδρομείου μέχρι να εξακριβωθεί η πορεία της επιστολής, ούτε και προβλέπει τέτοια προϋπόθεση για να κριθεί ανέφικτη η επίδοση με συστημένο ταχυδρομείο.

 

Εφόσον συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση, ο καθ’ ης η αίτηση για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ανέμενε την επίδοση της ειδοποίησης τύπος Ι με συστημένο ταχυδρομείο χωρίς αποτέλεσμα, λογικά και εντός του σκοπού του Νόμου, εξέλαβε ότι η επίδοση με συστημένο ταχυδρομείο ήταν ανέφικτη και νομότυπα προχώρησε στην ιδιωτική επίδοση της ειδοποίησης τύπος Ι με ιδιώτη επιδότη στις 30.1.25 σε όλους τους εμπλεκομένους.

 

Θα πρέπει επίσης στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι η αξιοπιστία της μαρτυρίας της αιτήτριας τίθεται σε ουσιαστική αμφιβολία, εφόσον στην ένορκη της δήλωση επιμένει ότι δεν θυμάται να έλαβε την ειδοποίηση τύπος Ι, όπως επίσης υποστηρίζει ότι η κόρη της, δεν έλαβε τέτοια ειδοποίηση. Από την άλλη όμως σύμφωνα με τα τεκμήρια Ι, ΙΑ και ΙΒ, η ίδια της έλαβε από τον ιδιώτη επιδότη τις ειδοποιήσεις τύπος Ι που αφορούσαν την ίδια και τον σύζυγο της όπως επίσης προσωπικά η θυγατέρα τους έλαβε την εν λόγω ειδοποίηση η οποία αφορούσε το πρόσωπό της.

 

Τονίζω επίσης ότι ενώ η αιτήτρια υποστηρίζει επιχειρηματολογώντας στην ένορκη της δήλωση ότι οι ειδοποιήσεις θα πρέπει να αποστέλλονται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση, δεν επικαλείται ότι στην προκειμένη περίπτωση αυτές είχαν σταλεί σε λανθασμένη διεύθυνση ή ότι η τελευταία γνωστή διεύθυνση της ήταν άλλη από αυτήν που είχαν σταλεί από την καθ’ ης η αίτηση.

 

Εις ότι αφορά την κατάσταση λογαριασμού η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση τύπος Ι, πέραν του ότι αυτή είναι σύμφωνη με τον Νόμο εφόσον καταγράφεται το ποσό του κεφαλαίου και του τόκου, στην προκειμένη περίπτωση, η αιτήτρια φαίνεται να μπορεί να εξακριβώσει το ποσό που οφείλεται εφόσον αυτό καθορίστηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου στην Αγωγή 698/23, για την οποία έλαβαν γνώση με την επίδοση της ειδοποίησης τύπος Ι, εφόσον δεν εμφανίστηκαν στην Δικαστική διαδικασία.

 

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η ειδοποίηση τύπος Ι ορθά και νομότυπα επιδόθηκε στην αιτήτρια και στα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα πρόσωπα με ιδιώτη επιδότη εφόσον η επίδοση της μέσω συστημένου ταχυδρομείου δεν ήταν εφικτή, για τους λόγους οι οποίοι έχουν αναφερθεί πιο πάνω.  

 

Στις 10.9.25 η καθ’ ης η αίτηση εξέδωσε την ειδοποίηση τύπος ΙΑ και την οποία απευθυνόμενη προς την αιτήτρια, τον σύζυγο της και την θυγατέρα της εγγυήτρια,  απέστειλε μέσω συστημένου ταχυδρομείου στις 16.9.25 στα πιο πάνω πρόσωπα. Μετά τις 18.9.25 δεν φαίνεται κάποια καταγραφή στο μηχανογραφημένο σύστημα των ταχυδρομικών υπηρεσιών ως προς την πορεία των επιστολών, όπως φαίνεται στα τεκμήρια ΙΔ, ΙΣτ και ΙΗ, ενώ η ΚΕΔΙΠΕΣ σύμφωνα με το τεκμήριο Κ, παρέλαβε την επιστολή στις 18.9.25.

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει συνεπώς ότι η καθ’ ης η αίτηση εκπλήρωσε την υποχρέωση της για αποστολή των ειδοποιήσεων τύπος ΙΑ με συστημένο ταχυδρομείο. Απ’ εκεί και πέρα όμως ισχύουν τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω κατά την εξέταση της νομότυπης επίδοσης της ειδοποίησης τύπος Ι. Δεν όφειλε δηλαδή η καθ’ ης η αίτηση να αναμένει τις διαδικασίες του ταχυδρομείου για να παραδοθούν οι επιστολές ούτε και να αναμένει να επιστραφούν οι επιστολές στην ίδια ως αζήτητες. Εφόσον λοιπόν, η καθ’ ης η αίτηση προχώρησε στην ιδιωτική επίδοση των ειδοποιήσεων στις 8.10.25, σύμφωνα με τα τεκμήρια ΚΑ, ΚΒ και ΚΓ και ενώ είχαν παρέλθει τρεις εβδομάδες από την ταχυδρόμηση τους, τότε εύλογα κρίνεται η επίδοση τους με συστημένο ταχυδρομείο ανέφικτη και ορθά η καθ’ ης η αίτηση προχώρησε στην ιδιωτική επίδοση τους. Τα όσα έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί πιο πάνω σε σχέση με την ειδοποίηση τύπος Ι, ισχύουν και επαναλαμβάνονται και σε σχέση με την ειδοποίηση τύπος ΙΑ.   

 

Κρίνω συνεπώς ότι η επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ με συστημένο ταχυδρομείο ήταν ανέφικτη και νομότυπα η καθ’ ης η αίτηση προχώρησε με την επίδοση της μέσω ιδιώτη επιδότη τόσο στην αιτήτρια όσο και στα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.

 

Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η καθ’ ης η αίτηση, όπως κάθε ενυπόθηκος δανειστής έχει υποχρέωση να επιδώσει την ειδοποίηση τύπος ΙΑ σε χρόνο όπου να προηγείται του προγραμματισμένου πλειστηριασμού και μάλιστα σε χρόνο κατά τον οποίο θα δοθεί η δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη να ασκήσει το δικαίωμα του για καταχώρηση έφεσης εντός 45 ημερών από την λήψη της ειδοποίησης. Εφόσον συνεπώς ο πλειστηριασμός είναι ορισμένος στις 28.11.25 και η ειδοποίηση ταχυδρομήθηκε στις 16.9.25, η καθ’ ης η αίτηση όφειλε να ενεργήσει με τον ταχύτερο δυνατόν τρόπο εντός των προνοιών βεβαίως του Νόμου, για να περιέλθει στην γνώση της αιτήτριας ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός και να είναι σε θέση να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα της, όπως και έπραξε. Εξού και δεν μπορεί να αναμένεται από την καθ’ ης  η αίτηση να αναμένει τα αποτελέσματα του ταχυδρομείου για να προχωρήσει στην ιδιωτική επίδοση της ειδοποίησης τύπος ΙΑ.

 

Συνεπώς οι λόγοι έφεσης 1, 3 και 5 απορρίπτονται.

 

Με τον 8ο λόγο έφεσης, η αιτήτρια υποστηρίζει ότι η ειδοποίηση τύπος ΙΑ είναι άκυρη διότι δεν καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του ποσού, των τόκων και εξόδων, προκαλώντας έτσι, σύγχυση ως προς το οφειλόμενο ποσό, αποστερώντας από την αιτήτρια την ευχέρεια να γνωρίζει επακριβώς το ποσό που οφείλει να καταβάλει.

 

Στην ειδοποίηση τύπος ΙΑ, αναφέρονται τα εξής σχετικά με το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό: «Το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της πιο πάνω Υποθήκης ανέρχεται στο ποσό των €322.014,19 πλέον τόκος €3.112,34 (μέχρι 31.8.25), πλέον €2.703,83 έξοδα (μέχρι 31.8.25)».

 

Στην υπόθεση AΝΔΡΕΑΣ ΙΑΚΩΒΟΥ v. GORDIAN HOLDINGS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 83/2019, 11/6/2024, εξετάστηκε κατά πόσο ορθά στην ειδοποίηση τύπος ΙΑ δεν αναφερόταν συγκεκριμένο ποσό τόκου αλλά ο τρόπος υπολογισμού του και το Εφετείο ακυρώνοντας την ειδοποίηση τύπος ΙΑ, ανέφερε τα εξής σχετικά με το υπό εξέταση ζήτημα:

 

«Ο πρώτος τέτοιος λόγος είναι αν η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις. Από την εν λόγω πρόνοια, καθίσταται προφανής η πρόθεση του νομοθέτη να αποδώσει σημασία στην ακριβή ταύτιση της ειδοποίησης που αποστέλλεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη, με τον προβλεπόμενο τύπο.

 

Από τον προβλεπόμενο Τύπο ΙΑ, ως τίθεται στο σχετικό Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου 9/65, προκύπτει ότι, ως ο νομοθέτης προνόησε, θα πρέπει να γίνεται αναφορά και συγκεκριμενοποίηση στο ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό, δυνάμει της υπό αναφοράς υποθήκης, στο ποσό του τόκου (αντί περιγραφής του τόκου), καθώς επίσης και στο ποσό των εξόδων.  Αυτό συνάγεται από το ότι προνοείται: «Το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της πιο πάνω Υποθήκης ανέρχεται στο ποσό των €......, πλέον τόκος €....... πλέον έξοδα €..... .» Άλλωστε, κάτι τέτοιο συνάδει και με τη λογική ότι, στο πλαίσιο της Ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΑ, το οφειλόμενο ποσό που αφορά η σκοπούμενη εκποίηση έχει ήδη συγκεκριμενοποιηθεί (ως αναφέρει και η ειδοποίηση) σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Η ενδεχόμενη προσθήκη μεταγενέστερων τόκων δεν αναιρεί τα πιο πάνω. Η εν λόγω διαπίστωση, πέραν της ξεκάθαρης νομοθετικής πρόνοιας, υποστηρίζεται και από τη διαφορετική πρόθεση του νομοθέτη στα όσα καθόρισε ως απαιτούμενα στην Ειδοποίηση κατά τον Τύπο Ι, όπου, αναφορικά με τον τόκο προβλέπεται: «., πλέον τόκοι επί ..... προς ..... επί τοις εκατόν από της, .».

 

Δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να αντικαταστήσει την πρόθεση του νομοθέτη με το τι το ίδιο κρίνει ότι είναι ή θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι η πρόθεση αυτή. Το θέμα δεν μπορεί να αναχθεί σε θέμα τυπολατρίας, αφού αυτό προβλέπει ο νόμος. Μη συμμόρφωση με τον τύπο αποτελεί λόγο παραμερισμού της Ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΑ.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σχετικό Τεκμήριο, η Ειδοποίηση κατά τον Τύπο ΙΑ, η οποία αφορά το ενυπόθηκο χρέος, αναφέρεται σε ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της αναφερόμενης υποθήκης, σε ποσό εξόδων €0,00, αλλά σε περιγραφή καθορισμού του οφειλόμενου τόκου χωρίς συγκεκριμενοποίηση ποσού.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Στην προκειμένη περίπτωση συνεπώς, εφόσον δεν καταγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του τόκου, αλλά τόσο το ποσό του τόκου όσο και το ποσό των εξόδων συγκεκριμενοποιούνται, κρίνω ότι η προσβαλλόμενη ειδοποίηση συνάδει με τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο κατά τον τρόπο που έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, εφόσον καταγράφονται συγκεκριμένα ποσά σε σχέση με τον τόκο και τα έξοδα. Συνεπώς, ο 8ος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Με τον 9ο λόγο έφεσης η αιτήτρια υποστηρίζει ότι η ειδοποίηση τύπος ΙΑ είναι άκυρη λόγω του ότι η διαδικασία αποστολής των ειδοποιήσεων τύπος ΙΑ δεν ξεκίνησε νομότυπα, καθ’ ότι οι ειδοποιήσεις τύπος Ι είναι άκυρες και εσφαλμένες ως προς τον τύπο και περιεχόμενο τους. Όπως έχει λεχθεί και πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει ότι η ειδοποίηση τύπος Ι είναι αντίθετη με τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, εφόσον αυτή συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού στην οποία αναφέρεται το απαιτητό ποσό, το ποσό των τόκων και εξόδων, χωρίς να απαιτείται οτιδήποτε άλλο από τον Νόμο.

 

Συνεπώς και ο 9ος λόγος έφεσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

 Ως εκ των πιο πάνω ουδείς εκ των λόγων έφεσης γίνεται αποδεκτός και η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

                         

                       

 

                                                           (Υπ.) .................................................

                                                                       Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο