ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Αίτηση/Έφεση: 223/25
Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους.
Μεταξύ:
Θεοδώρα Θεοδώρου Α.Δ.Τ. [ ], από [ ] 1, [ ] Πάφος
Εφεσείουσα / Αιτήτρια
και
SKY CAC LIMITED, από Κωστή Παλαμά 20, 1096 – Λευκωσία
Εφεσίβλητη / Καθ’ ης η αίτηση
Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου, 2024.
Εμφανίσεις:
Για Εφεσείουσα / Αιτήτρια: κα Α. Μ. Χαραλαμπίδου
Για Εφεσίβλητη / Καθ’ ης η αίτηση: Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση Έφεση, η εφεσείουσα αιτείται την ακύρωση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ ημερομηνίας 23.7.25 και την ακύρωση του πλειστηριασμού ο οποίος είναι ορισμένος στις 27.11.25 και ώρα 10:00, αναφορικά με την Υποθήκη 6/Υ/768/2004.
Η Έφεση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9(Ι)/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στο Μέρος VIA το οποίο διέπει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή.
Η έφεση, ως έχουν περιοριστεί οι λόγοι έφεσης με την αγόρευση της αιτήτριας, εδράζεται στο ότι οι ειδοποιήσεις τύπος Ι και ΙΑ δεν έχουν δεόντως επιδοθεί στην εφεσείουσα και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, δεν έχει παρέλθει η ταχθείσα προθεσμία καταβολής του ποσού και το περιεχόμενο της ειδοποίησης τύπος ΙΑ είναι εσφαλμένο καθ’ ότι η ημερομηνία που κατέστη υπερήμερη η αιτήτρια είναι εσφαλμένη. Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης δεν έχουν προωθηθεί με την αγόρευση της εφεσείουσας.
Η έφεση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας, στην οποία αναφέρει ότι ουδέποτε έλαβε τις ειδοποιήσεις τύπος Θ ενώ οι ειδοποιήσεις τύπος Ι της αποστάληκαν με ιδιωτική επίδοση. Ο προηγούμενος πλειστηριασμός ακυρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου και η καθ’ ης η αίτηση περί την 9.9.25 επέδωσε δια ιδιωτικής επίδοσης την ειδοποίηση τύπος ΙΑ. Κατά τα λοιπά, επαναλαμβάνει και καταγράφει αυτούσιους τους λόγους έφεσης.
Από πλευράς εφεσίβλητης, καταχωρήθηκε ένσταση με την οποία προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι δεν διευκρινίζονται με επάρκεια οι λόγοι έφεσης στο σώμα αυτής, η διαδικασία ξεκίνησε και συνεχίζει νομότυπα και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, η εφεσείουσα δεν κάλεσε όλους τους αναγκαίους διαδίκους και οι ειδοποιήσεις επιδόθηκαν δεόντως στην εφεσείουσα.
Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κου Ν. Φερέλη, με την οποία υποστηρίζει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης και στην οποία αναφέρεται στο ιστορικό συνεργασίας της εφεσείουσας με τον ενυπόθηκο δανειστή αλλά και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε αναφορικά με τον επίδικο πλειστηριασμό, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου της.
Οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις έκαστης πλευράς με τις γραπτές τους αγορεύσεις, οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη χωρίς να κρίνεται αναγκαία η επανάληψη του περιεχομένου τους. Έλαβα επίσης υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερες πλευρές, στην οποία θα γίνεται αναφορά πιο κάτω όπου κριθεί αναγκαίο.
Η εφεσίβλητη, επέλεξε να προωθήσει τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9(Ι)/1965, ως αυτή έχει εισαχθεί με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014 και τις τροποποιήσεις που έχουν ακολουθήσει, ως πιο κάτω προβλέπεται από το άρθρο 44Γ:
«44Γ.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του απαιτούμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του απαιτούμενου ποσού:
Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του απαιτούμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους:
Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η έγγραφη ειδοποίηση από αδειοδοτημένο ίδρυμα κατά τον Τύπο «I» του Δεύτερου Παραρτήματος, αποστέλλεται μόνο μετά την παρέλευση τουλάχιστον τριάντα (30) ημερών από την αποστολή της ειδοποίησης που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος.
(2) Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των σαράντα πέντε (45) ηµερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
…»
Όλα τα πιο πάνω, ακολουθούν τα όσα προβλέπονται από το άρθρο 44Β το οποίο προβλέπει ότι σε περίπτωση υπερημερίας, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται που έχει αναφερθεί πιο πάνω, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.
Με την παραλαβή της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, ο ενυπόθηκος οφειλέτης και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος, δύναται, δυνάμει του άρθρου 44Γ(3), εντός σαράντα (45) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της πώλησης, για συγκεκριμένους και περιοριστικούς λόγους ως αυτοί περιλαμβάνονται στο άρθρο 44Γ, ως έχει τροποποιηθεί και είναι οι ακόλουθοι, οι οποίοι είναι αυτοτελείς, χωρίς να απαιτείται η συνύπαρξή τους:
«(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙
(β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙
(γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙
(δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙
(ε) ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι επιλέξιμος οφειλέτης και το αδειοδοτημένο ίδρυμα, παρά το ότι είχε υποχρέωση δυνάμει του περί της Σύστασης και Λειτουργίας Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, δεν έχει προσέλθει σε διαμεσολάβηση δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του εν λόγω Νόμου.
(στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙
(ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο “ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων” ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση.
(η)(i) η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, σε σχέση με το οποίο, έχει εγκριθεί αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο. ή
(ii) η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, σε σχέση με το οποίο, έχει υποβληθεί και εκκρεμεί αίτηση ή ένσταση για ένταξη στο Σχέδιο, αναφορικά με την οποία-
(αα) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο ή οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.2.2 του Σχεδίου. ή
(ββ) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.5 του Σχεδίου:
Νοείται ότι, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, ο όρος “Σχέδιο” σημαίνει το σχέδιο “Ενοίκιο Έναντι Δόσης”, το οποίο εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμόν 95.054 Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 12 Ιουλίου 2023, ως αυτό εκάστοτε τροποποιείται.»
Κατά την ακρόαση της έφεσης καταχωρήθηκαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της. Θα πρέπει όμως να σημειώσω ότι η αγόρευση η οποία κατατέθηκε από πλευράς εφεσείουσας, απέχει κατά πολύ από τον αναμενόμενο τρόπο σύνταξης μιας αγόρευσης, εφόσον μεγάλο μέρος αυτής περιλαμβάνει σκόρπια αποσπάσματα άλλων πρωτόδικων αποφάσεων, χωρίς σημείο αρχής και τέλους. Οι θέσεις του συνηγόρου της εφεσείουσας συμπλέκονται με τα αποσπάσματα άλλων αποφάσεων, χωρίς να γίνεται κατανοητό πότε ο συνήγορος καταγράφει δικές του εισηγήσεις και πότε παραπέμπει σε αποφάσεις. Τέτοιος τρόπος σύνταξης μίας αγόρευσης θα πρέπει να αποφεύγεται.
Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι εξέτασα τον λόγο ένστασης, με τον οποίο η εφεσίβλητη υποστηρίζει ότι η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι δεν κλήθηκαν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, όπως ο πρωτοφειλέτης και οι κάτοχοι εμπραγμάτων βαρών. Ο ως άνω λόγος ένστασης δεν μπορεί να πετύχει, εφόσον σύμφωνα με το Νόμο, άρθρο 44Γ η εφεσίβλητη ως ενυπόθηκος δανειστής έχει την υποχρέωση να επιδώσει τις ειδοποιήσεις σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Σκοπός του Νόμου είναι να λάβουν γνώση τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα για τη διαδικασία του πλειστηριασμού, παρέχοντας δικαίωμα σε αυτούς εάν επιθυμούν να προσβάλουν τη διαδικασία. Ο Νόμος όμως δεν προσδίδει υποχρέωση στον ενυπόθηκο οφειλέτη που προσβάλει τη διαδικασία να συνενώσει τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, εφόσον αυτά δεν εξέφρασαν τέτοια πρόθεση.
Η εφεσίβλητη υποστηρίζει επίσης ότι η έφεση δεν είναι σύμφωνη με τον προκαθορισμένο τύπο, εφόσον δεν περιέχονται σ’ αυτήν ξεχωριστά οι λόγοι έφεσης και ξεχωριστά η αιτιολογία τους. Παρά του ότι όντως απαιτείται η ξεχωριστή καταγραφή των λόγων έφεσης από την αιτιολογία που υποστηρίζει έκαστο εξ αυτών, παρατηρώ ότι οι λόγοι έφεσης προκύπτουν από το σώμα της έφεσης καθώς και η αιτιολογία επί της οποίας η εφεσείουσα στηρίζει τον κάθε λόγο έφεσης, παρέχοντας έτσι την απαιτούμενη αιτιολόγηση η οποία αποσκοπείτε με τον προβλεπόμενο τύπο της Έφεσης. Συνεπώς, η εφεσίβλητη γνωρίζει επακριβώς την αιτιολογία κάθε λόγου έφεσης που προβάλλει η εφεσείουσα χωρίς ο σκοπός αυτός να έχει επηρεαστεί από την σύμπλεξη των λόγων έφεσης με την αιτιολογία τους, ούτε και έχει καταδειχθεί ότι η εφεσίβλητη υπέστη κάποια βλάβη ένεκα του λόγου αυτού. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι η εφεσίβλητη υποστηρίζει ότι η ένορκη δήλωση της εφεσείουσας περιλαμβάνει διαζεύξεις. Η διαπίστωση αυτή είναι ορθή και πέραν του ότι δεν συνάδει με τις δικονομικές απαιτήσεις για την κατάθεση ένορκης δήλωσης, δυσχεραίνει παράλληλα το έργο του Δικαστηρίου για την εξακρίβωση των θέσεων της εφεσείουσας. Παρ’ όλα αυτά οι ουσιαστικές θέσεις της εφεσείουσας για την μη δέουσα επίδοση των ειδοποιήσεων τύπου Ι και ΙΑ, προκύπτουν από τη μαρτυρία της και έχουν γίνει αντιληπτές και στην πλευρά της εφεσίβλητης, η οποία απάντησε στις θέσεις αυτές της εφεσείουσας προσκομίζοντας σχετική μαρτυρία.
Θα προχωρήσω συνεπώς στην εξέταση της ουσίας της έφεσης, σύμφωνα με τους προωθούμενους λόγους έφεσης, ως αυτοί έχουν καταγραφεί πιο πάνω.
Η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν επιδόθηκε δεόντως και σύμφωνα με το Νόμο η ειδοποίηση τύπου Ι. Σύμφωνα με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε η εφεσίβλητη και παραπέμπω στο τεκμήριο 8, φαίνεται ότι η εφεσίβλητη παρέδωσε στο ταχυδρομείο την ειδοποίηση τύπου Ι ημερομηνίας 7.11.24 για να σταλεί με συστημένο ταχυδρομείο στην εφεσείουσα και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, στις 20.11.24. Με βάση την πορεία της ταχυδρόμησης ως φαίνεται στο τεκμήριο 8, η συστημένη επιστολή επιστράφηκε στον αποστολέα λόγω του ότι παράμεινε αζήτητη, τόσο σε σχέση με την αιτήτρια όσο και σε σχέση με τον πρωτοφειλέτη, σύμφωνα με την εγγραφή του ταχυδρομείου ημερομηνίας 20.1.25.
Η μη παραλαβή των ειδοποιήσεων μέσω του ταχυδρομείου και η επιστροφή τους στην καθ’ ης η αίτηση, κατέστησαν την επίδοση τους με συστημένο ταχυδρομείο ανέφικτη. Συνεπώς, ορθά και νομότυπα η καθ’ ης η αίτηση επέδωσε στην αιτήτρια και στον πρωτοφειλέτη, με ιδιώτη επιδότη την εν λόγω ειδοποίηση στις 22.1.25. Άλλωστε, σύμφωνα με την εισήγηση της πλευράς της αιτήτριας, μετά την επιστροφή της επιστολής ως αζήτητη, η επίδοση με συστημένο ταχυδρομείο μπορεί να κριθεί ανέφικτη, όπως και έγινε δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς βεβαίως να αποτελεί κανόνα που να συσχετίζει το ανέφικτο της επίδοσης μόνο με την επιστροφή της επιστολής ως αζήτητη. Είναι σημαντικό επίσης να λεχθεί ότι ο τρόπος επίδοσης της ειδοποίησης τύπος Ι μέσω του ιδιώτη επιδότη, αφήνοντας την ειδοποίηση στον πατέρα της αιτήτριας ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει, δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης, καθιστώντας της έτσι καλή και νομότυπη επίδοση.
Συνεπώς, εφόσον η επίδοση των ειδοποιήσεων τύπος Ι κρίνεται νόμιμη και σύμφωνη με τις πρόνοιες του Νόμου, η ταχθείσα προθεσμία των 45 ημερών για καταβολή του ποσού ξεκίνησε να υπολογίζεται από τις 22.1.25 όπου επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις τύπος Ι. Η δε ειδοποίηση τύπος ΙΑ εκδόθηκε πολύ αργότερα ήτοι στις 23.7.25 και μετά την λήξη της προθεσμίας για καταβολή του ποσού.
Ενόψει των πιο πάνω, ο πρώτος λόγος έφεσης ως αυτός απαριθμείται και προωθείται με την αγόρευση της αιτήτριας, δεν κρίνεται βάσιμος και απορρίπτεται.
Στις 23.7.25 η καθ’ ης η αίτηση εξέδωσε την ειδοποίηση τύπος ΙΑ και την οποία απευθυνόμενη προς την αιτήτρια, τον πρωτοφειλέτη και στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, απέστειλε μέσω συστημένου ταχυδρομείου στις 13.8.25 στα πιο πάνω πρόσωπα. Σύμφωνα με το τεκμήριο 9, η επιστολή παραλήφθηκε από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ενώ σύμφωνα με την ένδειξη του ταχυδρομείου, καταγράφεται στις 24.9.25 και 26.9.25 ότι οι επιστολές είχαν παραμείνει αζήτητες, σε σχέση με την αιτήτρια και τον πρωτοφειλέτη και επιστράφηκαν στον αποστολέα.
Προτού οι συστημένες επιστολές επιστραφούν στην καθ’ ης η αίτηση, αυτή προχώρησε στην επίδοση τους με ιδιώτη επιδότη, στην αιτήτρια στις 9.9.25 και στον πρωτοφειλέτη στις 2.9.25, σύμφωνα με το τεκμήριο 10Α το οποίο κατέθεσε η καθ’ ης η αίτηση. Το αποτέλεσμα του ταχυδρομείου για ανεπιτυχή παράδοση σημειώθηκε στις 24.9.25 και 26.9.25, δηλαδή ένα και πλέον μήνα μετά την ταχυδρόμηση τους. Η παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, από την ταχυδρόμηση της επιστολής μέχρι την καταγραφή του αποτελέσματος από το ταχυδρομείο, ότι δηλαδή οι επιστολές παρέμειναν αζήτητες, ενώ η ΚΕΔΙΠΕΣ είχε ήδη παραλάβει την επιστολή στις 19.8.25, αφορά θέμα το οποίο σχετίζεται με τις διαδικασίες που ακολουθεί το ταχυδρομείο. Η καθ’ ης η αίτηση όμως, εκπληρώνοντας την υποχρέωση της να ταχυδρομήσει τις ειδοποιήσεις, δεν επιβαρύνεται ταυτόχρονα και με την υποχρέωση να αναμένει την καθυστερημένη λήψη των αποτελεσμάτων του ταχυδρομείου. Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι ο χρόνος από 13.8.25 όπου ταχυδρομήθηκαν οι ειδοποιήσεις μέχρι τις 2.9.25 και 9.9.25 όπου η καθ’ ης η αίτηση προχώρησε με ιδιωτική επίδοση, εύλογα διαπιστώνεται ότι η επίδοση με συστημένη επιστολή ήταν ανέφικτη.
Είναι σημαντικό επίσης να γίνει αναφορά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση Αναφορικά με την Αίτηση της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ για άδεια για την καταχώρηση αίτησης για την έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολιτική Αίτηση Αρ. 114/25, 18/6/2025, όπου τονίστηκε ότι ο Νόμος δεν συσχετίζει το ανέφικτο της επίδοσης μόνο με την επιστροφή της επιστολής ως αζήτητη, λέγοντας τα ακόλουθα:
«Η κατάληξη του κατώτερου Δικαστηρίου ότι το ανέφικτο της επίδοσης δια συστημένου ταχυδρομείου μπορεί να διαπιστωθεί μόνο εφόσον η συστημένη επιστολή επιστραφεί ως αζήτητη δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό του εν λόγω άρθρου είτε στην προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου. Το κατώτερο Δικαστήριο τόνισε εμφατικά ότι μόνο σε τέτοια περίπτωση καθίσταται ανέφικτη η επίδοση με συστημένη επιστολή. Το άρθρο όσο και η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου δεν συγκεκριμενοποιούν τα στοιχεία εκείνα που δυνατό να δεικνύουν το ανέφικτο της επίδοσης με συστημένο ταχυδρομείο. Το μεν άρθρο μιλά γενικά για το ανέφικτο τέτοιας επίδοσης και στην απόφαση λέχθηκε η γενική νομική αρχή και ότι εκεί δεν είτε τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδείκνυε το ανέφικτο της επίδοσης, χωρίς όμως να γίνει ρητή αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία που όντως δεικνύουν το ανέφικτο αυτής.»
Κρίνω συνεπώς ότι η επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ με συστημένο ταχυδρομείο ήταν ανέφικτη και ορθά η καθ’ ης η αίτηση προχώρησε με την επίδοση της μέσω ιδιώτη επιδότη τόσο στην αιτήτρια όσο και στον πρωτοφειλέτη, εφόσον δεν υπήρχε εκ του Νόμου υποχρέωση της καθ’ ης η αίτηση να αναμένει την επιστροφή των συστημένων επιστολών για να προχωρήσει στην ιδιωτική επίδοση τους, ενόψει και του χρόνου που παρήλθε από την ταχυδρόμηση τους μέχρι την επίδοση τους με ιδιώτη επιδότη.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος έφεσης ως αυτός τιτλοφορείται και περιγράφεται στην αγόρευση της αιτήτριας δεν γίνεται αποδεκτός.
Με τον τελευταίο λόγο έφεσης, η αιτήτρια υποστηρίζει ότι το περιεχόμενο της ειδοποίησης τύπος ΙΑ είναι εσφαλμένο καθ’ ότι η ημερομηνία που κατέστη υπερήμερη η αιτήτρια, είναι εσφαλμένη. Συγκεκριμένα, επί της ειδοποίησης τύπος ΙΑ ημερομηνίας 11.7.24, τεκμήριο 1 στην αίτηση, αναφέρεται ότι η ημερομηνία που κατέστη υπερήμερη είναι 18.7.23 ενώ στην προσβαλλόμενη ειδοποίηση τύπος ΙΑ αναφέρεται ότι η ημερομηνία που κατέστη υπερήμερη είναι η 31.7.23. Σύμφωνα δηλαδή με την εισήγηση της αιτήτριας, το λανθασμένο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης ειδοποίησης στηρίζεται στο περιεχόμενο άλλης ειδοποίησης τύπος ΙΑ η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας. Εφόσον δε, η αιτήτρια δεν αμφισβητεί ότι κατέστη υπερήμερη, η ημερομηνία που αναφέρεται στην ειδοποίηση δεν αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο του περιεχομένου της, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ότι εναντίον της αιτήτριας και του πρωτοφειλέτη εκδόθηκε απόφαση στις 31.7.23 στην αγωγή 469/14 Ε.Δ. Πάφου, επισφραγίζοντας έτσι την υπερημερία.
Συνεπώς, δεν διαπιστώνω ότι υφίσταται κάποιο λάθος στην ειδοποίηση τύπος ΙΑ που να σχετίζεται με τα όσα εισηγείται η πλευρά της αιτήτριας με αποτέλεσμα ο τρίτος λόγος έφεσης, ως περιγράφεται στην αγόρευση της αιτήτριας, να κρίνεται αβάσιμος και δεν γίνεται αποδεκτός.
Ως εκ των πιο πάνω ουδείς εκ των λόγων έφεσης γίνεται αποδεκτός και η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) .................................................
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο