ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 411/2023 (i-justice)
Μεταξύ:
GORDIAN HOLDINGS LIMITED
Ενάγουσας
και
1. ΣΟΦΙΑ ΦΩΤΙΟΥ
2. ANDRECOSTA HOLDINGS LTD
Εναγομένων
Αίτηση παρακοής διαταγμάτων
Ημερομηνία: 19/02/2026
Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Α. Χατζηγεωργίου για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενες 1 και 2 - Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2: κ. Χ. Γ. Σιαηλής.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 19/07/2024, η Ενάγουσα (στο εξής «η Αιτήτρια») αξιώνει:
Α. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η φυλάκιση της Καθ’ ης η αίτηση 1, λόγω εσκεμμένης άρνησης και/ή παράληψης της να συμμορφωθεί με το διάταγμα ημερ. 23/05/2023 και/ή το διάταγμα ημερ. 19/02/2024, που εκδόθηκαν στην Αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.
Β. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η κατάσχεση και/ή η μεσεγγύηση της περιουσίας της Καθ’ ης η αίτηση 1 και/ή 2 και/ή η επιβολή προστίμου προς την Καθ’ ης η αίτηση 1 και/ή 2, λόγω εσκεμμένης άρνησης και/ή παράληψης τους να συμμορφωθούν με το διάταγμα ημερ. 23/05/2023 και/ή το διάταγμα ημερ. 19/02/2024, που εκδόθηκαν στην Αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.
Η αίτηση, ως αναφέρει, βασίζεται στο άρθρο 162 του Συντάγματος, στα άρθρα 42 και 44 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στο άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, στις Δ.5 Κ.7, Δ.39, Δ.42Α, Δ.48 Κ.1-4, 7 και 9 και Δ.64 των Παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Χωραΐτη, υπαλλήλου της εταιρείας Gordian Servicing Limited, η οποία δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών και διαχείρισης δανείων / πιστωτικών διευκολύνσεων, ενεργεί για λογαριασμό της Αιτήτριας.
Οι Εναγόμενες 1 και 2 (στο εξής «οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2») αντέδρασαν στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης. Αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση 1. Προβάλλονται δε οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
1. Δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960.
2. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθούν.
3. Δεν υπάρχει ηθελημένη παρακοή του Διατάγματος.
4. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν είχαν πρόθεση παρακοής του Διατάγματος.
5. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν παράκουσαν τα Διατάγματα του Δικαστηρίου.
Η ακρόαση της αίτησης περιορίσθηκε σε αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, όπου υποστηρίζονται οι εκατέρωθεν θέσεις, με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Οι εν λόγω θέσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό.
Νομική Πτυχή
Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, προνοεί τα εξής:
«42. Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσία να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, διά προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτον ποσόν υπό μορφήν αποζημιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήση πρέπον.
……………………………………………………………………………………………»
Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, ως δικαιοδοτικό, προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών ή νομικών, για παρακοή Δικαστικών Διαταγμάτων. Προϋπόθεση ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας αυτής είναι η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που τίθενται με τις πρόνοιες της Δ.42Α(1) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (δηλαδή των λεγόμενων «Παλαιών Θεσμών»), οι οποίες συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της εν λόγω δικαιοδοσίας (βλ. Krashias Shoe Factory Ltd. v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier Kg (1989) 1Ε Α.Α.Δ. 750, Οικονομίδου v. Ph. Economides Estates (1999) 1 Α.Α.Δ. 1145 και Μαυρονικόλα v. Ξάνθου (2011) 1 Α.Α.Δ. 293). Η διαδικασία για ανυπακοή διατάγματος είναι πολιτική και εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας. Ασκείται δε από πολιτικό Δικαστήριο και αποβλέπει στον πειθαναγκασμό σε υπακοή, στην εξασφάλιση συμμόρφωσης σε διατάγματα του Δικαστηρίου (βλ. Ελισάβετ Θεοφάνους ν CCC Laundries (Paphos) Ltd (2009) 2 Α.Α.Δ. 634 και Αναφορικά με τον Λάμπρο Ξενή, Πολ. Έφεση Αρ. 297/2019, ημερ. 16/10/2024).
Στην Λ.Π. v. Α.Π., Πολ. Έφεση Αρ. E58/2024, ημερ. 10/12/2025, σημειώθηκε ότι εκτός από ιδιόμορφη («suis generis»), η διαδικασία αστικής καταφρόνησης («civil contempt») έχει χαρακτηριστεί ως οιονεί ποινική («quasi criminal»), λόγω της δραστικότητας του άρθρου 42, το οποίο προνοεί ως τιμωρία την επιβολή φυλάκισης ή προστίμου. Αυτός όμως ο χαρακτηρισμός δεν αποσκοπεί, ούτε έχει ως αποτέλεσμα να μετεμφυτεύσει εν όλω μια αμιγώς ποινική διαδικασία σε μια αστική διαδικασία, ούτε να μετατρέψει ένα αστικό Δικαστήριο σε ποινικό. Λόγω όμως της δραστικότητας των παρεχόμενων, από το άρθρο 42, μέσων προς εξασφάλιση της συμμόρφωσης σε δικαστικά διατάγματα, υπάρχει ανάγκη για τη διασφάλιση των «διαδικαστικών εγγυήσεων», τις οποίες διαθέτει η ποινική δίκη. Οι εν λόγω εγγυήσεις συνίστανται αφενός στους κανόνες, οι οποίοι διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και αφετέρου στα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνει το Άρθρο 12 του Συντάγματος (και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), όπως το τεκμήριο αθωότητας, το δεδικασμένο και τα δικαιώματα σιωπής, μη αυτοενοχοποίησης, πληροφόρησης, υπεράσπισης, συνηγόρου, νομικής αρωγής, κλήσης ή εξέτασης μαρτύρων, διερμηνέως, παρουσίας στη δίκη, αγόρευσης προς μετριασμό κ.λπ. Στα πιο πάνω πρέπει να εστιάζεται η προσοχή του Δικαστηρίου, το οποίο εκδικάζει αίτηση παρακοής. Ως όμως επισημαίνεται στην ίδια απόφαση, η όλη διαδικασία λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο αστικής διαδικασίας, η οποία αρχίζει με αίτηση, βάσει των εκάστοτε Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (και όχι κατηγορητήριο) και συνεχίζει μέχρι τέλους, πάντοτε στη βάση των ίδιων Κανονισμών, διασφαλίζοντας όπου απαιτείται τις προαναφερθείσες διαδικαστικές εγγυήσεις.
Από την ίδια τη φύση της διαδικασίας παρακοής ως οιονεί ποινικής (βλ. Halin v. Timur (2005) 1Α A.A.Δ.424), αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, ύπαρξης των ακόλουθων προϋποθέσεων (βλ. Αναφορικά με τον Τάκη Μακρίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 401):
1. Ύπαρξη διατάγματος.
2. Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης.
3. Προσωπική επίδοση του διατάγματος.
4. Προσωπική επίδοση της αιτήσεως παρακοής.
Η Δ.42Α των Παλαιών Θεσμών καθιστά την προσωπική επίδοση του συντεταγμένου διατάγματος, οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του αλλά και της αίτηση για παρακοή, απαρέγκλιτο όρο για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για παρακοή διατάγματος (βλ. Krashias Shoe Factory Ltd ανωτέρω, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (2003) 1Β Α.Α.Δ. 1085, Mouzouris a.ο. v. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287 και Odyssey Manufacturing Ltd v. Δημητρίου κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. Ε29/2022, ημερ. 10/06/2024).
Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο, για να καταδειχθεί παρακοή, θα πρέπει να έχει ενώπιον του ικανοποιητική μαρτυρία επί των ακολούθων σημείων (βλ. Yugos Finance BV κ.ά. v. Halebay Holdings Limited (2013) 1Α Α.Α.Δ. 569):
(α) ότι οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι,
(β) να έχει τεκμηριωθεί ότι ο καθ’ ου η αίτηση έχει λάβει γνώση των όρων του διατάγματος, ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης του διατάγματος και των όρων του στον καθ’ ου η αίτηση και
(γ) να υπάρχει ξεκάθαρη απόδειξη ότι ο καθ’ ου η αίτηση έχει παραβιάσει τους όρους του διατάγματος.
Ένα προστακτικό διάταγμα πρέπει να είναι απόλυτα σαφές ώστε το διατασσόμενο πρόσωπο να γνωρίζει επακριβώς τί θα πρέπει να πράξει (βλ. Κωνσταντίνου ν. Ξιούρου (Αρ. 2) (2014) 1Α Α.Α.Δ. 922 και Λ.Π. ανωτέρω). Για να είναι λοιπόν δυνατή η τιμωρία του καθ’ ου η αίτηση, το διάταγμα θα πρέπει να διατυπώνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και κάτω υπό ποια ιδιότητα (βλ. Yugos Finance BV κ.ά. ανωτέρω).
Η υποχρέωση συμμόρφωσης προς το διάταγμα απαιτεί θετική ενέργεια χωρίς να αρκεί μια μηχανιστική συμπεριφορά (βλ. Μαυρονικόλα ανωτέρω και Λ. Π. ανωτέρω). Για να καταδειχθεί παρακοή πρέπει να ικανοποιείται τόσο η αντικειμενική υπόσταση («actus reus») όσο και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου 14/1960. Σε σχέση με την υποκειμενική υπόσταση, πρέπει δε να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ’ ου η αίτηση, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ’ εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος. Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει την καταδίκη του καθ’ ου η αίτηση, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του (βλ. Mouzouris ανωτέρω, Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά (1993) 1 Α.Α.Δ. 309, Μιχαηλίδης v. Poliakova (Αρ. 1) (2011) 1 Α.Α.Δ. 356, Odyssey Manufacturing Ltd ανωτέρω και Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Muzykaev, Πολ. Έφεση Αρ. Ε118/2019, ημερ. 27/01/2025).
Η πρόθεση, ως έχει νομολογηθεί (βλ. και Λ.Π. ανωτέρω), δεν είναι πάντοτε δεκτική άμεσης απόδειξης, δεδομένου ότι ανάγεται στην πνευματική λειτουργία του ατόμου, πλην όμως δύναται κατά κανόνα να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία ως πραγματικό γεγονός, ήτοι με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση και αποδεικνύουν την πρόθεση. Η αναγκαία πρόθεση δύναται να εξαχθεί από όλα τα στοιχεία και όσο πιο εμφανής είναι η απείθεια στο διάταγμα, τόσο πιο εύκολα καταλογίζεται ένοχη διάνοια. Παράλληλα όμως, αναγνωρίζεται και η ύπαρξη μαχητού τεκμηρίου για την ύπαρξη της πρόθεσης, υπό την έννοια ότι τεκμαίρεται πως κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες της πράξης του.
Το δικαστήριο κρίνει την παρακοή αυστηρώς με βάση τις ενέργειες του καθ’ ου η αίτηση που περιγράφονται στην αίτηση - και όχι με βάση οτιδήποτε άλλο - εφόσον κατά κάποιο τρόπο η αίτηση επενεργεί ως δικόγραφο ή ως «κατηγορητήριο». Με την επαρκή περιγραφή των πράξεων που συνιστούν την παρακοή διασφαλίζεται το δικαίωμα του καθ’ ου η αίτηση να γνωρίζει εκ των προτέρων την εναντίον του υπόθεση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει ρόλο εξεταστικό σε τέτοιες υποθέσεις (βλ. Αναφορικά με τον Λάμπρο Ξενή, ανωτέρω).
Όσον αφορά το βάρος απόδειξης, στην Λ.Π. ανωτέρω επαναλήφθηκε ουσιαστικά ότι το νομικό (ή γενικό) βάρος απόδειξης («legal burden»), το έχει μέχρι τέλους ο αιτητής (βλ. και Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω). Στην ίδια υπόθεση έγινε αναφορά και στο απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης και δη ότι είναι το ίδιο με εκείνο που εφαρμόζεται στις ποινικές υποθέσεις, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. και σύγγραμμα Τ. Ηλιάδης & Ν. Γ. Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2014, σελ. 217).
Περαιτέρω, στην ίδια υπόθεση εξηγήθηκε ουσιαστικά ότι εν λόγω διαδικασία, κατ’ αναλογία προς ό,τι ισχύει σε ποινική δίκη, μπορεί να προχωρήσει στη βάση της γραπτής μαρτυρίας. Στο πλαίσιο αυτό, εφόσον προβάλλεται ως υπεράσπιση η αδυναμία συμμόρφωσης με το διάταγμα, για να γίνει δεκτή η αδυναμία αυτή απαραιτήτως θα πρέπει να διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας. Το βάρος απόδειξης της όποιας αδυναμίας εκτέλεσης βαρύνει αυτόν, ο οποίος προβάλλει το γεγονός της αδυναμίας. Όταν το βάρος αυτό βρίσκεται στους ώμους του καθ’ ου η αίτηση, αυτός πρέπει να αποδείξει, στον βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δικαιολογία είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. και Κωνσταντίνου ανωτέρω και Ι.Ζ. v. Γ.Χ., Πολ. Έφεση Αρ. Ε113/23, ημερ. 28/02/2025).
Στην ίδια υπόθεση, έγινε αναφορά στα ζητήματα αξιολόγησης σε τέτοιες διαδικασίες. Ως λέχθηκε στις περιπτώσεις που η σχετική αίτηση εκδικάζεται χωρίς την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας είτε την αντεξέταση κάποιου μάρτυρα, το Δικαστήριο δεν έχει το ευεργέτημα της παρακολούθησης μαρτύρων να εξιστορούν γεγονότα ενώπιον του και έτσι αναπόφευκτα, κατά την αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρος, το Δικαστήριο δύναται μόνο να στρέψει την προσοχή του στο πρώτο επίπεδο αξιολόγησης, το οποίο, ως εξηγείται στην Αντρέου ν. Δήμου Λάρνακας (2014) 2 Α.Α.Δ. 263, αφορά στο ίδιο το περιεχόμενο της μαρτυρίας, τα δε αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της ευλόγως αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Ως επίσης λέχθηκε, αφού έγινε αναφορά στο «μαρτυρικό βάρος (evidential burden) ή αποδεικτικό βάρος», δηλαδή το βάρος απόδειξης με την έννοια της προσαγωγής της μαρτυρίας, δεν υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στο γεγονός ότι το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία και κρίνει την υπόθεση επί των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, αφού εναπόκειται στον διάδικο, ο οποίος αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του, είτε να επιδιώξει την αντεξέταση είτε να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση (βλ. και Κώστα ν. Κώστα (2003) 1(Α) Α.Α.Δ. 269 και Γ.Κ. ν. Ε.Ζ., Έφεση Αρ. 8/21, ημερ. 13/05/2021).
Μαρτυρία - Αξιολόγηση
Στην προκειμένη, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελείται από ένορκες δηλώσεις, στις οποίες επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. Δεν ζητήθηκε η καταχώρηση οποιασδήποτε συμπληρωματικής ή απαντητικής ένορκης δήλωσης, ούτε η αντεξέταση κάποιου από τους ενόρκως δηλούντες. Η αξιολόγηση λοιπόν της μαρτυρίας θα γίνει στη βάση των σχετικών αρχών που διέπουν τέτοιες περιπτώσεις, όπου δηλαδή δεν προσάγεται προφορική μαρτυρία και δεν γίνεται αντεξέταση κάποιου μάρτυρα, οπόταν το Δικαστήριο δεν έχει το ευεργέτημα της παρακολούθησης μαρτύρων να εξιστορούν τα γεγονότα.
Από τα όσα παρατίθενται στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις προκύπτει ότι είναι κοινώς παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα:
§ Η Αιτήτρια καταχώρισε μονομερή αίτηση ημερ. 19/05/2023 (στο εξής «η Μονομερής αίτηση»), στη βάση της οποίας, στις 23/05/2023, εκδόθηκαν μονομερώς διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της εν λόγω αίτησης (στο εξής το «Μονομερές Διάταγμα»).
§ Η Καθ’ ης η αίτηση 1 είναι διευθύντρια της Καθ’ ης η αίτηση 2.
§ Στις 25/05/2023, το Μονομερές Διάταγμα μαζί με τη Μονομερή αίτηση, επιδόθηκαν στην Καθ’ ης η αίτηση 1, τόσο υπό την προσωπική της ιδιότητα όσο και υπό την ιδιότητά της ως διευθύντριας της Καθ’ ης η αίτηση 2.
§ Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, με απόφαση ημερ. 19/02/2024 (στο εξής «το Διάταγμα ημερ. 19/02/2024»), το Μονομερές διάταγμα κατέστη απόλυτο (βλ. παράγραφο Α του Διατάγματος ημερ. 19/2/2024) και εκδόθηκαν περαιτέρω διατάγματα (βλ. παραγράφους Β – Ζ του Διατάγματος ημερ. 19/2/2024).
§ Στις 20/03/2024, επιδόθηκε στην Καθ’ ης η αίτηση 1, τόσο υπό την προσωπική της ιδιότητα όσο και υπό την ιδιότητά της ως διευθύντριας της Καθ' ης η αίτηση 2: (1) το Διάταγμα ημερ. 19/02/2024, (β) πιστοποιητικό ΙΒΑΝ (IBAN Certificate), με το οποίο προσδιορίζονται τα στοιχεία και ο αριθμός του τραπεζικού λογαριασμού και ο αριθμός ΙΒΑΝ για σκοπούς του διατακτικού της παραγράφου Γ του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024 και (γ) συνοδευτική επιστολή, η οποία ενημερώνει τις Καθ’ ων η Αίτηση ότι ο αριθμός λογαριασμού που επισυνάπτεται αφορά το εν λόγω Διάταγμα.
§ Το Μονομερές Διάταγμα και το Διάταγμα ημερ. 19/02/2024 περιλαμβάνουν οπισθογράφηση, με την οποία οι Καθ’ ων η Αίτηση ενημερώνονται ότι εάν οι ίδιες προσωπικά ή/και μέσω των υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων τους και/ή μέσω οποιουδήποτε νομικού και/ή φυσικού προσώπου ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό τους, αμελήσουν να υπακούσουν στα ως άνω διατάγματα, θα υπόκεινται σε σύλληψη, η δε περιουσία τους σε κατάσχεση.
§ Η Αιτήτρια και η Καθ’ ης η αίτηση 1 αποτελούν συνιδιοκτήτριες, κατέχοντας από ½ του ακινήτου με αρ. εγγραφής [ ] (στο εξής «το Ακίνητο»).
§ Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει οποιαδήποτε κατάθεση από τις Καθ’ ων η αίτηση στον πιο πάνω αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό.
Στη βάση των πιο πάνω δέον όπως αναφερθεί ότι έχουν αποδειχθεί η ύπαρξη των ως άνω Διαταγμάτων, η αναγκαία οπισθογράφηση αυτών αλλά και η δέουσα επίδοση αυτών, στις Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2. Ενόψει δε της νομότυπης γνωστοποίησης των διαταγμάτων αυτών έχει τεκμηριωθεί και το ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2 έχουν λάβει γνώσει των όρων αυτών.
Περαιτέρω, στον φάκελο της υπόθεσης, στο ηλεκτρονικό σύστημα i-justice, έχουν καταχωρηθεί ένορκες δηλώσεις δια των οποίων δηλώνεται και δεν έχει αμφισβητηθεί από τις Καθ’ ων η αίτηση, η επίδοση της υπό κρίση αίτησης, στην Καθ’ ης η αίτηση 1, τόσο υπό την προσωπική της ιδιότητα όσο και υπό την ιδιότητά της ως διευθύντριας της Καθ' ης η αίτηση 2. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί και η προσωπική επίδοση της αίτησης στις Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2.
Απομένει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο έχει αποδειχθεί στον δέοντα βαθμό ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, έχουν παραβιάσει όρους των εν λόγω Διαταγμάτων. Για τον σκοπό αυτό κρίνεται αναγκαίο όπως παρατεθεί στο σημείο αυτό αυτούσιο το περιεχόμενων των υπό αναφορά Διαταγμάτων:
Μονομερές Διάταγμα ημερ. 23/05/2023
Α. ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό και/ή Προληπτικό Διάταγμα με το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Καθ’ ης η αίτηση αρ 1. ΣΟΦΙΑ ΦΩΤΙΟΥ (ΑΔ.Τ. [ ]), προσωπικά ή/και μέσω των υπαλλήλων της και/ή υπηρετών και/ή εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων της και/ή μέσω οποιουδήποτε νομικού και/ή φυσικού προσώπου ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ’ εντολή και/ή για λογαριασμό της, από το να διαθέσει ή/και χρησιμοποιήσει ή/και ενοικιάσει ή/και μισθώσει ή/και επιβαρύνει ή/και με οποιονδήποτε τρόπο εκμεταλλευτεί το σύνολο ή/και μέρος του Ακινήτου υπ' αρ. εγγραφής [ ] (το Ακίνητο), μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης Διαταγής του Δικαστηρίου.
Β. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό και/ή Προληπτικό Διάταγμα με το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Καθ’ ης η αίτηση αρ 2 ANDRECOSTA HOLDINGS LTD (H E [ ]) προσωπικά ή/και μέσω των υπαλλήλων της και/ή υπηρετών και/ή εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων της και/ή μέσω οποιουδήποτε νομικού και/ή φυσικού προσώπου ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ’ εντολή και/ή για λογαριασμό της, από το να διαθέσει ή/και χρησιμοποιήσει ή/και ενοικιάσει ή/και μισθώσει ή/και επιβαρύνει ή/και με οποιονδήποτε τρόπο εκμεταλλευτεί το σύνολο ή/και μέρος του Ακινήτου υπ’ αρ. εγγραφής [ ] (το Ακίνητο), μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης Διαταγής του Δικαστηρίου.
Διάταγμα ημερ. 19/02/2024
Α. ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως τα προσωρινά διατάγματα ημερ. 23.5.23 υπό στοιχεία Α και Β της αίτησης δια του παρόντος γίνονται απόλυτα.
Β. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Προσωρινό Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό και/ή Προληπτικό Διάταγμα με το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους εναγόμενους αρ.1 και 2 ή/και τους υπαλλήλους τους και/ή υπηρέτες και/ή εκπροσώπους τους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή μέσω οποιουδήποτε νομικού και/ή φυσικού προσώπου ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό τους, επεμβαίνουν στο Ακίνητο, μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης Διαταγής του Δικαστηρίου.
Γ. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Διαζευκτικά ή/και σωρευτικά με το πιο πάνω Διάταγμα, με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 και 2, προσωπικά ή/και μέσω των υπαλλήλων τους και/ή υπηρετών και/ή εκπροσώπων τους και/ή αντιπροσώπων τους και/ή μέσω οποιουδήποτε νομικού και/ή φυσικού προσώπου ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ’ εντολή κα;/ή για λογαριασμό τους, όπως καταβάλουν και/ή καταθέσουν προς φύλαξη και/ή ως μεσεγγύηση (in escrow) κάθε ποσό που εισπράττουν εφεξής στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου σε τραπεζικό λογαριασμό ο οποίος ήθελε επί τούτου ανοιχθεί ή/και υποδειχθεί μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή την έκδοση τελικής απόφασης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Ο τραπεζικός λογαριασμός που θα ανοιχθεί να ανοιχθεί από την ενάγουσα και να υποδειχθεί στις εναγόμενες εντός 15 ημερών από σήμερα.
Δ. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Διάταγμα τύπου "Norwich Pharmacal” με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τους Εναγόμενους αρ, 1 και 2 ή/και τους αξιωματούχους τους ή/και εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους τους, να αποκαλύψουν ενόρκως εντός επτά (7) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του Διατάγματος του Δικαστηρίου, μέσω καταχώρησης ένορκου δήλωσης αποκάλυψης, που θα κατατεθεί στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και θα επιδοθεί στους νόμιμους εκπροσώπους της Αιτήτριας, και που θα περιέχει όλες και οποιεσδήποτε πληροφορίες ή/και έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη και έλεγχο τους, επισυνάπτοντας στην ένορκο δήλωση αποκάλυψης τα αντίγραφα (είτε σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή όλων των σχετικών εγγράφων ή/και πληροφοριών (ή, αν αυτά τα έγγραφα και/ή πληροφορίες δεν βρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη, ή έλεγχο τους, να προσδιορίσουν τέτοια έγγραφα και/ή πληροφορίες και τα πρόσωπα τα οποία έχουν στην κατοχή, φύλαξης ή έλεγχο τέτοια έγγραφα) που αφορούν:
(i) Την ταυτότητα των προσώπων που διαμένουν εντός του Ακινήτου ή/και που χρησιμοποιούν τον Ακίνητο ή/και προς τα οποία έχουν «ενοικιάσει» ή/και έχουν παραχωρήσει με τον οποιοδήποτε τρόπο την κατοχή του Ακινήτου ή/και μέρος του Ακινήτου, όπως επίσης και τα στοιχεία επικοινωνίας αυτών, την ημέρα από την οποία διαμένουν εντός του Ακινήτου-
(ii) Όλες τις συμφωνίες ενοικίασης ή/και έγγραφα παραχώρησης με τον οποιοδήποτε τρόπο της κατοχής του Ακινήτου ή/και των καταστημάτων ή/και διαμερισμάτων που βρίσκονται στο Ακίνητο ή/και οποιουδήποτε χώρου έχει παραχωρηθεί σε τρίτο πρόσωπο που δεν είναι οι ενάγοντες μέχρι την ημέρα καταχώρισης της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης-
(iii) Οποιοδήποτε έγγραφο πληρωμής που κατονομάζει τα πρόσωπα που πληρώνουν τους εναγόμενους για τη διαμονή τους εντός του Ακινήτου ή/και των διαμερισμάτων ή/και καταστημάτων που βρίσκονται στο Ακίνητο ή/και οποιουδήποτε σχετικού χώρου-
(iv) Τα ποσά που εισέπραξαν ή/και που εισπράττουν οι εναγόμενοι ή/και οποιοσδήποτε αξιωματούχος ή/και εκπρόσωπος ή/και αντιπρόσωπος των εναγόμενων από τις μέχρι την καταχώριση της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης και τα πρόσωπα από τα οποία έλαβαν τα χρήματα αυτά (συμπεριλαμβανομένου του ονόματος, του αριθμού διαμερίσματος ή/και καταστήματος στον οποίο διαμένουν) από την ημερομηνία που η Αιτήτρια κατέστη ιδιοκτήτρια του μισού μεριδίου του Ακινήτου-
(v) Την ταυτότητα οποιασδήποτε άλλου νομικού ή/και φυσικού προσώπου εκμεταλλεύεται το Ακίνητο και είναι σε γνώση των Καθ΄ ων η Αίτηση ή/και νομικών προσώπων στα οποία οι Καθ΄ ων η Αίτηση είναι αξιωματούχοι ή/και στα οποία συμμετέχουν με τον οποιοδήποτε τρόπο ή/και που γνωρίζουν ότι με τον οποιοδήποτε τρόπο εμπλέκονται στην εκμετάλλευση του Ακινήτου ή/και των καταστημάτων που βρίσκονται στο Ακίνητο ή/και οποιουδήποτε χώρου ή/και ενοικιάζουν τα διαμερίσματα ή/και καταστήματα που βρίσκονται στο Ακίνητο ή/και εισπράττουν ενοίκια-
(vi) Αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού στον οποίο εμβάζονται ή/και τον αριθμό λογαριασμού ή/και λογαριασμών στους οποίους γινόταν ή/και γίνεται κατάθεση των χρημάτων που κατατίθενται τα ποσά που εισπράττονται από την ενοικίαση ή/και με τον οποιοδήποτε τρόπο παραχώρηση του Ακινήτου ή/και της Πολυκατοικίας ή/και άλλως πως από τις 27.12.2022 μέχρι την μέρα καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης-
Ε. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται επιπρόσθετα, Διάταγμα με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 ή/και τους εντολείς τους, ή/και τους συνεργάτες τους, ή/και τους εκπροσώπους ή/και αντιπροσώπους ή/και υπαλλήλους ή/και αξιωματούχους ή/και διευθυντές, είτε υφιστάμενους είτε μη, να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια απόκρυψης, τροποποίησης, διαγραφής ή καταστροφής οποιασδήποτε πληροφορίας, δεδομένων, εγγράφων είτε σε ηλεκτρονική ή/και έντυπη μορφή ή/και σε σκληρή μορφή ή/και σε άλλη μορφή που σχετίζεται με τις πληροφορίες και τα έγγραφα που ζητούνται με την παρούσα Αγωγή ή/και Αίτηση.
ΣΤ. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Διάταγμα σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα να έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ληφθείσες πληροφορίες μετά τη συμμόρφωση με το διάταγμα αποκάλυψης προκειμένου να υποστηρίξουν ή/και να τεκμηριώσουν ή/και να αποδείξουν ή/και να προβούν σε διαδικασίες αστικές ή/και διαδικασίες εκτέλεσης ή/και σε προστατευτικά και/ή προσωρινά και/ή παρεμπίπτοντα ή/και απαγορευτικά μέτρα ή/και θεραπείες, εναντίον των προσώπων που διαμένουν ή/και χρησιμοποιούν το Ακίνητο ή/και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2 ή/και οποιονδήποτε προσώπων ήθελε διαφανεί ότι χρησιμοποιούν το Ακίνητο ή/και των διαμερισμάτων ή/και καταστημάτων ή/και οποιουδήποτε χώρου βρίσκεται στο Ακίνητο.
Z. ΚΑΙ TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε 60 ήμερες από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος στις εναγόμενες αρ. 1 και 2-καθ ων η αίτηση.
Η εξέταση του κατά πόσο υπάρχει παραβίαση των όρων των ως άνω διαταγμάτων δεν μπορεί παρά να γίνει στο πλαίσιο των όσων σχετικών η Αιτήτρια αποδίδει στις Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, στην ίδια την υπό κρίση αίτηση, εφόσον αυτή, ως έχει προαναφερθεί, κατά κάποιο τρόπο επενεργεί ως «κατηγορητήριο», ώστε να γνωρίζουν οι Καθ’ ων η αίτηση τι ακριβώς τους αποδίδεται. Συγκεκριμένα, τους αποδίδεται ότι:
1. Κατά παράβαση των παραγράφων Α και Β του Μονομερούς Διατάγματος και της παραγράφου Α του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024, συνεχίζουν προσωπικά ή/και μέσω των υπαλλήλων τους και/ή υπηρετών και/ή εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων και/ή μέσω νομικών και/ή φυσικών προσώπων που ενεργούν εκ μέρους τους και κατ’ εντολή και/ή για λογαριασμό τους να διαθέτουν και/ή να χρησιμοποιούν και/ή να ενοικιάζουν και/ή να εκμισθώνουν και/ή να επιβαρύνουν και να εκμεταλλεύονται το σύνολο και/ή μέρους του Ακινήτου.
2. Κατά παράβαση της παραγράφου Β του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024, συνεχίζουν μέχρι και σήμερα προσωπικά ή/και μέσω των υπαλλήλων τους και/ή υπηρετών και/ή εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων και/ή μέσω νομικών και/ή φυσικών προσώπων που ενεργούν εκ μέρους τους και κατ’ εντολή και/ή για λογαριασμό τους, να επεμβαίνουν στο Ακίνητο.
3. Κατά παράβαση της παραγράφου Γ του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024, προσωπικά ή/και μέσω των υπαλλήλων τους και/ή υπηρετών και/ή εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων και/ή μέσω νομικών και/ή φυσικών προσώπων που ενεργούν εκ μέρους τους και κατ’ εντολή και/ή για λογαριασμό τους, δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που τους υπέδειξε η Αιτήτρια.
4. Κατά παράβαση της παραγράφου Δ του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024 και των υποπαραγράφων αυτής, δεν αποκάλυψαν μέχρι σήμερα ενόρκως και/ή άλλως πως, οποιαδήποτε πληροφορία.
Προς απόδειξη της θέσης της για παραβίαση, από τις Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, των όρων των διατακτικών των παραγράφων Α και Β του Μονομερούς Διατάγματος και των διατακτικών των παραγράφων Α και Β του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024, δηλαδή ότι αυτές «συνεχίζουν να διαθέτουν και/ή να χρησιμοποιούν και/ή να ενοικιάζουν και/ή να εκμισθώνουν και/ή να επιβαρύνουν και να εκμεταλλεύονται το σύνολο και/ή μέρους του Ακινήτου και να επεμβαίνουν σε αυτό», μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση προβάλλονται τα ακόλουθα:
Η Αιτήτρια ανέθεσε τη διαχείριση του Ακινήτου στην Delfi Partners. Στις 11/07/2024 και 15/07/2024, οι συνεργάτες της Αιτήτριας από την Delfi Partners, επισκέφθηκαν το Ακίνητο και έλαβαν φωτογραφίες (επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 6 αυτές που αφορούν την ημερ. 11/07/2024 και ως Τεκμήριο 7 αυτές που αφορούν την ημερ. 15/07/2024). Κατά τις εν λόγω επισκέψεις διαπιστώθηκε ότι στο Ακίνητο υπάρχει πολυκατοικία, αποτελούμενη από διαμερίσματα. Στα μπαλκόνια των διαμερισμάτων υπάρχουν έπιπλα, καθώς και απλωμένα πλυμένα ρούχα των ενοίκων. Επίσης, στους χώρους στάθμευσης των διαμερισμάτων υπάρχουν σταθμευμένα τα οχήματα των ενοίκων. Οι κάδοι των σκουπιδιών της πολυκατοικίας είναι γεμάτοι με σκουπίδια, ενώ από το σωλήνα της υδρορροής ρέει νερό. Από τον δρόμο μπορούσε να γίνει αντιληπτή η κίνηση των ενοίκων εντός κάποιων διαμερισμάτων, εφόσον μερικές από τις μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα των διαμερισμάτων ήταν ανοικτά. Επιπρόσθετα, κατόπιν αιτήματος της Αιτήτριας, υπό την ιδιότητά της ως συνιδιοκτήτριας του ακινήτου, προς την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, η Αιτήτρια εξασφάλισε καταστάσεις των λογαριασμών ρεύματος που είναι συνδεδεμένοι με τα διαμερίσματα του ακινήτου για χρονική περίοδο μέχρι τις 13/07/2024 (επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 8). Από τις εν λόγω καταστάσεις φαίνεται ότι στα διαμερίσματα της πολυκατοικίας υπάρχει κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος και οφειλόμενα ποσά μέχρι και τις 13/07/2024. Περαιτέρω, από συνομιλίες λειτουργού της Delfi Partners με τους γείτονες του Ακινήτου, λήφθηκε η πληροφόρηση ότι στα διαμερίσματα διαμένουν αλλοδαποί, διαμένουν περισσότεροι ένοικοι από ότι θα έπρεπε σε σχέση με τη χωρητικότητα των διαμερισμάτων, οι ένοικοι συνεχώς λερώνουν τους εξωτερικούς χώρους της πολυκατοικίας και κατ’ επανάληψη ξεχειλίζουν οι λάκκοι της γειτονιάς.
Είναι στη βάση των πιο πάνω που η Αιτήτρια προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση παραβαίνουν τους προαναφερόμενους όρους των Διαταγμάτων, εφόσον εξακολουθούν να ενοικιάζουν το ακίνητο, παρόλο που, σύμφωνα με την ίδια θέση, τα συγκεκριμένα διατακτικά ρητά απαγορεύουν την ενοικίαση, εκμετάλλευση και επέμβαση στο Ακίνητο. Είναι περαιτέρω η θέση της Αιτήτριας ότι ενόψει του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να διατηρούν ενοικιαστές στο ακίνητο, «είναι προφανές ότι συνεχίζουν ανελλιπώς να εισπράττουν ενοίκια, τα οποία όμως δεν κατέβαλαν στον τραπεζικό λογαριασμό».
Εδώ να λεχθεί ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1, στη δική της ένορκη δήλωση, αρνείται τα πιο πάνω. Παραδέχεται μόνο ότι στα διαμερίσματα διαμένουν και τα χρησιμοποιούν ενοικιαστές, οι οποίοι τα ενοικίασαν από την Καθ’ ης η αίτηση 2 σε χρόνο πριν την έκδοση και επίδοση των εν λόγω Διαταγμάτων, στη βάση συμφωνίας ημερ. 01/01/2018 που είχε η Καθ’ ης η αίτηση 2 για τέτοια ενοικίαση. Προσθέτει δε ότι κάποια διαμερίσματα είναι άδεια αφού μετά την κένωση τους από ενοικιαστές δεν ενοικιάστηκαν, σύμφωνα με το Διάταγμα. Υποστηρίζει επίσης ότι από την επίδοση του Μονομερούς Διατάγματος και προς συμμόρφωση με αυτό δεν ενοικίασαν άλλο διαμέρισμα, δεν εισέπραξαν οιοδήποτε ενοίκιο και σταματήσαν να εκμεταλλεύονται, να χρησιμοποιούν, να επιβαρύνουν και να διαχειρίζονται το Ακίνητο.
Τα πιο πάνω γεγονότα και δη το ότι δεν υπήρξαν νέες ενοικιάσεις στο Ακίνητο δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς της Αιτήτριας, η οποία φέρει και το βάρος να αποδείξει την παραβίαση των όρων των εν λόγω Διαταγμάτων. Όπως δεν αμφισβητήθηκε αλλά ούτε και προσφέρθηκε αντίθετη μαρτυρία και δη τέτοια που να καταδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι πράγματι οι Καθ’ ων η αίτηση εξακολουθούν να εισπράττουν ενοίκια. Το γεγονός ότι συνεχίζουν να βρίσκονται στο ακίνητο πρόσωπα στη βάση των προγενέστερων συμφωνιών ενοικιάσεων, δεν μπορεί να οδηγήσει δίχως άλλο σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα ότι η Καθ’ ης η αίτηση 2 εξακολουθεί να εισπράττει ενοίκια. Ως προς τούτο να λεχθεί ότι δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι.
Η θέση δε της Αιτήτριας στην αγόρευση της ότι οι 60 ημέρες συμμόρφωσης που αναφέρονται στην παράγραφο Ζ του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024 δόθηκαν «ώστε προφανώς οι Καθ’ ων η αίτηση να λάβουν τα δέοντα μέτρα ώστε με τη λήξη της εν λόγω περιόδου συμμόρφωσης να μην υπήρχε ενεργή ενοικίαση» και ότι «προφανώς και θα έπρεπε να είχαν τερματίσει της συμβατικές σχέσεις ενοικίασης» δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο λεκτικό των εν λόγω διαταγμάτων ούτε στην ίδια τη φύση και λογική τους και εξηγώ.
Κατ’ αρχάς από το λεκτικό των όρων των διατακτικών των παραγράφων Α και Β του Μονομερούς Διατάγματος, και δη «με το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει …, από το να διαθέσει ή/και χρησιμοποιήσει ή/και ενοικιάσει ή/και μισθώσει ή/και επιβαρύνει ή/και με οποιονδήποτε τρόπο εκμεταλλευτεί το σύνολο ή/και μέρος του Ακινήτου» προκύπτει ότι η εν λόγω υποχρέωση των Καθ’ ων η αίτηση δεν αφορούσε χρόνο παρελθοντικό αλλά μελλοντικό. Με άλλα λόγια τα διατάγματα αυτά απαγορεύουν την οποιαδήποτε ενοικίαση και/ή μίσθωση του συνόλου ή μέρους του Ακινήτου, από τον χρόνο επίδοσης των Διαταγμάτων και εντεύθεν. Δεν αφορούν λοιπόν ενοικιάσεις που προηγήθηκαν του χρόνου αυτού και συνεχίζουν να υφίστανται. Αυτό άλλωστε είναι και λογικό εφόσον ο σκοπός των εν λόγω διαταγμάτων ήταν η διατήρηση του status qwo. Εξ ου και τα ίδια τα διατάγματα αναφέρουν ότι είναι «Συντηρητικά και/ή Απαγορευτικά και/ή Προληπτικά». Ούτε και προκύπτει οποιαδήποτε επέμβαση των Καθ’ ων η αίτηση στο Ακίνητο, ως προβάλλει, στη βάση πάντα των πιο πάνω, η Αιτήτρια.
Με τα εν λόγω δε Διατάγματα προφανώς και δεν διατάχθηκαν οι Καθ’ ων η αίτηση να τερματίσουν τις προυπάρχουσες συμφωνίες ενοικίασης και να προβούν σε διαδικασίες έξωσης των ενοικιαστών, ως προβάλλει η Αιτήτρια, ώστε να τίθεται θέμα παράβασης των όρων των διαταγμάτων εκ της συνέχισης των εν λόγω συμφωνιών. Στα πιο πάνω συνηγορεί και το διατακτικό της παραγράφου Γ του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024, η οποία επιβάλλει στις Καθ’ ων η αίτηση υποχρέωση «όπως καταβάλουν και/ή καταθέσουν» σε τραπεζικό λογαριασμό «προς φύλαξη και/ή ως μεσεγγύηση κάθε ποσό που εισπράττουν εφεξής». Στο ίδιο συνηγορεί και το διατακτικό της παραγράφου Δ του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024, το οποίο επιβάλλει στις Καθ’ ων η αίτηση υποχρέωση ένορκης αποκάλυψης, η οποία θα περιέχει όλες και οποιεσδήποτε πληροφορίες ή/και έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη και έλεγχο τους που αφορούν, μεταξύ άλλων: (i) την ταυτότητα των προσώπων που διαμένουν εντός ή/και που χρησιμοποιούν το Ακίνητο ή/και προς τα οποία έχουν «ενοικιάσει» ή/και έχουν παραχωρήσει με τον οποιοδήποτε τρόπο την κατοχή του Ακινήτου ή/και μέρους του, (iii) όλες τις συμφωνίες ενοικίασης ή/και έγγραφα παραχώρησης με οποιοδήποτε τρόπο της κατοχής του Ακινήτου ή/και των καταστημάτων ή/και διαμερισμάτων που βρίσκονται σε αυτό και (iii) αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού στον οποίο εμβάζονται ή/και τον αριθμό λογαριασμού ή/και λογαριασμών στους οποίους γινόταν ή/και γίνεται κατάθεση των χρημάτων που κατατίθενται τα ποσά που εισπράττονται από την ενοικίαση ή/και με τον οποιοδήποτε τρόπο παραχώρηση του Ακινήτου ή/και της Πολυκατοικίας.
Είναι δε διαζευκτικά η θέση της Αιτήτριας ότι ακόμη και εάν οι Καθ’ ων η αίτηση δεν είχαν, με βάση τα διατακτικά των παραγράφων Α και Β του Μονομερούς Διατάγματος, υποχρέωση να τερματίσουν τις ενοικιάσεις και γίνει δεκτός ο ισχυρισμός τους ότι δεν εισπράττουν ενοίκια μετά από την επίδοση των Διαταγμάτων, τούτο δεν σημαίνει ότι έχουν συμμορφωθεί. Αυτό καθ’ ότι, σύμφωνα πάντα με την ίδια θέση, εφόσον δεν έχουν τερματίσει οποιαδήποτε ενοικίαση και αυτές εξακολουθούν να υφίστανται, δεν απαλείφεται η συμβατική υποχρέωση των ενοικιαστών για καταβολή μηνιαίου ενοικίου και ακόμα και εάν τέτοιο δεν εισπράττεται, η Καθ’ η αίτηση 2 συνεχίζει να αποκτά για κάθε μήνα, αγώγιμο συμβατικό δικαίωμα ανάκτησης τέτοιου ενοικίου από τους ενοικιαστές, κάτι που αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα, το οποίο καρπούνται οι Καθ’ ων η αίτηση, εκμεταλλευόμενες έτσι το Ακίνητο, κατά παράβαση των υπό αναφορά Διαταγμάτων.
Ως προς την πιο πάνω θέση της Αιτήτριας δέον όπως λεχθεί ότι, ως γίνεται αντιληπτή, εδράζεται στο ότι η Καθ’ ης η αίτηση 2 έχει με βάση τα Διατάγματα υποχρέωση να εισπράττει τα ενοίκια. Από το ίδιο το λεκτικό των διαταγμάτων δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Η ύπαρξη συμβατικού δικαιώματος για είσπραξη των ενοικίων δεν επιβάλλει και υποχρέωση είσπραξης τους, ενόψει της ύπαρξης και μόνο των εν λόγω Διαταγμάτων. Η υποχρέωση που επιβάλλεται από τα Διατάγματα είναι η κατάθεση στο λογαριασμό των ποσών που εισπράττονται, στην περίπτωση δηλαδή που εισπράττονται τέτοια. Το ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παραλείπουν να εισπράξουν τα ενοίκια επικαλούμενες συμμόρφωση με τα Διατάγματα και η Αιτήτρια ενδεχομένως να έχει δικαίωμα να αξιώσει αποζημιώσεις για οποιαδήποτε βλάβη υποστεί εκ του γεγονότος αυτού είναι ένα άλλο θέμα. Το ουσιώδες στην προκειμένη είναι ότι η εν λόγω παράλειψη των Καθ’ ων η αίτηση δεν συνιστά παραβίαση των όρων των υπό αναφορά Διαταγμάτων.
Τα πιο πάνω συμπλέκονται αναπόδραστα με τη θέση της Αιτήτριας ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παραβαίνουν τους όρους του διατακτικού της παραγράφου Γ του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024, εφόσον αυτή εδράζεται βασικά στο ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εισπράττουν ενοίκια από τα πρόσωπα που ενοικιάζουν τα διαμερίσματα στην πολυκατοικία και δεν τα καταθέτουν στο συγκεκριμένο λογαριασμό. Ως έχει προαναφερθεί είναι παραδεκτό από πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν έχουν καταθέσει οποιοδήποτε ποσό στον εν λόγω λογαριασμό. Ως όμως εξηγήθηκε δεν έχει αποδειχθεί ότι η Καθ’ ης η αίτηση 2 εισπράττει ενοίκια ώστε να υπέχει τέτοια υποχρέωση και κατ’ επέκταση να υπάρχει παράβαση του εν λόγω Διατάγματος.
Των πιο πάνω λεχθέντων απομένει προς εξέταση το κατά πόσο οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν συμμορφωθεί με την παράγραφο Δ του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024.
Ως προς τούτο, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται ότι μέχρι την καταχώρηση αυτής, δηλαδή τις 19/07/2024 δεν είχε καταχωρηθεί οποιαδήποτε ένορκη δήλωση από τις Καθ’ ων η Αίτηση στον φάκελο της υπόθεσης, ούτε είχε επιδοθεί τέτοια ένορκη δήλωση στην Αιτήτρια.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, αναφέρουν ότι έχουν αποκαλύψει τα στοιχεία που ζητούνται με το διατακτικό της παραγράφου Δ του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024. Συγκεκριμένα, προβάλλουν ότι έχουν αποκαλύψει όλα τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους σε σχέση με τους ενοικιαστές των διαμερισμάτων, ήτοι τα ενοικιαστήρια συμβόλαια που περιέχουν τα ονόματα και ARC, ταυτότητες των ενοικιαστών αλλά και τις καταστάσεις λογαριασμού από την ΑΗΚ. Προς τον σκοπό αυτό επισυνάπτεται η εν λόγω ένορκη δήλωση (ως Τεκμήριο 1).
Από τη μελέτη του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης διαπιστώνεται ότι η προαναφερόμενη ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στο σύστημα στις 13/12/2024. Πρόκειται για ένορκη δήλωση στην οποία ομνύουσα είναι η Καθ’ ης η αίτηση 1, η οποία δηλώνει την ιδιότητα της αυτή αλλά και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη και από την Καθ’ ης η αίτηση 2 να προβεί στην ένορκη δήλωση. Με αυτήν αποκαλύπτει ως έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή της και διατάχθηκε να αποκαλύψει σε σχέση με τα διαμερίσματα: (1) αντίγραφα ενοικιαστηρίων εγγράφων - μεταξύ της Καθ’ ης η αίτηση 2 και άλλων προσώπων - 9 διαμερισμάτων (ημερ. 01/01/2023, 05/01/2023, 03/04/2023, 01/01/2023, 18/05/2023, 03/01/2023, 01/09/2022, 01/05/2023 και 01/01/2023) και (2) αντίγραφα καταστάσεων λογαριασμών από την ΑΗΚ για 9 διαμερίσματα. Επίσης δηλώνει ενόρκως ότι δεν έχει κατά τον χρόνο εκείνο στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της οποιοδήποτε άλλο έγγραφο σχετικό με τα εγειρόμενα στην παρούσα αγωγή ζητήματα ή οποιοδήποτε από αυτά ή στο οποίο έγινε οποιαδήποτε καταχώρηση σχετική με τα εν λόγω ζητήματα ή οποιοδήποτε από αυτά εκτός από τα έγγραφα που παρατίθενται πιο πάνω και ότι σε περίπτωση κατά την οποία περιέλθει στη γνώση της ή στην κατοχή ή φύλαξη ή έλεγχο της οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο, επιφυλάσσεται να το αποκαλύψει και να το παρουσιάσει.
Εδώ να λεχθεί ότι παρά το ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στις 13/12/2024, ενώ η υποχρέωση καταχώρησης της σύμφωνα με το διάταγμα ήταν εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης (η επίδοση έγινε στις 20/03/2024) και άρα δεν είχε καταχωρηθεί όταν καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση (εξ ου και η Αιτήτρια επικαλείται στην αίτηση έλλειψη πλήρους συμμόρφωσης), η Αιτήτρια στην αγόρευση της δεν θέτει θέμα καθυστέρησης στην καταχώρηση αλλά μη πλήρους συμμόρφωσης αναφορικά με τις πληροφορίες και έγγραφα που διατάχθηκαν να αποκαλυφθούν.
Από τα όσα δε σχετικά αναφέρει η Αιτήτρια στην αγόρευση της, προκύπτει ότι η θέση της, είναι ότι η παρακοή των Καθ’ ων η αίτηση αφορά μόνο τα διατακτικά των υποπαραγράφων (iii) - (vi) της παραγράφου Δ του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024.
Με τις εν λόγω υποπαραγράφους επιβάλλεται στις Καθ’ ων η αίτηση υποχρέωση αποκάλυψης:
(1) Οποιουδήποτε εγγράφου πληρωμής που κατονομάζει τα πρόσωπα που πληρώνουν αυτές για τη διαμονή τους σε οποιονδήποτε χώρο του Ακινήτου [υποπαράγραφος (iii)].
(2) Tων ποσών που εισέπραξαν ή/και που εισπράττουν «από τις μέχρι την καταχώριση» της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης και τα πρόσωπα από τα οποία έλαβαν τα χρήματα αυτά από την ημερομηνία που η Αιτήτρια κατέστη ιδιοκτήτρια του μισού μεριδίου του Ακινήτου [υποπαράγραφος (iv)].
(3) Της ταυτότητας οποιασδήποτε άλλου φυσικού και/ή νομικού προσώπου εκμεταλλεύεται με οποιοδήποτε τρόπο το Ακίνητο και είναι σε γνώση των Καθ΄ ων η αίτηση [υποπαράγραφος (v)].
(4) Αντιγράφου κατάστασης λογαριασμού στον οποίο εμβάζονται ή/και τον αριθμό λογαριασμού στους οποίους γινόταν ή/και γίνεται κατάθεση των χρημάτων που κατατίθενται τα ποσά που εισπράττονται από την ενοικίαση από τις 27/12/2022 μέχρι την καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης [υποπαράγραφος (vi)].
Ως έχει προαναφερθεί, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, αναφέρεται και δεν έχει αμφισβητηθεί δικονομικά από πλευράς της Αιτήτριας, ότι έχουν αποκαλυφθεί όλα τα έγγραφα που οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν στην κατοχή τους σε σχέση με την ενοικίαση των διαμερισμάτων από την Καθ’ ης η αίτηση 2 σε τρίτα πρόσωπα. Το ποια είναι τα πρόσωπα αυτά και τα στοιχεία αυτών φαίνονται στα αντίγραφα των ενοικιαστηρίων εγγράφων και τους λογαριασμούς της ΑΗΚ που καταχωρήθηκαν με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης.
Εδώ να λεχθεί ότι δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι στο Ακίνητο βρίσκονται άλλα πρόσωπα, εκτός από ενοικιαστές των διαμερισμάτων, ούτε ότι το Ακίνητο τυγχάνει εκμετάλλευσης από άλλα πρόσωπα. Ούτε και προκύπτει από τη μαρτυρία ότι για τις όποιες πληρωμές έγιναν από τα πιο πάνω πρόσωπα υπήρχαν «έγγραφα πληρωμής» που κατονομάζουν τα πρόσωπα αυτά.
Ως εκ των άνω δεν τίθεται θέμα παράλειψης αποκάλυψης εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση όσον αφορά τα υπό (1) και (3) ανωτέρω.
Σε σχέση δε το υπό (2) ανωτέρω, δέον όπως αρχικά λεχθεί ότι, ως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση «εισέπραξαν ή/και που εισπράττουν» οποιαδήποτε ποσά μετά την επίδοση του Μονομερούς Διατάγματος. Περαιτέρω, υπάρχει ένα κενό στο υπό αναφορά διατακτικό ως προς τον χρόνο που αφορά η εν λόγω υποχρέωση αποκάλυψης. Συγκεκριμένα, αναφέρεται «από τις μέχρι την καταχώριση της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης». Δεν διευκρινίζεται λοιπόν για ποια περίοδο ακριβώς, εντός της οποίας εισπράττονταν τέτοια ενοίκια, επιβάλλεται η υποχρέωση, εφόσον δεν καθορίζεται ο χρόνος έναρξης της εν λόγω περιόδου.
Τέλος όσον αφορά το υπό (4) ανωτέρω, δέον όπως λεχθεί ότι δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι τα ποσά που εισπράττονταν από την ενοικίαση από τις 27/12/2022, κατατίθεντο ή εμβάζονταν σε κάποιον λογαριασμό, ώστε να τίθεται θέμα υποχρέωσης αποκάλυψης τέτοιου.
Ούτε και δήλωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση ότι υπάρχουν σχετικές, με τα πιο πάνω, πληροφορίες και έγγραφα αλλά δεν βρίσκονται στην κατοχής τους, ώστε να έχουν υποχρέωση, πάντα με βάση το διατακτικό της παραγράφου Δ, του Διατάγματος ημερ. 19/02/2024, να προσδιορίσουν τα πρόσωπα τα οποία τα έχουν στην κατοχή, φύλαξης ή έλεγχο τέτοια έγγραφα, ως επίσης προβάλλει στην αγόρευση της η Αιτήτρια. Ως δε αναφέρεται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης, σε περίπτωση κατά την οποία περιέλθει στη γνώση των Καθ’ ων η αίτηση ή στην κατοχή ή φύλαξη ή έλεγχο τους οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο, επιφυλάσσονται να το αποκαλύψουν και να το παρουσιάσουν.
Στο σημείο αυτό δέον λεχθεί και τούτο. Ενώ πουθενά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν εγείρεται ρητά θέμα παρακοής των διαταγμάτων ενόψει της συμφωνίας, ημερ. 01/01/2018, μεταξύ της Καθ’ ης η αίτηση 1 και της Καθ’ ης η αίτηση 2 για ενοικίαση του Ακινήτου από την τελευταία (με βάση την οποία η Καθ’ ης η αίτηση 2 ουσιαστικά υπενοικιάζει το Ακίνητο σε άλλα πρόσωπα), τέτοια αναφορά γίνεται στη αγόρευση της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, με την αγόρευση ουσιαστικά αποδίδεται στην Καθ’ ης η αίτηση 1, σε ένα σημείο ότι αυτή εισπράττει μηνιαίο ενοίκιο €1.500 από την Καθ' ης η αίτηση 2 και σε άλλο σημείο ότι η τελευταία οφείλει τέτοιο ενοίκιο στην πρώτη. Καμία όμως μαρτυρία δεν έχει τεθεί περί της είσπραξης τέτοιου ενοικίου από την Καθ’ ης η αίτηση 1, παρά δηλαδή τη μη είσπραξη ενοικίων από την Καθ’ ης η αίτηση 2, ώστε να γίνεται λόγος για ενοικίαση ή υπενοικίαση ή εκμετάλλευση του Ακινήτου και κατ’ επέκταση για παρακοή των ως άνω διαταγμάτων. Αντίθετα η θέση της Καθ’ ης η αίτηση 1 στην ένορκη δήλωση ότι δεν εισπράττουν ενοίκια μετά την επίδοση του Μονομερούς Διατάγματος, που ως γενική περιλαμβάνει και την είσπραξη ενοικίων από την ίδια στο πλαίσιο της συμφωνίας της με την Καθ’ ης η αίτηση 2, δεν έχει αμφισβητηθεί δικονομικά από την Αιτήτρια. Σε σχέση με το ότι ενδεχομένως να υπάρχει συμβατική υποχρέωση καταβολής τέτοιου ενοικίου από την Καθ’ ης η αίτηση 2 προς την Καθ’ ης η αίτηση 1, ισχύουν κατά την κρίση μου τα όσα προαναφέρθηκαν στο πλαίσιο εξέταση της παρόμοιας θέσης της Αιτήτριας ως προς την ύπαρξη συμβατικού δικαιώματος για είσπραξη των ενοικίων από τις συμφωνίες ενοικίασης μεταξύ της Καθ’ ης η αίτηση 2 και των τρίτων προσώπων που διαμένουν στο Ακίνητο. Ως εκ των άνω δεν στοιχειοθετείται ούτε οποιαδήποτε παράβαση των όρων των ως άνω διαταγμάτων από την Καθ’ ης η αίτηση 1, στη βάση της υπό αναφορά συμφωνίας αυτής με την Καθ’ ης η αίτηση 2.
Ούτε και έχει αποδειχθεί η θέση της Αιτήτριας ότι, η ως άνω συμφωνία αποτελεί «χωρίς αμφιβολία τέχνασμα, ώστε η Καθ' ης η αίτηση 1 και η οικογένεια της να εκμεταλλεύονται το ακίνητο, αποφεύγοντας τεχνηέντως προσωπικές ευθύνες όπου αυτό τους εξυπηρετεί». Ούτε και μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα, στο πλαίσιο μάλιστα της υπό κρίσης αίτησης, στηριζόμενο μόνο στο γεγονός ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 είναι και διευθύντρια της Καθ’ ης η αίτηση 2 - και υπογράφει την εν λόγω συμφωνία τόσο υπό την ιδιότητα της αυτή όσο και υπό την ιδιότητα της ως ιδιοκτήτρια του Ακινήτου - ενώ γραμματέας της τελευταίας είναι ο υιός της Καθ’ ης η αίτηση 1.
Εδώ να λεχθεί ότι οι πλείστες θέσεις της Αιτήτριας ως προς ουσιώδη γεγονότα στην παρούσα, αποτελούν υποθέσεις και συμπεράσματα στη βάση των μη αμφισβητούμενων γεγονότων. Ως όμως έχει προαναφερθεί, στο πλαίσιο απόδειξης της επίδικης αστικής καταφρόνησης, όπου το απαιτούμενο επίπεδο είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει με επαρκή μαρτυρία και στον δέοντα βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την παρακοή των ως άνω Διαταγμάτων, που αποδίδει δια της παρούσας αίτησης στις Καθ’ ων η αίτηση.
Κατάληξη
Εν κατακλείδι, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 – Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας – Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της υπόθεσης, οπόταν και θα είναι πληρωτέα.
(Υπ.) …….….……..…..…….…………
Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο