AVENIDA TOURIST ENTERPRISES LIMITED ν. ANZHELIKA PETROVSKAYA κ.α., Αρ. Αγωγής: 768/2022, 5/6/2026
print
Τίτλος:
AVENIDA TOURIST ENTERPRISES LIMITED ν. ANZHELIKA PETROVSKAYA κ.α., Αρ. Αγωγής: 768/2022, 5/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                

Αρ. Αγωγής: 768/2022 I-Justice

Μεταξύ:

                        AVENIDA TOURIST ENTERPRISES LIMITED,

HE xxx, εκ Λεμεσού  

                                                                                                             Εναγόντων

                                          και

1.    ANZHELIKA PETROVSKAYA,

Αρ. Διαβ. χχχ, εκ Λεμεσού

2.    VALERII SHERBAKOV, εκ Λεμεσού

                                                                                                 Εναγομένων

 

 

Αίτηση ημερομηνίας 23.05.25 για παραμερισμό δικαστικής απόφασης

 

 

Ημερομηνία: 05.06.26

Εμφανίσεις:

Για Εναγόμενη 1-Αιτήτρια: κα Μ. Δαμιανού για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους &

Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για Ενάγοντες-Καθ’ ων η αίτηση: κα Ε. Μιχαηλίδου για PHC TSANGARIDES LLC

 

                                                            ΑΠΟΦΑΣΗ

Την 01.06.22 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή υπό τη μορφή ειδικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αξιώνοντας εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή ως ζημιές για απώλεια χρήσης διαμερίσματος στην επαρχία Λεμεσού καθώς επίσης την έκδοση διατάγματος για παράδοση ελεύθερης της κατοχής και χρήσης του εν λόγω υποστατικού.

 

Επειδή οι Εναγόμενοι 1 & 2 δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης, στις 20.02.23 εκδόθηκε ερήμην τους δικαστική απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των ιδίων ως εξής:

(α)       Δήλωση του Δικαστηρίου ότι από την 21.07.13 οι Εναγόμενοι 1 & 2 κατέχουν ως επεμβασίες και/ή επεμβαίνουν παράνομα στο διαμέρισμα που βρίσκεται στον Άγιο Τύχωνα της επαρχίας Λεμεσού, ιδιοκτησίας των Εναγόντων, το οποίο περιγράφεται στο σώμα της απόφασης.

(β)       Έκδοση διατάγματος το οποίο διατάζει τους Εναγομένους 1 & 2 όπως άρουν την επέμβαση τους και/ή όπως εκκενώσουν  και παραδώσουν στους Ενάγοντες εντός 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος ελεύθερη την κατοχή και χρήση του διαμερίσματος.

(γ)        Η Εναγόμενη 1 να πληρώσει στους Ενάγοντες το ποσό των €587.400 ως αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή ενδιάμεσα κέρδη και/ή απώλεια χρήσης που αντιστοιχούν στην ενοικιαστική αξία του εν λόγω διαμερίσματος για την περίοδο από 21.07.13 μέχρι και την 22.12.22, με νόμιμο τόκο προς 2% ετησίως επ’ αυτού από 01.06.22 μέχρι 31.12.22, πλέον τόκο προς 2,5% από 01.01.23 μέχρι εξόφλησης.  

(δ)        Η Εναγόμενη 1 να πληρώσει στους Ενάγοντες το ποσό των €6.000 μηνιαίως ως αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή ενδιάμεσα κέρδη και/ή αποζημιώσεις απώλεια χρήσης που αντιστοιχούν στην ενοικιαστική αξία του εν λόγω διαμερίσματος από 23.12.22.

(ε)        Η Εναγόμενη 1 να πληρώσει στους Ενάγοντες το ποσό των €9.851,02, με νόμιμο τόκο προς 2% ετησίως επ’ αυτού από 01.06.22 μέχρι 31.12.22, πλέον τόκο προς 2,5% από 01.01.23 μέχρι εξόφλησης.

(στ)      Η Εναγόμενη 1 να πληρώσει στους Ενάγοντες τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής αυτής, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.  

 

Στις 23.05.25 η Εναγόμενη 1 (Αιτήτρια) καταχώρησε την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση με την οποίαν αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραμερίζεται (set aside) και/ή ακυρώνεται η απόφαση του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 20.02.23.

 

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, οι Δ.5, Δ.5Α, Δ.16 Θ.9, Δ.17 Θ.10, & η Δ.48 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23, τα άρθρα 28 & 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το άρθρο 6  της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 δικαιολογεί την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της κυρίας Ιφιγένειας Σπηλιωτοπούλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που ανέλαβε τη νομική εκπροσώπηση της Εναγομένης 1 στην παρούσα διαδικασία. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα.

 

Στην ένορκη δήλωση γίνεται επίκληση γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως τα αντιλαμβάνεται η Εναγόμενη 1 και προβάλλονται οι λόγοι που σύμφωνα με την ομνύουσα καθιστούν αναγκαία την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Το σύνολο των γεγονότων που παρουσιάζονται προδιαγράφουν την εκδοχή της Εναγομένης 1.

 

Οι Ενάγοντες (Καθ’ ων η αίτηση) αντέδρασαν στις 09.10.25 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 10 λόγων. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η επιτυχία της υπό κρίση αίτησης.

 

Η ένσταση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.48 Θ.1-Θ.9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στους κανόνες κοινοδικαίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Μιχάλη Ζαβού, διευθυντή των Εναγόντων. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη των Εναγόντων τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης και προβάλλονται γεγονότα από την γωνία αντίληψης των Εναγόντων, στη βάση των οποίων θεωρούν ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους τους. Τα επικαλούμενα γεγονότα σκιαγραφούν την εκδοχή των Εναγόντων στην παρούσα αίτηση.

 

Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων αίτησης και ένστασης. Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτές. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα από το περιεχόμενο τους.

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Επίσης για σκοπούς καλύτερης αντίληψης του ιστορικού της παρούσας περίπτωσης έχω ανατρέξει στον ηλεκτρονικά δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης εφόσον υπήρχε τέτοια δυνατότητα (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (1999) 1Γ Α.Α.Δ. 1938, Εύζωνος v. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2146).

 

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι ένεκα του χρόνου καταχώρησης της παρούσας αγωγής κάτω από την οποίαν εντάσσεται η υπό κρίση αίτηση, το δικονομικό πλαίσιο που ισχύει είναι οι Παλαιοί Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Παρά την εφαρμογή του παλαιού καθεστώτος, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει την δυνατότητα εφαρμογής του Νέου Κανονισμού 60.2, στον οποίον σημειώνεται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του τον πρωταρχικό σκοπό και το καθήκον του να διαχειρίζεται υποθέσεις, όπως αυτά υποδεικνύονται στο Μέρος 1 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που τέθηκαν σε ισχύ από 01.09.23.

 

Προχωρώ ευθύς με την ενασχόληση της υπό κρίση αίτησης. Επειδή βασικά όλοι οι λόγοι ένστασης άπτονται της ουσίας της υπό κρίση αίτησης και ειδικότερα προϋποθέσεις που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει, θα τους προσεγγίσω όλους μαζί ως μία ενιαία ομάδα.

 

Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, ως είναι η προκειμένη περίπτωση, παρέχεται από τη Δ.17 Θ.10 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και στη βάση των αρχών που η νομολογία έχει καθορίσει (Λουκαΐδου v. Γερολέμου (2000) 1Α Α.Α.Δ. 333 και Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού ‘Βοθροτέξ’ Λτδ v. Φαντάκη (2001) 1Α Α.Α.Δ. 339).

 

Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει δύο περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η ακύρωση δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης (Τσεσμέλογλου v. Σοφοκλέους (2013) 1 Α.Α.Δ. 64, Telemachou v. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. 250/20115 ημερ. 26.01.24):

(1)        Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, όπως π.χ. επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος όχι με το δέοντα και νόμιμο τρόπο, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae.

(2)        Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατόπιν επίδοσης κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος με τον δέοντα και νομότυπο τρόπο, ο αιτητής παρουσιάζει δια ενόρκου δηλώσεως καλή τη πίστη ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση ενώ ταυτόχρονα επεξηγεί το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή του.

 

Στην υπό εξέταση αίτηση η Εναγόμενη 1 προβάλλει διάφορες θέσεις μέσα από τις οποίες ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε δέουσα και νόμιμη επίδοση των εγγράφων της αγωγής προς την ίδια από τους Ενάγοντες με αποτέλεσμα η ίδια να μην ήταν ενήμερη για τη διαδικασία που καταχωρίστηκε και προωθείτο εναντίον της.

 

Σε περίπτωση που καταδειχτεί ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν παράνομη και αντικανονική η απόφαση παραμερίζεται χωρίς δεύτερη σκέψη. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή η κακή επίδοση του είναι μία από τις περιπτώσεις όπου δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή. Η κακή ή αντικανονική επίδοση της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να μην ενημερωθεί ο εναγόμενος για τη διαδικασία εναντίον του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο, αφού διαπιστώσει ότι η επίδοση υπήρξε κακή ή αντικανονική ή γενικότερα διαπιστώνονται λόγοι για ακύρωση στη βάση ex debito justitiae, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση με έξοδα υπέρ του αιτητή (εναγομένου) χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του (Νικόλας Γιωργαλλίδης v Χρυσόστομου Χρίστου (Ττομή) (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 247, Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v Chr. P. Michaelides (Estates) Limited (2002) 1 Α.Α.Δ. 43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 1151). Επομένως, η κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκθεμελιώνει την κανονικότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και γι’ αυτό είναι σημαντικό το Δικαστήριο να ερευνήσει εάν όντως υπήρξε καλή επίδοση και κατ’ επέκταση εάν ο αιτητής έλαβε γνώση για τη δικαστική διαδικασία εναντίον του, προτού προχωρήσει και εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους για τους οποίους ο αιτητής ζητεί τον παραμερισμό της απόφασης. Για περαιτέρω επεξήγηση της πτυχής αυτής παραπέμπω στα αγγλικά νομικά συγγράμματα Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26, παράγραφος 559 και Τόμος 37, παράγραφος 403 και Odgers on Pleading and Practice, 2η έκδοση, σελίδα 58 καθώς επίσης στο νομικό ερμηνευτικό λεξικό Oxford Dictionary of Law, νέα έκδοση, σελίδα 177.

 

Ειδικότερα η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο που οι Ενάγοντες επικαλούνται επίδοση της αγωγής στην ίδια με ιδιώτη επιδότη, αυτή απουσίαζε στο εξωτερικό. Σύμφωνα με την Εναγόμενη 1, η ίδια αναχώρησε από την Κύπρο στις 16.06.22 και επέστρεψε στο νησί στις 28.06.22.

 

Οι Ενάγοντες παρουσίασαν ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη με την οποίαν δηλώνεται ότι η αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στην Εναγόμενη 1 στις 21.06.22, πλην όμως αυτή αρνήθηκε να υπογράψει ότι παρέλαβε το σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 1 ΕΔ Ζαβού). Προς υποστήριξη της θέσης της και ταυτόχρονα κατάρριψη της αναφοράς των Εναγόντων, η Ενάγουσα παρουσίασε εισιτήρια αναχώρησης από την Κύπρο στις16.06.22 και επιστροφής στο νησί στις 28.06.22 καθώς επίσης τιμολόγια και voucher σχετικά με κράτηση διαμονής σε ξενοδοχεία την περίοδο εκείνη.

 

Όπως είναι πλέον η διαδικασία σήμερα, τα έγγραφα που η Εναγόμενη 1 έχει προσκομίσει έχουν εκδοθεί ηλεκτρονικά από την ίδια ή από άλλο πρόσωπο για λογαριασμό της. Με εξαίρεση το έγγραφο σχετικά με την ημερομηνία επιστροφής της στις 28.06.22, τα υπόλοιπα έγγραφα δεν καταδεικνύουν ότι οι σκοπούμενες ενέργειες είχαν υλοποιηθεί. Με άλλα λόγια, το εισιτήριο αναχώρησης στις 16.06.22 που έχει ηλεκτρονικά εκδοθεί δεν καταδεικνύει ότι όντως εκείνη την ημερομηνία η Εναγόμενη 1 αναχώρησε από την Κύπρο. Άλλη αντίστοιχη ηλεκτρονική ρύθμιση εύκολα και οποτεδήποτε μεταφέρει την αναχώρηση της Εναγομένης 1 σε μεταγενέστερη ημερομηνία εκδίδοντας ηλεκτρονικά άλλο εισιτήριο με νέα δηλωμένη ημερομηνία αναχώρησης. Αν υπήρχε κάρτα επιβίβασης (boarding pass) για τις 16.06.22, όπως υπάρχει για το εισιτήριο επιστροφής στις 28.06.22, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τα έγγραφα κράτησης σε ξενοδοχεία. Πρόκειται για τιμολόγια με δυνατότητα ακύρωσης ανά πάσα στιγμή της περιόδου διαμονής που ζητήθηκε. Αν τα έγγραφα που η Εναγόμενη 1 επισύναπτε ήταν αποδείξεις πληρωμών/είσπραξης της περιόδου που η ίδια δηλώνει, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αφού θα συνιστούσε πειστικό στοιχείο σε ότι αφορά τη θέση της για διαμονή της στα εν λόγω ξενοδοχεία την περίοδο που επικαλείται.

 

Από τα πιο πάνω, δεν έχει καταδειχτεί ότι η Εναγόμενη  1 αναχώρησε από την Κύπρο στις 16.06.22. Παραμένει άγνωστη η ακριβής ημερομηνία αναχώρησης της από την Κύπρο. Έχει όμως καταδειχτεί ότι επέστρεψε στην Κύπρο στις 28.06.22. Χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε επαρκές στοιχείο που να καταρρίπτει την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, προκύπτει ότι η αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στην Εναγόμενη 1 με ιδιώτη επιδότη στις 21.06.22 και προτού αυτή αναχωρήσει από την Κύπρο. Η επίδοση με ιδιώτη επιδότη προσωπικά στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η αγωγή, δηλαδή προσωπικά στο διάδικο, πληροί τις πρόνοιες της Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Συνεπώς καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής στο οποίο περιλαμβάνεται η έκθεση απαίτησης επιδόθηκε νόμιμα και δεόντως στην Εναγόμενη 1 σύμφωνα με τις πρόνοιες των θεσμών πολιτικής δικονομίας, η οποία έλαβε γνώση του περιεχομένου της. Κατ’ επέκταση η Εναγόμενη 1 ενημερώθηκε για την ύπαρξη αγωγής εναντίον της και ακόμη έλαβε γνώση για το χρόνο που είχε στη διάθεση της για να λάβει μέρος στη διαδικασία προβαίνοντας στα δέοντα δικονομικά διαβήματα. Ωστόσο επέλεξε να μην καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης ως είχε δικαίωμα και άφησε τη διαδικασία να συνεχίσει χωρίς την παρουσία της, η οποία ολοκληρώθηκε με την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον της. Έπεται ότι ο ισχυρισμός της Εναγομένης 1 για παραμερισμό της ερήμη της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης στη βάση της αρχής της ex debito justitiae απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Προχωρώ να εξετάσω αν η Εναγόμενη 1 έχει παρουσιάσει καλή τη πίστη ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση.

 

Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, ήτοι από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd (2001) 1Γ Α.Α.Δ. 2118, Iason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α. (2013) 1 Α.Α.Δ. 402). Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας.

 

Οι πιο πάνω αρχές αναδύθηκαν μέσα από τη γνωστή αγγλική απόφαση Evans v Bartlam (1937) 2 All E.R. 646, η οποία και υιοθετήθηκε σε διάφορες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Bush κ.α. v Γιαννή (2001) 1 Α.Α.Δ. 1342 και Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) v Δήμος Λευκωσίας (2005) 1 Α.Α.Δ. 289.

 

Η αποκάλυψη καλή τη πίστη συζητήσιμης υπόθεσης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης συνιστά κυριαρχικό παράγοντα κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (Phylactou v Michael (1982) 1 C.L.R. 204, Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (1996) 1 Α.Α.Δ. 1094). Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης.

 

Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το δε αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης έστω και εάν αυτό αμφισβητείται με την ένσταση, η οποία βεβαίως στην παρούσα περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη (Χριστάκης Πίττας v Unigoods Trading Company Ltd (2004) 1 Α.Α.Δ. 1761). Στην υπόθεση Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd (πιο πάνω) λέχθηκαν, ανάμεσα σ’ άλλα, τα εξής σχετικά:

«Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας· υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.»

 

Η υποχρέωση της Εναγομένης να καταδείξει καλή τη πίστη συζητήσιμη υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση εξηγείται στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Telemachou v. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πιο πάνω) στην οποίαν παραπέμπω. Όπως αναφέρεται, «στο στάδιο αυτό δεν αναμένεται να τεκμηριωθούν και/ή αποδειχθούν οι θέσεις του στο βαθμό που απαιτείται κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.» Επίσης από την ίδια υπόθεση σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο ομιλεί από μόνο του:

«Επαναλαμβάνουμε ότι στο στάδιο αυτό, δεν αξιολογείται η μαρτυρία για να αποφασιστεί κατά πόσο ο εφεσείων έχει αποδείξει την υπεράσπισή του  (Λευκίδου ν. Κανναουρίδη (1999)1 Α.Α.Δ. 528). Όπως το έθεσε ο Δικαστής Diplock, στη Sidnell vWilson [1966] 2 Q.B. 67, ένας αιτητής πρέπει να δείξει ότι υπάρχει καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση (should show that there is a bona fide arguable case). Μόνο τότε το Δικαστήριο θα μπορέσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. »

 

Εδώ η Εναγόμενη 1 επικαλείται ότι ικανοποιεί την παράμετρο αυτή και μέσα από την ένορκη δήλωση της προβάλλει διάφορες νομικές θέσεις που σύμφωνα με την ίδια αποτελούν το πλαίσιο υπεράσπισης της.

 

Με βάση την έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες εμφανίζονται οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι προς εγγραφή ιδιοκτήτες του επίμαχου διαμερίσματος, το οποίο, δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου, ενοικίασαν στην Εναγόμενη 1 για την περίοδο από 21.07.09 μέχρι την 20.07.13 έναντι συμφωνημένου ετήσιου τιμήματος που προπληρωνόταν. Όπως δικογραφείται, η Εναγόμενη 1 πλήρωσε το συμφωνημένο τίμημα για όλη την περίοδο ενοικίασης του διαμερίσματος, η οποία εξέπνευσε χωρίς συμφωνία ανανέωσης και/ή παράτασης της. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να τους παραδώσει ελεύθερη κατοχή και χρήση του διαμερίσματος και παράνομα το κατέχει. Ένεκα αυτής της προβαλλόμενης βάσης απαίτησης, οι Ενάγοντες αξίωσαν εναντίον της Εναγομένης 1 την έκδοση διατάγματος εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης της κατοχής του διαμερίσματος και την επιδίκαση αποζημιώσεων στη βάση εκτιμημένης ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου για την περίοδο που η Εναγόμενη κατείχε το εν λόγω διαμέρισμα από τις 21.07.13 και έπειτα.

 

Στη βάση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, η υπεράσπιση της Εναγομένης 1 περιστρέφεται γύρω από τρεις άξονες.

 

Το πρώτο σκέλος της υπεράσπισης εγείρει ζήτημα ιδιοκτησίας του επίμαχου διαμερίσματος. Η Εναγόμενη 1 προβάλλει ως υπερασπιστική θέση ότι οι Ενάγοντες «παρέλειψαν τεχνηέντως να αποδείξουν την κυριότητα του Διαμερίσματος» κατά την εξέταση της αίτησης για έκδοση απόφασης ερήμην της. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το ΕΔ Πάφου εξέδωσε την απόφαση του κρίνοντας με βάση τα ενώπιον του στοιχεία. Εδώ δεν κρίνεται η νομιμότητα και/ή ορθότητα της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, της οποίας ζητείται ο παραμερισμός της με την υπό κρίση αίτηση. Η νομιμότητα και/ή ορθότητα της απόφασης κρίνεται μέσω διαδικασίας έφεσης σε ανώτερο δικαστικό επίπεδο. Στο στάδιο αυτό εξετάζεται η υπό κρίση αίτηση στη βάση των παραμέτρων και των νομικών αρχών που έχουν διαχρονικά καθοριστεί από τη νομολογία, τα οποία έχω αναφέρει προηγουμένως.

Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου  (Adamou v. Christofi (1974) 1 C.L.R. 100). Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou (1975) 1 C.L.R. 122 λέχθηκε ότι κατοχή σημαίνει πραγματική κατοχή ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση της πρόκλησης ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα (Γεωργίου v. Ανδρέα (1998) 1 Α.Α.Δ. 2311). Για περισσότερες λεπτομέρειες παραπέμπω στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Αστικά Αδικήματα’, των Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Τόμος 1, σελίδες 130-135).

 

Υπό το φως της πιο πάνω εξαίρεσης, σε αγωγή όπου η βάση απαίτησης είναι η παράνομη επέμβαση, αγώγιμο δικαίωμα έχει ο ιδιοκτήτης του ακινήτου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, ως έχει τροποποιηθεί, "ιδιοκτήτης" ακινήτου είναι το πρόσωπο το οποίο είτε είναι εγγεγραμμένο ως ιδιοκτήτης είτε έχει δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης. Πρόσωπο το οποίο διεκδικεί απλώς δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης ακινήτου δεν είναι κατά νόμο ιδιοκτήτης ώστε να νομιμοποιείται με αυτή του την ιδιότητα να καταχωρήσει αγωγή για παράνομη επέμβαση στο ακίνητο (Πατσαλίδης v. Δίσπυρος κ.α. (2006) 1 Α.Α.Δ. 317).

 

Στην προκειμένη περίπτωση η προβαλλόμενη υπεράσπιση, όπως ήδη λέχθηκε, εστιάζεται στη θέση ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνταν να προωθούν την παρούσα αγωγή αφού, ως η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται, δεν είχαν δικαίωμα επί του εν λόγω διαμερίσματος λόγω μη παρουσίασης αποδεικτικού κυριότητας του ακινήτου συνεπεία πώλησης του σε τρίτο πρόσωπο.  Εκείνο που παρατηρώ είναι ότι υπάρχει πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας που εμφανίζει τους Ενάγοντες ως τους μοναδικούς εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες ολόκληρου του ακινήτου, περιλαμβανομένου του επίμαχου διαμερίσματος (Τεκμήριο 3 ένστασης). Όπως σημειώνεται στο εν λόγω πιστοποιητικό εγγραφής, οι Ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες από τις 21.09.16. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το πιστοποιητικό έρευνας από το Τμήμα Κτηματολογίου & Χωρομετρίας ημερ. 07.05.25 που παρουσιάστηκε από την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 3 αίτησης). Με γνώμονα ότι η νομιμότητα και εγκυρότητα σύμβασης ενοικίασης του επίμαχου διαμερίσματος δεν αμφισβητείται από την Εναγόμενη 1, έπεται ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο οι Ενάγοντες αρχικά ήταν πρόσωπο που είχε δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, δικαίωμα που υλοποιήθηκε στις 21.09.16. Κατά το χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση, ο παραμερισμός της οποίας ζητείται με την υπό κρίση αίτηση, οι Ενάγοντες εξακολουθούσαν να είναι οι αποκλειστικοί εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίμαχου διαμερίσματος. Έπεται καθ’ όλον τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, οι Ενάγοντες ήταν πρόσωπο στην έννοια του ιδιοκτήτη, υπό την νομική ιδιότητα του οποίου, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Κεφ. 224, είχαν αγώγιμο δικαίωμα να καταχωρήσουν αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 για παράνομη επέμβαση στο εν λόγω διαμέρισμα, του οποίου η διάρκεια ενοικίασης από την Εναγόμενη 1 είχε εκπνεύσει, χωρίς να έχει ανανεωθεί ή παραταθεί.

 

Ελλείψει οποιονδήποτε στοιχείων το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίμαχου διαμερίσματος δεν έχει διαφοροποιηθεί μέχρι σήμερα. Το γεγονός ότι υπάρχει σύμβασης πώλησης του επίμαχου διαμερίσματος σε τρίτο πρόσωπο που είναι κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο δεν καθιστά τον αγοραστή εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη αλλά ούτε δικαιούχο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτη. Θα έχει αυτή την ιδιότητα εφόσον εκπληρώσει όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις του. Μέχρι τότε θεωρείται πρόσωπο το οποίο διεκδικεί απλώς δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης ακινήτου, χωρίς έτσι να είναι κατά νόμο ιδιοκτήτης του επίμαχου διαμερίσματος. Η απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 90/2014 ημερ. 20.07.21, ECLI:CY:AD:2021:A340 (Τεκμήριο 4 στην υπό κρίση αίτηση) στην οποίαν η πλευρά της Εναγομένης 1 με έχει παραπέμψει, με κάθε σεβασμό, δεν ανατρέπει το σκεπτικό του Δικαστηρίου.

 

Ο δεύτερος άξονας υπεράσπισης της Εναγομένης 1 εγείρει αμφισβήτηση του ποσού που επιδικάστηκε υπό το σημείο (5) της απόφασης ημερ. 20.02.23. Ειδικότερα η Εναγόμενη 1 προβάλλει τη θέση ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνταν να αξιώνουν το συγκεκριμένο ποσό επειδή:

(α)       δεν έχουν δικαιώματα επί του επίμαχου διαμερίσματος,

(β)       το εν λόγω ποσό που επιδικάστηκε αφορά φόρους, ασφάλιστρα κ.λ.π. που δεν είναι ευθύνη του κατόχου αλλά του ιδιοκτήτη του ακινήτου.

 

Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ημερ. 22.12.22, δυνάμει της οποίας στις 20.02.23 εκδόθηκε απόφαση ερήμην της Εναγομένης 1, επισυνάπτεται έγγραφο που αναλύει το επίμαχο συνολικό ποσό που επιδικάστηκε κατά θέμα και κατά ύψος χρηματικής αξίωσης (Τεκμήριο 4). Αν κάποιος ανατρέξει στο περιεχόμενο του θα παρατηρήσει ότι πρόκειται βασικά για χρεώσεις κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, έξοδα ασφάλειας του διαμερίσματος, χρεώσεις κατανάλωσης νερού, τέλη σκυβάλων, έξοδα χρήσης κοινόχρηστων χώρων και τέλος χρήσης αποχετευτικού συστήματος. Πρόκειται για χρεώσεις που αφορούν την χρήση και κάρπωση του επίμαχου διαμερίσματος. Το επιχείρημα της Εναγομένης 1 ότι αφορούν τον ιδιοκτήτη του εν λόγω ακινήτου δεν είναι πειστικό αν κάποιος αναλογιστεί το είδος και τον σκοπό της χρέωσης. Αν ευσταθούσε το επιχείρημα της Εναγομένης 1 δεν θα συμφωνούσε στην πληρωμή τους όταν χρησιμοποιούσε το επίμαχο ακίνητο υπό την ιδιότητα του ενοικιαστή (όρος 8 συμφωνητικό έγγραφο ενοικίασης ημερ. 21.07.09  – Τεκμήριο 1 στην αίτηση ημερ. 22.12.22). Η ανάληψη δέσμευσης για πληρωμή τους από την Εναγόμενη 1 φανερώνει ότι η ίδια η Εναγόμενη 1 είχε αναγνωρίσει ότι πρόκειται για έξοδα που αφορούν τον ενοικιαστή που χρησιμοποιεί και καρπούται το εν λόγω διαμέρισμα και όχι τον ιδιοκτήτη αυτού. Εξ’ ου και αποδέχτηκε να τα πληρώνει, πράγμα που όπως επισημαίνεται έπραττε κατά τη διάρκεια της ενοικίασης του εν λόγω διαμερίσματος.

 

Σε ότι αφορά τη θέση ότι το εν λόγω ποσό που έχει επιδικαστεί δεν θα έπρεπε να είχε αξιωθεί επειδή οι Ενάγοντες δεν έχουν δικαιώματα επί του επίμαχου διαμερίσματος, ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει προηγουμένως. Παραπέμπω στα όσα έχω αναλύσει πιο πάνω, χωρίς να χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε.

 

Η τρίτη πτυχή της υπεράσπισης περιλαμβάνει τη θέση ότι οι Ενάγοντες κωλύονται εκ της συμπεριφορά τους να προωθούν απαίτηση για παράνομη επέμβαση μετά από 10 χρόνια. Σύμφωνα με την Εναγόμενη 1, η εν λόγω συμπεριφορά αποδεικνύει την ανοχή και αποδοχή των Εναγόντων να παραμένει η ίδια στο εν λόγω διαμέρισμα.

 

Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη 1, η γραπτή και/ή ηλεκτρονική αλληλογραφία των Εναγόντων και της Εναγομένης κάθε άλλο παρά φαίνεται να καθιστά πειστική τη θέση που αυτή προβάλλει. Το περιεχόμενο της επισυνημμένης αλληλογραφίας κάθε άλλο παρά δείχνει τους Ενάγοντες να είναι αδρανείς και/ή να αποδέχονται και/ή να ανέχονται την Εναγόμενη 1 να διαμένει στο επίμαχο διαμέρισμα χωρίς συμβατική δέσμευση, δίχως να καταβάλλεται οποιοδήποτε τίμημα και για άγνωστο χρονικό διάστημα.     

 

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η Εναγόμενη 1 δεν έχει παρουσιάσει πειστικά στοιχεία από τα οποία να αναδεικνύεται η ύπαρξη καλή τη πίστη συζητήσιμης υπόθεσης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση. Οι προβαλλόμενες θέσεις της Εναγομένης 1 που συνθέτουν το πλαίσιο υπεράσπισης της παρέμειναν εκτεθειμένες.

 

Παρά την προδιαγραφόμενη κατάληξη της παρούσας αίτησης, θα εξετάσω εκ του περισσού και την τελευταία παράμετρο, ήτοι εάν η διαγωγή της Εναγομένης 1 είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Το πράττω για σκοπούς ολοκληρωμένης εξέτασης των παραγόντων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου σε περίπτωση που η παρούσα απόφαση κριθεί σε ανώτερο δικαστικό επίπεδο.

 

Παρόλο ότι το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του όταν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, εντούτοις, όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Phylactou v Michael (πιο πάνω), το Δικαστήριο μπορεί ν’ αρνηθεί να παραμερίσει μια εκδοθείσα δικαστική απόφαση και ουσιαστικά το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης εάν η διαγωγή του αιτούντος είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπως περαιτέρω τονίστηκε στην υπόθεση NSM Democars Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 121/2010 ημερ. 14.10.15, όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.α. (2001) 1Α Α.Α.Δ. 457, Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd (2001) 1Α Α.Α.Δ. 345).

 

Στη δε υπόθεση Millouka Motor Trading Ltd v Χρύσανθου Κούρτη (1997) 1 Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε ότι η χωρίς λόγο παράλειψη εμφάνισης και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση να αποταθεί ένας για παραμερισμό δικαστικής απόφασης μπορούν βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγομένου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος θα επέλεγε για να καταχωρήσει την αίτηση. Ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Salamis Shipping Services Ltd v Bata (Cyprus) Ltd (2004) 1 Α.Α.Δ. 1767  χαρακτηριστικά τονίζονται τα εξής:

“Ο Εναγόμενος, για να επιτύχει παραμερισμό της απόφασης, θα πρέπει να δείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να εξηγήσει τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία, όπως και την όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης.”

 

Ανάλογη δε αντιμετώπιση υπήρξε και στην υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, ημερ. 21.05.15, στην οποία και παραπέμπω.

 

Όπως λέχθηκε πιο πάνω, εκδόθηκε δικαστική απόφαση ερήμην της Εναγομένης 1. Η Εναγόμενη 1 προέβαλε υπερασπιστικές θέσεις που εξετάστηκαν. Έχω ήδη αναφερθεί στις θέσεις της αυτές. Για τους λόγους που έχουν σημειωθεί προηγουμένως έχουν απορριφθεί. Η επίδοση της αγωγής πραγματοποιήθηκε στις 21.06.21. Διαπιστώθηκε ότι η επίδοση της αγωγής στην Εναγόμενη 1 ήταν νόμιμη και κανονική και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5 των θεσμών πολιτικής δικονομίας αφού της επιδόθηκε προσωπικά, ανεξαρτήτως ότι η ίδια αρνήθηκε να υπογράψει ότι παρέλαβε το έγγραφο. Παρόλα αυτά η Εναγόμενη 1 επέλεξε να μην καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Η Εναγόμενη 1 άφησε την υπόθεση αυτή να προχωρήσει σε έκδοση δικαστικής απόφασης επιλέγοντας να μην συμμετέχει σ’ αυτήν και χωρίς να επεξηγεί το λόγο κατά τρόπο πειστικό και τεκμηριωμένο.

 

Μετά από πάροδο 2 ετών και 3 μηνών περίπου από την ημερομηνία που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση, η Εναγόμενη 1 αποφάσισε να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση με την οποίαν επιδιώκεται ο παραμερισμός της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι ενέργησε αμέσως μετά την επίδοση στην ίδια της εν λόγω δικαστικής απόφασης στις 25.04.25 (Τεκμήριο 6 υπό κρίση αίτησης).

 

Η Εναγόμενη 1 απέτυχε να επεξηγήσει το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή της. Το ότι διέμενε σε υποστατικό χωρίς να είχε υπογράψει νέο συμφωνητικό έγγραφο ενοικίασης ήταν εις γνώση της. Το ότι οι Ενάγοντες επανειλημμένα την καλούσαν γραπτώς να προσέλθει για να επιλυθεί η αρνητική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ήταν εις γνώση της. Το ότι η ίδια διέμενε στο επίμαχο διαμέρισμα χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε ενοίκιο ήταν και αυτό εις γνώση της. Το ότι η ίδια είχε παραμείνει αδρανής όλη αυτήν την περίοδο από τη λήξη της περιόδου ενοικίασης μέχρι την έκδοση απόφασης ήταν κάτι που σαφώς η ίδια γνώριζε. Ήταν λογικό οι Ενάγοντες να κινηθούν νομικά εναντίον της Εναγομένης 1. 

 

Εν πάση περιπτώσει, η Εναγόμενη 1 γνώριζε ότι είχε καταχωριστεί αγωγή εναντίον της από πολύ προηγουμένως που της επιδόθηκε η απόφαση όταν της είχε επιδοθεί η αγωγή κάτω από τις συνθήκες που έχω αναφέρει. Εφόσον η ίδια επέλεξε να μην εμφανιστεί στη διαδικασία, ήταν αναμενόμενο ότι αυτή θα ολοκληρωνόταν χωρίς αυτήν. Αυτό εξάλλου αναφέρεται στο σώμα της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή περιέχεται σημείωση στην οποίαν επισημαίνεται η δυνατότητα έκδοσης ερήμην δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος εντός του οποίου υπάρχει παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Επομένως ήταν εις γνώση της Εναγομένης  ότι οι Ενάγοντες θα προωθούσαν την διαδικασία στην απουσία της.

 

Η αδικαιολόγητη απουσία εμφάνισης της Εναγομένης 1 στο Δικαστήριο προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών αλλά και έλλειψης σεβασμού στα δικαιώματα του Ενάγοντα. Ακόμη και όταν της επιδόθηκε η δικαστική απόφαση η ίδια επέδειξε ολιγωρία αφού παρήλθε ένας ολόκληρος μήνας για να αποταθεί στο Δικαστήριο καταχωρώντας την υπό κρίση αίτηση. Η διαγωγή της και η εν γένει συμπεριφορά που εκδήλωσε είναι όντως ασυγχώρητα αδικαιολόγητη και συνεπώς ακόμη και αν αποκαλυπτόταν καλή τη πίστη συζητήσιμη υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση δεν θα ήταν ορθό να της επιτραπεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης της. Τυχόν έγκριση του αιτουμένου διατάγματος, κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, θα διαβιβάσει το εσφαλμένο μήνυμα ότι η πορεία της δικαστικής διαδικασίας είναι δέσμια της κρίσης της Εναγομένης 1 ως προς το χρόνο που επιλέγει για να προωθήσει την παρούσα αίτηση και ότι όποτε το θελήσει μπορεί να εγκλωβίσει δικαιώματα των Εναγόντων.

 

Ισοζυγίζοντας με μεγάλη προσοχή και προβληματισμό τους δύο θεμελιώδεις  παράγοντες για την απονομή της δικαιοσύνης στη βάση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο γνωρίζει ότι το δικαίωμα της Εναγομένης 1 να ακουστεί είναι κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Την ίδια στιγμή ωστόσο δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι και το δικαίωμα των Εναγόντων να έχουν εκδίκαση της υπόθεσης τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και ειδικότερα από τα άρθρο 30.2. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου (πιο πάνω), το οποίο ομιλεί από μόνο του:

“Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί – το οποίο επικαλείται – διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία (1991) 1 ΑΑΔ 984, 988).

 

Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος.

 

Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58 (1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35 (1989)).

 

Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης 1.

 

 

 

                                                                        (Υπ.)    .................................

                                                                                    Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο