Επί τοις αφορώσι την Μαρίνα Ιωάννου, Aίτηση Έφεση Αρ.: 203/2025, 9/9/2026
print
Τίτλος:
Επί τοις αφορώσι την Μαρίνα Ιωάννου, Aίτηση Έφεση Αρ.: 203/2025, 9/9/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον:  Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.                                                                          

         

           Aίτηση Έφεση Αρ.: 203/2025 (i-justice)

 

 

Επί τοις αφορώσι τα άρθρα 35 και 36 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 όπως έχει τροποποιηθεί.

 

 

και

 

 

Επί τοις αφορώσι την Μαρίνα Ιωάννου Α.Δ.Τ. [ ] από [ ]

 

        Αιτήτρια - Εφεσείουσα

και

 

 

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία SKY CAC LTD

                     

                                                                                            Καθ’ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη

 

      

 

Ημερομηνία: 09/09/2026

Για Αιτήτρια: κ. Χ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Καθ’ ης η Αίτηση: κα Ο. Χαραλάμπους για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την υπό κρίση Αίτηση επιζητείται:

 

Α.  Διάταγμα με το οποίο να διατάζεται η ακύρωση της Υποθήκης αρ. [ ] του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ημερομηνίας 06/07/2011, η οποία επιβαρύνει το ακίνητο αρ. [ ], εντός 3 ημερών από την έκδοση και ή από την επίδοση του διατάγματος στο Διευθυντή του Κτηματολογίου και ή εντός οποιουδήποτε άλλου χρόνου κρίνει εύλογο το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις.

Β.     Οποιοσδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει δίκαια και εύλογη το Δικαστήριο.

Γ.     Έξοδα της αίτησης, πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης.

 

Προβάλλονται, προς ακύρωση της ως άνω Υποθήκης, οι εξής λόγοι:

 

Α.   Η Υποθήκη είχε εγγράφει στο Κτηματολόγιο Πάφου εντός του 2011, για σκοπούς εξασφάλισης δανειοδοτήσεων από την ALPHA BANK CYPRUS LTD για εξασφάλιση δανείων της εταιρείας ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED, οι οποίες εξασφαλίσεις έχουν εξοφληθεί το 2018 και ως εκ τούτου οι σημερινοί φερόμενοι ενυπόθηκοι δανειστές έχουν νομική υποχρέωση όπως εξαλείψουν την Υποθήκη στη βάση των άρθρων 35 και 36 του Νόμου 9/1965, όπως έχει τροποποιηθεί.

Β.    Η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται και παραλείπει να προβεί στην εξάλειψη της Υποθήκης κατά παράβαση των οφειλόμενων νομίμων καθηκόντων της προς την Αιτήτρια σύμφωνα με το άρθρο 35 του Νόμου 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί και το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την ακύρωση της Υποθήκης σύμφωνα με το άρθρο 36 του Νόμου 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί.

Γ.     Η Καθ’ ης η Αίτηση παρά τη γραπτή ανάκληση της οποιασδήποτε συγκατάθεσης της Αιτήτριας ημερομηνίας 21/07/2025, την οποία επέδωσε στην Καθ’ ης η Αίτηση και αυτή την έλαβε, αρνείται και παραλείπει να προβεί στην εξάλειψη της Υποθήκης κατά παράβαση των οφειλόμενων νομίμων καθηκόντων της προς την Αιτήτρια σύμφωνα με το άρθρο 35 του Νόμου 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί και το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την ακύρωση της Υποθήκης σύμφωνα με το άρθρο 36 του Νόμου 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί.

Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Ιωάννου Νεοφύτου, διευθυντή της εταιρείας, η οποία είχε λάβει πιστωτικές διευκολύνσεις από την ALPHA BANK CYPRUS LTD, για τις οποίες η Αιτήτρια - που είναι θυγατέρα του και ιδιοκτήτρια του ενυπόθηκου ακινήτου - συνέστησε την Υποθήκη. Εδράζεται δε, ως αναφέρει, στα άρθρα 27, 34-42, 44 και 44Α, 44Β, 44Γ, 44ΓΑ, 44Ζ μέχρι 44ΙΣΤ και 62, Δεύτερο Παράρτημα του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Κανονισμούς του 2015, στο Κεφ.224, στις Δ.48 Θ.1-9, Δ.41, Δ.42 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 21, 23, 29, 31-33 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στο άρθρο 23 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 23, 26, 28 και 30(2) του Συντάγματος, στον περί Πωλήσεως Διαδικαστικό Κανονισμό 1/1994, στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμό του 1956, στα άρθρα 60-65 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, στα Μέρη 2.2.1(2), 60 και 60.1(3) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η Καθ’ ης η Αίτηση αντέδρασε δια της καταχώρησης Ένστασης, υποστηριζόμενης από ένορκη δήλωση του Ελευθέριου Θεοδώρου, υπαλλήλου της εταιρείας DoValue Cyprus Limited, η οποία δυνάμει σχετικής συμφωνίας έχει αναλάβει για λογαριασμό της Καθ’ ης η Αίτηση τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της τελευταίας. Οι λόγοι ένσταση είναι οι ακόλουθοι:

 

1.         Με την καταχώρηση και/ή προώθηση της Αίτησης, η Αιτήτρια, καταχράται κατάφωρα τη δικαστική διαδικασία και/ή προωθεί παράλληλες διαδικασίες για την έκδοση παρόμοιων και/ή πανομοιότυπων Διαταγμάτων και/ή η Αιτήτρια παράλληλα με την καταχώρηση και/ή προώθηση της έχει καταχωρήσει και/ή προωθεί Ανταπαίτηση, στα πλαίσια της Αγωγής 416/2022 του Ε.Δ. Πάφου, με την οποία η Αιτήτρια και/ή συνδεόμενα με αυτή φυσικά και/ή νομικά πρόσωπα αξιώνουν παρόμοια και/ή πανομοιότυπα Διατάγματα ως αυτά αξιώνονται με την Αίτηση.

2.         Με την καταχώρηση και/ή προώθηση της Αίτησης, η Αιτήτρια καταχράται κατάφωρα τη δικαστική διαδικασία και/ή εγείρει πολύπλοκα πραγματικά και/ή νομικά ζητήματα τα οποία είναι και/ή αποτελούν επίδικα ζητήματα στην Αγωγή 416/2022 και/ή τα οποία το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει και/ή δεν μπορεί να εκφέρει κρίση επ’ αυτών στα περιορισμένα και/ή στενά πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.

3.         Δεν συντρέχουν και/ή δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις και/ή τα νομικά κριτήρια που θέτουν τα άρθρα 35 και 36 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου του 1965 προς εξάλειψη της Υποθήκης.

4.         Η Υποθήκη είναι καθόλα έγκυρη, νόμιμη και πλήρως οφειλόμενη και/ή απαιτητή αφού συνεχίζει να εξασφαλίζει τον υφιστάμενο δανεισμό τoυ Ομίλου Παναρέτη, ήτοι τα Δάνεια Α και Β ημερομηνίας 30/09/2018, τα οποία παραμένουν μέχρι και σήμερα πλήρως οφειλόμενα και απαιτητά και αξιώνονται στα πλαίσια της Αγωγής 416/2022.

5.         Η Υποθήκη αποτελεί συνεχή εγγύηση και/ή εξασφαλίζει όλες τις υποχρεώσεις του Ομίλου Παναρέτη και/ή της Αιτήτριας προς την Καθ’ ης η Αίτηση μέχρι πλήρους εξόφλησης, είτε αυτές είναι άμεσες και/ή έμμεσες, ως Πρωτοφειλέτη και/ή ως Εγγυητή, παρούσες ή μελλοντικές, προσωπικές και/ή από κοινού με άλλα πρόσωπα και οι εν λόγω υποχρεώσεις και/ή εξ αποφάσεως χρέη δεν έχουν εξοφληθεί και συνεχίζουν να υφίστανται.

6.         Η Αιτήτρια και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ουδέποτε προσφέρθηκε και/ή κάλεσε την Καθ’ ης η Αίτηση με σκοπό να εξοφλήσει την Υποθήκη καταβάλλοντας ολόκληρα τα οφειλόμενα ποσά προς εξόφληση και/ή ουδέποτε προσφέρθηκε να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά προς εξάλειψη της Υποθήκης πλέον τόκους.

7.         Οι διευθυντές της Αιτήτριας, νόμιμα και/ή νομότυπα και/ή ελευθέρα βουλήσει αποδέχθηκαν εγγράφως και/ή υπέγραψαν και/ή έδωσαν τη συγκατάθεσή τους όπως η Υποθήκη συνεχίζει να εξασφαλίζει τον υφιστάμενο δανεισμό του Ομίλου Παναρέτη, ήτοι τα Δάνεια Α και Β ημερομηνίας 30/09/2018 και/ή τυχόν ανάκληση της εν λόγω συγκατάθεσης ουδεμία νομική και/ή άλλως πως ισχύ έχει.

8.         Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αστήρικτη και ουδόλως παρουσιάζει οιονδήποτε λόγο για τον οποίο θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

 

Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία.

 

 

Νομική πτυχή

 

Το εδάφιο (1) του άρθρου 35 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε με τους Νόμους 10(Ι)/2023 και 161(Ι)/2024, (με τον πλαγιότιτλο «Εξάλειψη υποθήκης»), προνοεί ότι σε περίπτωση κατά την οποία εξοφλείται ή παύει να υφίσταται οποιαδήποτε υποχρέωση, η οποία αφορά τη διά της υποθήκης παρασχεθείσα ασφάλεια, ο ενυπόθηκος δανειστής µεριµνά για την εξάλειψη της υποθήκης αυτής, εντός 30 ηµερών από την εξόφληση ή την εξάλειψη όλων των υποχρεώσεων που αφορούν αυτή, εµφανιζόµενος ενώπιον Επαρχιακού Κτηµατολογικού Γραφείου και προσκοµίζοντας έγγραφο κατά τον Τύπο Ε, µε το οποίο ζητείται η εξάλειψη της υποθήκης και, νοουµένου ότι ο Διευθυντής πεισθεί ότι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο είναι ο ενυπόθηκος δανειστής, διενεργεί την εξάλειψη της υποθήκης στο οικείο µητρώο του Τµήµατος Κτηµατολογίου και Χωροµετρίας.

 

Σύμφωνα με επιφύλαξη του ίδιου εδαφίου, οι διατάξεις του άρθρου 35 δεν τυγχάνουν εφαρµογής σε περίπτωση κατά την οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης συγκατατίθεται γραπτώς στη µη εξάλειψη της υποθήκης και, σε περίπτωση µεταγενέστερης ανάκλησης της εν λόγω συγκατάθεσης, ο ενυπόθηκος δανειστής µεριµνά για την εξάλειψη της υποθήκης εντός 30 ηµερών από τη γραπτή ανάκληση της συγκατάθεσης του ενυπόθηκου οφειλέτη.

 

Στην προκειμένη η Αίτηση εδράζεται στο εδάφιο (1) άρθρου 36 του Νόμου 9/1965, το οποίο, με τον πλαγιότιτλο «Ακύρωσις υποθήκης υπό του Δικαστηρίου» προνοεί ότι:

 

36.(1) Εις οιανδήποτε των ακολούθων περιστάσεων, ήτοι—

 

(α)  εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται ή αµελή να προβή εις την εξάλειψιν υποθήκης ως εν άρθρω 35, καίτοι η διά τούτης εξασφαλιζοµένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταµένη· ή

(β)  εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται να αποδεχθή πληρωµήν του ποσού δι’ ο συνέστη η υποθήκη, αφού τούτο κατέστη πληρωτέον και να προβή εις εξάλειψιν της υποθήκης· ή

 

 

(γ)  εάν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αγνώστου διαµονής, ή είναι εταιρεία ή συνεταιρισµός ουχί πλέον εν ζωή, ή απέθανε και ο προσωπικός αντιπρόσωπος ή οι κληρονόµοι αυτού είναι άγνωστοι, και εις οιονδήποτε των ως είρηται περιπτώσεων είτε ο ενυπόθηκος οφειλέτης αδυνατεί, ως εξ οιουδήποτε των προµνησθέντων λόγων, να πληρώση εις τον δικαιούχον το διά της υποθήκης εξασφαλιζόµενον ποσόν αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, είτε η διά της υποθήκης εξασφαλιζοµένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταµένη,

 

      ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να ζητήση παρά του Επαρχιακού Δικαστηρίου την έκδοσιν ακυρωτικού της υποθήκης διατάγµατος, το δε Επαρχιακόν Δικαστηριού άµα τη υποβολή της τοιαύτης αιτήσεως δύναται να εκδώση το κατά το δοκούν δίκαιον υπό τας περιστάσεις διάταγµα, αναφορικώς προς την γνωστοποίησιν της γενοµένης αιτήσεως προς οιονδήποτε πρόσωπον, την ακύρωσιν της υποθήκης, την κατάθεσιν χρηµατικού τίνος ποσού παρά τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω, την διάθεσιν του ούτω κατατεθησοµένου ποσού και  οιονδήποτε έτερον συναφές ζήτηµα.

 

 

Ως έχει νομολογηθεί, το άρθρο 36 του Νόμου 9/1965 προβλέπει περιοριστικά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ενυπόθηκος οφειλέτης μπορεί με Αίτηση να αξιώσει ακύρωση υποθήκης που συστάθηκε νόμιμα αλλά δικαιολογείται η εξάλειψη της, είτε διότι η εξασφαλιζόμενη από την υποθήκη υποχρέωση εξοφλήθηκε είτε διότι έπαυσε να υφίσταται. Καθίσταται επομένως σαφές ότι το άρθρο 36 δεν τυγχάνει εφαρμογής εκεί που ο ενυπόθηκος οφειλέτης αμφισβητεί αυτή καθ’ εαυτή τη σύμβαση της υποθήκης, η οποία ως εκ της φύσεως της δημιουργεί πρωτογενείς υποχρεώσεις με αυτοτέλεια. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι θεμέλιο της είναι η σύμβαση δανείου, που μόνο όταν εξοφλείται ή παύει να ισχύει νομιμοποιεί τον ενυπόθηκο οφειλέτη να ζητήσει με αίτηση τη θεραπεία του άρθρου 36 (βλ. Αγγελίδης ν. Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1771 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σαλλούμη κ.ά. (2014) 1Γ Α.Α.Δ. 2476).

 

Στη βάση των πιο πάνω στη Σαλλούμη κ.ά. κρίθηκε ως λανθασμένη η πρωτόδικη κρίση σύμφωνα με την οποία ετύγχανε εφαρμογής το άρθρο 36, ενόψει του ότι προηγουμένως απορρίφθηκε Αγωγή (που καταχώρησε η εφεσείουσα εναντίον των εφεσίβλητων με την οποία αξίωνε ποσό δυνάμει συμβάσεων δανείου και εγγύησης και διάταγμα εκποίησης υποθηκών), γεγονός που συμπαρέσυρε (πάντα σύμφωνα με την πρωτόδικη κρίση) την αξίωση για εκποίηση των υποθηκών, οι οποίες, ως εκ τούτου, έπαυσαν να υφίστανται. Αυτό καθότι, ως κρίθηκε κατ’ Έφεση, η απόρριψη της Αγωγής δεν συμπαράσυρε και την αξίωση για εκποίηση των υποθηκών αλλά ήταν αποτέλεσμα της άρνησης των εφεσιβλήτων ότι είχαν συμβληθεί με την Τράπεζα και της αποτυχίας της Τράπεζας να στοιχειοθετήσει με επαρκή μαρτυρία την ύπαρξη των συμβάσεων και όχι λόγω του ότι η σύμβαση δανείου έπαυσε να υφίσταται. Κατά συνέπεια κρίθηκε ότι υπό τις ως άνω περιστάσεις η αξίωση των εφεσιβλήτων για εξάλειψη των υποθηκών μόνο στο πλαίσιο Αγωγής μπορούσε να εξεταστεί.

 

Ως λοιπόν προκύπτει από τα πιο πάνω, το άρθρο 36 αφορά μόνο περιπτώσεις - οι οποίες ρητά εκτίθενται σε αυτό - όπου η υποθήκη συστάθηκε νόμιμα αλλά δικαιολογείται η εξάλειψή της, είτε διότι ο σκοπός της εκπληρώθηκε είτε διότι κατέστη πλέον ανέφικτος και δεν καλύπτει περίπτωση όπου πρόκειται περί ακυρότητας εξ υπαρχής, η διάγνωση της οποίας απαιτεί «(τελική) διερεύνηση θεμάτων η οποία μπορεί να γίνει μόνο στη δίκη» στο πλαίσιο Αγωγής (βλ. και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Costas & Zack Realty Limited κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. E87/2022, ημερ. 16/03/2023).

 

Εξέταση της Αίτησης

 

Στην προκειμένη, με την Αίτηση ζητείται η θεραπεία της ακύρωσης της επίδικης Υποθήκης, στη βάση ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι τα δάνεια τα οποία αυτή εξασφαλίζει έχουν εξοφληθεί το 2018. Ως δε αναφέρει στην αγόρευση του ο συνήγορος της Αιτήτριας, η Αίτηση εδράζεται επί του εδαφίου (1)(α) του άρθρου 36 του Νόμου 9/1965.

 

Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, το 2018 η εταιρεία ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED, μαζί με άλλες συνδεδεμένες εταιρείες και φυσικά πρόσωπα υπόγραψαν Συμφωνία Περίγραμμα, ημερομηνίας 30/09/2018, με τη οποία εξοφλήθηκαν όλες οι δανειακές υποχρεώσεις που υπήρχαν προς την ALPHA BANK CYPRUS LIMITED πριν τις 30/09/2018, δόθηκαν περιουσίες των συμβαλλόμενων οφειλετών και έγιναν δύο νέες συμβάσεις δανείου της ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED. Όπως φαίνεται από την ως άνω αναφερόμενη Συμφωνία Περίγραμμα, με τη μεταβίβαση των ακινήτων στην Τράπεζα για το ποσό των €26.248.752 αυτή προχώρησε στη διαγραφή ποσών των δανείων και ακολούθως με τα δύο νέα δάνεια εξοφλήθηκαν όλα τα δάνεια που υπήρχαν και για τα οποία εγγράφηκε η επίδικη Υποθήκη. Δεν υπάρχει δε προσωπική γραπτή συγκατάθεση της Αιτήτριας για να παραμείνει η Υποθήκη να εξασφαλίζει άλλα νέα δάνεια του 2018 της εταιρείας ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED. Εν πάση περιπτώσει, ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός για συγκατάθεση της Αιτήτριας έχει ήδη ανακληθεί με επιστολή των δικηγόρων της προς την SKY CAC LTD ημερομηνίας 21/07/2025, η οποία επιδόθηκε σε αυτή και έλαβε γνώση της. Η Καθ’ ης η Αίτηση, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 01/08/2025 απάντησε στην επιστολή των δικηγόρων της Αιτήτριας και αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τα νομικά καθήκοντα της, των άρθρων 35 και 36 του Νόμου 9/1965.

 

Από την άλλη, ως προς το πιο πάνω, η Καθ’ ης η Αίτηση με την Ένσταση της προβάλλει ότι η επίδικη Υποθήκη είναι καθόλα έγκυρη, νόμιμη και απαιτητή και συνεχίζει να εξασφαλίζει τον υφιστάμενο δανεισμό του Ομίλου Παναρέτη, ήτοι τα Δάνεια Α και Β ημερ. 30/09/2018, τα οποία παραμένουν μέχρι σήμερα πλήρως οφειλόμενα και απαιτητά και αξιώνονται στο πλαίσιο της Αγωγής Αρ. 416/2022 του Ε.Δ. Πάφου.

 

Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση, τον Οκτώβριο του 2018, ο Όμιλος Παναρέτη (περιλαμβανομένων και των φυσικών προσώπων που τον ελέγχουν) αποτελούσε έναν από τους μεγαλύτερους χρεώστες της Τράπεζας ALPHA BANK, με συνολικά χρέη ύψους €398.000.000 περίπου, με εμπράγματες εξασφαλίσεις αξίας €108.971.422, οι οποίες δεν επαρκούσαν για κάλυψή τους, αφού υπήρχε χρηματοδοτικό κενό ύψους €290.000.000 περίπου, με πιστωτικές διευκολύνσεις να παρουσιάζουν καθυστερήσεις 1.000 ημερών περίπου. Προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων του Ομίλου Παναρέτη, ενεγράφη, μεταξύ άλλων και η επίδικη Υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας. Κατόπιν μακρών συζητήσεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ της Τράπεζας και του Ομίλου, στις 30/09/2018, υπογράφηκε δεσμευτική Συμφωνία Περίγραμμα και άλλες συναφείς Συμφωνίες που προβλέπονταν σε αυτή, με την οποία ο Όμιλος και τα συνδεδεμένα με αυτόν φυσικά πρόσωπα αποδέχθηκαν ρητά και ανεπιφύλαχτα ότι το συνολικό οφειλόμενο προς την Τράπεζα ποσό ανερχόταν στις 23/08/2018 σε €91.239.906,81 και CHF289.387.594,34. Ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συμφωνίας Περίγραμμα, υπογράφηκαν και οι υπόλοιπες συναφείς συμφωνίες που προβλέπονται σε αυτή, ούτως ώστε να ολοκληρωθεί η αναδιάρθρωση των οφειλών του Ομίλου Παναρέτη. Μεταξύ των εν λόγω συμφωνιών ήταν και οι δύο Συμφωνίες Δανείων ημερομηνίας 30/09/2018 μεταξύ της ALPHA BANK και της ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED. Επισυνάπτονται δε στην ίδια ένορκη δήλωση έγγραφες δηλώσεις, περιλαμβανομένης της Αιτήτριας, ημερομηνίας 30/09/2018 στις οποίες αναφέρεται ότι στους υπογράφοντες έχουν επεξηγηθεί από τον δικηγόρο τους ρητά και ξεκάθαρα όλες οι πρόνοιες όλων των ως άνω Συμφωνιών και των εγγράφων που αναφέρονται σε αυτές και ότι υπογράφουν αυτές με την ελεύθερη βούληση τους, εν γνώσει των όσων προνοούν. Στη Συμφωνία Περίγραμμα καταγράφονται ρητά όλες οι εγγυήσεις και εξασφαλίσεις και Υποθήκες μεταξύ των οποίων και η επίδικη και άλλες εκχωρήσεις και εξασφαλίσεις που εξασφαλίζουν τον υφιστάμενο δανεισμό του Ομίλου Παναρέτη, ήτοι τα Δάνεια Α και Β ημερομηνίας 30/09/2018 τα οποία παραμένουν μέχρι σήμερα πλήρως οφειλόμενα και απαιτητά. Η Αιτήτρια αποδέχτηκε, συμφώνησε και δήλωσε ρητά και απερίφραστα ότι η Υποθήκη θα συνεχίζει να εξασφαλίζει τόσο το Δάνειο Α όσο και το Δάνειο Β. Ο Όμιλος Παναρέτη δεν συμμορφώθηκε πλήρως ούτε και εκπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι της Τράπεζας ως η Συμφωνία Περίγραμμα και οι άλλες σχετικές Συμφωνίες και ως εκ τούτου η Τράπεζα αφού απέστειλε τις νενομισμένες προ-τερματικές και τερματικές επιστολές προς όλα τα Ενδιαφερόμενα μέρη (περιλαμβανομένης της Αιτήτριας), τερμάτισε τα Δάνεια Α και Β και απαίτησε την εξόφληση όλων των οφειλόμενων ποσών. Ενόψει της άρνησης και παράλειψης του Ομίλου Παναρέτη να συμμορφωθεί, καταχωρήθηκε και εκκρεμεί η Αγωγή 416/2022 Ε.Δ. Πάφου στην οποία μια εκ των Εναγόμενων είναι η Αιτήτρια και στην οποία οι Εναγόμενοι εγείρουν Ανταπαίτηση με την οποία αξιούν τις ίδιες επακριβώς θεραπείες με την παρούσα.

 

Πριν προχωρήσω στην ουσία της Αίτησης κρίνω ότι θα πρέπει να εξετάσω τους δύο πρώτους λόγους Ένστασης, επιτυχία των οποίων ενδεχομένως να είναι καταλυτική για την έκβαση της Αίτησης.

 

 

 

Με το δεύτερο λόγο Ένστασης, η Καθ’ ης η Αίτηση ουσιαστικά προβάλλει ότι η Αιτήτρια, δια της παρούσας εγείρει πολύπλοκα πραγματικά και/ή νομικά ζητήματα τα οποία αποτελούν επίδικα ζητήματα στην Αγωγή 416/2022 και τα οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει και/ή να εκφέρει κρίση στα περιορισμένα και/ή στενά πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ως αναφέρεται στην αγόρευση της Καθ’ ης η Αίτηση, το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η οποία διεξάγεται δυνάμει του άρθρου 36 του Νόμου 9/1965, δικαιούται να ελέγξει και να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με πολύ συγκεκριμένα ζητήματα και δη κατά πόσο η Αιτήτρια εξόφλησε την Υποθήκη και η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται να την εξαλείψει. Η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται ότι υπήρξε εξόφληση. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι δεν υπάρχει προσωπική γραπτή συγκατάθεση της για να παραμείνει η Υποθήκη να εξασφαλίζει άλλα νέα δάνεια και ότι ο Νόμος 9/1965 δεν προνοεί για να παραμένουν εγγεγραμμένες υποθήκες μετά την εξόφληση των αρχικών δανείων για τα οποία εγγράφηκαν, προβάλλεται ουσιαστικά ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να τα εξετάσει στο πλαίσιο της πολύ στενής και αρκετά περιορισμένης διαδικασίας του άρθρου 36.

 

Από την πλευρά της η Αιτήτρια, προβάλλει στις αγορεύσεις της ουσιαστικά ότι ενόψει του ότι στην προκειμένη ζητά την ακύρωση της επίδικης Υποθήκης λόγω εξόφλησης των δανείων, αυτό μπορεί να γίνει μόνο με βάση το άρθρο 36 του Νόμου 9/1965 που είναι μία ειδική διαδικασία που προβλέπεται για τον σκοπό αυτό και όχι με την καταχώρηση Αγωγής, όπου δεν μπορεί να εξετασθεί κάτι τέτοιο. Υποστηρίζει δε ότι με την ως άνω αναφερόμενη Ανταπαίτηση της δεν είναι επίδικο και δεν προωθείται, ούτε μπορεί να προωθηθεί, τέτοιο θέμα, δηλαδή εξόφλησης των δανείων και ότι ο Νόμος επιτάσσει μέσω του άρθρου 36 όπως αυτό κριθεί μέσω Αίτησης, όπως έπραξε στην προκειμένη.

 

Δέον όπως λεχθεί ευθύς εξ αρχής ότι η ως άνω θέση της Αιτήτριας δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Αυτό καθότι τέτοια ερμηνεία θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να μην έχει δικαίωμα ο οφειλέτης χρέους, το οποίο εξασφαλίζεται με υποθήκη ή ο ενυπόθηκος οφειλέτης τέτοιου χρέους, να στραφεί στο Δικαστήριο με Αγωγή ζητώντας αναγνωριστική απόφαση ότι το χρέος έχει εξοφληθεί ή ακόμη να υπερασπιστεί τον εαυτό του, στη βάση ισχυρισμού περί εξόφλησης του χρέους, σε Αγωγή που καταχωρείται εναντίον του και με την οποία ζητείται η έκδοση απόφασης για καταβολή οφειλόμενου χρέους ή να εγείρει τέτοιο ισχυρισμό δια Ανταπαίτησης σε τέτοια Αγωγή. Ο σκοπός της πρόνοιας του άρθρου 36 του Νόμου 9/1965 δεν είναι, κατά την κρίση μου, να στερήσει τέτοια δικαιώματα αλλά να αντιμετωπίσει το θέμα στο πλαίσιο των όσων και με τον δικονομικό τρόπο, που ο νομοθέτης επιθυμεί να ρυθμίσει ο εν λόγω Νόμος. Ο σκοπός λοιπόν δεν είναι μια Αίτηση όπως η υπό κρίση να αντικαταστήσει άλλες διαδικασίες, όπως μια Αγωγή ή Ανταπαίτηση που δικονομικώς προσφέρει τους μηχανισμούς και τα εχέγγυα πλήρους και τελικής διερεύνησης των επίδικων θεμάτων και στις περιπτώσεις εκείνες όπου τα νομικά ζητήματα δεν είναι απλά και υπάρχει ουσιώδης αμφισβήτηση των σχετικών γεγονότων, στα οποία το Δικαστήριο θα βασισθεί για την απόφαση του, μετά βέβαια από τη δέουσα αξιολόγηση της μαρτυρίας, κατόπιν αντεξέτασης των μαρτύρων.

 

Η παρούσα περίπτωση, ως προκύπτει από τα όσα εκατέρωθεν προβάλλονται, δεν αποτελεί περίπτωση όπου υπάρχει μια απλή διαφωνία ως προς το κατά πόσο υπάρχει εξόφληση των δανειακών υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η επίδικη Υποθήκη. Αντίθετα φαίνεται ότι υπάρχει ουσιώδης αμφισβήτηση τόσο ως προς τα σχετικά γεγονότα και έγγραφα αλλά και ως προς νομικά ζητήματα (περιλαμβανομένης της ύπαρξης ή όχι ανάληψης νομικής δέσμευσης της Αιτήτριας σε σχετικές συμφωνίες και έγγραφα), τα οποία δεν είναι απλά αλλά παρουσιάζουν περιπλοκότητα και δεν μπορούν, κατά την κρίση μου, να εξετασθούν και να αποφασισθούν στο πλαίσιο μιας διαδικασίας όπως αυτή του άρθρου 36 του Νόμου 9/1965.

 

Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, προχωρώ και στην εξέταση του πρώτου λόγου Ένστασης. Ως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτού και τα όσα σχετικά προβάλλει στην αγόρευση της, η Καθ’ ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι η Αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας καθότι προωθείται παράλληλα με την Ανταπαίτηση, που έχει καταχωρήσει προηγουμένως η Αιτήτρια, στο πλαίσιο της Αγωγής 416/2022 του Ε.Δ. Πάφου, με την οποία αυτή «και/ή συνδεόμενα με αυτή φυσικά και/ή νομικά πρόσωπα αξιώνουν παρόμοια και/ή πανομοιότυπα Διατάγματα».

 

Στο σημείο αυτό δέον όπως γίνει αναφορά στη νομική πτυχή του θέματος της κατάχρησης. Ως έχει νομολογηθεί, τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης αυτών. Πρόκειται για ζήτημα συνυφασμένο με την ίδια τη λειτουργία του Δικαστηρίου και το σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Η εξουσία εξέτασης ενδεχόμενης κατάχρησης είναι έμφυτη και σύμφυτη. Όπως αναφέρθηκε στη Διευθυντής των Φυλακών ν. Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217 η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, η οποία συνιστά κατάχρηση, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας, εξ ου και η δικαιοδοσία, για τη χρήση πρόσφορων μέσων προς παρεμπόδιση της κατάχρησης, είναι σύμφυτη. Τα χρησιμοποιούμενα δε μέσα προς αποτροπή της κατάχρησης δεν συναρτώνται με κάποιο συγκεκριμένο διάταγμα, αλλά είναι δυνατό να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή, η οποία είναι αναγκαία στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Στην Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd (1983) 1 C.L.R 348 επεξηγήθηκε η φύση της σχετικής δικαιοδοσίας και λέχθηκε ότι η άσκηση της εξουσίας αυτής δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήση τους για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους τις προορίζει ο Νόμος. Ως επίσης έχει νομολογηθεί η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides ανωτέρω, Re Beogradska D.D. (1996) 1 Α.Α.Δ. 911 και Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2) (2001) 1Β Α.Α.Δ. 798 - τα πιο πάνω έχουν επαναληφθεί πρόσφατα στην ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΧΡΙΚΟΠΑΛ ΛΤΔ ν. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφεση Αρ. 85/2020, ημερ. 20/05/2026).

 

Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί λοιπόν να λάβει διάφορες μορφές και αποτελεί θέμα που εξετάζεται κατά περίπτωση από το καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, το οποίο έχει την εξουσία να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία και να παρεμβαίνει αποτελεσματικά σε περίπτωση εκτροπής. Τέτοια κατάχρηση υφίσταται σε περίπτωση άσκησης μιας Αγωγής ή ενός ενδίκου μέσου, το οποίο εκτρέπει την πορεία απονομής της δικαιοσύνης και καταχράται τις παρεχόμενες από το νόμο θεραπείες και διαδικασίες. Το ίδιο συμβαίνει και όταν παρατηρείται πολλαπλότητα διαδικασιών που επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα (βλ. Χριστοφίδου ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (2017) 1Γ Α.Α.Δ. 2912). Το Δικαστήριο με βάση τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης πρέπει δε να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με κατάλληλο διάταγμα (βλ. Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385).  

 

Έχοντας κατά νουν τις πιο πάνω αρχές προχωρώ στην εξέταση του θέματος.

 

Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι προς εξέταση του θέματος στην προκειμένη, δέον όπως γίνει αναφορά στην Αγωγή 416/2022 του Ε.Δ. Πάφου και στην Ανταπαίτηση. σε αυτή. Από τη μελέτη της εν λόγω Αγωγής και Ανταπαίτησης προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

·                Η Αιτήτρια είναι μια εκ των Εναγομένων και μια εκ των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων.

·                Με την Αγωγή αξιώνεται, μεταξύ άλλων, έκδοση απόφασης για καταβολή οφειλόμενου χρέους δυνάμει δανείων και διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, επί του οποίου συνεστήθη και η επίδικη στην παρούσα Υποθήκη.

·                Με την Ανταπαίτηση προβάλλονται, μεταξύ άλλων, ότι καμία οικονομική υποχρέωση δεν έχουν και ουδέν ποσό οφείλουν οι Εναγόμενοι στους Ενάγοντες.

·                Με το αιτητικό της Ανταπαίτησης αξιώνεται, μεταξύ άλλων, αναγνωριστική απόφαση ότι οι εκεί επίδικες Υποθήκες είναι άκυρες, απόφαση ακύρωσης των Υποθηκών αλλά και αναγνωριστική απόφαση «κυρήττουσα πλήρως εξοφληθείσες ή και άκυρες» τις εκεί επίδικες Συμφωνίες Δανείου και τις Υποθήκες.

 

Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι με την εν λόγω Ανταπαίτηση, αξιώνεται, μεταξύ άλλων, η έκδοση απόφασης, η οποία να αναγνωρίζει ότι τα επίδικα δάνεια έχουν εξοφληθεί πλήρως - και η ακύρωση των εκεί επίδικων Υποθηκών – βάση στην οποία στηρίζεται και η αιτούμενη θεραπεία της Αιτήτριας στην υπό κρίση Αίτηση, προς ακύρωση της επίδικης Υποθήκης, που είναι επίδικη και στην Αγωγή 416/2022. Ως δε έχει προαναφερθεί, η θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ως προς τούτο είναι βασικά ότι τα εν λόγω δάνεια δεν έχουν εξοφληθεί και αξιώνονται δια της Αγωγής 416/2022.

Είναι η θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας, ως προς το θέμα της κατάχρησης, ότι σε κάθε περίπτωση η ακροαματική διαδικασία της Αγωγής 416/2022 δεν έχει αρχίσει και επομένως η Αιτήτρια δεν έχει κανένα κώλυμα να προωθήσει την παρούσα. Προβάλλει δε ότι σε περίπτωση που επιτύχει η παρούσα Αίτηση σίγουρα θα υπάρξει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αν η Αιτήτρια επιμένει στην προώθηση της Ανταπαίτησης ως προς την επίδικη Υποθήκη και πρόσθεσε ότι η Αιτήτρια δηλώνει ότι δεν προωθεί στην Ανταπαίτηση το ίδιο επίδικο θέμα με την παρούσα και θα αποσύρει και οποιαδήποτε αξίωση για την επίδικη Υποθήκη εφόσον θα είναι άνευ αντικείμενου σε περίπτωση επιτυχία της παρούσας.

 

Τα πιο πάνω καταδεικνύουν, κατά την κρίση μου, ότι με την υπό κρίση Αίτηση αλλά και την ως άνω Ανταπαίτηση, η οποία καταχωρήθηκε προηγουμένως, η Αιτήτρια επιδιώκει την ίδια θεραπεία, ήτοι την ακύρωση της ίδιας επίδικης Υποθήκης, δια της ταυτόχρονης προώθησης των δύο αυτών διαδικασιών.

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω και όλες τις σχετικές περιστάσεις, αβίαστα καταλήγω ότι η παρούσα διαδικασία - Αίτηση είναι καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη υπό τις περιστάσεις θα οδηγούσε στο παράλογο και άδικο αποτέλεσμα, κάθε διάδικος να έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε πολλαπλά και συνεχόμενα δικονομικά διαβήματα στην επιδίωξη του ίδιου σκοπού, μέχρι να πετύχει την επιδιωκόμενη θεραπεία, ανεξαρτήτως του χρόνου, των εξόδων αλλά και των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς, η οποία είναι αναγκασμένη να υπερασπισθεί εαυτόν κάθε φορά, με ανάλογο κόστος και συνέπειες (βλ. Loukos Trading Co Ltd κ.α. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταιγκ Κο Λτδ (2000) 1Β Α.Α.Δ. 1014).

 

Με δεδομένο λοιπόν ότι η άσκηση της σχετικής σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του (βλ. Constantinides ανωτέρω), κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας διαδικασίας πρέπει να δοθεί τέλος σε αυτήν με διάταγμα απόρριψης της Αίτησης.

 

 

Μετά την πιο πάνω κατάληξη μου ως προς τους δύο πρώτους λόγους Ένστασης, που είναι μοιραία για την τύχη της Αίτησης, κρίνεται ότι δεν χρήζουν εξέτασης τα υπόλοιπα που εγείρονται δια της Αίτησης και της Ένστασης.

 

Κατάληξη

 

Εν κατακλείδι, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

(Υπ.) …………………….………………

                                                                                                        Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο