Ανδρέα Χριστοδούλου Αναστασίου, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ.: 9/2025, 18/9/2026
print
Τίτλος:
Ανδρέα Χριστοδούλου Αναστασίου, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ.: 9/2025, 18/9/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

                                                                Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ.: 9/2025 (i-justice)

 

Σε Πτώχευση:

 

Ανδρέα Χριστοδούλου Αναστασίου (ΑΔΤ [ ]) [ ]

 

Χρεώστη

 

 

Ημερομηνία: 18/09/2026

Για Αιτητή - Χρεώστη: κ. Ν. Α. Τσιαπαλής.

Για Καθ’ ης η αίτηση - Πιστωτή: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους με κα Ι. Σιακαλλή για ΚΟΥΣΙΟΣ ΚΟΡΦΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στις 29/09/2025, μετά από μονομερή αίτηση της GORDIAN HOLDINGS LIMITED (στο εξής «η Καθ’ ης η Αίτηση»), εκδόθηκε Ειδοποίηση Πτώχευσης, η οποία απευθύνεται προς τον φερόμενο χρεώστη Ανδρέα Χριστοδούλου Αναστασίου και του ζητά όπως, εντός 7 ημερών από την επίδοση της Eιδοποίησης, πληρώσει συγκεκριμένο ποσό - λεπτομέρειες του οποίου αναφέρονται στην Ειδοποίηση - οφειλόμενο δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερ. 21/05/2021, εκδοθείσας στην Αγωγή 1324/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 09/10/2025, η οποία υπάρχει στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, η αίτηση για έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης μαζί με την Ειδοποίηση Πτώχευσης επιδόθηκαν στον Ανδρέα Χριστοδούλου Αναστασίου στις 06/10/2025.

 

Στις 09/10/2026, ο Ανδρέας Χριστοδούλου Αναστασίου (στο εξής «ο Αιτητής») καταχώρησε ένορκη δήλωση, με την οποία, αφού δέχεται ότι του έγινε η επίδοση και ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης (στο εξής «η Ειδοποίηση») αφορά το εκ της ως άνω δικαστικής απόφασης χρέος, ζητά τον παραμερισμό της Ειδοποίησης, προβάλλοντας τα ακόλουθα:

 

·                Αμφισβητεί ότι οφείλει στην Καθ’ ης η Αίτηση το ποσό των €1.129.916 πλέον τόκο προς 5,9883% ετησίως από 01/07/2020, επί ποσού €1.124.588,77 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση 2 φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον €23.971 έξοδα, πλέον τόκο προς 2% ετησίως από 21/05/2021 μέχρι εξόφλησης, πλέον ΦΠΑ, πλέον €134 έξοδα απόφασης, αφού ως αναφέρει, η Καθ’ ης η Αίτηση μετά την έκδοση της άνω απόφασης προχώρησε στην εκποίηση των υποθηκών [ ] και [ ] και του διαμερίσματος αρ. [ ], που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο, στο Μπλοκ [ ], στην οικοδομή [ ], στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής [ ] και θα έπρεπε τα ποσά που εισπράχθηκαν να διατεθούν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, με ανάλογη μείωση και αναπροσαρμογή του υπολοίπου.

·                Περαιτέρω, αναφέρει ότι, εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση και της BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, έχει καταχωρήσει (με τη σύζυγο του και την εταιρεία SAEM) την Αγωγή 467/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με την οποία αξιώνει διάφορες θεραπείες, μεταξύ των οποίων και αποζημιώσεις μέχρι και €2.000.000, ποσό το οποίο υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος. Στο πλαίσιο της εν λόγω Αγωγής μεταξύ άλλων αξιώνει ακύρωση των συμβάσεων δανείων, εγγύησης και υποθηκών, οι οποίες περιγράφονται στην επισυνημμένη, επί της Ειδοποίησης, απόφαση, λόγω του ότι είναι παράνομες και/ή καταχρηστικές και/ή άκυρες και/ή ακυρώσιμες.

·                Τέλος αναφέρει ότι πριν από περίπου ένα χρόνο έχει διαγνωσθεί με συγκεκριμένη νόσο και διαταραχή και ο γιατρός που τον παρακολουθεί, του συνέστησε να αποφεύγει στον βαθμό που είναι δυνατόν, διαδικασίες και καταστάσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν άγχος και ένταση αφού θα οδηγήσουν σε επιδείνωση της κατάστασης του. Το γεγονός αυτό επηρεάζει σημαντικά τη δυνατότητα του να ασκήσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του για πρόσβαση στη δικαιοσύνη και την εξασφάλιση δίκαιης δίκης λόγω των επιπλοκών που προκαλούνται στη μνήμη, ομιλία και σύνθεση της σκέψης του. Ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή και τυγχάνει της κατάλληλης περίθαλψης ευελπιστώντας σε σταθεροποίηση της κατάστασης του και βελτίωσης της ώστε απρόσκοπτα και ελεύθερα να χειρίζεται τις υποθέσεις του.

 

Ενόψει της καταχώρησης της ως άνω ένορκης δήλωσης, στις 14/10/2026, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση και διέταξε όπως ο χρόνος διάπραξης της πράξης πτώχευσης παραταθεί μέχρι να ακουσθεί και αποφασισθεί η ένορκη δήλωση - αίτηση παραμερισμού της Ειδοποίησης.

 

Η πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση δεν καταχώρησε ένορκη δήλωση, ως ένσταση στην ένορκη δήλωση του Αιτητή και η ακρόαση της υπόθεσης περιορίσθηκε σε αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, όπου προέβαλαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Τα όσα έχουν παραθέσει με τις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης.

 

Νομική πτυχή

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 (1)(ε) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, ως έχει τροποποιηθεί, χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης εάν εντός επτά ημερών, από την επίδοση σε αυτόν, δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις ειδοποίησης πτώχευσης που αφορά οποιοδήποτε ποσό προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή τελικό διάταγμα, της οποίας απόφασης ή τελικού διατάγματος δεν έχει ανασταλεί η εκτέλεση ή δεν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή, η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγµα.

 

Το άρθρο 3 (3) του Κεφ. 5 προβλέπει ότι η ειδοποίηση πτώχευσης θα γίνεται κατά τον καθορισμένο τύπο καθώς και τι πρέπει να αναφέρει. Η διαδικασία δε της ειδοποίησης πτώχευσης και το περιεχόμενο αυτής ρυθμίζεται από το Μέρος III των Πτωχευτικών Κανονισμών και ειδικότερα από τους Κανονισμούς 38 έως 43. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 38, η ειδοποίηση πτώχευσης εκδίδεται και σφραγίζεται από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, το οποίο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης, μετά από αίτηση του πιστωτή. Ως δε προκύπτει από τον Κανονισμό 39, η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεν απευθύνεται στον χρεώστη αλλά στον Πρωτοκολλητή, από τον οποίο και εξαιτείται την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης. Στο παράρτημα Α των Πτωχευτικών Κανονισμών, καθορίζεται ο τύπος τόσο της αίτησης όσον και της ειδοποίησης πτώχευσης αντίστοιχα.

 

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40(2), μετά την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, ο χρεώστης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση στην οποία να αναφέρει ότι έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε το χρέος που αφορά την ειδοποίηση. Η ένορκος αυτή δήλωση λειτουργεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης («to set aside the bankruptcy notice»). Θα πρέπει δε να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον χρεώστη σε περιπτώσεις που η επίδοση γίνεται στη Δημοκρατία (Κανονισμός 40(3). Ο χρεώστης δεν μπορεί να εγείρει με τέτοια ένορκη δήλωση, οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40(2) (βλ. και Λάρκος ν. Κατσαρή (2000) 1 Α.Α.Δ. 1694 και Αλεξάνδρου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 46). Το βάρος απόδειξης των πιο πάνω ισχυρισμών είναι αποκλειστικά στους ώμους του χρεώστη. Αυτό προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 3(1)(ε) του Κεφ. 5 καθώς και του Κανονισμού 40(2) των Πτωχευτικών Κανονισμών.

 

Η ειδοποίηση πτώχευσης μπορεί να παραμερισθεί και για λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται στον Κανονισμό 40(2). Στην περίπτωση όμως αυτή, η πρέπουσα διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης δια κλήσεως και όχι η επιδίωξη ακύρωσης με την ένορκη δήλωση που προβλέπει ο Κανονισμός 40(2). Από τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Δημητρίου (2008) 1Α Α.Α.Δ. 425, προκύπτει ότι άλλοι λόγοι ακύρωσης ειδοποίησης πτώχευσης, πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40(2), δηλαδή ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμός, όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν να προβληθούν με καταχώρηση ξεχωριστής, ειδικής προς τούτο αίτησης, δηλαδή αίτησης προς ακύρωση και όχι με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κανονισμό 40(2) (βλ.  και Alpha Bank Cyprus Ltd πρώην Alpha Bank Ltd ν. Αριστείδη κ.ά. (2015) 1 Α.Α.Δ. 1090). Επομένως το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τον παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης στη βάση λόγων, οι οποίοι δεν προβλέπονται από τον Κανονισμό 40(2), αλλά μόνον εφόσον υποβληθεί προς το σκοπό αυτό η απαιτούμενη αίτηση. Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κανονισμού 40(2) (βλ. και Re Costas Louka (1986) JSC 365 και Αλωνεύτης ν. Alpha Bank Ltd (2010) 1Α Α.Α.Δ 475). Το βάρος απόδειξης στην περίπτωση αίτησης για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης είναι το ίδιο όπως στην περίπτωση της ένορκης δήλωσης δυνάμει του Κανονισμού 40(2) και βρίσκεται αποκλειστικά στους ώμους του χρεώστη (βλ. Re Ντίνος Ασπρής (1988) 1 J.S.C. 93 και Αλωνεύτης ανωτέρω).

 

Όλα τα πιο πάνω βασικά επαναλαμβάνονται στην πρόσφατη Αναστασίου ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. Ε173/2021, ημερ. 19/05/2025.

 

Εξέταση της παρούσας

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ στην εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων στην παρούσα.

 

 

Κατ’ αρχάς να λεχθεί ότι δεν αμφισβητείται ότι η ένορκη δήλωση του Αιτητή, λειτουργεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, ως αίτηση παραμερισμού της Ειδοποίησης και ότι καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας των τριών ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης.

 

Με δεδομένο ότι επιχειρείται ο παραμερισμός της Ειδοποίησης μέσω τέτοιας ένορκης δήλωσης, οι λόγοι που μπορεί να εγείρει ο Αιτητής, ως έχει εκτεθεί ανωτέρω, είναι οι συγκεκριμένοι που προβλέπει ο Κανονισμός 40(2) και δη ότι έχει ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε το χρέος που αφορά την Ειδοποίηση. Για την προβολή οποιουδήποτε άλλου λόγου παραμερισμού, ως επίσης εξηγήθηκε ανωτέρω, απαιτείται συγκεκριμένη αίτηση.

 

Ως εκ των άνω και κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων του Δικαστηρίου, κατά την ακρόαση ο συνήγορος του Αιτητή απέσυρε, από τους λόγους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, εκείνο που αφορά το ύψος του οφειλόμενου εξ αποφάσεως χρέους - στη βάση του οποίου εκδόθηκε η Ειδοποίηση - μετά την εκποίηση των υποθηκών αλλά και τα όσα προβάλλει ο Αιτητής αναφορικά με την υγεία του.

 

Απομένει λοιπόν προς εξέταση μόνο το κατά πόσο ο Αιτητής έχει ανταπαίτηση ή ανταγωγή που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το ως άνω εξ αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε το χρέος αυτό.

 

Ως προς τούτο ο Αιτητής, αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι έχει καταχωρήσει εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση και της BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD (με τη σύζυγο του και την εταιρεία SAEM) την Αγωγή 467/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με την οποία αξιώνει διάφορες θεραπείες, μεταξύ των οποίων και αποζημιώσεις μέχρι και €2.000.000, ποσό το οποίο υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος. Κατέθεσε δε με την εν λόγω ένορκη δήλωση σαν Τεκμήριο Α το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της εν λόγω Αγωγής.

Κατά την αγόρευση του, ο συνήγορος του Αιτητή προέβαλε ότι δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία για να αποφασίσει ότι τα ως άνω που εγείρονται στην Αγωγή 467/2023, ήταν δυνατό να εγερθούν στην Αγωγή 1324/2013, έστω και εάν κάποιες από τις αξιώσεις θα μπορούσαν να εγερθούν στην τελευταία.  Πρόσθεσε δε ότι υπάρχει μόνο η απόφαση που εκδόθηκε και το κλητήριο ένταλμα της Αγωγής 467/2023. Η Καθ’ ης η Αίτηση παρέλειψε να αναφέρει «στην αίτηση» της – προφανώς εννοεί για την έκδοση της Ειδοποίησης - οτιδήποτε σχετικό με την ύπαρξη της εναντίον της Αγωγής.

 

Περαιτέρω, ο κ. Τσιαπαλής υποστήριξε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση απέκρυψε ότι τόσο οι υποθήκες όσο και το ακίνητο έχουν εκποιηθεί και δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση της να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή γεγονότα που περιβάλλουν και καθορίζουν το πραγματικά οφειλόμενο ποσό και αφού προβεί στους αναγκαίους υπολογισμούς, να αναφέρει στην αίτηση για έκδοση της Ειδοποίησης το ποσό που πραγματικά οφείλεται και όχι το περιεχόμενο της απόφασης.

 

Από την πλευρά της η Καθ’ ης η Αίτηση, με την αγόρευση της, υποστηρίζει ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή και ότι αυτός δεν απέδειξε ότι η Αγωγή 467/2023 αποτελεί ανταπαίτηση, η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και ότι αυτή δεν μπορούσε να εγερθεί στην Αγωγή 1324/2013. Σύμφωνα πάντα με την Καθ’ ης η Αίτηση, σε κάθε περίπτωση, ως φαίνεται από το κλητήριο της Αγωγής 467/2023, η εν λόγω ανταπαίτηση δεν ξεπερνά το ποσό της απόφασης στην Αγωγή 1324/2013 αφού το ποσό που ζητείται είναι €450.000.

 

Ως περαιτέρω αναφέρει η Καθ’ ης η Αίτηση, ο Αιτητής με την ένορκη δήλωση του δεν προβάλλει τίποτα περισσότερο από ένα ισχυρισμό ως προς τα πιο πάνω, που δεν είναι αρκετός για να τα αποδείξει. Η ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν συνιστά από μόνη της ανταπαίτηση, ούτε τεκμηριώνει ότι πρόκειται για αξίωση που εξισώνεται ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος, καθότι από μια απλή ανάγνωση του κλητηρίου εντάλματος, είναι πρόδηλο ότι πρόκειται για ισχυρισμούς που άπτονται της εγκυρότητας των συμβάσεων και υποθηκών που αποτέλεσαν αντικείμενο της Αγωγής 1324/2013 και θα μπορούσαν να εγερθούν εκεί από τον Αιτητή. Η απλή αναφορά ότι η απαίτηση του Αιτητή στην Αγωγή 467/2023 ξεπερνά τα €2.000.000, δεν μπορεί να ικανοποιήσει κανένα από τους λόγους παραμερισμού. Περαιτέρω, σε σχέση με τον ισχυρισμό του Αιτητή αναφορικά με την εκποίηση των υποθηκών ή του ακινήτου, αυτός με την ένορκη του δήλωση δεν κατέδειξε εάν το επίδικο ακίνητο που βαρυνόταν με τις υποθήκες που αφορά η απόφαση επί  της οποίας στηρίζεται η Ειδοποίηση, έχει όντως εκποιηθεί και ποιο ποσό εισπράχθηκε, εάν εισπράχθηκε.

 

Ως προς τις πιο πάνω θέσεις δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα:

 

Οι θέσεις του Αιτητή δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο. Αυτό καθότι το βάρος απόδειξης τόσο της ύπαρξης ανταπαίτησης που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το ως άνω εξ αποφάσεως χρέος όσο και ότι αυτή δεν μπορούσε να εγερθεί στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε το χρέος αυτό, βρίσκεται στους ώμους του ίδιου του Αιτητή. Ήταν αυτός λοιπόν που όφειλε να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία ή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η Αγωγή 467/2023 πληροί τα πιο πάνω και όχι η Καθ’ ης η Αίτηση να καταρρίψει ένα τέτοιο ισχυρισμό. Ως αναφέρεται στην Αριστείδη κ.ά. ανωτέρω, εκείνο που ο χρεώστης οφείλει να δείξει με εύλογο βαθμό λεπτομέρειας είναι τη φύση καθώς και το ποσό της ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή και συμψηφισμού, τα οποία θα πρέπει να είναι γνήσια, προβληθέντα καλή τη πίστει και με μια εύλογη πιθανότητα επιτυχίας. Στο τέλος της ημέρας, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπό το φως της ολότητας της προσαχθείσας μαρτυρίας, εγείρεται όντως γνήσιο θέμα προς εκδίκαση, οπότε και η πτωχευτική ειδοποίηση υπόκειται σε ακύρωση (βλ. και In Re a Debtor (No. 75 of 1982) Ex Parte the Debtor v. National Westminster Bank Plc [1984] 1 WLR 353 και Χατζηρωτή ν. Πιερίδη (2017) 1Α Α.Α.Δ. 20).

 

Αναφορικά με το ποσό που αναφέρεται στην Ειδοποίηση ότι οφείλει ο Αιτητής, αυτός στην ένορκη του δήλωση, προβάλλει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση, μετά την έκδοση της άνω απόφασης, προχώρησε στην εκποίηση των υποθηκών και του ακινήτου, χωρίς όμως να αναφέρει καν ποιο ήταν το ποσό που λήφθηκε από την εκποίηση και περαιτέρω ποιο είναι το ύψος του ποσού που οφείλεται σήμερα ως προς το εν λόγω εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος του. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι το ποσό που οφείλει δυνάμει της συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης είναι  μικρότερο από αυτό που επιδικάσθηκε εναντίον του. Εδώ να λεχθεί ότι το θέμα του ποσού δεν εξετάζεται στη βάση του λόγου που προέβαλε ο Αιτητής και τον οποίο, ως προαναφέρθηκε, απέσυρε αλλά σε σχέση με το κατά πόσο το ποσό της ανταπαίτησης που προβάλλει είναι ίσο ή υπερβαίνει αυτό του εξ αποφάσεως οφειλόμενου.

 

Πέραν δε του ισχυρισμού ότι έχει καταχωρήσει (με τη σύζυγο του και την εταιρεία SAEM) την Αγωγή 467/2023 με την οποία αξιώνει διάφορες θεραπείες, μεταξύ των οποίων και αποζημιώσεις μέχρι και €2.000.000 και την επισύναψη του κλητηρίου εντάλματος αυτής στην ένορκη δήλωση του, ουδέν άλλο παρέθεσε ο Αιτητής στο Δικαστήριο, προς υποστήριξη της θέσης του.

 

Ως φαίνεται από το εν λόγω κλητήριο ένταλμα, με την Αγωγή 467/2023, αξιώνονται τα ακόλουθα:

 

Α.   Απόφαση και/ή δήλωση ότι οι επίδικες συμβάσεις και/ή οι όροι τους όπως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει και/ή κρίνει είναι καταχρηστικές και/ή άκυρες και/ή μη δεσμευτικές για τους ενάγοντες.

Β.  Περαιτέρω και/ή διαζευτικά Διάταγμα με το οποίο οι καταχρηστικοί όροι να διαγράφονται και/ή να καθορίζεται το ορθό υπόλοιπο των επίδικων λογαριασμών, πιστωτικό ή χρεωστικό.

Γ.   Απόφαση και/ή Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη 1 και/ή η εναγόμενη 2 να λογίσει και/ή πιστώσει οποιαδήποτε ποσά εισέπραξε και/ή ωφελήθηκε από εξασφαλίσεις κατά προτεραιότητα έναντι των εξ εγγυήσεως υποχρεώσεων των εναγόντων 2 και/ή 3, περαιτέρω δε και/ή διαζευτικά απόφαση προς όφελος των εναγόντων 2 και/ή 3 για ποσό €457032 όπως περιγράφεται στις παραγράφους 10,11, 12 και 13 πιο πάνω.

Δ.    Απόφαση και/ή δήλωση ότι σαν αποτέλεσμα της υιοθέτησης και/ή εφαρμογής των καταχρηστικών ρητρών των επίδικων συμβάσεων οι ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά και/ή βλάβη όπως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει.

Ε.   Απόφαση και/ή διάταγμα για καταβολή αποζημίωσης και/ή για αποκατάσταση και/ή επανόρθωση της προκληθείσας ζημιάς και/ή βλάβης όπως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει.

 

Από το πιο πάνω αιτητικό προκύπτει κατ’ αρχάς ότι ο Αιτητής δια της εν λόγω Αγωγής δεν αξιώνει αποζημιώσεις «μέχρι και €2.000.000», ως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι διεκδικεί ένα ποσό «€457032» καθώς και απόφαση για καταβολή «αποζημίωσης και/ή για αποκατάσταση και/ή επανόρθωση της προκληθείσας ζημιάς». Το γεγονός ότι η Αγωγή αυτή καταχωρήθηκε στην κλίμακα €500.000 - € 2.000.000, δεν συνιστά απόδειξη ότι με αυτήν αξιώνεται ποσό ίσο ή μεγαλύτερο του εξ αποφάσεως χρέους, που ως αναφέρεται στην Ειδοποίηση (και δεν έχει αποδειχθεί από τον Αιτητή ότι είναι μικρότερο) είναι «€1.129.916,00, πλέον τόκο προς 5,9883% ετησίως από 1.7.2020, επί ποσού €1.124.588,77 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση 2 φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον €23.971,00 έξοδα της αγωγής υπ’ αριθμό 1324/2013 του Ε.Δ. Πάφου ημερομηνίας 13.2.2014, πλέον τόκο προς 2,00% το χρόνο από 21.5.2021 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α., πλέον €134,00 έξοδα έκδοσης της απόφασης».

 

Πέραν όμως και ανεξάρτητα των πιο πάνω, κανένα στοιχείο δεν έχει θέσει ο Αιτητής με το οποίο να αποδεικνύει ότι τα όσα σχετικά αξιώνει με την Αγωγή 467/2023 δεν μπορούσαν να εγερθούν στην Αγωγή 1324/2013, στην οποία εξασφαλίστηκε το ποσό που αναφέρεται στην Ειδοποίηση. Εδώ να επισημανθεί ότι από το κείμενο της απόφασης στην Αγωγή 1324/2013, προκύπτει ότι οι συμβάσεις υποθήκης για τις οποίες αξιώνονται θεραπείες με την Αγωγή 467/2023, είναι οι ίδιες για τις οποίες εκδοθήκαν διατάγματα εκποίησης δια της εν λόγω απόφασης και ότι με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε και ανταπαίτηση που υπήρχε.

 

Κατάληξη

 

Καταληκτικά, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η ένορκη δήλωση του Αιτητή - Χρεώστη για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης απορρίπτεται.

 

Η προθεσμία για συμμόρφωση προς την Ειδοποίηση Πτώχευσης, η οποία αναστάληκε μέχρι να ακουσθεί η παρούσα, θα αρχίζει από σήμερα.

 

Τα έξοδα της παρούσας επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση – Πιστωτή και εναντίον του Αιτητή – Χρεώστη, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

               (Υπ.)……………………..….……..……

      Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο