ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. SKY CAC LTD, Αρ. Αγωγής: 414/26, 17/9/2026
print
Τίτλος:
ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. SKY CAC LTD, Αρ. Αγωγής: 414/26, 17/9/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Αλ. Φυλακτού, A.Ε.Δ.                     

                                                                                                 

Αρ. Αγωγής: 414/26

                                                                                                                          ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

Ενάγοντας – Αιτητής

ν.

 

                                              SKY CAC LTD

                                                                                 Εναγόμενοι -  καθ΄ων η αίτηση

 

Ημερομηνία: 17/09/2026

Εμφανίσεις:

Για ενάγοντα - αιτητή στην αίτηση ημερ. 01/09/2026: κ. Χρίστος Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για εναγόμενους καθ΄ ων η αίτηση στην αίτηση ημερ. 01/09/2026: κ. Παναγιώτης Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στην υπό εξέταση ο ενάγοντας – αιτητής (ο αιτητής) με την αίτηση του ημερομηνίας 01/09/2026 (η αίτηση), αιτείται προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία πώλησης δια πλειστηριασμού των επίδικων ακινήτων (τα ακίνητα) του αιτητή τα οποία βαρύνονται με συγκεκριμένες υποθήκες (οι υποθήκες), δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 που κίνησε η εναγόμενη – καθ΄ ης η αίτηση (η καθ΄ ης η αίτηση). Αιτείται επίσης ενδιάμεσο Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει στην καθ΄ ης η αίτηση στο να διεξάγει ή να επαναπρογραμματίσει πλειστηριασμό σχετικά με τα ακίνητα ή να πωλήσει ή αποξενώσει αυτά.

 

Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του αιτητή, ο οποίος προς υποστήριξη των θέσεων του επισύναψε σχετικά Τεκμήρια.

 

Το Δικαστήριο προβαίνει σε μια σύνοψη των θέσεων του και θα γίνεται ειδική αναφορά, εκεί όπου χρειάζεται, για σκοπούς αξιολόγησης της αίτησης. Ο αιτητής αναφέρει ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των επίδικων ακινήτων που βαρύνονται με συγκεκριμένες υποθήκες και η καθ΄ ης η αίτηση ενυπόθηκος δανειστής στη βάση του Νόμου 9/1965 Μέρος VIA. Αφού κάνει μια γενική αναφορά σε Δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν, προβάλλει τη θέση ότι το ποσό που η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία οφείλει ανέρχεται μόνο στο ποσό των €62.400.000 και όχι στο ποσό των σχεδόν €400.000.000.

 

Σε σχέση με το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, είναι η θέση του ότι το αντικείμενο της είναι η νομιμότητα της διαδικασίας που η καθ΄ ης η αίτηση εκκίνησε στη βάση του Νόμου 9/1965 Μέρος VIA και στην παράβαση θέσμιων καθηκόντων της καθ΄ ης η αίτηση στη βάση της εν λόγω διαδικασίας. Διευκρίνισε ότι η αγωγή δεν αφορά τη νομιμότητα ή την εξάλειψη των υποθηκών, ούτε την εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους, ζητήματα τα οποία άπτονται σε άλλες Δικαστικές διαδικασίες.

 

Ο αιτητής προβαίνει στην ένορκη του σε αναφορές σχετικά με το «ιστορικό του επίδικου δανεισμού της πρωτοφειλέτιδας και της αμφισβήτησης του φερόμενου χρέους».

 

Σε σχέση με τον επίδικο πλειστηριασμό των επίδικων ακινήτων, ο οποίος είναι προγραμματισμένος να διενεργηθεί στις 17/09/2026, προβάλλει σειρά θέσεων, που με βάση αυτές, η διαδικασία του πλειστηριασμού εκκίνησε και συνέχισε λανθασμένα.

 

Συγκεκριμένα αμφισβητεί τη νομιμότητα του Δελτίου πλειστηριασμού, δεν του επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπου ΙΑ με αποτέλεσμα, ως η θέση του, να του αποστερηθεί το δικαίωμα να ασκήσει το δικονομικό διάβημα καταχώρησης Αίτησης – Έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ και αποδοθεί αποτελεσματική θεραπεία πριν την πώληση των ακινήτων. Σε ότι αφορά την ημερομηνία του επίδικου πλειστηριασμού, αυτήν την πληροφορήθηκε για πρώτη φορά από τον γιο του στις 25/08/2026, ο οποίος με τη σειρά του το πληροφορήθηκε μέσω συγκεκριμένης ιστοσελίδας.

 

Ως προς το τι προηγήθηκε της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ, δυνάμει της οποίας ορίστηκε ο επίδικος πλειστηριασμός, ο αιτητής προβαίνει σε εκτενείς αναφορές σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες, ως η θέση του, εκδόθηκαν οι ειδοποιήσεις Τύπου Θ, Ι και ΙΒ. Με βάση τις αναφορές του σχετικά με τις εν λόγω ειδοποιήσεις, ο αιτητής αμφισβητεί το νόμιμο της διαδικασίας πλειστηριασμού που η καθ΄ ης η αίτηση εκκίνησε, το νόμιμο των πιο πάνω Τύπων, το περιεχόμενο των εν λόγω ειδοποιήσεων, το νόμιμο των επιδόσεων τους, των ποσών που αξιώνονται και του τρόπου υπολογισμού τους. Σε συνάρτηση με τις εν λόγω θέσεις, ο αιτητής προβάλλει τις θέσεις ότι του αποστερήθηκε το εκ του Νόμου δικαίωμα για δέουσα πληροφόρηση, αποπληρωμής του απαιτούμενου ποσού, δεν του κοινοποιήθηκε οποιαδήποτε εκτίμηση των ακινήτων και στερήθηκε της δυνατότητας να την αμφισβητήσει Δικαστικώς και να προβεί ο ίδιος με τη σειρά του σε δική του εκτίμηση των ακινήτων.

 

Ο αιτητής προβαίνει σε αναφορές, κάτω από την ενότητα «Πλήρης και ειλικρινή αποκάλυψη», σχετικά με άλλες Δικαστικές διαδικασίες, το αντικείμενο τους, των θέσεων που προβλήθηκαν σε αυτές, τα διαβήματα που έγιναν σε αυτές και το στάδιο στο οποίο βρίσκονται, αλλά και στο τι προηγήθηκε της καταχώρησης της παρούσας αίτησης σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες, ως η θέση του, έγινε προσπάθεια επίδοσης σε αυτόν εγγράφων στις 27/07/2026 και στις 31/08/2026 στον χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.

 

Σε ξεχωριστή ενότητα της ένορκης του δήλωσης προβαίνει σε εκτενείς αναφορές σχετικά με τους λόγους που τον οδήγησαν να καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση μονομερώς. Στο στάδιο αυτό δέον όπως επισημανθεί ότι το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια διέταξε όπως η αίτηση επιδοθεί στην καθ΄ ης η αίτηση.

 

Η καθ΄ ης η αίτηση με την ένσταση της προέβαλε 12 λόγους ένστασης. Σύμφωνα με αυτούς, η καθ΄ ης η αίτηση, πέραν του ότι αμφισβητεί το νόμω και ουσία βάσιμο της αίτησης και ταυτόχρονα υπεραμυνόμενη της διαδικασίας που η καθ΄ ης η αίτηση εκκίνησε δυνάμει των προνοιών του Νόμου 9/1965, προβάλλει τη θέση ότι ο αιτητής επέλεξε λανθασμένο δικονομικό διάβημα, ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται Δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα και που σε κάθε περίπτωση, ως η θέση της, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.

 

Θέτει επίσης θέμα κατάχρησης της διαδικασίας λόγω της ύπαρξης άλλης Δικαστικής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας ο αιτητής θα μπορούσε και όφειλε να προωθήσει τα αιτητικά που προωθούνται με την υπό εξέταση αίτηση. Στηρίζοντας περαιτέρω τη θέση της περί καταχρηστικής συμπεριφοράς, η καθ΄ ης η αίτηση επικαλείται το χρονικό σημείο που επέλεξε ο αιτητής να προωθήσει την υπό εξέταση. Τέλος προωθείται η θέση ότι ο αιτητής, με την μη έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, εάν δε ήθελε υποστεί οποιανδήποτε ζημιά, αυτή θα είναι χρηματική και μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και η καθ΄ ης η αίτηση είναι σε θέση και ικανότητα να την καταβάλει σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής.

 

Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του Ελευθέριου Θεοδώρου. Ο ενόρκως δηλών, προβαίνει αρχικά σε αναφορές σχετικά με την ιδιότητα αυτού και της καθ΄ ης η αίτηση, τα καθήκοντα του, της γνώσης του σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας και της εξουσιοδότησης του. Ακολούθως, πέραν της υιοθέτησης των λόγων έντασης, προβαίνει σε μια ιστορική αναδρομή σε ότι αφορά τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων, των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν με τις σχετικές εξασφαλίσεις συμπεριλαμβανομένων των επίδικων ακινήτων και υποθηκών και των συναφών όρων αυτών, στο πως διαμορφώθηκε το χρέος που αναλύεται λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση και που οδήγησε στην έγερση Δικαστικών διαδικασιών οι οποίες εκκρεμούν.

 

Ακολούθως και σε σχέση με την εκκινηθείσα διαδικασία δυνάμει του Νόμου 9/1965, προβαίνει σε εκτενείς αναφορές σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες ειδοποιήσεις Τύπου Θ, Ι, ΙΒ και ΙΑ, το περιεχόμενο τους, τον τρόπο, τόπο και χρόνο που αυτές επιδόθηκαν σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, υποστηρίζοντας το νόμιμο, νομότυπο, την ορθότητα  του περιεχομένου τους, του νόμιμου τρόπου που αυτές επιδόθηκαν, του εμπρόθεσμου αυτών, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τους εξ΄ αντιθέτου ισχυρισμούς του αιτητή.

 

Ακολούθως ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε εκτενείς αναφορές προς υποστήριξη των λόγων ένστασης που η καθ΄ ης η αίτηση ήγειρε στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Ειδικότερα, σε σχέση με τη θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι δεν έχει καταδειχθεί στην παρούσα ότι ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, πέραν της αναφοράς του ότι η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε προκληθεί σε αυτόν θα έχει χρηματικό χαρακτήρα και αποτιμητή σε χρήμα, αναφέρει ότι η  εν λόγω ζημιά μπορεί εύκολα να ανακτηθεί, ένεκα της φερεγγυότητας της καθ΄ ης η αίτηση. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι η καθ΄ ης η αίτηση, στην βάση των στοιχείων που επικαλείται, διατηρεί περιουσιακά στοιχεία της τάξης των €331.080.092.00 εκ των οποίων σε μετρητά €35.099.161.00.

 

Τέλος, είναι η θέση του ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, για τους λόγους που επεξηγεί, κλίνει υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί.

 

Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε και η ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Νεοφύτου, Δικαστικού επιδότη. Ο ενόρκως δηλών, αφού πρώτα κάνει αναφορά στην ιδιότητα και στα καθήκοντα του, κάνει αναφορά στις συνθήκες, τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο που η επίδικη ειδοποίηση Τύπου ΙΑ επιδόθηκε στον αιτητή, ως η θέση του, στον χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στις 27/07/2026.

 

Ο αιτητής, κατόπιν σχετικής άδειας που δόθηκε, καταχώρησε δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, η μια προερχόμενη από τον ίδιο και η άλλη από τον κ. Ανδρέα Ιωάννου. Ο αιτητής στη δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δίνει τη δική του εκδοχή σε σχέση με την επίδοση της επίδικης ειδοποίησης Τύπου ΙΒ, λέγοντας ότι ουδέποτε του επιδόθηκε σε αυτόν η εν λόγω ειδοποίηση. Σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στον χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου της 31/08/2026 και που αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρθηκε στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση το όνομα του αστυνομικού για τον οποίο αναφέρθηκε στην αρχική του ένορκη δήλωση.

 

Ο κ. Ανδρέας Ιωάννου στη δική του συμπληρωματική ένορκη δίνει τη δική του εκδοχή σε σχέση με την επίδικη ειδοποίηση Τύπου ΙΒ, λέγοντας ότι αυτή επιδόθηκε σε αυτόν και όχι στον πατέρα του (ήτοι τον αιτητή).

 

Η καθ΄ ης η αίτηση με τη σειρά της, κατόπιν σχετικής άδειας που δόθηκε, καταχώρησε τη δική της συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση, προερχόμενη από τον κ. Σάββα Παπαλουκά, Δικαστικό επιδότη.

 

Ο ενόρκως δηλών, αφού πρώτα κάνει αναφορά στην ιδιότητα και στα καθήκοντα του, δίνει τη δική του εκδοχή σε σχέση με τις συνθήκες, τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο που η επίδικη ειδοποίηση Τύπου ΙΒ επιδόθηκε, ως η θέση του, στον αιτητή και συγκεκριμένα, αφού ο αιτητής αρνήθηκε να την παραλάβει, τις άρπαξε από τα χέρια του ενόρκως δηλούντα ο υιός του αιτητή και υπέγραψε. Λόγω του ότι ο ενόρκως δηλών δεν ήθελε να δημιουργηθεί ένταση, άφησε τα σχετικά έγγραφα σε ένα τραπέζι στην είσοδο της οικίας και αποχώρησε και ακολούθως προέβη στις ένορκες δηλώσεις που αφορούν την εν λόγω επίδοση.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ – ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ – ΕΝΣΤΑΣΗΣ   

 

   Αμφότεροι οι συνήγοροι ετοίμασαν γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί στο στάδιο αυτό οι θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας.

 

Η παρούσα αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Οι προϋποθέσεις σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο για έκδοση ενδιάμεσου παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι οι πιο κάτω.

 

·         Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση

·         Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.

·         Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης  δικαιοσύνη  σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Στην απόδειξη της έννοιας του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60,  απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο.  Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης  ν. Μέζου (1994) 1 ΑΑΔ 201).

 

Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι  δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202).

 

Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου.

 

Γενική αναφορά περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν είναι αρκετό (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 136  με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία Ανδρέου – ν – Colossos Signs Ltd (Aρ.2)(2008) 1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. – ν – Ambramchyk κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014).

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην ΑΜΕRICAN UNIVERSITY OF CYPRUS (AUCY) LTD κ.α. – ν-   S.C.F.B. LTD (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2022) 4 Μαρτίου, 2025, λέχθηκαν τα εξής:

«Η τρίτη προϋπόθεση ως γνωστό αφορά στη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τούτο έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων, χωρίς αυτό να είναι απόλυτα ακριβές, αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν περιορίζεται στα στεγανά της υλικής ζημιάς. Η δικαιοσύνη ταυτίζεται με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.»

 Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:

 

Τα εκδοθέντα διατάγματα διασφαλίζουν τη διατήρηση της κατοχής και λειτουργίας της προσωρινής καφετέριας και τη συνέχιση της ανέγερσης με προοπτική τη λειτουργία και διαχείριση της μόνιμης καφετέριας συμφώνως των όρων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, μέχρι την τελική απόφαση της ισχύος ή μη αυτής στα πλαίσια της Αγωγής.

Σε περίπτωση μη οριστικοποίησης των αιτούμενων διαταγμάτων, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος απώλειας της δυνατότητας συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Ενάγουσας, η οποία είναι και η μοναδική στην Κύπρο, και απώλειας του ενδεχομένου επιτυχίας στη βασική της αξίωση για την ισχύ και εφαρμογή της συμφωνίας. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος η Ενάγουσα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν περιορίζεται μόνο στην υλική ζημιά αφού έχει ήδη καταβάλει έξοδα και συμβληθεί με εργολάβους και αναμένει και προβλέπει μεγάλο κέρδος, σύμφωνα με τη σχετική μελέτη και ή υπολογισμούς της Ενάγουσας, Τεκμήριο 15 στην αρχική ένορκη δήλωση του ΑΠ αλλά, στην προκειμένη περίπτωση, η ζημιά επεκτείνεται και στη συνέχιση των μοναδικών εργασιών της ίδιας της εταιρείας στην Κύπρο. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη (ανωτέρω), o χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν αλλά και άλλα μεταβλητά κριτήρια, όπως στην προκειμένη περίπτωση η συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας της Ενάγουσας.

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταρρίπτουν τη θέση των Καθ' ων πως τυχόν έκδοση ή οριστικοποίηση των διαταγμάτων παραβιάζει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι, καθότι το Δικαστήριο ακριβώς λαμβάνει υπόψιν τη σύμβαση την οποία τα ίδια τα μέρη επέλεξαν να συνάψουν με τους όρους όπως οι ίδιοι τους συμφώνησαν. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Π.Γ. Πολυβίου, Έκδοση 2021, Τόμος B, σελ. 773.

Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση εν πάση περιπτώσει οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία από τη στιγμή που πέραν της ενδεχόμενης απώλειας της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, η Ενάγουσα έχει καταδείξει πως η Εναγομένη 1 δεν είναι ικανή να την αποζημιώσει εφόσον πρόκειται για μια μικρή εταιρεία με μετοχικό κεφάλαιο 1000 μετοχών αξίας €1 εκάστη και σίγουρα μικρού οικονομικού εκτοπίσματος, Τεκμήριο 14 στην αρχική ένορκη δήλωση του ΑΠ. Αυτός ο ισχυρισμός δεν αντικρούεται επαρκώς παρά μόνο προβάλλεται μια γενική αναφορά ότι όλοι οι Εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και δύνανται να αποζημιώσουν την Ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής. Τέτοιος ισχυρισμός παραμένει παντελώς γενικός και αόριστος και ως τέτοιος δεν καταδεικνύει την οικονομική κατάσταση ή την όποια ικανότητα αποζημίωσης εκ μέρους των Εναγομένων.

Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα της τρίτης προϋπόθεσης εντός των ορθών παραμέτρων που θέτει η νομολογία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά εντόπισε τη σημασία της κατοχής του χώρου σε σχέση με το MoU και τις αξιώσεις της εφεσίβλητης. Πέραν της Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη (2001) 1(Β) ΑΑΔ 1245, στην οποία κάνει αναφορά το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμπουμε στο σύγγραμμα Διατάγματα, Injunctions (ανωτέρω), σελ. 131-141, όπου αναφέρεται ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Η τρίτη προϋπόθεση δεν έχει σχέση με τις επιπτώσεις που ενδεχομένως να προκύψουν στους διαδίκους από την έκδοση ή μη του διατάγματος, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη σε άλλο στάδιο, όπου το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια αν θα εκδώσει ή όχι το διάταγμα. Όπου η ζημιά ή η βλάβη συνεχίζει και η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν αναμένεται να είναι ικανή να αποζημιώσει τον αιτούντα, ή όπου υπάρχει αδυναμία στον καθορισμό έκτασης της ζημιάς, θεωρούνται περιστάσεις που σύμφωνα με τη νομολογία, λαμβάνονται υπόψη και συνηγορούν υπέρ της ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης (βλ. επίσης M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co. (1997) 1(Γ) ΑΑΔ 1791, Σεβαστού ν. Σεβαστού (2002) 1 (Γ) 1980, MELOUSKIA COMMERCIAL LTD κ.ά. v. CHUMACHENKO κ.ά. (2014) 1(Γ) ΑΑΔ 2110, Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.ά. (ανωτέρω), Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμου Λευκωσίας (2015) 1(Α) ΑΑΔ 731, Karydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis (1975) 1 CLR 321 και Κυρίλλου ν.  Λάμπρου (2004) 1 (Γ) ΑΑΔ 1528).»

 

Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd – v – Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα:

 

«Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεση στάδιο ήταν εσφαλμένη.  Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670:

"Toκύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν’ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."

Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρ. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρ. 625).

Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice:

* "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the ‘wrong’ decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been ‘wrong’ in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds ofinterlocutory injunctions are derived from this principle." Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω:

"Ο όρος – status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ‘ status quo ante bellum’. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo."

 

Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo (1984) 1 CLR 263).

 

Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 & Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980).

 

Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.

 

Προχωρώντας στην εξέταση της υπό εξέταση αίτηση, το Δικαστήριο κρίνει ως ορθό και επιβεβλημένο, όπως εξεταστεί η θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι ο αιτητής στην προκειμένη περίπτωση επέλεξε λανθασμένο δικονομικό διάβημα.

 

Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με πολλή προσοχή τα όσα αμφότερες οι πλευρές επικαλέστηκαν στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και στο μαρτυρικό υλικό που προσκόμισαν, σε συνδυασμό με τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους.

 

Σε αυτό το σημείο δέον όπως επισημανθούν τα ακόλουθα:

 

Ο αιτητής στην παρούσα, με το έντυπο απαίτησης του, αιτείται:

 

  • Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι η διαδικασία πώλησης των επίδικων ακινήτων που η εναγόμενη εκκίνησε, διενεργήθηκε και προωθείται κατά παράβαση των θέσμιων και νόμιμων καθηκόντων της εναγομένης και είναι παράνομη, άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα.
  • Διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι η επίδικες ειδοποιήσεις τύπου Ι, Θ και ΙΒ είναι παράνομες, άκυρες και χωρίς έννομο αποτέλεσμα.
  • Διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο ακυρώνεται και να παραμερίζεται ο προγραμματισμένος επίδικος πλειστηριασμός που είναι ορισμένος για τις 17 Σεπτεμβρίου 2026 σε ότι αφορά τα επίδικα ακίνητατων.
  • Απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη και τους αντιπροσώπους της από το να διεξάγουν, να επαναπρογραμματίσουν πλειστηριασμό, να πωλήσουν ή να αποξενώσουν τα επίδικα ακίνητα δύναμει των προνοιών του νόμου 9/1965.
  • Αιτείται επίσης γενικές αποζημιώσεις κατά παράβαση των θέσμιων και νόμιμων καθηκόντων από την εναγομένη και ειδικές αποζημιώσεις που συνίστανται στην δικηγορική αμοιβή ύψους €7500.

 

Η βάση της αγωγής, στην βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο με την έκθεση απαίτησης, όσο και με την υπό εξέταση αίτηση και στα όσα λέχθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων συνίσταται, ως την καθορίζει ο ενάγοντας, όχι στη νομιμότητα των επίδικων υποθηκών, αλλά στην παράβαση των θέσμιων καθηκόντων της εναγομένης που πηγάζουν από τις σχετικές Διατάξεις του Νόμου 9/1965 που ρυθμίζουν τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου δια πλειστηριασμού. Επίκεντρο των θέσεων του ενάγοντα είναι ότι η εναγόμενη δεν προέβη σε δέουσα επίδοση των ειδοποιήσεων Τύπου Θ, Ι και ΙΒ και επιπρόσθετα, με βάση τις εν λόγω ειδοποιήσεις και γενικά με τη διαδικασία που η εναγόμενη εκκίνησε, στερήθηκε το δικαίωμα στον αιτητή από το να εξακριβώσει και να διαπιστώσει το ακριβές οφειλόμενο ποσό που αξιώνεται και στερήθηκε του δικαιώματος να διορίσει δικό του εκτιμητή. Σε σχέση δε με την ειδοποίηση Τύπου ΙΑ είναι η θέση του ότι ουδέποτε του επιδόθηκε και συνεπώς δεν του παρέχεται το δικαίωμα να προβεί στο ανάλογο δικονομικό διάβημα, ήτοι με Αίτηση – Έφεση για να ζητήσει το παραμερισμό της. Προσβάλλει δε τη νομιμότητα σε σχέση με τον τύπο και το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων Τύπου θ, Ι και ΙΒ. Ως προς το αξιούμενο ποσό, είναι η θέση του ότι αυτό δεν έχει αποκρυσταλλωθεί Δικαστικά, με αποτέλεσμα να του στερείται το δικαίωμα για πρόσβαση στη Δικαιοσύνη και αποτελεσματική θεραπεία.

 

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο αιτητής, προέβη στο νόμιμο και ενδεδειγμένο δικονομικό διάβημα, με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, στα πλαίσια της οποίας αιτείται τα πιο πάνω αναφερόμενα Διατάγματα με την υπό εξέταση αίτηση.

 

Ως προς τούτο, το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο όπως παραθέσει αυτούσιο το σχετικό νομικό πλαίσιο επί του οποίου στηρίζεται μεταξύ άλλων ο αιτητής και δη του άρθρου 44Β του Νόμου 9/1965.

 

Αυτό έχει ως ακολούθως:

 

«Υπερημερία

44Β.-(1) Σε περίπτωση υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι (120) ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών,  η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυποθήκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.

(2) Οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα  υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους, η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή, όταν αυτός είναι αδειοδοτημένο ίδρυμα, προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή εγγυητή σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος, συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος και εμπεριέχει τυποποιημένη πληροφόρηση στην οποία αναφέρονται ρητά τα ακόλουθα:

(α) Ο αριθμός λογαριασμού·

(β) το όνομα του δανειολήπτη·

(γ) η ημερομηνία έναρξης/χορήγησης του δανείου·

(δ) ο σκοπός του δανείου·

(ε) το αρχικό ποσό του δανείου·

(στ) το επιτόκιο (βάση και περιθώριο)·

(ζ) η διαχρονική διακύμανση του επιτοκίου·

(η) το σύνολο των καταβληθέντων δόσεων και πληρωμών κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης·

(θ) το σύνολο των τόκων κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης·

(ι) το σύνολο των τόκων υπερημερίας κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης·

(ια) το σύνολο τυχόν άλλων χρεώσεων κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης·

(ιβ) το υπόλοιπο κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης·

(ιγ) οι μέρες σε καθυστέρηση·

(ιδ) το ποσό σε καθυστέρηση·

(ιε) η μηνιαία δόση κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης·

(ιστ) οι υποθήκες και το ποσό που εξασφαλίζεται από αυτές κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης·

(ιζ) οι άλλες εξασφαλίσεις και το ποσό που εξασφαλίζεται από αυτές κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης·

(ιη) όπου εφαρμόζεται, οι ημερομηνίες αποστολής όλων των επιστολών που αναφέρονται στις παραγράφους 5(2)(β), 5(2)(γ), 5(2)(δ) και 5(2)(ε) του Κώδικα·

(ιθ) η ημερομηνία τερματισμού του δανείου, στην περίπτωση που αυτό έχει τερματιστεί·

(κ) κατά πόσο έχει εκδοθεί απόφαση επί διαιτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου· και

(κα) τα στοιχεία επικαιροποίησης που προκύπτουν από οποιεσδήποτε τροποποιητικές συμφωνίες δανειακής σύμβασης, με ρητή αναφορά στις εκάστοτε εν ισχύι εξασφαλίσεις και στην ημερομηνία λήξης του δανείου:

Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΓΑ, η αποστολή της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ» πραγματοποιείται μόνο μία φορά από το εκάστοτε αδειοδοτημένο ίδρυμα, το οποίο αποτελεί ενυπόθηκο δανειστή:

Νοείται περαιτέρω ότι, δεν υφίσταται υποχρέωση αποστολής της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ», σε περίπτωση κατά την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη ή έχει ήδη κατατεθεί αίτηση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI.

(2Α) [Διαγράφηκε].

(3) Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του  παρόντος Μέρους.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)

 

Μέσα από προσεκτική ανάλυση του πιο πάνω άρθρου, του γράμματος και του σκοπού αυτού, καταδεικνύει ότι παρέχεται σε έναν ενυπόθηκο οφειλέτη η δικονομική και ουσιαστική δυνατότητα να αμφισβητήσει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να ζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του πιο πάνω μέρους του Νόμου.

 

Στην βάση των πιο πάνω, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο, τα όσα ο αιτητής προβάλλει τόσο με το έντυπο απαίτησης και την έκθεση απαίτησης, αλλά και  με την υπό εξέταση αίτηση ως πιο πάνω αναφέρθηκαν, εμπίπτουν ή όχι στο πλαίσιο του πιο πάνω άρθρου.

 

Το Δικαστήριο, μελετώντας με προσοχή τα όσα ο αιτητής προέβαλε στα πλαίσια τόσο της αγωγής, όσο και της υπό εξέταση αίτησης, κρίνει ότι οι θέσεις του αιτητή δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας με αντικείμενο την αμφισβήτηση του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή και στην προκειμένη περίπτωση της καθ΄ ης η αίτηση να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν.9/1965. Αυτό καθ΄ ότι, το εν λόγω δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή είναι στενά συνυφασμένο και άρρηκτα συνδεδεμένο με το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή που πηγάζει από τις επίδικες υποθήκες και το αξιούμενο ποσό χρέους έναντι του ενάγοντα αιτητή. Ο αιτητής όμως στην παρούσα, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, διευκρίνισε ρητά και ξεκάθαρα ότι η αγωγή δεν αφορά τη νομιμότητα ή την εξάλειψη των υποθηκών, ούτε την εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους, ζητήματα τα οποία άπτονται σε άλλες Δικαστικές διαδικασίες.

 

Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, αλλά και στη βάση του ότι ο αιτητής θέτει ευθέως ζητήματα νόμιμης επίδοσης των επίδικων ειδοποιήσεων Τύπου Θ, Ι και ΙΒ, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά τα θέματα, τα οποία ο αιτητής χαρακτηρίζει και αποδίδει ως «παράβαση θέσμιων καθηκόντων της εναγομένης» δεν βρίσκουν έρεισμα στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο του άρθρου 44Β έτσι ώστε να νομιμοποιεί τον αιτητή από το να ζητά τις αιτούμενες θεραπείες ως πιο πάνω αναφέρθηκαν.

 

Ως εκ των άνω, κρίνεται ότι ο αιτητής απέτυχε να αποκαλύψει ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και κατ΄ επέκταση δεν θα μπορούσε να καταδειχθεί και ορατή πιθανότητα επιτυχίας.

 

Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της υπό εξέταση αίτησης, εν τούτοις, για σκοπούς πληρότητας και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί εσφαλμένη η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, θα εξεταστεί κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα.

 

Ως προς τούτο, το Δικαστήριο κρίνει ότι ούτε αυτή η προϋπόθεση πληρείται. Αυτό καθότι η καθ΄ ης η αίτηση, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ως πιο πάνω αναφέρθηκε και στη βάση των στοιχείων που επικαλείται, διατηρεί περιουσιακά στοιχεία της τάξης των €331.080.092.00, εκ των οποίων σε μετρητά €35.099.161.00. Οι εν λόγω αναφορές δεν έχουν αμφισβητηθεί, παρέμειναν αναντίλεκτες και δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να θέτει εν αμφιβόλω την φερεγγυότητα της καθ΄ ης η αίτηση και τη δυνατότητα της να αποζημιώσει πλήρως τον αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας.

 

Χωρίς κανένα δισταγμό, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οικονομική επιφάνεια της καθ΄ ης η αίτηση με την οποία διαθέτει περιουσιακά στοιχεία αξίας κατά πολύ πολλαπλάσια των επίδικων ακινήτων, της επιτρέπει και της δίνει τη δυνατότητα να αποζημιώσει τον αιτητή στην οποιανδήποτε ζημιά ήθελε υποστεί, η οποία εύκολα μπορεί να αποτιμηθεί  σε χρήμα και να αποκατασταθεί πλήρως.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Ως εκ των άνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

                                                                          (Υπ.) …………………………………...

                                                                                                    Αλ. Φυλακτού, Α.Ε.Δ.                                                                     

Πιστόν αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο