ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2484/2014, 26/2/2026
print
Τίτλος:
ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2484/2014, 26/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                 

Αρ. Αγωγής: 2484/2014

Μεταξύ:

ALPHA BANK CYPRUS LTD

                                                                                                                         Ενάγουσας

                                                και

1.         SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LTD

Αρ. Εγγραφής χχχ   

2.         ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Α.Τ. χχχ

3.         ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΤΣΙΑΛΤΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Α.Τ. χχχ  

                                                                                                Εναγομένων

Και δυνάμει Ειδοποίησης ημερομηνίας 10.01.23

 

Μεταξύ:

SKY CAC LIMITED Αρ. Εγγραφής χχχ

                                                                                                                         Ενάγουσας

                                                και

1.       SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LTD

Αρ. Εγγραφής χχχ

2.       ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Α.Τ. χχχ

3.       ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΤΣΙΑΛΤΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Α.Τ. χχχ

                                                                                                Εναγομένων

 

Ημερομηνία: 26.02.26

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα: κος Λ. Χατζηνεοφύτου για G. Hadjineophytou & Co L.L.C.  

Για Εναγομένους 1, 2 & 3: κος Ν. Τσιαπαλής 

 

                                                            ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα αγωγή που καταχωρίστηκε ως ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα συγκεκριμένο ποσό το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της οφείλεται από τους Εναγομένους κατόπιν πιστωτικής διευκόλυνσης υπό τη μορφή δανείου που παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δυνάμει σχετικής σύμβασης, την αποπληρωμή του οποίου δανείου εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3. Περαιτέρω η Ενάγουσα διεκδικεί την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων που αφορούν εκμετάλλευση, χρήση, μεταβίβαση και εκποίηση ενυπόθηκων ακινήτων.

 

Συνεπώς η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως πρωτοφειλέτης ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές και συνάμα ενυπόθηκοι οφειλέτες. Περισσότερες πληροφορίες παρέχονται στην πορεία.  

 

Οι Εναγόμενοι αρνιούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό και επικαλούνται ότι υπέστησαν ζημιά ένεκα επιλήψιμης συμπεριφοράς που χρεώνουν στην Ενάγουσα, την οποίαν ζημιά έχουν υπολογίσει χρηματικά και αξιώνουν ανταπαιτητικά. Επίσης οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν την έκδοση διατάγματος και διαφόρων δηλώσεων του Δικαστηρίου που αφορούν την επαγγελματική σχέση τους με την Ενάγουσα. Σχετικές λεπτομέρειες θα δοθούν στη συνέχεια.

 

Οι δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων:

Θα παραθέσω συνοπτικά τις εκδοχές των μερών, όπως αυτές περιέχονται στα δικόγραφα της αγωγής, από τα οποία προσδιορίζονται και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.

 

Μέσα από την έκθεση απαίτησης η Ενάγουσα αναφέρει ότι δυνάμει σύμβασης ημερ. 21.09.12 η Alpha Bank Cyprus Limited (στο εξής η «ΑΒ») παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δάνειο ύψους €639.000 πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και εφόσον δεν υποβληθεί απαίτηση θα ήταν πληρωτέο σε 120 συνεχείς μηνιαίες δόσεις καθορισμένου ύψους με την πρώτη δόση να ξεκινούσε από 22.10.12. Σύμφωνα με την Ενάγουσα το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο. Ειδικότερα, βασικό επιτόκιο θα ήταν αυτό που κάθε φορά καθοριζόταν από την Ενάγουσα προσαυξημένο κατά 1,5%. Κατά το χρόνο υπογραφής της σύμβασης το βασικό επιτόκιο ήταν 5,75%, οπότε η συνολική επιβάρυνση ανήλθε στα 7,25%. Σύμφωνα με την Ενάγουσα υπήρχε δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι εξόφλησης. Σε περίπτωση δε μη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης και/ή καθυστερημένης πληρωμής, θα υπήρχε επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας 2,5% από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη οφειλόμενο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του πλέον κατ’ αποκοπή ποσό €50 για κάθε μήνα καθυστέρησης.

 

Όπως δικογραφείται, το συγκεκριμένο δάνειο χορηγήθηκε για σκοπούς εξόφλησης προηγούμενων οφειλών της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα. Σε σχέση με το επίμαχο δάνειο, ανοίχτηκε λογαριασμός για την κίνηση και λειτουργία του οποίου τηρούνταν σχετικές καταστάσεις.  

 

Ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 από τη συμφωνία δανείου, συνομολογήθηκαν, δυνάμει συμφωνητικών εγγράφων ημερ. 22.12.09, ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί ολόκληρου του ενεργητικού της επιχείρησης και περιουσίας της Εναγομένης 1.

 

Ως περαιτέρω εξασφάλιση του χορηγηθέντος δανείου, οι Εναγόμενοι 2 και 3 με έγγραφο ημερ. 21.09.12 εγγυήθηκαν προσωπικά και/ή αλληλέγγυα όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 που πηγάζουν από τη συμφωνία δανείου μέχρι ποσού €639.000 πλέον τόκους.

 

Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση του χορηγηθέντος δανείου, εγγράφηκαν προς όφελος της ΑΒ δυνάμει σχετικών εγγράφων οι εξής υποθήκες:

(α)       Υ3404/08 επί του τεμαχίου αρ. [ ], φ/σχ. 51/04, αρ. εγγραφής 0/[ ] εντός του οποίου ανεγέρθηκε κατοικία, τοποθεσία Καμίνια, κοινότητα Κονιών, Επαρχία Πάφου, μερίδιο Όλο, μέχρι ποσού €445.000 πλέον τόκο προς 10% από 12.06.08 πλέον έξοδα, ιδιοκτησίας των Εναγομένων 2 και 3,

(β)       Υ3409/08 επί του τεμαχίου αρ. [ ], φ/σχ. 35/59, αρ. εγγραφής 0/[ ], τοποθεσία Βουνιά, κοινότητα Κάθηκα, Επαρχία Πάφου, μερίδιο Όλο, μέχρι ποσού €118.000 πλέον τόκο προς 10% από 12.06.08 πλέον έξοδα, ιδιοκτησίας του Εναγομένου 2.

 

Επειδή στην πορεία, όπως είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 1 δεν τηρούσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις υπό την έννοια ότι παρατηρήθηκαν συστηματικές καθυστερήσεις στην πληρωμή δόσεων, η ΑΒ απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 11.04.13 και 04.09.13 σε όλους τους Εναγομένους ενημερώνοντας τους για την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί και απαιτώντας την πληρωμή των καθυστερημένων ποσών εντός ορισθείσας προθεσμίας. Επειδή, ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται, δεν υπήρξε συμμόρφωση με το περιεχόμενο των προειδοποιητικών επιστολών, η ΑΒ με συστημένες επιστολές ημερ. 09.12.13 προς όλους τους Εναγομένους τερμάτισε τα συμφωνητικά έγγραφα και τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου, καθιστώντας το οφειλόμενο ποσό που παρουσιάζεται στις καταστάσεις λογαριασμού κατά την ημερομηνία εκείνη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

 

Επομένως η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €671.816,82 πλέον τόκους €22.352,03 για την περίοδο από 01.07.13 μέχρι 08.12.13 πλέον συνολικό τόκο 3 μηνών Euribor πλέον 8,25% ετησίως (βασικό επιτόκιο 5%, προσαύξηση 1,5% και τόκος υπερημερίας 1,75%) επί του ποσού αυτού από 09.12.13 (ημερομηνία επικαλούμενου τερματισμού) μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης.

 

Περαιτέρω η Ενάγουσα αξιώνει την έκδοση διαταγμάτων που να επιτρέπουν την κατοχής, εκμετάλλευση και εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου της υποθήκης αρ. Υ3404/08 και του ενυπόθηκου ακινήτου της υποθήκης αρ. Υ3409/08.

 

Επιπλέον η Ενάγουσα ζητεί διάταγμα που να διατάζει τους Εναγομένους 2 και 3 και/ή αντιπροσώπων τους να παρέχουν τη συγκατάθεση τους και οτιδήποτε άλλο τους ζητηθεί προκειμένου να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση και εκποίηση των πιο πάνω ενυπόθηκων ακινήτων.

 

Μέσα από την έκθεση υπεράσπισης & ανταπαίτησης οι Εναγόμενοι 1, 2 & 3 ισχυρίζονται ότι η απαίτηση της Ενάγουσας που εγέρθηκε είναι πρόωρη, καταχρηστική και ενοχλητική.

 

Αναφερόμενοι στο επίμαχο δάνειο, οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 1 δυνάμει σχετικής σύμβασης καθώς και ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3 υπέγραψαν έγγραφα εγγύησης ως εξασφάλιση του εν λόγω δανείου. Ωστόσο ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα παραβίασε ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους των συμφωνητικών εγγράφων επειδή η ΑΒ, αντίς να προβεί σε αναδιάρθρωση του επίμαχου δανείου ως επανειλημμένως της ζητήθηκε την περίοδο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου 2013 με ταυτόχρονη αφαίρεση τόκων και εξόδων που οι Εναγόμενοι θεωρούσαν ότι ήταν παράνομο, καταχρηστικό και συνιστούσε υπερχρέωση:

(α)       εξανάγκασε με απειλές, πιέσεις και εκβιασμούς τους Εναγομένους 1, 2 & 3 να συνάψουν συμφωνίες δανείου και εγγύησης αντίστοιχα αμφότερες ημερ. 21.09.12 που δεν στόχευε σε νέα χρηματοδότηση αλλά ήταν το μέσο για να καλυφθούν οι υποχρεώσεις της που αφορούσαν διάφορους λογαριασμούς που η ίδια διατηρούσε στην Ενάγουσα, οι οποίοι παράνομα και καταχρηστικά υπερχρεώθηκαν με τόκους και έξοδα, λέγοντας πως αν η Εναγόμενη 1 δεν προέβαινε στη σύναψη του επίδικου δανείου με εγγυητές τους Εναγομένους 2 & 3 θα προχωρούσε αμέσως σε τερματισμό όλων των λογαριασμών της Εναγομένης 1, θα απέκοπτε τη πρόσβαση της Εναγομένης 1 σε οποιαδήποτε μορφή χρηματοδότησης, θα προχωρούσε  στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της και σε εκποίηση όλων των υποθηκών.

(β)       παράνομα και/ή καταχρηστικά προχώρησε σε τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού.

 

Σε ότι αφορά τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου, είναι η θέση των Εναγομένων ότι:

(α)       δεν τους εξηγήθηκαν,

(β)       δεν αποτέλεσαν προϊόν διαπραγμάτευσης,

(γ)        δεν τους δόθηκε χρόνος να τους μελετήσουν,

(δ)        δεν τους δόθηκε χρόνος να λάβουν νομική συμβουλή σχετικά με το περιεχόμενο τους.    

 

Οι Εναγόμενοι επίσης ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός της σύμβασης δανείου και κατ’ επέκταση της λειτουργίας του επίμαχου λογαριασμού είναι παράνομος, αντισυμβατικός και καταχρηστικός.

 

Ακολούθως οι Εναγόμενοι παραθέτουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θεωρούν ότι προγενέστερες υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 παρέμειναν ανεκπλήρωτες, ως αποτέλεσμα των οποίων συνομολογήθηκε το επίμαχο δάνειο. Όπως δικογραφείται, με σκοπό να διευκολυνθεί η εταιρεία Alpha Panareti Limited (στο εξής η «AP») που ήταν προνομιούχα δανειολήπτρια της ΑΒ που αντιμετώπιζε σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα και αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις οφειλές της απέναντι στην Τράπεζα και με την οποίαν η Εναγόμενη 1 συνεργαζόταν εκτελώντας ηλεκτρολογικές εργασίες σε υπό ανέγερση οικοδομικά έργα της ΑΡ προκειμένου να προχωρήσει η εκτέλεση εργασιών, η Τράπεζα αποδέχτηκε την έκδοση από την ΑΡ προς την Εναγόμενη 1 μεταχρονολογημένων επιταγών για το ποσό των €168.750, τις οποίες η ΑΒ θα παραλάμβανε για την παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης προς την Εναγόμενη 1 ύψους €108.434,02. Σύμφωνα με τους Εναγομένους, με την κατάθεση των επιταγών αυτών που η Τράπεζα είχε παραλάβει το ποσό και οι αναλογούντες τόκοι θα εξοφλούνταν και οποιοδήποτε ποσό παρέμενε ως υπόλοιπο μετά την εξόφληση δανείου θα καταβαλλόταν στην Εναγόμενη 1.

 

Οι Εναγόμενοι επικαλούνται παράβαση συμφωνίας από μέρους της Ενάγουσας ισχυριζόμενοι ότι η ΑΒ δόλια και με πρόθεση εξαπάτησης και/ή σε συνεννόηση και συμπαιγνία με την ΑΡ εσκεμμένα παρέλειψαν να καταθέσουν τις εν λόγω επιταγές στο σχετικό λογαριασμό της Εναγομένης 1 με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί με επιπλέον τόκους και/ή τόκο υπερημερίας. Σύμφωνα ακόμη με τους Εναγομένους, η παράλειψη αυτή αποκρύφτηκε επιμελώς από αυτούς για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως επικαλούνται το κατ’ ισχυρισμό αυτό γεγονός περιήλθε εις γνώση τους όταν τους επιστράφηκαν ασφράγιστες οι εν λόγω επιταγές.

 

Είναι επίσης η θέση των Εναγομένων ότι εξ’ υπαιτιότητας της Ενάγουσας η Εναγόμενη 1 υπέστηκε ζημιές και/ή απώλειες ύψους €168.750, ποσό το οποίο δεν μπορεί να πιστωθεί.

 

Στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων ισχυρισμών, οι Εναγόμενοι ουσιαστικά ανταπαιτούν εναντίον της Ενάγουσας:

(1)        απόφαση ότι η Ενάγουσα ευθύνεται για παράβαση ουσιωδών ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων των συμφωνητικών εγγράφων,

(2)        απόφαση ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι παράνομη και άκυρη,

(3)        διαζευκτικά απόφαση ότι η επίδικη συμφωνία ημερ. 21.09.12 τερματίστηκε παράνομα, αυθαίρετα και καταχρηστικά,

(4)        απόφαση ότι η Ενάγουσα παράνομα και/ή καταχρηστικά επέβαλε αυξημένα ποσοστά τόκου και/ή χρέωσε τόκο υπερημερίας,

(5)        επιδίκαση ποσού €168.750 πλέον τόκους και/ή επιβαρύνσεις επί των αντίστοιχων μη εξοφληθεισών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα και/ή προς τρίτους ίσες με τα ποσά που χρεώθηκε ο σχετικός λογαριασμός της Εναγομένης 1,

(6)        επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων λόγω παράβασης συμφωνίας από την Ενάγουσα,

(7)        επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων λόγω παράβασης συμφωνίας από την Ενάγουσα,

(8)        διάταγμα το οποίον να διατάζει την Ενάγουσα να παραδώσει στους Εναγομένους αντίγραφα των συμφωνιών και εγγράφων που έχουν υπογράψει από την αρχή της συνεργασίας τους και καταστάσεις των λογαριασμών που εξοφλήθηκαν με τη σύναψη του επιδίκου δανείου. 

 

Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση & Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα προβάλλει τη θέση ότι οι Εναγόμενοι κωλύονται δια διαγωγής και/ή εγγράφων να επικαλούνται παράνομες χρεώσεις και/ή τόκους και/ή έξοδα σε λογαριασμούς οι οποίοι εξοφλήθηκαν με την επίδικη συμφωνία δανείου ημερ. 21.09.12 που υπέγραψαν επειδή:

(α)       οι όροι των συμφωνιών εξηγήθηκαν στους Εναγομένους, οι οποίοι είχαν την ευκαιρία να συμβουλευτούν δικηγόρο και ακολούθως τις υπέγραψαν με την ελεύθερη βούληση τους με αποτέλεσμα να αποδεχτούν τα υπόλοιπα των εξοφληθέντων λογαριασμών,

(β)       οι Εναγόμενοι ουδέποτε αντέδρασαν και/ή έθεσαν τέτοιο θέμα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με την Ενάγουσα, στα πλαίσια της οποίας τους αποστέλλονταν αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού και τους ενημέρωναν για το χρεωστικό υπόλοιπο που υπήρχε.

 

Προβάλλοντας τη δική της θέση στο θέμα των επιταγών, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 παρέδωσε στην ΑΒ 13 μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού €168.750 με εκδότη την ΑΡ και ότι δυνάμει αιτήματος της Εναγομένης 1 που εγκρίθηκε από την ΑΒ, παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 1 όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό αρ. 101-004661-3 για ποσό €120.000. Στη συνέχεια ο εν λόγω λογαριασμός έκλεισε. Οι εν λόγω επιταγές δεν μπορούσαν να κατατεθούν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη τους. Οι επιταγές αυτές επιστράφηκαν στην Εναγόμενη 1. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι συνεπεία αυτής της εξέλιξης το όριο του λογαριασμού ακυρώθηκε περί το έτος 2010 με αποτέλεσμα να υπάρχει οφειλόμενο ποσό σε υπέρβαση. Ακολούθως περί τις 21.09.12 παραχωρήθηκε το επίδικο δάνειο για εξόφληση των τότε πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν χορηγηθεί στην Εναγόμενη 1, περιλαμβανομένου και του προαναφερομένου τρεχούμενου λογαριασμού που βρισκόταν σε υπέρβαση.

 

Η Ενάγουσα αρνιέται όλες τις θέσεις που συνθέτουν την ανταπαίτηση των Εναγομένων και ζητεί την απόρριψη της ως αβάσιμη.

 

Ενδιάμεση Απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερ. 03.05.23:

Πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης η πλευρά των Εναγομένων υπέβαλε αίτημα, στα πλαίσια του Κ.4 των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022 ως αυτός έχει τροποποιηθεί, ώστε να τους χορηγηθεί άδεια για να καταχωρήσουν αίτηση με την οποίαν το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) να εξετάσει ενδεχόμενο ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στην επίδικη σύμβαση δανείου. Προς υποστήριξη του αιτήματος του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων κλήθηκε και αγόρευσε. Για τους λόγους που εξηγούνται στο κείμενο της ενδιάμεσης απόφασης, κρίθηκε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν δικαιολογούσε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, το οποίο και απορρίφθηκε.

 

Ενδιάμεση Απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερ. 29.10.24:

Την ημέρα που η παρούσα αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση (26.09.24) ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων υπέβαλε προφορικά αίτημα με το οποίο ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια, με βάση τον Κ.4 των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022 ως αυτός έχει τροποποιηθεί, να καταχωρήσει δύο αιτήσεις. Με το πρώτο σκέλος του αιτήματος ζητήθηκε να επιτραπεί η καταχώρηση αίτησης στην οποίαν θα εγειρόταν ζήτημα νομιμοποίησης της SKY CAC LIMITED να εμφανίζεται και να προωθεί την παρούσα διαδικασία δεδομένου των προνοιών της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2023 που αφορά τους αγοραστές πιστώσεων και τους διαχειριστές πιστώσεων. Η δεύτερη πτυχή του αιτήματος αφορούσε τη χορήγηση άδειας ώστε να καταχωριστεί επιπρόσθετη αίτηση με την οποίαν να παραπέμπονται για εξέταση στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης τρία προδικαστικά, τα οποία περιγράφονται στο κείμενο της ενδιάμεσης απόφασης. Προς υποστήριξη του αιτήματος του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων κλήθηκε και αγόρευσε. Για τους λόγους που εξηγούνται, το παρόν Δικαστήριο αποφάσισε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της απόρριψης του αιτήματος στη συνολική του μορφή, το οποίο και απορρίφθηκε.      

 

Παραδεκτά Γεγονότα:

Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι διάδικοι κατάθεσαν γραπτώς παραδεκτά γεγονότα. Τα παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν μέρος των ευρημάτων του. Θεωρώ χρήσιμο να τα παραθέσω:

(1)        Στις 21.09.12 υπογράφτηκε σύμβαση δανείου μεταξύ της ΑΒ και της Εναγομένης 1 εταιρείας ύψους €639.000.

(2)        Στις 21.09.12 υπογράφτηκε έγγραφο εγγύησης από τους Εναγομένους 2 & 3 (φυσικά πρόσωπα).

(3)        Στις 12.06.08 εγγράφηκε προς όφελος της ΑΒ η υποθήκη αρ. Υ3404/2008, ως οι λεπτομέρειες αυτής που αναγράφονται στην §7(Ι) της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και έχουν αναφερθεί προηγουμένως στο κείμενο της παρούσας απόφασης.

(4)        Στις 12.06.08 εγγράφηκε προς όφελος της ΑΒ η υποθήκη αρ. Υ3409/2008, ως οι λεπτομέρειες αυτής που αναγράφονται στην §7(ΙΙ) της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και έχουν αναφερθεί προηγουμένως στο κείμενο της παρούσας απόφασης.

(5)        Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών δεόντως εγγεγραμμένη στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών με βάση την ισχύουσα νομοθεσία.

(6)        Η επίμαχη συμφωνία δανείου έγινε για συγκεκριμένο σκοπό, ήτοι για την κάλυψη διαφόρων προγενέστερων υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα.

(7)        Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο Εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής και μέτοχος της Εναγομένης 1 εταιρείας.

(8)        Η Εναγόμενη 3 ήταν και είναι σύζυγος του Εναγομένου 2.

(9)        Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο η Εναγόμενη 1 εταιρεία αποτελούσε και αποτελεί πολύ μικρή επιχείρηση όπως καθορίζεται στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Επιχειρηματικές Συμβάσεις που Συνάπτονται από Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις Νόμο του 2019 (Ν.62(Ι)/20).

 

Εναρκτήριες Αγορεύσεις:

Οι συνήγοροι των διαδίκων προέβηκαν σε εναρκτήριες αγορεύσεις. Μέσα από αυτές αναφέρθηκαν η βάση απαίτησης που η Ενάγουσα θα προωθήσει καθώς επίσης η γραμμή υπεράσπισης που οι Εναγόμενοι θα παρουσιάσουν στο Δικαστήριο. Παράλληλα οι Εναγόμενοι προέβαλαν τη βάση ανταπαίτησης τους με την Ενάγουσα να παρουσιάζει τη γραμμή υπεράσπισης που θα προωθήσει. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν τα επίδικα νομικά και πραγματικά θέματα που θα εξεταστούν από το Δικαστήριο και οι εκδοχές των διαδίκων σε σχέση με την απαίτηση και ανταπαίτηση υπό το φως των υπερασπίσεων.

 

Αν κάποιος επέλεγε τα σημαντικά μέρη από την προφορική εναρκτήρια αγόρευση του συνηγόρου της Ενάγουσας, αυτά είναι τα εξής:

-               Η Ενάγουσα περιορίζει την απαίτηση της με βάση το περιεχόμενο της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού που έχει ετοιμαστεί και αφορά το επίδικο δάνειο.

-               Η Ενάγουσα έχει δικαίωμα να προωθεί την απαίτηση της.

-               Οι χρεώσεις που περιέχονται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού είναι νόμιμες.

-               Ο τερματισμός των συμφωνιών είναι νόμιμος και έγκυρος.

-               Οι δεκατρείς (13) μεταχρονολογημένες επιταγές επιστράφηκαν στην Εναγόμενη 1 επειδή δεν μπορούσαν να εξαργυρωθούν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων.

 

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης της η Ενάγουσα δεν αξιώνει οτιδήποτε σχετικά με την δικογραφημένη, στην §6 του εν λόγω δικογράφου, θέση της περί συνομολόγησης δύο ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Έπεται ότι το ζήτημα αυτό δεν θα μας απασχολήσει πλέον.

Στρεφόμενος στους Εναγομένους, έχω εντοπίσει τα σημαντικά σημεία από την προφορική εναρκτήρια αγόρευση του συνηγόρου τους, τα οποία συνοψίζω πιο κάτω:

-               Η Ενάγουσα SKY CAC LIMITED μέσω της DOVALUE CYPRUS LIMITED δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή επειδή η DOVALUE CYPRUS LIMITED δεν κατέχει την αναγκαία άδεια.

-               Η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση δεν έχει μεταφερθεί από την ΑΒ στην SKY CAC LIMITED.

-               Αμφισβητείται η ιδιότητα της ΑΒ ως τραπεζικός οργανισμός και της DOVALUE CYPRUS LIMITED να διαχειρίζεται περιπτώσει πιστωτικών διευκολύνσεων.

-               Δεν έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες του νόμου για μεταφορά πιστωτικών διευκολύνσεων για τη συγκεκριμένη περίπτωση.

-               Οι επίδικες συμφωνίες δανείου, εγγυήσεων και εγγραφής υποθηκών υπογράφτηκαν χωρίς διαπραγμάτευση και περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες.

-               Οι υποθήκες είναι ανυπόστατες επειδή έχουν συναφθεί για παλιότερες υποχρεώσεις, οι οποίες εξοφλήθηκαν και δεν επανεγγράφησαν για νεώτερες υποχρεώσεις όπως προνοεί η νομοθεσία.

-               Δεν έχει εκταμιευθεί το ποσό του δανείου και/ή το ποσό στο σύνολο του παρά την έγκριση του.

-               Οι επιταγές ήταν συγκεκριμένης αξίας, τις οποίες η ΑΒ είτε εκ λάθους είτε σκόπιμα παρέλειψαν να καταθέσουν και ο ισχυρισμός της Ενάγουσας περί έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων είναι προφάσεις με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν ζημιές, τις οποίες έχουν καθορίσει και και ανταπαιτούν.

 

Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περισσότερο αφού το πλήρες περιεχόμενο τους είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Κατά την εξέταση των επιδίκων νομικών και πραγματικών ζητημάτων εκεί και όπου κριθεί ότι απαιτείται θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά.

 

Προσαχθείσα Μαρτυρία:

Η απαίτηση της Ενάγουσας εκδικάστηκε μαζί με την ανταπαίτηση των Εναγομένων στα πλαίσια της ίδιας δικαστικής διαδικασίας.

Για την απόδειξη της απαίτησης της και συνάμα παρουσίασης της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση των Εναγομένων η Ενάγουσα κλήτευσε τρεις μάρτυρες. Προς υπεράσπιση στην απαίτηση της Ενάγουσας και παράλληλα για την στοιχειοθέτηση της ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι παρουσίασαν ένα μάρτυρα.

 

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 45 τεκμήρια. Να σημειωθεί ότι τα Τεκμήρια 1-31 (αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων) κατατέθηκαν από κοινού. Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης του σχολιασμού που θα γίνει στη συνέχεια όταν θα γίνεται επίκληση τους, θεωρώ χρήσιμο να προβώ σε συνοπτική καταγραφή των τεκμηρίων που κατατέθηκαν από κοινού αφού για τα υπόλοιπα αναφέρομαι ακολούθως όταν παραθέτω την μαρτυρία των μαρτύρων που τα παρουσίασαν:

Τεκμήριο 1 - Κατάλογος Διαχειριστών Πιστωτικών Διευκολύνσεων που

                          αδειοδοτήθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου

Τεκμήριο 2 – Γραπτή Εξουσιοδότηση ημερ. 15.09.23 Ενάγουσας και DC

Τεκμήριο 3 – Γραπτή Βεβαίωση ημερ. 10.10.19 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου

  αναφορικά με την ΑΒ (Alpha Bank Cyprus Ltd)

Τεκμήριο 4 – Πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος της ΑΒ από το μητρώο του

  Εφόρου Εταιρειών

Τεκμήριο 5 – Έρευνα στον Έφορο Εταιρειών από την ΑΒ αναφορικά με την

                          Εναγόμενη 1 που πραγματοποιήθηκε στις 05.03.14

Τεκμήριο 6 – Επιστολή ημερ. 21.09.12 της Εναγομένης 1 εταιρείας προς την ΑΒ

σχετικά με αποφάσεις που λήφθηκαν στις 21.09.12 σε συνεδρίαση   

του Διοικητικού Συμβουλίου

Τεκμήριο 7 – Σύμβαση ημερ. 21.09.12 επιδίκου δανείου μαζί με επισυνημμένη

  επιστολή της Εναγομένης 1 για ακύρωση ορίου υπερανάληψης

  στον τρεχούμενο λογαριασμό αρ. [ ]

Τεκμήριο 8 – Απόσπασμα από τα Πρακτικά της συνεδρίας ημερ. 21.09.12 του

  Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1

Τεκμήριο 9 – Συμφωνητικό Έγγραφο Εγγυήσεως ημερ. 21.09.12 των Εναγομένων

                          2 & 3

Τεκμήριο 10 – Γραπτή Βεβαίωση ημερ. 21.09.12 της Εναγομένης 3 για λήψη της

επιστολής περί υπογραφής σύμβασης εγγύησης από μέρους της και της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης της Εναγομένης 1 εταιρείας

 

Τεκμήριο 11 – Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης της περιουσίας της

                            Εναγομένης 1

Τεκμήριο 12 – Πιστοποιητικό ημερ. 02.03.10 από Έφορο Εταιρειών για Εγγραφή

    Επιβάρυνσης περιουσίας της Εναγομένης 1 προς όφελος της ΑΒ

Τεκμήριο 13 – Συμφωνία ημερ. 21.09.12 αναφορικά με το Ομόλογο

    Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης της περιουσίας της Εναγομένης 1

Τεκμήριο 14 – Πιστοποιητικό ημερ. 17.01.13 από Έφορο Εταιρειών για Εγγραφή

Επιβάρυνσης και Εγγραφής Τροποποίησης Εγγεγραμμένης Επιβάρυνσης περιουσίας της Εναγομένης 1 προς όφελος της ΑΒ

Τεκμήριο 15 – Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου ημερ. 12.06.08

    που αφορά την εγγραφή υποθήκης αρ. Υ3404/08

Τεκμήριο 16 – Επιστολή ημερ. 21.09.12 των Εναγομένων 2 & 3 προς ΑΒ

    αναφορικά με την αναγνώριση εξασφάλισης υποχρεώσεων από την

    εγγραφή υποθήκης αρ. Υ3404/08

 Τεκμήριο 17 – Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου ημερ. 12.06.08

    που αφορά την εγγραφή υποθήκης αρ. Υ3409/08

Τεκμήριο 18 – Επιστολή ημερ. 21.09.12 του Εναγομένου 2 προς ΑΒ αναφορικά

    με την αναγνώριση εξασφάλισης υποχρεώσεων από την εγγραφή

    υποθήκης αρ. Υ3409/08

Τεκμήριο 19 – Πίνακας Συμβολαίου Πυρός από Alpha Insurance Limited

Τεκμήριο 20 – Επιστολές ημερ. 11.04.13 της ΑΒ προς Εναγομένους 1, 2 & 3

    περί ειδοποίησης καθυστέρησης πληρωμής

Τεκμήριο 21 – Επιστολές ημερ. 04.09.13 της ΑΒ προς Εναγομένους 1, 2 & 3

περί ειδοποίησης καθυστέρησης πληρωμής μαζί με επισυνημμένο έντυπο απόδειξης για αποστολή τους μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου

Τεκμήριο 22 – Επιστολές ημερ. 09.12.13 της ΑΒ προς Εναγομένους 1, 2 & 3

    περί ειδοποίησης τερματισμού λειτουργίας επιδίκου λογαριασμού

    δανείου και ότι το κατ’ ισχυρισμό υπόλοιπο κατέστη άμεσα

    απαιτητό και πληρωτέο μαζί με επισυνημμένο έντυπο απόδειξης

    για αποστολή τους μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου

Τεκμήριο 23 – Δελτίο Τύπου ημερ. 04.11.13 από ΑΒ για αλλαγή βασικών

    επιτοκίων, μείωση επιτοκίου υπερημερίας και περιθωρίου

    επιτοκίου

 

Τεκμήριο 24 – Κατάλογος βασικού επιτοκίου, περιθωρίου επιτοκίου και τόκου

    Υπερημερίας

Τεκμήριο 25 – Κατάσταση λογαριασμού δανείου αρ. [ ] για την

   περίοδο από 21.09.12 μέχρι 09.12.13 συνοδευόμενη από 

   πιστοποιητικό κατάθεσης εγγράφου δυνάμει του άρθρου 35 του

   Κεφ.9

Τεκμήριο 26 – Κατάσταση λογαριασμού δανείου αρ. [ ] για την

   περίοδο από 09.12.13 μέχρι 06.12.23 συνοδευόμενη από 

   πιστοποιητικό κατάθεσης εγγράφου δυνάμει του άρθρου 35 του

   Κεφ.9

Τεκμήριο 27 – Αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού δανείου αρ.

    [ ] για την περίοδο από 21.09.12 μέχρι 06.12.23

Τεκμήριο 28 – Γραπτή ειδοποίηση ημερ. 10.01.23 προς Πρωτοκολλητή ΕΔ

    Πάφου με αντίγραφο στον δικηγόρο των Εναγομένων 1, 2 & 3

    δυνάμει του άρθρου 18 του Ν.65(Ι)/2015 μετά των συναφών

    τροποποιήσεων μαζί με επισυνημμένο αντίγραφο Επίσημης

    Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 16.12.22

Τεκμήριο 29 – Διάταγμα ΕΔ Λευκωσίας ημερ. 07.12.22 αναφορικά με την

    εταιρική αίτηση αρ. 655/22 I-Justice των εταιρειών ΑΒ και

    Ενάγουσας μαζί με επισυνημμένο Σχέδιο Διακανονισμού για

    Σκοπούς Αναδιοργάνωσης και Καταλόγου εμπλεκομένων

    πιστωτικών διευκολύνσεων

Τεκμήριο 30 – Κατάλογος Εταιρειών Εξαγοράς Πιστώσεων που αδειοδοτήθηκαν

    από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου

Τεκμήριο 31(1) μέχρι (6) – Δέσμη παραστατικών μεταφοράς ημερ. 21.09.12.

 

Θα σκιαγραφήσω τώρα την ουσία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου.

 

Πρώτος μάρτυρας της Ενάγουσας ήταν ο κος Ελευθέριος Θεοδώρου (ΜΕ1), ο οποίος την περίοδο Μαΐου 2010-26.03.15 εργαζόταν με καθήκοντα παρακολούθησης προβληματικών περιπτώσεων στο τμήμα ανάκτησης χρεών του τραπεζικού οργανισμού Emporiki Bank-Cyprus Ltd. Στη συνέχεια από τις 27.03.15 μέχρι τις 17.09.23 ο μάρτυρας ήταν λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών της Alpha Bank Cyprus Limited («ΑΒ»). Από τις 18.09.23 ο μάρτυρας υπηρετεί στην εταιρεία Dovalue Cyprus Limited (στο εξής η «DC») δυνάμει σχετικής συμφωνίας μεταξύ της εν λόγω εταιρείας και της Ενάγουσας που αφορά τη διαχείριση και ρύθμιση δανείων. Όπως ο μάρτυρας είπε, στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής η DC ενεργεί για λογαριασμό της Ενάγουσας αναλαμβάνοντας τη διαχείριση αριθμού περιπτώσεων χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης και σχετικών εγγράφων εξασφάλισης και εγγυήσεων, τα οποία είχαν μεταβιβαστεί από την ΑΒ στην Ενάγουσα. Ανάμεσα στις περιπτώσεις που έχουν μεταβιβαστεί είναι και το επίδικο δάνειο μαζί με τις εξασφαλίσεις και εγγυήσεις που δόθηκαν γι’ αυτό. Στη DC ο μάρτυρας παραμένει ένας από τους λειτουργούς που χειρίζονται τις δικαστικές υποθέσεις της Ενάγουσας. Ο μάρτυρας δήλωσε εξουσιοδοτημένος να καταθέσει ως μάρτυρας στη βάση σχετικής έγγραφης εξουσιοδότησης που υπογράφτηκε τόσο από αρμόδιο πρόσωπο της Ενάγουσας όσο και από αρμόδιο πρόσωπο της DC. Η γνώση του για τα γεγονότα που θα αναφέρει προκύπτει τόσο από προσωπική αντίληψη όσο και από μελέτη σχετικών εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή του.

 

Η κυρίως εξέταση του μάρτυρα αποτελείται από γραπτή δήλωση του, η οποία παρουσιάστηκε ως Ένδειξη ‘Α’, το περιεχόμενο της οποίας ο μάρτυρας υιοθέτησε. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της, ο μάρτυρας παρέπεμψε σε έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια. Ακολούθησε η αντεξέταση του από τον συνήγορο των Εναγομένων.

 

Στην μαρτυρία του ο μάρτυρας αναφέρει ότι η ΑΒ ήταν σε όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα τραπεζικός οργανισμός που διεξάγει όλων των ειδών τραπεζικές εργασίες δεόντως εγγεγραμμένος σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Μέσα ακόμη από την μαρτυρία του ο ΜΕ παρέθεσε το ιστορικό χορήγησης της επίμαχης πιστωτικής διευκόλυνσης στην Εναγόμενη 1 αναφέροντας το χρόνο, το βαθμό και την έκταση εμπλοκής του καθενός διαδίκου. Παρέθεσε το νομικό και πραγματικό πλαίσιο που σύμφωνα με τον ίδιο διέπει την επαγγελματική σχέση της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 αλλά και τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που δόθηκαν από την ίδια αλλά και από τους Εναγομένους 2 & 3 για την χορήγηση της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης στην Εναγόμενη 1 που αποτελεί το είδος και τη μορφή επαγγελματικής σχέσης που αυτή είχε με την ΑΒ. Οι αναφορές του μάρτυρα καλύπτουν τις ενέργειες της Ενάγουσας που έγιναν από και/ή εκ μέρους και για λογαριασμό της μέχρι τον τερματισμό του λογαριασμού δανείου που ήταν σε λειτουργία. Λεπτομέρειες των πιο πάνω έχουν ήδη εκτεθεί ως μέρος των παραδεκτών γεγονότων αλλά και προηγουμένως όταν από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης περιέγραφα την εκδοχή της Ενάγουσας με δικογραφημένες αναφορές σε επικαλούμενα γεγονότα.

 

Ο ΜΕ1 κατονομάζει την Ενάγουσα ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων. Προς υποστήριξη της θέσης του κατάθεσε κατάλογο των εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων που αδειοδοτήθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αναφέροντας ότι τα στοιχεία της Ενάγουσας καταγράφονται στη σελίδα 3 του εγγράφου. Για τη μεταβίβαση αριθμού περιπτώσεων χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης και σχετικών εγγράφων εξασφάλισης και εγγυήσεων από την ΑΒ στην Ενάγουσα, ανάμεσα στις οποίες το επίδικο δάνειο μαζί με τις εξασφαλίσεις και εγγυήσεις που δόθηκαν γι’ αυτό, ο μάρτυρας επικαλέστηκε εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 των περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμων του 2015 έως 2022 σε συνδυασμό με σχετικό Σχέδιο Διακανονισμού που επικυρώθηκε στις 07.12.22 από το ΕΔ Λευκωσίας, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 09.12.22. Προς υποστήριξη της εν λόγω αναφοράς του ο μάρτυρας παρουσίασε σχετική ειδοποίηση με συνημμένη γνωστοποίηση ημερ. 16.12.22 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 10.01.23. Αναφερόμενος στο επίδικο δάνειο, ο μάρτυρας, απορρίπτοντας περί του αντιθέτου θέση των Εναγομένων, είπε ότι μεταφέρθηκε από την ΑΒ στην Ενάγουσα τον Δεκέμβριο 2022, γεγονός που καθορίζεται στο επικαλούμενο δικαστικό διάταγμα.

 

Συμπληρωματικά μπορεί να λεχθεί η αναφορά του ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη 1 ήταν αυτή που με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ημερ. 21.09.12 αποφάσισε να ζητήσει την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων μέχρι ποσού €956.000 οι οποίες θα καλύπτονταν συνδυαστικά με εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που στο παρελθόν είχαν δοθεί προς όφελος της ΑΒ και από αυτές που θα δίδονταν προς όφελος της. Το αίτημα εγκρίθηκε και προς τούτο συνομολογήθηκε σύμβαση δανείου ημερ. 21.09.12 με την οποίαν χορηγήθηκε δάνειο στην Εναγόμενη 1 για ποσό €639.00 στη βάση συγκεκριμένων όρων, ορισμένους από τους οποίους έχω ήδη αναφέρει. Εκ μέρους της Εναγομένης 1 εταιρείας υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 υπό την ιδιότητα του διευθυντή της. Το δάνειο χορηγήθηκε για σκοπούς εξόφλησης προηγούμενων οφειλών της Εναγομένης 1 και άλλης εταιρείας συμφερόντων του Εναγομένου 2. Η εκταμίευση του ποσού αυτού οδήγησε στην εξόφληση του τρεχούμενου λογαριασμού αρ. [ ] και κατ’ επέκταση του ορίου υπερανάληψης ύψους €100.000 που απορρέει από τη συμφωνία ημερ. 11.06.08 καθώς επίσης των λογαριασμών αρ. [ ], [ ], [ ] και [ ]. Συνολικά έγιναν 6 (έξι) καταθέσεις χρημάτων και εξοφλήθηκαν 5 (πέντε) λογαριασμοί. Ανάμεσα στις 6 καταθέσεις περιλαμβάνεται μία προς όφελος της εταιρείας T.K. Electrical Mechanical Studies Ltd που είναι συμφερόντων του Εναγομένου 2. Ένεκα της χορήγησης του επιδίκου δανείου ανοίχτηκε στην ΑΒ ο λογαριασμός αρ. [ ].

 

Με βάση επίσης την μαρτυρία του ΜΕ1 οι Εναγόμενοι 2 & 3, δυνάμει εγγράφου ημερ. 21.09.12 που υπέγραψαν, εγγυήθηκαν προσωπικά αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 εταιρείας που πηγάζουν από τη συμφωνία δανείου της ιδίας ημερομηνίας μέχρι ποσού €690.000 πλέον τόκους. Η δε Εναγόμενη 3 υπέγραψε επιστολή εγγυητή ημερ. 21.09.12 με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Παράλληλα, προς περαιτέρω εξασφάλιση της αποπληρωμής του επιδίκου δανείου, οι Εναγόμενοι 2 & 3 χρησιμοποίησαν τις υποθήκες με αρ. Υ3404/08 και Υ3409/08 που είχαν από προηγουμένως εγγράψει προς όφελος της ΑΒ και αφορούν ακίνητα ιδιοκτησίας τους, λεπτομέρειες των οποίων έχουν εκτεθεί προηγουμένως.

 

Παρόλο που επισήμανε ότι κατά το χρόνο σύναψης των συμφωνιών ο ίδιος δεν ήταν παρών επειδή την περίοδο εκείνη (έτος 2012) εργαζόταν στην Emporiki Bank-Cyprus Ltd, εντούτοις ο ΜΕ1 επισήμανε ότι η συνήθης πρακτική της ΑΒ ήταν προτού συμβληθεί με τον πελάτη να συζητήσει μαζί του το περιεχόμενο του αιτήματος χορήγησης δανείου που υπέβαλε με σκοπό να συμφωνηθεί το ύψος της πιστωτικής διευκόλυνσης, το επιτόκιο και το είδος της εξασφάλισης. Όπως εξήγησε, εφόσον καταλήξουν τότε όλες οι πλευρές προχωρούν με ελεύθερη βούληση στην υπογραφή των συμφωνητικών εγγράφων αφού πρώτα δοθεί στον πελάτη και εγγυητή η δυνατότητα να αποταθεί σε δικηγόρο για να λάβει νομική συμβουλή. Μάλιστα μετά από τη νομική συμβουλή δίδεται χρόνος για υπογραφή αλλά και για να υποχωρήσει.    

 

Ο ΜΕ1 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι της ΑΒ εκβίασαν ή απείλησαν ή άσκησαν πίεση σε οποιοδήποτε Εναγόμενο για να υπογράψει συμφωνητικό έγγραφο είτε του επιδίκου δανείου είτε της επίμαχης εγγύησης είτε άλλης μορφής εξασφάλισης. Όπως είπε, η πρώτη φορά που οι Εναγόμενοι προέβαλαν τέτοιο ισχυρισμό ήταν με την καταχώρηση της υπεράσπισης & ανταπαίτησης τους, πράγμα που κατά την άποψη του καταδεικνύει ότι ήταν όψιμος, υστερόβουλος και εκ των υστέρων αφήγημα. Επίσης απέρριψε τη θέση των Εναγομένων ότι τέθηκε ζήτημα αναδιάρθρωσης προηγούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν χορηγηθεί στην Εναγόμενη 1. Αλλά και να είχε συζητηθεί, τέτοια συζήτηση δεν κατέληξε σε συμφωνία αφού τελικά η Εναγόμενη 1 συμφώνησε και υπέγραψε την επίδικη σύμβαση δανείου. Ο ΜΕ1 κατηγορηματικά σημείωσε ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν αναφορικά με υπόλοιπα προηγούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων. Ούτε εντόπισε οποιοδήποτε παράπονο των Εναγομένων μέσα από τους φακέλους της υπηρεσίας του. Αντίθετα είναι η θέση του μάρτυρα ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τα συμφωνητικά έγγραφα της παρούσας αγωγής με την ελεύθερη βούληση τους αφού και η Εναγόμενη 1 επωφελήθηκε με το να της δοθεί η ευκαιρία να εξοφλήσει προηγούμενους προβληματικούς λογαριασμούς της συνεχίζοντας τη συνεργασία της με την ΑΒ πάνω σε υγιή βάση.

 

Ακολούθως ο μάρτυρας επικαλέστηκε συστηματική καθυστέρηση στην πληρωμή δόσεων του επιδίκου δανείου από μέρους της Εναγομένης 1 με αποτέλεσμα να αποσταλούν προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 11.04.13 και 04.09.13 προς όλους του Εναγομένους (Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα και Εναγομένους 2 & 3 υπό την ιδιότητα των εγγυητών και συνάμα ενυπόθηκων οφειλετών) μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου. Με τις εν λόγω επιστολές οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να πληρώσουν τα καθυστερημένα ποσά που καθορίζονται σ’ αυτές αφού σε αντίθετη περίπτωση θα τερματιζόταν η ισχύς των συμφωνητικών εγγράφων. Επειδή οι Εναγόμενοι 1, 2 & 3 παρέλειψαν να πληρώσουν τα κατ’ ισχυρισμό καθυστερημένα ποσά, η ΑΒ προχώρησε σε τερματισμό των συμφωνιών με συστημένες επιστολές της ημερ. 09.12.13 που απέστειλε στους Εναγομένους αξιώνοντας την πληρωμή ολόκληρου του υπολοίπου ποσού του δανείου.

 

Με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού δανείου που ετοίμασε ο ΜΕ1 και κατατέθηκε (Τεκμήριο 27), παρουσιάζεται χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο η Ενάγουσα απαιτεί από τους Εναγομένους να πληρώσουν. Το εν λόγω έγγραφο καλύπτει την κίνηση του επίμαχου λογαριασμού από την αρχή της λειτουργίας του μέχρι τις 06.12.23. Όπως ο μάρτυρας εξήγησε, η εν λόγω κατάσταση ετοιμάστηκε στη βάση των εξής δεδομένων:

(α)       αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που περιέχονται στην αρχική κατάσταση λογαριασμού, όπως για παράδειγμα χρεώσεις ασφάλειας, τελών κ.λ.π.,

(β)       για σκοπούς υπολογισμού του τόκου από την αρχή του ανοίγματος του λογαριασμού μέχρι τις 06.12.23 χρησιμοποιήθηκε ως διαιρέτης οι 365/366 ημέρες, αναλόγως του έτους,

(γ)        το επιτόκιο που χρεώνεται είναι το συμβατικό,

(δ)        χρεώνεται τόκος υπερημερίας προς 1,75% ετησίως από 09.12.13 μέχρι σήμερα,

(ε)        ο τόκος κεφαλαιοποιείται την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης.

 

Ο μάρτυρας ρητά ανάφερε ότι ένεκα της ιδιότητας και των καθηκόντων του στην ΑΒ και έπειτα στην DC όλες οι καταστάσεις του επιδίκου λογαριασμού δανείου παρήχθηκαν και εκτυπώθηκαν από τον ίδιο στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και αφού τις σύγκρινε με τις αρχικές καταχωρήσεις διαπίστωσε ότι ήταν ορθές.

 

Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι η Ενάγουσα αξιώνει το κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό που εμφανίζεται στην κατατεθείσα αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού δανείου, το ύψος του οποίου ανέρχεται στα €1.564.028,77 πλέον τόκο προς 3 (τριών) μηνών Euribor πλέον προσαύξηση προς 1,5% ετησίως πλέον τόκο υπερημερίας προς 1,75% ετησίως επί του ποσού αυτού από 07.12.23 μέχρι εξόφλησης και του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, από τις 09.12.13 (ημερομηνία επικαλούμενου τερματισμού συμφωνιών) μέχρι τις 06.12.23 έγιναν μόνο δύο πληρωμές σχετικά με το επίδικο δάνειο. Ειδικότερα στις 07.01.14 υπήρξε πληρωμή ποσού €2.000 και στις 18.02.14 υπήρξε πληρωμή επίσης ποσού €2.000. Από τις 06.12.23 μέχρι και σήμερα ο ΜΕ1 σημείωσε ότι ουδεμία πληρωμή έγινε από τους Εναγομένους σχετικά με το κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό.

 

Ο ΜΕ1 επιβεβαίωσε ότι η Ενάγουσα περαιτέρω απαιτεί τις υπόλοιπες θεραπείες που δικογραφεί στην έκθεση απαίτησης και αφορούν:

(α)       την έκδοση διαταγμάτων που επιτρέπουν την κατοχής, εκμετάλλευση και εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου της υποθήκης αρ. Υ3404/08 και του ενυπόθηκου ακινήτου της υποθήκης αρ. Υ3409/08,

(β)       την έκδοση διατάγματος που να διατάζει τους Εναγομένους 2 και 3 και/ή αντιπροσώπων τους να παρέχουν τη συγκατάθεση τους και οτιδήποτε άλλο τους ζητηθεί προκειμένου να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση και εκποίηση των πιο πάνω ενυπόθηκων ακινήτων.

 

Έχω αναφερθεί προγενέστερα σ’ αυτές τις θεραπείες όταν προέβηκα σε περιγραφή της δικογραφημένης εκδοχής της Ενάγουσας από την έκθεση απαίτησης.

 

Λόγω της εργοδότησης του στην ΑΒ και έπειτα στην υπηρεσία της DC στη βάση της οποίας είχε και έχει τη δυνατότητα πρόσβασης σε όλους τους λογαριασμούς, ο μάρτυρας γνωρίζει ότι η ΑΒ τηρούσε καθ’ όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή καθώς και ηλεκτρονικό αρχείο ως επιχείρηση, τα οποία μεταξύ τους ταυτίζονται. Όπως ακόμη αναφέρει, με την υποκατάσταση της ΑΒ από την Ενάγουσα που έλαβε χώρα στις 09.12.22, το αρχείο της ΑΒ τόσο σε ηλεκτρονική μορφή όσο και σε έντυπη μορφή μεταφέρθηκε αυτούσιο στο ηλεκτρονικό και έντυπο αρχείο που διατηρεί η Ενάγουσα. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, σ’ αυτό καταχωρήθηκαν όλες οι πράξεις/συναλλαγές που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό δανείου τόσο από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι την ημερομηνία μεταβίβασης όσο και όλες οι πράξεις/συναλλαγές του λογαριασμού αυτού από την ημερομηνία μεταβίβασης μέχρι και σήμερα. Οι πράξεις/συναλλαγές καταχωρίστηκαν από το άτομο που χειριζόταν την κάθε πράξη και αποτυπώθηκαν μηχανογραφικά από το αρμόδιο τμήμα. Οι καταχωρήσεις αυτές ελέγχθηκαν. Ο μάρτυρας έλεγξε προσωπικά το περιεχόμενο του επιδίκου λογαριασμού και επιβεβαιώνει την αυτούσια και γνήσια μεταφορά του από την ΑΒ στην Ενάγουσα.

 

Επιπλέον επικαλούμενος τη θέση και των καθηκόντων του στην ΑΒ, ο ΜΕ1 είπε ότι γνωρίζει πως σε όλους τους πελάτες της ΑΒ αποστέλλονταν δωρεάν καταστάσεις λογαριασμών δανείου που διατηρούνταν. Διευκρίνισε ότι η ίδια πρακτική ακολουθήθηκε και στην προκειμένη περίπτωση με αποτέλεσμα να αποστέλλονταν στην Εναγόμενη 1 καταστάσεις λογαριασμού του επιδίκου δανείου στη διεύθυνση που είχε δηλωθεί από την Εναγόμενη 1 στην ΑΒ, χωρίς ποτέ η Εναγόμενη 1 να αμφισβητήσει χρεώσεις ή οφειλόμενο υπόλοιπο. Ωστόσο, όπως ακόμη ο μάρτυρας είπε, με τον τερματισμό του λογαριασμού ο πελάτης σταματά να λαμβάνει καταστάσεις λογαριασμού και γι’ αυτό στο έγγραφο καταγράφεται διαφορετική διεύθυνση ώστε να μην του αποστέλλονται πλέον. Το ίδιο συνέβηκε και στην προκειμένη περίπτωση. Ανεξαρτήτως του πιο πάνω, ετοιμαζόταν κατάσταση λογαριασμού του επίμαχου λογαριασμού δανείου από την ημερομηνία τερματισμού και έπειτα. Τέτοια κατάσταση λογαριασμού που αφορά την περίοδο από 09.12.13 (ημερομηνία κατ’ ισχυρισμό τερματισμού) μέχρι 26.05.15 κατατέθηκε από τον ΜΕ1, στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ως Τεκμήριο 32.   

 

Αναφερόμενος στο θέμα των μεταχρονολογημένων επιταγών, ο ΜΕ1 επικαλέστηκε τα γεγονότα που η Ενάγουσα παραθέτει στα πλαίσια της δικογραφημένης εκδοχής της. Το μόνο που χρειάζεται να προστεθεί είναι η αναφορά του μάρτυρα ότι στα πλαίσια επαγγελματικής συνεργασίας τους η ΑΡ όφειλε χρήματα στην Εναγόμενη 1 και για το λόγο αυτό προέκυψε το ζήτημα έκδοσης μεταχρονολογημένων επιταγών από την ΑΡ. Τα υπόλοιπα είναι αυτά στα οποία έχω αναφερθεί όταν ασχολούμουν προηγουμένως με το περιεχόμενο της Απάντησης στην Υπεράσπιση & Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση.

 

Επόμενος μάρτυρας της Ενάγουσας ήταν ο κος Μάριος Θεοδούλου (ΜΕ2), ο οποίος από το έτος 2000 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2023 εργαζόταν στην ΑΒ. Από τον Σεπτέμβριο 2023 βρίσκεται στην υπηρεσία της DC υπό το καθεστώς απόσπασης.

 

Μέσα από την προφορική ένορκη μαρτυρία του ανάφερε ότι η DC είναι η εταιρεία που διαχειρίζεται τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια τα οποία μεταβιβάστηκαν από την ΑΒ στην Ενάγουσα. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 29 που του υποδείχτηκε ως το δικαστικό διάταγμα σύμφωνα με το οποίο μεταβιβάστηκαν προβληματικές πιστωτικές διευκολύνσεις μαζί με τις εξασφαλίσεις τους από την ΑΒ στην Ενάγουσα. Παραπέμποντας σε παράρτημα του εν λόγω διατάγματος που περιλαμβάνει τις πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες έχουν μεταβιβαστεί, ο μάρτυρας επισήμανε τον κωδικό με αρ. [ ] με αναφορά ως «Business Loans» και ημερ. 21.09.12 για το οποίο αποκάλυψε ότι πρόκειται για το επίμαχο δάνειο της Εναγομένης 1. Αναφερόμενος στις εξασφαλίσεις αυτών των πιστωτικών διευκολύνσεων που και αυτές έχουν μεταβιβαστεί από την ΑΒ στην DC, ο μάρτυρας είπε ότι καταγράφονται σε άλλο έγγραφο το οποίο εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου 29. Για την παράλειψη αυτή ενημερώθηκε από τον ΜΕ1 και από το νομικό σύμβουλο της Ενάγουσας. Εντόπισε το έγγραφο αυτό και το κατάθεσε. Πρόκειται για το Τεκμήριο 33 που είναι κατάλογος τέτοιων επιβαρύνσεων-εξασφαλίσεων. Από τον κατάλογο αυτό ο μάρτυρας ξεχώρισε τους κωδικούς με αρ. 117062 111392 και 58542 111387, αμφότερα περιγράφονται ως «Mortgage» με αρ. υποθήκης Υ3409/08 και Υ3404/08 με ημερομηνία εγγραφής 12.06.08 αντίστοιχα, αμφότερα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, πληροφορίες οι οποίες φωτογραφίζουν τις επίμαχες υποθήκες του επιδίκου δανείου της Εναγομένης 1. Όπως είπε, για το συγκεκριμένο δάνειο δεν ζητήθηκαν επιπλέον εξασφαλίσεις αλλά χρησιμοποιήθηκαν υφιστάμενες που ίσχυαν για άλλες προγενέστερες πιστωτικές διευκολύνσεις. Την ημερομηνία χορήγησης του επιδίκου δανείου υπήρχαν υφιστάμενες πιστωτικές διευκολύνσεις που δεν είχαν εξοφληθεί με αποτέλεσμα η εγγραφή των υποθηκών τους να χρησιμοποιηθούν για εξασφάλιση του επίμαχου δανείου προτού παύσουν να ισχύουν.

 

Σε ότι αφορά το επίδικο δάνειο, αναγνώρισε την υπογραφή του ως δεύτερος μάρτυρας στη σχετική σύμβαση ημερ. 21.09.12 όταν αυτή του υποδείχτηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας (Τεκμήριο 7). Ακολούθως σημείωσε ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία ζήτησε τη χορήγηση νέου δανείου με σκοπό την εξόφληση υφιστάμενων πιστωτικών διευκολύνσεων. Εξηγώντας τη διαδικασία που ακολουθείται σε περιπτώσεις όπως την παρούσα είπε πως μετά από έγκριση από το αρμόδιο συμβούλιο ετοιμάζεται σχετική επιστολή προσφοράς, την οποίαν μελετά ο εκάστοτε πελάτης. Τα εμπλεκόμενα μέρη την υπογράφουν και στη συνέχεια υπογράφουν τα σχετικά έντυπα δανείου καθώς και οποιαδήποτε άλλα απαραίτητα έντυπα.

 

Αναφερόμενος ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση δανείου, ο ΜΕ2 είπε ότι παρόλο που δεν ήταν ο λειτουργός που τη χειριζόταν εντούτοις ήταν παρών στην αίθουσα διαπραγμάτευσης χωρίς να έχει συμμετοχή στη συζήτηση. Εξηγώντας την πρακτική της ΑΒ σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, ο μάρτυρας σημείωσε ότι πάντοτε διεξάγεται συνάντηση και διαπραγμάτευση με τον πελάτη. Επικαλούμενος την προσωπική του εμπειρία ο μάρτυρας είπε ότι πάντοτε διδόταν η ευκαιρία στον πελάτη να μελετήσει τη συμφωνία προτού αυτή υπογραφεί, να την εξετάσει μαζί με το δικηγόρο του και να προτείνει στην ΑΒ αλλαγές στο περιεχόμενο όρων υπό τη μορφή σχολίων. Κάποτε οι προτεινόμενες αλλαγές είχαν γίνει δεκτές και κάποτε όχι. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις που κάποιοι όροι είχαν αλλάξει. Όπως ακόμη είπε, αποτελεί πρακτική της ΑΒ σε οποιαδήποτε αναδιάρθρωση να δίδει δεύτερη ευκαιρία στον πελάτη να αποπληρώσει καθυστερημένες οφειλές που είχαν τη συγκεκριμένη στιγμή.

 

Τελευταίος μάρτυρας που εμφανίστηκε εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας ήταν ο κύριος Ανδρέας Αριστοδήμου (ΜΕ3). Το εν λόγω άτομο εργάζεται στην ΑΒ από το έτος 1996 και συνεχίζει να εργάζεται εκεί μέχρι σήμερα.

 

Στην προφορική ένορκη μαρτυρία του ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 7 που του υποδείχτηκε ως τη σύμβαση του επιδίκου δανείου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το δάνειο έγινε προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία για εξόφληση άλλων οικονομικών υποχρεώσεων της. Όπως ακόμη είπε, το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε και οι πιο κάτω λογαριασμοί εξοφλήθηκαν με την πληρωμή σ’ αυτούς των εξής ποσών από το λογαριασμό δανείου με αρ. [ ]:

·                με την μεταφορά του ποσού €312.207,36 στον λογαριασμό αρ. 646-400-005020-9 στην ΑΒ: σχετική κατάσταση λογαριασμού στο όνομα της Εναγομένης 1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 34,

·                με την μεταφορά των ποσών €153.597,68 και €3.761,10 στις 21.09.12 στον λογαριασμό αρ. [ ] στην ΑΒ: σχετική κατάσταση λογαριασμού στο όνομα της Εναγομένης 1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 35,

·                με την μεταφορά του ποσού €136.501 στις 21.09.12 στον λογαριασμό αρ. [ ] στην ΑΒ: σχετική κατάσταση λογαριασμού στο όνομα της Εναγομένης 1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 36,

·                με την μεταφορά του ποσού €4.657,10 στις 21.09.12 στον λογαριασμό αρ. [ ] στην ΑΒ: σχετική κατάσταση λογαριασμού που αφορά χρυσή πιστωτική κάρτα στο όνομα της Εναγομένης 1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 37,

·                με την μεταφορά του ποσού €22.862,91 στις 21.09.12 στον λογαριασμό αρ. [ ] στην ΑΒ: σχετική κατάσταση λογαριασμού του οποίου δικαιούχος είναι η εταιρεία T.K. Electrical-Mechanical Statis Limited κατατέθηκε ως Τεκμήριο 38.

 

Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση του εάν έχει οποιοδήποτε συμφωνητικό έγγραφο μεταξύ της ΑΒ και της Εναγομένης 1 ή κάποιο έγγραφο εξουσιοδότησης της Εναγομένης  1 στην ΑΒ για τους λογαριασμούς που θα εξοφλούνταν με το επίμαχο δάνειο, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Επίσης ανάφερε ότι δεν έχει έγγραφο που να δείχνει εξουσιοδότηση της ΑΒ από την Εναγόμενη 1 σε ότι αφορά το ύψος του ποσού που θα έπρεπε να είχε καταβληθεί σε οποιοδήποτε λογαριασμό. Ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση των Εναγομένων ότι το ποσό του δανείου δεν είχε εκταμιευτεί. Περαιτέρω απέρριψε τη θέση των Εναγομένων ότι η ΑΒ προέβηκε κατά το δοκούν σε αυθαίρετες πληρωμές.

 

Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο κος Ανδρέας Αναστασίου, Εναγόμενος 2 (ΜΥ), ο οποίος κατά τον ουσιώδη, για την παρούσα αγωγή, χρόνο ήταν και συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι διευθυντής της Εναγομένης 1 και σύζυγος της Εναγομένης 3. Ουσιαστικά η κυρίως εξέταση του αποτελείται από γραπτή δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως Ένδειξη ‘Β’. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της, ο μάρτυρας κατέθεσε διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια (Τεκμήρια 39-45). Στη συνέχεια υπεβλήθηκε σε αντεξέταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας.

 

Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μπορεί να λεχθεί η θέση του ΜΥ ότι αμφισβητεί την ιδιότητα της ΑΒ ως αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα από τις 10.10.19 και έπειτα. Προς τούτο παρέπεμψε στο Τεκμήριο 3. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας αμφισβητεί νομιμοποίηση της Ενάγουσας να προωθεί την παρούσα διαδικασία επειδή, ως ισχυρίζεται, η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση δεν έχει πωληθεί ή μεταφερθεί. Μία τέτοια συναλλαγή δεν θα μπορούσε να πωληθεί ή να μεταφερθεί στην Ενάγουσα από την ΑΒ. Σε κάθε περίπτωση, είναι η θέση του μάρτυρα ότι αν η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση πωλήθηκε ή μεταφέρθηκε στην Ενάγουσα, αυτό έγινε παράνομα για τους λόγους που εκθέτει στα σημεία (α)-(η) της §2 της γραπτής του δήλωσης (Ένδειξη ‘Β’). Προς υποστήριξη των λόγων που επικαλείται ο ΜΥ παρουσίασε τα εξής έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια:

·                Απόσπασμα από τις οικονομικές καταστάσεις της ΑΒ για το έτος 2014 – Τεκμήριο 39

·                Απόσπασμα από τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας AGI CYPRE ERMIS LIMITED για την περίοδο από 18.11.14 μέχρι 31.12.15 – Τεκμήριο 40

·                Επιστολή ημερ. 19.04.22 της ΑΒ προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου – Τεκμήριο 41

·                Ειδοποίηση Τύπος «Ι» ημερ. 16.12.24 σε σχέση με ενυπόθηκη οφειλή στην υποθήκη αρ. Υ3409/08 μαζί με επισυνημμένη κατάσταση ενυπόθηκου χρέους – Τεκμήριο 42

·                Αντίγραφο Επίσημης Εφημερίδας Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 06.05.22 – Τεκμήριο 43

·                Επιστολή ημερ. 29.04.22 της Εναγομένης 1 προς την ΑΒ – Τεκμήριο 44.

 

Περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 απορρίπτει την αναφορά του ΜΕ1 ότι το αρχείο της ΑΒ μεταφέρθηκε αυτούσιο στην Ενάγουσα. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, ο ΜΕ1 ουδέποτε υπήρξε υπάλληλος της Ενάγουσας και ουδέποτε είχε πρόσβαση στα αρχεία της. Από τις 09.12.22 μέχρι και τις 18.09.23 ο ΜΕ1 δεν είχε αλλά ούτε και μπορούσε να έχει πρόσβαση στο αρχείο της Ενάγουσας για να ελέγξει και να το συγκρίνει με το αρχείο της ΑΒ που παρέλαβε. Επιπλέον ο Εναγόμενος 2 είπε πως μια απλή σύγκριση τόσο της μορφής όσο και του περιεχομένου των Τεκμηρίων 25 & 26 με τις αντίστοιχες καταστάσεις της ΑΒ αρκεί για να υποστηριχτεί η εν λόγω θέση του. Ειδικότερα υποδεικνύει την ύπαρξη διαφορετικού αριθμού λογαριασμού ανάμεσα στα έγγραφα αυτά καθώς και σε διαφορετικό υπόλοιπο που παρουσιάζεται σε αντίστοιχες ημερομηνίες ανάμεσα στα έγγραφα αλλά και διαφορετικές χρεώσεις/πιστώσεις που είναι καταχωρημένες στα Τεκμήρια 25 & 26 από αυτά των καταστάσεων της ΑΒ. Προς ενίσχυση της θέσης του ο Εναγόμενος 2 παρουσίασε επιστολή ημερ. 30.06.16 του δικηγόρου της Ενάγουσας που αποστάληκε στον δικηγόρο των Εναγομένων στην οποίαν επισυνάπτονται καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου μέχρι τον επικαλούμενο τερματισμό αλλά και για την περίοδο μετέπειτα και μέχρι τις 21.03.16, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 45(1) – 45(4).

 

Στρεφόμενος στους όρους των συμφωνητικών εγγράφων (Τεκμήρια 7 & 9), ο Εναγόμενος 2 είπε ότι επρόκειτο για προδιατυπωμένα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων δεν έτυχε διαπραγμάτευσης  αλλά και ούτε και δόθηκε περιθώριο για κάτι τέτοιο στους Εναγομένους. Ο ίδιος, όπως είπε, ζήτησε να διαπραγματευτεί αλλά το αίτημα του απορρίφθηκε από την ΑΒ. Το δε δάνειο, κατά τον Εναγόμενο 2, δεν εκταμιεύτηκε, δεν τέθηκε στη διάθεση της Εναγομένης 1 και δεν χρησιμοποιήθηκε από την Εναγόμενη 1. Επίσης αρνείται ότι έγινε δάνειο για κάλυψη υφιστάμενων υποχρεώσεων της Εναγομένης 1. Όπως ο Εναγόμενος 2 είπε, οι λογαριασμοί που η Ενάγουσα λέει ότι έχουν πιστωθεί ήταν καταθετικοί και έτσι δεν θα μπορούσαν να έχουν χρεωστικό υπόλοιπο. Για να υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο, συνέχισε ο μάρτυρας, θα έπρεπε οι λογαριασμοί να συνοδεύονται από «όριο» κάτι σε σχέση με το οποίο καμία μαρτυρία δεν δόθηκε. Οι δε επικαλούμενες μεταφορές χρημάτων συνιστούν αυθαίρετες ενέργειες της Ενάγουσας χωρίς συμφωνία και δίχως εξουσιοδότηση σε ότι αφορά ποιοι λογαριασμοί θα πιστώνονταν και για ποιο ποσό. Ενδεικτικό της αυθαιρεσίας είναι η μεταφορά χρημάτων σε εταιρεία που δεν σχετίζεται με την υπόθεση αυτή (Τεκμήριο 37).

 

Επιπλέον είναι η θέση του Εναγομένου 2 ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας του επιδίκου λογαριασμού η Ενάγουσα επέβαλλε μη συμφωνημένα, αυθαίρετα, παράνομα και καταχρηστικά επιτόκια και άλλες χρεώσεις, ενώ στην επίδικη σύμβαση δανείου το επιτόκιο δεν περιγράφεται με σαφήνεια.

 

Ο Εναγόμενος 2 αρνείται παραλαβή προειδοποιητικών επιστολών ημερ. 11.04.13 και αμφιβάλλει αν αυτές έχουν όντως αποσταλεί (Τεκμήριο 20). Αντίθετα επιβεβαιώνει λήψη των επιστολών ημερ. 04.09.13 και 09.12.13 (Τεκμήρια 21 & 22).

 

Ο Εναγόμενος 2 ακόμη δηλώνει πως δεν τους έχουν αποσταλεί καταστάσεις λογαριασμού και εν πάση περιπτώσει δεν έχουν αποσταλεί στη διεύθυνση της Εναγομένης 1 που καταγράφεται στα Τεκμήρια 6-9.

 

Ερχόμενος στο ζήτημα των υποθηκών, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι έγιναν 4 χρόνια πριν από το επίδικο δάνειο και αφορούσαν συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις της Εναγομένης 1 έναντι των οποίων έχουν παραχωρηθεί και ουδεμία σχέση έχουν με το επίδικο δάνειο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα οι διευκολύνσεις για τις οποίες ενεγράφησαν οι επίμαχες υποθήκες είχαν διευθετηθεί πριν το επίδικο δάνειο και θα έπρεπε να είχαν εξαλειφθεί. Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος 2 επικαλέστηκε ότι το περιεχόμενο των συμβάσεων υποθήκης ήταν προδιατυπωμένο που χρησιμοποιεί η ΑΒ και δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Σε κάθε περίπτωση, ο Εναγόμενος συνέχισε, αν η Ενάγουσα κριθεί ότι νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα διαδικασία, δεν δικαιούται να χρεώνει το επιτόκιο που αναφέρεται στη συμφωνία υποθήκης αφού δεν είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα και ως εκ τούτου, όπως πληροφορείται, δεν μπορεί να υπερβαίνει το επιτόκιο αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας.

 

Καταλήγοντας ο Εναγόμενος 2 αναφέρθηκε στην εκδοχή των Εναγομένων στο ζήτημα των επιταγών συνολικού ποσού €168.750 που συνθέτει την ανταπαίτηση τους εναντίον της Ενάγουσας. Βασικά επανέλαβε τα γεγονότα που δικογραφούνται στην υπεράσπιση & ανταπαίτηση και τα οποία έχω προηγουμένως παραθέσει.

   

Τελικές Αγορεύσεις:

Αμφότερες πλευρές στις γραπτές αγορεύσεις τους προσπάθησαν με εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με αναφορά σε κυπριακές νομοθεσίες, ευρωπαϊκές οδηγίες και παραπομπή σε νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο τους δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας:

Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.

 

Η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάζεται στη δίκη αποτελεί σημαντικό καθήκον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για πολυσύνθετο και λεπτό έργο μεγάλης σημασίας που πρέπει να εκτελείται με προσοχή και επιμέλεια. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω:

«Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει.  Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.»

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν. Ενόσω αυτοί κατέθεταν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, την πηγή της γνώσης τους, το καλό ή κακό μνημονικό τους, την παρουσία ή απουσία είτε ουσιαστικών αντιφάσεων είτε υπερβολών στην μαρτυρία τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (Χρίστου ν.  Ηροδότου κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ. Νικόλας (Μακρή) Λτδ (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 869).

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων έγινε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Τα όσα αναφέρονται από τους μάρτυρες συναρτώνται, αντιπαραβάλλονται και συγκρίνονται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών προκειμένου να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 165). Το δε μαρτυρικό υλικό δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση επί της ουσίας του.

 

Να αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, περιλαμβανομένου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχω ακόμη θέσει ενώπιον μου τα παραδεκτά γεγονότα που υπέβαλαν οι διάδικοι δια των συνηγόρων τους αλλά και τις κοινές θέσεις των διαδίκων που προκύπτουν ευθέως από τα δικόγραφα. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου τις εμπεριστατωμένες νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων. Να σημειωθεί επίσης ότι η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έγινε έχοντας κατά νου όλες τις εισηγήσεις των μερών.

 

Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.

 

Ο ΜΕ1 είναι ένα άτομο με μεγάλη εμπειρία στον τομέα για τον οποίον κλήθηκε να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο. Οι επαγγελματικοί σταθμοί της καριέρας του, οι οποίοι δεν αποτέλεσαν σημείο διαφωνίας των διαδίκων στην υπόθεση αυτή, υποδεικνύουν ενεργό ανάμιξη του σε προβληματικές περιπτώσεις πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών εξασφαλίσεων τους για συνεχή περίοδο 14,5 ετών περίπου. Ένεκα της θέσης του ως λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών της Εμπορικής Τράπεζας (ΕΤ), της Alpha Bank (ΑΒ) και της Dovalue Cyprus Limited (DC) από τον Μάιο 2010 μέχρι και την στιγμή της εμφάνισης του στο Δικαστήριο για την υπόθεση αυτή (02.12.24), ο εν λόγω μάρτυρας απέκτησε αρκετές γνώσεις και συνάμα εμπειρία στο χειρισμό και εποπτεία περιπτώσεων, όπως την παρούσα.         

 

Το εν λόγω πρόσωπο ήταν ο βασικός μάρτυρας γεγονότων που εμφανίστηκε για να υποστηρίξει την εκδοχή της Ενάγουσας. Ο ίδιος έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με επίγνωση του καθήκοντος του απέναντι στο Δικαστήριο προσήλθε ενώπιον της δικαιοσύνης καταθέτοντας όλα όσα ο ίδιος γνώριζε. Παρά την έντονη και πιεστική αντεξέταση που είχε, ο μάρτυρας με ηρεμία απαντούσε αυθόρμητα, ευθέως και επί της ουσίας των ερωτήσεων που του υπεβλήθηκαν, χωρίς δισταγμό και δίχως υπεκφυγή. Οι αναφορές του ήταν σαφείς, επεξηγηματικές και τεκμηριωμένες. Εκεί δε που του ζητήθηκε να δώσει επιχειρήματα το έπραξε κατά τρόπο λογικό και πειστικό. Δεν προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ούτε αντιλήφθηκα να έδωσε κατασκευασμένες απαντήσεις. Ούτε επιχείρησε να δημιουργήσει μία διαφορετική εικόνα της εμπλοκής του στην υπόθεση αλλά απέδωσε την πραγματική και αληθή ανάμειξη που είχε. Το γεγονός ότι από την ίδια θέση χειριζόταν την παρούσα υπόθεση των Εναγομένων όταν υπηρετούσε στην ΑΒ και ακολούθως την ίδια υπόθεση στα πλαίσια της εργοδότησης του στην DC του επέτρεψε να εκφράζεται με λογική και συνέπεια.

 

Η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Από την όλη στάση και συμπεριφορά του δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται για ειλικρινή μάρτυρα που είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δείγμα της ειλικρίνειας του αποτελεί η ξεκάθαρη τοποθέτηση του από πού πηγάζει η μαρτυρία του για την υπόθεση. Αυτό προκύπτει από προσωπική του γνώση επί γεγονότων που λόγω της επαφής που είχε με την υπόθεση αυτή κατά την παρουσία του σε ΑΒ και DC, από τη μελέτη των εγγράφων της υπόθεσης στα οποία είχε πρόσβαση, από έρευνα που ο ίδιος διενέργησε μέσα από τους υπηρεσιακούς φακέλους που διαχειριζόταν, από ενημέρωση που είχε γενικότερα από το αρχείο της υπόθεσης, από συζητήσεις που είχε με λειτουργούς της ΑΒ που αρχικά χειρίζονταν την υπόθεση αυτή και από τη μεγάλη του εμπειρία και καθημερινή ενασχόληση του με το συγκεκριμένο αντικείμενο.

 

Κατά την ένορκη μαρτυρία του ο ίδιος υπήρξε σαφής στο ότι όταν ξεκίνησε να εργάζεται στην ΑΒ η γνώση του για τα γεγονότα της υπόθεσης που διαδραματίστηκαν πριν από τον Μάρτιο 2015, χρόνος έναρξης της υπηρεσίας του στην ΑΒ, πηγάζει από τους φακέλους της υπόθεσης στους οποίους απέκτησε πρόσβαση και από τις επαφές που ο ίδιος είχε με προηγούμενους λειτουργούς της ΑΒ στους οποίους είχε αρχικά ανατεθεί ο χειρισμός της υπόθεσης. Από την αρχή ο μάρτυρας ευθαρσώς ανάφερε ότι ο ίδιος δεν συμμετείχε στη διαδικασία έγκρισης της επίμαχης πιστωτικής διευκόλυνσης και των εξασφαλίσεων της και ότι δεν ήταν παρών στη σύναψη και υπογραφή των συμβάσεων δανείου και εγγράφων εξασφάλισης και εγγύησης του. Μία άλλη ένδειξη ειλικρίνειας του μάρτυρα φαίνεται από την τοποθέτηση του όταν ερωτήθηκε για το ζήτημα των μεταχρονολογημένων επιταγών. Χωρίς να κατασκευάσει απάντηση για παραπλανήσει, ξεκαθάρισε ότι κατά το χρόνο που συνέβηκε το γεγονός εκείνο ο ίδιος δεν βρισκόταν στην υπηρεσία της ΑΒ και η γνώση που είχε περιοριζόταν από τη μεταγενέστερη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Περαιτέρω εκεί που δεν γνώριζε κάτι ο μάρτυρας το έλεγε ευθέως αποφεύγοντας να δώσει υποθετικές απαντήσεις. Ειδικότερα όταν ερωτήθηκε πότε άλλαξαν τα τρία πρώτα ψηφία του επίδικου λογαριασμού δανείου, ο ίδιος απάντησε χωρίς περιστροφές ότι είναι κάτι που δεν γνωρίζει. Ακόμη όταν ερωτήθηκε κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει επειδή ενέπιπτε στον τομέα πληροφορικής και όχι στο δικό του πεδίο γνώσης και εμπειρίας, το ανάφερε χωρίς να προσπαθήσει να εντυπωσιάσει.

 

Η μαρτυρία του ΜΕ1 δύναται να διαχωριστεί σε τέσσερα μέρη.

 

Το πρώτο σκέλος της μαρτυρίας του συνίσταται σε παραδεκτά γεγονότα και σε γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων. Χωρίς αμφιβολία το αποδέχομαι. Ορισμένα από αυτά τα γεγονότα τα έχω παραθέσει προηγουμένως. Εν πάση περιπτώσει, τέτοια γεγονότα περιστρέφονται:

·                στη μακροχρόνια επαγγελματική συνεργασία της ΑΒ με την Εναγόμενη 1, της οποίας διευθυντής και σε τελευταία ανάλυση ιδιοκτήτης είναι ο Εναγόμενος 2,

·                στην νέα επαγγελματική σχέση της ΑΒ με την Εναγόμενη 1 που δημιουργήθηκε με τη συνομολόγηση και υπογραφή της επίδικης σύμβασης δανείου ύψους €639.000,

·                στον σκοπό για τον οποίον εγκρίθηκε η παροχή του επίδικου δανείου που ήταν η κάλυψη προγενέστερων υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την ΑΒ,

·                στην εμπλοκή των Εναγομένων 2 & 3 υπό την προσωπική τους ιδιότητα με τη συνομολόγηση και υπογραφή από αυτούς συμφωνητικών εγγράφων εγγύησης και άλλων εγγράφων εξασφάλισης του επίμαχου δανείου, όπως για παράδειγμα οι υποθήκες με αρ. Υ3409/08 και Υ3404/08 για τις οποίες συμπληρώθηκαν δηλώσεις ότι συνεχίζουν να παρέχονται ως εξασφαλίσεις για το νέο επίδικο δάνειο,

·                στη διάθεση του ποσού του επιδίκου δανείου για την εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων στους πέντε λογαριασμούς με αρ. [ ], [ ], [ ], [ ] και [ ] με την πραγματοποίηση έξι πληρωμών σ’ αυτούς υπό τη μορφή μεταφοράς χρημάτων,

·                στη μία από τις πιο πάνω μεταφορές χρημάτων που αφορούσε την εταιρεία T.K. Mechanical Studies Ltd, της οποίας μέτοχος και διευθυντής είναι ο Εναγόμενος 2,

·                στις επίμαχες 13 μεταχρονολογημένες επιταγές που εκδόθηκαν προς όφελος της Εναγομένης 1 από την εταιρεία Alpha Panareti (ΑΡ), η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο συνεργαζόταν με την Εναγόμενη 1 σε υπό ανέγερση οικοδομικά έργα, αλλά δεν εξαργυρώθηκαν προς όφελος της Εναγομένης 1,

·                στον επίδικο λογαριασμό δανείου του οποίου η λειτουργία τερματίστηκε το έτος 2013 και συγκεκριμένα από 09.12.13.

Ένα άλλο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε και σε κάθε περίπτωση δεν αντικρούστηκε και ούτε καταρρίφθηκε από άλλη περί του αντιθέτου μαρτυρία μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης. Εφόσον μάλιστα δεν αντεξετάστηκε επί τούτων, το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ΜΕ1 παρέμεινε αναντίλεκτο. Η παράλειψη αντεξέτασης θεωρείται αποδοχή της συγκεκριμένης θέσης της Ενάγουσας που έχει προωθηθεί με μαρτυρία του ΜΕ1 (Πιριλλίδη v. Δήμου Λεμεσού Πολιτική Έφεση Αρ. Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015 ημερ. 11.12.17, Frederickou Schools Co Ltd κ.ά. v. Acuac Inc. (20022) 1 Α.Α.Δ. 1527, Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη (2006) 1Β Α.Α.Δ. 1057, αγγλικό νομικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence’, Andrian Keane, 5η έκδοση, σελ. 177). Δεν έχω κανένα λόγο να μην αποδεχτώ το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του. Κατ’ επέκταση  αποδέχομαι τα γεγονότα που το συνθέτουν ότι έχουν διαδραματιστεί. Πρόκειται για τις πιο κάτω αναφορές του μάρτυρα:

-           ουδέποτε πριν από την καταχώρηση της υπεράσπισης και της ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι διαμαρτυρήθηκαν ή παραπονέθηκαν αναφορικά με τα χρεωστικά υπόλοιπα των προηγούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγομένης 1 προς την ΑΒ που εξοφλήθηκαν με το επίδικο δάνειο,

-           η ΑΒ απέστειλε επιστολή ημερ. 11.04.13 στους Εναγομένους στις διευθύνσεις που οι ίδιοι έχουν δηλώσει στην ίδια, με την οποίαν τους καλούσε να αναλάβουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, χωρίς αυτή η επιστολή να έχει επιστραφεί/δηλωθεί ως αζήτητη,

-           η ΑΒ απέστειλε επιστολή ημερ. 04.09.13 στους Εναγομένους στις διευθύνσεις που οι ίδιοι έχουν δηλώσει στην ίδια μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου, με την οποίαν τους καλούσε εκ νέου να αναλάβουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, χωρίς αυτή η επιστολή να έχει επιστραφεί/δηλωθεί ως αζήτητη,

-           η ΑΒ απέστειλε επιστολή ημερ. 09.12.13 στους Εναγομένους στις διευθύνσεις που οι ίδιοι έχουν δηλώσει στην ίδια μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου, με την οποίαν τους γνωστοποίησε τερματισμό της επίδικης σύμβασης δανείου, των συμφωνητικών εγγράφων εγγύησης και εξασφάλισης και της λειτουργίας του επίμαχου λογαριασμού δανείου, χωρίς αυτή η επιστολή να έχει επιστραφεί/δηλωθεί ως αζήτητη,

-           ο ΜΕ1 ήταν αυτός που ετοίμασε και εκτύπωσε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού δανείου στη βάση των εξής δεδομένων που εξήγησε κατά τρόπο σαφή:

?  έχουν αφαιρεθεί όλα τα έξοδα

?  λήφθηκαν υπόψη οι ημέρες του ημερολογιακού έτους 365/366 αντίς του 360 που αναφέρεται στη σύμβαση δανείου,

?  πριν από τον επικαλούμενο τερματισμό της σύμβασης δανείου δεν έγινε χρέωση τόκου υπερημερίας,

?  από τον τερματισμό της σύμβασης δανείου και έπειτα η χρέωση τόκου υπερημερίας περιορίστηκε σε 1,75%,

?  στην εν λόγω κατάσταση δανείου απαιτείται μόνο το κεφάλαιο και το συμβατικό επιτόκιο,

-           πριν από τον επικαλούμενο τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού δανείου, υπήρξαν δύο πληρωμές, ήτοι τον Σεπτέμβριο 2013 και τον Νοέμβριο, ύψους €2.000 κάθε φορά και ακόμη δύο πληρωμές, ήτοι τον Ιανουάριο 2014 και τον Φεβρουάριο 2014,

-           ο Εναγόμενος 2 είναι μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας T.K. Electrical-Mechanical Studies Ltd.

 

Μία τρίτη πτυχή της μαρτυρίας του ΜΕ1 υποστηρίζεται από έγγραφα (πραγματικό μαρτυρικό υλικό) που τέθηκαν ενώπιον μου. Το γεγονός αυτό την ενισχύει και την καθιστά πειστική. Παράλληλα η επιβεβαίωση της από άλλο μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και της μη αντίκρουσης της από άλλη μαρτυρία, σε συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε στοιχείου που θα έπληττε την αξιοπιστία του μάρτυρα, είναι παράγοντες που της προσδίδουν αποδεικτική βαρύτητα και πειστικότητα (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ. 820). Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να την αποδεχτώ. Ειδικότερα:

~          η Εναγόμενη 1 με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ημερ. 21.09.12 είναι αυτή που απευθύνθηκε στην ΑΒ αιτούμενη τη χορήγηση πιστωτικής διευκόλυνσης υπό τη μορφή δανείου, το οποίο να τύχει κάλυψης από τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που έχουν από καιρού εις καιρόν παραχωρηθεί/εγγραφεί προς όφελος της ΑΒ καθώς επίσης από τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις τις οποίες η Εναγόμενη 1 θα εγγράψει προς όφελος της ΑΒ  (Τεκμήριο 6),

~          με γραπτή δήλωση τους ημερ. 21.09.12 οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν δηλώσει και συνάμα αναγνωρίσει ότι η εγγραφή της υποθήκης αρ. Υ3404/08 εξασφαλίζουν προς όφελος της ΑΒ το επίδικο δάνειο που η τελευταία χορήγησε στην Εναγόμενη 1 δυνάμει σχετικής σύμβασης (Τεκμήριο 16),

~          με γραπτή δήλωση του ημερ. 21.09.12 ο Εναγόμενος 2 έχει δηλώσει και συνάμα αναγνωρίσει ότι η εγγραφή της υποθήκης αρ. Υ3404/08 εξασφαλίζουν προς όφελος της ΑΒ το επίδικο δάνειο που η τελευταία χορήγησε στην Εναγόμενη 1 δυνάμει σχετικής σύμβασης (Τεκμήριο 18),

~          σχεδόν ολόκληρο το ποσό του δανείου αφού εκταμιεύτηκε στον αρ. λογαριασμού [ ], του οποίου δικαιούχος είναι η Εναγόμενη 1, στις 21.09.12 χρεώθηκε, μεταφέρθηκε και πιστώθηκε μέσω έξι πληρωμών στους πιο κάτω πέντε λογαριασμούς, το χρεωστικό υπόλοιπο των οποίων έχει εξοφληθεί και ως εκ τούτου η λειτουργία/κίνηση τους έχει σταματήσει-κλείσει,

?  αρ. λογ. [ ]: δικαιούχος η Εναγόμενη 1: €136.501,00 στις 21.09.12 (Τεκμήριο 31(1) – έντυπο μεταφοράς),

?  αρ. λογ. [ ]: δικαιούχος η Εναγόμενη 1: €4.657,10 στις 21.09.12 (Τεκμήριο 31(2) – έντυπο μεταφοράς),

?  αρ. λογ. [ ]: δικαιούχος η Εναγόμενη 1: €312.207,38 στις 21.09.12 (Τεκμήριο 31(3) – έντυπο μεταφοράς),

?  αρ. λογ. [ ]: δικαιούχος η Εναγόμενη 1: €3.761,01 στις 21.09.12 (Τεκμήριο 31(4) – έντυπο μεταφοράς),

?  αρ. λογ. [ ]: δικαιούχος η Εναγόμενη 1: €153.597,68 στις 21.09.12 (Τεκμήριο 31(5) – έντυπο μεταφοράς),

?  αρ. λογ. [ ]: δικαιούχος η T.K. Electrical-Mechanical Studies Ltd: €22.862,91 στις 21.09.12 (Τεκμήριο 31(6) – έντυπο μεταφοράς),

~          παρόλο ότι εγκρίθηκε η χορήγηση δανείου ύψους €639.000 εντούτοις το συνολικό ποσό που τελικά εκταμιεύτηκε ανέρχεται στα €633.587,08 και τούτο προκύπτει από την πρόσθεση των πιο πάνω 6 μεταφορών χρημάτων,

~          με επιστολή της ημερ. 21.09.12 η Εναγόμενη 1 αιτήθηκε όπως το όριο υπερανάληψης στον τρεχούμενο λογαριασμό αρ. [ ] που η ΑΒ της είχε παραχωρήσει δυνάμει σύμβασης ημερ. 11.06.08 ακυρωθεί, παραμένοντας ωστόσο υπόχρεα προς την ΑΒ σχετικά με τις υποχρεώσεις της που ανέλαβε έναντι αυτής (μέρος Τεκμηρίου 7 και Τεκμήριο 8),

~          με γραπτή βεβαίωση της η Εναγόμενη 3 επιβεβαίωσε ότι στις 21.09.12 μελέτησε και αντιλήφθηκε πλήρως τις πρόνοιες του εγγράφου εγγύησης που υπέγραψε ως Τεκμήριο 9 (Τεκμήριο 10),

~          στα πλαίσια της αίτησης που υπέβαλε για απόκτηση του επίμαχου δανείου, η Εναγόμενη 1 αποφάσισε να επιτρέψει για την κάλυψη του να χρησιμοποιηθούν εξασφαλίσεις που είχαν παραχωρηθεί / εγγραφεί προς όφελος της ΑΒ για άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις, ανάμεσα στις οποίες ήταν οι δύο επίμαχες υποθήκες Υ3404/08 και Υ3409/08 (Τεκμήριο 6), οι οποίες μέχρι τις 21.09.12 που χρησιμοποιήθηκαν για το επίμαχο δάνειο, εξασφάλιζαν άλλη προγενέστερη πιστωτική διευκόλυνση που δεν είχε ακόμη εξοφληθεί,

~          στις 21.09.12 οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν σχετικό έντυπο με το οποίο έχουν δηλώσει ότι δηλώνουν και αναγνωρίζουν πως η υποθήκη αρ. Υ3404/08 θα χρησιμοποιείτο για την εξασφάλιση του επίδικου δανείου που χορηγήθηκε στην Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 16),

~          ομοίως ο Εναγόμενος 2 προέβηκε σε ίδια ενέργεια με την οποίαν έχει δηλώσει και αναγνωρίσει σε έντυπο ημερ. 21.09.12 που υπέγραψε πως η υποθήκη αρ. Υ3409/08 θα χρησιμοποιείτο για την εξασφάλιση του επίδικου δανείου που χορηγήθηκε στην Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 18).

~          με δελτίο τύπου ημερ. 04.11.13 η ΑΒ ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 για τη μεταβολή χρέωσης του επιτοκίου με το οποίο χρεώνεται ο επίδικος λογαριασμός δανείου (Τεκμήριο 23),

~          το εκάστοτε ύψος του βασικού επιτοκίου, του περιθωρίου και του τόκου υπερημερίας που χρησιμοποιήθηκε την περίοδο από 21.09.12 μέχρι τις 25.08.23 (Τεκμήριο 24),

~          αποστάληκε γραπτή ειδοποίηση ημερ. 10.01.23 προς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου κατ’ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18(6) των περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμων του 2015 έως 2022 (Ν.169(Ι)?2015) μαζί με επισυνημμένο αντίγραφο της σχετικής Γνωστοποίησης η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 16.12.22, αντίγραφο των οποίων κοινοποιήθηκαν στο δικηγόρο των Εναγομένων (Τεκμήριο 28),

~          Διάταγμα Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 07.12.22 ,στα πλαίσια της Εταιρικής Αίτησης Αρ. 655/2022 I Justice, με το οποίο οι πρόνοιες επισυνημμένου Σχεδίου Διακανονισμού μεταξύ της ΑΒ και Ενάγουσας που αποτελούν αναπόσπαστο μέρους του Διατάγματος για μεταφορά συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων από την ΑΒ στην Ενάγουσα επικυρώνονται (Τεκμήριο 29),

~          Κατάλογος εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων που αδειοδοτήθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται και η Ενάγουσα (Τεκμήριο 30),

~          Κατάλογος διαχειριστών πιστωτικών διευκολύνσεων που αδειοδοτήθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται και η DC (Τεκμήριο 1),

~          Γραπτή βεβαίωση ημερ. 10.10.19 ότι η ΑΒ διαθέτει σε ισχύ άδεια διεξαγωγής εργασιών πιστωτικού ιδρύματος (Τεκμήριο 3),

~          Η πλήρης επωνυμία της ΑΒ μετά την τελευταία τροποποίηση της μέσα από σχετικό έντυπο από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 4).  

 

Η θέση του ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη 1 ουδέποτε παραπονέθηκε ότι το δάνειο δεν είχε εκταμιευτεί είναι ορθή και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Η δε τοποθέτηση του ότι η πρώτη φορά που αμφισβητήθηκε η εκταμίευση του δανείου ήταν μέσα από την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης επιβεβαιώνεται από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου σε συνδυασμό με το εν λόγω δικόγραφο.

 

Παράλληλα προηγούμενες αναφορές του μάρτυρα που εντάσσονται στο κοινό πλαίσιο παραδεκτών γεγονότων και γεγονότων που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων καθώς και τοποθετήσεις του που δεν αντικρούστηκαν και ούτε καταρρίφθηκαν από άλλη περί του αντιθέτου μαρτυρία, επίσης υποστηρίζονται από έγγραφο υλικό, πράγμα που επιβεβαιώνει την ορθότητα τους. Για παράδειγμα ότι κατά τον ουσιώδη για τη αγωγή χρόνο ο Εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής και μέτοχος της Εναγομένης 1 επαληθεύεται από το Τεκμήριο 5 που είναι το αποτέλεσμα σχετικής έρευνας στον Έφορο Εταιρειών. Επίσης σχετικά με την αναφορά του ΜΕ1 για χορήγηση του επίμαχου δανείου στην Εναγόμενη 1 δυνάμει σχετικής σύμβασης, παραπέμπω στο Τεκμήριο 7. Σε ότι αφορά την εξασφάλιση πληρωμής του, παραπέμπω, μεταξύ άλλων, στο Τεκμήριο 9 που είναι η επικαλούμενη εγγύηση που δόθηκε από τους Εναγομένους 2 και 3 δυνάμει σχετικού συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 21.09.12, οι υφιστάμενες υποθήκες αρ. Υ3404/08 και Υ3409/08 που είναι τα Τεκμήρια 15 & 17. Η δε αναφορά του ΜΕ1 για ετοιμασία αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού παραπέμπει στο Τεκμήριο 27, ενώ η επίκληση του μάρτυρα σε αποστολή επιστολών προειδοποίησης ημερ. 11.0413 και 04.09.12 αφορά τα Τεκμήρια 20 & 21. Σε σχέση με την αναφορά του ΜΕ1 σε επιστολή ημερ. 09.12.13 για κατ’ ισχυρισμό τερματισμό της σύμβασης δανείου, συμφωνητικών εγγράφων εγγύησης και της λειτουργίας του επίμαχου λογαριασμού δανείου, παραπέμπω στο Τεκμήριο 22.

 

Το τελευταίο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1 αποτελείται από αναφορές του που ένεκα των εξηγήσεων που ο ίδιος έδωσε γ’ αυτές κρίθηκαν πειστικές και ως εκ τούτου αποδέχομαι.

 

Συγκεκριμένα αποδέχομαι την αναφορά του ότι από το έτος 2012 που δημιουργήθηκε και ξεκίνησε τη λειτουργία του ο επίδικος λογαριασμός δανείου η Εναγόμενη 1 λάμβανε σχετικές καταστάσεις του. Όπως λογικά ο μάρτυρας είπε, η μακροχρόνια συνεργασία της Εναγομένης 1 αλλά και του διευθυντή της (Εναγομένου 2) με την ΑΒ σε συνδυασμό με την ανάγκη για ορθή οικονομική διαχείριση της Εναγομένης 1 είναι δεδομένα που θα ωθούσαν τον Εναγόμενο 2 να απαιτούσε από την ΑΒ την αποστολή τέτοιων καταστάσεων για σκοπούς παρακολούθησης του δανείου, διαμαρτυρόμενος έτσι για τυχόν τέτοιο πρόβλημα. Χαρακτηριστική είναι η πιο κάτω πειστική τοποθέτηση του ΜΕ1, η οποία ομιλεί από μόνη της (πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 10.12.24, σελίδες 9-10):

            «Ε.       Σου λέω κ. μάρτυρα ότι ακόμα και αν εστέλλαν από την Alpha

            κατάσταση λογαριασμού, τις εστέλλαν σε μια άσχετη διεύθυνση και ποτέ δεν είχε τη δυνατότητα η Εναγόμενη 1 ούτε να δει ούτε να κρίνει εκείνους τους λογαριασμούς.

Α.         Διαφωνώ με την υποβολή σας. Ένας επιχειρηματίας, ο Εναγόμενος 2 εννοώ και η εταιρεία του με συνεργασία πέραν των 20 χρόνων με την τράπεζα, δεν είναι δυνατό να μην είχε επαφή και γνώση για τους λογαριασμούς του, για τις καταστάσεις ροής των λογαριασμών του έστω και για τις κάποιες καταθέσεις, τις μεμονωμένες καταθέσεις που είχε κάνει σε αυτούς.»            

 

Η ορθότητα της διεύθυνσης που υπήρχε στο μητρώο της ΑΒ στην οποίαν θα αποστέλλονταν τα έγγραφα δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους. Παράλληλα κανένα παράπονο υπήρξε από μέρους των Εναγομένων 1, 2 & 3 για μη αποστολή τέτοιων εγγράφων και το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με τη μη προσκόμιση από μέρους των Εναγομένων οποιασδήποτε επιστολής με τέτοιο περιεχόμενο απλά επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του ΜΕ1.

 

Περαιτέρω δέχομαι τη θέση του μάρτυρα ότι από τον τερματισμό της λειτουργίας του επίμαχου λογαριασμού δανείου και έπειτα σκόπιμα καταγράφηκε στο μητρώο της ΑΒ νέα διεύθυνση αποστολής προκειμένου να μην αποστέλλονταν πλέον τέτοιες καταστάσεις. Αυτό δικαιολογεί την μην παραλαβή κατάστασης λογαριασμού δανείου από την Εναγόμενη 1 από το έτος 2013 και έπειτα.

 

Ακόμη δέχομαι ως λογική και συνάμα πειστική την εξήγηση του μάρτυρα για την αλλαγή των τριών πρώτων ψηφίων στον αριθμό λογαριασμού δανείου. Η ανάθεση της διαχείρισης του σε νέο υποκατάστημα της ΑΒ δικαιολογεί αυτήν την αλλαγή στην πορεία. Αν κάποιος συγκρίνει τα υπόλοιπα ψηφία με τα ψηφία που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι συνιστούν διαφορετικό αριθμό, θα αντιληφθεί ότι πρόκειται για τα ίδια ψηφία. Συνεπώς πρόκειται για τον ίδιο αριθμό. Η ύπαρξη παύλας ανάμεσα στα ψηφία δεν αλλοιώνει και ούτε αλλάζει τον αριθμό λογαριασμού δανείου. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι ο επίδικος λογαριασμός δανείου παρέμεινε ουσιαστικά ο ίδιος. Καμία μαρτυρία που να τεκμηριώνει την περί του αντιθέτου θέση των Εναγομένων έχει παρουσιαστεί από τους Εναγομένους. Η σύγκριση της §3 της έκθεσης απαίτησης με τα Τεκμήρια 25, 26, 27 & 29 δεν υποστηρίζει την εκδοχή των Εναγομένων στο συγκεκριμένο θέμα. Παρόλο ότι οπτικά παρατηρούνται τα δύο προαναφερόμενα σημεία, εντούτοις ουδεμία διαφορά εντοπίζεται μέσα από τη σύγκριση αυτή ώστε να οδηγεί σε διαφορετικό αριθμό. Ακολούθως είναι λογικό με την μεταφορά του λογαριασμού αυτού στο μητρώο της Ενάγουσας ο αριθμός να αλλάξει. Η αλλαγή έχει να κάνει με τον αριθμό και όχι με τις πράξεις, καταχωρήσεις και συναλλαγές του και με την ουσία του περιεχομένου του, τα οποία παρέμειναν τα ίδια. Ως εκ τούτου, η μεταφορά του περιεχομένου του εν λόγω λογαριασμού από την ΑΒ στην Ενάγουσα ήταν και παρέμεινε αυτούσια χωρίς αλλοίωση και/ή μεταβολή και/ή επέμβαση. Είναι γι’ αυτό που στο Τεκμήριο 42 που είναι η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ημερ. 16.12.24, η οποία αποστάληκε από την Ενάγουσα, αναγράφεται ο επίδικος λογαριασμός δανείου με αρ. [ ] (πρώην [ ]). Η προβαλλόμενη θέση των Εναγομένων είναι απλά μία εκ των υστέρων επινόηση τους που, εκτός από παράλογη, στερείται τεκμηρίωσης για να προκαλέσουν ζημιά στην υπόθεση της Ενάγουσας.

 

Συνεπώς αποτελεί εύρημα μου ότι με την αυτούσια μεταφορά του αρχείου του επίδικου λογαριασμού δανείου από την ΑΒ στην Ενάγουσα ο αριθμός του άλλαξε από [ ] (ή όπως αλλιώς μπορεί να αναγραφεί [ ]) σε [ ].   

 

Επιπλέον, ένεκα της θέσης που κατείχε και της φύσης των καθηκόντων που ο ΜΕ1 είχε από την υπηρεσία του στην ΑΒ και έπειτα στην DC, της πρόσβασης που είχε με τα έγγραφα της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης και της σύνδεσης που είχε με το ηλεκτρονικό αρχείο τόσο της ΑΒ όσο και αμέσως έπειτα με την DC, γενικότερα της μακράς εμπλοκής του στην συγκεκριμένη περίπτωση και ειδικότερα από 27.03.13 μέχρι τουλάχιστον τις 10.12.24, ημερομηνία κατά την οποίαν ολοκληρώθηκε η ένορκη κατάθεση του στο Δικαστήριο για την υπόθεση αυτή, δέχομαι τις πιο κάτω αναφορές του που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό δανείου:

(α)       καθ’ όλον τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο η ΑΒ διατηρούσε τραπεζικό βιβλίο σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή αλλά και ηλεκτρονικό αρχείο ως επιχείρηση,

(β)       ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της ΑΒ ήταν αυτό που αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό δανείου σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή,

(γ)        μέρος του πιο πάνω ηλεκτρονικού αρχείου της επιχείρησης ήταν και το ηλεκτρονικό αρχείο που αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό δανείου,

(δ)        στο σύστημα που τηρείτο για το τραπεζικό βιβλίο φυλάσσονταν όλες οι πληροφορίες, οι πράξεις και οι συναλλαγές που αφορούσαν το επίδικο λογαριασμό δανείου,

(ε)        το συγκεκριμένο τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από την ΑΒ σε ηλεκτρονική μορφή ήταν από τις 21.09.12 που άνοιξε ο επίδικος λογαριασμός δανείου και ξεκίνησε η λειτουργία του μέχρι και τις 08.12.22 καθ’ όλον τον χρόνο βρισκόταν φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της ΑΒ και υπό τον έλεγχο αυτής,

(στ)      όλες οι πράξεις και συναλλαγές του επίδικου λογαριασμού δανείου είναι καταχωρημένες στο αρχείο, οι οποίες αποτελούσαν το αρχείο και το συγκεκριμένο τραπεζικό βιβλίο της ΑΒ μέχρι και τις 08.12.22 και ακολούθως αποτελούν το αρχείο της Ενάγουσας σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό δανείου,

(ζ)        από τις 09.12.22 το συγκεκριμένο αρχείο της ΑΒ τόσο σε ηλεκτρονική όσο και σε έντυπη μορφή μεταφέρθηκε αυτούσιο στο αρχείο που διατηρεί η Ενάγουσα και έκτοτε συνεχίζει να τηρείται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο,

(η)        στο αρχείο που διατηρεί η Ενάγουσα καταχωρίστηκαν όλες οι πράξεις και συναλλαγές που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό από το άνοιγμα του μέχρι τη μεταβίβαση του στην Ενάγουσα καθώς και όλες οι πράξεις και συναλλαγές από την ημερομηνία μεταβίβασης τους μέχρι και τις 06.12.23 αλλά και μετέπειτα μέχρι τη στιγμή της κατάθεσης του ΜΕ1 στο Δικαστήριο,

(θ)        όλες οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού δανείου παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ΜΕ1 στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με τις αρχικές καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή διαπίστωσε ότι ήταν ορθές,

(ι)         από τις 09.12.22 το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό αρχείο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας και υπό τον έλεγχο της αποτελώντας ένα από τα συνήθη βιβλία της επιχείρησης της Ενάγουσας,

(κ)        όλες οι καταχωρήσεις στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό αρχείο που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό δανείου έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της ΑΒ και από τις 09.12.22 της Ενάγουσας,

(λ)        από το ηλεκτρονικό αρχείο του επίδικου λογαριασμού που διατηρεί πλέον η Ενάγουσα και στο οποίο έχουν μεταφερθεί πλήρως όλες οι συναλλαγές και πράξεις που τον αφορούν, ως αυτές περιέχονταν στο αντίστοιχο ηλεκτρονικό αρχείο της ΑΒ, κατόπιν εντολής του ΜΕ1 παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του που είναι συνδεδεμένος με το αρχείο του επίδικου λογαριασμού δανείου όλες οι καταστάσεις του, οι οποίες αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό αρχείο,

(μ)        οι εν λόγω καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού δανείου συγκρίθηκαν από τον ΜΕ1 με την αρχική καταχώρηση των πράξεων και συναλλαγών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του από την οποίαν σύγκριση ο ίδιος διαπίστωσε ότι ήταν ορθές.

Οι Εναγόμενοι αμφισβήτησαν την αυτούσια μεταφορά του αρχείου από την ΑΒ στην Ενάγουσα. Επί τούτου ο μάρτυρας έτυχε εκτενούς αντεξέτασης. Ωστόσο παρέμεινε σταθερός και συνεπής στις απαντήσεις του παραθέτοντας πειστικά επιχειρήματα. Μέσα από τις ερωτήσεις τους οι Εναγόμενοι προσπάθησαν να δείξουν αλλοίωση του αρχείου του επίδικου λογαριασμού δανείου επεξεργαζόμενοι δεδομένα και προβαίνοντας σε ασκήσεις επί χάρτου. Με κάθε σεβασμό η προσπάθεια τους αυτή με βρίσκει αντίθετο. Το αρχείο μεταφέρθηκε αυτούσιο επειδή οι πράξεις και οι συναλλαγές που είχαν καταχωριστεί παρέμειναν ακριβώς οι ίδιες κατά τη μεταφορά τους. Αυτό διαπίστωσε ο μάρτυρας μέσα από έλεγχο και σύγκριση που έκανε των αρχικών πράξεων και συναλλαγών μ’ αυτών που είχαν μεταφερθεί στη βάση των ορθών χρονικών πλαισίων. Όταν το συγκεκριμένο αρχείο μεταφέρθηκε από την ΑΒ στην Ενάγουσα τον Δεκέμβριο 2022 ο ΜΕ1 εργαζόταν στην ΑΒ. Επομένως ήταν σε θέση να γνωρίζει για το συγκεκριμένο αρχείο της περίπτωσης που μεταφερόταν. Επομένως όταν ακολούθως πήγε στην υπηρεσία της DC και είχε το μητρώο της Ενάγουσας για τη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν σε θέση να προβεί σε σύγκριση. Ουδεμία σχέση έχουν οι μαθηματικοί υπολογισμοί ή η σύγκριση ανόμοιων δεδομένων ή η σύγκριση πληροφοριών μέσα από διαφορετικά χρονικά σημεία.

 

Το ότι ο ΜΕ1 δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου το έντυπο αρχείου μεταφοράς προκειμένου να υπάρξει συζήτηση σε λογαριασμούς άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων που έχουν κλείσει, δεν πλήττει την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, η οποία παρέμεινε ακλόνητα υψηλή. Τέτοια προσκόμιση, υπό τις περιστάσεις, δεν ήταν απαραίτητη για το λόγο που ζητήθηκε. Ο ΜΕ1 ήταν ο αρμόδιος λειτουργός για τον συγκεκριμένο λογαριασμό δανείου και παρουσίασε αυτά που έπρεπε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Την ίδια στιγμή ξεκαθαρίζω ότι η αναφορά αυτή γίνεται μόνο για σκοπούς αξιοπιστίας του μάρτυρα και χωρίς το Δικαστήριο να προαποφασίζει για το επίδικο θέμα αν η ΑΒ είναι ή όχι τραπεζικός οργανισμός. Το εγειρόμενο αυτό ζήτημα τυγχάνει εξέτασης από το Δικαστήριο στη συνέχεια, το οποίο θα αποφασίσει επί τούτου στη βάση νομικών παραμέτρων.

 

Ορθά ο ΜΕ1 υπέδειξε ότι εδώ δεν μας ενδιαφέρουν οι λογαριασμοί άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων επειδή δεν αποτελούν επίδικο θέμα. Το Δικαστήριο εκδικάζει μόνο τα επίδικα θέματα που προσδιορίζονται μέσα από τα δικόγραφα (Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Πεππή και άλλης (2005) 1Α Α.Α.Δ. 213). Στην προκειμένη περίπτωση τα δικόγραφα, εκτός από το επίμαχο δάνειο, δεν αναδεικνύουν άλλους λογαριασμούς πιστωτικών διευκολύνσεων ως επίδικα ζητήματα. Οπότε αυτοί οι άλλοι λογαριασμοί δεν θα μας απασχολήσουν, εκτός βέβαια στο βαθμό και στην έκταση που ήθελε θεωρηθεί ότι σχετίζονται με την ανταπαίτηση των Εναγομένων.

 

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι οι καταστάσεις του επίμαχου λογαριασμού δανείου που ο μάρτυρας έλεγξε και εκτύπωσε καθώς επίσης και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου που ο μάρτυρας ετοίμασε, έλεγξε και εκτύπωσε, κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 συνοδευόμενες από σχετικό πιστοποιητικό υπογραμμένο από τον ίδιο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 35 του Κεφ. 9 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Τεκμήρια 25, 26 & 27).

 

Η ορθότητα των καταχωρήσεων του συγκεκριμένου αρχείου δεν έχει πληγεί. Καμία πειστική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου που να ανατρέπει το δεδομένο αυτό. Παράλληλα, ουδέποτε οι Εναγόμενοι παραπονέθηκαν στο παρελθόν για οποιοδήποτε λάθος ή παράλειψη στον επίμαχο λογαριασμό δανείου, παρόλο ότι αποστέλλονταν καταστάσεις του στην Εναγόμενη 1.

 

Όλα τα πιο πάνω γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του.

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ1 ως αληθή και αξιόπιστη και ότι το περιεχόμενο της εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων, περιλαμβανομένων της Ένδειξης ‘Α’ και των Τεκμηρίων 1-32 που αποτελούν μέρος της.

 

Ο ΜΕ2 ήταν ακόμη ένα άτομο που αρχικά εργαζόταν στην ΑΒ και στη συνέχεια στην DC. Το ότι εργαζόταν στην ΑΒ από το έτος 2000 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2023 και έκτοτε βρίσκεται στην υπηρεσία της DC δεν αμφισβητείται από τους Εναγομένους.  Ως μάρτυρας επίσης έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλός και ουσιαστικός στις αναφορές του. Προσήλθε στο Δικαστήριο και περίγραψε γεγονότα που είχαν περιέλθει στη σφαίρα της προσωπικής του αντίληψης. Εκεί που δεν γνώριζε κάτι το έλεγε αμέσως χωρίς φόβο ή ντροπή. Ενδεικτικά αναφέρω τα πιο κάτω που συνιστούν δείγμα της ειλικρίνειας που χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο μάρτυρα:

(α)       ο μάρτυρας ευθαρσώς στην κυρίως εξέταση του επισήμανε ότι ο ίδιος δεν χειρίστηκε την αίτηση της Εναγομένης 1 που αφορά το επίμαχο δάνειο,

(β)       ο μάρτυρας δεν απέκρυψε το γεγονός ότι δεν ήταν ο λειτουργός που χειριζόταν τη συγκεκριμένη υπόθεση δανείου,

(γ)        ο μάρτυρας ευθέως αποκάλυψε ότι παρόλο που βρισκόταν στην αίθουσα συζήτησης εντούτοις ο ίδιος δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις με τους Εναγομένους.

 

Δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται για μάρτυρα αλήθειας. Σε κάθε περίπτωση οι αναφορές του επιβεβαιώνονται από πραγματική μαρτυρία, στοιχείο που τις καθιστά πειστικές απέναντι στο Δικαστήριο. Προς επίρρωση του πιο πάνω καταγράφω τα ακόλουθα που αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου:

·           ο ίδιος υπέγραψε ως δεύτερος μάρτυρας στη σύμβαση του επίδικου δανείου αναγνωρίζοντας και υποδεικνύοντας το ονοματεπώνυμο του με σφραγίδα και την υπογραφή του επί του σχετικού εγγράφου (σελίδα 5 υπό το σημείο 2 του Τεκμηρίου 7),

·           σύμφωνα με την επιστολή προσφοράς υπήρχαν οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις των υποθηκών αρ. Υ3404/08 και Υ3409/08 που θα χρησιμοποιούνταν για την κάλυψη του επίδικου δανείου (σημείο 3 του Τεκμηρίου 6),

·           κατά το χρόνο χορήγησης του δανείου υπήρχαν υφιστάμενες πιστωτικές διευκολύνσεις στην ΑΒ, οι οποίες εξασφαλίζονταν αφού δεν είχαν εξοφληθεί, γεγονός που τεκμηριώνεται από τους λογαριασμούς που είχαν χρεωστικά υπόλοιπα και εξοφλήθηκαν με τη χρήση του ποσού του επίδικου δανείου (Τεκμήριο 31(1)-31(6)),

·           η ΑΒ αποδέχτηκε οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις των υποθηκών αρ. Υ3404/08 και Υ3409/08 να χρησιμοποιηθούν ως μέρος κάλυψης του επιδίκου δανείου και προς τούτο οι Εναγόμενοι 2 και 3 προέβησαν σε σχετικές γραπτές δηλώσεις με τις οποίες αναγνώριζαν τον σκοπό συνέχισης χρήσης των εν λόγω υποθηκών που ήταν εγγραμμένες προς όφελος της ΑΒ (Τεκμήρια 16 & 18),

·           οι επίμαχες υποθήκες αρ. Υ3404/08 και Υ3409/08 αποτελούν, μαζί με το επίδικο δάνειο, μέρος του Σχεδίου Διακανονισμού μεταξύ της ΑΒ και της Ενάγουσας για το οποίο στις 07.12.22 εκδόθηκε το Διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας στα πλαίσια της Εταιρικής Αίτησης Αρ. 655/2022 I Justice (Συνημμένο 1 Τεκμηρίου 29 & Τεκμήριο 33). Στο Συνημμένο 1 του Τεκμηρίου 29 αναγράφεται ο επίδικος λογαριασμός δανείου να είναι μία από τις πιστωτικές διευκολύνσεις που περιλαμβάνονται στο Σχέδιο Διακανονισμού και στο Τεκμήριο 33 να περιλαμβάνονται οι εξασφαλίσεις που επίσης αποτελούν μέρος του ιδίου σχεδίου, ανάμεσα στις οποίες σημειώνονται οι αριθμοί των δύο επίμαχων υποθηκών.

 

Στη βάση των πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ2 ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 33 που αποτελεί μέρος της.

 

Ο ΜΕ3 επίσης δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η πολύχρονη υπηρεσία του στην ΑΒ (28 έτη περίπου, ήτοι από το έτος 1996 μέχρι τις 10.01.25 που κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο) του επιτρέπει να αναγνωρίζει έγγραφα πιστωτικών διευκολύνσεων αλλά και έγγραφα που σχετίζονται ή συνδέονται με πιστωτικές διευκολύνσεις και να είναι σε θέση να εντοπίζει από αυτά σημαντικές πληροφορίες. Αυτή η ικανότητα και συνάμα δυνατότητα του καλύπτει και τα έγγραφα που αφορούν και/ή σχετίζονται με την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση.

 

Με ηρεμία και άνεση απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν χωρίς να εικάζει και δίχως να φλυαρεί ή να επεκτείνεται άσχετα. Εκεί που ο ίδιος γνώριζε προσωπικά κάτι τοποθετείτο ευθέως και επί της ουσίας, χωρίς να μου δώσει την αίσθηση ότι σκεφτόταν πως θα απαντούσε. Γι’ αυτά που έλεγε φαινόταν σίγουρος. Οι αναφορές του υποστηρίζονται από πραγματική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου και την ίδια στιγμή επιβεβαιώνουν μέρος της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2. Η μαρτυρία του, αν και περιορισμένη στην έκταση της, είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται για ειλικρινή μάρτυρα, ο οποίος, χωρίς φόβο, αλλότρια κίνητρα, συμφέρον και σχέση με την υπόθεση, είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο.

 

Η μαρτυρία του ΜΕ3 περιστράφηκε στους λογαριασμούς που σύμφωνα με την Ενάγουσα εξοφλήθηκαν από τη διάθεση του ποσού της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης. Με τεκμηριωμένο τρόπο και αφού πρώτα αναγνώρισε την επίμαχη σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 7), βάση της οποίας χορηγήθηκε η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση, πράγμα που είναι παραδεκτό γεγονός, ο εν λόγω μάρτυρας υπέδειξε στο Δικαστήριο την εκταμίευση του ποσού της πιστωτικής διευκόλυνσης και τη μεταφορά του σε άλλους 5 λογαριασμούς, για τους οποίους επισήμανε ότι εξοφλήθηκαν με τραπεζικά εμβάσματα 6 πληρωμών. Προς επίρρωση των αναφορών του ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην κίνηση του επίμαχου λογαριασμού δανείου για την περίοδο από 21.09.12 μέχρι 09.12.13, έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 25 συνοδευόμενο από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9 υπογεγραμμένο από τον ΜΕ1. Αν κάποιος αναγνώσει την κατάσταση αυτή θα προσέξει ότι στις 21.09.12 ο συγκεκριμένος λογαριασμός χρεώθηκε με τα εξής ποσά που έχουν μεταφερθεί στους πιο κάτω λογαριασμούς:

(α)       €136.501,00 στο λογαριασμό αρ. 1010041150,

(β)       €22.862,91 στο λογαριασμό αρ. [ ] της εταιρείας T.K. Electrical-Mechanical Studies Ltd, της οποίας διευθυντής και μέτοχος, παρέμεινε αναντίλεκτο μέσα από την εκδίκαση της αγωγής ότι, είναι ο Εναγόμενος 2,

(γ)        €153.597,68 & €3.761,01στο λογαριασμό αρ. [ ],

(δ)        €312.207,38 στο λογαριασμό αρ. [ ],

(ε)        €4.657,10 στο λογαριασμό αρ. [ ].

 

Η ορθότητα της πιο πάνω αναφοράς του μάρτυρα διασταυρώνεται από τα σχετικά έντυπα μεταφοράς που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 31(1)-31(6). Ειδικότερα ανατρέχοντας στα εν λόγω τεκμήρια παρατηρώ ότι:

·           με βάση το Τεκμήριο 31(1) στις 21.09.12 πιστώθηκε μέσω τραπεζικού εμβάσματος ο λογαριασμός υπό το σημείο (α) που είναι στο όνομα της Εναγομένης 1 με το ποσό των €136.501,00,

·           με βάση το Τεκμήριο 31(2) στις 21.09.12 πιστώθηκε μέσω τραπεζικού εμβάσματος ο λογαριασμός υπό το σημείο (ε) που είναι στο όνομα της Εναγομένης 1 με το ποσό των €4.657,10,

·           με βάση το Τεκμήριο 31(3) στις 21.09.12 πιστώθηκε μέσω τραπεζικού εμβάσματος ο λογαριασμός υπό το σημείο (δ) που είναι στο όνομα της Εναγομένης 1 με το ποσό των €312.207,38,

·           με βάση το Τεκμήριο 31(4) στις 21.09.12 πιστώθηκε μέσω τραπεζικού εμβάσματος ο λογαριασμός υπό το σημείο (γ) που είναι στο όνομα της Εναγομένης 1 με το ποσό των €3.761,01,

·           με βάση το Τεκμήριο 31(5) στις 21.09.12 πιστώθηκε μέσω τραπεζικού εμβάσματος πάλι ο λογαριασμός υπό το σημείο (γ) που είναι στο όνομα της Εναγομένης 1 με το ποσό των €153.597,68,

·           με βάση το Τεκμήριο 31(6) στις 21.09.12 πιστώθηκε μέσω τραπεζικού εμβάσματος ο λογαριασμός υπό το σημείο (β) που είναι στο όνομα της εταιρείας T.K. Electrical-Mechanical Studies Ltd με το ποσό των €22.862,91.

 

Οι αναφορές του ΜΕ3 για εκταμίευση του ποσού δανείου και χρεώσεις του επίδικου λογαριασμού δανείου με τα πιο πάνω ποσά και για μεταφορές τους με τραπεζικά εμβάσματα (6 πληρωμών) στους προαναφερόμενους 5 λογαριασμούς με υπόδειξη των Τεκμηρίων 25 & 31(1) μέχρι 31(6) συμπληρώνονται με τις αναφορές του ιδίου μάρτυρα για πιστώσεις των ποσών αυτών στους προαναφερόμενους 5 λογαριασμούς με παραπομπή στα Τεκμήρια 34-38 που είναι καταστάσεις των λογαριασμών αυτών για περίοδο που καλύπτουν την ουσιώδη ημερομηνία 21.09.12. Τα Τεκμήρια 34-38 καταδεικνύουν που έχουν καταλήξει τα ποσά του επίδικου δανείου και τι αντίκτυπο είχαν οι πληρωμές. Τα εν λόγω έγγραφα συμπληρώνουν την ορθότητα των αναφορών του ΜΕ3, επαληθεύοντας έτσι στο σύνολο τους τον κύκλο των τοποθετήσεων του. Αν κάποιος ανατρέξει στα τεκμήρια αυτά θα δει τις πιο κάτω πιστώσεις που οδήγησαν στην εξόφληση τους:

·           στο Τεκμήριο 34 που είναι κατάσταση του υπό σημείου (δ) λογαριασμού στις 21.09.12 υπάρχει πίστωση ύψους €312.207,38 μέσω σχετικής μεταφοράς από τον λογαριασμό αρ. [ ] που είναι ο επίδικος λογαριασμός δανείου,

·           στο Τεκμήριο 35 που είναι κατάσταση του υπό σημείου (γ) λογαριασμού στις 21.09.12 υπάρχουν δύο πιστώσεις ύψους €153.597,68 και €3.761,01 μέσω σχετικής μεταφοράς από τον λογαριασμό αρ. [ ] που είναι ο επίδικος λογαριασμός δανείου,

·           στο Τεκμήριο 36 που είναι κατάσταση του υπό σημείου (α) λογαριασμού στις 21.09.12 υπάρχει πίστωση ύψους €136.501,00 μέσω σχετικής μεταφοράς από τον λογαριασμό αρ. [ ] που είναι ο επίδικος λογαριασμός δανείου,

·           στο Τεκμήριο 38 που είναι κατάσταση του υπό σημείου (β) λογαριασμού στις 21.09.12 υπάρχει πίστωση ύψους €22.862,91 μέσω σχετικής μεταφοράς από τον λογαριασμό αρ. [ ] που είναι ο επίδικος λογαριασμός δανείου,

·           στο Τεκμήριο 37 που είναι κατάσταση λογαριασμού της εταιρικής πιστωτικής κάρτας για την Εναγόμενη 1 που προφανώς είναι ο υπό το σημείου (ε) λογαριασμός υπάρχει πληρωμή πιστωμένο ποσό ύψους €4.657,10.

 

Όλα τα πιο πάνω που αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι στις 21.09.12 που υπογράφηκε η επίμαχη πιστωτική διευκόλυνση υπό τη μορφή δανείου, υπήρξε εκταμίευση ποσού δανείου ύψους €633.587,08 και ακολούθως αυθημερόν υπήρξε χρέωση του λογαριασμού δανείου με τα ποσά ως πιο πάνω τα οποία, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων (6 πληρωμών), μεταφέρθηκαν στους προαναφερόμενους 5 λογαριασμούς οι οποίοι αφού πιστώθηκαν με τα ποσά αυτά, εξοφλήθηκαν αφού το χρεωστικό υπόλοιπο τους μηδενίστηκε.

 

Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ3 ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 34, 35, 36, 37 και 38 που αποτελεί μέρος της.

 

Ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ) δημιούργησε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατ’ αρχάς δεν περιορίστηκε στην περιγραφή γεγονότων που σύμφωνα με τον ίδιο συνέβησαν. Προκειμένου να εντυπωσιάσει επεκτάθηκε στην παράθεση οικονομικών και νομικών επιχειρημάτων μεταφέροντας εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, όπως ο ίδιος θεωρεί ότι αντιλήφθηκε, νομικές και οικονομικές συμβουλές που έχει λάβει. Ο ίδιος όμως δεν είναι ούτε νομικός αλλά ούτε και επαγγελματίας οικονομολόγος και ούτε έχει νομικές και οικονομικές γνώσεις ώστε αυτά που μας ανέφερε να είχαν οποιαδήποτε βαρύτητα.

 

Σε ότι αφορά τα γεγονότα που επικαλέστηκε, μπορεί με ασφάλεια να λεχθεί ότι δεν τα εξιστόρησε όπως πραγματικά διαδραματίστηκαν αλλά επέλεξε να παρουσιάσει κατ’ ισχυρισμό συμβάντα με τον τρόπο που θεώρησε ότι θα τον βόλευαν και θα εξυπηρετούσαν την εκδοχή του. Η μαρτυρία του διαπνέεται από στοιχείο προσωπικού συμφέροντος. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να δημιουργήσει εντυπώσεις ευνοϊκές για την υπόθεση του προβάλλοντας γενικούς, αόριστους και ασαφείς ισχυρισμούς. Πρόταξε εκ των υστέρων κατασκευασμένους ισχυρισμούς προκειμένου να προκαλέσει ζημιά στην υπόθεση της Ενάγουσας, οι οποίοι απορρίπτονται από πραγματική μαρτυρία. Προέβηκε σε αναφορές που συγκρούονται με παραδεκτά γεγονότα ενώ προβάλλει θέσεις και κατ’ ισχυρισμό γεγονότα που δεν δικογραφούνται στην έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων. Σε άλλες δε περιπτώσεις που αισθανόταν ότι η ερώτηση δεν βόλευε την εκδοχή των Εναγομένων ή τον έφερνε σε δύσκολη θέση, ο ίδιος απέφευγε να απαντήσει επί της ουσίας. Σε κάποιες άλλες μάλιστα φορές ο Εναγόμενος 2 προέβηκε σε αναφορές για τις οποίες γνώριζε ότι δεν ήταν αληθείς προκειμένου να ενισχύσει την εκδοχή του εις βάρος της υπόθεσης της Ενάγουσας. Σε τελευταία ανάλυση η εικόνα που αποκόμισα είναι ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Δεν ήταν μάρτυρας αλήθειας αφού δεν ήλθε για να πει την αλήθεια και δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο.  

 

Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω ενδεικτικά αναφέρω τα εξής:

Βασική θέση που ο Εναγόμενος 2 προέβαλε ήταν ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να διαπραγματευτεί τους όρους της συμφωνίας δανείου και του συμφωνητικού εγγράφου εγγύησης (Τεκμήρια 7 & 9) παρόλο ότι υπέβαλε σχετικό αίτημα.

 

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι η Εναγόμενη 1 που αποτάθηκε στην ΑΒ για εξασφάλιση δανείου. Σχετική επιστολή που υπογράφεται από τον Εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητα του Διευθυντή και Γραμματέα της Εναγομένης 1 με την οποίαν γνωστοποιείται στην ΑΒ το αίτημα αυτό της Εναγομένης 1 κατόπιν απόφασης της που λήφθηκε στα πλαίσια συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 6. Μάλιστα για τον σκοπό αυτό εξουσιοδοτείται ο Εναγόμενος 2 να υπογράψει, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 2, τα έγγραφα που θα παρουσίαζε η ΑΒ.

 

Η ΑΒ ανταποκρίθηκε στο αίτημα της Εναγομένης 1 για χορήγηση δανείου και στο τραπέζι της συνάντησης τους τέθηκε έγγραφο. Εάν η Εναγόμενη 1 αισθανόταν ότι δεν είχε περιθώριο διαπραγμάτευσης και διαφωνούσε με το περιεχόμενο του εγγράφου που είχε ενώπιον της τότε είχε την επιλογή να μην συμφωνήσει, να μην το υπογράψει και να αποχωρήσει. Ομοίως μπορούσε να ενεργήσει με τον ίδιο τρόπο, μαζί με τη σύζυγο του (Εναγόμενη 3), για το συμφωνητικό έγγραφο εγγύησης. Εκείνο όμως που παρατηρώ είναι ότι τόσο το Τεκμήριο 7 φέρει υπογραφή του Εναγομένου 2 ως Διευθυντής της Εναγομένης 1 όσο και το Τεκμήριο 9 φέρει τις υπογραφές των Εναγομένων 2 και 3 υπό την προσωπική τους ιδιότητα με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει. Το ότι οι υπογραφές των Εναγομένων βρίσκονται στα έγγραφα αυτά δεν αποτελεί επίδικο θέμα. Συνεπώς οι Εναγόμενοι επέλεξαν να μην αποχωρήσουν αλλά να προσχωρήσουν με την υπογραφή των εγγράφων.

 

Η δικογραφημένη θέση τους ότι τους ασκήθηκαν αφόρητες ψυχικές πιέσεις και απειλές/εκβιασμοί δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αγωγής. Καμία μαρτυρία δόθηκε από τον Εναγόμενο 2 τι είδους ψυχική πίεση τους ασκήθηκε και καμία μαρτυρία δόθηκε από πλευράς των Εναγομένων ποιες ήταν οι επικαλούμενες απειλές και οι κατ’ ισχυρισμό εκβιασμοί που η Ενάγουσα άσκησε εις βάρος των Εναγομένων. Ουδεμία λεπτομέρεια για το ζήτημα αυτό έχει τεθεί ενώπιον μου.

 

Πέραν αυτού κανένα παράπονο και ουδεμία διαμαρτυρία με συγκεκριμένο περιεχόμενο υπήρξε από μέρους των Εναγομένων είτε πριν είτε μετά την υπογραφή των εγγράφων. Η Εναγόμενη 1 και κατ’ επέκταση ο Εναγόμενος 2 ήταν χρόνια πελάτες της ΑΒ. Με τη μεταξύ τους συνεργασία να ανερχόταν στα 20 χρόνια περίπου, οι εν λόγω Εναγόμενοι είχαν αρκετή εμπειρία σε αιτήματα πιστωτικών διευκολύνσεων, οπότε είχαν κάθε κίνητρο να διαμαρτυρηθούν. Αν υπήρχε τέτοιο παράπονο ο Εναγόμενος 2 θα το έθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει τεθεί ενώπιον μου. Το γεγονός ότι η πρώτη φορά που εξέφρασαν παράπονο ήταν μετά το έτος 2014 που καταχώρισαν την έκθεση απαίτησης & ανταπαίτησης τους ενώ τα συμφωνητικά έγγραφα υπεγράφησαν στις 21.09.12, αποδεικνύει ότι πρόκειται για εκ των υστέρων προφάσεις τους με σκοπό να αποφύγουν τις συμβατικές ευθύνες τους.

 

Σε ερώτηση δε κατά την αντεξέταση του γιατί η Εναγόμενη 1 δεν αποτάθηκε σε άλλο τραπεζικό οργανισμό να δανειοδοτηθεί, αυτός απέφυγε να απαντήσει. Το περιεχόμενο της απάντησης του βέβαια επιβεβαιώνει ότι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή παραπονέθηκε γι’ αυτό που εκ των υστέρων ισχυρίζεται. Παραθέτω αυτό αυτούσια την απάντηση του, η οποία ομιλεί από μόνη της (πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 03.02.25, σελίδα 12, γραμμές 8-13):

            «Α.       Κύριε Χατζηνεοφύτου, με την Alpha Bank ήταν ιδιαίτερη  η σχέση μας, μόνο με τες επιταγές που … αφού το βλέπετε, μόνο εκράταν επιταγές 200 χιλιάδες δικές μας, εν τζιαι εδίαν μας τα λεφτά πίσω να πάμε σε άλλη Τράπεζα, που έπρεπε να τα ακυρώσει αλλά τζιαι οι άλλες τράπεζες με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρονταν, διότι στη μεγάλη κρίση όπως σας είπα είχαν όλες προβλήματα αλλά κυρίως οι ελληνικές, οι θεωρούμενες ελληνικές.»

 

Δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν ότι με την υπογραφή τους στα Τεκμήρια 7 και 9 θα είχαν όφελος από άλλους προβληματικούς λογαριασμούς. Τελικά εξοφλήθηκαν χρεωστικά υπόλοιπα 4 λογαριασμών της Εναγομένης 1 και ένας λογαριασμός των συμφερόντων του Εναγομένου 2. Ως σύζυγος του Εναγομένου 2 του οποίου τα συμφέροντα εξυπηρετήθηκαν (επηρεάστηκαν θετικά), εμμέσως επωφελήθηκε και η Εναγόμενη 3.

 

Σε τελευταία ανάλυση οι Εναγόμενοι όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκαν για τους όρους των συμφωνητικών εγγράφων αλλά μερίμνησαν για την καταβολή δύο πληρωμών τον Σεπτέμβριο 2013 και τον Νοέμβριο 2013 που αφορούσαν το επίδικο λογαριασμό δανείου. Ακολούθως έγιναν άλλες δύο πληρωμές στον ίδιο λογαριασμό τον Ιανουάριο 2014 και τον Φεβρουάριο 2014. Η πραγματοποίηση των τεσσάρων πληρωμών έναντι του επίδικου λογαριασμού δανείου κάθε άλλο παρά υποστηρίζει τη θέση περί διαφωνίας των Εναγομένων σε ότι αφορά το περιεχόμενο των συμφωνητικών εγγράφων που υπέγραψαν.

 

Επιπλέον με τον όρο 21 του Τεκμηρίου 9 (συμφωνητικό έγγραφο εγγύησης) που οι Εναγόμενοι 2 & 3 συμφώνησαν, έχουν δηλώσει ότι τους εξηγήθηκαν και κατανοούν πλήρως το δικαίωμα τους να συμβουλευτούν δικηγόρο της επιλογής τους για τις πρόνοιες του εγγράφου και ότι είχαν την ευκαιρία να συμβουλευτούν δικηγόρο. Περαιτέρω έχουν δηλώσει ότι μελέτησαν και κατανόησαν πλήρως τις πρόνοιες αυτές και ελεύθερα και εθελούσια έχουν συμβληθεί και προς τούτο υπέγραψαν το Τεκμήριο 9 εν γνώσει τους τα όσα αυτό προνοεί. Όμοια προσέγγιση είχε την ευκαιρία να εφαρμόσει ο Εναγόμενος 2, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 1, σε ότι αφορά την επίδικη σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 7).

 

Ήταν ακόμη η θέση του Εναγομένου 2 ότι το ποσό του επίδικου δανείου δεν εκταμιεύτηκε, δεν τέθηκε στη διάθεση της Εναγομένης 1 και δεν χρησιμοποιήθηκε από την Εναγόμενη 1.

 

Με κάθε σεβασμό στον Εναγόμενο 2, προς υποστήριξη της θέσης του ο ίδιος μετέφερε στην αίθουσα Δικαστηρίου γνώμη εμπειρογνώμονα. Πρόκειται για εξ’ ακοής μαρτυρία, η αξιολόγηση της βαρύτητας της οποίας υπόκειται στις παραμέτρους που εκτίθενται κατά τρόπο μη εξαντλητικό στο άρθρο 27 του Κεφ.9. Με γνώμονα την περί του αντιθέτου εκδοχή της Ενάγουσας, ο επικαλούμενος εμπειρογνώμονας που ούτε καν κατονομάζεται μπορούσε να είχε κληθεί από την πλευρά των Εναγομένων για να δώσει ένορκη μαρτυρία και να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης προκειμένου να εξηγήσει που βασίζει την μαρτυρία του και πως καταλήγει στα συμπεράσματα του, τα οποία ο Εναγόμενος 2 έχει μεταφέρει. Ωστόσο η πλευρά των Εναγομένων παρέλειψε να πράξει κάτι τέτοιο χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Ουδεμία δικαιολογία δόθηκε γιατί δεν ήταν εύλογο και εφικτό να προσέλθει ο εμπειρογνώμονας ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μη προσαγωγή του πιο πάνω προσώπου ως μάρτυρα υπεράσπισης και να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε από την πλευρά της Ενάγουσας τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει δια του δικαιώματος της αντεξέτασης τη θέση που οι Εναγόμενοι προώθησαν μέσα από το περιεχόμενο της εξ’ ακοής μαρτυρίας. Αν βέβαια ήθελε αποδειχτεί ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό για την πλευρά των Εναγομένων να παρουσιάσει το πιο πάνω άτομο ως μάρτυρα υπεράσπισης εξίσου ανέφικτο και το ίδιο μη εύλογο θα ήταν για την πλευρά της Ενάγουσας να τον κλητεύσει για αντεξέταση δυνάμει του δικαιώματος που παρέχεται από τις διατάξεις του άρθρου 26 του Κεφ.9 (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου (2006) 2 Α.Α.Δ. 217).

 

Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω αναφορά του καταρρίπτεται από το Τεκμήριο 25. Πρόκειται για κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου στο οποίο φαίνεται χρέωση του εν λόγω λογαριασμού δανείου με τη μεταφορά διαφόρων μερών του σε πέντε άλλους λογαριασμούς. Οι λογιστικές αυτές πράξεις αποδεικνύουν δυνατότητα διάθεσης του ποσού, πράγμα που σημαίνει ύπαρξη του ποσού αυτού στον εν λόγω λογαριασμό υπό τη μορφή εκταμίευσης. Το ποσό του δανείου διατέθηκε για την Εναγόμενη και χρησιμοποιήθηκε προς όφελος της. Τα Τεκμήρια 31(1)-31(6) είναι τα έντυπα μεταφοράς του ποσού σε 5 λογαριασμούς. Όπως ήδη αναλύθηκε προηγουμένως, πραγματοποιήθηκαν 6 πληρωμές σε 5 λογαριασμούς με τη μορφή αντίστοιχων τραπεζικών εμβασμάτων. Με τις πληρωμές αυτές εξοφλήθηκαν οι λόγω λογαριασμοί που ήταν προβληματικοί. Τα Τεκμήρια 34-38 καταδεικνύουν πίστωση τους με τα ποσά των τραπεζικών εμβασμάτων και εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου τους. Οι 4 από τους 5 λογαριασμούς που εξοφλήθηκαν ήταν της Εναγομένης 1. Ο δε πέμπτος λογαριασμός που επίσης εξοφλήθηκε είναι συμφερόντων του Εναγομένου 2. Οπότε μπορεί να λεχθεί ότι από τη διάθεση του ποσού του επίμαχου δανείου εξοφλήθηκαν 5 λογαριασμοί συμφερόντων των Εναγομένων 1 και 2.

 

Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 34-38 αφήνουν εκτεθειμένη την αναφορά του μάρτυρα ότι οι λογαριασμοί που έχουν πιστωθεί ήταν καταθετικοί και έτσι δεν θα μπορούσαν να έχουν χρεωστικό υπόλοιπο. Αν κάποιος ανατρέξει στα εν λόγω τεκμήρια θα διαπιστώσει ότι η αναφορά του μάρτυρα διαψεύδεται. Πέραν αυτών που έχουν ήδη λεχθεί, οι αναφερόμενοι λογαριασμοί που εξοφλήθηκαν δεν αποτελούν επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή και ως εκ τούτου δεν χρήζουν εξέτασης (Καθητζιώτης v. Επιχειρήσεις Μέλιος και Παφίτης Λτδ (1997) 1Α Α.Α.Δ. 252). Εάν οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι εσφαλμένα υπήρξε εξόφληση και/ή ότι σ’ αυτούς υπήρξαν παράνομες και/ή εσφαλμένες χρεώσεις ή πιστώσεις με αποτέλεσμα να έχουν υποστεί ζημιά, τότε δύναται να εξετάσουν το ενδεχόμενο λήψης νομικών μέτρων εναντίον είτε της ΑΒ είτε της Ενάγουσας.

 

Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, εφόσον η θέση του Εναγομένου 2 είναι ότι το ποσό του επίδικου δανείου δεν εκταμιεύτηκε και δεν τέθηκε στη διάθεση της Εναγομένης 1, τότε για πιο λόγο έγιναν 4 πληρωμές στο λογαριασμό δανείου ως έναντι του ποσού που η Εναγόμενη 1 έχει δανειστεί. Ειδικότερα η πλευρά των Εναγομένων και ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε αμφισβήτησε τη θέση της Ενάγουσας για τις πληρωμές αυτές στον εν λόγω λογαριασμό τον Σεπτέμβριο 2013, το Νοέμβριο 2013, τον Ιανουάριο 2014 και το Φεβρουάριο 2014. Αν δεν πίστευε στην εκταμίευση του ποσού τότε ποιος ο λόγος να γίνουν αυτές οι πληρωμές. Αυτό καταδεικνύει ότι ο Εναγόμενος 2 προέβηκε στον εν λόγω ισχυρισμό του γνωρίζοντας ότι αυτός δεν ήταν αληθής. Είναι τουλάχιστον παράλογο για τον Εναγόμενο 2 να επικαλείται ότι δεν αναγνωρίζει την εκταμίευση δανείου αλλά να έχουν γίνει εκ των υστέρων 4 πληρωμές σε σχέση μ’ αυτό.

 

Είναι αλήθεια ότι παρόλο ότι εγκρίθηκε η χορήγηση δανείου ύψους €639.000 εντούτοις το ποσό που τελικά εκταμιεύτηκε ανέρχεται στα €633.587,08. Το γεγονός όμως αυτό δεν αναιρεί τη συνομολόγηση σύμβασης δανείου με το ποσό που εγκρίθηκε, συμφωνητικών εγγράφων για την εξασφάλιση του, την χρήση του για την εξόφληση άλλων 5 λογαριασμών που έχουν προηγουμένως περιγραφεί μέσω της μεταφοράς του με τραπεζικά εμβάσματα (6 πληρωμές).  

 

Περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 είπε ότι αρνείται ότι έγινε δάνειο για κάλυψη υφιστάμενων υποχρεώσεων της Εναγομένης 1.

 

Με κάθε σεβασμό στον μάρτυρα η εν λόγω αναφορά του συγκρούεται με παραδεκτό γεγονός, το οποίο δηλώνει ακριβώς το αντίθετο. Είναι νομολογημένο ότι εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση μαρτυρίας και παραδεκτών γεγονότων υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (Γιαννίδης v. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 143). Συνεπώς η εν λόγω αναφορά του αγνοείται μπροστά στην ύπαρξη περί του αντιθέτου παραδεκτού γεγονότος.

 

Ο Εναγόμενος 2 επίσης ισχυρίστηκε ότι οι μεταφορές χρημάτων συνιστούν αυθαίρετες ενέργειες της Ενάγουσας χωρίς συμφωνία και δίχως εξουσιοδότηση σε ότι αφορά ποιοι λογαριασμοί θα πιστώνονταν και για ποιο ποσό.

 

Η πιο πάνω αναφορά του μάρτυρα καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της σύμβασης δανείου (Τεκμήριο 7). Ο συμφωνημένος όρος 11 του Τεκμηρίου 7 παρέχει συμβατικό δικαίωμα στην Ενάγουσα, ανάμεσα σ’ άλλα, να μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό σε οποιοδήποτε λογαριασμό προς εξόφληση υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 και προς τούτο εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την ΑΒ όπως το πράξει οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση.

 

Μάλιστα υπήρξε περίπτωση που η ίδια η Εναγόμενη 1 ζήτησε το κλείσιμο λογαριασμού προγενέστερης υποχρέωσης, ο οποίος ένεκα της πίστωσης του με ποσό από το χορηγημένο δάνειο άγγιζε τα όρια της εξόφλησης. Ειδικότερα, με βάση τα Τεκμήρια 7 (μέρος) & 8, η Εναγόμενη 1, κατόπιν σχετικής απόφασης που έλαβε στις 21.09.12, αιτήθηκε την ακύρωση του ορίου υπερανάληψης στο λογαριασμό αρ. [ ], προφανώς επειδή μετά την πίστωση του με το ποσό των €136.501,00 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο αμελητέου ύψους. Αν κάποιος ανατρέξει στο Τεκμήριο 36 που είναι κατάσταση του λογαριασμού αυτού θα παρατηρήσει υπόλοιπο ύψους €1,67. 

 

Σε ότι αφορά την εξόφληση λογαριασμού συμφερόντων του Εναγομένου 2, θα πρέπει να λεχθεί ότι η απουσία οποιασδήποτε διαμαρτυρίας από μέρους των Εναγομένων σε συνδυασμό με την μεταγενέστερη καταβολή 4 πληρωμών έναντι του λογαριασμού δανείου, το ποσό του οποίου χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση των πέντε λογαριασμών, ένας εκ των οποίων ο αναφερόμενος, δημιουργεί κώλυμα στους Εναγομένους ένεκα συμπεριφοράς τους για εκ των υστέρων προβολή τέτοιου ισχυρισμού. Πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψη χωρίς στοιχείο πειστικότητας.

 

Περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι δεν τους έχουν αποσταλεί καταστάσεις λογαριασμού δανείου και εν πάση περιπτώσει στη διεύθυνση της Εναγομένης 1.

 

Η εν λόγω θέση του μάρτυρα στερείται τεκμηρίωσης και ως εκ τούτου δεν επαληθεύεται. Κανένα παράπονο δεν έχει υποβληθεί και ουδεμία διαμαρτυρία έχει γίνει προς την Ενάγουσα από τους Εναγομένους πριν από την καταχώρηση της υπεράσπισης & ανταπαίτησης τους. Δυσκολεύομαι να κατανοήσω γιατί να μην υπάρξει οποιαδήποτε αντίδραση από μέρους τους αν αυτό συνέβαινε προκειμένου να παρακολουθούνται οι υποχρεώσεις τους από τους ιδίους. Εξάλλου με πιο σκεπτικό έγιναν 4 πληρωμές έναντι του δανείου εφόσον, όπως οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, δεν λάμβαναν καταστάσεις του λογαριασμού αυτού. Σε κάθε περίπτωση, όπως εξήγησε και ο ΜΕ1, μπορούσαν να είχαν πρόσβαση στον εν λόγω λογαριασμό μέσω διαδικτύου.

 

Επίσης ο Εναγόμενος αρνείται ότι οι Εναγόμενοι έχουν παραλάβει την επιστολή ειδοποίησης ημερ. 11.04.13 (Τεκμήριο 20) και αμφιβάλλουν αν αυτή έχει αποσταλεί.

 

Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που δεν δικογραφείται είτε ως θέση είτε ως γεγονός μέσα από την έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων. Παρόλο ότι η Ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης της δικογραφεί τη θέση για αποστολή της εν λόγω επιστολής στους Εναγομένους (§12), οι Εναγόμενοι δεν δικογραφούν οτιδήποτε το αντίθετο, δηλαδή δεν προβάλλουν διαφωνία ή διαφορετική θέση μέσα από την έκθεση υπεράσπισης τους, όχι μόνο για τη συγκεκριμένη επιστολή αλλά και σε σχέση με ολόκληρο το περιεχόμενο της παραγράφου 12 της έκθεσης απαίτησης. Επομένως δεν μπορούν εκ των υστέρων να εγείρουν τέτοιο ζήτημα. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως αυτού, είναι ένας ισχυρισμός των Εναγομένων που εγείρεται για πρώτη φορά μέσα από την κυρίως εξέταση του Εναγομένου 2. Ουδέποτε προηγουμένως προβλήθηκε τέτοια θέση. Ουδείς από τους μάρτυρες της Ενάγουσας και κυρίως ο βασικός μάρτυρας της, ο ΜΕ1, ο οποίος αναφέρθηκε ειδικά στο ζήτημα αυτό στην κυρίως εξέτασης του αναφέροντας για την αποστολή και παραλαβή της επιστολής αυτής, αντεξετάστηκε επί τούτου. Ουδέποτε τους υπεβλήθηκε οτιδήποτε σε σχέση με την αποστολή και/ή παραλαβή της επιστολής ημερ. 11.04.13.

 

Ο Εναγόμενος 2 ακόμη ανάφερε ότι οι επίδικες υποθήκες ουδεμία σχέση έχουν με το επίδικο δάνειο αφού είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση σε προγενέστερες, με την παρούσα, πιστωτικές διευκολύνσεις. Όπως είπε, θα έπρεπε οι εν λόγω υποθήκες να είχαν εξαλειφθεί επειδή οι πιστωτικές διευκολύνσεις για τις οποίες εγγράφηκαν είχαν εξοφληθεί. Σύμφωνα δε με τον Εναγόμενο 2, το περιεχόμενο των συμφωνητικών εγγράφων υποθηκών δεν αποτέλεσε αντικείμενο μεταξύ τους διαπραγμάτευσης.

 

Είμαι πεπεισμένος ότι ο μάρτυρας προέβηκε στις αναφορές αυτές γνωρίζοντας ότι αυτές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Προς τεκμηρίωση αυτού αναφέρω ότι η Εναγόμενη 1, με υπογραφή του μάρτυρα ως διευθυντή της, αποφάσισε, στα πλαίσια της αίτησης που υπέβαλε για απόκτηση του επίμαχου δανείου, να επιτρέψει για την κάλυψη του να χρησιμοποιηθούν εξασφαλίσεις που είχαν παραχωρηθεί / εγγραφεί προς όφελος της ΑΒ για άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις, ανάμεσα στις οποίες ήταν οι δύο επίμαχες υποθήκες Υ3404/08 και Υ3409/08 (Τεκμήριο 6). Μέχρι τις 21.09.12 που χρησιμοποιήθηκαν για το επίμαχο δάνειο, οι εν λόγω υποθήκες εξασφάλιζαν άλλη προγενέστερη πιστωτική διευκόλυνση, η οποία δεν είχε ακόμη εξοφληθεί. Στις 21.09.12 οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν σχετικό έντυπο με το οποίο έχουν δηλώσει ότι δηλώνουν και αναγνωρίζουν πως η υποθήκη αρ. Υ3404/08 θα χρησιμοποιείτο για την εξασφάλιση του επίδικου δανείου που χορηγήθηκε στην Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 16). Ομοίως ο Εναγόμενος 2 προέβηκε σε ίδια ενέργεια με την οποίαν έχει δηλώσει και αναγνωρίσει σε έντυπο ημερ. 21.09.12 που υπέγραψε πως η υποθήκη αρ. Υ3409/08 θα χρησιμοποιείτο για την εξασφάλιση του επίδικου δανείου που χορηγήθηκε στην Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 18).

 

Όταν στην αντεξέταση του επεσύρθηκε η προσοχή στα τεκμήρια αυτά, ο ίδιος αντιλαμβανόμενος τη δύσκολη θέση στην οποίαν είχε περιέλθει, απέφυγε να τοποθετηθεί επί της ουσίας της δίδοντας απάντηση που κάθε άλλο παρά σχετική είναι. Παραθέτω αυτούσια τη στιχομυθία δικηγόρου Ενάγουσας και Εναγομένου 2, το περιεχόμενο της οποίας ομιλεί από μόνο του (πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 03.02.25, σελίδες 20-21):

            «Ε.       Εγώ σας λέω ότι γνωρίζατε ότι προϋπόθεση να σας παραχωρηθεί

            το δάνειο, ημερομηνίας 21.09.12, ήταν να συνεχίσουν αυτές οι εξασφαλίσεις του 2008, να εξασφαλίσουν το επίδικο δάνειο, για αυτό και υπογράψατε τις δηλώσεις Τεκμήρια 16 και 18.

            Α.         Οι υποθήκες αυτές μπήκαν για εγγυητές, είχαμε εγγυητικές, όρια

            εγγυητικών στην Τράπεζα Κύπρου, κύριες Πρόεδρε και έπρεπε να είναι σε ισχύ συνέχεια οι εγγυητικές, πιάναμε ένα και του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού τομέα, ήθελαν εγγυητικές και έπρεπε να συνεχίσουν και το ξέρετε ότι εν για τούντον σκοπό που μπήκαν το 2008 οι υποθήκες και έπρεπε να συνεχίσουν και ήταν τότε έργα σε εξέλιξη και είπαν ότι πρέπει να υπογράψουμε και τούντο χαρτί αλλά δεν το δέχομαι εγώ ότι είναι έγκυρη υποθήκη αυτό το χαρτί, εξάλλου το ποσό που λέει εδώ με το ποσό που μπήκε … που ισχυρίζεστε ότι εκταμιεύτηκε εν διαφορετικό.»   

 

Ο δε ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι τα έγγραφα των υποθηκών αυτών δεν αποτέλεσαν αντικείμενο μεταξύ τους διαπραγμάτευσης, πέραν του ότι είναι αντιφατικός με άλλη θέση του, στερείται ερείσματος. Ειδικότερα ο Εναγόμενος 2 ενώ από τη μία ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες υποθήκες δεν είχαν αντικείμενο για να βρίσκονται σε ισχύ αφού οι υποχρεώσεις για τις οποίες δόθηκαν είχαν εξοφληθεί, από την άλλη επικαλείται ότι δεν υπήρξε διαπραγμάτευση του περιεχομένου τους για τη χρησιμοποίηση τους ως εξασφάλιση για το επίμαχο δάνειο. Εν πάση περιπτώσει, ποια διαπραγμάτευση ο μάρτυρας εννοεί τη στιγμή που επρόκειτο για δύο υφιστάμενες υποθήκες που μέχρι τις 21.09.12 χρησιμοποιούνταν ως εξασφάλιση για άλλη προγενέστερη πιστωτική διευκόλυνση, το περιεχόμενο των οποίων συμφωνητικών εγγράφων των υποθηκών ήταν αποδεκτό από τους Εναγομένους από προηγουμένως.

 

Περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι το μοναδικό έγγραφο στο οποίο καταγράφονται οι πιστωτικές διευκολύνσεις στις οποίες η ΑΒ είχε πρόθεση να πωλήσει σε τρίτο πρόσωπο είναι το Τεκμήριο 43 που είναι δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 06.05.22.

 

Ο εν λόγω ισχυρισμός του καταρρίπτεται από τα Τεκμήρια 28, 29 & 33. Το Διάταγμα ημερ. 07.12.22 του Ε.Δ. Λευκωσίας στα πλαίσια της Εταιρικής Αίτησης Αρ. 655/2022 με αναπόσπαστο μέρος αυτού Σχέδιο Διακανονισμού που είχε εγκριθεί από το εν λόγω διάταγμα, στο οποίο Σχέδιο υπήρχαν επισυνημμένες πιστωτικές διευκολύνσεις που θα μεταφέρονταν στην από την ΑΒ στην Ενάγουσα, ανάμεσα στις οποίες η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση και οι επίμαχες υποθήκες, με ημερομηνία εφαρμογής στις 09.12.22, καταδεικνύουν ότι το Τεκμήριο 43 δεν σχετίζεται με την συγκεκριμένη περίπτωση. Να σημειωθεί ότι η Εναγόμενη 1 συμμετείχε σε διαδικασία που στόχευε στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας αλλά απέσυρε το παράπονο της. Οπότε είναι εις γνώση της Εναγομένης 1 και κατ’ επέκταση του Εναγομένου 2 το περιεχόμενο των εγγράφων της πιο πάνω εταιρικής αίτησης αλλά και των εγγράφων που επισυνάπτονται στο Διάταγμα ημερ. 07.12.22 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Στο σημείο αυτό είναι ορθό να σημειωθεί ότι το έγγραφο στο οποίο περιλαμβάνονται η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση μαζί με τις επίμαχες δύο υποθήκες είναι η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 16.12.22. Αναφορά στο έγγραφο αυτό γίνεται αμέσως στη συνέχεια.

 

Ο Εναγόμενος 2 επιπλέον παρουσίασε το Τεκμήριο 45 (κατάσταση λογαριασμού επίδικου δανείου της ΑΒ για την περίοδο από 21.09.12 μέχρι 28.05.13) το οποίο και σύγκρινε με τα Τεκμήρια 25 & 26 (κατάσταση λογαριασμού επίδικου δανείου της Ενάγουσας για την περίοδο από 21.09.12 μέχρι 28.05.13) προκειμένου να υποστηρίξει τη θέση του ότι το αρχείο της ΑΒ δεν μεταφέρθηκε αυτούσιο στην Ενάγουσα. Έχω μελετήσει τα εν λόγω έγγραφα και δεν έχω διαπιστώσει διαφορετικές πράξεις και καταχωρήσεις σ’ αυτές για την περίοδο που καλύπτουν. Οπότε η θέση αυτή του Εναγομένου 2 είναι αβάσιμη.              

 

Έχοντας αυτά υπόψη μου, η αξιοπιστία του Εναγομένου 2 υπέστη ανεπανόρθωτο ρήγμα και κατ’ επέκταση η πειστικότητα της μαρτυρίας του απέναντι στο Δικαστήριο έχει εκμηδενιστεί. Συνεπώς δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Εναγομένου 2, περιλαμβανομένης της Ένδειξης ‘Β’ που αποτελεί μέρος της, ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη.

 

Για σκοπούς ολοκληρωμένης αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού αναφέρω τα εξής:

 

Σε ότι αφορά τα Τεκμήρια 39, 40, 41 & 43, κατόπιν αξιολόγησης τους, δεν μπορεί να τους αποδοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα αφού δεν έχει καταδειχτεί να σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης.

 

Σε σχέση με το Τεκμήριο 42, κατόπιν αξιολόγησης του, λαμβάνεται υπόψη μόνο για τον αριθμό λογαριασμό του επίδικου δανείου που καταγράφεται.

 

Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 44, κατόπιν αξιολόγησης του, λαμβάνεται υπόψη ως γεγονός που συνέβηκε, δηλαδή το ότι έχει ετοιμαστεί και αποσταλεί η συγκεκριμένη επιστολή.

 

Σε σχέση με το Τεκμήριο 45, κατόπιν αξιολόγησης του, δέχομαι ότι πρόκειται για κατάσταση λογαριασμού του επίμαχου δανείου που καλύπτει την περίοδο από 21.09.12 μέχρι 28.06.13.  

 

Ευρήματα:

Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά, καταλήγω στα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο.

 

Αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων αποτελούν τα γεγονότα που έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά από τους διαδίκους, δια των συνηγόρων τους, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Χωρίς να χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν, παραπέμπω σ' αυτά.

 

Περαιτέρω ευρήματα είναι αυτά στα οποία το Δικαστήριο έχει καταλήξει μέσα από την αξιολόγηση των μαρτυριών των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3, οι οποίες για τους λόγους που έχουν αναλυθεί και εξηγηθεί αναλυτικά σε κάθε μία από αυτές έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Έχω αναφέρει αναλυτικά και ολοκληρωμένα τα ευρήματα αυτά μέσα από τον σχολιασμό των μαρτυριών τους και έτσι δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω.

 

Εξέταση επιδίκων θεμάτων – Νομική Πτυχή – Συμπεράσματα:

Θα παραθέσω τώρα τα συμπεράσματα τα οποία εξάγονται κατόπιν εξέτασης των επιδίκων ζητημάτων της αγωγής. Εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται αναφορά της νομικής πτυχής που διέπει το συγκεκριμένο θέμα.

 

Επίδικα Θέματα:

Μέσα από την έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι εγείρουν σωρεία θεμάτων. Το ίδιο πράττουν στην προφορική αλλά και τελική αγόρευση του συνηγόρου τους. Θα τα αναφέρω στη συνέχεια.

 

Προχωρώ ευθύς στην εξέταση τους.

 

(1)        Ισχυρισμός ότι η ΑΒ δεν είναι αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα

Στην §1 της έκθεσης απαίτησης δικογραφείται η θέση ότι η ΑΒ είναι τραπεζικός οργανισμός που ασκεί εργασίες σε όλη την Κύπρο. Οι Εναγόμενοι στην έκθεση υπεράσπισης & ανταπαίτησης τους (§2) «αγνοούν και ως εκ τούτου αρνιούνται και/ή απορρίπτουν» την πιο πάνω δικογραφημένη θέση που αφορά το επαγγελματικό καθεστώς της ΑΒ. Ο δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγομένων υιοθετήθηκε στην προφορική εναρκτήρια αγόρευση του συνηγόρου τους όταν επικαλέστηκε ότι αμφισβητείται η ιδιότητα της ΑΒ ως τράπεζα.

 

Ωστόσο η αμφισβήτηση αυτή άρθηκε με την υποβολή παραδεκτών γεγονότων από τους διαδίκους στο Δικαστήριο πριν από την έναρξη της ακρόασης της αγωγής. Μέρος των παραδεκτών γεγονότων είναι η υπογραφή της επίδικης σύμβασης δανείου μεταξύ της ΑΒ και της Εναγομένης 1 με την οποίαν χορηγήθηκε δάνειο από την ΑΒ ως τραπεζικός οργανισμός στην Εναγόμενη 1 στη βάση συγκεκριμένων όρων, για την εξασφάλιση της αποπληρωμής του οποίου οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν τα επίμαχα συμφωνητικά έγγραφα εγγύησης και συνέχισε η ισχύς της εγγραφής των υποθηκών αρ. Υ3404/2008 και Υ3409/2008. Τα έγγραφα αυτά, τη συνομολόγηση και υπογραφή των οποίων οι Εναγόμενοι έχουν παραδεχτεί, παρουσιάζουν την ΑΒ ως τράπεζα. Μάλιστα το ότι οι επίμαχες υποθήκες είχαν εγγραφεί για προγενέστερες χορηγηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις καταδεικνύει ότι μεταξύ της ΑΒ και της Εναγομένης 1 προϋπήρχε μία επαγγελματική συνεργασία υπό το καθεστώς τράπεζας – πελάτη με τους Εναγομένους 2 και 3 ως εγγυητές, η οποία ήταν αποδεκτή από τους τελευταίους. Πέραν της έμπρακτης αποδοχής από τους Εναγομένους, το ότι η ΑΒ ήταν αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα αποδεικνύεται και από το Τεκμήριο 3 που είναι γραπτή βεβαίωση ημερ. 10.10.19 της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με την οποίαν πιστοποιείται ότι η ΑΒ διαθέτει σε ισχύ άδεια διεξαγωγής εργασιών πιστωτικού ιδρύματος από τις 14.10.1983, καλύπτοντας έτσι και τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο.

 

Κατά την εκδίκαση της αγωγής οι Εναγόμενοι προέβαλαν τη θέση ότι αμφισβητούν το επαγγελματικό καθεστώς της ΑΒ από τις 10.10.19 και έπειτα. Προφανώς επειδή το Τεκμήριο 3 φέρει ημερ. 10.10.19.

 

Σαφώς η περίοδος αμφισβήτησης δεν αφορά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής αλλά καλύπτει χρόνο μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων. Τα επίδικα θέματα της υπόθεσης καθορίζονται από τα δικόγραφα της αγωγής. Η αγωγή διέπεται από ουσιώδη χρόνο. Τα επίδικα θέματα εμπίπτουν στον ουσιώδη χρόνο της αγωγής. Οτιδήποτε πέραν του ουσιώδη χρόνου βρίσκεται εκτός του πεδίου των δικογράφων και συνεπώς δεν αποτελεί επίδικο θέμα που χρήζει εξέτασης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση θεμάτων που δεν περιλαμβάνονται στα επίδικα θέματα (Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc. (2002) 1 Α.Α.Δ. 1527). Μαρτυρία η οποία εκφεύγει του περιεχομένου των εγγράφων προτάσεων δεν λαμβάνεται υπόψη και η δίκη περιορίζεται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που προβάλλονται και περιέχονται στα δικόγραφα (Χατζημάρκου ν. Widehorizon (Cap. Market) Ltd (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 108, Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 25). Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η έλλειψη δικογραφικού υποβάθρου δεν θεραπεύεται με ερωτήσεις κατά το στάδιο της ακρόασης. (Glimeka Trading Company Limited v. Στυλιανού, Πολιτική Έφεση Αρ.: 93/2019 ημερ. 24.11.25, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1422). Οπότε μπορεί να λεχθεί ότι η εν λόγω θέση των Εναγομένων ξεφεύγει του περιεχομένου των δικογράφων και συνεπώς δεν αποτελεί επίδικο θέμα που χρήζει εξέτασης.

 

Αν τώρα λεχθεί ότι μπορεί να αποτελέσει ζήτημα εξέτασης, τα παραδεκτά γεγονότα δεν επιτρέπουν την προβολή τέτοιας θέσης. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον επιθυμούσαν να θέσουν ζήτημα αμφισβήτησης ότι η ΑΒ ενεργούσε ως αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα από κάποιο χρονικό σημείο και έπειτα που δεν ήταν ο ουσιώδης χρόνος της αγωγής, οι Εναγόμενοι όφειλαν να δηλώσουν στα παραδεκτά γεγονότα ότι αναγνωρίζουν την ΑΒ ως τράπεζα μέχρι τις 10.10.19 προκειμένου να δοθεί η ευκαιρία στην Ενάγουσα, αν επιθυμούσε, να προσκομίσει μαρτυρία, ανάλογη του Τεκμηρίου 3, για την αμφισβητούμενη περίοδο. Η παράλειψη αυτή των Εναγομένων στέρησε την ευκαιρία στην Ενάγουσα να παρουσιάσει, αν ήθελε, μαρτυρία προς κατάρριψη της θέση των Εναγομένων, η οποία διαμορφώθηκε μέσα από την προσκόμιση της μαρτυρίας τους και καλύπτει χρόνο μετά την συμπλήρωση των δικογράφων.

 

Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, διαφεύγει της προσοχής των Εναγομένων ότι οι ίδιοι αναγνώρισαν την ισχύ του εκδομένου Διατάγματος ημερ. 07.12.22 του Ε.Δ. Λευκωσίας στα πλαίσια της Εταιρικής Αίτησης Αρ. 655/2022 I-Justice (Τεκμήριο 29), με το οποίο εγκρίθηκε Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της ΑΒ που την παρουσιάζει ως αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα και της Ενάγουσας για τη μεταβίβαση συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων μαζί με συναφείς εξασφαλίσεις τους, αποσύροντας σχετικό δικονομικό διάβημα που είχαν λάβει για την ακύρωση του. Εφόσον οι Εναγόμενοι διατηρούσαν τη θέση τους περί αμφισβήτησης του επαγγελματικού καθεστώτος της ΑΒ τη χρονική περίοδο από 10.10.19 και έπειτα, μπορούσαν να την εγείρουν στα πλαίσια του ενδίκου μέσου που καταχώρησαν για την ακύρωση του πιο πάνω εκδοθέντος διατάγματος. Εφόσον απέσυραν το δικονομικό τους μέτρο σημαίνει ότι η εν λόγω θέση τους παύει να υφίσταται και/ή στερείται οποιασδήποτε αξίας.

 

Κατά συνέπεια καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ΑΒ ήταν και εξακολουθεί να είναι αδειούχος τραπεζικός οργανισμός.

 

(2)        Ισχυρισμός ότι η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση δεν έχει

            μεταφερθεί από την ΑΒ στην Ενάγουσα (SKY CAC LIMITED)

Το ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση περιλαμβάνεται σ’ αυτές που έχουν μεταβιβαστεί από την ΑΒ στην Ενάγουσα.

 

Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το Ε.Δ. Λευκωσίας με διάταγμα του ημερ. 07.12.22, στα πλαίσια της Εταιρικής Αίτησης Αρ. 655/2022 I Justice, αποφάσισε την επικύρωση Σχεδίου Διακανονισμού μεταξύ της ΑΒ και Ενάγουσας για μεταφορά συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων μαζί με συναφείς εξασφαλίσεις τους από την ΑΒ στην Ενάγουσα (Τεκμήριο 29). Το Σχέδιο Διακανονισμού συνοδεύει το εν λόγω διάταγμα και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του.

 

Αν κάποιος ανατρέξει στο Σχέδιο Διακανονισμού υπάρχουν επισυνημμένες πιστωτικές διευκολύνσεις που θα μεταφέρονταν από την ΑΒ στην Ενάγουσα. Ανάμεσα σ’ αυτές που θα μεταβιβάζονταν είναι η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση μαζί με τις επίμαχες υποθήκες. Συνδυασμένη ανάγνωση των Τεκμηρίων 29 & 33 υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου (για παράδειγμα ο αριθμός του λογαριασμού του επίδικου δανείου, ο αριθμός των δύο επίμαχων υποθηκών) οδηγεί στην πιο πάνω διαπίστωση, η οποία αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου.

 

(3)        Ισχυρισμός ότι δεν έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες του Ν.169(Ι)/2015

            για τη μεταφορά της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης

Το θέμα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι αν υπήρξε σχετική δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

 

Η αμφισβήτηση της νόμιμης μεταφοράς της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης από την ΑΒ στην SKY CAC LIMITED ουσιαστικά εγείρει θέμα νομιμοποίησης προώθησης και/ή συνέχισης της αγωγής από την SKY CAC LIMITED ως Ενάγουσας. Θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν δικαιολογείται η ενασχόληση του Δικαστηρίου με το ζήτημα αυτό.

 

Όπως έχει λεχθεί πιο πάνω, τα ζητήματα της απόκτησης και/ή μεταφοράς και/ή εξαγοράς δικαιωμάτων και/ή πώλησης των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων από την ΑΒ στην Ενάγουσα καθώς επίσης οι νομικές διαδικασίες μεταφοράς και/ή απόκτησης δικαιωμάτων είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το Σχέδιο Διακανονισμού που εγκρίθηκε από το Διάταγμα ημερ. 07.12.22 του Ε.Δ. Λευκωσίας στα πλαίσια της Εταιρικής Αίτησης Αρ. 655/2022 I Justice. Με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος που ενέκρινε το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της ΑΒ και της Ενάγουσας τα θέματα αυτά έχουν ρυθμιστεί. Οι Εναγόμενοι είχαν στη διάθεση τους ένδικο μέσο να αμφισβητήσουν τα θέματα αυτά προσβάλλοντας την νομιμότητα, εγκυρότητα και ισχύ του διατάγματος. Για τους δικούς τους λόγους που δεν είναι γνωστοί στο Δικαστήριο δεν το έπραξαν.

 

Περαιτέρω οι πρόνοιες του εδαφίου (4) του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015 αναγνωρίζουν συνέχιση της υφιστάμενης δικαστικής διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη από την εταιρεία εξαγοράς των πιστωτικών διευκολύνσεων που αποτελούν τον πυρήνα της αγωγής, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση είναι η SKY CAC LIMITED (Ενάγουσα) υποκατέστησε/αντικατέστησε αυτόματα την ΑΒ που μέχρι τον χρόνο της εξαγοράς είχε αυτή την ιδιότητα της Ενάγουσας. Το γεγονός της εξαγοράς της επίμαχης πιστωτικής διευκόλυνσης, των γεγονότων που προηγήθηκαν και της νέας ιδιότητας της στην παρούσα εκκρεμούσα υπόθεση για σκοπούς συνέχισης της δικαστικής διαδικασίας γνωστοποιήθηκαν στους Εναγομένους από την SKY CAC LIMITED με γραπτή ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου που καταχωρίστηκε στο δικαστηριακό φάκελο στις 10.01.23, αντίγραφο της οποίας δόθηκε στον δικηγόρο των Εναγομένων, οι οποίοι δεν το αμφισβητούν.

 

Να σημειωθεί ότι στην εν λόγω επιστολή που κοινοποιήθηκε στον δικηγόρο των Εναγομένων επισυνάπτεται αντίγραφο της σχετικής γνωστοποίησης, η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 16.12.22. Η εν λόγω δημοσίευση αναφέρει ότι στις 09.12.22 τέθηκε σε ισχύ το προαναφερόμενο Σχέδιο Διακανονισμού, στο οποίο επισυνάπτονται οι συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις μαζί με τις εξασφαλίσεις τους που έχουν μεταφερθεί/μεταβιβαστεί από την ΑΒ στην Ενάγουσα, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση μαζί με τις δύο επίμαχες υποθήκες. Στην εν λόγω δημοσίευση βεβαιώνεται ότι το Σχέδιο Διακανονισμού επικυρώθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας με σχετικό διάταγμα ημερ. 07.12.22 στα πλαίσια της Εταιρικής Αίτησης Αρ. 655/2022. Τα εν λόγω έγγραφα εντοπίστηκαν όταν ανάτρεξα στο δικαστηριακό φάκελο της αγωγής προκειμένου να ενημερωθώ για το ιστορικό της υπόθεσης (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (1999) 1Γ Α.Α.Δ. 1938, Εύζωνος v. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2146).    

 

Αν οι Εναγόμενοι θεωρούσαν ότι η Ενάγουσα δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα στην υπόθεση αυτή μπορούσαν να προβούν στο κατάλληλο δικονομικό διάβημα (Lioufis and Co. Ltd v. Ανδρονίκου και άλλος (1996) 1 Α.Α.Δ. 773). Για τους δικούς τους λόγους που δεν είναι γνωστοί στο Δικαστήριο δεν το έπραξαν.

 

Στη βάση των πιο πάνω, το ζήτημα που οι Εναγόμενοι έχουν εγείρει κρίνεται αβάσιμο και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

(4)        Ισχυρισμός ότι η DC δεν είναι αδειοδοτημένη από την Κεντρική

            Τράπεζα της Κύπρου για να διαχειρίζεται πιστωτικές διευκολύνσεις

Οι Εναγόμενοι αμφισβητούν την επαγγελματική ιδιότητα της DC.

 

Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους, το Τεκμήριο 1 αφήνει τον εν λόγω ισχυρισμό τους εκτεθειμένο. Το συγκεκριμένο έγγραφο προέρχεται από το αρχείο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και σύμφωνα μ’ αυτό η DC διαθέτει άδεια από την εν λόγω αρμόδια αρχή να διαχειρίζεται πιστωτικές διευκολύνσεις. Η εν λόγω άδεια εκδόθηκε στις 27.11.22. Οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν την ύπαρξη του εγγράφου με το οποίο η DC αδειοδοτήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (§3 σελίδα 4 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου Εναγομένων). Ο ισχυρισμός τους ότι αμφισβητούν την επαγγελματική ιδιότητα της DC επειδή το Τεκμήριο 1 «δεν φέρει ημερομηνία ώστε να επιβεβαιώνεται ότι κατά την ημερομηνία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ήταν σε ισχύ» στερείται ερείσματος. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε ήταν ότι η DC διαθέτει σχετική άδεια από τις 27.11.22. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η άδεια αυτή ακυρώθηκε και/ή ανακλήθηκε. Αν οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι συνέβηκε κάτι τέτοιο τότε όφειλαν, ως η πλευρά που αμφισβητεί την ισχύ της άδειας της DC, να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού της. Δεν το έπραξε με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός της να παραμείνει ατεκμηρίωτος.

 

Συνεπώς αποτελεί συμπέρασμα μου ότι η DC διαθέτει άδεια σε ισχύ εκδομένη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τις 27.11.22. 

 

Θα έλεγα όμως ότι ο πιο πάνω σχολιασμός είναι εκ του περισσού επειδή η DC δεν αποτελεί διάδικο στην παρούσα αγωγή. Η DC δεν συμμετέχει στην παρούσα διαδικασία. Είναι άνευ σημασίας αν οποιοσδήποτε από τους μάρτυρες που εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εργαζόταν ή εργάζεται στην DC. Πρόκειται για μάρτυρες που κλήθηκαν για να καταθέσουν την μαρτυρία τους εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας, η οποία διευκρινίζεται ότι δεν είναι η DC αλλά η SKY CAC LIMITED. Οι μάρτυρες κλήθηκαν επειδή είχαν προσωπική ανάμιξη στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Οι αναφορές τους σχετίζονταν με τις δικές τους ενέργειες και αφορούσαν τους διαδίκους της παρούσας αγωγής. Κάτω από αυτό το πρίσμα, όλες οι προβαλλόμενες διαζευκτικές θέσεις των Εναγομένων που παραπέμπουν στην DC, όπως αυτές παραθέτονται στις σελίδες 3-7 της γραπτής αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων, δεν αφορούν την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής και ως εκ τούτου δεν λαμβάνονται υπόψη.

 

(5)        Η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή

            επειδή η DC δεν κατέχει την αναγκαία άδεια

Οι Εναγόμενοι ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα στερείται αγώγιμου δικαιώματος να προωθεί την παρούσα αγωγή για το λόγο που επικαλούνται.

 

Αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η DC διαθέτει άδεια σε ισχύ εκδομένη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τις 27.11.22 με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει τη θέση αυτή των Εναγομένων.

 

Σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνω, χωρίς να θέλω να είμαι φορτικός, ότι εάν οι Εναγόμενοι θεωρούσαν πως η Ενάγουσα δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα στην υπόθεση αυτή τότε μπορούσαν να προβούν στο κατάλληλο δικονομικό διάβημα. Ωστόσο οι ίδιοι επέλεξαν να μην προβούν σε οτιδήποτε με ότι αυτό συνεπάγεται.

 

(6)        Εξαναγκασμός Εναγομένων να υπογράψουν τις συμβάσεις δανείου

και εγγύησης

Στην §5 της υπεράσπισης & ανταπαίτησης οι Εναγόμενοι δικογραφούν τη θέση ότι η Ενάγουσα τους εξανάγκασε να υπογράψουν τα επίμαχα συμφωνητικά έγγραφα δανείου και εγγύησης ασκώντας τους αφόρητες ψυχικές πιέσεις, απειλές και εκβιασμούς.

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι η πιο πάνω δικογραφημένη θέση δεν έχει προωθηθεί κατά την εκδίκαση της αγωγής με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας. Ούτε όμως ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων σχολιάζει νομικά τη θέση αυτή μέσα από τη γραπτή του αγόρευση. Επομένως εκλαμβάνω ότι η εν λόγω δικογραφημένη θέση έχει εγκαταλειφθεί. Σε κάθε περίπτωση η θέση αυτή απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη.

 

(7)        Καταχρηστικές Ρήτρες

Ένα άλλο επίδικο θέμα είναι το ενδεχόμενο ύπαρξης ρητρών που είναι καταχρηστικές στις συμφωνίες δανείου, εγγυήσεων και υποθηκών. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι όροι των επιδίκων συμφωνητικών εγγράφων είναι καταχρηστικοί επειδή δεν τους εξηγήθηκαν, ούτε αποτέλεσαν προϊόν διαπραγμάτευσης, ούτε τους δόθηκε χρόνος να τους μελετήσουν και να λάβουν νομική συμβουλή.

 

Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι η Εναγόμενη 1 είναι νομικό πρόσωπο που η λειτουργία της διεξάγεται μέσα από τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων. Μοναδικός μέτοχος και συνάμα Διευθυντής της Εναγομένης 1 είναι ο Εναγόμενος 2 (Τεκμήριο 5), του οποίου σύζυγος είναι η Εναγόμενη 3. Η Εναγόμενη 1 υπέγραψε συμφωνητικό έγγραφο με το οποίο η ΑΒ της χορήγησε την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση (Τεκμήριο 7). Στο παρελθόν η ΑΒ είχε χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις. Επομένως η Εναγόμενη 1 έχει την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη. Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε συμφωνητικό έγγραφο εγγύησης και τα έγγραφα για την εγγραφή των δύο επίμαχων υποθηκών προς όφελος της ΑΒ και πλέον της Ενάγουσας (Τεκμήρια 9, 15 & 17). Ο Εναγόμενος 2 έχει την ιδιότητα του εγγυητή και ενυπόθηκου οφειλέτη. Την ιδιότητα έχει και η Εναγόμενη 3, η οποία υπέγραψε συμφωνητικό έγγραφο εγγύησης και τα έγγραφα για την εγγραφή της επίμαχης υποθήκης αρ. Υ3404/08 (Τεκμήρια 9 & 15). Επίσης είναι παραδεκτό γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο η Εναγόμενη 1 αποτελούσε και αποτελεί πολύ μικρή επιχείρηση όπως καθορίζεται στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Επιχειρηματικές Συμβάσεις που Συνάπτονται από Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις Νόμο του 2019 (Ν.62(Ι)/2020). Όλα αυτά είναι ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε κατά το χρόνο συνομολόγησης των επιδίκων συμφωνητικών εγγράφων ήταν ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν.93(Ι)/1996). Να σημειωθεί ότι η νομοθεσία αυτή στην πορεία καταργήθηκε από τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021 (Ν.112(Ι)/20), αλλά κατά τον ουσιώδη χρόνο η νομοθεσία που υπήρχε ήταν ο Ν.93(Ι)/1996. Με βάση το άρθρο 3 του Ν.93(Ι)/1996 η εν λόγω νομοθεσία τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Ο νομικός ορισμός του «καταναλωτή», όπως αυτός παρέχεται στο άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του νόμου, είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι µε την άσκηση της επιχείρησης του.

 

Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι οι πρόνοιες του Ν.93(Ι)/1996 δεν τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με την Εναγόμενη 1 ως νομικό πρόσωπο που είναι και με τον Εναγόμενο 2 ο οποίος είναι διευθυντής και στον οποίον ανήκει η Εναγόμενη 1, στην οποίαν χορηγούνται πιστωτικές διευκολύνσεις για την λειτουργία της. Αναγνωρίζοντας ότι σ’ αυτούς δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Ν.93(Ι)/1996, οι Εναγόμενοι 1 και 2 επικαλούνται προστασία από τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Επιχειρηματικές Συμβάσεις που Συνάπτονται από Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις Νόμο του 2019 (Ν.62(Ι)/2020). Ωστόσο η επικαλούμενη νομοθεσία, με βάση το άρθρο 10 αυτής, τέθηκε σε ισχύ τέσσερις (4) μήνες μετά την ημέρα δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, η οποία έγινε στις 12.06.20. Έπεται ότι η νομοθεσία αυτή τέθηκε σε ισχύ στις 12.10.20, χωρίς να έχει αναδρομική ισχύ. Αν η εν λόγω νομοθεσία είχε αναδρομική ισχύ, θα διατυπωνόταν κατά τρόπο σαφή και ρητό. Κάτι τέτοιο όμως δεν υφίσταται.

 

Από τα πιο πάνω είναι ξεκάθαρο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο συνομολόγησης των επίμαχων συμφωνητικών εγγράφων η νομοθεσία που οι Εναγόμενοι 1 και 2 επικαλούνται ότι τους προστατεύει, δεν βρισκόταν σε ισχύ.

 

Επομένως καταλήγω στο συμπέρασμα ότι για τους Εναγομένους 1 και 2 δεν υφίσταται ζήτημα καταχρηστικών ρητρών.

 

Σε ότι αφορά την Εναγόμενη 3, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Ν.93(Ι)/1996 σχετικά με το συμφωνητικό έγγραφο εγγύησης και του εγγράφου υποθήκης που η ίδια υπέγραψε.

 

Η Εναγόμενη 3 προτού υπογράψει το συμφωνητικό έγγραφο εγγύησης παρέλαβε επιστολή (Τεκμήριο 10) στην οποίαν περιέχονταν όλες οι απαραίτητες και ουσιαστικές πληροφορίες σχετικά με την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση την οποίαν θα εγγυάτο με το συμφωνητικό έγγραφο. Η ίδια βεβαίωσε ότι είχε την ευκαιρία να διαβάσει την εν λόγω επιστολή και να δηλώσει ενυπόγραφα ότι είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο της. Ακολούθως και επιπρόσθετα η Εναγόμενη 2 έχει δηλώσει ότι της είχε υποδειχτεί το δικαίωμα της να συμβουλευτεί δικηγόρο και ότι η ίδια είχε την ευκαιρία να το ασκήσει. Επίσης έχει δηλώσει ότι κατανόησε πλήρως τις πρόνοιες του εγγράφου εγγύησης που υπέγραψε και ότι εν γνώσει της και ελεύθερα και εθελούσια προχώρησε στην υπογραφή του Τεκμηρίου 9. Ομοίως, με τα πιο πάνω, δήλωση προέβηκε η Εναγόμενη 3 σχετικά και με τα έγγραφα υποθήκης (Τεκμήριο 15).

 

Στη βάση αυτών δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι στην Εναγόμενη 3 δεν εξηγήθηκαν οι όροι των εγγράφων που υπέγραψε, ότι δεν της δόθηκε χρόνος να τους μελετήσει και να λάβει νομική συμβουλή. Αυτά είναι δεδομένα που παρείχαν στην Εναγόμενη 3 την ευκαιρία και συνάμα τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί, αν το επιθυμούσε, το περιεχόμενο των δύο εγγράφων που υπέγραψε. Επομένως αποτελεί συμπέρασμα μου ότι η Εναγόμενη 3 υπέγραψε τα εν λόγω δύο έγγραφα με τη δική της θέληση, εν γνώσει της για το δικαίωμα της να συμβουλευτεί δικηγόρο και αφού πρώτα είχε την ευκαιρία να μελετήσει και να αντιληφθεί το περιεχόμενο τους.

 

Αναφορικά με τις δύο επίμαχες υποθήκες προφανώς δεν τίθεται ζήτημα διαπραγμάτευσης επειδή, όπως λέχθηκε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγομένου 2 που επρόκειτο για δύο υφιστάμενες υποθήκες που μέχρι τις 21.09.12 χρησιμοποιούνταν ως εξασφάλιση για άλλη προγενέστερη πιστωτική διευκόλυνση, το περιεχόμενο των οποίων συμφωνητικών εγγράφων των υποθηκών ήταν αποδεκτό από τους Εναγομένους από προηγουμένως. Οπότε η θέση για ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών για τους λόγους που οι Εναγόμενοι επικαλέστηκαν στερείται ερείσματος για τα εν λόγω δύο έγγραφα.

 

Σε κάθε περίπτωση όλες οι ρήτρες που η πλευρά των Εναγομένων έχει συνοψίσει ως παράρτημα που επισυνάπτεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της και θεωρεί ως καταχρηστικές, δεν τυγχάνουν εφαρμογής μέσα από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του επιδίκου δανείου (Τεκμήριο 27). Το εν λόγω έγγραφο ετοιμάστηκε με περιεχόμενο από το οποίο έχουν αφαιρεθεί και/ή έχουν αγνοηθεί οι επικαλούμενες ρήτρες. Ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε ενασχόληση μου θα είχε μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Το Δικαστήριο ωστόσο δεν ενεργεί ή πράττει επί ματαίω (Κυριακίδης v. Αναφορικά με την Εταιρεία Σκυροποιία Λεωνίκ Λτδ (2015) 1 Α.Α.Δ. 1686, Μαυρονικόλα ν. Φοινιώτη κ.α. (1997) 1 ΑΑΔ 1659, Marketrends (Capital Market) Ltd v. Θεοδωρίδη (2003) 1 ΑΑΔ 1248).  

 

Έχω επίσης ανατρέξει στον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν.97(Ι)/2003). Σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία, «εγγυητής» μπορεί να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο (άρθρο 2). Με γνώμονα ότι «ο παρών Νόμος δε θα εφαρμόζεται αναφορικά µε συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη» (επιφύλαξη του άρθρου 3(1)), έπεται ότι οι πρόνοιες του νόμου αυτού δεν μπορούν να εφαρμοστούν στον Εναγόμενο 2, ο οποίος, αν και εγγυητής, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης 1 εταιρείας.

 

Σε ότι αφορά την Εναγόμενη 3, δεν δικογραφούνται γεγονότα και/ή στοιχεία που να δίδουν σαφή εικόνα επίκλησης ακυρότητας της σύμβασης εγγύησης της με βάση τις πρόνοιες του συγκεκριμένου νόμου (Ν.97(Ι)/2003). Στην Prestos Confectionery Ltd κ.α. v. Alpha Bank Cyprus Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. 114/2015 ημερ. 30.04.24, στην οποίαν μνημονεύεται η υπόθεση Έλληνας κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. 87/2013, ημερ. 03.12.19, ECLI:CY:AD:2019:A503, έγινε αναφορά στη Δ.19, Θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που επιβάλλει στον εναγόμενο να εγείρει με τη δικογραφία του όλα τα θέματα ώστε να μην καταληφθεί ο αντίδικος εξ απροόπτου (CAC Coral Limited v. Intermall Investments Ltd και άλλου Πολιτική Έφεση Αρ. 356/2016, ημερ. 26.09.25).

 

Πέραν του πιο πάνω, οι μάρτυρες απαίτησης δεν αντεξετάστηκαν επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Ούτε υπήρξε νομική επιχειρηματολογία μέσα από τη γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων. Συνεπώς το θέμα λήγει εδώ.           

 

 

(8)        Νομικό καθεστώς Υποθηκών Αρ. Υ3404/08 & Υ3409/08

Το επίδικο ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι αν κατά το χρόνο σύναψης του επίδικου δανείου οι δύο επίμαχες υποθήκες βρίσκονταν σε ισχύ. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι οι εν λόγω υποθήκες ήταν για υποχρεώσεις που είχαν εξοφληθεί, επομένως είναι ανυπόστατες.

 

Πράγματι οι δύο επίμαχες υποθήκες είχαν εγγραφεί ως εξασφάλιση άλλων προγενέστερων πιστωτικών διευκολύνσεων. Πρόκειται για πιστωτικές διευκολύνσεις που θα εξοφλούνταν με η χορήγηση του επίδικου δανείου. Συνεπώς κατά το χρόνο έγκρισης της αίτησης της Εναγομένης 1 για παροχή του επίδικου δανείου οι εν λόγω προγενέστερες πιστωτικές διευκολύνσεις ήταν ανεξόφλητες, οπότε οι δύο επίμαχες υποθήκες ήταν σε ισχύ. Το ότι οι επίμαχες υποθήκες θα χρησιμοποιούνταν, μαζί με άλλες μορφές εξασφάλισης, για σκοπούς κάλυψης του επίδικου δανείου ήταν εις γνώση της Εναγομένης 1, η οποία συναίνεσε και/ή ενέκρινε την υπογραφή εγγράφων που θα οδηγούσαν προς την κατεύθυνση αυτή με σχετική απόφαση της (Τεκμήριο 6). Αποτελεί σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου η λήψη σχετικής απόφασης από την Εναγόμενη 1 με σχετικό πρακτικό να υπογράφεται από τον Εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητα του διευθυντή της.

 

Πέραν των πιο πάνω, αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3, ως συνιδιοκτήτες του ενυπόθηκου ακινήτου στην υποθήκη αρ. Υ3404/08 υπέγραψαν σχετική δήλωση με την οποίαν αναφέρουν ότι η εν λόγω υποθήκη θα εξασφαλίζει το επίδικο δάνειο (Τεκμήριο 16). Επιπλέον, ως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος 2, ιδιοκτήτης του ενυπόθηκου ακινήτου στην υποθήκη αρ. Υ3409/08, υπέγραψε ανάλογη σχετική δήλωση με την οποίαν αναφέρει ότι η εν λόγω υποθήκη θα εξασφαλίζει το επίδικο δάνειο (Τεκμήριο 18).

 

Με βάση τον συμφωνημένο όρο 4 των εγγράφων υποθήκης (Τεκμήρια 15 & 17), η ΑΒ έχει συμβατικό δικαίωμα να τροποποιεί τη συναλλαγή που θα εξασφαλίζει οποιαδήποτε από την επίμαχη υποθήκη. Αυτό ήταν εις γνώση των Εναγομένων 2 και 3, ως ιδιοκτήτες των ενυπόθηκων ακινήτων. Αυτό έπραξε η ΑΒ και αυτή ήταν εις γνώση των Εναγομένων 2 και 3 και γι’ αυτό εξάλλου υπέγραψαν τις σχετικές δηλώσεις (Τεκμήρια 16 & 18). Προτού οι προγενέστερες πιστωτικές διευκολύνσεις, που οι επίμαχες υποθήκες αρχικά εξασφάλιζαν, εξοφληθούν και/ή παύσουν να υφίστανται, η ΑΒ συμφώνησε με την Εναγόμενη 1 όπως οι δύο επίμαχες υποθήκες εξασφαλίζουν το επίδικο δάνειο. Με την υπογραφή του επιδίκου δανείου και μετά την αλλαγή έτσι της συναλλαγής που οι δύο επίμαχες υποθήκες θα εξασφάλιζαν και αφού εκταμιεύτηκε το ποσό δανείου που αποτελούσε την αντιπαροχή της συμφωνίας δανείου, τότε και μόνο τότε εξοφλήθηκαν οι προγενέστερες πιστωτικές διευκολύνσεις.

 

Οι δύο επίμαχες υποθήκες αφορούν τα ίδια ακίνητα. Εξακολουθούν να έχουν εγγραφή προς όφελος της ΑΒ και ακολούθως της Ενάγουσας. Αμφότερες ήταν δηλωμένες στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και εξακολουθούν να είναι δηλωμένες στο αρχείο της ίδιας αρμόδιας αρχής. Ο σκοπός τους παραμένει ο ίδιος. Το είδος και η φύση της εξασφάλισης είναι τα ίδια. Πρόκειται για εξασφάλιση πιστωτικής διευκόλυνσης. Απλά, κατόπιν συμφωνίας των εμπλεκομένων διαδίκων, υπήρξε αλλαγή στην πιστωτική διευκόλυνση που θα εξασφάλιζαν.

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι όταν συμφωνήθηκε η εξασφάλιση του επιδίκου δανείου, οι δύο επίμαχες υποθήκες βρίσκονταν νομικά σε ισχύ. Επιπλέον αποτελεί συμπέρασμα μου ότι με την εκταμίευση του ποσού και κατ’ επέκταση την ενεργοποίηση της επίδικης σύμβασης δανείου οι δύο επίμαχες υποθήκες συνέχισαν να βρίσκονται νομικά σε ισχύ και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να διατηρούν το ίδιο νομικό καθεστώς.

 

(9)        Εκταμίευση Ποσού Δανείου 

Το θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο το ποσό του επιδίκου δανείου έχει ή όχι εκταμιευτεί.

 

Η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων είναι ότι δεν υπήρξε εκταμίευση του ποσού του δανείου. Κατά την εκδίκαση της αγωγής επέμειναν στην μη εκταμίευση του επειδή, όπως λένε, δεν κατατέθηκε στον επίμαχο λογαριασμό δανείου, πλην όμως αναγνώρισαν την πληρωμή σε άλλους λογαριασμούς που αφορούν προγενέστερες πιστωτικές διευκολύνσεις. Εν πάση περιπτώσει, διαφώνησαν με την ενέργεια αυτή της Ενάγουσας την οποίαν θεωρούν αυθαίρετη και παράνομη.

 

Παραμένει ως γεγονός ότι υπήρξε πληρωμή συγκεκριμένων λογαριασμών που σχετίζονται με προγενέστερες πιστωτικές διευκολύνσεις. Παράλληλα μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου:

(α)       προσδιορίζονται αυτοί οι λογαριασμοί,

(β)       οι οποίοι αυτοί λογαριασμοί είχαν χρεωστικό υπόλοιπο και με τις πληρωμές που έγιναν εξοφλήθηκαν,

(γ)        καθορίζονται το ύψος των πληρωμών, η ημερομηνία πληρωμής του, από ποιον λογαριασμό μεταφέρθηκε η κάθε πληρωμή και σε ποιον λογαριασμό κατέληξε και το ύψος του ποσού που μεταφέρθηκε,

 

Με βάση τα ευρήματα μου καταλήγω στο συμπέρασμα ότι κατατέθηκε συγκεκριμένο ποσό δανείου, το οποίο διατέθηκε εξ’ ολοκλήρου για την αποπληρωμή διαφόρων άλλων προγενέστερων πιστωτικών διευκολύνσεων. Μέσα από την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έχω εξηγήσει το σκεπτικό των συναλλαγών αυτών και γιατί δεν θεωρούνται παράνομες και/ή αυθαίρετες. Σε τελευταία ανάλυση αυτό σημαίνει ότι στον επίδικο λογαριασμό δανείου υπήρξε στις 21.09.12 εκταμίευση συγκεκριμένου ποσού.

 

Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το ποσό που εκταμιεύτηκε ανέρχεται στα €633.587,08. Η εκπλήρωση του σκοπού της εξόφλησης άλλων προγενέστερων λογαριασμών σε συνδυασμό με την μεταγενέστερη πληρωμή 4 δόσεων στη συνέχεια έναντι του επιδίκου δανείου και σε συνάρτηση με τη μη υποβολή οποιουδήποτε παραπόνου παρόλο ότι αυτό μπορούσε εύκολα να διαπιστωθεί μέσα από την κατάσταση λογαριασμού του επιδίκου δανείου, δεν προκάλεσε οποιοδήποτε ρήγμα στην εγκυρότητα και νομιμότητα της σύμβασης δανείου. Ούτε και δικογραφείται από μέρους των Εναγομένων θέση περί παράβασης σύμβασης δανείου αναφορικά με την εκταμίευση του ποσού. Αν κάποιος μάλιστα ανατρέξει στα Τεκμήρια 25 & 26 που είναι η κατάσταση λογαριασμού του επιδίκου δανείου αλλά και στο Τεκμήριο 27 που είναι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του επιδίκου δανείου, από την έναρξη της λειτουργίας του (21.09.12) μέχρι τις 06.12.23, θα παρατηρήσει ότι η εκταμίευση ποσού μειωμένου κατά €5.412,92 (το ποσό που εγκρίθηκε ανέρχεται στα €639.000) δεν δημιουργεί οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση είτε στην Εναγόμενη 1 είτε στους Εναγομένους 2 και 3. Ούτε διαφοροποιεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ορθότητα των συναλλαγών, πράξεων, καταχωρήσεων και των λογιστικών υπολογισμών.

(10)      Προειδοποιητικές Επιστολές και Επιστολές Τερματισμού

Μετά τη χρησιμοποίηση του ποσού που εκταμιεύτηκε για την εξόφληση άλλων προγενέστερων πιστωτικών διευκολύνσεων, η Εναγόμενη 1 προέβηκε μόνο σε 4 πληρωμές. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι πραγματοποιήθηκαν δύο πληρωμές, ήτοι τον Σεπτέμβριο 2013 και τον Νοέμβριο, ύψους €2.000 κάθε φορά και ακόμη δύο πληρωμές, ήτοι τον Ιανουάριο 2014 και τον Φεβρουάριο 2014. Αν κάποιος αναγνώσει τα Τεκμήρια 25 & 26 θα παρατηρήσει ότι συγκεκριμένα στις 25.09.13 υπήρξε πληρωμή ύψους €2.000 και στις 21.11.13 υπήρξε επιπλέον πληρωμής επίσης €2.000. Ακολούθως στις 07.01.14 υπήρξε επιπρόσθετη πληρωμή επίσης €2.000 και στις 18.02.14 υπήρξε επιπλέον πληρωμή επίσης €2.000. Άλλες πληρωμές και/ή πιστώσεις δεν έχουν γίνει.

 

Επομένως αποτελεί συμπέρασμα μου ότι έναντι του δανείου έγιναν πληρωμές συνολικού ύψους €8.000. Έχοντας υπόψη μου ότι με βάση τη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 7) το ποσό του δανείου θα ήταν πληρωτέο σε μηνιαίες δόσεις με έκαστη όχι μικρότερη των €5.000 και με γνώμονα ότι οι μόνες πληρωμές που έγιναν ανέρχονταν σε λιγότερες από δύο δόσεις, γίνεται αντιληπτό ότι υπήρξαν όχι απλά καθυστερήσεις αλλά παράλειψης πληρωμών.

 

Πάνω στη βάση αυτή αποτελεί συμπέρασμα μου ότι αποστάληκε με ταχυδρομείο επιστολή ημερ. 11.04.13 προς την Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτη στη διεύθυνση που έχει δηλώσει στη σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 7) με την οποίαν την προειδοποιεί ότι υπάρχουν καθυστερήσεις στις πληρωμές σε σχέση με το δάνειο (Τεκμήριο 20). Ανάλογες επιστολές ιδίας ημερομηνίας αποστάληκαν με το ταχυδρομείο στους Εναγομένους 2 & 3 ως εγγυητές (Τεκμήριο 20) στην κοινή τους διεύθυνση που έχουν δηλώσει στο συμφωνητικό έγγραφο εγγύησης (Τεκμήριο 9). Μέσα από την υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι δεν δικογραφούν άρνηση, διαφωνία ή διαφορετική θέση άλλη από αυτήν της αποστολής της προς τους Εναγομένους με τη συνήθη οδό του ταχυδρομείου.

 

Ο όρος 13 της σύμβασης δανείου αναφέρει ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση μπορεί να δοθεί στην Εναγόμενη 1 γραπτώς με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στη σύμβαση ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση που η Εναγόμενη 1 ενημερώσει την ΑΒ ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της Εναγομένης 1. Αντίστοιχη πρόνοια περιλαμβάνεται και στο ξεχωριστό έγγραφο εγγύησης που αφορά τους Εναγομένους 2 & 3 (όρος 11). Η ΑΒ ακολούθησε τη διαδικασία που προνοείται στη σύμβαση δανείου και στο συμφωνητικό έγγραφο εγγύησης.

 

Με βάση αυτά τα δεδομένα και με γνώμονα ότι ουσιαστικά δεν αμφισβητείται ευθέως η αποστολή τους με το ταχυδρομείο, δεν μπορεί παρά αυτά τα στοιχεία να αποτελούν τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 & 3 έλαβαν τις πιο πάνω επιστολές προς τους οποίους απευθύνονται (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και άλλοι (2009) 1Α Α.Α.Δ. 479, Latifundia Properties Ltd. v. Ψακή (2003) 1 Α.Α.Δ. 670 και Πιττάκας v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1895). Σε κάθε περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν δικογραφείται άρνηση παραλαβής τους αλλά και να λεχθεί ότι υπάρχει τέτοια άρνηση, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από μέρους των Εναγομένων που να ανατρέπουν ή να καταρρίπτουν το σκηνικό αυτό.

 

Επειδή οι καθυστερήσεις στις πληρωμές συνεχίστηκαν και ήταν συστηματικές, η ΑΒ απέστειλε επιστολή ημερ. 04.09.13 στην Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτη με την οποίαν την καλούν όπως τακτοποιήσει το πρόβλημα εντός 7 ημερών σε αντίθετη περίπτωση τα συμφωνητικά έγγραφα θα τερματιστούν, ο λογαριασμός δανείου θα κλείσει και ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό θα καταστεί απαιτητό (Τεκμήριο 21). Ανάλογες επιστολές ιδίας ημερομηνίας αποστάληκαν με το ταχυδρομείο στους Εναγομένους 2 & 3 ως εγγυητές (Τεκμήριο 20). Οι Εναγόμενοι παραδέχονται την αποστολή και παραλαβή των επιστολών αυτών που συνθέτουν το Τεκμήριο 20.

 

Επειδή, ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο των προειδοποιητικών επιστολών και οι καθυστερήσεις συνεχίστηκαν και ήταν συστηματικές, τους αποστάληκαν επιστολές ημερ. 09.12.13 που οι Εναγόμενοι παρέλαβαν με τις οποίες τερματίστηκαν τα συμφωνητικά έγγραφα και η λειτουργία του λογαριασμού του επίμαχου δανείου καθιστώντας αμέσως απαιτητό και πληρωτέο ολόκληρο το επικαλούμενο χρεωστικό υπόλοιπο που είχε προκύψει (Τεκμήριο 22). Οι Εναγόμενοι παραδέχονται την αποστολή και παραλαβή των επιστολών αυτών που συνθέτουν το Τεκμήριο 22.

 

(11)      Τερματισμός επίδικων συμφωνητικών εγγράφων

Αποτελεί επίδικο θέμα η νομιμότητα και η εγκυρότητα τερματισμού των συμβάσεων που αφορούν την χορήγηση της επίμαχης πιστωτικής διευκόλυνσης.

Η δημιουργία χρεωστικών υπολοίπων με την καθυστέρηση και/ή παράλειψη πληρωμής δόσεων από τους Εναγομένους και η συνέχιση επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς από αυτούς παρά την προειδοποίηση όπως αυτή αποκατασταθεί εντός χρονικού διαστήματος που έχει καθοριστεί, συνιστά ουσιώδη παράβαση της σύμβασης. Με τον καθορισμό εύλογου χρονικού διαστήματος, ο χρόνος αποπληρωμής της παράβασης κατέστη ουσιώδης όρος της σύμβασης. Η αποτυχία συμμόρφωσης εντός καθορισμένης περιόδου που συνιστά εύλογο χρόνο, αποτελεί παράβαση ουσιώδη όρου (Chitty on Contracts 27η έκδοση, παράγραφος 21-013). Με βάση την νομολογία παράβαση ουσιώδη όρου στη σύμβαση δίδει δικαίωμα στον αθώο συμβαλλόμενο μέρος να τερματίσει τη σύμβαση (Παπαργυρού v. Μιχαηλίδης Πολιτική Έφεση Αρ. 215/2010 ημερ. 27.09.16). Παράλληλα ο όρος 13 του Τεκμηρίου 7 (σύμβαση δανείου) επιτρέπει στην ΑΒ να προβεί σε τερματισμό της σύμβασης και κατ’ επέκταση της λειτουργίας του λογαριασμού δανείου.

 

Από τα πιο πάνω καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι υπήρξε συμμόρφωση από μέρους της ΑΒ με τις πρόνοιες των όρων των συμβάσεων και των συμφωνητικών εγγράφων. Η ΑΒ ακολούθησε τη διαδικασία που προνοείτο από τις πρόνοιες των εγγράφων. Με βάση τους όρους αυτούς η ΑΒ προχώρησε σε τερματισμό των συμφωνητικών εγγράφων. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, καταλήγω στο επίσης ασφαλές συμπέρασμα ότι τα συμφωνητικά έγγραφα έχουν ορθά, δεόντως, δικαιολογημένα και νόμιμα τερματιστεί στις 09.12.13. Επίσης καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο τερματισμός των συμβάσεων και της λειτουργίας του επίμαχου λογαριασμού δανείου είναι ορθός, νόμιμος, έγκυρος και σύμφωνα με τις πρόνοιες των συμφωνητικών εγγράφων. Χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε που να θέτει την νομιμότητα και εγκυρότητα των εν λόγω επιστολών τερματισμού υπό αμφισβήτηση, το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

 

(12)      Ζημιές και/ή απώλειες που προκλήθηκαν

Η πιο πάνω αντισυμβατική συμπεριφορά των Εναγομένων 1, 2 & 3 προκάλεσε ζημιές και απώλειες στην Ενάγουσα. Το ύψος των ζημιών και των απωλειών της είναι το σύνολο του χρεωστικού υπολοίπου στον επίμαχο λογαριασμό δανείου.

 

(13)      Ύπαρξη τραπεζικού/συμβατικού χρέους

Σε υπόθεση κατ' ισχυρισμό τραπεζικού συμβατικού χρέους, όπως είναι η παρούσα αγωγή, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση της Τράπεζας για ύπαρξη τραπεζικού χρέους είναι η σύναψη της σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης μαζί με τους όρους της, η παράβαση όρου της σύμβασης και ο τερματισμός της σύμβασης μαζί με το οφειλόμενο υπόλοιπο (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.α. (2010) 1 Α.Α.Δ. 829). Η θεμελίωση τους εδράζεται μέσα από το αποδεκτό μαρτυρικό υλικό.

 

Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 21.09.12 η Ενάγουσα χορήγησε στην Εναγόμενη 1 την επίμαχη πιστωτική διευκόλυνση. Οι Εναγόμενοι 2 & 3 εγγυήθηκαν/παρείχαν κάλυψη, δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου, των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1. Παράλληλα, ως επιπλέον εξασφάλιση, οι Εναγόμενοι 2 & 3 συνέχισαν να διατηρούν τις δύο επίμαχες υποθήκες εγγεγραμμένες προς όφελος της Ενάγουσας.

 

Όπως ακόμη λέχθηκε πιο πάνω και συνιστά συμπέρασμα του Δικαστηρίου, η παράλειψη πληρωμής οφειλομένων ποσών από μέρους της Εναγομένης 1 συνιστά μη συμμόρφωση με τις συμβατικές οικονομικές υποχρεώσεις της. Η δημιουργία χρεωστικού υπολοίπου και η παράλειψη πληρωμής του εντός εύλογου χρόνου που καθορίστηκε, παρά τις προειδοποιητικές επιστολές, αποτελεί παραβίαση ουσιώδους όρου της επίδικης σύμβασης δανείου εξ’ υπαιτιότητας της Εναγομένης 1. Την ίδια στιγμή υπάρχει παραβίαση του εγγράφου εγγύησης/κάλυψης και συμβάσεων υποθήκευσης ακινήτου εξ’ υπαιτιότητας των Εναγομένων 2 & 3 αντίστοιχα.

 

Η Εναγόμενη 1, ως πρωτοφειλέτης που είναι, ευθύνεται για την πρόκληση ζημιών και εξόδων στην Ενάγουσα. Συνυπεύθυνοι στη πρόκληση ζημιών και εξόδων στην Ενάγουσα και συνάμα στην παραμονή χρεωστικού υπολοίπου (λογαριασμού δανείου) είναι και οι Εναγόμενοι 2 & 3 ως εγγυητές/παροχείς κάλυψης που είναι. 

 

Συνεπεία της παράβασης συμφωνητικών εγγράφων από τους Εναγομένους 1, 2 & 3, η Ενάγουσα προχώρησε με τερματισμό τους. Ο εν λόγω τερματισμός κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ήταν νόμιμος, έγκυρος και δικαιολογημένος. Το δε ολόκληρο υπόλοιπο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Το ύψος του καθορίζει την ύπαρξη τραπεζικού/συμβατικού χρέους.

 

(14)      Προσδιορισμός ύψους χρεωστικού υπολοίπου

Η Ενάγουσα έχει δηλώσει ότι περιορίζει την απαίτηση της με βάση το περιεχόμενο της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού που έχει ετοιμαστεί και αφορά το επίδικο δάνειο. Πρόκειται για το Τεκμήριο 27.

 

Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ετοιμάστηκε στη βάση των δεδομένων που έχω αναφέρει μέσα από την παράθεση της μαρτυρίας. Θεωρώ ότι το εν λόγω έγγραφο παρέχει ασφαλή βάση για τον προσδιορισμό του ύψους του χρεωστικού υπολοίπου. Όλες οι χρεώσεις έχουν αφαιρεθεί και το επιτόκιο που χρησιμοποιείται είναι το συμβατικό. Για σκοπούς υπολογισμού του τόκου από την αρχή του ανοίγματος του λογαριασμού μέχρι τις 06.12.23 χρησιμοποιήθηκε ως διαιρέτης οι 365/366 ημέρες, αναλόγως του έτους. Επίσης ο τόκος κεφαλαιοποιείται την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, πράγμα που συνάδει με τις πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.160(Ι)/99).

 

Ένα ζήτημα που με έχει προβληματίσει είναι η δυνατότητα χρέωσης τόκου υπερημερίας ύψους 1,75% από τον τερματισμό της σύμβασης, δηλαδή από 09.12.13 και έπειτα. Με βάση τον Ν.160(Ι)/1999 η χρέωση τόκου υπερημερίας συνοδεύεται από την άρρηκτη υποχρέωση της Ενάγουσας για απόδειξης της ζημιάς. Ενώπιον μου δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει τόσο την ύπαρξη ζημιάς όσο και το ύψος της που να προκύπτει συνεπεία της καθυστέρησης/παράλειψης πληρωμής, πέραν βέβαια της ζημιάς που προκύπτει από την παράβαση σύμβασης ώστε να δικαιολογείται αυξημένη χρέωση τόκου υπό τη μορφή τόκου υπερημερίας.

 

Επομένως καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στη χρέωση τόκου υπερημερίας.

 

Με την αφαίρεση όλων των χρεώσεων και της μη έγκρισης τόκου υπερημερίας, οι πράξεις που περιέχονται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού είναι η εκταμίευση του ποσού των €633.587,08, με το οποίο χρεώθηκε ο επίμαχος λογαριασμός δανείου με τη μεταφορά του σε άλλους λογαριασμούς, οι πιστώσεις των 4 πληρωμών συνολικού ύψους €8.000 και η κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως.

 

Σε ότι αφορά τη χρέωση τόκου κεφαλαιοποίησης, υπάρχει σχετική πρόνοια στη σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 7) που το επιτρέπει. Ειδικότερα μέρος του όρου 3 του Τεκμηρίου παρέχει συμβατικό δικαίωμα στην Ενάγουσα να χρεώνει κεφαλαιοποίηση τόκου σε οποιοδήποτε ποσό που κατέστη πληρωτέο την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης του. Το εν λόγω συμβατικό δικαίωμα ευθυγραμμίζεται με τις πρόνοιες του Ν.160(Ι)/1999. Σχετικό είναι το άρθρο 3(1α) της εν λόγω νομοθεσίας που επιτρέπει ανατοκισμό μέχρι δύο φορές ετησίως.

 

Στο σημείο αυτό θεωρώ ορθό να επαναλάβω ότι ουδεμία συγκεκριμένη προαναφερόμενη πράξη (είτε χρεωστικής είτε πιστωτικής φύσεως) και καταχώρηση στην επίδικη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού έχουν αμφισβητηθεί για οποιοδήποτε συγκεκριμένο λόγο. Επιπλέον δεν έχει αμφισβητηθεί η ορθότητα καμίας μαθηματικής πράξης και κανένας αριθμητικός υπολογισμός που περιέχεται στον εν λόγω λογαριασμό (Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1 Α.Α.Δ. 1238).

 

Με βάση το σκεπτικό του Δικαστηρίου που έχει αναλυθεί και επεξηγηθεί, καταλήγω ότι το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου αποτυπώνεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού στη βάση των πιο πάνω σχολίων και διορθώσεων.

 

Σε ότι αφορά το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου καταλήγω στο εξής:

 

€690.286,26 μείον τόκο υπερημερίας προς 1,75% για την περίοδο από 09.12.13 μέχρι 31.12.13 πλέον τόκο προς 3 (τριών) μηνών Euribor πλέον προσαύξηση προς 1,5% ετησίως επί του ποσού που θα προκύψει από την αφαίρεση του τόκου υπερημερίας, από 01.01.14 μέχρι εξόφλησης μείον €4.000 που αντιστοιχεί στις δύο τελευταίες πληρωμές που έγιναν στις 07.01.14 και 18.02.14 αντίστοιχα, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης.

 

(15)      Συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης – έγγραφα υποθήκης

            (Εναγόμενοι 2 & 3)

Αποτελεί παραδεκτό γεγονός και συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3 παρείχαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα εξασφαλίσεις για την κάλυψη των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1. Η εγγύηση ήταν συνεχούς μορφής (όρος 4 Τεκμηρίου 9). Ο τερματισμός της σύμβασης δανείου στην Εναγόμενη 1 λόγω μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων της και η ύπαρξη συμβατικού χρέους που παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα σε συνδυασμό με την γραπτή ειδοποίηση για το γεγονός αυτό στους Εναγομένους 2 & 3, ενεργοποιεί τις δεσμεύσεις των τελευταίων απέναντι στην Ενάγουσα, όπως αυτές πηγάζουν από το πιο πάνω συμφωνητικό έγγραφο, με ότι αυτό συνεπάγεται.

 

Συνεπώς η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για ποσό ίσο προς το ύψος του συμβατικού χρέους εναντίον των Εναγομένων 2 & 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στη βάση των εγγράφων εγγύησης και αποζημίωσης που αυτοί υπέγραψαν.

 

Ως περαιτέρω εξασφάλιση, οι Εναγόμενοι 2 & 3 συγκατατέθηκαν και/ή συμφώνησαν όπως η υποθήκη αρ. Υ3404/08 συνεχίσει να είναι εγγραμμένη προς όφελος της Ενάγουσας με μερίδιο ½ έκαστος σε σχέση με ακίνητο στην Επαρχία Πάφου, καθώς επίσης ο Εναγόμενος 2 συγκατατέθηκε και/ή συμφώνησε όπως η υποθήκη αρ. Υ3409/08 συνεχίσει να είναι εγγραμμένη προς όφελος της Ενάγουσας επί ολόκληρου του μεριδίου αναφορικά με άλλο ακίνητο στην Επαρχία Πάφου. Λεπτομέρειες των υποθηκών παρέχονται μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία παραπέμπουν στο περιεχόμενο των §7(Ι) & 7(ΙΙ) της έκθεσης απαίτησης.

 

(16)      Ανταπαίτηση Εναγομένων

Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι 13 μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ύψους €168.750 που εκδόθηκαν από την εταιρεία Alpha Panareti Public Limited (ΑΡ) προς όφελος της Εναγομένης 1 δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμό της τελευταίας.

 

Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα δόλια και/ή με πρόθεση εξαπάτησης και με σκοπό να διευκολύνει την ΑΡ παρέλειψαν να καταθέσουν τις εν λόγω επιταγές με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 1 να υποστεί αντίστοιχες ζημιές.

 

Οι δικογραφημένες λεπτομέρειες στο δικόγραφο της υπεράσπισης & ανταπαίτησης αποδίδουν πρόθεση και σκοπιμότητα στην μη κατάθεση των εν λόγω επιταγών από την ΑΒ. Η θέση αυτή προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον μου που να αποδεικνύει τον εν λόγω ισχυρισμό των Εναγομένων. Η επιλήψιμη συμπεριφορά που αποδίδεται στην ΑΒ και κατ’ επέκταση στην Ενάγουσα υπόκειται σε τεκμηρίωση. Αυτή η καταλογιζόμενη σκοπιμότητα, ο δόλος, η πρόθεση εξαπάτησης και η κακοπιστία στην Ενάγουσα να μην καταθέσει τις εν λόγω επιταγές προκειμένου να βοηθήσει την ΑΡ, μετά από συνεννόηση τους, εις βάρος της Ενάγουσας δεν αποδείχτηκε στη βάση μαρτυρίας.

 

Σε ότι αφορά την εκ των υστέρων διαζευκτική θέση των Εναγομένων ότι «εκ λάθους» η ΑΒ δεν κατέθεσε τις εν λόγω επιταγές η οποία προβλήθηκε στο στάδιο της εναρκτήριας προφορικής αγόρευσης του συνηγόρου τους, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη.  

 

Το βάρος απόδειξης του δικογραφημένου ισχυρισμού τους βρισκόταν στους ώμους των Εναγομένων, οι οποίοι απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν την ανταπαίτηση τους. Σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να αποδεικνύει την ανταπαίτηση των Εναγομένων.

 

Η Ενάγουσα κανένα όφελος είχε από τη μη κατάθεση των επίμαχων επιταγών. Αντίθετα θα επωφελείτο αν αυτό γινόταν αφού θα εισέπραττε από τότε αντίστοιχο ποσό χρημάτων ως οφειλόμενα χρήματα από την Εναγόμενη 1.

 

Κατάληξη:

Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 3 στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.

 

Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €690.286,26 μείον τόκο υπερημερίας προς 1,75% για την περίοδο από 09.12.13 μέχρι 31.12.13 πλέον τόκο προς 3 (τριών) μηνών Euribor πλέον προσαύξηση προς 1,5% ετησίως επί του ποσού που θα προκύψει από την αφαίρεση του τόκου υπερημερίας, από 01.01.14 μέχρι εξόφλησης, μείον €4.000 που αντιστοιχεί στις δύο τελευταίες πληρωμές που έγιναν στις 07.01.14 και 18.02.14 αντίστοιχα, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης.

 

Περαιτέρω εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 εκδίδεται διάταγμα ως τα σημεία (Γ), (Ε), (Η) και (Ι) της §16 της έκθεσης απαίτησης.

 

Επιπλέον εναντίον του Εναγομένου 2 εκδίδεται διάταγμα ως το σημείο (Δ) της §16 της έκθεσης απαίτησης.   

  

Αντίθετα οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την ανταπαίτηση τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, η οποία και απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη.

 

Σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής, δεν διαπιστώνω να υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί παρέκκλιση από το γενικό κανόνα που ισχύει για την επιδίκαση τους (άρθρο 43 του Ν.14/60, Διαταγή 59 Κανονισμός 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited (1993) 1 Α.Α.Δ. 12, Ιωάννου και άλλη v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου (2009) 1Β Α.Α.Δ. 875 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010 ημερ. 15.10.15). Δεν υπάρχει αποχρών λόγος που να δικαιολογεί αποστέρηση των εξόδων από τον επιτυχών διάδικο και να μην τα επωμιστεί ο αποτυχών διάδικος που ευθύνεται για την γενεσιουργό αιτία των εξόδων.

 

Ως εκ τούτου, τα έξοδα της αγωγής (απαίτησης), όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3.

 

Επιπλέον, τα έξοδα της ανταπαίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3.

 

Ενόψει της συνεκδίκασης της απαίτησης και της ανταπαίτησης, επιδικάζεται ένα σετ εξόδων.

 

 

                                                                             (Υπ.) ……..........................................

                                                                                               Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο