Άριστος Ταπάκκης κ.α. ν. Nataliya Tikhonova κ.α., Αριθμός Απαίτησης: 153/2025, 15/9/2026
print
Τίτλος:
Άριστος Ταπάκκης κ.α. ν. Nataliya Tikhonova κ.α., Αριθμός Απαίτησης: 153/2025, 15/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

                                                                            Αριθμός Απαίτησης: 153/2025

Μεταξύ:

 

1.    Άριστος Ταπάκκης

2.    Έλενα Κωνσταντίνου

Ενάγοντες

και

 

  1. Nataliya Tikhonova
  2. Stanislav Tikhonov
  3. MGI CORPORATION LIMITED

                               

Εναγομένων

                    

Αίτηση ημερομηνίας 19.5.26 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 28.4.26

 

Ημερομηνία: 15 Σεπτεμβρίου 2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για εναγόμενους - αιτητές: Andrey St. Tikhonov & Co LLC

Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: Ιωάννης Παπαζαχαρία ΔΕΠΕ 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές ζητούν την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.4.26, εκτός του σημείου Ε, μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης 53/2026.

 

Η αίτηση στηρίζεται στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, μεταξύ άλλων στον Κανονισμό 41.7. Με την αίτηση καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση στην ρωσική και στην ελληνική γλώσσα, στην οποία αναφέρεται από την εναγόμενη 1, ότι  στις 11.5.26 καταχωρήθηκε η Έφεση 53/2026, τεκμήριο 1. Αναφέρεται επίσης στο έγγραφο στην ελληνική γλώσσα, ότι η απόφαση τους επιβάλλει την θετική πράξη και χωρίς την αναστολή, η έφεση δεν θα είναι αποτελεσματική και θα καταστεί άνευ αντικειμένου σε περίπτωση επιτυχίας της. Πιστεύει επίσης ότι οι λόγοι έφεσης είναι καλοί και έχουν πραγματική δυνατότητα επιτυχίας.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, με την οποία υποστηρίζουν μεταξύ άλλων ότι η αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική, βασίζεται σε ανεπαρκείς λόγους, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, δεν έχει καταδειχθεί επαρκής λόγος ότι με την μη αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης η έφεση θα χάσει το αντικείμενο της, τυχόν έγκριση της αίτησης θα αποστερήσει από τους καθ’ ων η αίτηση τους καρπούς της επιτυχίας τους και η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και περιέχει ελλιπείς και/ή αντιφατικούς ισχυρισμούς.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Ε. Πόγιαννου, στην οποία επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης.

 

Το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι η θέση των καθ’ ων η αίτηση  με την οποία υποστηρίζουν ότι η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του προσώπου το οποίο προέβηκε σε μετάφραση της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης 1.

 

Όπως προκύπτει από τα έγγραφα τα οποία καταχωρήθηκαν ηλεκτρονικά, καταχωρήθηκε κατά σειρά, πρώτα ένορκη δήλωση στην ελληνική γλώσσα, ακολουθεί σε ένα πλαίσιο ένα έγγραφο το οποίο φέρει τα χαρακτηριστικά «Αριθμός Απόδειξης: 099/26» και αναφέρεται στο εν λόγω πλαίσιο ότι ο ορκωτός μεταφραστής μετέφρασε το «παρόν κείμενο», το οποίο δεν καθορίζεται, στην ελληνική γλώσσα από την ρωσική γλώσσα και φέρει στο τέλος κάποια υπογραφή. Ακολουθεί στη συνέχεια έγγραφο στην ρωσική γλώσσα, το οποίο φέρει υπογραφή και σφραγίδα εκ μέρους του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου.

 

 

Σύμφωνα με την Νομολογία μία ένορκη δήλωση προσώπου θα πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή από τον ίδιο και αυτή να συνοδεύεται από μετάφραση στην ελληνική, καθώς επίσης και από σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή δια της οποίας να βεβαιώνεται το πιστό και αληθές της μετάφρασης.

            Στην υπόθεση E K v. D K, Έφεση Αρ. 10/2022, 26/2/2024, το Εφετείο, συνοψίζοντας τις αρχές οι οποίες διέπουν την εγκυρότητα μίας ένορκης δήλωσης στην οποία προβαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι γνώστης της ελληνικής γλώσσας, ανέφερε τα ακόλουθα:

«Είναι αυτονόητο ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα και, κατ' επέκταση, η ένορκη δήλωση, η οποία συνιστά μαρτυρία, θα πρέπει να δίνεται σε γλώσσα κατανοητή στον συγκεκριμένο μάρτυρα. Ως προς μαρτυρία μέσω ένορκης δήλωσης, σαφής είναι η νομολογία. Ως εξηγείται στην GANNA MAKOVETSKA - GRYNEVYCH v. SERGII GRYNEVYCH, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε57/2017, ημερομηνίας 4.10.2023:

«Είναι ορθή η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Εφεσείουσα ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, μία ένορκη δήλωση προσώπου θα πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή από τον ομνύοντα και αυτή να συνοδεύεται από μετάφραση στην ελληνική καθώς, επίσης, και από σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή δια της οποίας να βεβαιώνεται το πιστό και αληθές της μετάφρασης. Κατά συνέπεια η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σε τέτοια περίπτωση περιλαμβάνει ουσιαστικά την κατάθεση τριών ενόρκων δηλώσεων (βλ. Annual Practice 1995, σελ. 683).

Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar (2003) 1 Α.Α.Δ. 772:

«Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321).»

(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

Λίγο μετά την υπόθεση Nazar (ανωτέρω) ακολούθησε και η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos (2003) 1 Α.Α.Δ. 782, η οποία αφορούσε ένορκη δήλωση που συνόδευε αίτηση για άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση Certiorari, η οποία είχε συνταχθεί στα ελληνικά από μέρους Ολλανδής υπηκόου η οποία δεν γνώριζε ελληνικά. Και σ' εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση δε συνιστούσε ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου, επαναλαμβάνοντας τα εξής:

«Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar (2003) 1 Α.Α.Δ. 772).»

Το ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης, επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Sangaralingam Krishnakanthan (2011) 1 Α.Α.Δ. 7 .. »

 

Ο Κανονισμός 32.15.22, προβλέπει τα εξής σε σχέση με ένορκη δήλωση η οποία καταρτίζεται σε ξένη γλώσσα:

 

«32.15.22 Όταν ένορκη δήλωση είναι σε ξένη γλώσσα, διάδικος που επιθυμεί να στηριχθεί σε αυτή, πρέπει:

(α) να την μεταφράσει, και

(β) να καταχωρίσει στο δικαστήριο την ξενόγλωσση ένορκη δήλωση και

(γ) ο μεταφραστής να προβεί σε ένορκη δήλωση και να την καταχωρίσει στο δικαστήριο επιβεβαιώνοντας τη μετάφραση και επισυνάπτοντας ως τεκμήρια τόσο τη μετάφραση όσο και αντίγραφο της ξενόγλωσσης ένορκης δήλωσης.»

 

Στην προκειμένη περίπτωση ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί ένορκη δήλωση του μεταφραστή με συνημμένα ως τεκμήρια την μετάφραση καθώς και το αντίγραφο της ξενόγλωσσης ένορκης δήλωσης. Αυτό που απαιτείτο να γίνει στην προκειμένη περίπτωση, είναι οι αιτητές να καταχωρήσουν με την αίτηση τους την ένορκη δήλωση στην γλώσσα την οποία αντιλαμβάνονται και να ακολουθήσει ένορκη δήλωση του μεταφραστή με τα απαιτούμενα ως άνω τεκμήρια, ενώ η δικονομική αυτή απαίτηση δεν έχει ικανοποιηθεί. Η δε σελίδα ανάμεσα στο ελληνικό και ρωσικό έγγραφο με το οποίο φαίνεται μια υπογραφή και δήλωση ότι έγινε μετάφραση του ρωσικού εγγράφου στην ελληνική γλώσσα, δεν εξομοιώνεται με ένορκη δήλωση του μεταφραστή, ούτε όμως προκύπτει από την σελίδα αυτή μετά βεβαιότητας ποιο έγγραφο μετέφρασε ο μεταφραστής από την ρωσική γλώσσα στην ελληνική. Όλα αυτά θα έπρεπε να προκύπτουν κατά σαφή τρόπο από ένορκη δήλωση την οποία όφειλε να καταρτίσει ο μεταφραστής και να συνοδεύει την αίτηση. Η δε παρατυπία αυτή και η μη συμμόρφωση με τον ως άνω Κανονισμό κρίνεται ουσιαστική, εφόσον αφορά το όλο υπόβαθρο γεγονότων και ισχυρισμών επί των οποίων οι αιτητές στηρίζουν το αίτημα τους για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Έχω επίσης διεξέλθει των υπολοίπων εγγράφων της υπόθεσης, χωρίς όμως να μπορεί υπό τις περιστάσεις και τις ανάγκες της αίτησης να λάβει το Δικαστήριο υπόψη οτιδήποτε άλλο για σκοπούς εξέτασης της αίτησης, εφόσον για την εξέταση της αίτησης αναμένεται η παρουσίαση γεγονότων που να δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης μίας απόφασης.

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του το πραγματικό υπόβαθρο που να στηρίζει την αίτηση κατά τον ορθό δικονομικό και προβλεπόμενο τρόπο, με αποτέλεσμα η αίτηση να κρίνεται αστήρικτη και αβάσιμη εφόσον στερείται το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων. Ο συνδυασμός των προνοιών του ως άνω Κανονισμού με τα όσα έχουν εδραιωθεί από τη Νομολογία ως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν αφήνουν περιθώριο παράκαμψης της ως άνω δικονομικής πρόνοιας όπου επιβάλλει την καταχώρηση ένορκης δήλωσης του μεταφραστή με τα έγγραφα τα οποία μετέφρασε, ξεχωριστά από την ένορκη δήλωση η οποία κατατίθεται από τον ενόρκως δηλών στην γλώσσα που είναι αντιληπτή για τον ίδιο.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση στερείται πραγματικού υπόβαθρου και απορρίπτεται ως αβάσιμη. Ενόψει δε της κατάληξης αυτής και εφόσον δεν τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να εξεταστούν για να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος, έχοντας παράλληλα υπόψη ότι η καταχώρηση έφεσης από μόνη της δεν οδηγεί σε αναστολή εκτέλεσης μίας απόφασης και πέραν αυτού του αδιαμφησβήτητου γεγονότος δεν δύναται το Δικαστήριο να λάβει οτιδήποτε άλλο υπόψη για τους λόγους που έχουν αναφερθεί.

 

Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα για το ποσό των €2.000 πλέον Φ.Π.Α. επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων  - καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων – αιτητών, τα οποία να καταβληθούν εντός 30 ημερών από σήμερα ενόψει της ουσιαστικής δικονομικής παρατυπίας στην οποία προέβηκαν οι αιτητές. 

 

 

 

(Υπ.)   ............................................

             Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο