Μαρίνα Ιωάννου ν. SKY CAC LTD, Αρ. Απαίτησης: 421/26, 17/9/2026
print
Τίτλος:
Μαρίνα Ιωάννου ν. SKY CAC LTD, Αρ. Απαίτησης: 421/26, 17/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

                                                                                Αρ. Απαίτησης: 421/26

 

Μεταξύ:

                                                      Μαρίνα Ιωάννου

 

Ενάγουσα

ν.

 

SKY CAC LTD

Εναγόμενης

 

   Αίτηση ημερομηνίας 31.8.2026 για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων

 

Ημερομηνία:  17 Σεπτεμβρίου, 2026

 

Για Ενάγουσα – Αιτήτρια: κος Χρ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Για την Εναγόμενη – Καθ’ ης η αίτηση: κος Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

            Η ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση ζητά την έκδοση προσωρινού Διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία πώλησης και/ή εκποίησης και/ή πλειστηριασμού που κίνησε και προωθεί η εναγόμενη δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9(Ι)/65 σε σχέση με το ακίνητο της ενάγουσας το οποίο βαρύνεται με την Υποθήκη Υ{ } του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερομηνίας 6.7.11, με αριθμό εγγραφής 0/49361, περιλαμβανομένου ρητά του πλειστηριασμού που έχει οριστεί στις 17.9.26 και ώρα 10π.μ. Ζητά επίσης την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού Διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη η διεξαγωγή και/ή ο επαναορισμός πλειστηριασμού και/ή η πώληση και/ή αποξένωση του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου 9(Ι)/65, την οποία η εναγόμενη ήδη εκκίνησε στη βάση των ήδη εκδοθεισών ειδοποιήσεων τύπου Θ ημερομηνίας 5.2.25, τύπου Ι ημερομηνίας 19.3.25 και τύπου ΙΒ ημερομηνίας 12.8.25 και του Δελτίου Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού ημερομηνίας 25.2.26.

 

            Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 άρθρα 4 -9, 21, 23, 29, 31 και 32, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9(Ι)/65, στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

            Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κου Ν. Ιωάννου Νεοφύτου, πατέρα της ενάγουσας και διευθυντή της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας των δανείων που κατ’ ισχυρισμό εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη. Ως υποστηρίζει για την παράδοση της δέσμης ειδοποιήσεων τύπου ΙΒ στις 7.11.25 και για τον εντοπισμό των αναρτήσεων του επίδικου πλειστηριασμού στις 25.8.26, τα πληροφορήθηκε από τον υιό του Α. Ιωάννου. Αναφέρει επίσης ότι η αιτήτρια είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ενυπόθηκου ακινήτου, το οποίο είναι κατοικία. Η μόνιμη κατοικία της αιτήτριας βρίσκεται στην οδό Αμμοχώστου 4, Έμπα. Η παρούσα αγωγή αφορά και περιορίζεται μόνο στη νομιμότητα της διαδικασίας εκποίησης του επίδικου ακινήτου και στις παραβάσεις των θέσμιων και νόμιμων καθηκόντων της καθ’ ης η αίτηση και δεν αφορά την εγκυρότητα και την εξάλειψη της επίδικης υποθήκης ούτε την εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους, ζητήματα που είναι αντικείμενο άλλων δικαστικών διαδικασιών. Ακολούθως, ο κος Νεοφύτου αναφέρεται στο ιστορικό του δανεισμού και στην αμφισβήτηση του φερόμενου χρέους. Ισχυρίζεται ότι η καθ’ ης η αίτηση εξέδωσε τις επιστολές ημερομηνίας 5.2.25 κατά τον τύπο Θ η οποία δεν επιδόθηκε στην αιτήτρια, όπως επίσης η ειδοποίηση τύπου Ι ημερομηνίας 19.3.25 από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 6, φαίνεται ότι αυτή δεν είχε επιδοθεί στην ίδια. Ο δε τύπος της ειδοποίησης Ι δεν είναι σύμφωνος με το Νόμο και δεν επιδόθηκε ούτε στη σύζυγό του. Υποστηρίζει επίσης ότι οι τόκοι της υποθήκης παραπέμπουν σε υπολογισμό τόκου επί του εξασφαλισθέντος ποσού των €650.000 για περίοδο που εκκινεί από την εγγραφή της υποθήκης ήτοι το 2011 ενώ τα δάνεια της καθ’ ης η αίτηση τα οποία η ίδια ισχυρίζεται ότι εξασφαλίζει συνήφθησαν στις 30.9.18.  Ακολούθως ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται και υποστηρίζει ουσιαστικά ότι οι ειδοποιήσεις  τύπου Θ, Ι, ΙΑ  και ΙΒ ουδέποτε επιδόθηκαν στην αιτήτρια. Τόσο ο ίδιος του όσο και η αιτήτρια, έλαβαν γνώση του ορισθέντος πλειστηριασμού, χωρίς να τους επιδοθεί, τυχαία στις 25.8.26 όταν ο υιός του Α. Ιωάννου εντόπισε στις δημοσιεύσεις των Ειδοποιήσεων Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού στη σχετική ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών και τους ενημέρωσε αυθημερόν όπου και έλαβαν γνώση για τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό στις 17.9.26, ώρα 10 π.μ. Ένεκα της μη επίδοσης των ως άνω ειδοποιήσεων, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια στερήθηκε το σύνολο των δικαιωμάτων της ήτοι το δικαίωμα για αποπληρωμή του χρέους, τη δυνατότητα αμφισβήτησης του απαιτούμενου ποσού της ειδοποίησης τύπου Ι, την ενημέρωση του δικαιώματος υποβολής παραπόνου στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο, τη συμμετοχή στο στάδιο της εκτίμησης του ακινήτου, την ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης και του πλειστηριασμού και το ένδικο δικονομικό διάβημα της έφεσης του άρθρου 44Γ(3) του Νόμου για παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ και εφόσον η ειδοποίηση αυτή ουδέποτε επιδόθηκε στην αιτήτρια δεν έχει άλλο πρόσφορο ένδικο διάβημα για την προστασία της. Γίνεται επίσης αναφορά στις εκκρεμούσες αγωγές στα πλαίσια των οποίων αμφισβητείται η νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδικης υποθήκης. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η καθ’ ης η αίτηση δεν θα υποστεί κάποια βλάβη από την έκδοση των διαταγμάτων εφόσον θα δύναται να προωθήσει τη διαδικασία εάν κριθεί ότι δικαιούται να το πράξει. Αντιθέτως, η αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη απώλεια της περιουσίας της πριν από την εκδίκαση της αγωγής και πριν κριθεί δικαστικά το ποσό που οφείλει η πρωτοφειλέτιδα.

 

            Η αίτηση υποστηρίζεται επίσης από την ένορκη δήλωση του κου Χ. Χριστοδούλου ο οποίος ισχυρίζεται ότι στις 27.7.26 βρισκόταν με τον κο Ν. Ιωάννου στον χώρο του Δικαστηρίου όπου τον προσέγγισε ένας κύριος που δεν τον είχε ξανά δει και μόλις τον είδε ο κος Νεόφυτος του είπε δεν θέλω να μου ξαναμιλήσεις και έφυγαν. Σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε ο κος Νεόφυτος, ο κύριος αυτός ήταν επιδότης από τη Λευκωσία.

 

            Με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 2.9.26, ο κος Νεοφύτου ισχυρίζεται ότι ο επιδότης Μ. Νεοφύτου, ουδέποτε του επέδωσε προσωπικά έγγραφα στις 27.7.26 και 31.8.26, παρά μόνο στις 31.8.26 ένας Αστυνομικός τον πλησίασε στο Δικαστήριο Πάφου λέγοντας του ότι είχε ένα φάκελο να του δώσει και ενημέρωσε τον δικηγόρο του ο οποίος είδε στον φάκελο γραμμένο το όνομα «Μιχάλης Νεοφύτου». Ο φάκελος αυτός δεν παραδόθηκε και δεν παραλήφθηκε και κατά τις ως άνω ημερομηνίες δεν του επιδόθηκε οποιαδήποτε ειδοποίηση τύπου ΙΑ.

 

            Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις των κ.κ. Α. Ιωάννου και Ν. Νεοφύτου. Ο κος Ιωάννου υποστηρίζει ότι στο τεκμήριο 9 το οποίο συνοδεύει την αίτηση αφορά έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν στον ίδιο προσωπικά, όπως και τα έγγραφα του τεκμηρίου 12 στην ένορκη δήλωση του κου Ε. Θεοδώρου αμφισβητώντας ότι τα έγγραφα αυτά είχαν αφεθεί στην παρουσία του πατέρα του. Ο κος Ν. Νεοφύτου με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 10.9.26 υποστηρίζει ότι ο επιδότης Σ. Παπαλουκά ουδέποτε επέδωσε στον ίδιο οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις.

 

            Η καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση με την οποία μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, η αιτήτρια επέλεξε λανθασμένο δικονομικό διάβημα και ζητά θεραπείες οι οποίες μπορούν να εκδοθούν μόνο στα πλαίσια αίτησης έφεσης και όχι απαίτησης, η αίτηση είναι καταχρηστική εφόσον η αιτήτρια μπορούσε να προωθήσει την παρούσα διαδικασία στα πλαίσια της αγωγής 416/22 η οποία εκκρεμεί όπου η αιτήτρια προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς και αξιώσεις που αφορούν την επίδικη υποθήκη, η αιτήτρια δεν έχει καλή βάση αγωγής και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας και η αιτήτρια δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη και/ή τυχόν ζημιές που ενδεχομένως να υποστεί μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και η καθ’ ης η αίτηση είναι σε θέση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στην αιτήτρια.

 

            Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κου Ε. Θεοδώρου, στην οποία αναφέρεται στο ιστορικό των διαφορών των διαδίκων, στον αρχικό δανεισμό προς τον Όμιλο Παναρέτη και στη διευθέτηση η οποία ακολούθησε υποστηρίζοντας ότι η επίδικη υποθήκη θα συνέχιζε να εξασφαλίζει τα δάνεια τα οποία συνάφθηκαν για σκοπούς αναδιάρθρωσης. Υποστηρίζει επίσης ότι λόγω του ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις συμφωνίες δανείων, αυτές τερματίστηκαν και η καθ’ ης η αίτηση ως είχε δικαίωμα προχώρησε στην ενεργοποίηση της διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τη σχετική Νομοθεσία. Περιγράφει στη συνέχεια την έκδοση και επίδοση των ειδοποιήσεων τύπου Θ, Ι, ΙΑ και ΙΒ, οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια, υποστηρίζοντας την ορθή και νομότυπη επίδοση τους στην αιτήτρια και σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι λεπτομέρειες που παραθέτει για τα ως άνω γεγονότα ο ενόρκως δηλών προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του και η πλήρης επανάληψη τους δεν κρίνεται αναγκαία.

 

            Η ένσταση επίσης υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις των επιδοτών, κου Μ. Νεοφύτου και κου Σ. Παπαλουκά. Ο κος Νεοφύτου αναφέρει ότι στις 27.7.26 ήρθε στο Ε.Δ. Πάφου για να επιδώσει στον κο Ν. Νεοφύτου την ειδοποίηση τύπου ΙΑ τον οποίο προσέγγισε αλλά αυτός του ανέφερε ότι δεν παραλαμβάνει τίποτε, προσπαθώντας να τον αποφύγει, με αποτέλεσμα να αφήσει τα έγγραφα στο σημείο εκείνο που τον είχε βρει.

 

Ο κος Παπαλουκά, καταχώρησε ένορκη δήλωση μετά από άδεια του Δικαστηρίου προς απάντηση των όσων ισχυρίζονται οι ενόρκως δηλούντες με τις συμπληρωματικές τους ένορκες δηλώσεις οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση. Ως ισχυρίζεται, τέλη Οκτωβρίου – αρχές Νοεμβρίου του 2025 επισκέφθηκε την οικία του κου Ν. Νεοφύτου στην οποία βρισκόταν με τον υιό του κο Α. Ιωάννου και αφού του έδειξε τις ειδοποιήσεις τύπου ΙΒ ο κος Νεοφύτου ανέφερε ότι δεν παραλαμβάνει οτιδήποτε και ο κος Α. Ιωάννου παρέλαβε τις ειδοποιήσεις υπογράφοντας αυτές. Προσθέτει επίσης ότι, ο κος Ν. Νεοφύτου του είχε αναφέρει ότι έχει καθημερινή επαφή με την αιτήτρια – θυγατέρα του.

 

            Πιο πάνω έχω παραθέσει συνοπτικά την εκδοχή της κάθε πλευράς, ενώ για σκοπούς έκδοσης της απόφασης μελέτησα και έλαβα υπόψη μου το σύνολο των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την ακρόαση της αίτησης, αμφότερες πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις καθώς επίσης προέβηκαν σε προφορική αγόρευση. Το σύνολο των όσων έχουν λεχθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης έχουν ληφθεί υπόψη χωρίς να κρίνεται αναγκαία η επανάληψη των αγορεύσεων των συνηγόρων, έχοντας παράλληλα  κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (βλ. Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).

 

            Η αίτηση ουσιαστικά στηρίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14(Ι)/60 για την απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας μέχρι εκδίκασης της υπόθεσης.

 

Η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60, για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, σύμφωνα με τη Νομολογία, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Όπως έχει λεχθεί από το Εφετείο στην υπόθεση LAXIFLORA HOLDINGS LTD κ.α. v. ΚΩΣΤΑ ΖΕΡΒΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε38/2021, Ε42/2021, 12/2/2024 σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32: 

 

«Να υπενθυμίσουμε μόνον ότι για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση.  Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»

 

 

Η δεύτερη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, απαιτεί την απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως αναφέρθηκε και πάλι από το Εφετείο στην ως άνω υπόθεση αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση (βλ. LAXIFLORA HOLDINGS LTD ανωτέρω):

 

«Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και εν πάση περιπτώσει υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1(Β) Α.Α.Δ. 1235). Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.α. Πολ. Έφεση Ε143/15, ημερ. 23.3.2017 και την πρόσφατη απόφαση μας Boris Mints κ.α. v. Pavel Shishkin, Πολ. Έφεση Ε69/2020, σχ. με την Ε70/2020 και Ε71/2020, ημερ. 10/1/2024).»

 

Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται, όχι κατά εξαντλητικό τρόπο, υπό το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, ισοζυγίζοντας πάντοτε τον επηρεασμό των δικαιωμάτων κάθε διαδίκου αναλόγως της φύσεως της αιτούμενης θεραπείας που επιδιώκεται στα πλαίσια της κύριας διαδικασίας.

 

Σύμφωνα με την ίδια ως άνω υπόθεση, LAXIFLORA HOLDINGS LTD ανωτέρω:

 

«Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions» των Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, σελ. 214 γίνεται αναφορά στην Spidertrade Com Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ (2003) 1 (Α) ΑΑΔ 126 όπου αποφασίστηκε ότι το άρθρο 32  παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο, η οποία θα πρέπει να διατηρηθεί ελαστική και ελεύθερη από τυπικούς κανόνες και ότι οι αρχές στις οποίες υπόκειται αποσκοπούν στη διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η εξουσία του άρθρου 32 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων (έξω από τα όρια του άρθρου 4 του Κεφ. 6) αποσκοπεί στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής και πρέπει να ασκείται με φειδώ.  Γίνεται επίσης αναφορά στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου (2002) 1(Γ) ΑΑΔ 1759, όπου εξηγήθηκε ότι η συγκεκριμένη εξουσία «δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό, προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή». Επίσης τονίστηκε ότι διατάγματα τύπου Mareva δεν θα πρέπει να δίδονται ως «μέτρο γενικής εξασφάλισης του Ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους και βεβαίως δεν βελτιώνουν τη θέση του πιστωτή σε πτωχευτικές διαδικασίες».

 

Επομένως παρά το ότι η εξουσία έκδοσης διατάγματος παγοποίησης θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και να μην εκδίδεται ως μέτρο γενικής εξασφάλισης του ενάγοντα,…»

 

Έχει επίσης λεχθεί στην υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Ltd  (2), (2008) ΑΑΔ 626, ότι ο ισχυρισμός του αιτητή ότι η μη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά λόγω αδυναμίας του εναγόμενου να ικανοποιήσει την απόφαση που ήθελε εκδοθεί υπέρ του, θα πρέπει να αιτιολογείται με σαφή και θετική μαρτυρία και όχι να στηρίζεται σε  γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς.

 

Εάν οι ως άνω τρεις προϋποθέσεις πληρούνται σωρευτικά, το Δικαστήριο, ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 C.L.R. 557, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα.  

 

            Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14(Ι)/60, επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση.

 

            Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, διαπιστώνω ότι η αιτήτρια μέσω της μαρτυρίας την οποία παρουσίασε, εστιάζει το αίτημα της για έκδοση προσωρινού διατάγματος, στο γεγονός ότι δεν επιδόθηκαν σ’ αυτήν οι προβλεπόμενες από το Νόμο 9(Ι)/65 ειδοποιήσεις. Ο πυρήνας δε της μαρτυρίας της επικεντρώνεται επίσης στο γεγονός ότι εφόσον δεν επιδόθηκε σ’ αυτήν η ειδοποίηση τύπου ΙΑ, απώλεσε το δικαίωμα της για να καταχωρήσει έφεση ζητώντας τον παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ και την ακύρωση του πλειστηριασμού ο οποίος είναι ορισμένος στις 17.9.26, ώρα 10 π.μ.

 

            Με το έντυπο απαίτησης, η αιτήτρια αξιώνει θεραπείες οι οποίες συσχετίζονται αποκλειστικά με τον ορισμένο πλειστηριασμό στις 17.9.26, εφόσον αναφέρεται στη διαδικασία πλειστηριασμού η οποία έχει εκκινήσει, ζητά την αναγνώριση ότι οι ειδοποιήσεις τύπου Ι και ΙΒ είναι παράνομες και άκυρες, ακύρωση του πλειστηριασμού ο οποίος είναι ορισμένος στις 17.9.26 καθώς επίσης αξιώνει την έκδοση απαγορευτικού Διατάγματος για επαναορισμό του πλειστηριασμού, όπως επίσης και γενικές αποζημιώσεις για παράβαση θέσμιων καθηκόντων της καθ’ ης η αίτηση.

 

            Η αιτήτρια υποστηρίζει ότι η βάση της απαίτησης της αποτελεί, η παράβαση των νομίμων καθηκόντων της καθ’ ης η αίτηση για να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Νόμου ως προς την τήρηση της διαδικασίας εκκίνησης του πλειστηριασμού και ορθής και δέουσας επίδοσης των ειδοποιήσεων αλλά και η γενική πρόνοια του άρθρου 44Β(3) του Νόμου 9(Ι)/65, ως την βάση που της δίδει το δικαίωμα να αμφισβητήσει τη διαδικασία του πλειστηριασμού διαμορφώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το επικαλούμενο αγώγιμο δικαίωμα της. Να σημειωθεί επίσης ότι η αιτήτρια στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δεν αμφισβητεί την εγκυρότητα της υποθήκης, εφόσον το ζήτημα αυτό αφορά άλλη διαδικασία. Να προσθέσω στο σημείο αυτό ότι αντίθετα με τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια ως προς την αμφισβήτηση της υποθήκης σε άλλη διαδικασία, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ισχυρίζεται μεταξύ άλλων, κατά αντιφατικό τρόπο, ότι η με επίδοση της ειδοποίησης τύπου Ι, της στέρησε το δικαίωμα να αποπληρώσει ή να διαπραγματευτεί το χρέος.

 

            Ξεκινώντας κατ’ αρχάς από το άρθρο 44Β(3) το οποίο επικαλείται η αιτήτρια στηρίζοντας το αίτημα της, υποστηρίζοντας ότι το ως άνω άρθρο της παρέχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει τη διαδικασία του πλειστηριασμού με βάση άλλο εν ισχύ Νόμο και Κανονισμό, αυτό προβλέπει τα ακόλουθα:

 

«44Β(3) Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του  παρόντος Μέρους.»

           

Το ως άνω άρθρο, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι εντοπίζεται στην ενότητα του Νόμου υπό τον τίτλο «Υπερημερία». Δηλαδή, το δικαίωμα το οποίο παρέχεται σε ένα ενυπόθηκο οφειλέτη με βάση το ως άνω άρθρο, αφορά το στάδιο όπου ο ενυπόθηκος δανειστής κρίνει τον ενυπόθηκο οφειλέτη υπερήμερο και η διαδικασία βρίσκεται στο αρχικό στάδιο της αποστολής της ειδοποίησης τύπου Θ. Όπως επίσης προκύπτει από την ερμηνεία που αποδίδεται στο ως άνω άρθρο, ο ενυπόθηκος οφειλέτης δικαιούται να αμφισβητήσει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από το Νόμο, δηλαδή να αμφισβητεί το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή γενικότερα να προχωρήσει στη διαδικασία του πλειστηριασμού.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, το ως άνω άρθρο δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εφόσον κατά πρώτο,  η αιτήτρια δεν αμφισβητεί γενικότερα το δικαίωμα της καθ’ ης η αίτηση να προχωρήσει σε πλειστηριασμό αλλά με τις αξιούμενες θεραπείες της απαίτησης της επικεντρώνεται στον ήδη ορισμένο πλειστηριασμό, ούτε και στα πλαίσια της παρούσας απαίτησης, αμφισβητεί την εγκυρότητα της υποθήκης. Κατά δεύτερο, εφόσον η αιτήτρια επικαλείται ουσιαστικά την μη ή και μη δέουσα επίδοση των ειδοποιήσεων οι οποίες προβλέπονται από το Νόμο, ο ίδιος ο Νόμος 9(Ι)/65 άρθρο 44Γ(3) κατά σαφή τρόπο προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο ένας πλειστηριασμός μπορεί να ακυρωθεί δια του παραμερισμού της ειδοποίησης τύπου ΙΑ και για συγκεκριμένους και εξαντλητικούς λόγους. Δηλαδή, ο ίδιος ο Νόμος παρέχει στον ενυπόθηκο οφειλέτη θεραπεία προς ανακοπή του πλειστηριασμού κατά συγκεκριμένο τρόπο, χωρίς να τίθεται σε εφαρμογή άλλος Νόμος μέσω του οποίου να επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός. Συνεπώς, ακόμα και για το αρχικό αυτό στάδιο της διαδικασίας, κρίνω ότι η επίκληση του άρθρου 44Β(3) δεν μπορεί να αποτελέσει μία αναγνωρισμένη βάση αγωγής που θα απέληγε σε μία συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας.

 

Η επίκληση επίσης της παράβασης των νομίμων καθηκόντων της καθ’ ης η αίτηση επικεντρώνονται και πάλι στην επίδοση των ειδοποιήσεων οι οποίες προβλέπονται από το Νόμο. Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να λεχθεί ότι η αιτήτρια ακόμα και όταν πληροφορήθηκε για τον ορισμό του πλειστηριασμού με τον τυχαίο τρόπο που ισχυρίζεται, όφειλε να προχωρήσει στην καταχώρηση έφεσης επικαλούμενη την μη επίδοση της ειδοποίησης και αυτός ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος με τον οποίο θα έπρεπε να ενεργήσει ως προβλέπεται από το Νόμο. Δηλαδή, η μη επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ ως ισχυρίζεται η αιτήτρια, αποτελεί αυτοτελή λόγο για τον οποίο δύναται ο πλειστηριασμός να ακυρωθεί, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η επίδοση της για να μπορεί η αιτήτρια να επικαλεστεί την μη δέουσα επίδοση της. Ούτε και επεξηγήθηκε επαρκώς για ποιο λόγο δεν καταχωρήθηκε έφεση, στα πλαίσια της οποίας θα μπορούσε να εξεταστεί η θέση της αιτήτριας ότι ουδέποτε επιδόθηκε σ’ αυτήν η ειδοποίηση τύπου Ι, για να ξεκινήσει να προσμετρά ο χρόνος αποπληρωμής των 45 ημερών αλλά και η θέση της ότι ουδέποτε της επιδόθηκε η ειδοποίηση τύπου ΙΑ. Εις ότι αφορά τις υπόλοιπες ειδοποιήσεις τύπου Θ και ΙΒ οι οποίες δεν προσβάλλονται σύμφωνα με το Νόμο 9(Ι)/65, ακόμα και να γινόταν αποδεκτή η θέση της αιτήτριας ότι ουδέποτε έλαβε γνώση αυτών, με δεδομένο το εκ του Νόμου δικαίωμα της καθ’ ης η αίτηση να προχωρήσει σε διαδικασία πλειστηριασμού και εφόσον ήδη αμφισβητεί την εγκυρότητα της υποθήκης, είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει στα πλαίσια της αγωγής 416/22 την παρεμπόδιση της πώλησης, αίτημα το οποίο βεβαίως θα εξεταζόταν ανάλογα με τις περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης.

 

Επαναλαμβάνω ότι όπως ξεπροβάλλει από το δικόγραφο της απαίτησης της αιτήτριας, μοναδικός σκοπός της είναι η ακύρωση του πλειστηριασμού ο οποίος είναι ορισμένος στις 17.9.26. Πέραν των όσων αναφερθήκαν πιο πάνω, παραπέμπω επίσης σε σχετική Νομολογία, όπου το ζήτημα φαίνεται να έχει επιλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, όπου σε παρόμοιες περιπτώσεις είχε κριθεί ότι το μόνο πρόσφορο μέτρο για ακύρωση ενός πλειστηριασμού είναι η καταχώρηση έφεσης μέσω της διαδικασίας του άρθρου 44Γ(3) του Νόμου 9(Ι)/65.

 

Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση ΜΥΛΩΝΑΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε176/2019, 10/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A519, στην οποία πρωτόδικα ο εφεσείοντας αιτήθηκε προσωρινό διάταγμα που να αναστέλλει τον ορισμένο πλειστηριασμό αλλά και την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως ζητείται και στην παρούσα υπόθεση με το αιτητικό Α και Β της αίτησης.  Στην απόφαση του Εφετείου λεχθήκαν τα ακόλουθα:

 

«Σημειώνουμε, εκ προοιμίου, ότι η αναστολή του πλειστηριασμού που ορίστηκε την 11.12.2019 και η αναστολή της  ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» ημερ. 15.7.2018 δεν ήταν θεραπείες που θα μπορούσαν να χορηγηθούν στην αγωγή ή στην αίτηση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της.  Η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε και προς τούτο ο Εφεσείοντας, όπως μας έχει πληροφορήσει, καταχώρησε έφεση στο Ε.Δ. Λάρνακας.  Στην αίτηση στα πλαίσια της αγωγής ό,τι μπορούσε να εκδοθεί, νοουμένου ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήταν διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης που η αγωγή αφορά.»

 

Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η αιτήτρια, έστω και με τον τρόπο που ισχυρίζεται έλαβε γνώση του ορισμένου πλειστηριασμού, θα μπορούσε είτε να καταχωρήσει έφεση προβάλλοντας ότι η ειδοποίηση τύπου ΙΑ  έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή, εφόσον ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε την ειδοποίηση τύπου Ι καθώς και την μη επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ ή ακόμα και να ζητήσει Διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης που η αγωγή αφορά όπου στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή που αφορά την υποθήκη, η εγκυρότητα της οποίας αμφισβητείται, δεν είναι η παρούσα αλλά η αγωγή 416/22 στην οποία επίδικο ζήτημα είναι αυτή καθ’ εαυτή η υποθήκη και το ενυπόθηκο χρέος, το οποίο επίσης αμφισβητείται. Στα πλαίσια της παρούσας απαίτησης, επίδικο θέμα δεν φαίνεται να συνιστά η ίδια η υποθήκη αλλά οι ειδοποιήσεις οι οποίες σχετίζονται με τον ορισμένο πλειστηριασμό.

 

Σχετική επίσης είναι η υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Α. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 110/2019, 18/2/2020, στην οποία ουσιαστικά επαναλήφθηκαν τα όσα αναφερθήκαν στην υπόθεση Μυλωνάς (βλ ανωτέρω), ως εξής:

 

«Το Μέρος VΙΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Ν.9/65 το οποίο έχει εισαχθεί με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014, Ν.142(Ι)/2014, προνοεί για τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Αρχικά επιδίδεται ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο «Ι» και σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με την ειδοποίηση αυτή ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να του επιδόσει ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο «ΙΑ» στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό.

 

Το άρθρο 44Γ(3), όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 87(Ι)/2018, παρέχει το δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο όπως εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. Οι λόγοι που μπορεί να οδηγήσουν σε παραμερισμό της ειδοποίησης καθορίζονται εξαντλητικά στο εν λόγω άρθρο.    Ένας από τους λόγους που προνοούνται στο άρθρο 44Γ(3)(δ) είναι η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη. Όπως δε αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε176/2019, ημερομηνίας 10.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A519, ECLI:CY:AD:2019:A519, η αναστολή της ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» δεν είναι θεραπεία που μπορεί να χορηγηθεί στην αγωγή ή στην αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα που καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε, ήτοι με έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. 

 

H αγωγή που καταχώρησε η εφεσείουσα και το παρεμπίπτον διάταγμα που αξίωσε στα πλαίσια της αγωγής δεν μπορούσαν να οδηγήσουν στην αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Μυλωνάς, πιο πάνω. Συνακόλουθα, η υπόθεση της εφεσείουσας ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, και δε θα μπορούσε με προνομιακή διαδικασία να επιτύχει άδεια για ακύρωση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η εφεσείουσα επέλεξε τη λήψη λανθασμένου διαδικαστικού μέτρου προς επίτευξη της επιδιωκόμενης θεραπείας και αυτό σφραγίζει και την τύχη της παρούσας έφεσης.»

 

            Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη μίας αναγνωρισμένης βάσης αγωγής που θα μπορούσε να στηρίξει τις αξιούμενες δια της απαίτησης της θεραπείες, με αποτέλεσμα να μην έχει επίσης αποδείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.

 

            Συνεπώς, η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60 δεν έχουν ικανοποιηθεί.

 

            Αν και η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου σφραγίζει την τύχη της αίτησης, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα πρέπει να προσθέσω ότι εξέτασα και την τρίτη προϋπόθεση. Είναι δεδομένο ότι εάν η καθ’ ης η αίτηση  προχωρήσει με τον πλειστηριασμό και αν η αιτήτρια στο τέλος της διαδικασίας  καταφέρει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της και ότι δικαιούται σε θεραπεία,  θα απωλέσει την περιουσία της.  Αυτό όμως από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει και στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο τέλος, έχοντας παράλληλα υπόψη ότι η αιτήτρια με την απαίτηση της αξιώνει και την επιδίκαση αποζημιώσεων.  

 

            Συνεπώς, θα μπορούσε να γίνεται λόγος για χρηματική αποκατάσταση της αιτήτριας σε περίπτωση επιτυχίας της. Από την μία η καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζει ότι είναι σε θέση να αποζημιώσει την αιτήτρια για κάθε ποσό τυχόν επιδικαστεί, από την άλλη όμως η αιτήτρια δεν προβαίνει σε καμία αναφορά ως προς την ενδεχόμενη αδυναμία της καθ’ ης η αίτηση να καταβάλει τυχόν αποζημίωση. Καταλήγω ενόψει των πιο πάνω ότι ακόμα και να πληρούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, η αιτήτρια απέτυχε επίσης να αποδείξει ότι σε περίπτωση επιτυχίας στην απαίτηση θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη.

 

            Ενόψει των πιο πάνω, δεν θα  μπορούσε να έχει ικανοποιηθεί ούτε η τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

            Υπό το φως όλων των πιο πάνω, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος προβάλλεται με την αίτηση και την ένσταση.

 

            Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης – καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας – αιτήτριας για το ποσό των €3.000 πλέον Φ.Π.Α, τα οποία να καταβληθούν στην καθ’ ης η αίτηση εντός 30 ημερών από σήμερα.

 

 

 

 

                                                                     (Υπ.)  …..…………………………

                      Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

                                                           

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο