ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. SKY CAC LTD, Αίτηση - Έφεση:204/2025, 28/4/2026
print
Τίτλος:
ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. SKY CAC LTD, Αίτηση - Έφεση:204/2025, 28/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ                              Αίτηση - Έφεση:204/2025

Ενώπιον: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Α.Ε.Δ.

 

Επί τοις αφορώσι τα άρθρα 35 και 36 του  Ν. 9/1965 ως αυτός έχει τροποποιηθεί

            

Μεταξύ:

 

ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

 

Αιτητής - Εφεσείοντας             

και

                                   

SKY CAC LTD

 

                                                                                        Καθ’ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι

 

Ημερομηνία: 28 Απριλίου, 2026

Εμφανίσεις:

Για αιτητή- εφεσείοντα: κ. Χρίστος Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για καθ΄  ων η αίτηση: κ. Παναγιώτης Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στην υπό εξέταση αίτηση, ο αιτητής αιτείται την ακύρωση τριών υποθηκών (οι υποθήκες), τα στοιχεία των οποίων καταγράφονται λεπτομερώς στο αιτητικό Α(1-3) της αίτησης.

 

Προβλήθηκαν τρεις λόγοι για τους οποίους ο αιτητής στηρίζει το αίτημα του.

 

Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο, οι εν λόγω υποθήκες έχουν εγγραφεί στο Κτηματολόγιο Πάφου εντός του 2012 για σκοπούς εξασφάλισης δανειοδοτήσεων από την ALPHA BANK CYPRUS LTD (θα αναφέρεται πιο κάτω και ως η Τράπεζα) της εταιρείας ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED (θα αναφέρεται πιο κάτω και ως Παναρέτη), οι οποίες εξοφλήθηκαν το 2018 και ως εκ τούτου οι φερόμενοι ενυπόθηκοι δανειστές έχουν νομική υποχρέωση να εξαλείψουν τις υποθήκες στη βάση των άρθρων 35 και 36 του Ν. 9/1965 (ο Νόμος).

 

Σύμφωνα με τον δεύτερο λόγο, οι καθ΄ ων η αίτηση αρνούνται και παραλείπουν να προβούν στην εξάλειψη των υποθηκών κατά παράβαση των καθηκόντων τους έναντι του αιτητή που απορρέουν από το άρθρο 35 του Νόμου  και  το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την ακύρωση των υποθηκών στη βάση του άρθρου 36 του Νόμου.

 

Σύμφωνα με τον τρίτο λόγο, οι καθ΄ ων η αίτηση, παρά την γραπτή ανάκληση της οποιασδήποτε συγκατάθεσης του αιτητή ημερομηνίας 21/07/2025, την οποία επέδωσε στους καθ΄ ων η αίτηση, αρνούνται και παραλείπουν να προβούν στην εξάλειψη των υποθηκών κατά παράβαση των καθηκόντων τους έναντι του αιτητή που απορρέουν από το άρθρο 35 του Νόμου και το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την ακύρωση των υποθηκών στη βάση του άρθρου 36 του Νόμου.

 

Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του αιτητή.

 

Στην ένορκη του δήλωση ο αιτητής αναφέρει ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των επίδικων ακινήτων τα οποία είναι επιβαρυμένα με τις υποθήκες για τις οποίες επιδιώκεται η ακύρωση τους. Οι υποθήκες είχαν εγγραφεί το 2012 προς εξασφάλιση δανείων της Παναρέτη της οποίας ο αιτητής ήταν και είναι διευθυντής. Το 2018 η εν λόγω εταιρεία μαζί με άλλες συνδεδεμένες εταιρείες και φυσικά πρόσωπα υπόγραψαν συμφωνία περίγραμμα ημερομηνίας 30/09/2018 (πιο κάτω θα αναφέρεται και ως η συμφωνία) με την οποία εξοφλήθηκαν όλες οι δανειακές υποχρεώσεις που υπήρχαν πριν την 30/09/2018 από την Τράπεζα και προς τούτο δόθηκαν περιουσίες των συμβαλλόμενων οφειλετών και έγιναν δύο νέες συμβάσεις δανείου της Παναρέτη.  Προς υποστήριξη των πιο πάνω επισύναψε το Τεκμήριο 3. Παραπέμποντας ο αιτητής στο Τεκμήριο 3, αναφέρει ότι στις σελίδες 13 – 16, με τη μεταβίβαση των ακινήτων στην τράπεζα, για το ποσό των €26.248.752 αυτή προχώρησε στη διαγραφή ποσών των δανείων και ακολούθως με τα δύο νέα δάνεια εξοφλήθηκαν όλα τα δάνεια που υπήρχαν και για τα οποία εγγράφηκαν οι επίδικες υποθήκες το 2012. Στη σελίδα 14 της συμφωνίας μέχρι τη σελίδα 16 στην παράγραφο 2.4 φαίνεται η εξόφληση όλων των δανείων με το υπόλοιπο μηδέν (0) στην τελευταία στήλη. Επισύναψε δε ως Τεκμήριο 4 τις αποδείξεις εξόφλησης των προηγούμενων δανείων που δόθηκαν από υπαλλήλους της τράπεζας και που φαίνονται μηδενικά υπόλοιπα. Επισύναψε επίσης ως Τεκμήριο 5 αντίγραφα των δηλώσεων υποθήκης και εγγράφων υποθήκης για τις τρεις επίδικες υποθήκες και που φαίνονται τα ποσά των υποθηκών και τα επιτόκια τους.

 

Πέραν των πιο πάνω, ο αιτητής αναφέρει ότι λειτουργοί της τράπεζας στις ένορκες τους δηλώσεις ενώπιον Δικαστηρίου κάνουν παραδοχή ότι έχουν εξοφληθεί όλα τα προηγούμενα δάνεια που εκκρεμούσαν πριν από την συμφωνία περίγραμμα και ενδεικτικά επισύναψε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο της ένορκης δήλωσης της κας Έλενας Στυλιανίδου ημερομηνίας 06/04/2024 στα πλαίσια της εταιρικής αίτησης με αριθμό 655/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.

 

Είναι η θέση του αιτητή ότι δεν υπάρχει προσωπικά γραπτή συγκατάθεση του για να παραμείνουν οι υποθήκες των ακινήτων του να εξασφαλίζουν άλλα νέα δάνεια του 2018 της εταιρείας Παναρέτη  και δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία περίγραμμα και οι υπογραφές του που υπάρχουν σε αυτήν έγινα δια και για λογαριασμό των νομικών προσώπων που ήταν συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία όπως φαίνεται ξεκάθαρα, σύμφωνα με τον αιτητή, από την ίδια τη συμφωνία.

 

Είναι περαιτέρω η θέση του αιτητή, στον Νόμο ως έχει τροποποιηθεί, δεν υπάρχει πρόνοια για να παραμένουν εγγεγραμμένες υποθήκες μετά την εξόφληση των αρχικών δανείων για τα οποία εγγράφηκαν. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο μόνος τρόπος για να παραμείνουν τα ακίνητα του υποθήκη για νέα δάνεια ήταν: α) η γραπτή του συγκατάθεση για να παραμείνουν οι υποθήκες, πράγμα που ουδέποτε έγινε στην περίπτωση των υποθηκών, είτε β) θα έπρεπε να γίνει εγγραφή νέων υποθηκών που και πάλι δεν ισχύει στην προκειμένη, ως η θέση του αιτητή.

 

Σε κάθε περίπτωση, ως η θέση του αιτητή, ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός για δική του συγκατάθεση έχει ήδη ανακληθεί με επιστολή του προς τους καθ΄ ων η αίτηση ημερομηνίας 21/07/2025 (Τεκμήριο 7), οι οποίοι με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 01/08/2025 (Τεκμήριο 8) απάντησαν στην εν λόγω επιστολή και αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, ως η θέση του αιτητή, στα καθήκοντα τους που απορρέουν από τα άρθρα 35 και 36 του Νόμου.  Είναι δε η θέση του αιτητή ότι οι καθ΄ ων η αίτηση ουδέποτε αρνήθηκαν την εξόφληση όλων των δανείων πριν από την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 3.

 

Είναι επίσης η θέση του αιτητή ότι έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα του που του παρέχει ο Νόμος εφόσον οι καθ΄ ων η αίτηση παρά το γεγονός ότι έχουν καταχωρήσει την αγωγή με αριθμό 416/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου  (η αγωγή) για τα δάνεια της εταιρείας και που υπάρχει ανταπαίτηση, εντούτοις κακόπιστα και καταχρηστικά, ως η θέση του αιτητή, έκδοσαν επιστολή τύπου «Ι» με σκοπό να ορίσουν πλειστηριασμό σε σύντομο χρόνο, γνωρίζοντας ότι δεν θα έχει δίκαιη δίκη, ως η θέση του αιτητή, εφόσον η ανταπαίτηση δεν θα δικαστεί πριν πωλήσουν τα επίδικα ακίνητα του και εάν αυτά πωληθούν η ανταπαίτηση του δεν θα έχει αντικείμενο. Επισύναψε δε ως Τεκμήριο 9 της εν λόγω ειδοποίηση η οποία ως αναφέρει δεν του επιδόθηκε προσωπικά για τον ίδιο.

 

Οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση και προέβαλαν 8 λόγους ένστασης.

 

Με βάση αυτούς (χωρίς να κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το περιεχόμενο τους) οι καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν τις θέσεις ότι το δικονομικό διάβημα του αιτητή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι προωθεί παράλληλα τόσο με την παρούσα αίτηση, όσο και με την αγωγή, παρόμοιες θεραπείες.

 

Είναι η θέση των αιτητών ότι ο αιτητής με την παρούσα προωθεί πολύπλοκα πραγματικά και νομικά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν στα πλαίσια της αγωγής και όχι στα πλαίσια της παρούσας και ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να τα εξετάσει.

 

Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 35 και 36 του Νόμου, ότι οι υποθήκες είναι καθόλα έγκυρες, νόμιμες και οφειλόμενες αφού συνεχίζουν να εξασφαλίζουν τον δανεισμό του Ομίλου Παναρέτη (δάνεια Α και Β ημερομηνίας 30/09/2018) τα οποία είναι οφειλόμενα και αξιώνονται στα πλαίσια της αγωγής.

 

Επίσης είναι η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι υποθήκες είναι συνεχείς, ο αιτητής ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ουδέποτε προσφέρθηκε να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά και ότι ο αιτητής νόμιμα και με ελεύθερη βούληση αποδέχθηκε εγγράφως και έδωσε τη συγκατάθεση του όπως οι υποθήκες συνεχίσουν να εξασφαλίζουν τον δανεισμό του Ομίλου Παναρέτη  (θα αναφέρεται στο εξής και ως ο Όμιλος) ήτοι τα δάνεια Α και Β ημερομηνίας 30/09/2018 και πως τυχόν ανάκληση της συγκατάθεσης του ουδεμία νομική ισχύ έχει.

 

Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Ελευθέριου Θεοδώρου.

 

Ο ενόρκως δηλών, στην αρχή της ένορκης του δήλωσης κάνει αναφορά στα καθήκοντα του, στην ιδιότητα των καθ΄ ων η αίτηση, στη γνώση του σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ακολούθως αναφέρει ότι υιοθετεί τους λόγους ένστασης και προβαίνει στη δικές του αναφορές σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας.

 

Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο αιτητής προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και πως τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας δεν είναι όπως τα παρουσιάζει ο αιτητής. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι κατά την επίδικη περίοδο (Οκτώβριος του 2018) ο Όμιλος Παναρέτη περιλαμβανομένου και των φυσικών ατόμων που τον ελέγχουν και που αποτελούσαν έναν από τους μεγαλύτερους χρεώστες της τράπεζας, οι εξασφαλίσεις που υπήρχαν δεν κάλυπταν τα οφειλόμενα ποσά τα οποία παρουσίαζαν καθυστέρηση και έχουν εγερθεί Δικαστικές διαδικασίες σε Κύπρο και Αγγλία. Προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων του Ομίλου, εγγράφηκαν μεταξύ άλλων οι επίδικες υποθήκες. Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ομίλου και της Τράπεζας (και που δεν αφορούσαν οφειλές ξένων αγοραστών ή διαδικασίες στην Αγγλία), υπογράφτηκε μη δεσμευτικό μνημόνιο συναντίληψης (Τεκμήριο 1) το οποίο θα αποτελούσε τη βάση για διαπραγματεύσεις για μελλοντική συμφωνία. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις και η αποστολή εκ μέρους της τράπεζας επιστολής (Τεκμήριο 2) μη δεσμευτικής και που αφορούσε προσφορά για αναδιάρθρωση των χρεών.

 

Οι πρόνοιες του Τεκμηρίου 2 έγιναν αποδεκτές, οπότε, στις 30/09/2018 υπογράφτηκε, δεσμευτική αυτή τη φορά,  συμφωνία περίγραμμα (η συμφωνία) και άλλες συναφείς συμφωνίες που προβλέπονταν σε αυτήν, με την οποία ο Όμιλος και τα συνδεδεμένα με αυτόν φυσικά πρόσωπα αποδέχθηκαν ρητά και ανεπιφύλακτα το συνολικό οφειλόμενο προς την τράπεζα ποσό. Ταυτόχρονα με τη συμφωνία υπογράφτηκαν και οι υπόλοιπες συναφείς συμφωνίες για να ολοκληρωθεί η αναδιάρθρωση των δανείων, μεταξύ των οποίων ήταν και οι συμφωνίες δανείων Α και Β μεταξύ της  Τράπεζας και της Παναρέτη (Τεκμήριο 3).  Επισύναψε δε ως Τεκμήριο 4 δεόντως πιστοποιημένες από πιστοποιών υπάλληλο έγγραφες δηλώσεις ημερομηνίας 30/09/2018 υπογραμμένες από τον αιτητή και από άλλο πρόσωπο στις οποίες, ως η θέση του ενόρκως δηλούντα, ρητά και ξεκάθαρα αναφέρεται ότι στους υπογράφοντες έχουν επεξηγηθεί από τον δικηγόρο τους ρητά και ξεκάθαρα όλες οι πρόνοιες των συμφωνιών αναδιάρθρωσης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται σε αυτές και ότι υπογράφουν αυτές με την ελεύθερη βούληση τους σε γνώση των όσων προνοούν. Ο ενόρκως δηλών επικεντρώθηκε στον όρο 2.5 της συμφωνίας και παραπέμπει στους καταλόγους 10 και 11 της συμφωνίας, όπου καταγράφει ρητά, ως η θέση του, όλες τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες υποθήκες καθώς και ομόλογα και άλλες εκχωρήσεις και εξασφαλίσεις που εξασφαλίζουν τον υφιστάμενο δανεισμό του Ομίλου, δηλαδή τα δάνεια Α και Β ημερομηνίας 30 Σεπτεμβρίου 2018, τα οποία και παραμένουν μέχρι σήμερα οφειλόμενα και απαιτητά.

 

Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο αιτητής αποδέχτηκε, συμφώνησε και δήλωσε ρητά και απερίφραστα ότι οι υποθήκες θα συνεχίσουν να εξασφαλίζουν τα δάνεια Α και Β. Ο Όμιλος δεν συμμορφώθηκε πλήρως ούτε και εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις έναντι της τράπεζας με βάση τη συμφωνία και τις άλλες σχετικές συμφωνίες και η τράπεζα απέστειλε τερματικές επιστολές προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (περιλαμβανομένου του αιτητή) και τερμάτισε τα δάνεια Α και Β και απαίτησε την εξόφληση όλων των οφειλόμενων ποσών.

Ενόψει της παράλειψης του Ομίλου να συμμορφωθεί, καταχωρήθηκε και εκκρεμεί η αγωγή  (Τεκμήριο 5)  μεταξύ των καθ΄ ών η αίτηση ως εναγόντων και της Παναρέτη  και άλλων προσώπων στην οποία ένας από τους εναγομένους είναι και ο αιτητής και στην οποία οι εναγόμενοι εγείρουν ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν τις ίδιες επακριβώς θεραπείες με την παρούσα.

 

Σε σχέση με την ειδοποίηση τύπου Ι που ο αιτητής αναφέρθηκε στην αίτηση του, ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει ως τεκμήριο 6 δέσμη εγγράφων ειδοποιήσεων τύπου Θ και Ι, λέγοντας ότι αυτές παραλήφθηκαν από τον αιτητή προσωπικά.

 

Ακολούθως ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε μία καταγραφή των λόγων που υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης, επαναλαμβάνοντας αυτούς και περαιτέρω αναφέρει ότι το αιτητικό Α της παρούσας αίτησης είναι ταυτόσημο με την ανταπαίτηση που εγείρουν οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο αιτητής ως εναγόμενος 6, στα πλαίσια της αγωγής και συγκεκριμένα στις παραγράφους 40 IV, 40 V και 40VI και ειδικότερα ζητούν την ακύρωση μεταξύ άλλων και των επίδικων υποθηκών.

 

Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών προωθεί τις πιο κάτω θέσεις:

 

Η παράλληλη προώθηση ίδιων αξιώσεων μεταξύ διαφορετικών διαδικασιών αποτελεί έκδηλη κατάχρηση και πολλαπλότητα διαδικασιών και δημιουργούν κινδύνους έκδοσης αντιφατικών και αντικρουόμενων αποφάσεων και  απορρίπτει την θέση του αιτητή ότι οι υποθήκες είναι άκυρες οι ακυρώσιμες και ότι έχουν εξοφληθεί από την διαγραφή των αρχικών δανείων.

 

Οι υποθήκες είναι νόμιμες, υπογράφτηκαν νομότυπα, είναι έγκυρες και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αιτητή προωθούνται σε μια προσπάθεια δημιουργίας παραπλανητικών εντυπώσεων καθότι μέσω της συμφωνίας η νομιμότητα, εκτελεστότητα και εγκυρότητα των υποθηκών έγινε ανεπιφύλακτα αποδεκτή από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων του αιτητή και επιπρόσθετα ουδέποτε μέχρι σήμερα ο αιτητής κάλεσε την τράπεζα να εξαλείψει κάποια ή όλες τις υποθήκες προσφέροντας προς εξόφληση το ενυπόθηκο χρέος και με την τράπεζα να αρνείται να το πράξει.

 

Οι υποθήκες αποτελούν πρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης του Ομίλου προς τους καθ΄ ών η αίτηση είτε αυτή είναι παρούσα, είτε μελλοντική, άμεση ή έμμεση, προσωπική ή κοινή με άλλα πρόσωπα στη βάση του όρου 3 των εγγράφων υποθηκών και προς τούτο παρέπεμψε στο τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης του αιτητή.

 

Δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός ο ισχυρισμός του αιτητή περί ακυρότητας των επίδικων υποθηκών και ότι δήθεν δεν δύνανται να εξασφαλίζουν τα νέα δάνεια αφού ο ίδιος ο αιτητής υπέγραψε τις επίδικες υποθήκες και γνώριζε δεόντως τους όρους αυτών.

 

Τα χρέη του Ομίλου, των εγγυητών και των ενυπόθηκων οφειλετών, συμπεριλαμβανομένου και του αιτητή, εξακολουθούν να υφίστανται και αφής στιγμής οι επίδικες υποθήκες εξασφαλίζουν τα δάνεια Α και Β τα οποία παραμένουν οφειλόμενα δεν τίθεται θέμα ακυρώσεως των υποθηκών.

 

Τα άρθρα 35 και 36 του Νόμου δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση αφού οι υποθήκες δεν έχουν εξοφληθεί ή παύσει να ισχύουν εφόσον δεν έχει καταβληθεί το ποσό των υποθηκών από τον Όμιλο Παναρέτη, τους ενυπόθηκους οφειλέτες ή από οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο προς εξόφληση τους.

 

Σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ενδεχομένως να προκαλέσει στους καθ΄ ών η αίτηση ανεπανόρθωτη βλάβη εφόσον θα παραμείνουν ανεξασφάλιστοι με ένα χρέος το οποίο δεν θα αποπληρωθεί ποτέ.

 

Προς αντίκρουση της θέσης του αιτητή ότι δεν υπάρχει προσωπική γραπτή συγκατάθεση του για να παραμείνουν οι υποθήκες των ακινήτων να εξασφαλίζουν άλλα νέα δάνεια και ότι ο Νόμος δεν προνοεί για να παραμένουν εγγεγραμμένες υποθήκες μετά την εξόφληση των αρχικών δανείων για τα οποία εγγράφηκαν, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι απορρίπεται από τους καθ΄ ών η αίτηση η εν λόγω θέση και προς τούτο αναφέρει ότι ο αιτητής ως εγγυητής και ενυπόθηκος οφειλέτης του Ομίλου υπέγραψε τις συμβάσεις δανείων Α και Β με την ελεύθερη του βούληση γνωρίζοντας όλους τους όρους αυτών ανεξαιρέτως.

 

Ο αιτητής ως ενυπόθηκος οφειλέτης υπέγραψε τα έγγραφα των υποθηκών με ελεύθερη βούληση γνωρίζοντας τους όρους αυτών και γνωρίζοντας ότι αποτελούν πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση του Ομίλου Παναρέτη προς τους καθ΄ ών η αίτηση. Συνεπώς, είναι η θέση του, ότι δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός ο ισχυρισμός του αιτητή ότι δεν έδωσε γραπτή συγκατάθεση και ότι δεν δύνανται οι επίδικες υποθήκες να συνεχίσουν να εξασφαλίζουν τα νέα αυτά δάνεια.

 

Ο αιτητής δεν προέβη σε καμιά ανάκληση συγκατάθεσης για να παραμείνουν οι υποθήκες των ακινήτων ως εξασφάλιση των νέων δανείων Α και Β και ότι ο αιτητής παραπλανητικά και αυθαίρετα προσπαθεί να δημιουργήσει λανθασμένες εντυπώσεις προς το Δικαστήριο ότι δήθεν απέστειλε επιστολή προς τους καθ΄ ών η αίτηση για ανάκληση συγκατάθεσης (τεκμήριο 7 της αίτησης). Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο αιτητής απέστειλε στην πραγματικότητα προδικαστηριακό πρωτόκολλο για έναρξη νέας δικαστικής διαδικασίας και όχι οιαδήποτε ανάκληση συγκατάθεσης. Σε κάθε περίπτωση είναι η θέση του ότι ακόμα και επιστολή ανάκλησης της συγκατάθεσης να απέστειλε ο αιτητής ουδεμία νομική βάση και υπόσταση δεν θα είχε αφού αυτό που έχει ουσία είναι το γεγονός ότι ο αιτητής υπέγραψε τα έγγραφα των επίδικων συμβάσεων υποθηκών και τις συμβάσεις των δανείων Α και Β. 

 

NOMIΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Σε σχέση με το νομικό πλαίσιο που διέπει την παρούσα, σχετικές είναι οι νομοθετικές πρόνοιες των άρθρων 35 και 36 του Νόμου 9/1965, ως αυτά ισχύουν σήμερα και παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο τους.

 

«Εξάλειψη υποθήκης

 

35.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία εξοφλείται ή παύει να υφίσταται οποιαδήποτε υποχρέωση η οποία αφορά τη διά της υποθήκης παρασχεθείσα ασφάλεια, ο ενυπόθηκος δανειστής μεριμνά για την εξάλειψη της υποθήκης αυτής, εντός τριάντα (30) ημερών από την εξόφληση ή την εξάλειψη όλων των υποχρεώσεων που αφορούν αυτή, εμφανιζόμενος ενώπιον Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και προσκομίζοντας έγγραφο κατά τον Τύπο Ε, όπως εκτίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα, με το οποίο ζητείται η εξάλειψη της υποθήκης και, νοουμένου ότι ο Διευθυντής πεισθεί ότι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο είναι ο ενυπόθηκος δανειστής, διενεργεί την εξάλειψη της υποθήκης στο οικείο μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας:

 

Νοείται ότι, ο ενυπόθηκος δανειστής είναι υπόλογος προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη για οποιαδήποτε ζημιά δυνατόν να υποστεί λόγω του ότι η υποθήκη δεν εξαλείφθηκε, εκτός εάν αποδείξει ότι η ζημιά προέκυψε μετά από ή παρά τις ενέργειες στις οποίες προέβη για εξάλειψη της εν λόγω υποθήκης σύμφωνα με τα πιο πάνω:

 

Νοείται περαιτέρω ότι, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση κατά την οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης συγκατατίθεται γραπτώς στη μη εξάλειψη της υποθήκης και, σε περίπτωση μεταγενέστερης ανάκλησης της εν λόγω συγκατάθεσης, ο ενυπόθηκος δανειστής μεριμνά για την εξάλειψη της υποθήκης εντός τριάντα (30) ημερών από τη γραπτή ανάκληση της συγκατάθεσης του ενυπόθηκου οφειλέτη.

 

(2) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου (1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται εντός της προθεσμίας η οποία προβλέπεται στο εδάφιο (1), μέσω της διαδικτυακής πύλης του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, να προβεί στην εξάλειψη της υποθήκης ηλεκτρονικά.

 

(3) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2), ο Διευθυντής, με την εξάλειψη της υποθήκης, ενημερώνει πάραυτα τον ενυπόθηκο οφειλέτη και τυχόν εγγυητές οι οποίοι είναι καταχωρισμένοι στο οικείο μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για την εξάλειψη της εν λόγω υποθήκης.

 

Ακύρωσις υποθήκης υπό του δικαστηρίου

 

36.-(1) Εις οιανδήποτε των ακολούθων περιστάσεων, ήτοι-

(α) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται ή αμελή να προβή εις την εξάλειψιν υποθήκης ως εν άρθρω 35, καίτοι η διά ταύτης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη ή

 

(β) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται να αποδεχθή πληρωμήν του ποσού δι’ συνέστη η υποθήκη, αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, και να προβή εις εξάλειψιν της υποθήκης ή

 

(γ) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αγνώστου διαμονής, ή είναι εταιρεία ή συνεταιρισμός ουχί πλέον εν ζωή, ή απέθανε και ο προσωπικός αντιπρόσωπος ή οι κληρονόμοι αυτού είναι άγνωστοι, και εις οιανδήποτε των ως είρηται περιπτώσεων είτε ο ενυπόθηκος οφειλέτης αδυνατεί, ως εξ οιουδήποτε των προμνησθέντων λόγων, να πληρώση εις τον δικαιούχον το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, είτε ή διά της υποθήκης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη,

 

ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να ζητήση παρά του Επαρχιακού Δικαστηρίου την έκδοσιν ακυρωτικού της υποθήκης διατάγματος, το δε Επαρχιακόν Δικαστήριον άμα τη υποβολή της τοιαύτης αιτήσεως δύναται να εκδώση το κατά το δοκούν δίκαιον υπό τας περιστάσεις διάταγμα, αναφορικώς προς την γνωστοποίησιν της γενομένης αιτήσεως προς οιονδήποτε πρόσωπον, την ακύρωσιν της υποθήκης, την κατάθεσιν χρηματικού τινος ποσού παρά τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω, την διάθεσιν του ούτω κατατεθησομένου ποσού και οιονδήποτε έτερον συναφές ζήτημα.

 

(2) Άμα ως προσκομισθή τω Διευθυντή κεκυρωμένον αντίγραφον ακυρωτικού υποθήκης διατάγματος, εκδοθέντος ως εν εδαφίω (1), ούτος οφείλει να εκτελέση τούτο και να γνωστοποιήση το γεγονός εις πάντα ενυπόθηκον δανειστήν μεταγενεστέρας υποθήκης συνεστημένης επί του ακινήτου όπερ βαρύνεται διά της πληρωμής του ποσού του εξασφαλιζομένου διά της υποθήκης εις ην αφορά το ακυρωτικόν διάταγμα, ως εάν η τοιαύτη υποθήκη είχεν εξαλειφθή υπό του ενυποθήκου δανειστού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 35.»

 

Μέσα από την συνδυασμένη εφαρμογή των πιο πάνω άρθρων, το Δικαστήριο κρίνει ότι για να εκδοθεί Διάταγμα ως αυτό που προωθείται με την υπό εξέταση αίτηση, θα πρέπει να συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

Α) Να υφίσταται οποιαδήποτε υποχρέωση

 

Β) Η υποχρέωση να αφορά υποθήκη η οποία να παράσχει ασφάλεια

 

Γ) Η υποχρέωση να έχει εξοφληθεί ή να έχει παύσει να υφίσταται

 

Δ) Ο ενυπόθηκος δανειστής αρνείται ή αμελεί να προβεί στην εξάλειψη της υποθήκης σε περίπτωση που η υποχρέωση έχει εξοφληθεί ή έχει παύσει να υφίσταται

 

ή, στην περίπτωση που δεν ισχύει το Δ ανωτέρω, εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνείται να αποδεχθεί πληρωμή του ποσού για το οποίο συνεστήθη η υποθήκη και αφού το ποσό κατέστη πληρωτέο, και να αρνείται να προβεί σε εξάλειψη της υποθήκης.

 

Στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι, με βάση τα γεγονότα της παρούσας, δεν ισχύει η εν λόγω διαζευκτική προς το Δ προϋπόθεση, αφού στην παρούσα δεν προσφέρθηκε από τον αιτητή η πληρωμή του ποσού που αφορά τις επίδικες υποθήκες και ακολούθως οι καθ΄ ων η αίτηση να αρνήθηκαν να εξαλείψουν τις υποθήκες.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ – ΕΝΣΤΑΣΗΣ

 

Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των γραπτών αγορεύσεων και στα όσα συμπληρωματικά ανέφεραν οι συνήγοροι. Τα όσα έχουν καταγραφεί στις αγορεύσεις και τα όσα συμπληρωματικά ανέφεραν προφορικά οι συνήγοροι το Δικαστήριο τα έχει μελετήσει με πολλή προσοχή και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους.

 

Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο, τα γεγονότα της παρούσας, ως αυτά έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.

Για να απαντηθεί το εν λόγω ερώτημα, το Δικαστήριο έχει κατά νου το νομικό πλαίσιο που διέπει την παρούσα, ως αυτό έχει εκτεθεί ανωτέρω. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο που διέπει την παρούσα και που έχει εκτεθεί ανωτέρω, κρίνει ότι το πνεύμα, το γράμμα και ο σκοπός του νομοθέτη, θεσπίζοντας τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες, ήταν να ρυθμίσει τη διαδικασία, στα πλαίσια Γενικής Αίτησης, με την οποία ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο και να αιτηθεί Διατάγματος που να διατάζει την ακύρωση της υποθήκης, όταν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνείται να εξαλείψει την υποθήκη. Οι περιπτώσεις που ο νομοθέτης ρύθμισε είναι πολύ περιορισμένες και ξεκάθαρες, αφού αυτές περιορίζονται στις περιπτώσεις ως πιο πάνω αναφέρθηκε, δηλαδή όταν υποχρέωση δυνάμει της οποίας έχει συσταθεί η υποθήκη εξοφλήθηκε ή έπαψε να ισχύει ή στις περιπτώσεις που (όπως αναφέρθηκε πιο πάνω δεν ισχύει στην προκειμένη) ο ενυπόθηκος οφειλέτης προσφέρει το ποσό που οφείλεται δυνάμει της υποθήκης και ο ενυπόθηκος δανειστής αρνείται να αποδεχτεί την πληρωμή και να προβεί στην εξάλειψη της υποθήκης.

 

Επί της ουσίας στη βάση των γεγονότων της παρούσας:  

 

Μέσα από το περιεχόμενο τόσο της αίτησης, όσο και της ένστασης και των μαρτυρικών υλικών που τις υποστηρίζουν (ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια) το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις:

 

Αμφότερες οι πλευρές, ερμηνεύουν και εκλαμβάνουν, κάτω από διαφορετικό φακό, ακόμα και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Συγκεκριμένα:

 

Ως πιο πάνω αναφέρθηκε, ο αιτητής είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των επίδικων ακινήτων, επί των οποίων έχουν εγγραφεί οι τρεις επίδικες υποθήκες, προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παρείσχε η πιο πάνω αναφερόμενη τράπεζα προς την εταιρεία Παναρέτη το έτος 2012. Στις 30/09/2018 έγινε μια συμφωνία αναδιάρθρωσης δανείων μεταξύ της τράπεζας και του Ομίλου και μεταξύ άλλων αφορούσαν δύο δάνεια (τα περιγραφόμενα ως δάνεια Α και Β ανωτέρω). Ο αιτητής την 30/09/2018 υπέγραψε τα εξής λεκτικά:

 

«Έλαβα/Λάβαμε γνώση των όρων της παρούσας συμφωνίας» και

 

«Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Νεόφυτος Ιωάννου Νεοφύτου κάτοχος δελτίου ταυτότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας με αριθμό [ ] με το παρόν έγγραφο αναφέρομαι στις πιο κάτω συμφωνίες τις οποίες έχω υπογράψει και/ή εγκρίνει κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας δήλωσης και με τις οποίες οι οφειλές των εταιρειών Παναρέτη προς την Alpha Bank Cyprus Ltd θα τύχουν αναδιάρθρωσης (εφεξής καλούμενες οι «Συμφωνίες Αναδιάρθρωσης»)» και ακολουθεί σχετική καταγραφή.  Ακολούθως  υπάρχει το εξής λεκτικό:

 

«ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΗΛΩΝΩ ΟΤΙ:

 

Μου έχει επεξηγηθεί από το δικηγόρο μου και κατανοώ πλήρως τις πρόνοιες των Συμφωνιών Αναδιάρθρωσης καθώς και όλων των εγγράφων που προνοούνται σε αυτές και ότι ελεύθερα και εθελούσια τα έχω υπογράψει και/ή εγκρίνει εν γνώσει των όσων προνοούν».

 

ΣΕ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ των πιο πάνω υπογράφει σήμερα την 30 ΣΕΠ. 2018»

 

Ακολουθεί η υπογραφή του αιτητή, η καταγραφή του ονόματος, της ημερομηνίας 30/09/2018 και της πιστοποίησης από πιστοποιών υπάλληλο.

 

Εγέρθηκε η πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή, στην οποία ο αιτητής είναι ο εναγόμενος 6. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, γίνεται αναφορά και είναι επίδικο γεγονός, μεταξύ άλλων, οι επίδικες υποθήκες και που εγέρθηκε ανταπαίτηση από τους εναγόμενους, συμπεριλαμβανομένου και του αιτητή, στην οποία ζητείται (χωρίς να παρατίθεται αυτούσιο το λεκτικό αυτών) απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσονται άκυρες, ακυρώσιμες, ακυρωτέες, παράνομες, αντισυμβατικές και καταχρηστικές οι επίδικες υποθήκες και όπως αυτές παραμεριστούν.

 

Επί των πιο πάνω, αλλά και μέσα από τα λοιπά γεγονότα που προέβαλαν αμφότερες οι πλευρές ως έχουν εκτεθεί πιο πάνω, η μεν πλευρά του αιτητή εκλαμβάνει ότι οι υποχρεώσεις της Παναρέτη έχουν εξοφληθεί με τη συμφωνία ημερομηνίας 30/09/2018 και συνεπώς οι υποχρεώσεις έπαψαν να ισχύουν και κατ΄ επέκταση έπαψαν να ισχύουν και οι υποθήκες, οι μεν καθ΄ ων η αίτηση εκλαμβάνουν ότι οι υποθήκες συμπεριλαμβάνονται  στις εξασφαλίσεις που δόθηκαν στα πλαίσια της συμφωνίας ημερομηνίας 30/09/2028 και ειδικότερα των δανείων Α και Β και που παραμένει οφειλόμενο ποσό δυνάμει των εν λόγω δανείων.

 

Επιπρόσθετα ο μεν αιτητής με την υπογραφή των πιο πάνω δηλώσεων ημερομηνίας 30/09/2018 εκλαμβάνει ότι δεν δεσμεύεται από τη συμφωνία ημερομηνίας 30/09/2018 επειδή, ως η θέση του, δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος και δεν έδωσε τη γραπτή του συγκατάθεση για συνέχιση των υποθηκών για χρέη που έχουν εξοφληθεί και ότι οι υποθήκες δεν δεσμεύονται και δεν καλύπτονται από τη συμφωνία ημερομηνίας 30/09/2018, η δε πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση εκλαμβάνει ότι οι πιο πάνω δηλώσεις είναι μέρος της συμφωνίας ημερομηνίας 30/09/2018 και ότι ο αιτητής με την ελεύθερη του δήλωση συγκατατέθηκε στο να δοθούν οι πιο πάνω υποθήκες ως εξασφαλίσεις στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας, ότι έχει κατανοήσει τους όρους της και έλαβε σχετική νομική συμβουλή.

 

Ο αιτητής εκλαμβάνει ότι η παρούσα υπόθεση είναι ξεκάθαρη αφού, ως η θέση του, το χρέος έχει εξοφληθεί και θα πρέπει να ακυρωθούν οι υποθήκες, ενώ οι καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας διότι ο αιτητής προωθεί παράλληλα με την παρούσα αίτηση πανομοιότυπες θεραπείες στα πλαίσια της αγωγής, οι οποίες θα πρέπει να εξεταστούν στα πλαίσια της αγωγής και όχι στα πλαίσια της παρούσας και ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να εκδοθούν αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις στα πλαίσια των εν λόγω διαδικασιών.

 

Ο αιτητής προβάλλει τη θέση ότι νομίμως ανακάλεσε τη συγκατάθεση του (Τεκμήριο 7 της αίτησης) σχετικά με τις υποθήκες και ότι οι καθ΄ ων η αίτηση με την επιστολή τους (Τεκμήριο 8 της αίτησης) αρνούνται να συμμορφωθούν με τις εκ του Νόμου υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από τα άρθρα 35 και 36 του Νόμου, ενώ οι καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν τη θέση και μέσω της επιστολής τους (Τεκμήριο 8 της αίτησης) ότι η εν λόγω ανάκληση δεν έχει νομική ισχύ και ότι οι υποθήκες ισχύουν δυνάμει των όρων των υποθηκών και της συμφωνίας.

Ο αιτητής προβάλλει τη θέση ότι οι υποθήκες δεν έχουν οποιανδήποτε νομική ισχύ και ότι θα πρέπει να εξαλειφθούν, οι δε καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι οι υποθήκες είναι έγκυρες και νομικά δεσμευτικές αφού αποτελούν μέρος των εξασφαλίσεων που δόθηκαν στα πλαίσια της συμφωνίας ημερομηνίας 30/09/2018 και των δανείων Α και Β ως πιο πάνω αναφέρθηκαν και που αποτελούν επίδικο θέμα στα πλαίσια της αγωγής.

 

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω τόσο στο σύνολο τους, ως και κάθε μια πτυχή γεγονότων ξεχωριστά ως αυτά έχουν σταχυολογηθεί ανωτέρω, κρίνει ότι η παρούσα περίπτωση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ο Νόμος ρύθμισε για να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα. Αυτό καθ΄ ότι, τα γεγονότα της παρούσας, είναι σε τέτοιο βαθμό αμφισβητούμενα και μη αποκρυσταλλωμένα σε σχέση με τις επίδικες υποθήκες και ότι περιστρέφεται γύρω από αυτές, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού που αξιώνονται δυνάμει αυτών, που το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει πρώτα να ολοκληρωθεί η έκβαση, τελεσίδικα, της πιο πάνω αγωγής. Οι επίδικες υποθήκες και το κατά πόσο αυτές είναι έγκυρες και δεσμευτικές ή όχι, αποτελούν επίδικο θέμα στην εν λόγω αγωγή και το Δικαστήριο κρίνει ότι, το πνεύμα, το γράμμα και ο σκοπός του νομοθέτη, μέσα από τα άρθρα 35 και 36 του Νόμου, δεν ήταν να ρυθμίσει περιπτώσεις, όπως και στην παρούσα, που οι υποθήκες αποτελούν επίδικο ζήτημα σε άλλη δικαστική διαδικασία, ήτοι σε αγωγή, η οποία βρίσκεται ακόμα εν εξελίξει. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε νομικό παράδοξο, αφού τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, θα αποτελούσε ουσιαστικά εμβολή του παρόντος, ομοβάθμιου Δικαστηρίου, στη διαδικασία της εν λόγω αγωγής που εκκρεμεί σε άλλο, Ομοβάθμιο Δικαστήριο και θα έκρινε, στα πλαίσια της παρούσας, επίδικο ζήτημα που εκκρεμεί στην εν λόγω αγωγή, πέραν βεβαίως του κινδύνου που ελλοχεύει όπως εκδοθεί αντιφατική/διαφορετική απόφαση από το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την αγωγή. Δεν πρέπει να λησμονηθεί επίσης το γεγονός ότι ο αιτητής, στα πλαίσια της αγωγής, ήδη ήγειρε ανταπαίτηση σχετικά με τις εν λόγω υποθήκες.  

 

Το γεγονός ότι ο αιτητής επικαλείται (βλ. Τεκμήριο 6 της αίτησης) ένορκη δήλωση άλλου προσώπου, που καταχωρήθηκε στα πλαίσια άλλης διαδικασίας και που σύμφωνα με τον αιτητή υπάρχει παραδοχή περί εξόφλησης των δανειακών υποχρεώσεων, ουδόλως μεταβάλλει τα πιο πάνω και σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω ένορκη δήλωση κατατέθηκε στα πλαίσια άλλης διαδικασίας, με διαφορετικά επίδικα ζητήματα και γεγονότα από την παρούσα.

 

Τα όσα δε προβάλλει ο αιτητής περί μη δίκαιης δίκης λόγω της αποστολής ειδοποίησης «Τύπου Ι» ως πιο πάνω αναφέρθηκαν, αναμφίβολα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας στα πλαίσια των άρθρων 35 και 36 του Νόμου, αφού η διαδικασία πλειστηριασμού και των ειδοποιήσεων που σχετίζονται με αυτόν αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής διαδικασίας στα πλαίσια των άρθρων 44 (Γ)(2) και (3) του Νόμου.

 

Σε σχέση με τη θέση του αιτητή ότι αυτός έχει ανακαλέσει την οποιανδήποτε συγκατάθεση του που σχετίζεται με τις υποθήκες, στη βάση του Τεκμηρίου 7 της αίτησης, στις 21/07/2025, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ακόμα και αυτό το γεγονός και η νομική ισχύς αυτού του διαβήματος και οι περιστάσεις που το περιβάλλουν δεν αποτελεί κάτι το αδιαμφισβήτητο και αποδεκτό. Αυτό καθ΄ ότι, οι καθ΄ ων η αίτηση, με βάση και το Τεκμήριο 8 της αίτησης, απέρριψαν το περιεχόμενο της εν λόγω ανάκλησης και προέβαλαν τις θέσεις τους ως αυτές περιγράφονται λεπτομερώς στο εν λόγω Τεκμήριο, προβάλλοντας ουσιαστικά τις θέσεις τους ότι οι υποθήκες βρίσκονται σε ισχύ και είναι δεσμευτικές. Να υπομνησθεί δε ότι οι επίδικες υποθήκες αποτελούν επίδικο θέμα στην αγωγή η οποία ακόμα εκκρεμεί. 

 

To Δικαστήριο κρίνει ότι το πνεύμα, το γράμμα και ο σκοπός του νομοθέτη, δεν θα μπορούσε να περικλείει περιπτώσεις όπως και στην παρούσα όπου, υποθήκη που αποτελεί επίδικο ζήτημα σε εκκρεμούσα αγωγή, να δύναται να ζητηθεί Διάταγμα στα πλαίσια Γενικής Αίτησης, όπως στην παρούσα, με το οποίο να ακυρώνεται η εν λόγω υποθήκη στη βάση του ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης, εκκρεμούσας της αγωγής, ανακάλεσε την οποιανδήποτε συγκατάθεση του που αφορά την υποθήκη. Το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό θα αποτελούσε νομικά παράδοξο και σίγουρα εκτός πνεύματος, γράμματος και σκοπού των άρθρων 35 και 36 του Νόμου.

 

 

 

 

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Ως εκ των άνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στη βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και στη βάση της αξιολόγησης ως αυτή έχει εκτεθεί ανωτέρω, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 35 και 36 του Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.

 

Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.     

 

 

 

(Υπ.) …………………………………...

                                                                                                    Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ                             

 

 

 

 

                  

Πιστόν αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 

 

Subject: Civil/Final,

Αναφορά: Αίτηση για ακύρωση υποθηκών

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο