ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Ε. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 3231/22
Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α
ν.
1. Ι.Π.
2. Ν.Γ.
Κατηγορούμενων
Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Παπαλοϊζου.
Για Κατηγορούμενο 1: κα Α. Πασή.
Για Κατηγορούμενο 2: καμία εμφάνιση.
Κατηγορούμενος 1 παρών.
Κατηγορούμενος 2 απών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Η παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών και η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία των αδικημάτων, θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης, χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων και αυτό βέβαια, για προστασία των τελευταίων.)
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση, αρνήθηκαν ενοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Πιο συγκεκριμένα, καθένας από αυτούς αντιμετωπίζει μία κατηγορία σεξουαλικής παρενόχλησης γυναίκας, κατά παράβαση των άρθρων 5(γ) και 7 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.115(I)/2021 (Κατηγορίες 2 και 6 αντίστοιχα), καθώς και μία κατηγορία συμμετοχής σε σεξουαλική πράξη με παιδί με τη χρήση βίας, κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(γ) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν.91(I)/2014 (Κατηγορίες 4 και 8 αντίστοιχα).
Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 4, ό,τι αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 1 είναι ότι εισχώρησε το δάκτυλο του στον κόλπο της ανήλικης Παραπονούμενης, χωρίς τη συναίνεση της, με αποτέλεσμα να προσβάλει την αξιοπρέπεια της και ότι διενήργησε την πιο πάνω πράξη με τη χρήση βίας, αντίστοιχα. Από την άλλη, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 6 και 8, στον Κατηγορούμενο 2 αποδίδεται ότι ήρθε σε κολπική συνουσία μαζί με την εν λόγω Παραπονούμενη, χωρίς τη συναίνεση της, με αποτέλεσμα να προσβάλει την αξιοπρέπεια της και ότι διενήργησε την πιο πάνω πράξη με τη χρήση βίας, αντίστοιχα.
Όλα τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν στις 29/7/2022 στην Αγία Νάπα της επαρχίας Αμμοχώστου.
Διευκρινίζεται ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος 2 γεννήθηκε στις 18.8.2005 και, κατά τον χρόνο τέλεσης των επίδικων πράξεων, δεν είχε συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του. Η υπόθεση συνεκδικάστηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου με εκείνη του ενήλικου συγκατηγορουμένου του, δυνάμει του άρθρου 66 του περί Παιδιών σε Σύγκρουση με τον Νόμο Νόμου του 2021 (Ν. 55(Ι)/2021). Σημειώνεται δε ότι κατά την 18.8.26 συμπλήρωσε το 21ο έτος της ηλικίας του.
Εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι η Παραπονούμενη μετέβη, μαζί με τη φίλη της Μ.Κ.15, τους Κατηγορούμενους και ορισμένους φίλους τους, σε διαμέρισμα. Ενώ η Μ.Κ.15 βρισκόταν σε κατάσταση μέθης στον καναπέ του σαλονιού και δεχόταν φροντίδα, οι Κατηγορούμενοι, σε δωμάτιο του διαμερίσματος, εκμεταλλεύθηκαν διαδοχικά το γεγονός ότι και η Παραπονούμενη τελούσε σε κατάσταση μέθης και δεν μπορούσε να υπερασπιστεί και να προστατεύσει τον εαυτό της και της επιτέθηκαν σεξουαλικά ή/και προέβησαν στις ενέργειες που περιγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, χωρίς τη συναίνεσή της.
Από την άλλη, θέση του Κατηγορούμενου 1 είναι ότι δεν προέβη στην πράξη που του καταλογίζεται. Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, κατά τη διαδικασία υποβλήθηκε η θέση ότι η σεξουαλική επαφή με την Παραπονούμενη έγινε με τη συναίνεσή της. Στην κατάθεσή του, ωστόσο, ο ίδιος προέβαλε την εκδοχή ότι, παρόλο που άρχισε μεταξύ τους, με τη συναίνεση της Παραπονούμενης, κάποιας μορφής σεξουαλική επαφή, αυτή δεν κατέληξε σε διείσδυση, καθότι αποχώρησε όταν εκείνη του ανέφερε ότι ήταν παρθένα.
Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δεκαεπτά μάρτυρες, ήτοι την Αστ.26 Κ.Π. (Μ.Κ.1), τον Λοχία 1798 Δ.Χ. (Μ.Κ.2), την κοινωνική λειτουργό Σ.Ρ. (Μ.Κ.3), την Ε/Αστ.5240 Μ.Π. (Μ.Κ.4), τον Α/Αστ.1099 Χ.Λ. (Μ.Κ.5), την ανήλικη Μ. (Μ.Κ.6-Παραπονούμενη), την Μ.Χ. (Μ.Κ.7), τον Δρ Μ.Κ. (Μ.Κ.8), τον Α.Α.Α. (Μ.Κ.9), την κλινική ψυχολόγο Ε.Χ. (Μ.Κ.10), την Ρ.Μ. (Μ.Κ.11), την Α.Αστ.1694 Γ.Γ. (Μ.Κ.12), την Λ.Μ. (Μ.Κ.13), τον Λ.Μ. (Μ.Κ.14), την Γ.Ν. (Μ.Κ.15), την Ν.Β. (Μ.Κ.16) και την Αστ.4875 Χ.Ι. (Μ.Κ.17).
Περαιτέρω κατατέθηκαν 84 τεκμήρια, καθώς και διάφορες καταθέσεις ως Έγγραφα Α-ΙΘ. Συμφωνήθηκαν, επίσης, παραδεκτά γεγονότα, στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω.
Επισημαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 φυγοδίκησε κατά την εξέλιξη της διαδικασίας και δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του, παρά τις προσπάθειες της Αστυνομίας για εκτέλεση εγχώριου και ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 31.10.2025, το Δικαστήριο αποφάσισε τη συνέχιση της δίκης στην απουσία του.
Αφότου οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και επεξηγήθηκαν στον Κατηγορούμενο 1 που παρίσταται τα δικαιώματα του, ο τελευταίος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής ενώ δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης.
ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
Η Μ.Κ.1, είναι αστυφύλακας και υπηρετεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της, αναφέρθηκε στον ρόλο της στην παρούσα, που ήταν η παραλαβή των τεκμηρίων της υπόθεσης από τον κλάδο διερεύνησης σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, ως αυτά αναφέρονται στον κατάλογο τεκμηρίων (τεκμήριο 1) και η ασφαλής φύλαξη τους. Κατέθεσε ως τεκμήρια 2-20, τα τεκμήρια που αναγράφονται στο τεκμήριο 1, υπό τα σημεία 1-17, 21 και 22. Σημειωτέον ότι, τα τεκμήρια 6, 7, 8 και 9[1], κατατέθηκαν αφότου προηγήθηκε δίκη εντός δίκης σε σχέση με την νομιμότητα της λήψης τους και κατόπιν σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι παρέλαβε τα εν λόγω τεκμήρια στις 13.2.2023 από τη Μ.Κ.17, συσκευασμένα και σφραγισμένα, και ότι, μέχρι την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο, δεν είχε επέμβει σε αυτά οποιοδήποτε πρόσωπο. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1, ενώ η αντεξέτασή της από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 2 περιορίστηκε σε μία μόνο ερώτηση αναφορικά με την κατάσταση στην οποία παρέλαβε τα τεκμήρια.
Ο Μ.Κ.2 υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης του Εγκλήματος στο Αρχηγείο Αστυνομίας και είναι τοποθετημένος στον κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων. Eίναι ειδικά εκπαιδευμένος στην τεχνική συνέντευξης και στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες. Κατά την κυρίως εξέταση του, κατέθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο γραπτών καταθέσεων που έδωσε σε σχέση με την παρούσα (Έγγραφα Α και Β). Στο έγγραφο Α, αναφέρεται στις ενέργειες στις οποίες προέβη από τις 29.7.2022-3.8.2022. Στις 29.7.2022 χειρίστηκε την συσκευή οπτικογράφησης που βρίσκεται σε δωμάτιο δίπλα από το ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο από όπου η Μ.Κ.17 έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη και μετέπειτα από την Μ.Κ.15. Για την λήψη των καταθέσεων ο ίδιος έλαβε προηγουμένως γραπτή συγκατάθεση από την μητέρα της Παραπονούμενης (τεκμήριο 21) και από τον πατέρα της Μ.Κ.15 (τεκμήριο 24), τις οποίες συνυπόγραψε η λειτουργός από το Σπίτι του Παιδιού, Μ.Κ.3. Περιπλέον τούτων, αναφέρεται στην σφράγιση των τριών πρωτοτύπων δίσκων των πιο πάνω οπτικογραφημένων καταθέσεων (τεκμήρια 22.1 και 22.2, και 25.1 και 25.2)[2], στο ότι στις 30.7.2022, στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, έλαβε μέρος στην διαδικασία αναγνώρισης του Α.Μ., (προσώπου που ως διευκρίνισε προφορικά, θεωρήθηκε αρχικά ύποπτο), αφού έλαβε προηγουμένως την συγκατάθεση του, στο ότι ακολούθως χειρίστηκε την συσκευή οπτικογράφησης κατά την διάρκεια δεύτερης οπτικογραφημένης κατάθεσης που έλαβε η Μ.Κ.17 από την Παραπονούμενη, αφότου προηγουμένως έλαβε εκ νέου γραπτή συγκατάθεση από την μητέρα της (τεκμήριο 27) καθώς και στο ότι κατόπιν τούτης σφράγισε τους τρείς ψηφιακούς δίσκους που δημιουργήθηκαν (τεκμήρια 28.1 και 28.2)[3]. Οι οπτικογραφημένες καταθέσεις που λήφθηκαν από την Παραπονούμενη απομαγνητοφωνήθηκαν από τον ίδιο την 1.8.2022 και 3.8.2022 (τεκμήρια 23 και 29), ενώ περαιτέρω προέβη στην ίδια ενέργεια σε σχέση με την κατάθεση της Μ.Κ.15 στις 2.8.2022 (τεκμήριο 26). Στις 2.8.2022 είχε προβεί επίσης σε λήψη παρειακών επιχρισμάτων από τον Κατηγορούμενο 2 (Τεκμήριο 19) κατόπιν που έλαβε την γραπτή του συγκατάθεση (τεκμήριο 30) και του επέδωσε γραπτώς τα δικαιώματα του (τεκμήριο 31). Ακολούθως έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση, παρουσία της δικηγόρου του και του πατέρα του (τεκμήριο 32), ενώ περαιτέρω παρέδωσε τα παρειακά επιχρίσματα που έλαβε προηγουμένως στην Μ.Κ.17.
Στο Έγγραφο Β, ο μάρτυρας αναφέρεται στην εκτέλεση εντάλματος σύλληψης του Κατηγορούμενου 1 στις 28.8.2022 (τεκμήριο 33[4]), ο οποίος μεταφέρθηκε στην Κύπρο κατόπιν εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, στην διαδικασία αναγνώρισης του από την Παραπονούμενη, που ακολούθησε στις 29.8.2022, στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του ιδίου (τεκμήριο 36), παρουσία του πατέρα της και της Μ.Κ.3, στον χειρισμό της συσκευής οπτικογράφησης κατά τη λήψη από την Μ.Κ.17 της τρίτης κατά σειρά οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης, κατόπιν της πιο πάνω διαδικασίας αναγνώρισης, αφού προηγουμένως λήφθηκε γραπτή συγκατάθεση από τον πατέρα της, την οποία συνυπέγραψε η Μ.Κ.3 (τεκμήριο 38) και στην σφράγιση των τριών ψηφιακών δίσκων που δημιουργήθηκαν με το περιεχόμενο της (τεκμήρια 39.1 και 39.2)[5], το οποίο απομαγνητοφώνησε στις 31.8.2022 (τεκμήριο 40). Στις 30.8.2022 έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1, παρουσία της Μ.Κ.17 (τεκμήριο 41).
Κατά την κυρίως εξέταση του, εξήγησε επίσης πως προέκυψε η ανάγκη έκδοσης ευρωπαικού εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1 και αναφέρθηκε εις όλες τις ενέργειες που έγιναν προς εντοπισμό του, μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης στις 30.7.22, στο πλαίσιο των οποίων έλαβαν κατάθεση τόσο από τον διευθυντή του ξενοδοχείου που εργαζόταν (τεκμήριο 35) όσο και από τη μητέρα του. Σχετικά με τις εν λόγω ενέργειες είναι επίσης τα ημερολόγια ενεργείας που ετοίμασε (τεκμήρια 45-47). Ως προς τη διαδικασία αναγνώρισης του Κατηγορούμενου 1 στις 29.8.2022, ανέφερε ότι ετοίμασε ημερολόγιο ενεργείας για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε (τεκμήριο 37), ενώ τέτοιο ημερολόγιο ετοιμάστηκε και αναφορικά με τις ενέργειες που έγιναν προς εντοπισμό της ανήλικης Μ. (κάτω των 14 ετών), η οποία φαινόταν να είχε επικοινωνία με την Παραπονούμενη μετά το επίδικο περιστατικό (τεκμήριο 42). Εξήγησε περαιτέρω, πως το τμήμα που υπηρετεί είχε ενημερωθεί για την καταγγελία από το ΤΑΕ Αμμοχώστου στις 29.7.2022, οπότε και κάλεσαν την Παραπονούμενη στο Σπίτι του Παιδού, ενώ ζητήθηκε από τα μέλη του ΤΑΕ Αμμοχώστου να προχωρήσουν με αίτημα έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης, αρχικά εναντίον του Κατηγορούμενου 2 και του Α.Μ. και αργότερα και του Κατηγορούμενου 1. Το ΤΑΕ Αμμοχώστου τους είχε ενημερώσει και για την έρευνα που έγινε στο επίδικο διαμέρισμα και τα πρόσωπα που εντοπίστηκαν εκεί, μεταξύ των οποίων και ο Θ.Λ, για τους οποίους έγιναν ενέργειες να τους ληφθούν καταθέσεις, πλην όμως δεν κατέστη εφικτό διότι ήταν ανήλικοι (τεκμήριο 43). Άλλο ένα πρόσωπο που βρισκόταν εκεί, ο Ν.Π. κλήθηκε για κατάθεση και ανέφερε προφορικά τι γνώριζε, χωρίς ωστόσο να προβεί σε γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 44). Κατέθεσε, επίσης, αντίγραφα ημερολογίων ενεργείας που τηρήθηκαν σε σχέση με επιμέρους ενέργειες που έγιναν κατά την διερεύνηση της υπόθεσης (τεκμήρια 48-49).
Ο Μ.Κ.2 αντεξετάστηκε επί των όσων ανέφερε, από αμφότερους τους συνηγόρους, ως προς τον ρόλο του σε σχέση με την υπόθεση. Ερωτήθηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, σε τι συνίσταται η άσκηση βίας που αποδίδεται στον τελευταίο, εάν καταχωρήθηκε στο αρχείο του Σταθμού Αγίας Νάπας ή του ΤΑΕ Αμμοχώστου, το περιεχόμενο της αρχικής καταγγελίας η οποία έγινε προφορικά, εάν ήταν με δικές τους οδηγίες που έγινε η έκδοση ενταλμάτων σύλληψης και διεξήχθη έρευνα στο επίδικο διαμέρισμα και εάν τούτη έγινε παρόντος κηδεμόνα του Κατηγορούμενου 2 εφόσον ήταν ανήλικος. Επίσης αντεξετάστηκε ως προς τους ένοικους του διαμερίσματος, ως προς το λόγο που τα πρόσωπα που εντοπίστηκαν στο διαμέρισμα, οδηγήθηκαν στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, εάν λήφθηκαν καταθέσεις από το περιβάλλον των μπυραριών που η Παραπονούμενη και η Μ.Κ.15 ανέφεραν ότι επισκέφθηκαν και για ποιο λόγο δεν κατόρθωσαν να λάβουν καταθέσεις από τα πρόσωπα που με βάση τις ενέργειες τους, βρισκόντουσαν τον επίδικο χρόνο στο διαμέρισμα και τα οποία δεν είχαν συλληφθεί. Ερωτήθηκε επίσης να αναφέρει εάν γνωρίζει σε πόση απόσταση βρισκόταν η Παραπονούμενη από τον χώρο που βρισκόταν η Μ.Κ.15 εντός του διαμερίσματος, για να του υποβληθεί πως η απόσταση ήταν τόσο μικρή, που εάν φώναζε, θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή από την τελευταία.
Περαιτέρω, του υπεβλήθη ότι η υπόθεση διερευνήθηκε πλημμελώς και ότι απώλεσε μαρτυρία σημαντική για την υπεράσπιση των Κατηγορουμένων, ως επίσης ότι η διαδικασία αναγνώρισης του Α.Μ., έγινε σκόπιμα και κατόπιν που η Μ. επικοινώνησε μέσω γραπτών μηνυμάτων με την Παραπονούμενη μια ημέρα προηγουμένως για να της ζητήσει να απαλλάξει από την διαδικασία τον Α.Μ. και να εμπλέξει τον Κατηγορούμενο 1, αφού είναι εκείνη που της απέστειλε τη φωτογραφία του, καθώς και ότι δεν προέβη σε αναγνωριστική παράταξη, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν σε θέση να τη διενεργήσει πριν δώσει το έντυπο στον Κατηγορούμενο 1 για να δηλώσει εάν θα συγκατατεθεί και πως παρανόμως ακολουθήθηκε η διαδικασία αναγνώρισης του μετέπειτα. Επίσης, ότι θα έπρεπε να κληθεί και η Μ.Κ.15 να πει εάν αναγνωρίζει τον Κατηγορούμενο 1, αφού με βάση το τι είπε ο Α.Μ. προφορικά (βλ. ημερολόγιο ενεργείας τεκμήριο 50), ο εν λόγω Κατηγορούμενος βοηθούσε την Μ.Κ.15 ενόσω ξάπλωνε στον καναπέ.
Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 2, υπέβαλε και αυτός με την σειρά του στον Μ.Κ.2 τη θέση ότι στη δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης σκόπιμα δεν φαίνεται το πρόσωπο της και ότι ερεύνησαν την υπόθεση πλημμελώς, στηρίζοντας επιπρόσθετα την υποβολή του στο ότι δεν έλαβαν ως ανακριτές, καμιά ενέργεια για να διαπιστώσουν τι ποσοστό αλκοόλης είχε η Παραπονούμενη στον οργανισμό της ούτε έλαβαν την γνώμη ειδικού ως προς το «κατά πόσο επηρεάζεται η βούληση και η σωστή άποψη ενός ανήλικου ο οποίος κατανάλωσε αλκοόλ», δεν διερεύνησαν το γιατί δεν υπήρχε σύνδεση επιστημονικά, του γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου 2 με τα επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον κόλπο της, δεν διερεύνησαν γιατί στον κόλπο της δεν υπήρχαν κακώσεις ή ερεθισμός, ως επίσης δεν διερεύνησαν τις θέσεις του εν λόγω Κατηγορούμενου, πως ό,τι έγινε, έγινε με τη συγκατάθεση της Παραπονούμενης, με την οποία η διαφορά ηλικίας ήταν κάτω των 3 ετών και τέλος πως έλαβαν κατάθεση από την Παραπονούμενη και την Μ.Κ.15, ενώ γνώριζαν ότι ήταν ξύπνιες από την προηγούμενη ημέρα.
Η Μ.Κ.3, είναι κοινωνική λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού. Κατά την κυρίως εξέταση της, κατέθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο των τριών γραπτών καταθέσεων που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφα Γ, Δ, Ε). Όλες ανεξαιρέτως, αφορούν και αναφέρονται στις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την λήψη των οπτικογραφημένων καταθέσεων της Παραπονούμενης και της Μ.Κ.15 στις 29.7.2022, και επίσης της πρώτης στις 30.7.2022 και 29.8.2022. Τούτες συνίστανται στην παρακολούθηση των εν λόγω καταθέσεων από διπλανό δωμάτιο, στην συνυπογραφή των δηλώσεων ανακριτή προς συνοδό, πριν την λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης (τεκμήρια 51-54), όπως και των εντύπων συγκατάθεσης που δόθηκαν για την λήψη τους, με εξαίρεση το Τεκμήριο 27 ημερομηνίας 30.7.2022 (τεκμήρια 21, 24, 38) καθώς και των ψηφιακών δίσκων με το περιεχόμενο τους (Τεκμήρια 22.1-22.2, 25.1-25.2, 28.1-28.2, 39.1-39.2). Επιπλέον, αναφέρεται και στο ότι ήταν και η ίδια παρούσα, μαζί με την Παραπονούμενη κατά την διάρκεια της αναγνωριστικής διαδικασίας του Α.Μ. στις 30.07.2022 στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, καθώς και κατά την διάρκεια της αναγνωριστικής διαδικασίας που έλαβε χώρα στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου στις 29.8.2022, οπότε επικοινώνησε και με τον πατέρα της Μ.Κ.15, ο οποίος της είχε αναφέρει πως η τελευταία, κατόπιν συζήτησης που είχαν, δεν θυμόταν και δεν μπορούσε να αναγνωρίσει το πρόσωπο που την άγγιξε στον πισινό στις 29.7.2022. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι ο ρόλος ενός κοινωνικού λειτουργού κατά την λήψη μιας οπτικογραφημένης κατάθεσης ανήλικου προσώπου, είναι υποστηρικτικός και δεν συζητούν μεταξύ τους καθόλου, τα περιστατικά που καταγγέλλονται.
Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, ερωτήθηκε κατά πόσο στο ΤΑΕ Αμμοχώστου στις 30.7.2022, είχε συναντήσει τον Α.Μ. και εάν βρισκόταν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο μαζί του και συγκεκριμένα εάν συνοδευόταν από οποιαδήποτε γυναίκα με το όνομα Μ.. Η αντεξέταση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2, περιορίστηκε στο πώς θα πρέπει μια κάμερα να είναι διαμορφωμένη όταν λαμβάνεται οπτικογραφημένη κατάθεση και εάν το πρόσωπο του συνεντευξιαζόμενου θα πρέπει να είναι ορατό.
Η Μ.Κ.4 είναι αστυφύλακας και κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας. Υιοθέτησε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της, την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο Στ). Σε αυτήν αναφέρει πως στις 29.7.2022, μετέβη μαζί με τους Αστ.4346 και Ε/Αστ.5929 έξω από το νυκτερινό κέντρο Castle Club, κατόπιν που λήφθηκε πληροφορία από πρόσωπο που εργάζεται στο εν λόγω κέντρο πως μια κοπέλα έπεσε θύμα βιασμού. Εκεί εντόπισαν την Παραπονούμενη, τη φίλη της Γ.Ν. (Μ.Κ.15) και την φίλη της αδελφής της πρώτης Ν.Β. (Μ.Κ.16) η οποία εργαζόταν στο εν λόγω κέντρο και η Παραπονούμενη τους ανέφερε «εφκάλαν μου τα ρούχα μου, εν το ήθελα». Ακολούθως, μετέφεραν την Παραπονούμενη με την Μ.Κ.16 στον Αστυνομικό Σταθμό, καθότι το ζήτησε η πρώτη για να νιώθει ασφάλεια. Στον Αστυνομικό Σταθμό, η Παραπονούμενη της ανέφερε με λυγμούς ότι την πλησίασαν τρεις άντρες, εκ των οποίων γνώριζε τον ένα και ο άντρας που γνώριζε της έβγαλε τα ρούχα και να την βίασε. Συγκεκριμένα της είπε «έβαλεν μου τον» ενώ οι άλλοι δύο άντρες παρακολουθούσαν από έξω, αναφέροντας συνέχεια «εν το ήθελα», καλύπτοντας με τα χέρια της το σώμα της. Έπειτα από λίγο, στον Αστυνομικό σταθμό έφτασε και η Μ.Κ.15 μαζί με την αδελφή της Παραπονούμενης και η ίδια παρέμεινε μαζί της μέχρι την άφιξη της Αστ. 4454 η οποία έμεινε μαζί της.
Η Μ.Κ.4 δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1 και ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 αντεξέτασε περιορισμένα την μάρτυρα, ως προς το κατά πόσο είναι η ίδια που ενημερώθηκε για το περιστατικό, κατά πόσο γνώριζε την Μ.Κ.16 που συνάντησε στον χώρο και της υπεβλήθη πως κανένα βιασμό υπέστη η Παραπονούμενη και πως ό,τι της ανέφερε, δεν είναι αλήθεια.
Ο Μ.Κ.5 κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου. Για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε τις δύο γραπτές καταθέσεις που ετοίμασε (Έγγραφα Ζ και Η). Στο έγγραφο Ζ αναφέρεται στις ενέργειες στις οποίες προέβη στις 29.7.2022, όταν μετέβη στο διαμέρισμα με αρ. 322Α στο Tsokkos Holiday Apartments στην Αγία Νάπα, στο οποίο εντόπισε τους Κατηγορούμενους 1 και 2, τον Α.Μ., τον Ν.Π. και τον Θ.Λ.. Τούτες συνίστανται στην λήψη γραπτής συγκατάθεσης έρευνας του εν λόγω διαμερίσματος από τον Κατηγορούμενο 1 (τεκμήριο 55) καθώς και σε έρευνα του εν λόγω χώρου η οποία ακολούθησε, κατά τη διάρκεια της οποίας παραλήφθηκαν ως τεκμήρια ένα σεντόνι χρώματος μωβ (τεκμήριο 6) για το οποίο ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε «εκεί ήταν η κοπέλα», μια άσπρη μαξιλαροθήκη (τεκμήριο 7), μια μαξιλαροθήκη με λουλούδια (τεκμήριο 8) και ένα σεντόνι άσπρο (τεκμήριο 9). Για τα τρία τελευταία τεκμήρια, ο Κατηγορούμενος 2 δεν απάντησε οτιδήποτε. Όλα τα πρόσωπα που εντοπίστηκαν στο διαμέρισμα, μεταφέρθηκαν με το πέρας των ερευνών στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, όπου τους επιδόθηκαν τα δικαιώματα τους. Την ίδια ημέρα και λίγο αργότερα, παρέλαβε κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Α.Μ., παρουσία λειτουργού του γραφείου ευημερίας, τα ρούχα και εσώρουχα του τελευταίου, ο οποίος αργότερα την ίδια ημέρα, συνελήφθη κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης, στην παρουσία της δικηγόρου του, λειτουργού του γραφείου ευημερίας και της επιμελήτριας, Αστ. 3540 Θ.Φ., αφότου του εξηγήθηκε ο λόγος. Λίγα λεπτά αργότερα, συνέλαβε με τον ίδιο τρόπο και ακολουθώντας την ίδια διαδικασία και τον Κατηγορούμενο 2 (τεκμήριο 56), ο οποίος αφότου του εξηγήθηκε ο λόγος και του επιδόθηκαν τα δικαιώματα του (τεκμήριο 57) απάντησε «Όχι, δεν έχω να πω κάτι». Κατόπιν τούτου, έλαβε ως τεκμήρια και τα ρούχα του Κατηγορούμενου 2, αφότου έλαβε προηγουμένως την συγκατάθεση του, παρουσία του πατέρα του και της δικηγόρου του. Όλα τα πιο πάνω τεκμήρια, παραδόθηκαν στις 30.7.2022 στην Μ.Κ.17, η οποία τα έθεσε υπό την φύλαξη της.
Στο έγγραφο Η, αναφέρει πως στις 30.7.2022, του υποδείχθηκε από την Μ.Κ.17, μια φωτογραφία (τεκμήριο 58) και ερωτήθηκε εάν αναγνωρίζει το πρόσωπο αυτό, το οποίο αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο 1, τον οποίο συνάντησε στις 29.7.2022 στο διαμέρισμα που ερεύνησε, στην οδό Καταλυμάτων στην Αγία Νάπα.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως η εμπλοκή του στην υπόθεση, ξεκίνησε όταν στις 29.7.2022, αναλαμβάνοντας καθήκον το πρωί, ζητήθηκε από τον υπεύθυνο του όπως μεταβεί στην Αγία Νάπα, για να τους υποδειχθεί από την Παραπονούμενη το διαμέρισμα, που συνέβησαν τα επίδικα περιστατικά και νοουμένου ότι λάβουν συγκατάθεση, να το ερευνήσουν. Στο μέρος μετέβη μαζί με την Μ.Κ.12. Επίσης, εξήγησε ότι η έρευνα έγινε μεταξύ των ωρών 09:48 ‑ 10:00 π.μ., παρά το γεγονός ότι η συγκατάθεση δόθηκε στις 09:03 π.μ., καθότι ανέμεναν βοήθεια από άλλους (συναδέλφους τους), οι οποίοι χρειάστηκε κάποιο χρόνο για να έρθουν. Ως προς τα στοιχεία των προσώπων που βρίσκονταν στο διαμέρισμα και τα οποία τους ανέφεραν ότι διέμεναν εκεί, ανέφερε ότι λήφθηκαν όταν άνοιξαν την πόρτα.
Κατά την αντεξέταση του, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 του υπέβαλε πως ο μοναδικός λόγος που ζήτησε συγκατάθεση για την έρευνα από τον τελευταίο, ήταν διότι ήταν ο μόνος ενήλικας και δεν διέμενε εκεί, γεγονός που τους το είχε αναφέρει, πως καμιά ενέργεια έγινε για να διαπιστωθούν εάν όλα τα πρόσωπα διέμεναν εκεί, πως μπήκαν στο διαμέρισμα χωρίς συγκατάθεση, την οποία εξασφάλισαν αφότου μπήκαν, πως τους απαγόρευαν να μιλούν στην γλώσσα τους, τους φώναζαν και τους τρομοκράτησαν και ειδικότερα η Μ.Κ.12 που βρισκόταν μαζί του. Του υπεβλήθη επίσης η θέση πως κακώς δεν έλαβαν καταθέσεις από τα πρόσωπα που βρισκόντουσαν στο διαμέρισμα και οδηγήθηκαν στην συνέχεια στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, με αποτέλεσμα η διερεύνηση να είναι πλημμελής. Η αντεξέταση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2, περιστράφηκε γύρω από τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξήχθη η έρευνα στο επίδικο διαμέρισμα, ως επίσης και ποιο ήταν το πρόσωπο που τους είχε δώσει σχετικές οδηγίες, καθώς και τον ρόλο της Μ.Κ.12 τον δεδομένο χρόνο.
Η Μ.Κ.6 είναι η Παραπονούμενη και ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, κατατέθηκαν οι τρεις οπτικογραφημένες καταθέσεις[6] που έδωσε στην Αστυνομία στις 29.7.2022 (στο εξής «η πρώτη κατάθεση»), 30.7.2022 (στο εξής «η δεύτερη κατάθεση») και 30.8.2022 (στο εξής «η τρίτη κατάθεση»). Στην πρώτη της κατάθεση ημερ. 29.7.2022 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 14 ετών και διέμενε με τους γονείς της σε χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου. Το επίδικο βράδυ, είχε μεταβεί με την Μ.Κ.15, επίσης 14 ετών, στην Αγία Νάπα, κρυφά από τους γονείς τους και επισκέφθηκαν πέντε clubs όπου κατανάλωσαν σε όλα αλκοόλ, πίνοντας βότκα και «ότι να’ ναι, ότι μας εκάμναν». Σε κάποια στιγμή, η Μ.Κ.15 μέθυσε, έκανε εμετό και έκλαιγε και ζητούσε να πάει στο σπίτι. Εκείνη την ώρα, βρισκόντουσαν έξω από συγκεκριμένο club και συνάντησαν μια ομάδα αγοριών, τον ένα εκ των οποίων είχε γνωρίσει μέσω μιας άλλης κοπέλας σε προγενέστερο χρόνο και τον έλεγαν Ν. και της είχε αναφέρει ότι ήταν 17 ετών. Όλα τα αγόρια ήταν εξ Ελλάδος και μιλούσαν τσιγγάνικα. Ο τελευταίος της πρότεινε και η ίδια συμφώνησε να μεταβούν μαζί τους στο διαμέρισμα του φίλου τους (επίδικο διαμέρισμα), για να ξεκουραστεί και να ξεμεθύσει η Μ.Κ.15, την οποία έβαλαν να ξαπλώσει στον καναπέ και την φρόντιζαν χωρίς να της κάνουν οτιδήποτε. Μετά το αγόρι που γνώριζε πήρε την ίδια στο υπνοδωμάτιο επειδή «ήμουν τζιαι’ γω νάκκον του ποτού εν έξερα τι έκαμνα» και την έβαλε να ξαπλώσει. Παρότι της είπε ότι θα κοιμηθεί, ξεκίνησε να την αγγίζει, της έβγαλε το παντελόνι και το κάτω εσώρουχο, ανέβηκε πάνω της και έβαλε το πέος του στον κόλπο της παρότι του είπε πως ήταν παρθένα και του ζήτησε να σταματήσει. Προηγουμένως προσπάθησε να βάλει το πέος του στο στόμα της αλλά επειδή το έκλεινε δεν τα κατάφερε. Ακολούθως, προσπάθησε «να μου τον βάλει που πίσω» αλλά η ίδια το απέφευγε, οπότε το έβαλε στον κόλπο της. Δεν χρησιμοποίησε προφύλαξη και δεν εκσπερμάτισε επειδή του φώναξαν οι άλλοι και πήγε δίπλα. Άλλα 4 αγόρια, βρισκόντουσαν στην βεράντα του μπαλκονιού του υπνοδωματίου και τους έβλεπαν, χωρίς η ίδια να μπορεί να ξεφύγει, παρότι πρότασσε τα χέρια της και προσπαθούσε να ξεφύγει, αλλά δεν είχε αρκετή δύναμη επειδή ήταν και η ίδια ζαλισμένη από το ποτό και «εν έξερα τι μου γινήσκετουν τζιήντην ώρα». Ακολούθως, όταν έφυγε ο πρώτος μετά που του φώναξαν, μπήκε κάποιος άλλος στο υπνοδωμάτιο, το όνομα του οποίου δεν θυμάται και έβαλε το δάκτυλο του στον κόλπο της, με τους υπόλοιπους να εξακολουθούν να βλέπουν. Παρόλο που ανέφερε και σε αυτόν να σταματήσει, εντούτοις συνέχιζε. Στο μεταξύ η Μ.Κ.15 άρχισε να συνέρχεται και της φώναξε, οπότε εισήλθε στο υπνοδωμάτιο ξανά ο πρώτος (Ν.), είπε στον δεύτερο να φύγει και της έδωσε τα ρούχα της τα οποία φόρεσε και σηκώθηκε και πήγε προς την Μ.Κ.15. Εξήλθαν από το διαμέρισμα με δυσκολία γιατί «εν τα βρίσκαμε» αφου ήταν και οι δύο ζαλισμένες και καθώς κατέβαιναν τα σκαλιά, αντιλήφθηκε τι έγινε και ξεκίνησε να φωνάζει με αποτέλεσμα να την ακούσει κάποιο πρόσωπο που γνώριζε και που διέμενε στο ίδιο συγκρότημα. Το πρόσωπο αυτό, το όνομα του οποίου δεν θυμόταν, ρώτησε τα αγόρια τι έγινε και λογικά του είπαν ψέματα διότι η ίδια ήταν «χαμέ» στα σκαλιά και φώναζε. Του έλεγαν συγκεκριμένα ότι ήταν μεθυσμένες και οι ίδιοι δεν έκαναν τίποτε. Μετά η ίδια και η Μ.Κ.15 έφυγαν και πήγαν να συναντήσουν την φίλη της αδελφής της (Μ.Κ.16) η οποία δούλευε στην περιοχή, στην οποία ανέφερε τι έγινε, οπότε ο εργοδότης της τελευταίας, κάλεσε την Αστυνομία και προσήλθε στο μέρος και την μετέφερε μαζί με την Μ.Κ.16 στον αστυνομικό σταθμό, όπου τους ανέφερε τι έγινε. Στην Αγία Νάπα, είχε μεταβεί ξανά και το γνώριζαν οι γονείς της, αλλά στην προκειμένη δεν το ανέφεραν στους γονείς τους, επειδή η Μ.Κ.15 θα πήγαινε κρυφά.
Στη δεύτερη της κατάθεση, αναφέρει πως το πρόσωπο που είχε δει προηγουμένως στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, τον οποίο εξ όσων γνωρίζει λένε Α., ήταν στο επίδικο διαμέρισμα αλλά δεν της έκανε κάτι. Εκείνοι που της έκαναν είναι ο Ν. και ο Γ.. Ερωτηθείσα πώς μοιάζει ο Γ, έδειξε φωτογραφία του στην Μ.Κ.17 που είχε στο κινητό της και ανέφερε πως το πρόσωπο αυτό, είναι το πρόσωπο που της έβαλε δάκτυλο. Την φωτογραφία του, της την είχε στείλει η Μ., η οποία είναι φίλη των αγοριών, την προηγούμενη ημέρα μαζί με φωτογραφίες άλλων προσώπων, για να της πει ποιοι ήταν στο επίδικο διαμέρισμα. Επέδειξε τα μηνύματα που είχε με την Μ. στην Μ.Κ.17 και έδωσε την συγκατάθεση της, όπως φωτογραφηθεί η οθόνη του κινητού της στην οποία φαίνονταν τα εν λόγω μηνύματα.
Στην τρίτη της κατάθεση, αναφέρει πως το πρόσωπο που είδε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, είναι το δεύτερο πρόσωπο που την κακοποίησε και συγκεκριμένα αυτός που έβαλε το δάκτυλο του στον κόλπο της.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, ανέφερε πως ο Ν. την είχε βάλει να ξαπλώσει με την πλάτη στο κρεβάτι και εισχώρησε το πέος του στον κόλπο της προκαλώντας της πόνο, κάτι που δεν ανέφερε στην οπτικογραφημένη της κατάθεσης, όχι για κάποιο ιδιαίτερο λόγο. Αναγνώρισε το τεκμήριο 58 ως την φωτογραφία που έδειξε στην Μ.Κ.17 κατά την δεύτερη οπτικογραφημένη της κατάθεση, αναφέροντας πως πρόκειται για το δεύτερο άτομο που την κακοποίησε σεξουαλικά, ο οποίος ήρθε από πάνω της και την έβαλε να του κάνει στοματικό και δεν θυμόταν εάν της έκανε οτιδήποτε άλλο. Κατόπιν περαιτέρω διευκρινιστικών ερωτήσων, ανέφερε ότι θυμάται αυτά που είπε στην κατάθεση της, ενώ απαντώντας στο κατά πόσο αυτό που λέει στην κατάθεση της είναι ότι ο Ν. προσπάθησε να βάλει το πέος του στο στόμα της και ο δεύτερος της έβαλε δάκτυλο, ανέφερε πως αυτό είναι λάθος. Καταλήγοντας ότι ο Ν. «έβαλε μου τον που μπροστά και ο δεύτερος έβαλέν μου τον που το στόμα και μετά πείραξε με και που κάτω.»
Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως εκείνο το βράδυ είχαν πιει πάρα πολύ ποτό, ότι δεν θυμόταν σε πόσα clubs είχαν πάει, όπως επίσης δεν θυμόταν πόσα άτομα ήταν στο επίδικο διαμέρισμα, ούτε και τα ονόματα τους, ότι τον μόνο που γνώριζε ήταν τον Ν., ότι με την Μ. με την οποία επικοινωνούσαν στην πλατφόρμα «Instagram» είχαν διαδικτυακή συνομιλία και ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν φίλη κυρίως του Ν. και ο λόγος που επικοινώνησε μαζί της ήταν για να την πείσει να αλλάξει την κατάθεση της και να τον λυπηθεί, λέγοντας της ότι μετάνιωσε. Τα μηνύματα που αντάλλαξαν (τεκμήριο 59), τα έδειξε στην Αστυνομία στις 30.7.2022 όταν κλήθηκε να αναγνωρίσει το δεύτερο πρόσωπο στο οποίο αναφέρθηκε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της. Περιπλέον, ανέφερε πως όταν ο Κατηγορούμενος 2 την πήρε στο υπνοδωμάτιο και ξεκίνησε να την αγγίζει, της έβγαλε τα ρούχα και ανέβηκε πάνω της, η ίδια δεν αντέδρασε, πλην όμως αντέδρασε όταν της «τον έβαλε», χωρίς ωστόσο να φωνάξει ή να διαμαρτυρηθεί ή να ζητήσει βοήθεια από τους υπόλοιπους διότι φοβόταν μήπως την βίαζαν και αυτοί. Ανέφερε επίσης ότι δεν ήταν με την θέληση της που έκανε σεξ με τον τελευταίο. Ερωτηθείσα επίσης εάν το δεύτερο πρόσωπο που μπήκε στο δωμάτιο της έβαλε μόνον δάκτυλο ή αν της έκανε οτιδήποτε άλλο, ανέφερε ότι «ήταν εκείνος που έφκηκε που πάνω μου που του έκαμα στοματικό, για να του κάνω στοματικό». Σε περαιτέρω ερωτήσεις για το ίδιο θέμα και αφού παραπέμφθηκε στην κατάθεση της, ανέφερε ότι συγχύστηκε όταν ρωτήθηκε ποιος την έβαλε να κάνει στοματικό και η αλήθεια είναι ότι ήταν ο Ν. και επίσης είπε ότι επειδή συγχύστηκε δεν σημαίνει ότι λέει ψέματα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν πήγε στον αστυνομικό σταθμό ό,τι ανέφερε στην Μ.Κ.4 είναι ότι τη βίασε ο Ν. αλλά χωρίς λεπτομέρειες, ότι δεν θυμάται αν το δεύτερο άτομο που μπήκε στο δωμάτιο και της έβαλε δάκτυλο έκανε περισσότερη ώρα από ό,τι ο Ν., όπως ανέφερε στην κατάθεση της, ότι δεν θυμάται αν φώναξε όταν μπήκε το δεύτερο άτομο, ότι δεν ζήτησε βοήθεια, ότι δεν πρόσεξε αν κοκκίνισε το δέρμα της πέριξ του κόλπου της και ότι ένιωσε πόνο, καθώς και ότι δεν σημαίνει ότι δεν την «πείραξαν» επειδή δεν εμφανίστηκαν κακώσεις. Σε ερώτηση δε αν ο Ν. είχε ασκήσει βία, απάντησε θετικά, αναφέροντας πως του έλεγε να σταματήσει αλλά δεν σταματούσε.
Ό,τι άλλο ανέφερε είναι ότι όταν τελείωσε στις 29/7/2022 από το Σπίτι του Παιδιού και πήγε σπίτι, έκανε μπάνιο και μετά ξεκίνησε να της στέλνει τα μηνύματα η Μ., ότι δεν θυμάται ποιος την είχε καλέσει να μεταβεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου στις 30.7.2022 για σκοπούς αναγνώρισης, παρά μόνο ότι εκεί είχε συναντήσει την Μ.Κ.17 και εξ όσων θυμόταν ο λόγος ήταν για να αναγνωρίσει τον Ν. και το άλλο πρόσωπο που τους ανέφερε πως δεν της είχε κάνει κάτι. Επί τούτου, η μάρτυρας αρνήθηκε ότι κατά την αναγνώριση ανέφερε ότι ο Α. δεν της έκανε κάτι επηρεασμένη από τα μηνύματα και τις φωτογραφίες που της έστειλε η Μ.. Τέλος, ως προς την αναγνώριση που κλήθηκε να κάνει στις 29.8.2022, δεν θυμόταν εάν της υποδείχθηκε οποιαδήποτε φωτογραφία προσώπου ή της αναφέρθηκε οποιοδήποτε όνομα από την Μ.Κ.17 και όταν είδε το πρόσωπο αυτό, ήταν μόνος του.
Κατά την επανεξέταση της, διευκρίνισε πως η Μ., με τα μηνύματα που της έστειλε, της είχε στείλει περισσότερες από μία φωτογραφίες και ανέφερε ότι δεν της είπε ούτε η Μ. ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να υποδείξει συγκεκριμέμνο πρόσωπο.
Η Μ.Κ.7 εργάζεται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής και στα καθήκοντά της περιλαμβάνεται η παραλαβή τεκμηρίων από την Αστυνομία και η παράδοσή τους σε αυτήν. Αναγνώρισε την μονογραφή της επί των τεκμηρίων 6-9, τα οποία παρέλαβε από την Αστυνομία στις 3/8/2022 και ώρα 09:30-09:35. Ως προς την παραλαβή και πάραδοση των τεκμηρίων σχετικό είναι το έντυπο Αστ.161 της Αστυνομίας (τεκμήριο 60). Όπως ανέφερε επίσης, τα τεκμήρια βρίσκονταν υπό την ασφαλή φύλαξη της, μέχρι την παράδοση τους στον Μ.Κ.8 η ώρα 11:30 της ίδας μέρας (τεκμήριο 61). Ακολούθως, στις 10/2/2023, ο τελευταίος της παράδωσε τα τεκμήρια (τεκμήριο 62) και η ίδια τα παρέδωσε πίσω στην Αστυνομία την ίδια μέρα (τεκμήριο 63). Πέραν και συμπληρωματικά των πιο πάνω τεκμηρίων, στις 30.8.2022 είχε παραλάβει και παρειακά επιχρίσματα τα οποία αναγνώρισε ως το τεκμήριο 20[7], για τα οποία ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία και ετοιμάστηκαν και γι’ αυτό σχετικά έντυπα (τεκμήρια 64-66). Η εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε.
Ο Μ.Κ.8 είναι γενετιστής και μέχρι το 2024 εργαζόταν υπό αυτή του την ιδιότητα στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας Κύπρου. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, το βιογραφικό του σημείωμα (τεκμήριο 67) ως επίσης και την έκθεση την οποία ετοίμασε σε σχέση με την παρούσα (Έγγραφο Θ), ημερομηνίας 03.10.2022. Ερωτώμενος σε σχέση με το συμπέρασμα που περιλαμβάνεται στη δεύτερη παράγραφο στη σελίδα 12 της έκθεσης (συμπέρασμα 8), ανέφερε ότι για την παρούσα έγιναν διάφορες επιστημονικές εξετάσεις οι οποίες στόχευαν στον εντοπισμό του γενετικού υλικού των Κατηγορουμένων, οι οποίοι έδωσαν για τούτο, παρειακά επιχρίσματα. Αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι, είχαν ακριβώς, όπως διαπιστώθηκε, το ίδιο γενετικό προφίλ του Υ (ανδρικού χρωμοσώματος), κάτι που σημαίνει πως είχαν τον ίδιο πατέρα ή οι πατεράδες τους να ήταν αδέλφια ή να ήταν ένα καθαρά τυχαίο γεγονός. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να γίνει διαχωρισμός μόνο από την εξέταση του Υ χρωμοσώματος και χρησιμοποιήθηκε άλλο σύστημα γενετικής εξέτασης με το οποίο εξετάζονται όλα τα χρωμοσώματα και όχι μόνο το αντρικό, Υ, χρωμόσωμα. Συνεπεία τούτης, κατέληξε πως ο Κατηγορούμενος 1, αποκλείστηκε από του να είναι δότης, στο στηθόδεσμο που είχε σταλεί προς εξέταση. Αναφορικά με το συμπέρασμα 20 στη σελίδα 14 της έκθεσης, που αφορούσε τη δειγματοληψία από την μαξιλαροθήκη με λουλούδια, ανέφερε πως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εντοπίστηκε γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 1. Σε ότι αφορά των άγνωστο άντρα 1 και τον άγνωστο άντρα 2 που έχουν εντοπιστεί σε διάφορά αντικείμενα της υπόθεσης, αναφέρεται ότι δεν μπορούν να αποκλειστούν, κάτι που σημαίνει ότι δεν είναι «πολύ δυνατή μαρτυρία» καθότι μπορεί να είναι αλλά μπορεί και να μην είναι δότες. Στην περίπτωση των δύο αντρών απουσίαζαν κάποια γενετικά χαρακτηριστικά από το γενετικό προφίλ που έχει παραχθεί και ως εκ τούτου δεν μπορούν να είναι απόλυτα βέβαιοι, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 1. Αναγνώρισε επίσης τα τεκμήρια 61, 62, 65 και 66 ως τα δελτία παραλαβής και παράδοσης από και προς την Μ.Κ.7, τεκμηρίων της υπόθεσης, τα οποία καμιά επέμβαση έχουν υποστεί, πέραν της απαραίτητης για σκοπούς εξετάσεων.
Κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης κατά πόσο, πέραν της ταύτισης του γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου 1 που καταγράφεται στο συμπέρασμα 20, προέκυψε οποιαδήποτε άλλη ταύτιση γενετικού υλικού των Κατηγορούμενων με αντικείμενα της υπόθεσης, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα συμπεράσματα 16, 17 και 19 της έκθεσής της. Ειδικότερα, στο συμπέρασμα 16 (σελίδα 14 της έκθεσης) καταγράφεται ταύτιση του γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου 2 με γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στο σεντόνι. Ως προς το συμπέρασμα 17, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 2 και δύο άγνωστοι άνδρες δεν μπορούν να αποκλειστούν ως δότες του μεικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το ίδιο αντικείμενο, χωρίς ωστόσο να μπορεί να εξακριβωθεί με βεβαιότητα κατά πόσο πράγματι περιλαμβάνονται μεταξύ των δοτών. Τέλος, στο συμπέρασμα 19 καταγράφεται ταύτιση του γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου 2 με μέρος του μεικτού γενετικού υλικού που εντοπίστηκε σε άλλη μαξιλαροθήκη.
Τέλος, ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε γενετικό υλικό των Κατηγορούμενων 1 και 2 στα ενδοκολπικά και εξωτερικά επιχρίσματα που λήφθηκαν από την Παραπονούμενη[8] και για τούτο μπορεί να υπάρχουν διάφοροι λόγοι, όπως για παράδειγμα το ότι μπορεί να χρησιμοποιήθηκε προφυλακτικό ή εάν υπήρχε μια σύντομη επαφή χωρίς εκσπερμάτωση. Και τούτο διότι στον κόλπο υπάρχει τεράστια ποσότητα θηλυκών κυττάρων και χωρίς εκσπερμάτωση, πολύ μικρή ποσότητα αντρικού γενετικού υλικού εναποτίθεται και ο γυναικείος «πληθυσμός» μπορεί να υπερισχύει του αντρικού. Ένα άλλο ενδεχόμενο είναι το να έκανε μπάνιο η Παραπονούμενη, παράγοντας που θα μπορούσε να επηρεάσει την εξέταση. Ο εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε.
Ο Μ.Κ.9 κατέθεσε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο Ι). Σε αυτήν αναφέρει πως, εργάζεται σε μπυραρία στην Αγία Νάπα και στις 29.7.2022 τα ξημερώματα (γύρω στις 04:00-04:30), αφότου σχόλασε και επέστρεφε στο διαμέρισμα στο οποίο διαμένει στο συγκρότημα Τsokkos Holiday Apartments, ενόσω βρισκόταν στα σκαλιά ανεβαίνοντας στο διαμέρισμα του, άκουσε ομιλίες και ήχους σαν κλάματα και όταν ανέβηκε τις σκάλες, είδε δύο κοπέλες οι οποίες φαίνονταν φοβισμένες, με την μια να κλαίει και λίγο πιο κάτω στα σκαλιά να στέκονται δύο αγόρια. Όλα τα πιο πάνω πρόσωπα, πρώτη φορά τα έβλεπε. Τους ρώτησε τι συνέβαινε και του είπαν «όλα καλά» ενώ τα αγόρια του ανέφεραν πως ήθελαν να τις βοηθήσουν και μετά έφυγαν γιατί όπως του είπαν θα πήγαιναν δουλειά. Στη συνέχεια έφυγαν και οι κοπέλες και προτού φύγουν τους είπε να καλέσουν την Αστυνομία εάν συνέβαινε κάτι, χωρίς να του αναφέρουν οτιδήποτε περαιτέρω. Όταν είδε τις κοπέλες, θυμήθηκε ότι τις είχε δει το βράδυ στην μπυραρία που εργαζόταν και φαινόντουσαν ζαλισμένες. Ήθελαν να μπουν μέσα αλλά δεν τους επιτράπηκε η είσοδος γιατί ήταν ανήλικες, οπότε πήγαν στην τουαλέτα και μετά έφυγαν. Αναφέρεται στην συνέχεια, στην υπόδειξη που προέβη στην Αστυνομία ως προς το σημείο που εντόπισε τις κοπέλες να κάθονται. Ο εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε.
Η Μ.Κ.10 είναι κλινική ψυχολόγος και κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν υπό αυτή της την ιδιότητα στο Σπίτι του Παιδιού. Σε σχέση με τα προσόντα και την εκπαίδευση της, κατέθεσε το βιογραφικό της σημείωμα (τεκμήριο 68). Εξήγησε τα καθήκοντα που είχε στα οποία, μεταξύ άλλων, ήταν και η διεκπεραίωση ψυχολογικής αξιολόγησης ανήλικων παιδιών. Τέτοια αξιολόγηση, διενήργησε και στην Παραπονούμενη σε σχέση με την παρούσα και ετοίμασε κατόπιν έκθεση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο ΙΑ). Σε αυτήν, αναφέρεται στο ιστορικό της καταγγελίας, στη λήψη συγκατάθεσης από τους γονείς της Παραπονούμενης για την αξιολόγηση της μιας και ήταν ανήλικη, στην πορεία συνεργασίας, ήτοι στις τρεις συναντήσεις που είχε μαζί της στις 24.8.2022, 31.8.2022 και 7.9.2022, αλλά και στην συνάντηση με τους γονείς της στις 4.9.2022, στο ιστορικό της Παραπονούμενης ως επίσης στα κλινικά ευρήματα της αξιολόγησης, τα συμπεράσματα και τις εισηγήσεις της. Σύμφωνα με την έκθεση, η κλινική διάγνωση της σε σχέση με την Παραπονούμενη είναι πως το καταγγελθέν περιστατικό, έχει επηρεάσει την ψυχική υγεία της τελευταίας, η οποία παρουσίαζε ενεργή συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, 309,81 (F.43.10) όπως αυτά ορίζονται από τα διαγνωστικά κριτήρια DSM-V. Το τραυματικό αυτό γεγονός καταλήγει περαιτέρω η Μ.Κ.10, έχει προκαλέσει στην τελευταία, κλινικά ενοχλήματα σε σημαντικές περιοχές της λειτουργικότητας της και παρουσίαζε διεισδυτικά συμπτώματα, επίπονη αποφυγή ερεθισμάτων, αρνητικές μεταβολές σε γνωστικές λειτουργίες και στη διάθεση της καθώς και αλλαγές στην διεγερσιμότητα και αντιδραστικότητα που σχετίζονταν με το καταγγελθέν περιστατικό. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, εξήγησε τι ακριβώς σημαίνει κλινική αξιολόγηση ενός θύματος σεξουαλικής κακοποίησης και τι περιλαμβάνει μια ψυχοδιαγνωστική συνέντευξη.
Περαιτέρω ανέφερε πως ό,τι καταγράφει στην έκθεση της σε σχέση με το επίδικο περιστατικό είναι ό,τι της έχει λεχθεί από την Παραπονούμενη, η οποία δεν ήθελε να προβεί σε περαιτέρω πληροφορίες καθότι ήταν κάτι που την δυσκόλευε ψυχολογικά και αρκέστηκε στις πληροφορίες που και η ίδια κατέγραψε στην έκθεση της. Εξαίρεση αποτελεί μόνον η αναφορά ότι εξαιτίας της επήρειας αλκοόλης, φάνηκε πως ο χρόνος αντίδρασης της Παραπονούμενης επιβραδύνθηκε, ενόσω εξελισσόταν το επίδικο περιστατικό, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στη κατάσταση κινδύνου που βρισκόταν τη δεδομένη στιγμή, αναφορά η οποία αφορά δική της κλινική εκτίμηση βάσει των πληροφοριών που έλαβε από την Παραπονούμενη.
Ως προς το DSM που αναφέρεται στην έκθεση της και συγκεκριμένα στην κλινική διάγνωση της, ανέφερε πως αφορά εγχειρίδιο που χρησιμοποιείται από όλους τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας στο οποίο ταξινομούνται όλα τα κριτήρια ώστε να μπορεί να προκύψει διάγνωση διάφορων διαταραχών από τις πληροφορίες που λαμβάνονται μέσα από τις αφηγήσεις του συνεντευξιαζόμενου (τεκμήριο 69). Στην προκειμένη, η Παραπονούμενη πληρούσε τα κριτήρια διάγνωσης μετατραυματικού στρες, με βάση τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε, τα οποία και ανέφερε.
Ερωτηθείσα εάν είναι πιθανό ένα θύμα σεξουαλικής κακοποίησης να θυμάται έντονα κάποιες λεπτομέρειες σε σχέση με το περιστατικό και κάποιες άλλες όχι, ανέφερε πως αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που ένα πρόσωπο επεξεργάζεται το τραυματικό γεγονός. Κάποια άτομα μπορεί να έχουν κάποια κενά μνήμης ή να θυμούνται με λεπτομέρεια ή όχι και τόσο, αναλόγως της φύσης του περιστατικού. Ούτε υπάρχει κάποια καθορισμένα αναμενόμενη αντίδραση ενός ανήλικου προσώπου, όταν κακοποιείται σεξουαλικά, αφού και τούτη εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Συνήθως, όταν ο οργανισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα απειλητικό γεγονός τότε αυτόματα ενεργοποιείται μηχανισμός άμυνας του, που τούτο σημαίνει μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο που επεξεργάζεται τη δεδομένη στιγμή το άτομο το γεγονός και οι αναμενόμενες αντιδράσεις είναι αυτό που ονομάζουμε “fight, flight, freezing”, δηλαδή μάχη, φυγή, ή πάγωμα. Κάποιο άτομο μπορεί να αντιδράσει για να αποφύγει μια απειλή ή μπορούμε να δούμε και περιπτώσεις που να υπάρχει τούτο που λέμε και στην ψυχολογία το συναισθηματικό μούδιασμα, δηλαδή το πάγωμα που δεν μπορεί να αντιδράσει τη δεδομένη στιγμή το άτομο, κάτι που και πάλιν αξιολογείται και με διάφορους άλλους παράγοντες. Αυτή η διαδικασία μπορεί να επηρεαστεί λόγω της κατανάλωσης αλκοόλ, αναλόγως του πώς τούτο επηρεάζει το νευρικό σύστημα. Στην προκειμένη περίπτωση, η εκτίμηση της ιδίας είναι ότι με βάση την αναφορά της Παραπονούμενης πως ήθελε να αντιδράσει αλλά δεν μπορούσε, η ίδια θεώρησε πως η δυσκολία ήταν λόγω της επήρειας αλκοόλης και όχι επειδή υπήρχε συναισθηματικό μούδιασμα, αφού αντιλαμβανόταν, ήθελε να αντιδράσει, το λεκτικοποιούσε λέγοντας στο άλλο πρόσωπο να σταματήσει, αλλά δεν μπορούσε να το μετουσιώσει σε πράξη. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου εάν υπήρχε τρόπος να αξιολογηθεί το κατά πόσο τα συμπτώματα που φαίνεται να παρουσίαζε η Παραπονούμενη δυνατό να συνδέονταν με άλλα περιστατικά παρά το ότι η τελευταία τα διασύνδεσε με το επίδικο, ανέφερε πως για να γινόταν κάτι τέτοιο, θα έπρεπε τούτο να ήταν προμελετημένο από την ίδια και προϋπέθετε το να γνώριζε ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται για την διάγνωση. Η εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε.
H Μ.Κ.11 είναι αδελφή της Παραπονούμενης. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο ΙΒ), στην οποία αναφέρει πως στις 29.7.2022 τα ξημερώμτα, γύρω στις 04:00, είχε δεχθεί τηλεφώνημα από την φίλη της την Ν. (Μ.Κ.16), η οποία της ανέφερε πως βρισκόταν με την Παραπονούμενη και της ζήτησε να πάει να τις βρει, επειδή κάποιος βίασε την τελευταία και να παραλάβει την Μ.Κ.15 που προηγουμένως βρισκόταν με την Παραπονούμενη, από συγκεκριμένη τοποθεσία. Αφότου παρέλαβε την Μ.Κ.15, μετέβηκαν μαζί στον αστυνομικό σταθμό, όπου τις συνάντησε, με την Παραπονούμενη να πέφτει στην αγκαλιά της, η οποία έκλαιγε και φώναζε πως «δεν το ήθελε» και πως την βίασαν. Αφότου οι αστυνομικοί τους εξήγησαν πως θα χρειάζονταν τα ρούχα της Παραπονούμενης, πήγε και έφερε ρούχα στην τελευταία και παρέδωσαν τα ρούχα που φορούσε μέχρι τότε. Η ίδια είναι που ειδοποίησε την μητέρα τους (Μ.Κ.13) για το τι έγινε, με αποτέλεσμα αμφότεροι οι γονείς τους να μεταβούν επίσης στον αστυνομικό σταθμό. Η Μ.Κ.15 μετέβη με την αστυνομία για να βρουν το διαμέρισμα στο οποίο έγινε ο βιασμός, αλλά δεν θυμόταν που ήταν. Η Παραπονούμενη μετέβη με τους γονείς της στην Αστυνομία στο Παραλίμνι, ενόσω η ίδια ανέμενε στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας την Μ.Κ.15 να επιστρέψει για να την μεταφέρει στον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου. Την επόμενη ημέρα, η Παραπονούμενη της ανέφερε πως εκείνο το βράδυ είχαν μεταβεί με την Μ.Κ.15 στην Αγία Νάπα, «είχαν πιει ποτά» και η Μ.Κ.15 μέθυσε και έκανε εμετούς και πως βρήκαν κάποιον που η Παραπονούμενη γνώριζε με το όνομα Ν., ο οποίος της συνέστησε να μεταβούν σε διαμέρισμα μέχρι η Μ.Κ.15 να νιώσει καλύτερα. Περαιτέρω, ότι εκεί το εν λόγω πρόσωπο την μετέφερε στο υπνοδωμάτιο, ενόσω η Μ.Κ.15 ξάπλωνε στον καναπέ του σαλονιού και πως της έβγαλε το παντελόνι χωρίς να το θέλει και είχε σεξουαλική επαφή μαζί της, παρά την θέληση της. Όταν δε ο Ν. βγήκε από το δωμάτιο, μπήκε κάποιος άλλος μέσα, χωρίς να της αναφέρει ποιος και της έκανε το ίδιο πράγμα. Από εκείνη την ημέρα, η Παραπονούμενη δεν είναι καλά και είναι πιο αντιδραστική. Την προηγούμενη της κατάθεσης της, η Παραπονούμενη της τηλεφώνησε «κλαμένη και δεν μπορούσε να αναπνεύσει» και της ανέφερε ότι «δεν μπορεί άλλο». Όπως αναφέρει επίσης, η Παραπονούμενη δεν συνηθίζει να λέει ψέματα, ενώ εξ όσων γνωρίζει η τελευταία δεν είχε καμιά σεξουαλική επαφή προηγουμένως.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, ανέφερε πως δεν μπορούσε να θυμηθεί εάν όταν συνάντησε την Παραπονούμενη, η τελευταία της είπε «με βίασαν», και πως όταν την συνάντησε, ήταν σε κατάσταση σοκ, έκλαιγε και φώναζε, και καθώς προσπαθούσε να της δώσει τα ρούχα της, η Παραπονούμενη της έλεγε «Μεν μου τζίζεις, μεν μου τζίζεις». Επίσης, ανέφερε ότι την είχε ρωτήσει ποιος ήταν το δεύτερο πρόσωπο και η Παραπονούμενη της είπε ότι δεν τον ήξερε ούτε η ίδια και όταν της είπε πως αυτός της έκανε το ίδιο πράγμα με τον πρώτο, εννοούσε πως και αυτός «έβαλεν της τον», αφού την είχε ρωτήσει. Έκτοτε, δεν ξανασυζήτησαν το οτιδήποτε. Η εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε.
Η Μ.Κ.12 είναι αστυφύλακας και υπηρετεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, την κατάθεση που ετοίμασε σε σχέση με την παρούσα (Έγγραφο ΙΓ), όπου αναφέρει πως στις 29.7.2022, μετέφερε την Παραπονούμενη συνοδευόμενη από την μητέρα της (Μ.Κ.13) και την ΜΚ15 στην Αγία Νάπα με σκοπό να υποδείξουν τον χώρο όπου διαπράχθηκαν τα αδικήματα, τον οποίο υπέδειξε ως το διαμέρισμα 322Α στο «Tsokkos Holiday Hotel Apartments». Επίσης, ότι κατά την διάρκεια έρευνας που διενεργήθηκε στο εν λόγω διαμέρισμα, ο Κατηγορούμενος 2 της ανέφερε, παρουσία του Μ.Κ.5, πως γνώρισε την Παραπονούμενη στις 23.7.2022 σε συγκεκριμένο club στην Αγία Νάπα και πως στις 29.7.2022 βρέθηκαν και πάλι στην Αγία Νάπα στην περιοχή των clubs, όπου η Παραπονούμενη του ανέφερε ότι η φίλη της (ΜΚ15) δεν αισθανόταν καλά και ως εκ τούτου ο ίδιος της εισηγήθηκε να μεταβούν στο συγκεκριμένο διαμέρισμα μέχρι η τελευταία να νιώσει καλύτερα. Όταν έφτασαν εκεί, ξεκίνησαν να χαϊδεύονται και να φιλιούνται με την Παραπονούμενη και την ρώτησε εάν ήθελε να προχωρήσει, εννοώντας να κάνουν σεξ, με την ίδια να αποδέχεται. Ερωτηθείς ο Κατηγορούμενος 2 εάν ήταν και κάποιος άλλος εκεί, αυτός τους υπέδειξε τον Α.Μ., λέγοντας ότι ήταν και αυτός εκεί.
Ερωτηθείσα για τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι αναφορές του Κατηγορούμενου 2 ανωτέρω, ανέφερε ότι ενώ βρίσκονταν με το συνάδελφο της στο σαλόνι, ο εν λόγω Κατηγορούμενος ίσως ένιωσε κάποια οικειότητα, πήγε κοντά της και της ανέφερε αυτολεξεί όσα ανέφερε πιο πάνω. Ο λόγος δε που τον είχε ρωτήσει εάν υπήρχε και άλλο πρόσωπο εκεί, ήταν διότι η πληροφόρηση από τον προιστάμενο της ήταν ότι στην υπόθεση εμπλέκονταν δύο πρόσωπα.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της επίσης, ανέφερε ότι εκ παραδρομής αναγράφεται στην κατάθεση της πως ήταν παρούσα κατά την έρευνα αφού είχε στο μεταξύ αποχωρήσει μαζί με την Παραπονούμενη, την Μ.Κ.13 και την Μ.Κ.15, παρότι η συγκατάθεση έρευνας (τεκμήριο 55) η οποία λήφθηκε από τον Μ.Κ.5, υπογράφτηκε στην παρουσία της από τον Κατηγορούμενο 1. Όπως ανέφερε, όταν πήγαν στο διαμέρισμα βρισκόντουσαν 5 άτομα εντός αυτού και ο λόγος που λήφθηκε συγκατάθεση από τον τελευταίο, ήταν διότι ήταν ενήλικας ενώ οι άλλοι ανήλικοι. Ρωτήθηκαν όλα τα πρόσωπα εάν διαμένουν εκεί και απάντησαν θετικά. Επειδή ήταν πολλά άτομα στο διαμέρισμα, κλήθηκαν ακόμη δύο συνάδελφοι τους στο μέρος, τους οποίους ανέμεναν με τον Μ.Κ.5 να προσέλθουν και όταν έφτασαν, τότε η ίδια αποχώρησε. Η εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε.
Η Μ.Κ.13 είναι η μητέρα της Παραπονούμενης. Υιοθέτησε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της, τις δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφα ΙΔ και ΙΕ). Στο έγγραφο ΙΔ, πέραν από την οικογενειακή κατάσταση της, αναφέρει πως στις 28.7.2022 η Παραπονούμενη της είχε πει πως θα διανυκτέρευε στην Μ.Κ.15 ενώ η ίδια θα διέμενε σε άλλο σπίτι που έχουν στο χωριό Σωτήρα. Στις 29.7.2022 τα ξημερώματα, ενημερώθηκε από την άλλη κόρη της (Μ.Κ.11) ότι δύο άτομα είχαν πειράξει σεξουαλικά την Παραπονούμενη και ότι βρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό, οπότε μετέβησαν αμέσως εκεί. Επειδή η τελευταία δεν ήταν σε καλή κατάσταση και ήταν πολύ σοκαρισμένη, δεν την ρώτησε τι συνέβη ακριβώς και στη συνέχεια πήγε μαζί της και με την Αστυνομία για να τους υποδείξει τον τόπο που συνέβησαν όσα κατήγγειλε. Γύρισαν για αρκετή ώρα και σε κάποια στιγμή βρήκαν το διαμέρισμα, όταν εντόπισαν έναν γνωστό που ήξεραν οι μικρές, ονόματι Α. (Μ.Κ.9). Την ίδια ημέρα, μετέβησαν στο Σπίτι του Παιδιού στη Λευκωσία όπου η Παραπονούμενη εξετάστηκε από ιατρούς και έδωσε κατάθεση. Στις 30.7.2022 την συνόδευσε ξανά στην Αστυνομία όπου αναφέρθηκε στον «Γιάννη», το δεύτερο δηλαδή πρόσωπο που την πείραξε και έδωσε ξανά κατάθεση. Δεν γνωρίζει ιδιαίτερες λεπτομέρειες για τα επίδικα περιστατικά επειδή η Παραπονούμενη είναι αρκετά κλειστός χαρακτήρας και δεν της μιλά. Στο Έγγραφο ΙΕ, δηλώνει την συγκατάθεση της να φωτογραφηθεί το τηλέφωνο της Παραπονούμενης ώστε να ληφθεί φωτογραφία που κατέχει η τελευταία και απεικονίζει το δεύτερο πρόσωπο που την κακοποίησε σεξουαλικά, καθώς και μια συνομιλία με μια κοπέλα.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέτασης της, ανέφερε πως όταν συνάντησε την Παραπονούμενη στον αστυνομικό σταθμό, η τελευταία ήταν χάλια και σε κατάσταση σοκ. Ανέφερε επίσης ότι μετά το περιστατικό ήταν χάλια, είχε εφιάλτες και ξυπνούσε και νόμιζε ότι «ήταν να έρθουν σπίτι». Η κατάσταση τώρα είναι καλύτερη αλλά συνεχίζει να υπάρχει ένα θέμα. Αναγνώρισε την υπογραφή της επί διαφόρων εντύπων, μεταξύ των οποίων, έντυπο συγκατάθεσης ιατροδικαστικής εξέτασης της Παραπονούμενης (τεκμήριο 70), έντυπο λήψης μετρήσεων και επιχρισμάτων από την Παραπονούμενη (τεκμήριο 71), ως επίσης και διάφορα έντυπα λήψης συγκατάθεσης οπτικογραφημένης κατάθεσης (τεκμήρια 72, 73, 21 και 27). Ερωτηθείσα εάν θυμόταν κατά πόσο κλήθηκαν να παρευρεθούν στην Αστυνομία για σκοπούς αναγνώρισης προσώπων από την Παραπονούμενη, απάντησε θετικά αλλά δεν θυμόταν ποιος επικοινώνησε μαζί τους από την Αστυνομία, ούτε αν τους ειπώθηκε το όνομα του προσώπου που κλήθηκαν να αναγνωρίσει. Η εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε.
Ο Μ.Κ.14 είναι ο πατέρας της Παραπονούμενης και αναγνώρισε την υπογραφή του επί διαφόρων εντύπων, που αφορούν έντυπα συγκατάθεσης για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη. Ο εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε.
Η Μ.Κ.15 είναι φίλη της Παραπονούμενης και το πρόσωπο που ήταν μαζί της το επίδικο βράδυ. Για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της, κατατέθηκε το περιεχόμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία στις 29.7.2022[9]. Με βάση την πιο πάνω κατάθεση, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 14 ετών και διέμενε με την οικογένεια της σε χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου. Το επίδικο βράδυ, είχε μεταβεί με την Παραπονούμενη στην Αγία Νάπα και επισκέφθηκαν διάφορα clubs. Αρχικά είχαν μεταβεί στο «monkey’s» για να συναντήσουν τον φίλο (Μ.Κ.9) που τους είπε που «μεινίσκουν τα αγοράκια» και εκεί κατανάλωσαν και ένα ποτό. Ακολούθως έφυγαν και πήγαν σε άλλα clubs, όπου και εκεί κατανάλωσαν αλκοόλ. Όταν είχαν βγει από το τελευταίο club που επισκέφθηκαν, η ίδια ξεκίνησε να κάνει εμετό και να ζητά την αδελφή της και ένα φίλο της. Τις είδαν κάποια αγόρια και τους είπαν να τις συνοδεύσουν στο διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν, με την ίδια να μην ξέρει τι γίνεται εκείνη την στιγμή αφού «ήμουν τέλια..». Τους ακολούθησαν και την έβαλαν να ξαπλώσει στον καναπέ και την σκούπιζαν, ενόσω έκανε εμετό. Η Παραπονούμενη μετέβη στο υπνοδωμάτιο και ενόσω η ίδια βρισκόταν στον καναπέ και προσπαθούσε να γυρίσει, κάποιος την άγγιξε στον πισινό. Γύρισε και ξαναγύρισε στον καναπέ και ξεκίνησε να φωνάζει την Παραπονούμενη. Έκανε άλλη μια φορά εμετό, σηκώθηκε, πλύθηκε και συνήλθε λίγο και τότε η Παραπονούμενη της είπε κλαίγοντας ότι «εβάλαν της τον χωρίς να το θέλει», οπότε την πήρε και έφυγαν. Η τελευταία έκατσε στα σκαλιά και της έλεγε ότι είναι όλοι ψεύτες, «εβάλαν τον χωρίς να το θέλω». Σε κάποια στιγμή ήρθε ο Α. (Μ.Κ.9) ο οποίος έμενε και ο ίδιος εκεί, τους ρώτησε τι έγινε και οι άλλοι του έλεγαν ότι δεν έγινε τίποτε, ενώ η Παραπονούμενη φώναζε ότι είναι όλοι ψεύτες. Ακολούθως η ίδια με την Παραπονούμενη έφυγαν, πήγαν σε συγκεκριμένο club όπου βρισκόταν μια φίλη της αδελφής της τελευταίας, της είπαν τι έγινε και κάλεσε την Αστυνομία. Όταν ήρθε η Αστυνομία μετέβησαν όλοι μαζί στον αστυνομικό σταθμό και ειδοποιήθηκαν οι γονείς τους. Η Παραπονούμενη ήταν σε κατάσταση σοκ και έκλαιγε συνέχεια. Η ίδια μετέβη σε κάποια στιγμή με τους αστυνομικούς στον χώρο για να τους υποδείξει το κτήριο, αλλά δεν θυμόταν. Το κτίριο εντοπίστηκε αργότερα, όταν ξαναπήγαν με την Παραπονούμενη. Στη συνέχεια, αναφέρεται στις περιστάσεις υπό τις οποίες είχε καταλήξει στην Αγία Νάπα με την Παραπονούμενη.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, ανέφερε πως όταν ήταν στον καναπέ στο διαμέρισμα και φώναξε της Παραπονούμενης και ήρθε, η τελευταία ήταν σε κατάσταση σοκ. Ανέφερε επίσης πως δεν θυμόταν τι ακριβώς της είχε αναφέρει η Παραπονούμενη πως έγινε, ούτε εάν ήταν ένα άτομο ή περισσότερα που πείραξαν την τελευταία.
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο η σχέση της με την Παραπονούμενη ήταν τέτοια που να έλεγαν η μια στην άλλη τι συνέβαινε, ποια είναι τα «αγοράκια» που τους ανέφερε ο φίλος αλλά και ποια είναι η «παραστασούα» που λέει στην κατάθεση της, πόσο ποτό είχαν καταναλώσει εκείνο το βράδυ, εάν είναι τα αγόρια που τους πρότειναν να πάνε στο διαμέρισμα τους, πόση ώρα ήταν η ίδια ξαπλωμένη στον καναπέ, εάν είδε ποιοι είχαν μεταβεί με την Παραπονούμενη στο υπνοδωμάτιο ή αν τους άκουσε να μιλούν, εάν άκουσε την Παραπονούμενη να φωνάζει ή αν άκουσε «βοήθεια» ή «σταμάτα, εν θέλω», ως επίσης και εάν η ίδια ζήτησε από την Παραπονούμενη να της πει λεπτομέρειες είτε τότε, είτε μετέπειτα ως προς το τι συνέβη.
Η Μ.Κ.16 υιοθέτησε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της, την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο ΙΣΤ), στην οποία αναφέρει πως με την αδελφή της Παραπονούμενης (Μ.Κ.11), είναι φίλες. Στις 29.7.2022 ενόσω βρισκόταν στην εργασία της σε νυκτερινό κέντρο στην Αγία Νάπα και στεκόταν στην είσοδο, την προσέγγισε η Παραπονούμενη μαζί με μια φίλη της και της ανέφερε κλαίγοντας και αναστατωμένη πως την βίασαν. Την πήρε αγκαλιά και βγήκαν έξω και ενημέρωσε αμέσως τον υπεύθυνο της, ο οποίος κάλεσε την Αστυνομία. Επειδή ήταν σε κατάσταση σοκ και πανικοβλημένη, δεν της ανέφερε πολλές λεπτομέρειες, με την φίλη της (Μ.Κ.15) να προσπαθεί να της εξηγήσει τι έγινε. Όταν ήρθε η Αστυνομία, η ίδια συνόδευσε την Παραπονούμενη στον αστυνομικό σταθμό, στον οποίο μετέβη και η Μ.Κ.11 και ακολούθως και οι γονείς της Παραπονούμενης και δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο σχετικά με την υπόθεση.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, ως προς την κατάσταση της Παραπονούμενης όταν τη συνάντησε εξήγησε ότι έτρεμε πολύ, δεν μπορούσε να πει πάρα πολλά πράγματα και ότι με σφιγμένες τις γροθιές και τρέμωντας της είπε ότι τη βίασαν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η Παραπονούμενη προσπαθούσε να της εξηγήσει τι έγινε αλλά επειδή υπήρχε και η μουσική στον χώρο, δεν καταλάβαινε πολύ καλά τι της έλεγε.
Στην αντεξέταση της, ερωτήθηκε από που η Παραπονούμενη γνώριζε ότι δούλευε στο συγκεκριμένο νυκτερινό κέντρο, εάν την επισκέφθηκε ξανά στο συγκεκριμένο νυκτερινό κέντρο, από που γνωρίζονται, εάν ρώτησε την Παραπονούμενη λεπτομέρειες ως προς το τι της ανέφερε, εάν φαίνονταν με την Μ.Κ.15 μεθυσμένες και τι η τελευταία της είπε.
Η Μ.Κ.17 είναι αστυφύλακας και υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Υποθέσεων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, τις τρεις καταθέσεις που ετοίμασε σε σχέση με την παρούσα (Έγγραφα ΙΖ, ΙΗ, και ΙΘ). Στο Έγγραφο ΙΖ αναφέρεται στις ενέργειες της από τις 29.7.2022 μέχρι και τις 3.8.2022. Συγκεκριμένα και σε ό,τι αφορά την 29.7.2022, αναφέρεται στην λήψη συγκατάθεσης από την Μ.Κ.13 για διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης της Παραπονούμενης από την Δρ. Α.Π. (τεκμήριο 70), καθώς και για την λήψη παρειακών επιχρισμάτων της (τα οποία της παραδόθηκαν στη συνέχεια από την Δρ Α.Π.-τεκμήριο 71). Αναφέρεται επίσης στη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης την ίδια ημέρα, την από μέρους της, μεταξύ άλλων, λήψη φωτογραφιών καθ’ υπόδειξη της Δρος Α.Π. (τεκμήριο 75) ως επίσης και την μετέπειτα λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη και την Μ.Κ.15.
Σε ό,τι αφορά τις ενέργειες της στις 30.7.2022, τούτες συνίσταται στην παραλαβή τεκμηρίων από τον Μ.Κ.5, στη λήψη δεύτερης οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη, στην καταγραφή σε σχετικό ημερολόγιο ενεργείας (τεκμήριο 50) των λεγομένων του Α.Μ. στην παρουσία της δικηγόρου του και της θείας του, στην συγκατάθεση από την μητέρα της Παραπονούμενης για να φωτογραφηθεί το κινητό της καθώς και στην παραλαβή των ρούχων που φορούσε η Παραπονούμενη το επίδικο βράδυ, από την Αστ. 4454. Περαιτέρω, την 31.7.2022, η Παραπονούμενη της υπέδειξε το σημείο που συνάντησε τον Κατηγορούμενο 2 και τους φίλους του το επίδικο βράδυ (τεκμήριο 74), την 1.8.2022 παρέδωσε τα παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον τελευταίο στον Μ.Κ.2 και στις 2.8.2022 παρέδωσε τα τεκμήρια που αναφέρονται στο Κυανούν 74, στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής για εξετάσεις.
Στο έγγραφο ΙΗ αναφέρεται στην από μέρους της λήψη φωτογραφιών στις 29.7.2022, κατά τη διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης της Παραπονούμενης, καθ’ υπόδειξη της Δρ Α.Π., στη λήψη φωτογραφιών από το κινητό της Παραπονούμενης, στις 30.7.2022 στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, κατόπιν που για τούτο έλαβε τη γραπτή συγκατάθεση της Μ.Κ.13, στην μεταφορά των φωτογραφιών που λήφθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση, αλλά και κατά την φωτογράφιση του κινητού της Παραπονουμένης, σε συσκευές αντιγραφής, την 01.08.2022, στο Αρχηγείο Αστυνομίας και την διαδικασία που ακολούθησε μέχρι την εκτύπωση τους (τεκμήρια 75 και 59 αντίστοιχα).
Στο έγγραφο ΙΘ αναφέρεται στην παραλαβή του Κατηγορούμενου 1 στις 28.8.2022 από το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος στην Αθήνα, κατόπιν που εκτελέστηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του, από τις Ελληνικές Αρχές, μέχρι που τον συνόδευσαν στην Κύπρο, στη λήψη παρειακών επιχρισμάτων από τον τελευταίο στις 29.08.2022, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του καθώς και στην λήψη, την ίδια μέρα, τρίτης κατά σειρά οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη. Περιπλέον, αναφέρει ότι παρέδωσε στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας, τα εν λόγω παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορούμενου 1, για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων, ως επίσης ότι την ίδια ημέρα, ο Μ.Κ.2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1 στην παρουσία της.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, αναφέρθηκε στην εκπαίδευση της οποία έτυχε σε σχέση με την λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων και αναγνώρισε μεταξύ άλλων τις συγκαταθέσεις που λήφθηκαν από τους γονείς της Παραπονούμενης και της Μ.Κ.15 για τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων, τα τεκμήρια 22, 28 και 39 ως τις οπτικογραφημένες καταθέσεις που έλαβε από την Παραπονούμενη και το τεκμήριο 25 ως την οπτικογραφημένη κατάθεση που λήφθηκε από την Μ.Κ.15. Εξήγησε επίσης τις συνθήκες υπό τις οποίες η Παραπονούμενη κλήθηκε να υποδείξει το σημείο που συνάντησε τον Κατηγορούμενο 2 και τους φίλους του (τεκμήριο 74). Περαιτέρω, αναγνώρισε το τεκμήριο 58 ως τη φωτογραφία που της υπέδειξε η Παραπονούμενη στη δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση της, αναφερόμενη στο δεύτερο πρόσωπο, την οποία ως ανέφερε υπέδειξε με την σειρά της στον Μ.Κ.5 ο οποίος τον αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος ήταν το πρόσωπο που έδωσε συγκατάθεση για έρευνα στο επίδικο διαμέρισμα, οπότε ζήτησε την έκδοση εντάλματος σύλληψης του. Μετά την ενημέρωση που έλαβε όμως η Αστυνομία ότι ο τελευταίος βρίσκεται στην Ελλάδα, εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον του, το οποίο εκτελέστηκε και ο Κατηγορούμενος 1 μεταφέρθηκε στην Κύπρο. Κατόπιν της σύλληψης του, λήφθηκε συγκατάθεση από τον ίδιο για λήψη μετρήσεων, παρειακών επιχρισμάτων και άλλων (τεκμήριο 76) και κλήθηκε η Παραπονούμενη να τον αναγνωρίσει. Εξ ου και αυτός ήταν ο σκοπός της τρίτης οπτικογραφημένης κατάθεσης από μέρους της. Στον εν λόγω Κατηγορούμενο δε, επιδόθηκαν τα δικαιώματα του τόσο πριν τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης, όσο και κατά την ημέρα που κλήθηκε η Παραπονούμενη για αναγνώριση του (τεκμήρια 77, 78 και 79).
Η μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στην εκ νέου σύλληψη του Κατηγορούμενου 1, όταν εκκρεμούσης της παρούσας διαδικασίας είχε παραλείψει να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, οπότε και εκδόθηκε αρχικά εθνικό (τεκμήριο 82) και κατόπιν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης του (τεκμήριο 81). Ο Κατηγορούμενος 1 συνελήφθη στην Θεσσαλονίκη και εκδόθηκε στην Κύπρο. Κατά την άφιξη του στο αεροδρόμιο Λάρνακας, εκτελέστηκε το εθνικό ένταλμα σύλληψης και του παραδόθηκαν τα δικαιώματα του (τεκμήριο 83). Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος επίσης έχει φυγοδικήσει, δεν κατέστη δυνατή η σύλληψη του ακόμη.
Αντεξετάστηκε ως προς το πώς και πότε ενημερώθηκε για τα επίδικα γεγονότα και εάν στις 29.7.2022 τελούσε υπό σύλληψη ο Α.Μ., ο οποίος αργότερα αφέθηκε ελεύθερος, για να της υποβληθεί πως έτσι έγινε και πως τόσο ο Κατηγορούμενος 2 όσο και ο Α.Μ. συνελήφθησαν με βάση το τι είχε πει προφορικά στην σκηνή, ο τελευταίος.
Επίσης αντεξετάστηκε ως προς το πώς ήταν η κατάσταση της Παραπονούμενης κατά την πρώτη οπτικογραφημένη της κατάθεση και εάν μύριζε αλκοόλ, εάν αναφέρθηκε στην ύπαρξη δεύτερου προσώπου στο επίδικο δωμάτιο, γιατί την αμέσως επόμενη ημέρα κάλεσαν εκ νέου την Παραπονούμενη για να της ζητήσουν να δει τον Α.Μ. και να πει εάν πρόκειται για το δεύτερο πρόσωπο και τι στο μεταξύ είχε μεσολαβήσει, καθώς και εάν ενημερώθηκε για τα μηνύματα που έλαβε στο κινητό της η Παραπονούμενη από την Μ. πριν λάβει την δεύτερη της κατάθεση. Της υποβλήθηκε επί τούτου πως ο λόγος που λήφθηκε δεύτερη κατάθεση από την Παραπονούμενη, ήταν διότι γνώριζαν από πριν, πως η τελευταία τα είχε λάβει και πως τούτο προκύπτει από την ώρα που λήφθηκε συγκατάθεση από την μητέρα της Παραπονούμενης για φωτογράφηση του κινητού της τελευταίας σε συνάρτηση με την ώρα που η κατάθεση της λήφθηκε. Ερωτήθηκε επίσης εάν η Αστυνομία εξέλαβε τα μηνύματα ως προσπάθεια επηρεασμού της Παραπονούμενης και ποια διαβήματα λήφθηκαν γι’ αυτά. Τέλος, της υποβλήθηκε η θέση πως ο μόνος λόγος που συνελήφθη ο Κατηγορούμενος 1 είναι η φωτογραφία που η Μ. απέστειλε στην Παραπονούμενη λέγοντας της το όνομα του, την οποία ο Μ.Κ.5 αναγνώρισε και όχι η Παραπονούμενη, η οποία κατά την αναγνώριση του Κατηγορούμενου 1 μετέπειτα, είχε επηρεαστεί από την Μ. ως προς το ότι είναι ο Κατηγορούμενος 1 που ήταν το δεύτερο πρόσωπο που είχε αναφέρει πως την κακοποίησε.
Ο Κατηγορούμενος 1, όπως ήδη λέχθηκε, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος 2 κατά το στάδιο που ολοκληρώθηκε η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είχε ήδη φυγοδικήσει και αποφασίστηκε να προχωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης εναντίον του στην απουσία του. Οι καταθέσεις όμως που έδωσαν στην αστυνομία κατατέθηκαν ως τεκμήρια.
Όπως προκύπτει από την κατάθεση του Κατηγορούμενου 1 (Τεκμήριο 41), αυτός απάντησε μόνο στις ερωτήσεις 2 και 3. Ειδικότερα, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο αντιλήφθηκε την υπόθεση για την οποία ανακρινόταν και τα δικαιώματά του, απάντησε: «Έχω καταλάβει, αλλά δεν έχω καμία σχέση με αυτά», ενώ, όταν ερωτήθηκε για την καταγωγή του, απάντησε: «Από Ελλάδα». Σε όλες τις υπόλοιπες ερωτήσεις απάντησε: «Ό,τι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο», αναφέροντας ότι ενεργούσε κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του.
Ο Κατηγορούμενος 2, στη δική του κατάθεση (τεκμήριο 32), πέραν από κάποιες δικές του προσωπικές πληροφορίες και που βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα, αναφέρεται στο βράδυ που πήγαν εκεί με τα κορίτσια και αναφέρει τα ακόλουθα:
« Εκείνο το βράδυ είχα πάει με τους φίλους μου για ένα ποτό και μετά συναντηθήκαμε με αυτά τα δυο κορίτσια. Την μια την γνώριζα από πριν. Την έχω χαιρετίσει στον δρόμο μπροστά και μου είπε ότι θα πάει club. Μετά όπως περπατούσα με τους φίλους μου, με είδε και με φώναξε και πήγα κοντά της, την πλησίασα και μου λέει η φίλη μου κλαίει, δεν είναι καλά, χρειάζομαι την βοήθεια σου γιατί χάσαμε το λεωφορείο και λεωφορεία έχει 0740. Με ρώτησε αν μπορούμε να βρούμε χώρο να ξαπλώσει η φίλη της γιατί δεν ήταν καλά. Την ρώτησα αν θέλει να πάμε στην στάση του λεωφορείου μέχρι να έρθει η ώρα που να φύγουν και μου απαντάει ο Αχιλλέας που ήταν μαζί μου να την πάμε σπίτι του να ξεκουραστεί. Την ρώτησα αν θέλει να πάμε σπίτι του Αχιλλέα και αυτή μου απάντησε ναι και μας ακολούθησε μαζί με την φίλη της. Πήγαμε στο διαμέρισμα του Αχιλλέα και βοηθήσαμε την φίλη της να ξαπλώσει στον καναπέ, είχε κάνει εμετούς και δεν ήταν καλά, της έκανα λίγο αέρα και μετά αυτή η κοπέλα που με κατάγγειλε που όπως σου είπα την γνώριζα αλλά δεν θυμάμαι το όνομα της, με αγκάλιασε και μου είπε ότι χρειάζεται μια αγκαλιά. Μετά την έχω αγκαλιάσει και εγώ και μετά της λέω θες να πάμε δίπλα στο δωμάτιο και την φίλη σου να την προσέχουν οι φίλοι μου; Αυτή μου είπε ότι δεν θα την προσέχουν και εγώ της είπα έχε μου εμπιστοσύνη, θα την προσέχουν. Μου είπε οκ πάμε δίπλα. Πήγαμε στο υπνοδωμάτιο και αγκαλιαστήκαμε και ξαπλώσαμε. Εκείνη την στιγμή της λέω, έχεις αγόρι; Και μου απάντησε όχι. Μετά της λέω, πειράζει άμα θα σε πιάσω; Και μου απάντησε όχι. Και την φιλώ τελικά εγώ στον λαιμό και της λέω πειράζει άμα θα τον[10] κάνουμε; Και αυτή μου απαντάει συνέχισε, όχι δεν με πειράζει. Εκείνη την ώρα έξω από το μπαλκόνι ήταν και ο Γιάννης που ήταν μαζί μας στο διαμέρισμα και κάπνιζε και μας έβλεπε. Εγώ συνέχισα να κάνω έρωτα με την κοπέλα και εκεί που έβγαλα το πουλί μου να το βάλω μέσα στο μουνί της, έχω βάλει λίγο το κεφάλι του πέους μου μέσα στο μουνί της και αυτή μου λέει σιγά σιγά, είμαι παρθένα. Εκείνη την στιγμή το έχω βγάλει, ξενέρωσα και ξεκίνησα να πάω έξω να δω την φίλη της. Αυτή μου είπε να μην πάω, θέλει αγκαλίτσα. Την πλησίασα, της λέω εγώ να πάω να δω την φίλη σου να την προσέχω και να μην ανησυχεί. Εκείνη την στιγμή μου λέει όχι, περίμενε λίγο και μετά μου κατέβασε το παντελόνι μου και μου πήρε στοματικό. Δεν τελείωσα και πήγα έξω στην φίλη της και μετά μου λέει η φίλης[11] της έχει €25- και λέει πηγαίνετε να μου βρείτε ΤΑΞΙ. Της λέω θα πάω εγώ και έφυγα να βρω ΤΑΞΙ. Βρήκα ΤΑΞΙ και ήρθε έξω από τα διαμερίσματα. Μετά όταν μπήκα στο διαμέρισμα να τους πω ότι βρήκα ΤΑΞΙ, βλέπω την κοπέλα που ήταν μαζί μου στο υπνοδωμάτιο να κλαίει. Δεν ξέρω τι έγινε όταν έλειπα και άρχισε να κλαίει. Της έδωσα τα ρούχα της και ντύθηκε, πήγε στην φίλη της, της έβαλα λίγο νερό στο πρόσωπο, συνέχιζε να κλαίει και μου λέει ότι εσύ δεν είσαι καλός, με κοροϊδεύεις. Της λέω γιατί σε κοροϊδεύω και δεν μου απαντούσε. Μετά τα κορίτσια έφυγαν και πήγαν έξω αλλά δεν ξέρω αν έφυγαν με ΤΑΞΙ ή με τα πόδια. Αν η κοπέλα δεν ήθελε να κάνουμε κάτι μαζί, δεν θα έκανα τίποτα μαζί της, όλα έχουν γίνει με την θέληση και των δυο μας. »[12]
Στο πλαίσιο της ερώτησης 11, όταν τέθηκαν στον Κατηγορούμενο 2 τα ονόματα και η ηλικία των δύο κοριτσιών, ανέφερε ότι η Παραπονούμενη ήταν αυτή που ήταν μαζί του και ότι άκουσε το όνομα της αλλά δεν το θυμόταν.
Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι μετά που βρήκε ταξί και επέστρεψε, είπε στη φίλη της Παραπονούμενης που ήταν στον καναπέ ότι βρήκε ταξί και μετά πήγε στο δωμάτιο για να το πει της Παραπονούμενης. Στο δωμάτιο ήταν ο Ι. όρθιος και της μιλούσε. Η Παραπονούμενη του είπε να να τον διώξει, να τον βγάλει έξω, κάτι που έκανε. Δεν ξέρει τι έλεγαν γιατί μόλις μπήκε σταμάτησαν να μιλούν. Η Παραπονούμενη κατ’ εκείνη τη στιγμή ήταν γυμνή και έκλεγε. Δεν ρώτησε τον Ι. για ποιό λόγο ήταν θυμωμένη η Παραπονούμενη μαζί του, αλλά ρώτησε την τελευταία και δεν του απάντησε.[13]
Γενικότερα, ο Κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε ότι προέβη σε οποιαδήποτε πράξη χωρίς τη συναίνεση της Παραπονούμενης.
B. Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Είμαστε σε θέση ν’ αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων.
Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[14].
Ι. Καταγγελία - Διερεύνηση (Μ.Κ.1, M.K.2, M.K.3, M.K.4, M.K.5, M.K.7, M.K.8, M.K.12, M.K.14, Μ.Κ.16, M.K.17)
Σε σχέση με τα γεγονότα αυτά κατ’ αρχάς πρέπει να λεχθεί πως δεν αμφισβητείται ότι η διερεύνηση άρχισε όταν στις 29/7/2022, η Παραπονούμενη μετέβη, μαζί με τη φίλη της Μ.Κ.15, στο νυκτερινό κέντρο όπου γνώριζε ότι εργαζόταν η Μ.Κ.16, φίλη της αδελφής της (Μ.Κ.11), και της ανέφερε ότι είχε βιαστεί, με αποτέλεσμα η Μ.Κ.16 να ενημερώσει τον υπεύθυνο της και να κληθεί στον χώρο η αστυνομία.
Η Μ.Κ.16 αναφέρθηκε ουσιαστικά στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Παραπονούμενη όταν μετέβη στον χώρο εργασίας της και της ανέφερε ότι είχε βιαστεί. Περιέγραψε παραστατικά την Παραπονούμενη να κλαίει και να είναι αναστατωμένη και, με σφιγμένες τις γροθιές και τρέμοντας, να της αναφέρει ότι είχε βιαστεί. Ανέφερε, επίσης, ότι η Παραπονούμενη επιχείρησε να της εξηγήσει τι είχε συμβεί, πλην όμως, λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν και της μουσικής που υπήρχε στον χώρο, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί με σαφήνεια όσα της έλεγε. Στο ίδιο πλαίσιο, ανέφερε ότι τόσο η Παραπονούμενη όσο και η Μ.Κ.15 φαίνονταν ελαφρώς ζαλισμένες.
Η μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια και χωρίς διάθεση υπερβολής όσα η ίδια αντιλήφθηκε. Είναι ενδεικτικό ότι δεν επιχείρησε να παρουσιάσει ότι κατανόησε περισσότερα από όσα πράγματι άκουσε από την Παραπονούμενη. Περαιτέρω, από τη μελέτη της μαρτυρίας της προκύπτει ότι της υποβλήθηκαν ορισμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις, χωρίς να αμφισβητηθεί ουσιωδώς η εκδοχή της. Αντίστοιχα, με την τελική αγόρευση της Υπεράσπισης δεν υποβλήθηκε εισήγηση να μην γίνει αποδεκτή η μαρτυρία της ή οποιοδήποτε μέρος αυτής.
Υπό το φως των ανωτέρω, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της Μ.Κ.16 ως προς όσα η ίδια αντιλήφθηκε. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι, σε σχέση με τη δήλωση της Παραπονούμενης ότι είχε βιαστεί, εκείνο που γίνεται στο παρόν στάδιο αποδεκτό είναι ότι η δήλωση αυτή πράγματι έγινε προς τη Μ.Κ.16 και όχι η αλήθεια του περιεχομένου της. Το κατά πόσο η καταγγελία ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα θα κριθεί κατωτέρω, υπό το φως της συνολικής αξιολόγησης της αποδεκτής μαρτυρίας.
Μετά την κλήση της Αστυνομίας, μετέβη στον χώρο η Μ.Κ.4, μαζί με άλλους δύο αστυφύλακες του Αστυνομικού Σταθμού Αγίας Νάπας. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι, όταν συνάντησε εκεί την Παραπονούμενη, τη Μ.Κ.15 και τη Μ.Κ.16, η Παραπονούμενη τούς ανέφερε: «εφκάλαν μου τα ρούχα μου, εν το ήθελα». Ακολούθως, μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό την Παραπονούμενη και τη Μ.Κ.16, γεγονός που επιβεβαίωσε με τη μαρτυρία της και η τελευταία.
Περαιτέρω, η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι, ενώ βρίσκονταν στον Αστυνομικό Σταθμό, η Παραπονούμενη, με λυγμούς, της είπε ότι την είχαν πλησιάσει τρεις άντρες, από τους οποίους γνώριζε τον έναν, και ότι ο άντρας αυτός της έβγαλε τα ρούχα και τη βίασε, ενώ οι άλλοι δύο παρακολουθούσαν από έξω. Κατά τη διήγησή της χρησιμοποίησε συγκεκριμένα τη φράση «έβαλεν μου τον». Η μάρτυρας περιέγραψε, επίσης, παραστατικά ότι, ενώ η Παραπονούμενη εξιστορούσε τα πιο πάνω, επαναλάμβανε «εν το ήθελα» και κάλυπτε το σώμα της με τα χέρια της.
Η Μ.Κ.4 κατέθεσε με σαφήνεια ως προς όσα η ίδια είδε και άκουσε, χωρίς να επιχειρήσει να υπερβεί τα όρια της προσωπικής της αντίληψης. Η μαρτυρία της, άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε κατά ουσιώδη τρόπο. Με αυτά τα δεδομένα, την αποδεχόμαστε ως προς όσα περιήλθαν στη δική της αντίληψη.
Διευκρινίζεται και εδώ ότι, για σκοπούς της παρούσας ενότητας, εκείνο που γίνεται αποδεκτό είναι ότι οι πιο πάνω δηλώσεις της Παραπονούμενης πράγματι έγιναν προς τη Μ.Κ.4 και όχι η αλήθεια του περιεχομένου τους. Το κατά πόσο η καταγγελία ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα θα κριθεί κατωτέρω, υπό το φως της συνολικής αξιολόγησης της αποδεκτής μαρτυρίας.
Όπως επανειλημμένα αναφέρθηκε κατά τη διαδικασία και δεν αμφισβητήθηκε, η καταγγελία της ανήλικης Παραπονούμενης για το συγκεκριμένο περιστατικό συνεπαγόταν την ανάληψη της διερεύνησης της υπόθεσης από το Κλιμάκιο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων. Κατά τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας, όμως, και πριν από την εμπλοκή του εν λόγω Κλιμακίου, η καταγγελία περιήλθε σε γνώση του ΤΑΕ Αμμοχώστου, το οποίο επιλήφθηκε αρχικά της υπόθεσης και προέβη στις πρώτες ανακριτικές ενέργειες.
Οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.12 είναι αμφότεροι αστυφύλακες του ΤΑΕ Αμμοχώστου. Ο Μ.Κ.12 κατέθεσε ότι, το πρωί της 29/7/2022, έλαβε οδηγίες από τον υπεύθυνό του να μεταβεί στην Αγία Νάπα μαζί με την Μ.Κ.12, προκειμένου να τους υποδειχθεί από την Παραπονούμενη το επίδικο διαμέρισμα και, νοουμένου ότι θα εξασφαλιζόταν σχετική συγκατάθεση, να προχωρήσουν στην έρευνά του. Η μαρτυρία του επί τούτου δεν αμφισβητήθηκε, όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της Μ.Κ.12, ότι μετέφερε ακολούθως την Παραπονούμενη και τη Μ.Κ.15, συνοδευόμενες από τη μητέρα της πρώτης, Μ.Κ.13, στην Αγία Νάπα, όπου τους υποδείχθηκε το διαμέρισμα στο οποίο, σύμφωνα με την καταγγελία, είχαν λάβει χώρα τα επίδικα γεγονότα.
Σύμφωνα με τους μάρτυρες, μετά την υπόδειξη μετέβησαν στο διαμέρισμα και, όταν άνοιξε η θύρα, διαπίστωσαν ότι βρίσκονταν εντός αυτού πέντε πρόσωπα, ήτοι οι δύο Κατηγορούμενοι και οι Α.Μ., Ν.Π. και Θ.Λ. Όταν ρωτήθηκαν, όλοι ανέφεραν ότι διέμεναν εκεί. Αφού λήφθηκαν τα στοιχεία τους, ο Κατηγορούμενος 1, ως το ενήλικο πρόσωπο που βρισκόταν στο διαμέρισμα, έδωσε στις 09:03 γραπτή συγκατάθεση για τη διενέργεια έρευνας (τεκμήριο 55). Υπέγραψε τη σχετική συγκατάθεση στην παρουσία αμφότερων των μαρτύρων, ενώ δεν αμφισβητήθηκε ότι η υπογραφή που αυτή φέρει είναι δική του.
Η Μ.Κ.12 ανέφερε περαιτέρω ότι, κατά την αρχική αυτή παρουσία της στο διαμέρισμα και πριν από την αποχώρηση της όπως αναφέρεται κατωτέρω, ο Κατηγορούμενος 2 την πλησίασε και της ανέφερε αυθόρμητα ότι είχε γνωρίσει την Παραπονούμενη στις 23/7/2022 σε συγκεκριμένο club στην Αγία Νάπα. Της ανέφερε ακόμη ότι, στις 29/7/2022, συναντήθηκαν εκ νέου στην περιοχή των clubs και ότι η Παραπονούμενη τού είπε πως η φίλη της δεν αισθανόταν καλά. Ως εκ τούτου, της εισηγήθηκε να μεταβούν στο συγκεκριμένο διαμέρισμα μέχρι να αισθανθεί καλύτερα η τελευταία. Όταν έφθασαν εκεί, ο ίδιος και η Παραπονούμενη άρχισαν να χαϊδεύονται και να φιλιούνται και, όταν τη ρώτησε εάν ήθελε να προχωρήσουν, εννοώντας να έχουν σεξουαλική επαφή, εκείνη συναίνεσε.
Η Μ.Κ.12 έδωσε σαφή και συγκεκριμένη περιγραφή των όσων της ανέφερε αυθόρμητα ο Κατηγορούμενος 2. Η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη. Δεν διέλαθε, βεβαίως, την προσοχή μας ότι η Μ.Κ.12 ανέφερε πως η δήλωση έγινε στην παρουσία του Μ.Κ.5, ο οποίος δεν θυμόταν τη συγκεκριμένη συνομιλία. Το γεγονός όμως ότι ο Μ.Κ.5 δεν θυμόταν την πιο πάνω δήλωση, δεν συνιστά θετική διάψευση της μαρτυρίας της Μ.Κ.12. Ο Μ.Κ.5 δεν ανέφερε ότι η συνομιλία δεν έλαβε χώρα, αλλά περιορίστηκε να δηλώσει ότι δεν τη θυμόταν. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.12, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν εκείνος που την πλησίασε και απευθύνθηκε ειδικά σε αυτήν. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η αδυναμία του Μ.Κ.5 να ανακαλέσει τη συγκεκριμένη συνομιλία δεν κλονίζει τη σαφή και συγκεκριμένη μαρτυρία της Μ.Κ.12 επί του σημείου αυτού.
Με αυτά τα δεδομένα, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της Μ.Κ.12 ότι ο Κατηγορούμενος 2 προέβη αυθόρμητα στην πιο πάνω δήλωση. Η αποδεικτική σημασία και το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής θα συνεκτιμηθούν κατωτέρω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που αφορά τα επίδικα γεγονότα.
Αποδεχόμαστε επίσης τη μαρτυρία της Μ.Κ.12 ότι, μετά την εξασφάλιση της συγκατάθεσης και λόγω του αριθμού των προσώπων που βρίσκονταν στο διαμέρισμα, κλήθηκαν δύο ακόμη αστυνομικοί για να συνδράμουν στη διενέργεια της έρευνας. Η ίδια και ο Μ.Κ.5 κατέβηκαν από το διαμέρισμα και, μετά την άφιξη των δύο αστυνομικών, η Μ.Κ.12 αποχώρησε από τον χώρο μαζί με την Παραπονούμενη, τη μητέρα της και τη Μ.Κ.15. Η μαρτυρία της ως προς την πιο πάνω ακολουθία επιβεβαιώνεται από τον Μ.Κ.5.
Με αυτά τα δεδομένα, αποδεχόμαστε ότι η Μ.Κ.12 δεν συμμετείχε στην έρευνα του διαμερίσματος. Γίνεται, επίσης, αποδεκτή η εξήγησή της ότι η αναφορά στην κατάθεσή της «κατά τη διάρκεια της έρευνας» έγινε εκ παραδρομής, αφού, όπως προκύπτει από την πιο πάνω χρονική ακολουθία, είχε ήδη αποχωρήσει από τον χώρο πριν από τη διενέργεια της έρευνας.
Μετά την άφιξη των δύο αστυφυλάκων και την αποχώρηση της Μ.Κ.12 από τον χώρο μαζί με τα προαναφερθέντα πρόσωπα, ακολούθησε η έρευνα του διαμερίσματος, στην οποία αναφέρθηκε ο Μ.Κ.5. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η έρευνα διενεργήθηκε μεταξύ των ωρών 09:48 και 10:00 π.μ. και κατά τη διάρκειά της παραλήφθηκαν ως τεκμήρια ένα σεντόνι μωβ χρώματος (Τεκμήριο 6), για το οποίο ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε «εκεί ήταν η κοπέλα», μία λευκή μαξιλαροθήκη (Τεκμήριο 7), μία μαξιλαροθήκη με λουλούδια (Τεκμήριο 8) και ένα λευκό σεντόνι (Τεκμήριο 9). Σε σχέση με τα τρία τελευταία αντικείμενα, ο Κατηγορούμενος 2 δεν προέβη σε οποιαδήποτε δήλωση.
Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, όλα τα πρόσωπα που είχαν εντοπιστεί στο διαμέρισμα μεταφέρθηκαν στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, όπου τους γνωστοποιήθηκαν τα δικαιώματά τους. Ο Μ.Κ.5 προχώρησε, περαιτέρω, στη σύλληψη του Α.Μ. και του Κατηγορούμενου 2, κατόπιν εκτέλεσης των σχετικών ενταλμάτων σύλληψης. Η σύλληψη του Κατηγορούμενου 2 (Τεκμήριο 56) έγινε στην παρουσία της δικηγόρου του, λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας και της επιμελήτριας Αστ. 3540. Αφού του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψής του και του γνωστοποιήθηκαν τα δικαιώματά του (Τεκμήριο 57), απάντησε: «Όχι, δεν έχω να πω κάτι».
Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτενώς ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες εξασφαλίστηκε η συγκατάθεση, τα διαδραματισθέντα εντός του διαμερίσματος κατά τη διενέργεια της έρευνας, τη μεταφορά των προσώπων που εντοπίστηκαν εκεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου και την παραμονή τους στον σταθμό. Του υποβλήθηκαν, επίσης, οι σχετικές θέσεις της Υπεράσπισης. Ο μάρτυρας παρέμεινε σαφής και σταθερός ως προς τα ουσιώδη αυτά ζητήματα, χωρίς να προκύψει οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του.
Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να αναφερθεί ότι, κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας της Μ.Κ.1, στην οποία θα γίνει ειδικότερη αναφορά κατωτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να καταθέσει τα Τεκμήρια 6-9, τα οποία είχαν παραληφθεί από το διαμέρισμα. Οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων έφεραν ένσταση στην κατάθεσή τους και ζήτησαν τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, προβάλλοντας ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα είχαν εξασφαλιστεί παράνομα και, ως εκ τούτου, έπρεπε να αποκλειστούν από τη μαρτυρία. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής συμφώνησε στη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης και το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 18/2/2025, διέταξε τη διεξαγωγή της, προκειμένου να κριθεί η νομιμότητα της παραλαβής των εν λόγω αντικειμένων. Ακολούθησε εκτεταμένη διαδικασία, κατά την οποία οι μάρτυρες αντεξετάστηκαν επί μακρόν.
Στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης, το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει τη νομιμότητα της συγκατάθεσης για την έρευνα, κατά πόσο οι Κατηγορούμενοι τελούσαν υπό παράνομη σύλληψη ή/και κράτηση κατά τη διενέργεια της έρευνας και την παραλαβή των Τεκμηρίων 6-9, καθώς και κατά πόσο, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, είχαν παραβιαστεί οι πρόνοιες του άρθρου 24 του Νόμου 55(Ι)/2021. Εξετάστηκε, επίσης, κατά πόσο η εν γένει συμπεριφορά της Αστυνομίας, από την είσοδο στο διαμέρισμα μέχρι τη μεταφορά των Κατηγορουμένων στον αστυνομικό σταθμό, συνιστούσε απάνθρωπη ή/και ταπεινωτική μεταχείριση. Τα ζητήματα που τέθηκαν κάλυπταν, επομένως, τη χρονική περίοδο από την αρχική άφιξη των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.12 στο διαμέρισμα μέχρι τη μεταφορά όλων των προσώπων, περιλαμβανομένων των Κατηγορουμένων, στον αστυνομικό σταθμό και την εκεί παραμονή τους.
Στις 13/6/2025, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στη δίκη εντός δίκης, καταλήγοντας ότι η Κατηγορούσα Αρχή είχε αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η παραλαβή των αντικειμένων ήταν σύννομη και σύμφωνη με τα συνταγματικά θέσμια.
Η αναφορά στην προηγηθείσα δίκη εντός δίκης είναι αναγκαία ενόψει του περιεχομένου της αντεξέτασης του Μ.Κ.5. Από τη μελέτη της προκύπτει ότι, κατά το μέρος που αφορούσαν τη νομιμότητα της συγκατάθεσης, της έρευνας, της μεταφοράς και της παραμονής των Κατηγορουμένων στον αστυνομικό σταθμό, οι θέσεις που υποβλήθηκαν στον μάρτυρα ήταν ουσιαστικά οι ίδιες με εκείνες που είχαν ήδη προβληθεί και εξεταστεί στη δίκη εντός δίκης. Δεν υπήρξε ουσιώδης διαφοροποίηση των θέσεων της Υπεράσπισης ούτε τέθηκαν νέα στοιχεία ή δεδομένα που προέκυψαν μετά την έκδοση της σχετικής απόφασής μας. Η επανάληψη των ίδιων θέσεων δεν παρέχει, αφ’ εαυτής, έρεισμα για επανεξέταση της προηγούμενης κρίσης μας. [15]
Κατά συνέπεια, διατηρούμε την κρίση μας ως προς τη νομιμότητα της συγκατάθεσης, της έρευνας, της παραλαβής των Τεκμηρίων 6-9 και της μεταφοράς των Κατηγορουμένων στον αστυνομικό σταθμό μέχρι τη σύλληψη του Κατηγορούμενου 2 δυνάμει του σχετικού εντάλματος. Η κατάληξη αυτή αφορά τα ζητήματα νομιμότητας και παραδεκτού που κρίθηκαν στη δίκη εντός δίκης και δεν αναιρεί την υποχρέωσή μας να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία του Μ.Κ.5, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία, ως προς τα λοιπά ζητήματα που αφορούν την ουσία της υπόθεσης.
Περαιτέρω, ο Μ.Κ.5 ήταν σαφής ότι η εμπλοκή του στην υπόθεση περιορίστηκε στην εξασφάλιση της συγκατάθεσης, στη διενέργεια της έρευνας του διαμερίσματος, στη συνοδεία των προσώπων που εντοπίστηκαν εκεί στον αστυνομικό σταθμό και στην εκτέλεση των ενταλμάτων σύλληψης. Εξίσου σαφής ήταν ότι τη διερεύνηση της υπόθεσης ανέλαβε στη συνέχεια το Κλιμάκιο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων και ότι ο ίδιος και οι συνάδελφοί του στο ΤΑΕ Αμμοχώστου δεν είχαν περαιτέρω εμπλοκή, περιλαμβανομένης της λήψης καταθέσεων, ούτε τους ζητήθηκε να παράσχουν οποιαδήποτε περαιτέρω συνδρομή.
Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.17, αστυφυλάκων του εν λόγω Κλιμακίου που ανέλαβαν τη διερεύνηση της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που επιχειρήθηκε να αποδοθεί προσωπικά στον Μ.Κ.5 ευθύνη για τη μη λήψη καταθέσεων από τα τρία πρόσωπα που βρίσκονταν στο διαμέρισμα και δεν είχαν συλληφθεί στις 29/7/2022, η σχετική εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το κατά πόσο η μη λήψη των εν λόγω καταθέσεων συνιστά έλλειμμα της διερεύνησης αποτελεί διαφορετικό ζήτημα, το οποίο θα εξεταστεί σε συνάρτηση με τη μαρτυρία των αστυνομικών που ανέλαβαν τη διερεύνηση της υπόθεσης.
Ένα τελευταίο σημείο της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 που χρήζει σχολιασμού αφορά την ημερομηνία 30/9/2022, η οποία αναγράφεται στη φωτογραφία που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 58. Πρόκειται για τη φωτογραφία που του υποδείχθηκε από τη Μ.Κ.17 και στην οποία αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 1, τον οποίο είχε συναντήσει στις 29/7/2022 κατά την έρευνα του επίδικου διαμερίσματος. Ο Μ.Κ.5 θεώρησε ότι η ημερομηνία αυτή ήταν λανθασμένη, καθότι στην κατάθεσή του ημερομηνίας 30/7/2022 γίνεται ήδη αναφορά στην υπόδειξη της φωτογραφίας και στην αναγνώριση του Κατηγορούμενου 1.
Η ημερομηνία 30/9/2022 φαίνεται, ωστόσο, να καταγράφηκε από τη Μ.Κ.17, αφού πλησίον αυτής αναγράφεται ο υπηρεσιακός της αριθμός και τίθεται η υπογραφή της. Το ζήτημα δεν τέθηκε στη Μ.Κ.17 και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς τον λόγο για τον οποίο καταγράφηκε η συγκεκριμένη ημερομηνία ή ως προς την ενέργεια στην οποία αυτή αναφέρεται. Δεν είναι, συνεπώς, δυνατό να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για λανθασμένη ημερομηνία ούτε ότι η ορθή ημερομηνία είναι η 30/7/2022.
Εκείνο που προκύπτει από τη μαρτυρία είναι ότι ο Μ.Κ.5 είχε ήδη καταγράψει στην κατάθεσή του ημερομηνίας 30/7/2022 την υπόδειξη της φωτογραφίας και την αναγνώριση του Κατηγορούμενου 1. Υπό αυτά τα δεδομένα, και εφόσον η ταυτότητα του προσώπου που απεικονίζεται δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης, η αναγραφή της ημερομηνίας 30/9/2022 δεν επηρεάζει την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.5.
Συνοψίζοντας, οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.12 έδωσαν σαφή και συνεκτική μαρτυρία, η οποία συνέπιπτε σε ουσιώδη σημεία και, όπου υπήρξαν ζητήματα που έχρηζαν διευκρίνισης, παρείχαν επαρκείς εξηγήσεις για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Μας έδωσαν την εντύπωση ειλικρινών και αξιόπιστων μαρτύρων και, υπό το φως της συνολικής αξιολόγησης της μαρτυρίας τους, την αποδεχόμαστε, με τις διευκρινίσεις και παρατηρήσεις που προηγήθηκαν.
Όπως αναφέρθηκε ήδη, την υπόθεση διερεύνησε το Κλιμάκιο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων και ανακρίτρια της υπόθεσης ήταν η Μ.Κ.17. Ο Μ.Κ.2, όπως ο ίδιος εξήγησε και δεν έχει αμφισβητηθεί, συνέδραμε το έργο της ανακρίτριας λόγω του μεγάλου όγκου του ανακριτικού έργου.
Η Μ.Κ.17 είναι εκπαιδευμένη στην τεχνική συνέντευξης και στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες. Άυτό δεν έχει αμφισβητηθεί, όπως επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί οι πλείστες εκ των ενεργειών της.
Πιο συγκεκριμένα δεν αμφισβητείται ότι η μάρτυρας έλαβε τις τρείς οπτικογραφημένες από την Παραπονούμενη, καθώς και την οπτικογραφημένη κατάθεση από την Μ.Κ.15, κατόπιν λήψης όλων των αναγκαίων συγκαταθέσεων, κάτι που επιβεβαιώνεται τόσο τον Μ.Κ.2 και την Μ.Κ.3 που συνυπόγραψε τις συγκαταθέσεις πλην μίας, όσο και από τους Μ.Κ.13 και Μ.Κ.14.
Ως προς τη συγκατάθεση ημερομηνίας 30.7.2022 (τεκμήριο 27), η μάρτυρας αναφέρει στην κατάθεση της Έγγραφο ΙΖ ότι συνυπόγραψε και η Μ.Κ.3, κάτι που όμως δεν ευσταθεί. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, η τελευταία δεν συνυπέγραψε τη βεβαίωση για τη λήψη της δεύτερης οπτικογραφημένης κατάθεσης. Αυτό σύμφωνα με την τελευταία ενδεχομένως να έγκειτο σε λάθος. Εν πάση περιπτώσει με δεδομένο ότι το τεκμήριο 27 υπεγράφη από τη μητέρα της ανήλικης (Μ.Κ.13) καθώς και ότι η Μ.Κ.3 ήταν παρούσα κατά τη λήψη της κατάθεσης από την ανήλικη, δεν προκύπτει κάποιο ουσιαστικό ζήτημα, ούτε και υπάρχει βεβαίως τέτοια εισήγηση ενώπιον μας με την τελική αγόρευση της συνηγόρου της υπεράσπισης. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνουμε ότι δεν προκύπτει ζήτημα ως προς την αξιοπιστία της μάρτυρος ως εκ της πιο πάνω λανθασμένης αναφοράς της, επί της οποίας μάλιστα δεν αντεξετάστηκε για να της δοθεί η ευκαιρία να αναφέρει τη θέση της.
Σε σχέση με τη λήψη όλων των οπτικογραφημένων καταθέσεων από τις ανήλικες, σημειώνουμε ότι σχετική ήταν τόσο η μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος ήταν το πρόσωπο που έλαβε τις συγκαταθέσεις και εκτελούσε χρέη χειριστή των μηχανημάτων οπτικογράφησης, καθώς επίσης στο τέλος σφράγισε τους τρείς ψηφιακούς δίσκους, όσο και της Μ.Κ.3 η οποία παρίστατο προς το σκοπό στήριξης των ανήλικων.
Ήταν επίσης παρούσα στην ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης και της παραδόθηκαν από την ιατροδικαστή τα swabs που έλαβε από τον τράχηλο, τον κόλπο και την εξωτερική περιοχή των γεννητικών οργάνων της Παραπονούμενης, ενώ παράλληλα εκτελούσε χρέη φωτογράφου. Προέβη επίσης στις υπόλοιπες ενέργειες που έχει αναφέρει και έχουν καταγραφεί στη σύνοψη της μαρτυρίας της ανωτέρω. Όλα τα τεκμήρια που παρέλαβε στην πορεία της διερεύνησης τα παρέδωσε στις 3.8.2022 στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για εξετάσεις. Ως προς τη λήψη και τη διακίνηση των τεκμηρίων, όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και από τα παραδεκτά γεγονότα που αναφέρονται κατωτέρω στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της Μ.Κ.1, είναι σαφές ότι έγιναν νόμιμα.
Η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της εστίασε κατ’ αρχάς στη γνώση της μάρτυρος αναφορικά με τις αρχικές ενέργειες του ΤΑΕ Αμμοχώστου και δη τη σύλληψη δύο προσώπων. Ευθέως αναφέρουμε όμως πως δεν θεωρούμε ότι προκύπτει κάτι μεμπτό από το γεγονός ότι η μάρτυρας δεν γνώριζε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν τα εντάλματα σύλληψης για τα δύο πρόσωπα και για τις εν γένει ενέργειες του ΤΑΕ το επίδικο πρωινό. Όπως ανέφερε η μάρτυρας, ενημερώθηκε για την υπόθεση το πρωί της 29.7.2022, μετά τις 07:00 π.μ., όταν πήγε στη δουλειά της και αυτό που γνωρίζει είναι πως εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης αλλά όχι τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκαν. Και τούτο είναι λογικό διότι όταν πήγε στη δουλειά της είχε ήδη γίνει καταγγελία και βρίσκονταν σε εξέλιξη κάποιες πρώτες ενέργειες από το ΤΑΕ, ενώ η ίδια βρισκόταν στο Σπίτι του Παιδιού κάνοντας άλλες διαδικασίες. Με απόλυτα σαφή τρόπο δε, η μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι οι αρχικές ενέργειες έγιναν από το ΤΑΕ και ότι η ίδια δεν μίλησε με το ΤΑΕ, καθώς και ότι γνωρίζει τι έγινε από το φάκελο της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση τόνισε ότι αν το ΤΑΕ μίλησε με την υπηρεσία της δεν ήταν με την ίδια, η οποία δεν είναι ούτε λοχίας ούτε αξιωματικός.
Σε σχέση με τη διαδικασία αναγνώρισης του Α.Μ. και τη δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης, η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι η Μ.Κ.17 γνώριζε ήδη για τα μηνύματα που είχαν αποσταλεί στην Παραπονούμενη από τη Μ. και ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο μετέβη από τη Λευκωσία στην επαρχία Αμμοχώστου για τη διενέργεια της διαδικασίας αναγνώρισης του Α.Μ.
Η μάρτυρας απέρριψε την εισήγηση αυτή. Εξήγησε ότι, στις 30/7/2022, μετέβη αρχικά στη Λάρνακα για τη διαδικασία προσωποκράτησης και, ακολούθως, στο ΤΑΕ Αμμοχώστου για τη διενέργεια της διαδικασίας αναγνώρισης του Α.Μ. Κατά τη διαδικασία αυτή, η Παραπονούμενη δεν αναγνώρισε τον Α.Μ. ως ένα από τα πρόσωπα που εμπλέκονταν στο περιστατικό.
Μετά τη διαδικασία αναγνώρισης ακολούθησε η λήψη της δεύτερης οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης. Κατά τη διάρκειά της, η Παραπονούμενη αναφέρθηκε στην προηγηθείσα διαδικασία αναγνώρισης και διευκρίνισε ότι ο Α.Μ. δεν ήταν το δεύτερο πρόσωπο που την είχε παρενοχλήσει. Ανέφερε ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο Γ., δηλαδή ο Κατηγορούμενος 1, και παρουσίασε φωτογραφία του στο κινητό της (Τεκμήριο 58).
Ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο η Μ.Κ.17 πληροφορήθηκε την ύπαρξη των μηνυμάτων, όμως, στη μαρτυρία της παρατηρήθηκαν κάποια διαφοροποίηση. Όταν το ζήτημα τέθηκε αρχικά κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε, επιμένοντας στη θέση αυτή, ότι πληροφορήθηκε την ύπαρξη των μηνυμάτων μέσα στο δωμάτιο, κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης, και ότι ακολούθως τα φωτογράφισε. Όταν της υποβλήθηκε ότι τα μηνύματα της είχαν δοθεί προηγουμένως και ότι είχε πληροφορηθεί πως ο Α.Μ. δεν εμπλεκόταν, απάντησε: «εντάξει, είναι η άποψή σας». Στη συνέχεια, όμως, η θέση της άρχισε να μεταβάλλεται. Ερωτηθείσα αν είχε δει τα μηνύματα μεταγενέστερα, απάντησε: «νομίζω μετά, δεν θυμάμαι αν τα είδα από πριν», προτού επανέλθει στη θέση ότι δεν γνώριζε προηγουμένως την ύπαρξή τους.
Βέβαια στην κατάθεση της αναφέρει ότι, μεταξύ των ωρών 13:52 και 14:07, εξασφάλισε τη συγκατάθεση της Μ.Κ.13 και έλαβε φωτογραφίες των μηνυμάτων από το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης, ενώ η δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση λήφθηκε μεταγενέστερα, μεταξύ των ωρών 14:27 και 14:35. Όταν τέθηκαν ενώπιόν της τα συγκεκριμένα χρονικά δεδομένα, η μάρτυρας αποδέχθηκε ότι είχε εξασφαλίσει προηγουμένως τις φωτογραφίες των μηνυμάτων, υποστήριξε όμως ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενό τους.
Των πιο πάνω δεδομένων είναι αντιληπτό πως η διαφοροποίηση που εντοπίζεται δεν επιτρέπει να γίνει αποδεκτή η αρχική θέση της ότι πληροφορήθηκε την ύπαρξη των μηνυμάτων για πρώτη φορά κατά τη λήψη της δεύτερης οπτικογραφημένης κατάθεσης. Τα χρονικά δεδομένα που η ίδια κατέγραψε στην κατάθεσή της και η παραδοχή της ανωτέρω, καταδεικνύουν ότι οι φωτογραφίες είχαν εξασφαλιστεί πριν από την έναρξη της οπτικογραφημένης διαδικασίας.
Δεν παρέχεται, ωστόσο, επαρκές έρεισμα για να καταλήξουμε, μόνο από το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ότι η μάρτυρας είχε μελετήσει το σύνολο των μηνυμάτων ή ότι γνώριζε, πριν από τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης, το ακριβές περιεχόμενό τους. Ούτε μπορεί, χωρίς σχετική μαρτυρία, να εξαχθεί ασφαλές εύρημα ως προς το περιεχόμενο ή τη διάρκεια οποιασδήποτε προηγούμενης συνομιλίας της με την Παραπονούμενη και τη μητέρα της. Ούτε βέβαια ότι είχε προηγουμένως μελετήσει το περιεχόμενό τους ή ότι η γνώση του περιεχομένου τους αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίο μετέβη στην επαρχία Αμμοχώστου για τη διαδικασία αναγνώρισης του Α.Μ.
Ως προς την αναφορά της Μ.Κ.17 ότι τα μηνύματα που απέστειλε η Μ. στην Παραπονούμενη θα μπορούσαν, στο πλαίσιο διερεύνησης υπόθεσης επηρεασμού προσώπου, να θεωρηθούν ως επηρεασμός, χωρίς όμως η ίδια να γνωρίζει κατά πόσο θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με τον ίδιο τρόπο στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Ανηλίκων, καθώς και ως προς τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιλήφθηκε το περιεχόμενό τους, αρκεί να σημειωθεί ότι πρόκειται για προσωπικές εκτιμήσεις της μάρτυρος, οι οποίες δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Τα συγκεκριμένα μηνύματα και το περιεχόμενό τους βρίσκονται ενώπιόν μας και θα αξιολογηθούν ως προς την αποδεικτική τους αξία.
Ως προς το κατά πόσο θα έπρεπε να γίνουν ενέργειες για να προσέλθει η Μ. και να δώσει κατάθεση, η Μ.Κ.17 ανέφερε ότι δεν είχε εξασφαλιστεί η αναγκαία συγκατάθεση. Εξήγησε περαιτέρω ότι, σε περιπτώσεις βίας στην οικογένεια, θα μπορούσε να παρασχεθεί συγκατάθεση από λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, ενώ, σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης απαιτείται συγκατάθεση συνοδού, κηδεμόνα ή γονέα.
Το γεγονός ότι δεν παρασχέθηκε συγκατάθεση για τη λήψη κατάθεσης από τη Μ. επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2. Ο τελευταίος ανέφερε ότι, κατόπιν των ερευνών που διενεργήθηκαν, διαπιστώθηκε ότι το πραγματικό όνομα της Μ. ήταν διαφορετικό και ότι αυτή ήταν ηλικίας κάτω των 14 ετών. Ανέφερε ακόμη ότι επικοινώνησε με τη μητέρα της, η οποία δήλωσε ότι δεν συγκατατίθετο στη λήψη κατάθεσης από την κόρη της και ότι δεν επιθυμούσε την εμπλοκή της στη σχετική διαδικασία, γεγονός που καταγράφηκε στο Τεκμήριο 42. Η μαρτυρία των Μ.Κ.17 και Μ.Κ.2 ως προς τις ενέργειες που έγιναν για τον εντοπισμό της Μ. και την άρνηση της μητέρας της να παράσχει συγκατάθεση δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή.
Πριν ολοκληρώσουμε το ζήτημα των μηνυμάτων, σημειώνουμε ότι επ’ αυτού υποβλήθηκε σε εκτεταμένη αντεξέταση και ο Μ.Κ.2. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν θυμόταν την ακριβή συγγενική σχέση μεταξύ της μητέρας της Μ. και της αδελφής της μητέρας του Α.Μ., γνώριζε όμως ότι έφεραν το ίδιο επώνυμο. Αρνήθηκε περαιτέρω τη θέση ότι σκοπός της Μ., με την αποστολή των μηνυμάτων, ήταν η απαλλαγή του Α.Μ., επισημαίνοντας ότι το περιεχόμενό τους είναι καταγραμμένο. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω για την Μ.Κ.17, η εκτίμηση του μάρτυρα ως προς τον σκοπό για τον οποίο η Μ. απέστειλε τα μηνύματα δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Τα μηνύματα και το περιεχόμενό τους βρίσκονται ενώπιόν μας και θα αξιολογηθούν αυτοτελώς ως προς την αποδεικτική τους αξία.
Στον μάρτυρα υποβλήθηκε επίσης ότι, μετά την αποκάλυψη των μηνυμάτων, η Αστυνομία «απάλλαξε» τον Α.Μ. Η θέση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε με σαφήνεια ότι οι ανακριτικές ενέργειες καθορίστηκαν από τη μαρτυρία που προέκυπτε και ότι η Αστυνομία δεν «απάλλαξε» οποιοδήποτε πρόσωπο. Όπως εξήγησε, η Παραπονούμενη υπέδειξε φωτογραφία που είχε στο κινητό της τηλέφωνο, αναφέροντας ότι απεικόνιζε το δεύτερο πρόσωπο που την παρενόχλησε σεξουαλικά. Κατόπιν τούτου, ο Α.Μ. αφέθηκε ελεύθερος και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1. Η καταγραφή της πιο πάνω ακολουθίας των ανακριτικών ενεργειών δεν προδικάζει, βεβαίως, την αποδεικτική αξία της συγκεκριμένης υπόδειξης, η οποία θα αξιολογηθεί στο κατάλληλο στάδιο.
Ο μάρτυρας απέρριψε επίσης τη θέση ότι υπήρξε οποιαδήποτε συνεννόηση μεταξύ της Αστυνομίας και της Μ., στο πλαίσιο της οποίας ο Α.Μ. αφέθηκε ελεύθερος με αντάλλαγμα η τελευταία να επικοινωνήσει με τη μητέρα του Κατηγορούμενου 1 και να πληροφορηθεί πού αυτός βρισκόταν. Όπως ανέφερε, η πληροφορία ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε αναχωρήσει στο εξωτερικό προέκυψε κατά τις έρευνες που διενεργήθηκαν για τον εντοπισμό του και προερχόταν από πρόσωπο του συγγενικού του περιβάλλοντος. Δεν ήταν, ωστόσο, σε θέση να θυμηθεί ποιο ακριβώς πρόσωπο είχε δώσει την πληροφορία. Η αδυναμία του αυτή είναι εύλογη, λαμβανομένου υπόψη ότι κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου περίπου τρία έτη μετά τα γεγονότα.
Ο Μ.Κ.2 είναι επίσης ειδικά εκπαιδευμένος στην τεχνική συνέντευξης και στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης η μαρτυρία του ως προς τον χειρισμό της συσκευής οπτικογράφησης κατά τη λήψη των τριών οπτικογραφημένων καταθέσεων της Παραπονούμενης και εκείνης της Μ.Κ.15, τη σφράγιση κάθε φορά των τριών ψηφιακών δίσκων, την αποσφράγιση ενός δίσκου από κάθε κατάθεση αποκλειστικά για σκοπούς απομαγνητοφώνησης, την πιστή απόδοση του περιεχομένου τους, χωρίς οποιαδήποτε αφαίρεση ή προσθήκη, καθώς και τη φύλαξή τους.
Σε σχέση με τις οπτικογραφημένες καταθέσεις, θα σταθούμε σε δύο μόνο σημεία.
Το πρώτο αφορά τη λήψη των σχετικών συγκαταθέσεων. Στο ζήτημα αυτό έχουμε ήδη αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.17 και δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε όσα καταγράφηκαν. Διευκρινίζουμε μόνο ότι η εσφαλμένη αναφορά του μάρτυρα στην κατάθεσή του, Έγγραφο Α, ότι το τεκμήριο 27 συνυπογράφηκε από τη Μ.Κ.3, δεν δημιουργεί ζήτημα ως προς την αξιοπιστία του. Η Μ.Κ.3 ήταν παρούσα κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης και, ενόψει της παρουσίας της και της διαδικασίας που συνήθως ακολουθείται, προκύπτει ότι ο μάρτυρας θεώρησε εσφαλμένα ότι είχε συνυπογράψει και τη συγκεκριμένη συγκατάθεση. Υπενθυμίζεται ότι η ίδια η Μ.Κ.3 απέδωσε τη μη υπογραφή της ενδεχομένως σε λάθος. Εν πάση περιπτώσει, για τους λόγους που έχουμε ήδη εξηγήσει, από τη μη υπογραφή του τεκμηρίου 27 από τη Μ.Κ.3 δεν προκύπτει οποιοδήποτε ουσιαστικό ζήτημα.
Το δεύτερο σημείο αφορά τη διαφορά που διαπιστώθηκε στην ένδειξη της ώρας του συστήματος οπτικογράφησης κατά τη λήψη της τρίτης οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης. Συγκεκριμένα, η ώρα του συστήματος ήταν κατά τέσσερα λεπτά πίσω από την πραγματική, ενώ η ημερομηνία ήταν ορθή. Η περιορισμένη αυτή χρονική απόκλιση δεν δημιουργεί οποιοδήποτε ουσιαστικό ζήτημα, ούτε υποβλήθηκε ενώπιόν μας σχετική εισήγηση.
Ως προς τις λοιπές ενέργειες του μάρτυρα, δεν αμφισβητήθηκαν επίσης η λήψη παρειακών επιχρισμάτων από τον Κατηγορούμενο 2, κατόπιν δικής του συγκατάθεσης, η οποία υπογράφηκε και από τον πατέρα και τη δικηγόρο του, οι εξετάσεις που διενεργήθηκαν για τον εντοπισμό του Κατηγορούμενου 1 μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του στις 30.7.2022 και η μεταγενέστερη έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η διαδικασία αναγνώρισης του Α.Μ. στις 30.7.2022, η αναγνωριστική διαδικασία της 29.8.2022, κατόπιν συγκατάθεσης του Κατηγορούμενου 1 (τεκμήριο 36), καθώς και οι ενέργειες που έγιναν για τον εντοπισμό της Μ.
Ο μάρτυρας υποβλήθηκε σε μακρά και επίπονη αντεξέταση, κατά την οποία του τέθηκαν διάφορες θέσεις, με βασικό άξονα ότι η διερεύνηση της υπόθεσης από το Κλιμάκιο ήταν πλημμελής.
Κατά την αντεξέτασή του και απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, ο μάρτυρας εξέφρασε την άποψη ότι η βία που, σύμφωνα με την καταγγελία της Παραπονούμενης, ασκήθηκε σε βάρος της από τον Κατηγορούμενο 1 συνίστατο στην τοποθέτηση του δακτύλου του στο γεννητικό της όργανο χωρίς τη θέλησή της και ότι η πράξη αυτή ενέπιπτε στην έννοια του βιασμού. Όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας, ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται το αδίκημα του βιασμού. Σημειώνεται, πάντως, ότι ο μάρτυρας εξέφρασε την πιο πάνω άποψη απαντώντας σε συγκεκριμένες ερωτήσεις και με αναφορά στο περιεχόμενο της καταγγελίας της Παραπονούμενης και στην πράξη που εκείνη απέδωσε στο δεύτερο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση, η άποψη του μάρτυρα ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της συγκεκριμένης πράξης δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, το οποίο, άλλωστε, δεν καλείται να αποφασίσει κατά πόσο διαπράχθηκε το αδίκημα του βιασμού.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να διευκρινιστεί και η αναφορά του μάρτυρα, κατά την αντεξέτασή του, ότι ο Κατηγορούμενος 2 υποβλήθηκε σε προφορική ανάκριση στο διαμέρισμα. Όπως προκύπτει από τα ευρήματά μας κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.12, καμία τέτοια ανάκριση δεν έλαβε χώρα. Αντιθέτως, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν εκείνος που την πλησίασε και προέβη αυθόρμητα στη δήλωση που καταγράφηκε ανωτέρω.
Από τη συνολική εξέταση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 προκύπτει ότι η σχετική αναφορά του έγινε αρχικά στο πλαίσιο ερώτησης ως προς το κατά πόσο ο ανήλικος Κατηγορούμενος 2 μπορούσε να ανακριθεί χωρίς την παρουσία του κηδεμόνα του, ενώ στη συνέχεια ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην ενημέρωση που είχε λάβει για ομολογία του Κατηγορούμενου 2. Ο ίδιος δεν ήταν παρών στο διαμέρισμα και δεν είχε προσωπική γνώση ούτε όσων διαμείφθηκαν κατά την παρουσία των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.12 ούτε των συνθηκών υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος 2 πλησίασε τη Μ.Κ.12 και προέβη στην πιο πάνω δήλωση. Υπό αυτά τα δεδομένα, η αναφορά του σε «προφορική ανάκριση» θεωρούμε πως αποτελούσε δικό του εσφαλμένο συμπέρασμα ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες είχε γίνει η δήλωση. Το λάθος αυτό, όμως, δεν αφορά γεγονός που περιήλθε στην προσωπική του αντίληψη και δεν κλονίζει την αξιοπιστία του ως προς τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο μάρτυρας κατέστησε σαφές ότι κατά την ημέρα της καταγγελίας δεν βρισκόταν στην Αμμόχωστο αλλά στη Λευκωσία, όπου υπηρετούσε στο Κλιμάκιο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων. Υπό αυτά τα δεδομένα, το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η αρχική καταγγελία καταγράφηκε από τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας ή το ΤΑΕ Αμμοχώστου δεν παρέχει οποιοδήποτε έρεισμα αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του. Ο ίδιος αναφέρθηκε στην καταχώριση της καταγγελίας στο ηλεκτρονικό αρχείο του Κλιμακίου και ορθά επισήμανε ότι δεν ενέπιπτε στα καθήκοντα ή στις αρμοδιότητές του να γνωρίζει τον τρόπο λειτουργίας κάθε αστυνομικού σταθμού.
Για τον ίδιο λόγο, δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του το γεγονός ότι δεν γνώριζε τι ακριβώς έκαναν οι ανήλικες από την ώρα της καταγγελίας μέχρι τη μετάβασή τους στη Λευκωσία, περί τις 11:00 της ίδιας ημέρας, ποια περιγραφή είχαν προηγουμένως δώσει για τους υπόπτους ή υπό ποιες συνθήκες μεταφέρθηκαν στον σταθμό τα πέντε πρόσωπα που εντοπίστηκαν στο διαμέρισμα. Όπως εξήγησε, από την ενημέρωση που είχε λάβει γνώριζε ότι οι ανήλικες είχαν αρχικά μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας και ότι ακολούθως το Κλιμάκιο επικοινώνησε με τους γονείς τους, προκειμένου να μεταβούν στη Λευκωσία για τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων. Οι αρχικές ενέργειες διενεργήθηκαν στην Αμμόχωστο από μέλη του ΤΑΕ, ενώ ο ίδιος βρισκόταν στη Λευκωσία και δεν ήταν παρών ώστε να γνωρίζει τι ακριβώς είχε λεχθεί ή διαμειφθεί. Το Κλιμάκιο ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης μετά την ενημέρωσή του για την καταγγελία.
Όσον αφορά τις αιτιάσεις της υπεράσπισης περί πλημμελούς διερεύνησης της υπόθεσης, σημειώνουμε τα εξής.
Κατ’ αρχάς, ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι θα έπρεπε να ληφθούν καταθέσεις από πρόσωπα στις μπυραρίες που επισκέφθηκαν οι ανήλικες το επίδικο βράδυ. Αναμφίβολα, η είσοδος δύο δεκατετράχρονων κοριτσιών σε διάφορα clubs ή μπυραρίες χωρίς έλεγχο, όπου μάλιστα κατανάλωσαν αλκοολούχα ποτά, εγείρει κατ’ αρχάς σοβαρό ζήτημα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι σχετικά ενημερώθηκε ο τοπικός αστυνομικός σταθμός, προκειμένου να διερευνήσει το θέμα.
Δεν θεωρούμε, όμως, ότι η μη λήψη καταθέσεων από πρόσωπα που εργάζονταν στις μπυραρίες καθιστά πλημμελή τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Τα επίδικα γεγονότα εκτυλίχθηκαν στο διαμέρισμα και όχι σε οποιαδήποτε μπυραρία, ενώ το κατά πόσο οι ανήλικες παρακολούθησαν προηγουμένως κάποια «παράσταση» με αγόρια δεν παρουσιάζει συνάφεια προς τα υπό κρίση ζητήματα. Το γεγονός ότι επισκέφθηκαν μπυραρίες και κατανάλωσαν αλκοολούχα ποτά αναφέρθηκε από τις ίδιες στην Αστυνομία, ενώ λήφθηκε κατάθεση και από τον Μ.Κ.9, ο οποίος τις εντόπισε στα σκαλιά της πολυκατοικίας. Ο βαθμός στον οποίο η κατανάλωση αλκοόλ επηρέασε τις ανήλικες και η σημασία που τούτο ενδέχεται να έχει για την υπόθεση θα εξεταστούν κατωτέρω, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας.
Είναι γεγονός, πάντως, ότι δεν διενεργήθηκε εξέταση αίματος ή ούρων, ώστε να διαπιστωθεί, εφόσον αυτό ήταν δυνατό, ο βαθμός κατανάλωσης αλκοόλ, χωρίς να έχει δοθεί σαφής εξήγηση για την παράλειψη αυτή. Σημειώνεται συναφώς ότι η Μ.Κ.15 ανέφερε στην κατάθεσή της, χωρίς να αμφισβητηθεί επί τούτου, ότι στον αστυνομικό σταθμό η Παραπονούμενη προσπάθησε «να κατουρήσει στο μπουκαλάκι για να πιαν τα…», αλλά «εν τα κατάφερνε». Ερωτηθείς σχετικά, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι «στην ιατροδικαστική πήραν swab για DNA» και ότι δεν γνώριζε κατά πόσο είχε προηγουμένως ζητηθεί από την Παραπονούμενη να δώσει δείγμα ούρων, χωρίς να το καταφέρει. Διευκρίνισε ακόμη ότι ούτε στο Σπίτι του Παιδιού ούτε κατά την ιατροδικαστική εξέταση λήφθηκε τέτοιο δείγμα, εκφράζοντας τη θέση ότι η λήψη ούρων αποτελούσε έργο του ιατροδικαστή. Επί τούτου, αναφέρουμε ότι δεν υπάρχει ενώπιον μας εξήγηση από τον ιατροδικαστή γιατί δεν λήφθηκαν ούρα.
Είναι γεγονός ότι η παράλειψη διενέργειας τοξικολογικών εξετάσεων στερεί από το Δικαστήριο αντικειμενική επιστημονική μαρτυρία ως προς την ύπαρξη και, ενδεχομένως, τον βαθμό επήρειας της Παραπονούμενης από την κατανάλωση αλκοόλ. Δεν είναι, συνεπώς, επιτρεπτό να προβούμε σε οποιαδήποτε εικασία ως προς την ακριβή ποσότητα αλκοόλ που είχε καταναλώσει ή τον βαθμό στον οποίο αυτή την είχε επηρεάσει. Τα ζητήματα αυτά θα κριθούν αποκλειστικά βάσει της διαθέσιμης μαρτυρίας ως προς την κατάσταση και τη συμπεριφορά της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η συγκεκριμένη παράλειψη θα συνεκτιμηθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής, όμως θεωρούμε πως δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να καταστήσει συνολικά πλημμελή τη διερεύνηση ή να επηρεάσει την αξιοπιστία του Μ.Κ.2.
Δεν θεωρούμε επίσης ότι η μη εξασφάλιση γνώμης ειδικού ως προς τον τρόπο με τον οποίο η κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να επηρεάσει τη βούληση, την αντίληψη και την κρίση ενός ανηλίκου συνιστά, υπό τις περιστάσεις, πλημμελή διερεύνηση. Εφόσον δεν διενεργήθηκαν εξετάσεις αίματος ή ούρων και δεν υπήρχαν αντικειμενικά τοξικολογικά δεδομένα ως προς την ποσότητα αλκοόλ που καταναλώθηκε ή τον βαθμό επήρειας, δεν υπήρχε επαρκές πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί εξατομικευμένη επιστημονική εκτίμηση για την κατάσταση της Παραπονούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τυχόν γνώμη ειδικού θα περιοριζόταν, κατά κύριο λόγο, σε γενικές επιστημονικές παρατηρήσεις, στηριζόμενες στη σχετική βιβλιογραφία και εμπειρία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το κατά πόσο και σε ποιον βαθμό η κατανάλωση αλκοόλ επηρέασε τις ανήλικες και, ιδίως, την Παραπονούμενη θα αξιολογηθεί κατωτέρω, βάσει του συνόλου της διαθέσιμης μαρτυρίας.
Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, η θέση που υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι οι ανήλικες «είχαν ναρκωτικές ουσίες μέσα τους» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πρόκειται για γενική και αόριστη θέση, για την οποία δεν υπάρχει κανένα απολύτως υπόβαθρο. Σημειώνεται, επιπλέον, ότι τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε ούτε στην Παραπονούμενη ούτε στη Μ.Κ.15, ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθούν επ’ αυτής.
Στο πλαίσιο της γενικότερης θέσης περί πλημμελούς διερεύνησης, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 έθεσε στον μάρτυρα και ορισμένα άλλα ζητήματα. Ειδικότερα, του υποβλήθηκε ότι, ενόψει της αναφοράς της Παραπονούμενης ότι επρόκειτο για την πρώτη της σεξουαλική επαφή και ότι αυτή έλαβε χώρα χωρίς τη συναίνεσή της, σε συνδυασμό με τη θέση του Κατηγορούμενου 2 περί συναινετικής επαφής, θα έπρεπε να είχε ζητηθεί η γνώμη ειδικού γυναικολόγου ως προς το κατά πόσο η διείσδυση του ανδρικού γεννητικού οργάνου στον κόλπο ανήλικης που δεν είχε προηγουμένως σεξουαλική επαφή θα προκαλούσε ερεθισμό ή ερυθρότητα.
Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν ήταν παρών κατά την ιατροδικαστική εξέταση, στην οποία, σύμφωνα με την ενημέρωση που είχε, παρίστατο γυναικολόγος, και ότι οι σχετικές διαπιστώσεις είχαν καταγραφεί στην ιατροδικαστική έκθεση. Ερωτηθείς ειδικότερα, επιβεβαίωσε ότι στην έκθεση δεν καταγραφόταν οτιδήποτε περί ερεθισμού ή ερυθρότητας και ότι γινόταν αναφορά σε παλαιά ρήξη του παρθενικού υμένα.
Η έκθεση, ωστόσο, δεν τέθηκε ενώπιόν μας, ούτε η ιατροδικαστής που διενήργησε την εξέταση κλήθηκε να καταθέσει. Ο Μ.Κ.2 δεν ήταν παρών κατά την εξέταση και δεν κατέθεσε ως ειδικός επί ιατρικών ζητημάτων. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του περιορίζεται σε όσα ο ίδιος ανέγνωσε στην έκθεση και δεν παρέχει το αναγκαίο υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος ως προς την ιατρική σημασία της μη καταγραφής ερεθισμού ή ερυθρότητας, την αιτία ή τον χρόνο πρόκλησης της ρήξης, ή κατά πόσο αυτή συνάδει με την αναφορά της Παραπονούμενης ότι δεν είχε προηγουμένως σεξουαλική επαφή. Τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να επιλυθούν στη βάση της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα.
Η πιο πάνω έλλειψη πρέπει, ωστόσο, να διακριθεί από τη θέση περί πλημμελούς διερεύνησης. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η Αστυνομία διευθέτησε την ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης, κατά την οποία παρίστατο και γυναικολόγος. Δεν έχει καταδειχθεί ποια περαιτέρω ανακριτική ενέργεια παρέλειψε η Αστυνομία να διενεργήσει επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Το κατά πόσο η διαθέσιμη ιατρική μαρτυρία επαρκεί για την απόδειξη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος αποτελεί διαφορετικό ζήτημα, το οποίο θα εξεταστεί στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της υπόθεσης.
Περαιτέρω, υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι, εφόσον δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 2 στα δείγματα που λήφθηκαν από την Παραπονούμενη, θα έπρεπε να αναζητηθεί «διευκρινιστική» μαρτυρία. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν ήταν δική του αρμοδιότητα να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι λήφθηκαν δείγματα από διάφορα σημεία, τα οποία στάλθηκαν για επιστημονική εξέταση, και τα αποτελέσματα καταγράφηκαν στην έκθεση του αρμόδιου εμπειρογνώμονα. Σχετική επί τούτου είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.8, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε.
Η μη ανεύρεση γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου 2 αποτελεί ένα δεδομένο, η σημασία του οποίου θα αξιολογηθεί κατωτέρω. Δεν συνιστά, όμως, αφ’ εαυτής ένδειξη πλημμελούς διερεύνησης, εφόσον η αναγκαία δειγματοληψία διενεργήθηκε και τα ληφθέντα δείγματα υποβλήθηκαν σε επιστημονική εξέταση. Ούτε προσδιορίστηκε ποια συγκεκριμένη πρόσθετη εξέταση ή διευκρίνιση παρέλειψε η Αστυνομία να ζητήσει από τον αρμόδιο εμπειρογνώμονα.
Ακόμη, υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι, παρά το γεγονός ότι οι δύο ανήλικες είχαν καταναλώσει αλκοόλ και παρέμεναν ξύπνιες από την προηγουμένη, προχώρησε η λήψη των οπτικογραφημένων καταθέσεών τους. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι, πριν από την έναρξη της διαδικασίας, οι ανήλικες ερωτήθηκαν κατά πόσο αισθάνονταν καλά και ήταν σε θέση να προχωρήσουν και αμφότερες απάντησαν καταφατικά. Η μαρτυρία του επί του σημείου αυτού παρέμεινε αναντίλεκτη, ενώ δεν υποβλήθηκε σε οποιαδήποτε από τις δύο ανήλικες ότι, λόγω της κατανάλωσης αλκοόλ ή της αϋπνίας, δεν ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση κατά τη συγκεκριμένη ημέρα για να τοποθετηθούν.
Περαιτέρω, από την παρακολούθηση των οπτικογραφημένων καταθέσεων της 29.7.2022 δεν διαπιστώσαμε οποιαδήποτε εμφανή αδυναμία των ανηλίκων να αντιληφθούν τη διαδικασία ή να παρακολουθήσουν και να απαντήσουν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν. Τούτο δεν προδικάζει, βεβαίως, την αξιοπιστία ή την αποδεικτική αξία του περιεχομένου των καταθέσεών τους, αλλά δεν παρέχει έρεισμα για τη θέση ότι δεν βρίσκονταν σε κατάσταση που τους επέτρεπε να συμμετάσχουν στη διαδικασία λήψης τους.
Ήταν επίσης θέση της υπεράσπισης ότι η πλημμελής διερεύνηση προκύπτει από τη μη λήψη ουσιωδών καταθέσεων και, συγκεκριμένα, από τα υπόλοιπα πρόσωπα που βρίσκονταν στο διαμέρισμα, πέραν των Κατηγορουμένων.
Αναφερόμενος ειδικότερα στον Ν.Π., ο μάρτυρας ανέφερε ότι, παρόλο που ήταν ενήλικος, όταν ερωτήθηκε δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, δεν μπορούσε να τον υποχρεώσει να πράξει τούτο, ενώ όσα ο Ν.Π. ανέφερε προφορικά καταγράφηκαν σε ημερολόγιο ενεργείας (τεκμήριο 44). Ως προς το περιεχόμενο των αναφορών του προς τον ίδιο και τη Μ.Κ.17, σημειώνουμε κατ’ αρχάς ότι η δήλωσή του πως επέστρεψε στο διαμέρισμα περί τις 04:00 δεν διαψεύδεται από άλλη μαρτυρία. Η αναφορά του, όμως, ότι κατά την επιστροφή του βρήκε τις δύο ανήλικες στον καναπέ και ότι εκείνες του είπαν «ευτυχώς που ήρθες να μας σώσεις» θα αξιολογηθεί κατωτέρω, μαζί με τη λοιπή μαρτυρία για τα γεγονότα στο διαμέρισμα.
Παρενθετικά, σημειώνεται ότι στο ημερολόγιο ενεργείας, το οποίο φέρει ημερομηνία 2.8.2022, καταγράφηκε ότι οι δύο αστυφύλακες μετέβησαν στο επίδικο διαμέρισμα στις 30.8.2022. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι επρόκειτο για τυπογραφικό λάθος και ότι η ορθή ημερομηνία ήταν η 2.8.2022. Είναι γεγονός ότι η Μ.Κ.17, η οποία ετοίμασε το ημερολόγιο, δεν ερωτήθηκε σχετικά ώστε να δώσει τη δική της εξήγηση, ενώ ούτε η υπεράσπιση απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο ζήτημα. Ωστόσο, η ημερομηνία 30.8.2022 δεν συνάδει με τη χρονική ακολουθία των γεγονότων. Το ημερολόγιο φέρει ημερομηνία 2.8.2022, ενώ στις 28.8.2022 ο Κατηγορούμενος 1 είχε ήδη μεταφερθεί στην Κύπρο κατόπιν εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του. Υπό αυτά τα δεδομένα, αποδεχόμαστε ότι η αναγραφή της 30.8.2022 οφείλεται σε λάθος και ότι η ορθή ημερομηνία ήταν η 2.8.2022.
Ως προς τον Θ.Λ., ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπήρξε επικοινωνία με τον πατέρα του, ο οποίος δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση από τον γιο του και δεν παρείχε τη συγκατάθεσή του προς τούτο (τεκμήριο 43). Από όσα ο ίδιος ο ανήλικος ανέφερε στον μάρτυρα και καταγράφηκαν στο σχετικό ημερολόγιο ενεργείας προκύπτει ότι δήλωσε πως δεν γνώριζε οτιδήποτε για τα επίδικα γεγονότα. Ανέφερε ότι, όταν μετέβησαν στο διαμέρισμα μαζί με τις δύο ανήλικες, κοιμήθηκε στον καναπέ και ότι περί τις 04:00 άκουσε κλάματα και ξύπνησε. Στην τελευταία αυτή αναφορά θα επανέλθουμε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που αφορά τα γεγονότα στο διαμέρισμα.
Ο Α.Μ., στην παρουσία της θείας και της δικηγόρου του, δήλωσε επίσης ότι δεν επιθυμούσε να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση. Όσα ανέφερε προφορικά στη Μ.Κ.17 στις 30.7.2022 καταγράφηκαν σε ημερολόγιο ενεργείας της ίδιας ημερομηνίας (τεκμήριο 50). Στο περιεχόμενο των αναφορών του θα επανέλθουμε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στο διαμέρισμα.
Ως προς τα ονόματα Σλ. και Βα., στα οποία αναφέρθηκε η Παραπονούμενη, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν εντοπίστηκαν πρόσωπα με τα συγκεκριμένα ονόματα και ότι δεν γνώριζε κατά πόσο επρόκειτο για πραγματικά ονόματα ή παρατσούκλια, ούτε κατά πόσο υπήρχαν άλλα πρόσωπα στο διαμέρισμα. Ανέφερε επίσης ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο η Παραπονούμενη είχε υποπέσει σε λάθος ως προς τα ονόματα ή τον αριθμό των προσώπων και ότι η Αστυνομία εντόπισε τα πρόσωπα που κατέστη δυνατό να ταυτοποιηθούν βάσει της διαθέσιμης μαρτυρίας. Δεν προκύπτει από το ενώπιόν μας υλικό ότι υπήρχαν περαιτέρω συγκεκριμένα στοιχεία ταυτότητας ή άλλη πληροφορία που θα παρείχε στην Αστυνομία πρακτική δυνατότητα εντοπισμού προσώπων με τα ονόματα αυτά.
Συνοψίζοντας, δεν διαπιστώνουμε παράλειψη της Αστυνομίας να επιδιώξει τη λήψη καταθέσεων από πρόσωπα που ενδεχομένως κατείχαν ουσιώδη μαρτυρία. Στο πλαίσιο της διερεύνησης έγινε προσπάθεια να ληφθούν καταθέσεις από όλα τα πρόσωπα που είχαν εντοπιστεί στο επίδικο διαμέρισμα. Στην περίπτωση του Ν.Π. και του Α.Μ. υπήρξε άρνηση εκ μέρους τους, ενώ στην περίπτωση του ανήλικου Θ.Λ. δεν παρασχέθηκε η αναγκαία συγκατάθεση από τον πατέρα του. Οι περιστάσεις αυτές δεν μπορούν να αποδοθούν σε ανακριτική αδράνεια και, συνακόλουθα, δεν στοιχειοθετούν την προβαλλόμενη πλημμέλεια στη διερεύνηση της υπόθεσης.
Στην ίδια κατάληξη οδηγούμαστε και ως προς τη μη διενέργεια διαδικασίας αναγνώρισης του Κατηγορούμενου 1 από την Μ.Κ.15. Η θέση του Α.Μ. (τεκμήριο 50) ότι ο Κατηγορούμενος 1 συγκαταλεγόταν μεταξύ των προσώπων που τη βοηθούσαν δεν αμφισβητείται, όπως επισήμανε και ο μάρτυρας. Ως προς την αναφορά της Μ.Κ.15 δε ότι κάποιο πρόσωπο την άγγιξε στα οπίσθια, κατά την επικοινωνία της Αστυνομίας με τον πατέρα της, ο τελευταίος ανέφερε ότι αυτή δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει το πρόσωπο αυτό (τεκμήριο 80). Υπό τα δεδομένα αυτά, η μη διενέργεια διαδικασίας αναγνώρισης δεν συνιστά πλημμέλεια στη διερεύνηση.
Από το σύνολο της μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιόν μας προκύπτει ότι το επίδικο διαμέρισμα διέθετε ένα υπνοδωμάτιο. Ο Μ.Κ.2 το περιέγραψε ως ένα συνηθισμένο διαμέρισμα, αποτελούμενο από ένα υπνοδωμάτιο, σαλόνι και κουζίνα, με το σαλόνι και την κουζίνα να αποτελούν ενιαίο χώρο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε μέτρηση των αποστάσεων μεταξύ των επιμέρους χώρων.
Με αυτά υπόψη, ερχόμαστε στη φωτογραφία που σημειώθηκε ως τεκμήριο Α προς αναγνώριση και η οποία υποδείχθηκε στον μάρτυρα, προκειμένου να αναφέρει κατά πόσο απεικόνιζε το επίδικο διαμέρισμα. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει κατά πόσο επρόκειτο για το συγκεκριμένο διαμέρισμα. Εφόσον η φωτογραφία δεν υποδείχθηκε σε οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα ώστε να αναγνωριστεί και παρέμεινε τεκμήριο προς αναγνώριση, δεν αποτελεί μέρος του αποδεικτικού υλικού που βρίσκεται ενώπιόν μας.[16] Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την ταυτοποίηση του διαμερίσματος ή για την εξαγωγή οποιουδήποτε ευρήματος ως προς τη διαρρύθμιση και τις αποστάσεις μεταξύ των χώρων του.
Ένα άλλο ζήτημα που απασχόλησε την υπεράσπιση του Κατηγορούμενου 2 αφορούσε τη γωνία λήψης της δεύτερης οπτικογραφημένης κατάθεσης. Ειδικότερα, επισημάνθηκε ότι η κάμερα δεν κατέγραφε ευθέως το πρόσωπο της Παραπονούμενης, αλλά το πλάνο λαμβανόταν από ψηλότερο σημείο. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι η συγκεκριμένη γωνία λήψης δεν ήταν τυχαία, αλλά επιλέχθηκε ώστε να μην είναι ορατή η αντίδραση της Παραπονούμενης, αφού, κατά τη θέση της υπεράσπισης, η Μ.Κ.17 της είχε προηγουμένως πει να μην κλαίει. Ο Μ.Κ.2 απέρριψε τη θέση αυτή, εξηγώντας ότι η γωνία λήψης οφειλόταν στη διαμόρφωση του χώρου, και επισήμανε ότι η Μ.Κ.17 ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να ερωτηθεί σχετικά. Η πιο πάνω θέση αφορούσε ευθέως ενέργεια και πρόθεση που αποδόθηκε στη Μ.Κ.17, η οποία όμως δεν της υποβλήθηκε κατά την αντεξέτασή της, ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί, ούτε υποστηρίζεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Υπό αυτά τα δεδομένα, η θέση ότι η συγκεκριμένη γωνία λήψης επιλέχθηκε σκοπίμως για να αποκρυβεί η αντίδραση της Παραπονούμενης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Σε σχέση με τη διαδικασία αναγνώρισης της 30.7.2022, ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια την χρονική ακολουθία των γεγονότων. Όπως ανέφερε, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της προσωποκράτησης, κλήθηκε η Παραπονούμενη για να διαπιστωθεί κατά πόσο αναγώριζε τον Α.Μ. ως ένα από τα πρόσωπα που ενεχόταν, σύμφωνα με την καταγγελία της, στην υπόθεση. Αυτός, κατά τον μάρτυρα, ήταν ο σκοπός της διαδικασίας, ο οποίος απέρριψε τη θέση ότι διενεργήθηκε επειδή είχε προηγηθεί η συνομιλία μεταξύ της Μ. και της Παραπονούμενης. Μετά την ολοκλήρωσή της και ενόψει όσων προέκυψαν, κρίθηκε αναγκαίο να ληφθεί δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη, όπως και έγινε.
Εξίσου σαφής ήταν ο μάρτυρας ως προς τη διαδικασία αναγνώρισης που ακολούθησε σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 στις 29.8.2022. Ανέφερε ότι του εξηγήθηκε προηγουμένως η διαδικασία, ενώ συμφώνησε με τη θέση που του τέθηκε ότι για τη διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης απαιτούνταν 12 πρόσωπα που να προσομοιάζουν με τον ύποπτο. Κατά τον χρόνο εκείνο δεν είχε εξεύρει τα πρόσωπα αυτά, πλην όμως ο Κατηγορούμενος 1 ρωτήθηκε αν ήταν πρόθυμος να γίνει μια τέτοια διαδικασία. Μετά την προσωποκράτηση ερωτήθηκε και ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου 1 κατά πόσο επιθυμούσε να παραστεί, πλην όμως αυτός ανέφερε ότι, λόγω άλλης επαγγελματικής υποχρέωσης, έπρεπε να αποχωρήσει. Δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η αναβολή της διαδικασίας ή ότι η Αστυνομία παρεμπόδισε με οποιονδήποτε τρόπο την παρουσία του.
Ως προς τις αναφορές του μάρτυρα ότι δεν είχαν ακόμη εξευρεθεί τα αναγκαία πρόσωπα για τη συγκρότηση αναγνωριστικής παράταξης και ότι γνώριζε πως αυτή δεν μπορούσε να διενεργηθεί κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, θεωρούμε ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν έχουν οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία. Ο μάρτυρας ανέφερε με σαφήνεια ότι εξήγησε στον Κατηγορούμενο 1 τη διαδικασία και ότι ο τελευταίος γνώριζε ουσιαστικά εξαρχής τις διαθέσιμες επιλογές. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1 εκπροσωπείτο από δικηγόρο, ενώ δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία ότι, ήδη από το στάδιο της προσωποκράτησης, ήταν γνωστό πως θα ακολουθούσε διαδικασία αναγνώρισης. Ο δικηγόρος του ερωτήθηκε κατά πόσο επιθυμούσε να παραστεί, πλην όμως ανέφερε ότι, λόγω άλλης επαγγελματικής υποχρέωσης, έπρεπε να αποχωρήσει. Όπως αναφέρθηκε ήδη, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε αναβολή της διαδικασίας ή ότι η Αστυνομία παρεμπόδισε την παρουσία του.
Καθοριστική είναι, εν πάση περιπτώσει, η ρητή θέση του ίδιου του Κατηγορούμενου 1 στην κατάθεσή του ημερομηνίας 29.8.2022 (τεκμήριο 36), ότι δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει σε αναγνωριστική παράταξη και ότι, εάν οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμούσε να τον δει, μπορούσε να μεταβεί στα αστυνομικά γραφεία. Δεν προκύπτει ότι ζήτησε τη διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης και η Αστυνομία αρνήθηκε ή αδυνατούσε να ικανοποιήσει τέτοιο αίτημα. Επομένως, το κατά πόσο είχαν ήδη εξευρεθεί τα αναγκαία πρόσωπα για τη συγκρότηση παράταξης δεν επηρέασε καθ’ οιονδήποτε τρόπο την επιλογή του ή τη διαδικασία που ακολούθησε. Υπό αυτά τα δεδομένα, η θέση ότι επρόκειτο για «στημένη διαδικασία» δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Ως προς το τι ακριβώς έγινε ή διημείφθη κατά τη διαδικασία της αναγνώρισης, σχετικό είναι και το τεκμήριο 37. Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε κατωτέρω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και των επίδικων γεγονότων.
Συνοψίζοντας, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία των Μ.Κ.17 και Μ.Κ.2 ως προς τις ενέργειες στις οποίες οι ίδιοι προέβησαν και τα γεγονότα που περιήλθαν στην προσωπική τους αντίληψη, με τις επιμέρους διευκρινίσεις, επιφυλάξεις και παρατηρήσεις που καταγράφηκαν ανωτέρω. Εξαιρείται, βεβαίως, το μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.17 αναφορικά με το πότε έλαβε γνώση των μηνυμάτων, το οποίο, για τους λόγους που έχουμε ήδη εξηγήσει, δεν έγινε αποδεκτό. Επαναλαμβάνουμε ότι οι προσωπικές εκτιμήσεις αμφοτέρων επί ζητημάτων που εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει θα αξιολογηθούν, όπου απαιτείται, υπό το φως του συνόλου της αποδεκτής μαρτυρίας.
Η εμπλοκή της Μ.Κ.3, υπό την ιδιότητά της ως κοινωνικής λειτουργού στο Σπίτι του Παιδιού, αφορούσε την παρακολούθηση, από διπλανό δωμάτιο, των οπτικογραφημένων καταθέσεων της Παραπονούμενης και της Μ.Κ.15, τη συνυπογραφή των δηλώσεων ανακριτή προς συνοδό και των συγκαταθέσεων για τη λήψη των καταθέσεων, με εξαίρεση το τεκμήριο 27, καθώς και την υπογραφή των ψηφιακών δίσκων στους οποίους καταγράφηκαν.
Ως προς το τεκμήριο 27, το ζήτημα της μη υπογραφής του από τη μάρτυρα έχει ήδη εξεταστεί ανωτέρω. Η αναφορά της στην κατάθεσή της, Έγγραφο Δ, ότι είχε συνυπογράψει και το συγκεκριμένο τεκμήριο ήταν εσφαλμένη. Η μάρτυρας ήταν παρούσα κατά τη λήψη της σχετικής οπτικογραφημένης κατάθεσης για σκοπούς στήριξης της ανήλικης, ενώ η συνυπογραφή της συγκατάθεσης ενέπιπτε στη διαδικασία που συνήθως ακολουθείτο. Υπό αυτά τα δεδομένα, είναι εύλογο ότι η παρουσία της και η συνήθης διαδικασία την οδήγησαν να θεωρήσει εσφαλμένα ότι είχε υπογράψει και το συγκεκριμένο έγγραφο. Η ίδια ανέφερε ότι αυτό πιθανόν παραλείφθηκε εκ παραδρομής. Όπως έχουμε ήδη εξηγήσει, από τη μη υπογραφή του τεκμηρίου 27 από τη Μ.Κ.3 δεν προκύπτει οποιοδήποτε ουσιαστικό ζήτημα.
Η μάρτυρας ήταν επίσης παρούσα μαζί με την Παραπονούμενη τόσο κατά τη διαδικασία αναγνώρισης του Α.Μ. στις 30.7.2022 όσο και κατά τη διαδικασία αναγνώρισης του Κατηγορούμενου 1 στις 29.8.2022.
Η μαρτυρία της Μ.Κ.3 ως προς τις ενέργειες στις οποίες η ίδια προέβη δεν αμφισβητήθηκε, ενώ η αντεξέτασή της περιορίστηκε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Από αυτήν δεν προέκυψε οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία της ή την ακρίβεια όσων ανέφερε. Η μάρτυρας μας έκανε καλή εντύπωση και κατέθεσε με σαφήνεια και σταθερότητα. Ως εκ τούτου, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της ως προς τις ενέργειές της και τα γεγονότα που περιήλθαν στην προσωπική της αντίληψη.
Ως προς τον Μ.Κ.14, πατέρα της Παραπονούμενης, αρκεί να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του περιορίστηκε στην υπογραφή των εντύπων συγκατάθεσης για τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από την Παραπονούμενη (τεκμήρια 38 και 54). Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή.
Σύντομη θα είναι και η αναφορά μας στη μαρτυρία της Μ.Κ.7, η οποία εργάζεται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής και κατέθεσε ως προς την παραλαβή των τεκμηρίων της υπόθεσης από την Αστυνομία και τη μεταγενέστερη επιστροφή τους σε αυτήν. Η παραλαβή των τεκμηρίων, η παράδοσή τους στον Μ.Κ.8 για σκοπούς διενέργειας των αναγκαίων εξετάσεων, η επιστροφή τους από τον τελευταίο στη μάρτυρα και, εν τέλει, η παράδοσή τους στην Αστυνομία αποτελούν αναντίλεκτα γεγονότα, τα οποία υποστηρίζονται και από τα σχετικά έγγραφα. Η μαρτυρία της γίνεται, συνεπώς, αποδεκτή. Ενόψει, πάντως, των σχετικών παραδεκτών γεγονότων που αναφέρονται κατωτέρω, η μαρτυρία της είχε ουσιαστικά τυπικό χαρακτήρα και δεν εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα που να χρήζει περαιτέρω αξιολόγησης.
Ο Μ.Κ.8 είναι γενετιστής και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως εμπειρογνώμονας στον τομέα του. Έχοντας υπόψη τις σπουδές και την εκπαίδευση του, την τεράστια εμπειρία του και όσα γενικότερα προκύπτουν από το βιογραφικό της (τεκμήριο 67) αλλά και τα όσα ανέφερε, τον αποδεχόμαστε ως τέτοιο. Από εκεί και πέρα σημειώνουμε ότι ήταν μάρτυρας που δεν γνώριζε οποιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων στην υπόθεση, ούτε είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον να εξυπηρετήσει. Η εντύπωση δε που αποκομίσαμε ήταν ότι ο εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε με τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό να παραθέσει την επιστημονική του άποψη επί των όσων ερωτάτο, δίδοντας τα απαραίτητα στοιχεία και εχέγγυα για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει τη μαρτυρία του, συμμορφούμενος πλήρως προς τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιων προσώπων, τις οποίες είχαμε υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του[17].
Τα επιστημονικά προσόντα του μάρτυρα και τα εργαστηριακά του ευρήματα δεν αμφισβητούνται. Είναι χαρακτηριστική η θέση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1 στην τελική αγόρευσή της (σελ. 20) ότι «η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί την επιστημονική επάρκεια ούτε τα ίδια τα εργαστηριακά ευρήματα». Συνεπώς αποδεχόμαστε ότι:
- Στην μαξιλαροθήκη με λουλούδια (τεκμήριο 8) εντοπίστηκε γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 1 και δύο αγνώστων ανδρών. Σχετικό είναι το συμπέρασμα 20 στη σελίδα 14 της έκθεσης Έγγραφο Θ.
2. Στο σεντόνι χρώματος μωβ (τεκμήριο 6) εντοπίστηκε γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 2. Σε διαφορετική δειγματοληψία από το ίδιο αντικείμενο απομονώθηκε μεικτό γενετικό υλικό, από τους δότες του οποίου δεν μπορούν να αποκλειστούν ο Κατηγορούμενος 2 και δύο άγνωστοι άνδρες, χωρίς όμως να μπορεί να εξακριβωθεί με βεβαιότητα κατά πόσο πράγματι περιλαμβάνονταν μεταξύ των δοτών. Σχετικά είναι τα συμπεράσματα 16 και 17 στη σελίδα 14 της έκθεσης Έγγραφο Θ.
3. Στην άλλη μαξιλαροθήκη (τεκμήριο 7) εντοπίστηκε μεικτό γενετικό υλικό, μέρος του οποίου ταυτίστηκε με το γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 2. Σχετικό είναι το συμπέρασμα 19 στη σελίδα 14 της έκθεσης Έγγραφο Θ.
Αποδεχόμαστε επίσης τη μαρτυρία του ως προς τους πιθανούς λόγους για τους οποίους δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό των Κατηγορουμένων 1 και 2 στα επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον τράχηλο, τον κόλπο και την εξωτερική περιοχή των γεννητικών οργάνων της Παραπονούμενης. Όπως εξήγησε, το αποτέλεσμα αυτό θα μπορούσε να οφείλεται, μεταξύ άλλων, στη χρήση προφυλακτικού ή σε σύντομη επαφή χωρίς εκσπερμάτωση. Διευκρίνισε συναφώς ότι στον κόλπο υπάρχει μεγάλη ποσότητα γυναικείων κυττάρων, ενώ, όταν δεν υπάρχει εκσπερμάτωση, η ποσότητα ανδρικού γενετικού υλικού που εναποτίθεται ενδέχεται να είναι πολύ μικρή, με αποτέλεσμα ο γυναικείος κυτταρικός «πληθυσμός» να υπερισχύει και να μην καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός του ανδρικού γενετικού υλικού.
Η μαρτυρία αυτή παρέχει επιστημονική εξήγηση για το ενδεχόμενο μη ανεύρεσης ανδρικού γενετικού υλικού παρά την ύπαρξη επαφής. Δεν αποδεικνύει, αφ’ εαυτής, ότι τέτοια επαφή πράγματι έλαβε χώρα, όπως αντίστοιχα ο μη εντοπισμός γενετικού υλικού δεν αποκλείει από μόνος του το ενδεχόμενο επαφής. Η αποδεικτική σημασία του συγκεκριμένου ευρήματος θα αξιολογηθεί κατωτέρω σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας.
Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στο ενδεχόμενο να είχε προηγηθεί λούσιμο της Παραπονούμενης, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εξετάσεων. Από το σημείο αυτό όμως αναφέρουμε ότι το ενδεχόμενο αυτό δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία. Η Παραπονούμενη ανέφερε ήδη από την πρώτη κατάθεσή της ότι, όταν θα έφευγε, θα πήγαινε για μπάνιο επειδή την είχαν αφήσει «άλουτη», αναφορά η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Αποδεχόμαστε, συνεπώς, ότι δεν είχε προηγηθεί λούσιμό της και ότι ο συγκεκριμένος υποθετικός παράγοντας δεν μπορεί να εξηγήσει τα εργαστηριακά αποτελέσματα.
Η Μ.Κ.1 παρέλαβε στις 13.2.2023 από τη Μ.Κ.17 τα τεκμήρια της υπόθεσης που είχαν υποβληθεί σε επιστημονικές εξετάσεις (τεκμήρια 2–20) και τα έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξή της μέχρι την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο, χωρίς να παρέμβει καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε αυτά. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή.
Συναφώς, αναφέρουμε ότι η κατηγορούσα αρχή και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στις 28.7.2025 προέβησαν στην ακόλουθη κοινή δήλωση παραδεκτών γεγονότων (τα οποία εγκρίθηκαν):
«Δηλώνεται ότι, όλα τα Τεκμήρια της υπόθεσης τα οποία έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο, πλην των Τεκμηρίων 6, 7, 8 και 9, έχουν παραληφθεί από την Αστυνομία νόμιμα και νομότυπα και διακινήθηκαν νομότυπα χωρίς καμία επέμβαση σε αυτά, πέραν των απαραίτητων επιστημονικών εξετάσεων μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο. Γίνεται επίσης παραδεκτό γεγονός, ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, που αφορά τα Τεκμήρια 2 ‑ 5 και 10 ‑ 20, η περιγραφή της τοποθεσίας, των προσώπων που τα ανηύρε, η ημερομηνία και η ώρα ανεύρεσης τους από την Αστυνομία, καθενός από αυτά, είναι ως περιγράφεται στο Τεκμήριο 1.»
Μεταγενέστερα, στις 26.6.2026, η κατηγορούσα αρχή και η πλευρά του Κατηγορούμενου 1, προέβησαν στην ακόλουθη πρόσθετη δήλωση παραδεκτού γεγονότος (το οποίο επίσης εγκρίθηκε), ήτοι:
«Τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο παραλήφθηκαν νομότυπα, διακινήθηκαν νομότυπα, χωρίς να υποστούν οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση εκτός για τους σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων και βρίσκονταν υπό τη συνεχή και ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας μέχρι και την ημερομηνία κατάθεσής τους στο Δικαστήριο. »
Ως προς τα τεκμήρια 6-9, τα οποία δεν καλύπτονται από τα παραδεκτά γεγονότα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, σημειώνουμε ότι έχοντας μελετήσει τη μαρτυρία, αποτελεί διαπίστωση μας ότι από την στιγμή της παραλαβής τους μέχρι την παρουσίαση τους στο Δικαστήριο, πράγματι βρίσκονταν υπό τη συνεχή και ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας, με εξαίρεση μόνον κατά την επιστημονική τους εξέταση. Καταλήγουμε, επομένως, ότι η αλυσίδα διακίνησης και φύλαξής τους έχει αποδειχθεί και ως προς τον Κατηγορούμενο 2.
ΙΙ. Τα επίδικα γεγονότα (Μ.Κ.6 (Παραπονούμενη), Μ.Κ.9, Μ.Κ.10, M.K.11, M.K.13, M.K.15, Κατηγορούμενος)
Προτού εξετάσουμε τη μαρτυρία των Μ.Κ.11 και Μ.Κ.13, θα αναφερθούμε στον Μ.Κ.9, τον οποίο η Μ.Κ.15 χαρακτήρισε στην κατάθεσή της ως φίλο τους. Κατά την αντεξέταση της διευκρίνισε ότι αυτός έκανε παρέα με την αδελφή της και δεν γνωρίζει αν τον ήξερε και η Παραπονούμενη. Η Παραπονούμενη, από την άλλη, ανέφερε ότι, ενώ βρίσκονταν στα σκαλιά και άρχισε να φωνάζει, «ήταν ένας που μεινίσκει τζιαμέ που δουλεύκει στο «Monkeys» που μας ήξερε, τζιαι ερώτησε τους τι εγίνηκεν», αναφορά την οποία ουσιαστικά επιβεβαίωσε κατά την αντεξέτασή της. Σε άλλο σημείο της κατάθεσής της ανέφερε ότι το πρόσωπο που τις βρήκε στα σκαλιά τις γνώριζε από το «Monkeys».
Ο Μ.Κ.9, αντιθέτως, ανέφερε ότι δεν γνώριζε προηγουμένως κανένα από τα πρόσωπα που συνάντησε στις σκάλες. Όταν είδε τις δύο κοπέλες, θυμήθηκε ότι νωρίτερα το ίδιο βράδυ είχαν επιχειρήσει να εισέλθουν στον χώρο όπου εργαζόταν, αλλά δεν τους είχε επιτραπεί η είσοδος επειδή ήταν ανήλικες. Εφόσον η μαρτυρία του επί του σημείου αυτού δεν αμφισβητήθηκε και η Μ.Κ.15 διευκρίνισε ότι έκανε παρέα με την αδελφή της, δεν μπορούμε να καταλήξουμε με ασφάλεια ότι γνώριζε τις δύο ανήλικες πριν από το επίδικο βράδυ. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι τις συνάντησε δύο φορές κατά τη διάρκειά του: αρχικά στον χώρο εργασίας του και αργότερα στις σκάλες του συγκροτήματος όπου διέμενε και στο οποίο βρισκόταν το επίδικο διαμέρισμα. Η πρώτη αυτή συνάντηση ενδέχεται να εξηγεί και την αναφορά της Παραπονούμενης ότι τις γνώριζε από το «Monkeys».
Αποδεχόμαστε επίσης τη μαρτυρία του ότι, όταν τις είδε στον χώρο εργασίας του, του φάνηκαν ζαλισμένες. Η παρατήρησή του αυτή συνάδει με την αντίστοιχη παρατήρηση της Μ.Κ.16, καθώς και με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης και της Μ.Κ.15 ότι είχαν επισκεφθεί διάφορα κέντρα, είχαν καταναλώσει αλκοολούχα ποτά και είχαν μεθύσει, ενώ αργότερα η Μ.Κ.15 έκανε εμετό και δεν αισθανόταν καλά.
Αποδεχόμαστε περαιτέρω τη μαρτυρία του ότι, γύρω στις 04:00–04:30 της 29.7.2022, επέστρεψε στο συγκρότημα διαμερισμάτων όπου διέμενε. Καθώς ανέβαινε τις σκάλες προς το διαμέρισμά του, άκουσε ομιλίες και ήχους που έμοιαζαν με κλάματα. Ανεβαίνοντας, είδε δύο κοπέλες, οι οποίες φαίνονταν φοβισμένες και η μία από τις οποίες έκλαιγε, ενώ λίγο πιο κάτω στέκονταν δύο αγόρια. Όταν ρώτησε τι είχε συμβεί και αν χρειάζονταν βοήθεια, του αναφέρθηκε ότι ήταν «όλα καλά». Τα αγόρια τού είπαν ότι προσπαθούσαν να βοηθήσουν τις κοπέλες και ακολούθως αποχώρησαν, αναφέροντας ότι θα πήγαιναν στην εργασία τους. Στη συνέχεια αποχώρησαν και οι κοπέλες, αφού προηγουμένως ο Μ.Κ.9 τις προέτρεψε να καλέσουν την Αστυνομία εάν είχε συμβεί κάτι.
Οι Μ.Κ.11 και Μ.Κ.13 είναι, αντίστοιχα, η αδελφή και η μητέρα της Παραπονούμενης. Η στενή συγγενική τους σχέση με την τελευταία αποτέλεσε παράγοντα που λάβαμε υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, την οποία εξετάσαμε με την ανάλογη προσοχή.[18] Η συγγένεια αυτή, βεβαίως, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να καταστήσει τη μαρτυρία τους αναξιόπιστη.[19]
Οι δύο μάρτυρες δεν αντεξετάστηκαν και η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη. Πέραν τούτου, δεν διακρίναμε στα λεγόμενά τους στοιχεία υπερβολής ή προσπάθεια παραποίησης της αλήθειας. Μας έκαναν καλή εντύπωση και, για τους λόγους που εξηγούνται ειδικότερα κατωτέρω, θεωρούμε ότι κατέθεσαν με ειλικρίνεια όσα περιήλθαν στην αντίληψή τους.
Ενδεικτικός της ειλικρίνειας της Μ.Κ.11 είναι ο τρόπος με τον οποίο τοποθετήθηκε ως προς συγκεκριμένη αναφορά της γραπτής κατάθεσής της. Συγκεκριμένα, παρόλο που στην κατάθεση της ανέφερε ότι, όταν έφθασε στον σταθμό το επίδικο βράδυ, η Παραπονούμενη της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι τη βίασαν, ενώπιόν μας δήλωσε με ειλικρίνεια ότι δεν θυμόταν να της είχε αναφέρει κάτι τέτοιο. Πρόσθεσε ότι ενδεχομένως το κατέγραψε στην κατάθεσή της λόγω της αναφοράς της Παραπονούμενης ότι δεν το ήθελε. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε με τη βεβαιότητα που απαιτείται ότι η Παραπονούμενη της ανέφερε κατά τον δεδομένο χρόνο τη συγκεκριμένη φράση, ήτοι ότι τη βίασαν.
Αποδεχόμαστε, όμως, την εικόνα που μετέφερε η Μ.Κ.11 ως προς την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Παραπονούμενη όταν η ίδια μετέβη στον σταθμό, κατόπιν επικοινωνίας της Μ.Κ.16. Συγκεκριμένα, αποδεχόμαστε ότι η Παραπονούμενη έπεσε στην αγκαλιά της και φώναζε, κλαίγοντας, ότι «δεν το ήθελε». Βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και, όταν η μάρτυρας προσπαθούσε να της δώσει τα ρούχα της, της έλεγε «Μεν μου τζίζεις, μεν μου τζίζεις».
Αποδεχόμαστε περαιτέρω ότι την επόμενη ημέρα η Παραπονούμενη της περιέγραψε όσα, κατά την ίδια, είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Της ανέφερε ότι, ενώ βρίσκονταν στο διαμέρισμα και η Μ.Κ.15 ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού, ο Ν., τον οποίο γνώριζε, τη μετέφερε στο υπνοδωμάτιο, της έβγαλε το παντελόνι χωρίς τη θέλησή της και ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της, παρά τη θέλησή της. Όταν ο Ν. βγήκε από το δωμάτιο, εισήλθε άλλο πρόσωπο και της έκανε «το ίδιο πράγμα». Ερωτηθείσα από τη Μ.Κ.11 ποιο ήταν το δεύτερο πρόσωπο, απάντησε ότι δεν το γνώριζε, ενώ, όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει τι εννοούσε με τη φράση «το ίδιο πράγμα», ανέφερε ότι «έβαλεν της τον».
Διευκρινίζουμε ότι εκείνο που αποδεχόμαστε από τη μαρτυρία της Μ.Κ.11 είναι ότι οι πιο πάνω δηλώσεις έγιναν προς την ίδια και όχι την αλήθεια του περιεχομένου τους. Το κατά πόσο τα γεγονότα συνέβησαν όπως της περιγράφηκαν θα εξεταστεί κατωτέρω, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας. Στο ίδιο πλαίσιο θα αξιολογηθεί και η αναφορά ότι το δεύτερο πρόσωπο της έκανε «το ίδιο πράγμα».
Αποδεχόμαστε επίσης την παρατήρηση της Μ.Κ.11 ότι, μετά την επίδικη ημέρα, η Παραπονούμενη παρουσίαζε πιο αντιδραστική συμπεριφορά, χωρίς στο σημείο αυτό να εξάγουμε συμπέρασμα ως προς την αιτία της. Αποδεχόμαστε ακόμη ότι, την προηγουμένη της λήψης της γραπτής κατάθεσης της μάρτυρος, [20] η Παραπονούμενη της τηλεφώνησε κλαίγοντας και δυσκολευόταν να αναπνεύσει, λέγοντάς της ότι «δεν μπορεί άλλο».
Ως προς τις αναφορές της ότι η Παραπονούμενη δεν συνήθιζε να λέει ψέματα και ότι, εξ όσων γνώριζε, δεν είχε προηγουμένως σεξουαλική επαφή, πρόκειται για προσωπικές εκτιμήσεις της μάρτυρος. Οι εκτιμήσεις αυτές δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο ούτε μπορούν να προκαθορίσουν την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Παραπονούμενης ή τα ευρήματα μας επί των γεγονότων.
Ερχόμενοι τώρα στην Μ.Κ.13, θεωρούμε ενδεικτικό της ειλικρίνειάς της το γεγονός ότι δεν επιχείρησε να παρουσιάσει γεγονότα τα οποία δεν γνώριζε. Αντιθέτως, ανέφερε ότι στον σταθμό δεν ρώτησε την Παραπονούμενη τι ακριβώς είχε συμβεί και ότι γενικότερα δεν γνώριζε ιδιαίτερες λεπτομέρειες για τα επίδικα περιστατικά, καθότι η Παραπονούμενη είναι κλειστός χαρακτήρας και δεν της μιλά για τέτοια ζητήματα.
Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της ως προς την εικόνα της Παραπονούμενης όταν τη συνάντησε στον σταθμό το επίδικο βράδυ, κατόπιν επικοινωνίας της Μ.Κ.11 μαζί της. Συγκεκριμένα, η Παραπονούμενη βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και, κατά την έκφραση της, «ήταν χάλια, δεν ήταν καθόλου καλά».
Αποδεχόμαστε επίσης ότι την ίδια ημέρα μετέβησαν στο Σπίτι του Παιδιού στη Λευκωσία, όπου η Παραπονούμενη υποβλήθηκε σε ιατροδικαστική εξέταση και έδωσε κατάθεση. Περαιτέρω, η Μ.Κ.13 υπέγραψε τις συγκαταθέσεις που της ζητήθηκαν για τη φωτογράφιση του περιεχομένου του τηλεφώνου της Παραπονούμενης, την ιατροδικαστική εξέτασή της, τη λήψη μετρήσεων και επιχρισμάτων και τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων. Οι αναφορές αυτές επιβεβαιώνονται από τα σχετικά έγγραφα, επί των οποίων αναγνώρισε την υπογραφή της, καθώς και από τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.17.
Αποδεχόμαστε περαιτέρω ότι ενημερώθηκαν για να παρευρεθούν σε διαδικασία αναγνώρισης και ότι, στις 30.7.2022, η Μ.Κ.13 συνόδευσε την Παραπονούμενη στην Αστυνομία, όπου, σύμφωνα με τη μάρτυρα, η τελευταία ανέφερε ότι το δεύτερο πρόσωπο που την «πείραξε» ήταν ο Γ. Το γεγονός ότι η Μ.Κ.13 δεν διέκρινε με ακρίβεια τη χρονική ακολουθία των επιμέρους σταδίων - ήτοι τη διαδικασία αναγνώρισης, τη μη αναγνώριση του Α.Μ., τη δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση και την αναφορά στον Γ. - δεν έχει ουσιαστική σημασία ούτε επηρεάζει την αξιοπιστία της. Η ακριβής διαδικασία που ακολουθήθηκε έχει ήδη διαπιστωθεί ανωτέρω βάσει της υπόλοιπης μαρτυρίας.
Τέλος, αποδεχόμαστε την παρατήρηση της Μ.Κ.13 ότι, μετά την επίδικη ημερομηνία, η Παραπονούμενη «ήταν χάλια», έβλεπε εφιάλτες και ξυπνούσε νομίζοντας ότι «ήταν να έρθουν σπίτι». Καταγράφουμε, παράλληλα, την ειλικρινή δήλωσή της ότι η κατάσταση της Παραπονούμενης έχει πλέον βελτιωθεί. Δεν εξάγουμε, ωστόσο, στο σημείο αυτό συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά που περιέγραψε προκλήθηκε από τα επίδικα γεγονότα.
Η Μ.Κ.15 είναι φίλη της Παραπονούμενης. Όπως αμφότερες ανέφεραν, το επίδικο βράδυ επισκέφθηκαν κρυφά από τους γονείς τους διάφορα κέντρα στην Αγία Νάπα, όπου κατανάλωσαν αλκοολούχα ποτά και περιήλθαν σε κατάσταση μέθης. Η στενή φιλική σχέση της μάρτυρος με την Παραπονούμενη αποτέλεσε παράγοντα που λάβαμε υπόψη και, ως εκ τούτου, εξετάσαμε τη μαρτυρία της με την ανάλογη προσοχή. Η φιλική τους σχέση, ωστόσο, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να καταστήσει τη μαρτυρία της αναξιόπιστη.[21]
Έχοντας αξιολογήσει τη μαρτυρία της στο σύνολό της, δεν διακρίναμε προσπάθεια εκ μέρους της να προσαρμόσει όσα ανέφερε με σκοπό να βοηθήσει την Παραπονούμενη. Αντιθέτως, παραδεχόταν επανειλημμένα και χωρίς υπεκφυγές ότι δεν θυμόταν συγκεκριμένα περιστατικά. Δεν προκύπτει, συνεπώς, ζήτημα ανειλικρίνειας εκ μέρους της. Προκύπτει, όμως, ζήτημα ως προς την αξιοπιστία της αντίληψης και της μνήμης της. Η κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν περιόριζε την ικανότητά της να αντιληφθεί και να συγκρατήσει τα γεγονότα κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ η παρέλευση του χρόνου επηρέασε περαιτέρω τη δυνατότητά της να τα ανακαλέσει ενώπιόν μας, όπως παραδέχθηκε και η ίδια.
Σε ερώτηση αν είχε καταναλώσει «πάνω που 5 ποτά», η μάρτυρας απάντησε «νομίζω ναι, αλλά εν είμαι σίουρη», ενώ ανέφερε πως ήταν η πρώτη φορά που έπινε αλκοόλ. Από τη γραπτή κατάθεσή της προκύπτει ότι ενδεχομένως είχε καταναλώσει περισσότερα ποτά[22], χωρίς να έχει όμως ουσιαστική σημασία ο ακριβής αριθμός. Εκείνο που προκύπτει με σαφήνεια είναι ότι μέθυσε, άρχισε να κάνει εμετό και ζητούσε την αδελφή της και έναν φίλο της. Η ίδια περιέγραψε την κατάστασή της λέγοντας «εν ήξερα τι εγηνίσκετουν, ήμουν τέλια…». Θυμόταν ότι, όταν έφθασαν στο διαμέρισμα, την έβαλαν στον καναπέ, τη σκούπιζαν και η ίδια συνέχιζε να κάνει εμετό.
Η εικόνα αυτή συνάδει με τις ήδη αποδεκτές παρατηρήσεις των Μ.Κ.9 και Μ.Κ.16 ότι οι δύο ανήλικες φαίνονταν ζαλισμένες. Συνάδει επίσης με τη μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία της Παραπονούμενης, η οποία ανέφερε ότι η Μ.Κ.15 είχε μεθύσει πολύ και ήταν ζαλισμένη, όπως και η ίδια, και δυσκολεύτηκαν να σηκωθούν για να αποχωρήσουν, λέγοντας χαρακτηριστικά «..επειδή ήταν ζαλισμένη ήμουν τζιαι’ γιω, εκάμαμεν κανένα πεντάλεπτο ώσπου να σηκωστούμε..».
Η Μ.Κ.15 ανέφερε ενώπιον μας ότι ήταν «χάλια», αλλά όχι σε τέτοια κατάσταση ώστε να μη θυμάται οτιδήποτε: «εν ήμουν τέζα τάχα, θυμούμαι, δεν εξίασα τα πάντα που τζιείνη την ημέρα, πέρασε τζιαιρός τζιαι ξιάννω πράγματα τώρα». Από την αντεξέτασή της, ωστόσο, κατέστη εμφανές ότι δεν μπορούσε να ανακαλέσει σημαντικό μέρος των γεγονότων. Μεταξύ άλλων, δεν θυμόταν πόσα αγόρια βρίσκονταν στο διαμέρισμα, ποιοι τη φρόντιζαν στον καναπέ, πόση ώρα παρέμεινε εκεί και αν αποκοιμήθηκε, πότε η Παραπονούμενη απομακρύνθηκε από κοντά της, ποιοι βρίσκονταν μαζί της στο δωμάτιο, ούτε ποιες ακριβώς πληροφορίες της έδωσε όταν επέστρεψε. Δεν μπορούσε επίσης να εξηγήσει τι εννοούσε στη γραπτή κατάθεσή της όταν ανέφερε ότι επιχείρησε να πάρει την Παραπονούμενη κάτω, ούτε να ανακαλέσει τι ακριβώς ειπώθηκε αργότερα στη Μ.Κ.16.
Ερωτηθείσα αν άκουσε την Παραπονούμενη να φωνάζει από το υπνοδωμάτιο, η Μ.Κ.15 ανέφερε ότι άκουσε κάποιο πρόσωπο να κάνει «α, α, α», χωρίς όμως να είναι βέβαιη. Η σχετική αναφορά δεν περιλαμβάνεται στη γραπτή κατάθεσή της, η οποία δόθηκε λίγες ώρες μετά τα γεγονότα. Περαιτέρω, η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει αν επρόκειτο για ήχο απόλαυσης ή για τη λέξη «αχ», ενώ δέχθηκε ότι ενδεχομένως να έκανε λάθος ή να «ήταν» στον ύπνο της. Υπό τα δεδομένα αυτά, η συγκεκριμένη αναφορά είναι αόριστη και αβέβαιη και δεν παρέχει ασφαλές υπόβαθρο για αποδοχή της συγκεκριμένης αναφοράς της.
Από την άλλη πρέπει να πούμε ότι αποτέλεσε θέση της Μ.Κ.15 η οποία δεν αμφισβητήθηκε ότι δεν άκουσε την Παραπονούμενη να λέει «σταμάτα», «εν θέλω» ή «βοήθεια», να φωνάζει το όνομά της ή να εμπλέκεται σε φωνές ή τσακωμούς, θέση την οποία δεν έχουμε λόγο να μην αποδεχθούμε. Εξάλλου, ούτε η Παραπονούμενη προέβαλε τη θέση ότι φώναζε, για τους λόγους βεβαίως που ανέφερε και οι οποίοι παραμένουν να αξιολογηθούν στο κατάλληλο σημείο. Η εικόνα δε που μετέφερε για την κατάσταση της Παραπονούμενης στον αστυνομικό σταθμό, ήτοι ότι «ήταν σε σοκ, έκλαιε συνέχεια, τζιαι ελάλεν να μεν της ητζοίζουμεν», συνάδει με τη μαρτυρία των Μ.Κ.4, Μ.Κ.11, Μ.Κ.13 και Μ.Κ.16 (οι οποίοι κρίθηκαν ανεξάρτητα αξιόπιστοι) και οι οποίοι ήρθαν σε επαφή με την Παραπονούμενη κατά τον ίδιο χρόνο, και επομένως ούτε το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας της έχουμε λόγο να μην το αποδεχθούμε.
Ερχόμενοι στη θέση της ότι το επίδικο βράδυ η Παραπονούμενη της ανέφερε ενώ βρίσκονταν εντός του διαμερίσματος «εβάλαν μου τον χωρίς να το θέλω», παρατηρούμε ότι ούτε αυτή αμφισβητήθηκε ευθέως. Η μη αμφισβήτηση βεβαίως αναφέρεται στην αντεξέταση που η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου 1 υπέβαλε τη μάρτυρα, αφού ο Κατηγορούμενος 2 όντας απών δεν την αντεξέτασε. Καθήκον του Δικαστηρίου εν πάση περιπτώσει είναι να αξιολογήσει τη μαρτυρία σφαιρικά. Πράττοντας τούτο, και έχοντας κατά νουν και τις σχετικές αναφορές της Μ.Κ.4 και της Μ.Κ.11 ως προς το τι τους ανέφερε η Παραπονούμενη (αναφορά στις οποίες έγινε ανωτέρω), δεν έχουμε αμφιβολία ότι η τελευταία προέβη σε κάποια αναφορά προς την ίδια (την Μ.Κ.15), η οποία είχε αυτή την έννοια. Τώρα το αν οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις ήταν αυτές ακριβώς που μας μετέφερε η μάρτυρας ή και το πού ακριβώς διημείφθη η σχετική στιχομυθία, είναι ζήτημα για το οποίο δεν μπορούμε να καταλήξουμε με απόλυτη βεβαιότητα, λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας αδυναμίας της μάρτυρος να ανακαλέσει διάφορες πληροφορίες που αφορούσαν το επίδικο χρονικό διάστημα της βραδιάς.
Διευκρινίζουμε βέβαια πως η αποδοχή ότι η Παραπονούμενη προέβη σε τέτοιας φύσεως αναφορά προς την εν λόγω μάρτυρα, δεν συνεπάγεται και αποδοχή της όλης εκδοχής της Παραπονούμενης επί των επίμαχων γεγονότων, τα οποία παραμένουν για να αξιολογηθούν αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχετικές παράμετροι.
Υπό το φως λοιπόν της συνολικής αξιολόγησης, αποδεχόμαστε τη Μ.Κ.15 ως ειλικρινή μάρτυρα, όχι όμως ως ασφαλή πηγή για την ακριβή χρονική εξέλιξη των γεγονότων ή και για όσα άλλα ανέφερε και τα οποία δεν υποστηρίζονται από άλλη αποδεκτή μαρτυρία που κρίνεται ανεξάρτητα αποδεκτή. Ούτε βέβαια για όσα συνέβησαν στο υπνοδωμάτιο, τα οποία δεν αντιλήφθηκε άμεσα.
Στρεφόμενοι τώρα στη μαρτυρία της Παραπονούμενης οφείλουμε εξ αρχής να παρατηρήσουμε ότι το πρώτο που μας απασχόλησε ήταν το κατά πόσον καθ’ όσον αφορά την Παραπονούμενη, ισχύει οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια ή κανόνας πρακτικής που επιβάλλει στο Δικαστήριο την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας και την αυτοπροειδοποίηση του για τους ενδεχόμενους κινδύνους να καταλήξει σε εύρημα ενοχής, χωρίς την ύπαρξη τέτοιας ενισχυτικής μαρτυρίας. Και τούτο έχοντας κατά νου τα όσα λέχθηκαν σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας, σε περιπτώσεις όπου απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας[23].
Στην προκειμένη περίπτωση, το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης γυναίκας εδράζεται στα άρθρα 5(γ) και 7 του Ν.115(I)/2021 και το αδίκημα της συμμετοχής σε σεξουαλική πράξη με παιδί με τη χρήση βίας εδράζεται στο άρθρο 6(4)(γ) του Ν.91(I)/2014.
Το άρθρο 29 του Ν.115(I)/2021, το οποίο εμπίπτει στο Μέρος ΙΙΙ που τιτλοφορείται «Δικαιώματα και Προστασία των Θυμάτων στο πλαίσιο της Ποινικής Διαδικασίας – Δικαίωμα Θυμάτων για Αποζημιώσεις», προνοεί τα ακόλουθα:
«29. Για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρίας γυναίκας».
(έμφαση δοθείσα)
Το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 7 του Ν.115(I)/2021, εμπίπτει ρητώς στον ορισμό του «αδικήματος βίας», δυνάμει του άρθρου 5 (γ) του εν λόγω Νόμου. Τούτου δεδομένου, φαίνεται ότι πλέον το εν λόγω άρθρο 29 έχει καταργήσει την όποια πρόνοια, συμπεριλαμβανομένου και του κανόνα πρακτικής του κοινοδικαίου περί αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας και της ανάγκης αυτοπροειδοποίησης του Δικαστηρίου, όταν τέτοια μαρτυρία δεν εντοπίζεται.
Και το ίδιο ισχύει, προσθέτουμε, για το έτερο αδίκημα του άρθρου 6(4)(γ) του Ν.91(I)/2014, εφόσον το άρθρο 21 (1) του εν λόγω νόμου προνοεί ότι: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία.»
(έμφαση δοθείσα)
Ως αναφέρθηκε δε στην υπόθεση Ε.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.231/2018, ημερ.19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473, με δεδομένη τη ρητή νομοθετική πρόνοια ότι δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία[24]:
«…. το ζήτημα που τίθεται αφορά στην ερμηνεία της πρόνοιας αυτής και τις συνέπειες της. Ως προς τούτο καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από άλλες χώρες του κοινού δικαίου όπου επίσης καταργήθηκε δια νόμου ο κανόνας πρακτικής.[2] Τα δικαστήρια έχουν αποσυνδέσει τους, εν δυνάμει, κινδύνους μιας μαρτυρίας χωρίς ενίσχυση από την έννοια μιας ολόκληρης κατηγορίας μαρτύρων συλλήβδην, όπως είναι οι παραπονούμενοι για σεξουαλικά αδικήματα, θέτοντας πλέον ως κριτήριο τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, το συγκεκριμένο μάρτυρα και τα προβλήματα της συγκεκριμένης μαρτυρίας (Makanjuola, (ανωτέρω)). Όπως χαρακτηριστικά διατυπώθηκε στην έκθεση της Australian Law Reform Commission, Family Violence - A National Legal Response (ALRC Report, 114, 11.11.2010, 28.13:
«Corroboration warnings about the potential unreliability of categories of witnesses are now recognized as discriminatory and based on prejudice rather than empirical evidence. »
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Οι προειδοποιήσεις σε σχέση με την έλλειψη ενισχυτικής μαρτυρίας αναφορικά με την εν δυνάμει αναξιοπιστία μιας κατηγορίας μαρτύρων αναγνωρίζεται πλέον ως δυσμενής διάκριση βασισμένη σε προκατάληψη παρά ως εμπειρική τεκμηρίωση.»
Συνεπώς η υποχρέωση για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Ένας ακριβώς από τους λόγους που οδήγησαν στην κατάργηση του κανόνα ήταν ότι θεωρήθηκε προσβλητική για τις γυναίκες, νοουμένου ότι οι γυναίκες είναι κατά κανόνα παραπονούμενα πρόσωπα σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η αντίληψη ότι η μαρτυρία τέτοιων προσώπων είναι εγγενώς επισφαλής (Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2020 ed., 4-469). Επίσης αποφασίστηκε ότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας και αποτελεί εκδήλωση δυσμενούς διάκρισης με βάση το φύλο (Balelala v. State [2004] FJCA 49).
Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριμενοποιηθεί. Προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισμα στη συγκεκριμένη μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη. Έχουμε ήδη αναφερθεί στο παράδειγμα του καθυστερημένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούμενης αντιφατικής δήλωσης του μάρτυρα. Ο Lord Taylor, CJ στην Makanjuola, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα κατά τρόπο ενδεικτικό:
«The judge will often consider that no special warning is required at all. Where, however, the witness has been shown to be unreliable, he or she may consider it necessary to urge caution. In a more extreme case if the witness is shown to have lied, to have made previous false complaints or to bear the defendant some grudge, a stronger warning may be thought appropriate and the judge may suggest it would be wise to look for some supporting material before acting on the impugned witness's evidence. We stress that these observations are merely illustrative of some, not all of the factors, which judges may take into account in measuring where a witness stands in the scale of reliability and what response they should make at that level in their directions to the jury. »
Αφ΄ ης στιγμής το δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία και τέτοια μαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόμενα θέματα, το περιεχόμενο και την ποιότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένος τύπος.
Άλλωστε, τονίζουμε εμφαντικά ότι εκείνο που έχει σημασία σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι η καταγραφή ή η διατύπωση αυτοπροειδοποίησης, η οποία να παραμένει κατά τα άλλα κενό γράμμα, χωρίς ουσία, αλλά σημασία έχει ο ουσιαστικός δικανικός συλλογισμός ο οποίος ελέγχεται επί τη βάσει της ποιότητας της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και του συνόλου της απόφασης (Βούτουνος ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 71, Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 371, Αριστείδου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 32, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφ.142/14, 17.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:D834 και Μιχαηλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 125/2017 κ.α, 26.4.2018).
Θέλουμε επίσης να τονίσουμε ιδιαιτέρως ότι νομοθετικές πρόνοιες, όπως η υπό συζήτηση, δεν μπορούν να αποστερήσουν τη σύμφυτη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, όταν αισθάνεται την ανάγκη, να αναζητεί ενισχυτική μαρτυρία, όπως εξηγήσαμε, στην κατάλληλη περίπτωση και αν δεν υπάρχει, κατά την κρίση του, να αυτοπροειδοποιείται για τον κίνδυνο. Τούτο απορρέει από τη θεμελιακή αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν είναι το αποτέλεσμα ασφαλούς, χωρίς λογική αμφιβολία, δικανικής πεποίθησης. Είναι ακριβώς η πεμπτουσία αυτή της ποινικής δίκης που πρέπει να αναδυθεί ως κυρίαρχη μέσα από την απεμπλοκή από τεχνικούς κανόνες οι οποίοι οδηγούν συχνά σε σφάλματα ή σε φραστικές απλώς διατυπώσεις, αντί να υπηρετούν την ουσία.
Ο σκοπός του νόμου δεν ήταν να μην λαμβάνεται υπόψιν, όπως έγινε εν προκειμένω, ούτε να μην αναζητείται ποτέ ενισχυτική μαρτυρία, αλλά να αναζητείται όταν ο δικαστής το κρίνει αναγκαίο, για συγκεκριμένους λόγους, και όχι στα πλαίσια μιας γενικότητας που καταλήγει τυπολατρική. Σ΄ αυτό το ουσιαστικό πλαίσιο ο δικαστής προσδιορίζει συγκεκριμένα τους λόγους που τον προβληματίζουν και τους εξετάζει, ως μέρος της νοητικής του διεργασίας, με σαφή αντίληψη ότι το πράττει για να καταλήξει σε αταλάντευτη δικαστική κρίση. »
(η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)
(Βλ. και A.R.R. v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 20/22, ημερ. 30.4.24, Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 271/22, ημερ. 20.12.2023 και Blackstone’s Criminal Practice 2023, F5.8, Archbold 2021, παρ. 4-474).
Η κατάργηση του κανόνα πρακτικής περί αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας δεν αναιρεί, βεβαίως, το καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογήσει με προσοχή τη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Δεδομένου ότι αποτελεί την ουσιωδέστερη μάρτυρα ως προς τα επίδικα γεγονότα, εξετάσαμε τη μαρτυρία της με ιδιαίτερη προσοχή και υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας. Προτού, όμως, υπεισέλθουμε στην αξιολόγηση της, κρίνουμε σκόπιμο να καταγράψουμε το μέρος της μαρτυρίας της το οποίο δεν αμφισβητήθηκε.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το επίδικο βράδυ η Παραπονούμενη και η Μ.Κ.15 επισκέφθηκαν, κρυφά από τους γονείς τους, διάφορα κέντρα στην Αγία Νάπα, όπου κατανάλωσαν αλκοολούχα ποτά και περιήλθαν σε κατάσταση μέθης. Σε κάποια στιγμή, ενώ βρίσκονταν έξω από συγκεκριμένο κέντρο, η Μ.Κ.15 άρχισε να κλαίει, να κάνει εμετό, να ζητά την αδελφή της και να θέλει να επιστρέψει στο σπίτι της.
Τότε εμφανίστηκε μια παρέα επτά ή οκτώ ατόμων, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και ένα αγόρι που η Παραπονούμενη είχε γνωρίσει περίπου μία εβδομάδα προηγουμένως μέσω άλλης κοπέλας. Η τελευταία της είχε αναφέρει ότι ήταν καλό παιδί και μπορούσε να τον εμπιστευθεί. Το αγόρι είχε συστηθεί ως Ν. και της είχε αναφέρει ότι ήταν ηλικίας 17 ετών. Η Παραπονούμενη δεν γνώριζε τα υπόλοιπα πρόσωπα της παρέας.
Όταν αντιλήφθηκαν ότι η Μ.Κ.15 δεν αισθανόταν καλά, ο Ν. πρότεινε στην Παραπονούμενη να μεταβούν στο διαμέρισμά τους, ώστε η φίλη της να ξεμεθύσει και να ξεκουραστεί. Η Παραπονούμενη αποδέχθηκε, αφου δεν ήξερε τι άλλο να κάνει.
Όταν έφθασαν στο διαμέρισμα, η Μ.Κ.15 ξάπλωσε στον καναπέ. Συνέχιζε να κάνει εμετό, ενώ η Παραπονούμενη καθόταν δίπλα της και προσπαθούσε να της μιλά για να σταματήσει να κλαίει.
Ενώ η Παραπονούμενη καθόταν δίπλα στη Μ.Κ.15, ο Ν. της είπε ότι θα την έπαιρνε στο υπνοδωμάτιο για να ξαπλώσει και να κοιμηθεί. Ακολούθως, την πήρε στο δωμάτιο, όπου υπήρχαν πολλά κρεβάτια ενωμένα μεταξύ τους, και την έβαλε να ξαπλώσει.
Τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν και τα οποία αποδεχόμαστε, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου.
Ακολουθούν τα επίμαχα γεγονότα, τα οποία αμφισβητούνται και θα εξεταστούν κατωτέρω. Στο παρόν στάδιο, όμως, θα συνεχίσουμε με την καταγραφή κάποιων μη αμφισβητούμενων γεγονότων που ακολούθησαν τα επίμαχα.
Πιο συγκεκριμένα, μετά τα επίμαχα κατ’ ισχυρισμόν συμβάντα η Μ.Κ.15 άρχισε να ζητά την Παραπονούμενη και η τελευταία πήγε κοντά της. Ακολούθως, οι δύο ανήλικες αποχώρησαν με δυσκολία από το διαμέρισμα, καθώς ήταν αμφότερες ζαλισμένες. Όταν έφθασαν στα σκαλιά της πολυκατοικίας, η Παραπονούμενη ανέφερε στη Μ.Κ.15 ότι την «πείραξαν» και άρχισε να φωνάζει. Ενώ κάθονταν στα σκαλιά, τις πλησίασαν ορισμένα από τα πρόσωπα που βρίσκονταν προηγουμένως στο διαμέρισμα, καθώς και ένα πρόσωπο που η Παραπονούμενη γνώριζε ότι εργαζόταν στο «Monkeys», το οποίο τις ρώτησε τι είχε συμβεί. Το πρόσωπο αυτό, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία και δεν αμφισβητείται, ήταν ο Μ.Κ.9.
Ακολούθως, η Παραπονούμενη και η Μ.Κ.15 μετέβησαν στον χώρο όπου εργαζόταν η Μ.Κ.16, φίλη της αδελφής της Παραπονούμενης. Η Παραπονούμενη, κλαίγοντας, της ανέφερε τι είχε συμβεί και ο εργοδότης της Μ.Κ.16 κάλεσε την Αστυνομία.
Στρεφόμενοι τώρα στα επίμαχα γεγονότα, θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι, όταν μετέβη στο δωμάτιο και ξάπλωσε, ο Ν. της έβγαλε το τζιν και το εσώρουχό της, άρχισε να την αγγίζει στο αιδοίο και έβγαλε το πέος του. Η ίδια προσπαθούσε να τον αποφύγει, δεν είχε όμως δύναμη, καθώς ήταν ζαλισμένη από την κατανάλωση αλκοόλ. Του ανέφερε ότι ήταν παρθένα και εκείνος τη ρώτησε «είσαι παρθένα;», πλην όμως συνέχισε και, κατά την έκφρασή της, «έβαλεν μου την», ενώ οι φίλοι του βρίσκονταν έξω στη βεράντα και παρακολουθούσαν.
Σε μεταγενέστερο σημείο της κατάθεσής της ανέφερε ότι, πριν από την κολπική διείσδυση, ο Ν. «έβαλε μου το κάπως με στο στόμα, αλλα εν εν, έκλεια το στόμα μου», και ακολούθως προσπάθησε να της το βάλει «από πίσω», πράξη την οποία επίσης προσπάθησε να αποφύγει.
Κατά τη διάρκεια της πράξης, η Παραπονούμενη προσπαθούσε να απωθήσει τον Ν. με τα χέρια της, δεν μπορούσε όμως να ξεφύγει, επειδή ήταν, κατά την έκφρασή της, «του ποτού», δεν είχε δύναμη και δεν ήξερε τι της συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Του έλεγε να σταματήσει, πλην όμως εκείνος δεν της απαντούσε και συνέχιζε. Διευκρίνισε ότι ο Ν. δεν χρησιμοποίησε προφυλακτικό.
Κατά τη μαρτυρία της, η Παραπονούμενη δεν μπορούσε να προσδιορίσει τη διάρκεια της πράξης, θεωρούσε όμως ότι δεν διήρκεσε πολλή ώρα. Επίσης ανέφερε ότι ο Ν. δεν εκσπερμάτισε, καθώς σε κάποια στιγμή τον φώναξαν και αποχώρησε από το δωμάτιο.
Μετά την αποχώρηση του Ν., εισήλθε στο δωμάτιο δεύτερο πρόσωπο, το οποίο προηγουμένως βρισκόταν έξω και το όνομα του οποίου η Παραπονούμενη δεν γνώριζε. Το πρόσωπο αυτό άρχισε να την αγγίζει στο αιδοίο και ως ανέφερε «έβαλε μου δάκτυλο», ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα που βρίσκονταν εκεί παρακολουθούσαν. Η Παραπονούμενη του έλεγε να σταματήσει, εκείνος όμως συνέχιζε μέχρι τη στιγμή που η Μ.Κ.15 φώναξε το όνομά της. Τότε εισήλθε στο δωμάτιο ο Ν., είπε στο δεύτερο πρόσωπο να αποχωρήσει και έδωσε στην Παραπονούμενη τα ρούχα της για να ντυθεί. Η ίδια δεν μπορούσε να προσδιορίσει τη διάρκεια της πράξης του δεύτερου προσώπου, ανέφερε όμως ότι διήρκεσε περισσότερο από την πράξη του Ν.
Ανέφερε, τέλος, ότι, όταν ο Ν. της έδωσε τα ρούχα της, του είπε ότι την είχαν εκμεταλλευτεί και εκείνος της απάντησε ότι ήταν φίλος της.
Πριν προχωρήσουμε περαιτέρω, επισημαίνουμε ότι, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, είχαμε διαρκώς υπόψη ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, βρισκόταν, όπως και η Μ.Κ.15, υπό την επήρεια αλκοόλ και ήταν εμφανώς επηρεασμένη. Τούτο προκύπτει τόσο από τις οπτικογραφημένες καταθέσεις της όσο και από τη μαρτυρία της ενώπιόν μας. Ορισμένες σχετικές αναφορές της έχουν ήδη παρατεθεί ανωτέρω. Κατά την αντεξέτασή της συμφώνησε ότι, όταν βρισκόταν στο δωμάτιο με τον Ν., δεν ήξερε τι της συνέβαινε, προσθέτοντας όμως ότι «πάνω κάτω καταλάβαινα». Ανέφερε επίσης ότι, όταν η Μ.Κ.15 τη φώναξε και επιχείρησαν να αποχωρήσουν από το διαμέρισμα, δυσκολεύτηκαν επειδή δεν «τα έβρισκαν» και ήταν αμφότερες ζαλισμένες, με αποτέλεσμα να χρειαστούν περίπου πέντε λεπτά για να σηκωθούν.
Από το σύνολο της μαρτυρίας όμως προκύπτει ότι η Παραπονούμενη ήταν λιγότερο επηρεασμένη εν σχέσει με την Μ.Κ.15. Δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς το αν η διαφορά αυτή οφειλόταν στην ποσότητα αλκοόλ που είχε καταναλώσει καθεμία ή σε άλλον παράγοντα. Δεν διενεργήθηκαν τοξικολογικές εξετάσεις και δεν υπάρχει ενώπιόν μας επιστημονική μαρτυρία που να επιτρέπει την αντικειμενική εκτίμηση του βαθμού στον οποίο είχε επηρεαστεί καθεμία. Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να προσδιορίσουμε την αιτία της διαφοράς. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι ο βαθμός στον οποίο η κατάσταση της Παραπονούμενης επηρέασε την αντίληψη και τη μνήμη της.
Σε αντίθεση με τη Μ.Κ.15, η Παραπονούμενη ήταν σε θέση να παραθέσει τα γεγονότα με χρονική συνοχή και να περιγράψει διαδοχικά στάδια της παραμονής της στο διαμέρισμα μέχρι την αποχώρησή τους. Ήταν επηρεασμένη και αισθανόταν αδύναμη λόγω της κατανάλωσης αλκοόλ, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε και το οποίο αποδεχόμαστε. Η αφήγησή της καταδεικνύει, ωστόσο, ότι δεν είχε απολέσει τις αισθήσεις της και διατηρούσε αντίληψη και ανάμνηση ουσιωδών γεγονότων. Τούτο δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την ανάγκη προσεκτικής εξέτασης της ακρίβειας των επιμέρους αναφορών της, τις οποίες υποβάλαμε σε εξονυχιστικό έλεγχο.
Στην πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεσή της ανέφερε ότι, όταν είπε στον Ν. ότι ήταν παρθένα και εκείνος τη ρώτησε «είσαι παρθένα;», ενώ η ίδια προσπαθούσε να φύγει, της έβαλε το πέος του «απευθείας». Σε μεταγενέστερο σημείο της ίδιας κατάθεσης ανέφερε ότι προηγουμένως είχε επιχειρήσει να τοποθετήσει το πέος του στο στόμα της και «από πίσω». Η χρήση της λέξης «απευθείας» εκ πρώτης όψεως δεν συνάδει πλήρως με την τελευταία αυτή αναφορά. Το σημείο, όμως, δεν τέθηκε στην Παραπονούμενη κατά την αντεξέτασή της, ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι οι πρόσθετες λεπτομέρειες δόθηκαν στο πλαίσιο της ίδιας κατάθεσης, κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν θεωρούμε ότι η συγκεκριμένη διαφοροποίηση αρκεί, αφ’ εαυτής, για να θεμελιώσει συμπέρασμα αναξιοπιστίας.
Σοβαρότερο προβληματισμό προκάλεσε η διαφοροποίηση της Παραπονούμενης ως προς την ταυτότητα του προσώπου που τοποθέτησε το πέος του στο στόμα της. Στην πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεσή της απέδωσε την πράξη αυτή στον Ν., αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Τζαι έβαλε μου το κάπως μες στο στόμα, αλλά εν εν, έκλεια το στόμα μου..». Στην ίδια κατάθεση ανέφερε ότι ακολούθως εκείνος επιχείρησε να της τοποθετήσει το πέος «που πίσω» και, στη συνέχεια, προέβη σε κολπική διείσδυση.
Περαιτέρω, στην τρίτη οπτικογραφημένη κατάθεσή της αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 1 ως το δεύτερο πρόσωπο, το οποίο της έβαλε δάκτυλο, και ανέφερε ότι εκείνος δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη πράξη σε βάρος της. Κατά την κυρίως εξέτασή της, ωστόσο, αφού αναγνώρισε στη φωτογραφία τεκμήριο 58 τον Κατηγορούμενο 1 ως το δεύτερο πρόσωπο, πρόσθεσε ότι εκείνος ήρθε από πάνω της και την υποχρέωσε να του κάνει στοματικό έρωτα.
Όταν της ζητήθηκε να προσδιορίσει ποιο πρόσωπο ήταν το πρώτο και ποιο το δεύτερο, απάντησε ότι ο πρώτος ήταν ο Ν. και ο δεύτερος το πρόσωπο της φωτογραφίας. Ανέφερε στη συνέχεια ότι η αναφορά στην πρώτη κατάθεσή της πως ο Ν. τοποθέτησε το πέος του στο στόμα της, ενώ το δεύτερο πρόσωπο της έβαλε δάκτυλο, ήταν λανθασμένη. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο πρώτος «έβαλε μου τον που μπροστά», ενώ ο δεύτερος «έβαλεν μου τον που το στόμα και μετά πείραξε με και που κάτω».
Κατά την αντεξέτασή της, αφού παραπέμφθηκε στην πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεσή της, ανέφερε ότι συγχύστηκε όταν ερωτήθηκε ποιος την υποχρέωσε να προβεί σε στοματική πράξη. Διευκρίνισε ότι η αλήθεια ήταν πως το πρόσωπο αυτό ήταν ο Ν.
Προτού λεχθεί οτιδήποτε άλλο επί των πιο πάνω, θεωρούμε χρήσιμο να διευκρινίσουμε στο σημείο αυτό ότι δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Ν., στον οποίο αναφερόταν η Παραπονούμενη, ήταν ο Κατηγορούμενος 2. Πέραν της αναγνώρισής του από την ίδια, από τη δική του περιγραφή των διαδραματισθέντων στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, προκύπτει η μετάβασή τους στο υπνοδωμάτιο, η αφαίρεση των ρούχων τους και η αναφορά της Παραπονούμενης ότι ήταν παρθένα. Καταλήγουμε, συνεπώς, ότι οι αναφορές της Παραπονούμενης στον Ν. αφορούσαν τον Κατηγορούμενο 2.
Παρά ταύτα, η πιο πάνω αναφερθείσα διαφοροποίηση ως προς το πρόσωπο στο οποίο απέδωσε την επίμαχη πραξη στο πλαίσιο της προφορικής της μαρτυρίας μας έθεσε ως ήταν αναμενόμενο σε εγρήγορση.
Όμως στην πραγματικότητα δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς το ποιο πρόσωπο προέβη στην πράξη αυτή. Και τούτο διότι κατ’ αρχάς στην πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεση, η οποία λήφθηκε λίγες ώρες μετά τα γεγονότα, η Παραπονούμενη σαφέστατα απέδωσε τη συγκεκριμένη πράξη στον Ν.. Στο δε δεύτερο πρόσωπο απέδωσε μόνο την πράξη της εισαγωγής δαχτύλου (βλ. τρίτη οπτικογραφημένη). Όταν δε της υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση της η διαφοροποίηση στην οποία προέβη στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της (η οποία σημειωτέον έλαβε χώρα 4 περίπου έτη μεταγενέστερα), δεν αρνήθηκε το περιεχόμενο της πρώτης κατάθεσής της, αλλά επανήλθε στην αρχική της θέση.
Πέραν των πιο πάνω όμως επί του προκειμένου, ουσιωδέστερο είναι το γεγονός ότι στην κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 (τεκμήριο 32) υπάρχει αναφορά σε τοποθέτηση του πέους του στο στόμα της Παραπονούμενης. Η αναφορά αυτή επιβεβαιώνει, κατά το μέρος αυτό, τόσο την ταυτότητα του προσώπου όσο και την ύπαρξη της συγκεκριμένης επαφής. Η διαφορετική εκδοχή που ο Κατηγορούμενος 2 προβάλλει ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή πραγματοποιήθηκε και το ζήτημα της συναίνεσης θα εξεταστεί κατωτέρω.
Υπό τα δεδομένα αυτά, καταλήγουμε ότι η διαφοροποίηση που παρατηρήθηκε στη μαρτυρία της και την οποία λάβαμε σοβαρά υπόψη, δεν δύναται υπό τις περιστάσεις να κλονίσει την αξιοπιστία της ως προς την ταυτότητα του προσώπου που προέβη στη συγκεκριμένη πράξη, ενόψει και των όσων εξηγήσαμε πιο πάνω και ιδίως του χρόνου που παρήλθε μέχρι τη στιγμή που κατέθεσε ενόρκως και προέβη στη συγκεκριμένη αναφορά αλλά και του περιεχομένου της πρώτης και της τρίτης οπτικογραφημένης κατάθεσης, της διευκρίνισης που έδωσε κατά την αντεξέτασή της και της σχετικής αναφοράς στην κατάθεση του Κατηγορούμενου 2.
Δεν μας διαφεύγει ακόμα πως στην κυρίως εξέταση της, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ένιωσε πόνο όταν ο Κατηγορούμενος 2 έβαλε το πέος του στον κόλπο της και ότι ερωτηθείσα γιατί δεν είχε αναφέρει τον πόνο στην κατάθεσή της, απάντησε ότι απλώς δεν το είχε αναφέρει. Όμως η συγκεκριμένη αναφορά της περί πόνου κατά τον χρόνο της πράξης δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Η υποβολή ότι δεν πονούσε αφορούσε, εξ όσων προκύπτει από τη μαρτυρία, τη μεταγενέστερη χρονική στιγμή κατά την οποία υποβλήθηκε σε ιατρική εξέταση και όχι τον χρόνο της επίδικης πράξης.
Η παράλειψη αναφοράς στον πόνο κατά την πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεση αποτέλεσε στοιχείο που λάβαμε υπόψη. Δεν θεωρούμε, όμως, ότι πρόκειται για παράλειψη ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της. Η κατάθεσή της λήφθηκε λίγες ώρες μετά το περιστατικό, ενώ η Παραπονούμενη, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στην κατάσταση που έχει ήδη περιγραφεί, είχε έκτοτε παραμείνει ξύπνια και είχε μεταβεί στη Λευκωσία για να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση και να δώσει κατάθεση. Η κατάθεσή της περιλαμβάνει τον πυρήνα της εκδοχής της και αρκετές λεπτομέρειες, χωρίς να μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα περιλάμβανε κάθε επιμέρους στοιχείο όσων βίωσε. Η μεταγενέστερη αναφορά της στον πόνο δεν μεταβάλλει ούτε αλλοιώνει τον πυρήνα όσων είχε εξαρχής περιγράψει.
Ως προς το γεγονός ότι δεν φώναξε ούτε κάλεσε σε βοήθεια τα υπόλοιπα πρόσωπα που βρίσκονταν στο διαμέρισμα, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν το έπραξε επειδή φοβόταν μήπως τη βίαζαν και εκείνα. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι υπήρχαν πολλοί άνδρες στο διαμέρισμα και φοβήθηκε για τη ζωή της, ενώ διερωτήθηκε κατά πόσο θα μπορούσε να καλέσει τους φίλους του Κατηγορούμενου 2 για να τη βοηθήσουν ώστε εκείνος να την αφήσει.
Όπως υποδείχθηκε στη Δ.Κ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2023, ημερ. 17.7.2024, κάθε περίπτωση πρέπει να αντικρίζεται στη βάση των δικών της ξεχωριστών ιδιαιτεροτήτων, είτε αυτές προέρχονται από γεγονότα είτε από χαρακτήρες προσώπων ή και άλλες περιστάσεις και «ο κάθε άνθρωπος, ως ψυχοσωματική ύπαρξη, δεν αντιδρά ή δρα πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, ακόμη και ενώπιον των ίδιων γεγονότων». Συνεπώς, η αξιοπιστία της Παραπονούμενης δεν μπορεί να κριθεί με βάση το πώς θα ανέμενε κάποιος, εκ των υστέρων, να αντιδράσει ένα πρόσωπο που βρισκόταν στη θέση της, αλλά υπό το φως των συγκεκριμένων περιστάσεων που η ίδια περιέγραψε.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εξήγησή της πρέπει να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με την ηλικία της, αφού ήταν μόλις 14 ετών, την κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν, τον αριθμό των ανδρών που βρίσκονταν στο διαμέρισμα, το γεγονός ότι επρόκειτο για φίλους του Κατηγορούμενου 2, αλλά και το γεγονός ότι είχε αντίληψη ότι η φίλη της βρισκόταν σε κατάσταση που δεν ήταν σε θέση να της παράσχει βοήθεια. Υπό τα δεδομένα αυτά, το γεγονός ότι δεν φώναξε ούτε κάλεσε τα πρόσωπα αυτά σε βοήθεια δεν αποδυναμώνει, αφ’ εαυτού, την αξιοπιστία της.
Επισημαίνουμε, παράλληλα, ότι σταθερή θέση της ήταν πως αντέδρασε τόσο σωματικά, προσπαθώντας να απωθήσει τον Κατηγορούμενο 2 με τα χέρια της, όσο και λεκτικά, ζητώντας του να σταματήσει. Όπως ανέφερε, δεν κατάφερε να τον απωθήσει επειδή, λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν, δεν είχε τη δύναμη, ενώ εκείνος συνέχισε παρά την αντίδρασή της. Δεν διέλαθε την προσοχή μας ότι, κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε πως αρχικά δεν αντέδρασε όταν της αφαίρεσε τα ρούχα και ανέβηκε από πάνω της. Δεν ερωτήθηκε, όμως, γιατί δεν αντέδρασε κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο και, συνεπώς, δεν έχουμε ενώπιόν μας δική της εξήγηση επ’ αυτού.
Η αρχική αυτή απουσία αντίδρασης δεν μπορεί, ωστόσο, να απομονωθεί από την εξέλιξη των γεγονότων όπως η ίδια την περιέγραψε. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο Κατηγορούμενος 2 της είχε πει ότι θα την έπαιρνε στο υπνοδωμάτιο για να ξαπλώσει και να κοιμηθεί, την οδήγησε εκεί και την έβαλε να ξαπλώσει. Παράλληλα, η ίδια βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ και, κατά τη δική της έκφραση, δεν γνώριζε πλήρως τι συνέβαινε, αλλά αντιλαμβανόταν «πάνω κάτω». Αξιολογούμενη μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αρχική απουσία αντίδρασης κατά την αφαίρεση των ρούχων, πριν από τη σωματική και λεκτική αντίδραση που η ίδια περιέγραψε ότι ακολούθησε, δεν θεωρούμε πως δημιουργεί ρήγμα στη μαρτυρία της ώστε να επηρεάζεται η αξιοπιστία της.
Σχετική είναι και η αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Κ.10. Η τελευταία εξήγησε με θετικό και πειστικό τρόπο ότι η κατανάλωση αλκοόλ ενδέχεται να επιβαρύνει ή να επιβραδύνει τις αντιδράσεις ενός προσώπου, καθότι επηρεάζει περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με την κρίση, τη λήψη αποφάσεων και την αντίδραση σε κινδύνους ή ερεθίσματα. Συναφής είναι και η αναφορά της στην έκθεσή της, Έγγραφο ΙΑ (βλ. σελ. 4, γρ. 2-5). Η μαρτυρία αυτή δεν αποδεικνύει βεβαίως τον ακριβή βαθμό στον οποίο το αλκοόλ επηρέασε την Παραπονούμενη, παρέχει όμως επιστημονικό έρεισμα για τη θέση που προέβαλε η Παραπονούμενη ότι ένεκα της κατανάλωσης αλκοόλης «..τζαι εν μπορούσα να ξεφύω, τζαι προσπάθουν να φύω με τα σιέρκα μου, αλλά εν είχα δύναμη..» και «προσπαθούσα κάπως να το αποφύω, εν είχα όμως δύναμη, επειδή ήμουν ζαλισμένη τζαι γω που το ποτό».
Ως προς το δεύτερο πρόσωπο, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι του ζήτησε να σταματήσει, αλλά εκείνος συνέχισε. Δεν θυμόταν αν φώναξε και αποδέχθηκε ότι δεν ζήτησε βοήθεια. Για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, η μη κλήση των υπολοίπων προσώπων σε βοήθεια δεν καθιστά, αφ’ εαυτής, την εκδοχή της παράλογη ούτε παρέχει λόγο για απόρριψή της. Το κατά πόσο, όμως, η συγκεκριμένη πράξη που απέδωσε στο δεύτερο πρόσωπο, δηλαδή της εισαγωγής δακτύλου, αποδείχθηκε πέραν λογικής αμφιβολίας αποτελεί διαφορετικό ζήτημα, το οποίο θα κριθεί υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας.
Όσον αφορά το ζήτημα των κακώσεων, το οποίο απασχόλησε την υπεράσπιση, όπως έχει ήδη αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, δεν υπάρχει ενώπιόν μας μαρτυρία ότι εντοπίστηκαν κακώσεις στην Παραπονούμενη. Η θέση που της τέθηκε κατά την αντεξέταση περιορίστηκε στο ότι ούτε από τη σεξουαλική επαφή ούτε από την πράξη του δεύτερου προσώπου με το δάκτυλο «έπαθε κάτι», χωρίς να υποβληθεί περαιτέρω ότι η απουσία κακώσεων καθιστούσε απίθανες τις πράξεις που περιέγραψε ή έπληττε την αξιοπιστία της εκδοχής της. Η Παραπονούμενη απάντησε με φυσικότητα: «Ε τι έπρεπε να πάθω δηλαδή; Δεν σημαίνει ότι δεν με πειράξαν επειδή δεν εμφανίστηκαν κακώσεις ή το οτιδήποτε». Ως ζήτημα κοινής λογικής, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτονόητο ότι κάθε κολπική διείσδυση ή εισαγωγή δακτύλου προκαλεί εμφανείς κακώσεις. Συνεπώς, η μη ύπαρξη μαρτυρίας περί κακώσεων δεν αποδυναμώνει, αφ’ εαυτής, την εκδοχή της Παραπονούμενης ως προς τις πράξεις που περιέγραψε.
Δεν διέλαθε βέβαια την προσοχήν μας η αναφορά του Μ.Κ.2 σε παλαιά ρήξη του παρθενικού υμένα. Επί τούτου σημειώνουμε ότι παρόλο που η θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι δεν είχε προηγουμένως σεξουαλική επαφή, η απουσία της ιατροδικαστικής έκθεσης και μαρτυρίας από την ιατροδικαστή δεν μας επιτρέπει να ερμηνεύσουμε το συγκεκριμένο εύρημα ούτε να γνωρίζουμε τη σημασία του και κατ’ επέκταση, να ελέγξουμε τη σχετική αναφορά της Παραπονούμενης, ούτε βεβαίως είναι, υπό τις περιστάσεις, επιτρεπτό να εξαγάγουμε οιοδήποτε εύρημα αναξιοπιστίας της επί τούτου.
Πέραν των ανωτέρω έχουμε στρέψει την προσοχή μας και στις αναφορές της Παραπονούμενης προς διάφορα πρόσωπα ως προς το επίδικο περιστατικό. Έχουμε ήδη αποδεχθεί ότι, λίγο μετά τα γεγονότα, ανέφερε στη Μ.Κ.16 ότι είχε βιαστεί. Αργότερα, στον αστυνομικό σταθμό, ανέφερε στη Μ.Κ.4 ότι ο άνδρας που γνώριζε της έβγαλε τα ρούχα και τη βίασε, ενώ άλλα δύο πρόσωπα παρακολουθούσαν από έξω. Κατά τον συγκεκριμένο χρόνο δεν απέδωσε σε δεύτερο πρόσωπο οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη σε βάρος της.
Αργότερα την ίδια ημέρα, κατά τη λήψη της πρώτης οπτικογραφημένης κατάθεσής της, ανέφερε στη Μ.Κ.17 ότι ένα πρόσωπο ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη θέλησή της και ότι, ακολούθως, ένα δεύτερο πρόσωπο εισήγαγε το δάκτυλό του στο αιδοίο της.
Την επόμενη ημέρα ανέφερε στη Μ.Κ.11 ότι ο Κατηγορούμενος 2 τη βίασε και ότι, όταν εκείνος εξήλθε από το δωμάτιο, εισήλθε δεύτερο πρόσωπο και της έκανε «το ίδιο πράγμα», εξηγώντας ότι «έβαλεν της τον». Την ίδια ημέρα, στη δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεσή της, ανέφερε ότι το δεύτερο πρόσωπο, το οποίο της είχε βάλει δάκτυλο, ήταν ο Γ. και όχι ο Α.Μ.
Οι συναντήσεις της Παραπονούμενης με τη Μ.Κ.10 πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 24.8.2022 και 7.9.2022, ήτοι από 26 έως 40 ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό. Παρόλο που από το περιεχόμενο της έκθεσης της Μ.Κ.10 δημιουργείται η εντύπωση ότι η Παραπονούμενη αναφέρθηκε στην εμπλοκή ενός μόνο προσώπου, ηλικίας 17 ετών, η μάρτυρας διευκρίνισε ενώπιόν μας ότι η Παραπονούμενη είχε αναφερθεί σε δύο πρόσωπα, έναν 17χρονο τον οποίο γνώριζε και έναν 23χρονο. Δεν έδωσε, όμως, οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς την εμπλοκή τους.
Αξιολογώντας τις πιο πάνω αναφορές, σημειώνουμε κατ’ αρχάς ότι οι αρχικές αναφορές προς τις Μ.Κ.16 και Μ.Κ.4 έγιναν λίγο μετά το περιστατικό, υπό τις συνθήκες που έχουν ήδη περιγραφεί, χωρίς να προκύπτει ότι η Παραπονούμενη κλήθηκε να δώσει πλήρη και λεπτομερή περιγραφή όσων είχαν συμβεί. Εξάλλου, όταν ερωτήθηκε στην αντεξέταση της σε σχέση με τα όσα ανέφερε στην Μ.Κ.4 στον αστυνομικό σταθμό, συμφώνησε ότι ανέφερε μόνο ότι τη βίασε ο Κατηγορούμενος 2, προσθέτοντας «αλλά δεν τα είπα λεπτομερειακά τζιαμέ». Από τις περιγραφές των μαρτύρων προκύπτει, επίσης, ότι η Παραπονούμενη ήταν αναστατωμένη και εξακολουθούσε να είναι επηρεασμένη από την κατανάλωση αλκοόλ. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, όταν η Μ.Κ.4 τη συνάντησε στον χώρο εργασίας της Μ.Κ.16, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι «εφκάλαν μου τα ρούχα μου», χρησιμοποιώντας πληθυντικό, ενώ σταθερή θέση της στη συνέχεια ήταν ότι τα ρούχα της αφαίρεσε ένα πρόσωπο, ήτοι ο Κατηγορούμενος 2. Η χρήση του πληθυντικού στην αρχική αυτή αναφορά καταδεικνύει ακριβώς τον γενικό και μη ακριβή τρόπο με τον οποίο εκφράστηκε κατά τον συγκεκριμένο χρόνο.
Η δε μη αναφορά λεπτομερειών κατά τις συναντήσεις με τη Μ.Κ.10 πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του σκοπού και του τρόπου διεξαγωγής τους. Όπως εξήγησε με σαφήνεια η Μ.Κ.10 και αποδεχόμαστε, κατά τις συναντήσεις αυτές δεν ζητούνταν πλήρεις πληροφορίες ή λεπτομέρειες για το καταγγελθέν περιστατικό, αφού είχε ήδη ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση, προκειμένου να αποφεύγεται το ενδεχόμενο επανατραυματισμού. Πρόσθεσε ότι η Παραπονούμενη δεν επιθυμούσε να δώσει περισσότερες πληροφορίες, επειδή το θέμα τη δυσκόλευε ψυχολογικά. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μη αναφορά λεπτομερειών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράλειψη που επηρεάζει την αξιοπιστία της Παραπονούμενης.
Αντικρίζουμε όμως διαφορετικά την αναφορά προς τη Μ.Κ.11. Ενώ στην πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεσή της η Παραπονούμενη απέδωσε στο δεύτερο πρόσωπο εισαγωγή δακτύλου, προς τη Μ.Κ.11 ανέφερε την επόμενη μέρα ότι εκείνο της έκανε «το ίδιο πράγμα» με τον Κατηγορούμενο 2. Όταν η Μ.Κ.11 της ζήτησε να διευκρινίσει τι εννοούσε, η Παραπονούμενη της απάντησε ότι «έβαλεν της τον». Πρόκειται, ομολογουμένως για μια σημαντική διαφοροποίηση στην πράξη, η οποία αναπόφευκτα δημιουργεί μια αβεβαιότητα ως προς το τι του αποδίδεται. Τούτο δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπήρξε δεύτερο πρόσωπο, αφού άλλωστε το γεγονός της ύπαρξης δεύτερου προσώπου (ασχέτως ταυτότητας), το επιβεβαιώνει και ο Κατηγορούμενος 2 με τη δική του κατάθεση. Όμως η αβεβαιότητα που εντοπίζεται στις αναφορές της ως προς την ακριβή πράξη που αποδίδει στο δεύτερο πρόσωπο δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει με την απαιτούμενη βεβαιότητα ως προς το ποια ή ποιες ενδεχομένως να ήταν οι πράξεις στις οποίες το εν λόγω πρόσωπο προέβη.
Βέβαια δεν παραγνωρίσαμε τη θέση της Μ.Κ.10 ότι, ανάλογα με τον τρόπο επεξεργασίας ενός τραυματικού γεγονότος, ένα πρόσωπο ενδέχεται να θυμάται ορισμένες λεπτομέρειες και να παρουσιάζει δυσκολία στην ανάκληση άλλων. Η ίδια διευκρίνισε, όμως, ότι τούτο δεν αποτελεί κανόνα και εξαρτάται από τη φύση και τις περιστάσεις κάθε περιστατικού. Η γενική αυτή επιστημονική θέση, την οποία αποδεχόμαστε, παρέχει ένα πλαίσιο κατανόησης πιθανών διαφορών στην ανάκληση, δεν μπορεί όμως να εξαλείψει την αβεβαιότητα που εντοπίζεται στο συγκεκριμένο σημείο της μαρτυρίας της και η οποία δεν επιτρέπει την εξαγωγή ανάλογου συμπεράσματος με την βεβαιότητα που απαιτείται σε αυτό το πλαίσιο.
Η κατάληξη αυτή όμως, ουδόλως επηρεάζει τη γενικότερη αξιοπιστία της Παραπονούμενης και δη τις πράξεις που απέδωσε στον Κατηγορούμενο 2, οι οποίες ως ήδη υποδείξαμε επιβεβαιώνονται εν πολλοίς και μέσα από την κατάθεση του ίδιου. Ό,τι άλλο θα πρέπει να τονιστεί είναι πως δεν προκύπτουν ενδείξεις ότι η Παραπονούμενη προέβη σκοπίμως σε ψευδή αναφορά, ούτε βέβαια μας υποδείχθηκε ούτε όμως και εντοπίζεται οποιοδήποτε κίνητρο για να εμπλέξει κακόβουλα πρόσωπο το οποίο δεν γνώριζε προηγουμένως.
Προχωρώντας τώρα στο τι ακολούθησε, ήταν η θέση της Παραπονούμενης ότι, όταν η ίδια και η Μ.Κ.15, με δυσκολία λόγω της κατάστασής τους, κατάφεραν να σηκωθούν και να αποχωρήσουν από το διαμέρισμα, η Παραπονούμενη αντιλήφθηκε στις σκάλες της πολυκατοικίας τι είχε συμβεί, άρχισε να φωνάζει και ανέφερε στη Μ.Κ.15 ότι την είχαν «πειράξει». Έχουμε ήδη σημειώσει βέβαια ότι η Μ.Κ.15, υποστήριξε ότι η Παραπονούμενη της είχε αναφέρει ενόσω ακόμα εβρίσκοντο στο διαμέρισμα, «εβάλαν μου τον χωρίς να το θέλω». Όμως έχουμε ήδη εξηγήσει για ποιο λόγο, παρά το γεγονός ότι αποδεχθήκαμε ότι η Παραπονούμενη προέβη σε μια αναφορά προς την Μ.Κ.15 που είχε αυτή την έννοια, εντούτοις δεν ήμασταν σε θέση να αποδεχθούμε την ακριβή φρασεολογία που χρησιμοποιήθηκε από τη Μ.Κ.15 ή το ακριβές σημείο όπου της λέχθηκε η αναφορά αυτή. Το ουσιώδες εδώ όμως, είναι πως οι αναφορές των δύο μεταδίδουν ουσιαστικά την ίδια έννοια, ήτοι αυτήν της μη ηθελημένης επαφής. Η δε λακωνική αναφορά της Παραπονούμενης στην κατάθεση της ουδόλως ξενίζει, αλλά εύλογα μπορεί να αποδοθεί είτε στο ότι η Παραπονούμενη απέδωσε συνοπτικά στην κατάθεσή της όσα της είχε αναφέρει είτε στο ότι δεν θυμόταν τα ακριβή λόγια που χρησιμοποίησε, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες εξελίχθηκαν τα γεγονότα και της κατάστασης στην οποία βρισκόταν. Στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της Παραπονούμενης έχουμε λάβει υπόψη πέραν των ανωτέρω και την αναφορά του Θ.Λ., όπως καταγράφηκε στο τεκμήριο 43, ότι άκουσε κλάματα και ξύπνησε. Η Παραπονούμενη βέβαια δεν ανέφερε ότι έκλαιγε εντός του διαμερίσματος, όμως δεν μπορούμε να εξαγάγουμε οποιοδήποτε συμπέρασμα αναξιοπιστίας της επί τούτου. Και τούτο διότι ο Θ.Λ. δεν έδωσε κατάθεση ούτε κλήθηκε ενώπιόν μας, ώστε να διευκρινιστούν και να ελεγχθούν όσα φέρεται να ανέφερε. Υπό τα δεδομένα αυτά, πέραν του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη αναφορά καταγράφηκε στο ημερολόγιο ενεργείας, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της και συναφώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πλήττει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι η μόνη μαρτυρία ενώπιόν μας περί κλάματος εντός του διαμερίσματος αφορά τη Μ.Κ.15 και όχι την Παραπονούμενη και συνεπώς ουδόλως αποκλείεται η σχετική αναφορά του ακόμα και αν γινόταν αποδεκτή, να αφορούσε αυτήν και όχι την Παραπονούμενη.
Στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της Παραπονούμενης έχουμε λάβει υπόψη πέραν των ανωτέρω και την αναφορά του Θ.Λ., όπως καταγράφηκε στο τεκμήριο 43, ότι άκουσε κλάματα και ξύπνησε. Η Παραπονούμενη βέβαια δεν ανέφερε ότι έκλαιγε εντός του διαμερίσματος, όμως δεν μπορούμε να εξαγάγουμε οποιοδήποτε συμπέρασμα αναξιοπιστίας της επί τούτου. Και τούτο διότι ο Θ.Λ. δεν έδωσε κατάθεση ούτε κλήθηκε ενώπιόν μας, ώστε να διευκρινιστούν και να ελεγχθούν όσα φέρεται να ανέφερε. Υπό τα δεδομένα αυτά, πέραν του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη αναφορά καταγράφηκε στο ημερολόγιο ενεργείας, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της και συναφώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πλήττει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι η μόνη μαρτυρία ενώπιόν μας περί κλάματος εντός του διαμερίσματος αφορά τη Μ.Κ.15 και όχι την Παραπονούμενη και συνεπώς ουδόλως αποκλείεται η σχετική αναφορά του ακόμα και αν γινόταν αποδεκτή, να αφορούσε αυτήν και όχι την Παραπονούμενη.
Το ίδιο ισχύει και για την καταγεγραμμένη στο τεκμήριο 44 αναφορά του Ν.Π. ότι, όταν επέστρεψε στο διαμέρισμα περί τις 04:00, βρήκε τις δύο κοπέλες στον καναπέ και εκείνες του είπαν «ευτυχώς που ήρθες να μας σώσεις». Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο Ν.Π. είναι ξάδελφος του Κατηγορούμενου 1 και ότι ως θέμα λογικής δεν θα είχε λόγο να προβεί σε δήλωση που να επιβαρύνει τη θέση του τελευταίου, εντούτοις αυτό δεν αρκεί για να προσδώσει αξιοπιστία στην αναφορά αυτή. Ο ίδιος δεν έδωσε κατάθεση ούτε κλήθηκε ενώπιόν μας, ώστε να εξεταστούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες φέρεται να ειπώθηκε η συγκεκριμένη φράση. Ούτε επιβεβαιώνεται το περιεχόμενό της από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Συνεπώς, δεν μπορούμε να στηριχθούμε στην αλήθεια της αναφοράς αυτής
Ως προς τη θέση της Παραπονούμενης ότι, ενώ βρισκόταν στις σκάλες, άρχισε να φωνάζει και πήγε κοντά τους ο Μ.Κ.9, διαπιστώνουμε ότι αυτή συνάδει σε γενικές γραμμές με την ήδη κριθείσα ως αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.9, ο οποίος ανέφερε ότι άκουσε ομιλίες και ήχους που έμοιαζαν με κλάματα και ότι, ανεβαίνοντας τις σκάλες, είδε τις δύο κοπέλες να φαίνονται φοβισμένες, με τη μία από αυτές να κλαίει και ότι λίγο πιο κάτω στέκονταν δύο αγόρια. Βέβαια η Παραπονούμενη υποστήριξε ότι όταν τις πλησίασε ο εν λόγω μάρτυρας συνέχισε να φωνάζει ότι τα αγόρια ήταν ψεύτες ενώ ο Μ.Κ.9 υποστήριξε πως όταν τις ρώτησε τι είχε συμβεί, του αναφέρθηκε ότι ήταν «όλα καλά» και ότι οι δύο κοπέλες δεν του αποκάλυψαν οτιδήποτε. Δεν θεωρούμε όμως ότι η διαφοροποίηση που παρατηρείται στις αναφορές τους, δύναται να πλήξει την αξιοπιστία οιουδήποτε εξ αυτών και δη της Παραπονούμενης. Κατ’ αρχάς η αναφορά της ότι έλεγε ότι τα αγόρια ήταν ψεύτες ουδόλως αποκλείεται να εκφράστηκε από την ίδια σε χρόνο που ο Μ.Κ.9 δεν μπορούσε να ακούσει καθαρά αυτά που έλεγαν, αφού αρχικά, όπως ο ίδιος ειλικρινώς ανέφερε, άκουσε ομιλίες, ήχους και κλάματα, χωρίς ωστόσο να μπορεί να μεταφέρει τι διαμειβόταν ακριβώς. Το εάν τώρα η ίδια εσφαλμένα ανέφερε ότι συνέχισε να φωνάζει και να λέει ότι τα αγόρια ήταν ψεύτες στην παρουσία του Μ.Κ.9, δεν θεωρούμε ότι είναι τόσο ουσιώδες, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης στην οποία βρισκόταν η Παραπονούμενη ως την περιέγραψαν όλοι όσοι ήρθαν σε επαφή μαζί της. Το ότι δε φαίνεται να μην εξιστόρησαν στον Μ.Κ.9 τι προηγήθηκε, αλλά αντίθετα να του ανέφεραν «όλα καλά», ουδόλως ξενίζει λαμβανομένου υπόψη του ότι δεν υπάρχει καμμιά ένδειξη ότι γνωρίζονταν σε τέτοιο βαθμό από προηγουμένως έτσι ώστε κάποιος εύλογα να ανέμενε η Παραπονούμενη να του αναφέρει τι ακριβώς είχε προηγηθεί.
Λέγοντας αυτά όμως, θεωρούμε ότι είναι το κατάλληλο σημείο για να μας απασχολήσουν με μεγαλύτερη λεπτομέρεια οι θέσεις που προέβαλαν οι Κατηγορούμενοι σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Όπως ήδη λέχθηκε, ο Κατηγορούμενος 1 άσκησε το δικαίωμα της σιωπής, όμως η κατάθεση του κατατέθηκε ως τεκμήριο 41. Ενώπιον μας βρίσκεται επίσης η κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 (τεκμήριο 32). Στο περιεχόμενο των δύο καταθέσεων έχουμε αναφερθεί ανωτέρω.
Επισημαίνεται ότι οι πιο πάνω καταθέσεις κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς ένσταση, ενώ η θεληματικότητα τους δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Εξάλλου, αυτές λήφθηκαν αφού προηγουμένως οι δύο Κατηγορούμενοι ενημερώθηκαν για τα δικαιώματά τους. Μάλιστα, κατά τη λήψη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου 2 ήταν παρόντες ο πατέρας του και η δικηγόρος του. Ο Κατηγορούμενος 1, από την άλλη, επιβεβαίωσε στη δική του κατάθεση ότι είχε προηγουμένως συμβουλευθεί τον δικηγόρο του και επιθυμούσε να προχωρήσει, καθώς και ότι είχε αντιληφθεί την υπόθεση για την οποία ανακρινόταν και τα δικαιώματα για τα οποία είχε προηγουμένως ενημερωθεί (βλ. απαντήσεις 1 και 2).
Ως προς την αξιολόγηση των καταθέσεων τους, σχετική είναι η Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ.109, η οποία υιοθετήθηκε στην Γαβριήλ v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ.693. Στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Duncan, 73 Cr. App. R.359, όπου αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος τέτοιας κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και δύναται να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Αναγνωρίζεται δε, ότι όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο περιέχει δηλώσεις εναντίον του συμφέροντος του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης στα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Ως γενικά προκύπτει από τη νομολογία, η εκτίμηση της κατάθεσης κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ.190, Διευθυντής Τελωνείων ν. Καλλή (1996) 2 Α.Α.Δ.55, Γούμενος ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ.10).
Σημειώνεται εδώ ότι, παρόλο που από αυστηρή άποψη διακρίνεται η πλήρης ομολογία ενός αδικήματος από την παραδοχή επιμέρους συστατικού του ή άλλου δυσμενούς γεγονότος, η διάκριση αυτή δεν έχει ουσιώδη σημασία ως προς την αποδεκτότητα της δήλωσης, αφού και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται αυτή να είναι θεληματική και νόμιμη (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω, σελ.880 επ.).
Διευκρινίζουμε συναφώς ότι η κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 περιλαμβάνει παραδοχές ως προς την τέλεση συγκεκριμένων σεξουαλικών πράξεων με την Παραπονούμενη, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτω από την ηλικία συναίνεσης. Δεν πρόκειται, όμως, για πλήρη ομολογία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, εφόσον ο ίδιος προβάλλει ότι οι πράξεις έγιναν με τη θέλησή της και δεν παραδέχεται τη χρήση βίας. Οι παραδοχές του και η εκδοχή περί συναίνεσης θα αξιολογηθούν κατωτέρω.
Πριν προχωρήσουμε όμως περαιτέρω, διευκρινίζουμε ότι οι όποιες αναφορές του Κατηγορούμενου 2 οι οποίες ενδεχομένως να μπορούν να εκληφθούν ότι εμπλέκουν τον Κατηγορούμενο 1 στην υπόθεση (βλ. τις απαντήσεις στις ερωτήσεις 22-25), δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως μαρτυρία σε βάρος του συγκατηγορούμενου του. Από τη στιγμή που Κατηγορούμενος 2 δεν κατέθεσε ενώπιον μας και δεν υιοθέτησε ενόρκως τις συγκεκριμένες αναφορές στην κατάθεση του, δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία σε σχέση με τον συγκατηγορούμενο του (βλ. Petrov v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 162/20, ημερ. 8.6.21, ECLI:CY:AD:2021:B241[25] και Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 96/16 κ.α., ημερ. 28.11.17, ECLI:CY:AD:2017:B430[26]).
Από την κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 επιβεβαιώνεται ότι ενώ βρισκόταν με τους φίλους του συναντήθηκαν με τις δύο κοπέλες, ότι η φίλη της Παραπονούμενης δεν ήταν καλά και έκλαιγε και ότι η Παραπονούμενη συμφώνησε να μεταβούν στο διαμέρισμα, ώστε να ξεκουραστεί η φίλη της. Επιβεβαιώνεται επίσης ότι μετέβησαν στο επίδικο διαμέρισμα, όπου η φίλη της Παραπονούμενης έκανε εμετό, δεν ένιωθε καλά και την έβαλαν να ξαπλώσει στον καναπέ. Δεν αποδεχόμαστε, όμως, την αναφορά του ότι η Παραπονούμενη του ζήτησε να βρεί χώρο για να ξαπλώσει η φίλη της επειδή είχαν χάσει το λεωρφορείο, θέση η οποία δεν υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη, ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί, ούτε βρίσκει έρεισμα στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία.
Περαιτέρω, αποδεχόμαστε τις αναφορές του ότι μετέβη με την Παραπονούμενη στο υπνοδωμάτιο και ξάπλωσαν, ότι έβγαλε το πέος του για «να το βάλω μέσα στο «μουνί της», ότι έβαλε «το κεφάλι του πέους μου μέσα στο μουνί της» και του ανέφερε ότι είναι παρθένα. Η συγκεκριμένη αναφορά συνιστά παραδοχή διείσδυσης, έστω στο βαθμό που ο ίδιος περιγράφει («λίγο») και συνάδει ουσιαστικά με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, της οποίας η θέση ήταν ακριβώς πως υπήρξε διείσδυση. Αποδεχόμαστε επίσης ότι έβαλε το πέος του στο στόμα της Παραπονούμενης και ότι δεν εκσπερμάτισε, γεγονός που επίσης συνάδει με τη μαρτυρία της τελευταίας.
Παραμένοντας στο ίδιο ζήτημα υπενθυμίζουμε συναφώς ότι, λίγες ώρες μετά το περιστατικό, ο Κατηγορούμενος 2 πλησίασε αυθόρμητα τη Μ.Κ.12, η οποία βρισκόταν στο διαμέρισμα στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης, και της ανέφερε ότι η Παραπονούμενη συναίνεσε στο να έχουν σεξουαλική επαφή. Η δήλωση αυτή δεν αποτέλεσε προϊόν ερώτησης, πίεσης ή άλλης παρότρυνσης εκ μέρους της Μ.Κ.12, αλλά έγινε αυθόρμητα, προτού η τελευταία γνωρίζει τι επρόκειτο να της αναφέρει και προκύψει οποιοδήποτε ζήτημα προηγούμενης επίστησης της προσοχής του στα δικαιώματά του. Η σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.12 κατατέθηκε χωρίς ένσταση, η δε προφορική παραδοχή του ως προς την ύπαρξη σεξουαλικής επαφής την οποία αποδεχόμαστε ((βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, ανωτέρω, σελ. 882) επιβεβαιώνει τα όσα μεταγενέστερα ανέφερε στην κατάθεσή του στην Αστυνομία.
Ως προς τον ισχυρισμό του όμως ότι η Παραπονούμενη συναίνεσε, αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Επί τούτου σημειώνουμε ότι οι συγκεκριμένες αναφορές δεν υποβλήθηκαν στην Παραπονούμενη, ώστε να τοποθετηθεί επί αυτών και συνεπώς δεν μπορούν ούτως άλλως να γίνουν αποδεκτές[27]. Ειδικότερα, δεν αποδεχόμαστε ότι τη ρώτησε αν ήθελε να «το κάνουν» και εκείνη απάντησε καταφατικά, ότι μόλις του είπε ότι είναι παρθένα ξενέρωσε και ξεκίνησε να φύγει, ούτε ότι του ζήτησε «αγκαλίτσα» και, όταν την πλησίασε, του κατέβασε το παντελόνι και του έκανε «στοματικό». Γενικότερα δεν αποδεχόμαστε τη θέση που προέβαλε ότι «όλα έγιναν με την θέληση της».
Επισημαίνουμε σχετικά πως ό,τι τέθηκε στην Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της ήταν, αντίθετα, ότι είχε σεξουαλική επαφή με τον Κατηγορούμενο 2 με τη θέληση της, κάτι που απέρριψε με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο, λέγοντας ότι αν ήταν με τη θέληση της «δεν θα τον κατάγγελλα και να έκανα τούτα όλα τα θέματα». Δεν διαλανθάνει την προσοχή μας ότι η συγκεκριμένη θέση περί συναινετικής επαφής υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη από την πλευρά του Κατηγορούμενου 1 και όχι από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2. Ωστόσο, σημειώνουμε πως ενόσω αυτός εκπροσωπείτο, η ίδια θέση προωθήθηκε και από το συνήγορο του κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2. Πιο συγκεκριμένα, μετά την απάντηση του μάρτυρα σε ερώτηση πότε έμαθε ότι η Παραπονούμενη ήρθε πρώτη φορά σε σεξουαλική επαφή, του τέθηκε η εξής θέση: «Περιέγραψε, αλλά έχουμε δύο θέσεις. Η μια θέση είναι του Κατηγορουμένου 2, ότι έγινε με τη συγκατάθεσή της και τη θέση της Παραπονούμενης ότι δεν έγινε με τη συγκατάθεσή της.»
Διευκρινίζεται ότι, μολονότι η πραγματική συναίνεση παιδιού κάτω της ηλικίας συναίνεσης δεν αποτελεί υπεράσπιση δυνάμει του άρθρου 18(2) του Ν. 91(Ι)/2014, εξετάσαμε τη συγκεκριμένη θέση του Κατηγορούμενου 2, καθότι αυτή συνιστούσε ταυτόχρονα άρνηση της εκδοχής της Παραπονούμενης και της χρήσης βίας που του αποδίδεται.
Τα όσα δε προκύπτουν από τις αναφορές του Α.Μ., οι οποίες καταγράφηκαν στο ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 50), αφού δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση και ιδίως όσα φέρεται να του μετέφερε ο Κατηγορούμενος 2 για τα διαδραματισθέντα στο υπνοδωμάτιο, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη ως υποστηρικτικά των θέσεων του Κατηγορούμενου 2. Και τούτο εφόσον ο Α.Μ. δεν κατέθεσε ενώπιόν μας ώστε να ελεγχθούν η ακρίβεια και οι συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι αναφορές του, ενώ, κατά το μέρος που απλώς μετέφερε όσα του είπε ο Κατηγορούμενος 2, πρόκειται ουσιαστικά για επανάληψη της εκδοχής του ίδιου του Κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια, οι αναφορές αυτές δεν παρέχουν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της θέσης του περί συναίνεσης.
Δεν διέλαθε, επίσης, την προσοχή μας ο μη εντοπισμός γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου 2 στα ενδοκολπικά και εξωτερικά επιχρίσματα που λήφθηκαν από την Παραπονούμενη. Για τους λόγους, όμως, που εξήγησε ο Μ.Κ.8 και έχουν ήδη γίνει αποδεκτοί, το αποτέλεσμα αυτό δεν αποκλείει την πραγματοποίηση της σεξουαλικής επαφής που περιέγραψε η Παραπονούμενη ούτε αποδυναμώνει, αφ’ εαυτού, τη μαρτυρία της. Σημειώνεται ότι η θέση της Παραπονούμενης πως ο Κατηγορούμενος 2 δεν χρησιμοποίησε προφύλαξη δεν αμφισβητήθηκε, ενώ αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν εκσπερμάτισε. Όπως εξήγησε ο Μ.Κ.8, η σύντομη διάρκεια της επαφής και η μη εκσπερμάτωση αποτελούν παράγοντες στους οποίους μπορεί να οφείλεται ο μη εντοπισμός γενετικού υλικού.
Ερχόμαστε τώρα στον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε ήδη, κατόπιν νομικής συμβουλής, απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν: «Ό,τι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο». Η κατάθεσή του, συνεπώς, δεν περιέχει οποιαδήποτε εκδοχή επί της ουσίας των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων.
Η κατάληξή μας ότι δεν έχει αποδειχθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα πως το δεύτερο πρόσωπο εισήγαγε το δάκτυλό του στον κόλπο της Παραπονούμενης προδιαγράφει ουσιαστικά την κατάληξη της υπόθεσης εν σχέσει με τον Κατηγορούμενο 1 στον οποίο αποδίδεται, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η εν λόγω πράξη. Ανεξάρτητα, όμως, από την κατάληξη αυτή, κρίνουμε σκόπιμο να εξετάσουμε αυτοτελώς κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι το δεύτερο πρόσωπο στο οποίο αναφερόταν η Παραπονούμενη ήταν ο Κατηγορούμενος 1.
Προς εξέταση του τελευταίου αυτού ζητήματος, σημειώνουμε αρχικά ότι, όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος 1 δεν συνελήφθη αρχικά σε σχέση με την υπόθεση. Το ένταλμα σύλληψης εναντίον του εκδόθηκε μετά τη δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης, ημερομηνίας 30.7.2022 (τεκμήριο 29), στο πλαίσιο της οποίας αυτή υπέδειξε φωτογραφία του ως του δεύτερου προσώπου. Η σύλληψή του κατέστη δυνατή μεταγενέστερα, κατόπιν εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφού είχε εν τω μεταξύ διαπιστωθεί ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε αναχωρήσει για την Ελλάδα.
Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας κατέστη σαφές ότι κεντρική θέση στην υπεράσπιση του Κατηγορούμενου 1 κατείχαν τα μηνύματα της Μ., η οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία, είχε κάποια συγγενική σχέση με τον Α.Μ. Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι η Παραπονούμενη υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 1 ως το δεύτερο πρόσωπο που είχε αναφέρει στην πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεσή της, καθοδηγούμενη ή επηρεασμένη από τη Μ. Όπως επιβεβαιώνεται και από την τελική αγόρευση της συνηγόρου του, ο πυρήνας της υπερασπιστικής θέσης εστιάζεται, συνεπώς, στις συνθήκες υπό τις οποίες η Παραπονούμενη υπέδειξε αρχικά τον Κατηγορούμενο 1 και τον αναγνώρισε μεταγενέστερα ως το δεύτερο πρόσωπο.
Στην πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεση της, η Παραπονούμενη ερωτήθηκε αν μπορούσε να περιγράψει το δεύτερο πρόσωπο και ακολούθησε ο εξής διάλογος («Α»: αστυνομικός, «Μ»:μάρτυρας).
« ….
Α: Χμ... Ο άλλος ο δεύτερος;
M: Ε τζιήνον εν τον επρόσεξα πάρα πολλά καλά, αλλά τζαι τζιήνος κάτι είσιεν παράξενο πας τα δόντια του, ήταν πιο μιάλο που το άλλον, εν εκαταλάμβαινα...
A: Ναι;
M: Ήταν σκούρο χρώμα το δέρμα του, μαυρομάλλης τζαι τούτα.
A: Ύψος;
M: Εν ηξέρω, εν αθυμούμαι.
A: Σε περίπτωση που τους ξαναδείς τελοσπάντων...
M: Αφού επιάν τους υποτίθεται είπαν μου.
A: Ναι, αλλά σε περίπτωση που τους ξαναδείς θα μπορούσες να τους αναγνωρίσεις;
M: Ναι άνετα. »
Προκύπτει συνεπώς ότι η Παραπονούμενη λίγες ώρες μετά το περιστατικό, ανέφερε ότι δεν πρόσεξε πάρα πολύ καλά τον δεύτερο, ο οποίος είχε σκούρο δέρμα και ήταν μαυρομάλλης. Αναδεικνύει όμως και ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του και συγκεκριμένα «κάτι είσιεν παράξενο πας τα δόντια του, ήταν πιο μιάλο που το άλλον».
Η Παραπονούμενη συμφώνησε κατά την αντεξέτασή της ότι τα στιγμιότυπα οθόνης που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 59 αφορούν μηνύματα που αντάλλαξε με τη Μ. στις 29.7.2022. Ανέφερε ότι γνώριζε τη Μ. από προηγουμένως και ότι πρόκειται για «φίλη τους», δηλαδή των προσώπων που βρίσκονταν στο διαμέρισμα. Σύμφωνα με τη θέση της, μέσω των μηνυμάτων αυτών η Μ. επιχειρούσε να την πείσει να αλλάξει την κατάθεσή της και να αναφέρει ότι η καταγγελία ήταν ψευδής, λέγοντάς της ότι ήταν κρίμα και ότι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα είχαν μετανιώσει. Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι δεν γνώριζε με ποιο από τα πρόσωπα που βρίσκονταν στο διαμέρισμα είχε συγγενική σχέση η Μ.
Η Παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν άλλαξε την εκδοχή της ούτε επηρεάστηκε από τα μηνύματα. Στις 30.7.2022 μετέβη με τη μητέρα της στην Αστυνομία για τη διαδικασία αναγνώρισης των προσώπων που συνέλαβαν. Όπως της αναφέρθηκε από τη Μ.Κ.17, η αναγνώριση θα αφορούσε τον Κατηγορούμενο 2 και ένα άλλο πρόσωπο, του οποίου το όνομα δεν γνώριζε, και τον οποίο δεν αναγνώρισε ως το δεύτερο πρόσωπο, κάτι που τους ξάφνιασε. Την ίδια μέρα αναφέρθηκε στα μηνύματα της Μ. και υπέδειξε τη φωτογραφία του προσώπου που, κατά τη θέση της, ήταν το δεύτερο πρόσωπο. Τα μηνύματα φωτογραφήθηκαν από τη Μ.Κ.17.
Η ίδια ανέφερε περαιτέρω ότι, μετά τη δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεσή της, ενημερώθηκε πως το πρόσωπο στο οποίο είχε αναφερθεί είχε αναχωρήσει για την Ελλάδα και ότι η Αστυνομία θα προέβαινε σε ενέργειες για τη μεταφορά του στην Κύπρο. Στις 29.8.2022 κλήθηκε εκ νέου για διαδικασία αναγνώρισης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, της ζητήθηκε να αναγνωρίσει κάποιον «γιατί ήταν εκείνος που ήταν τζιαμέ εκείνη τη νύχτα νομίζω», χωρίς, όπως ανέφερε, να θυμάται αν της γνωστοποιήθηκε το όνομα του Κατηγορούμενου 1. Αποδέχθηκε επίσης ότι είχε ήδη στο τηλέφωνό της φωτογραφία του, η οποία της είχε αποσταλεί μέσω των μηνυμάτων της Μ.
Αποδεχόμαστε ότι τα μηνύματα της Μ. αποστάλθηκαν στις 29.7.2022 και ότι η Παραπονούμενη τα υπέδειξε στη Μ.Κ.17 στις 30.7.2022, οπότε και φωτογραφήθηκαν. Αποδεχόμαστε επίσης ότι κατά τη διαδικασία της 30.7.2022 δεν αναγνώρισε τον Α.Μ. ως το δεύτερο πρόσωπο και ότι ακολούθως υπέδειξε φωτογραφία του Κατηγορούμενου 1. Η διαδικαστική πτυχή της αναγνώρισης της 29.8.2022 έχει ήδη εξεταστεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2. Εκείνο που απομένει να μας απασχολήσει είναι το τι ακριβώς συνέβη ή διημείφθη κατά τη διάρκειά της και, κυρίως, η αποδεικτική αξία του αποτελέσματός της, υπό το φως της προηγούμενης αποστολής και υπόδειξης στην Παραπονούμενη της φωτογραφίας του Κατηγορούμενου 1.
Με αυτά υπόψη, ερχόμαστε στο τεκμήριο 59, ήτοι στα μηνύματα που αντάλλαξαν η Παραπονούμενη και η Μ. στις 29.7.2022. Επειδή το ακριβές περιεχόμενο και η σειρά των μηνυμάτων έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση της θέσης περί επηρεασμού της Παραπονούμενης και των συνθηκών υπό τις οποίες περιήλθε στην κατοχή της η φωτογραφία του Κατηγορούμενου 1, παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό μέρος της συνομιλίας («Π»: Παραπονούμενη, «Μ»: Μ.):
« Μ.: Τι έγινε Eχθές βράδυ Aγάπη μ;;;;
Π.: ροτα τον φίλο σουυ
Μ.: Δεν μας λένε γαμω το κεφάλι τους
Π.: Ελπίζω αυτά που μου έκαναν να
μην σας τα κανουν και σε εσας
Μ.: Μου είπαν τα παιδιά
Και έπαθα σοκ
Είναι αλήθεια ότι σε βίασαν
Π.: Gia na sto ipan
Kati tha xerun
Μ.: Δεν μου είπαν μου είπαν μόνο ότι κάτι Έγινε χθες.
Πες μου λίγο τι έγινε ποιο σε πείραξαν
Π.: Den ehw embistosini na soupw
Ise filitus
Μ.: Eμπιστέψου δεν είμαι Ανθρώπους να τα λέω.
Π.: Apla ena tha supw
Min tus empistevesee
Kanena apo ekinuss
Μ.: Aπλά πες μου τι έγινε να καταλάβω τι έγινε
και να σταματήσω και εγώ να κάνω παρέα μαζί τους
σε παρακαλώ
Π.: Rota tuss
Μ.: Δεν μου έχουν δείξει κάτι το οποίο να μ δείξουν
ότι είναι κακοί μαζί τους μεγάλωσα
Δεν μου λένε
Π.: Esi pws emathes pws mou
ekanan kt omws?
Μ.: Τα είπαν σε κάτι παιδιά και εκείνοι το είπαν σε μένα
Αλλά δεν λένε να μάθουνε τι έγινε
Π.: Mpravoo ree na pane na lene
ti ekanan se mia kopela p den
ihe dianami na kani tpta yia na
to apofigi
Dinami
Μ.: Μπφφφ
Mε αγχωνεις
Πες μου ποιοι σε πειράξαν μόνο μην κατηγορηθούν
άδικα άλλη
Π.: Xerw pioi me piraxan k
kanenas den tha katigorithi
adikaa
Μ.: Κλαίνε άλλα δύο άτομα και η
άλλη βάζουν τα βαρετά άλλου
Π.: Haha mipws klei k o n…?[28]
Μ.: Ναι από ότι μ είπαν ναι
Π.: Ma aftos ta ekanee olaa
Μ.: Ο Α…[29] έκανε κάτι
Γτ όλοι την γλίτωσαν αλλά μόνο ο Ν… και ο Α… τους πήραν μέσα
Ποιοι ήταν εκεί πες μου να μάθω και θα πάω εγώ να τους δώσω
Π.: Itan para poli kapu sta 7 me
8 pedia
Μ.: Όλοι όσοι ήταν εκεί σε βίασαν;
Π.: Ohii
Μ.: Εε ποιος φταίει σε πείραξε ο Γ…[30] ένας με σπασμένα δόντια
Γτ όλοι βάζουν τα βαρετά σε αυτούς τους δυο
Π.: Den xr an ton legane g..
ton alo
Μ.: Μισό να σου στείλω φωτό τους να μου πεις ποιοι ήταν
Π.: Entaxii
Μ.: Βρήκα όσους μπορούσα
(ακολουθούν πέντε φωτογραφίες προσώπων, εκ των οποίων η μια – τελευταία - είναι η φωτογραφία τεκμήριο 58 του Κατηγορούμενου 1)
Μ.: Ποιοι από αυτούς είναι;
Π.: O n…[31] siguraa
Μ.: Θυμάσαι κάποιον άλλον
(ακολουθεί μια φωτογραφία ενός προσώπου – πρόκειται για τη δεύτερη εκ των πέντε που στάλθηκαν προηγουμένως)
Π.: Itan k eki aftos
Ala den me piraxee
Den m ekne tptaa
Itan para poli kalos
❤️
Μ.: Το ξέρω αυτό το παιδί είναι μάλαμα
Γενικώς ο μόνος που εμπιστεύομαι είναι αυτός
Π.: K kala kaniss
❤️
Μ.: Δηλαδή μόνο τον Ν. θυμάσαι;
Π.: Thimame enan v.
Ena slugko
Kt etsi
Μ.: Β.;
Π.: Nn
Μ.: Αυτή είναι εξωωω
Τους άφησαν
Και αυτή δεν θα πάθουν κάτι
Π.: Tous afisan olus?
Μ.: Ναι εκτός τον Ν.. και τον Α…
(ακολουθεί μια φωτογραφία ενός προσώπου – πρόκειται για την πρώτη εκ των πέντε που στάλθηκαν προηγουμένως)
Μ.: Αυτός είναι ο Α…
Π.: Aftos den ekane tpta
Itan kpios alos p ekne me
spasmena kapws dogkia
❤️
Μ.: Μίλησε σε παρακαλώ
Έχει παιδί
Ο Γ…[32] αυτός
Αυτός είναι
Ο Γ.. με ένα σπασμένα δόντια
(ακολουθεί η φωτογραφία τεκμήριο 58 του κατηγορούμενου 1)
Π.: P to ena ine kapos pio
megalo?
To dontii
Μ.: Ναι αυτός γαμώ το Δόντι του
Π.: Aftos k o n.. mono me
piraxan
I ali evlepan
Apo to mpalkoni »
Στη συνέχεια η Μ. καλεί την Παραπονούμενη να μιλήσει και να πει ότι ο Α. είναι καθαρός αφού δεν έκανε τίποτε και να βάλει μέσα αυτούς που την πείραξαν και όχι όσους δεν την πείραξαν, με την Παραπονούμενη να απαντά ότι θα κάνει ό,τι μπορεί. Η συνομιλία συνεχίζει και είναι γεγονός ότι ενώ αρχικά η Μ. ζήτησε από την Παραπονούμενη να τιμωρήσει όσους την πείραξαν, στη συνέχεια προσπαθεί να την πείσει να αλλάξει την κατάθεση της, λέγοντας της ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν έχει μαμά, ο μπαμπάς του είναι φτωχός και ότι δουλεύει για να κάνει κάτι καλύτερο για τον μπαμπά του, καθώς και ότι κατάλαβε το λάθος του και το να το παραδεχτεί σημαίνει πολλά. Περαιτέρω, την καλεί να αλλάξει την κατάθεση της επειδή είναι κρίμα γιατί θα μπουν μέσα ισόβια και ότι αυτό που έκανε ήταν ένα μάθημα για αυτούς, ότι δεν είναι κακά παιδιά και ότι όλοι μετάνιωσαν και θέλουν να της ζητήσουν συγγνώμη, με την Παραπονούμενη να της λέει ότι θα προσπαθήσει. Οπότε η μαρτυρία της Παραπονούμενης ότι της ζήτησε να «αλλάξει» την κατάθεση της, επιβεβαιώνεται.
Από την εξέλιξη της μεταξύ τους συζήτησης, που λεπτομερώς έχει καταγραφεί ανωτέρω, παρατηρούμε τα εξής:
1. Όταν στάλθηκαν από τη Μ. οι πρώτες πέντε φωτογραφίες διαφόρων προσώπων, μέσα σε αυτές περιλαμβανόταν και η φωτογραφία τεκμήριο 58 του Κατηγορούμενου 1, πλην όμως η Παραπονούμενη δεν αντέδρασε και δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με το συγκεκριμένο πρόσωπο. Αναφέρθηκε στον Κατηγορούμενο 1 και σε ένα άλλο πρόσωπο, λέγοντας ότι το τελευταίο βρισκόταν εκεί, αλλά δεν την πείραξε.
2. Στη συνέχεια, η Μ. της αποστέλλει εκ νέου φωτογραφία και της υποδεικνύει ότι πρόκειται για τον Α., με την Παραπονούμενη να της απαντά ότι δεν της έκανε κάτι και ότι αυτός που της έκανε είχε κάπως σπασμένα δόντια.
3. Η Μ. τότε επανέρχεται και της ζητά να πει αν ήταν ο Γ. «με ένα σπασμένα δόντια» και την Παραπονούμενη να την ερωτά αν το ένα του δόντι είναι κάπως πιο μεγάλο.
4. Η Παραπονούμενη καθόρισε το πρόσωπο στη φωτογραφία 58 ως το δεύτερο πρόσωπο μόνο μετά την καταφατική απάντηση της Μ. ότι το ένα δόντι του ήταν μεγαλύτερο. Δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε δική της αναφορά ότι διέκρινε στη φωτογραφία το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που είχε περιγράψει στην πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεσή της. Τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία, εφόσον στη φωτογραφία τεκμήριο 58 ο Κατηγορούμενος 1 απεικονίζεται με κλειστό στόμα και, επομένως, το χαρακτηριστικό των δοντιών του δεν ήταν ορατό. Περαιτέρω, δεν βρίσκεται ενώπιόν μας οποιαδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε πράγματι το συγκεκριμένο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στα δόντια του.
Στις 30.7.2022 η Παραπονούμενη μετέβη στον αστυνομικό σταθμό για τη διαδικασία αναγνώρισης του Α.Μ., τον οποίο δεν αναγνώρισε ως το δεύτερο πρόσωπο. Στη δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση που ακολούθησε, ανέφερε ότι το δεύτερο πρόσωπο ήταν ο Γ[33]. Ερωτηθείσα να τον περιγράψει και να αναφέρει πώς έμοιαζε εξωτερικά, δεν έδωσε οποιαδήποτε περιγραφή, αλλά ανέφερε ότι μπορούσε να τον υποδείξει σε φωτογραφία που είχε στο κινητό της. Πρόκειται για τη φωτογραφία που εκτυπώθηκε και κατατέθηκε ως τεκμήριο 58, την οποία είχε εξασφαλίσει υπό τις συνθήκες που αναφέρθηκαν ανωτέρω.
Όπως αναφέρθηκε ήδη, μετά την υπόδειξη του προσώπου στη φωτογραφία τεκμήριο 58, η Παραπονούμενη ενημερώθηκε ότι το πρόσωπο αυτό είχε αναχωρήσει για την Ελλάδα και ότι η Αστυνομία θα προέβαινε σε ενέργειες για τη μεταφορά του στην Κύπρο. Ακολούθως, στις 29.8.2022 κλήθηκε σε διαδικασία αναγνώρισης. Όπως η ίδια ανέφερε, της ζητήθηκε να αναγνωρίσει κάποιον «γιατί ήταν εκείνος που ήταν τζιαμέ εκείνη τη νύχτα νομίζω».
Έχουμε ήδη εξετάσει τη διαδικαστική πτυχή της αναγνώρισης που έγινε στις 29.8.2022 και απορρίψει τη θέση ότι επρόκειτο για «στημένη διαδικασία». Ως προς το τι ακριβώς συνέβη, από το τεκμήριο 37 προκύπτει ότι η Παραπονούμενη είδε τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος βρισκόταν μόνος σε δωμάτιο του αστυνομικού σταθμού, μέσω μονοδρομικού υαλοπίνακα και ανέφερε «εν τούτος ο δεύτερος». Ο Κατηγορούμενος 1 κλήθηκε ακολούθως να αναφέρει μεγαλοφώνως το όνομά του και, όταν του επεστήθη η προσοχή στον νόμο, απάντησε «τι να πω για αυτό;». Δεν ζητήθηκε από την Παραπονούμενη να εξηγήσει βάσει ποιου ή ποιων χαρακτηριστικών αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 1, ούτε έγινε οποιαδήποτε ενέργεια ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτός έφερε πράγματι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των δοντιών στο οποίο είχε αναφερθεί στην πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεσή της.
Η αποδεικτική αξία της πιο πάνω αναγνώρισης πρέπει να εξεταστεί υπό το φως όλων όσων είχαν προηγηθεί: της αρχικής δυνατότητας παρατήρησης του δεύτερου προσώπου, της περιγραφής που δόθηκε στην πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεση, των μηνυμάτων της Μ., της προηγούμενης αποστολής και υπόδειξης της φωτογραφίας του Κατηγορούμενου 1 και των πληροφοριών που είχαν εν τω μεταξύ δοθεί στην Παραπονούμενη.
Υπό το φως των ανωτέρω και με δεδομένο ότι η ταυτότητα του Κατηγορούμενου 1 αποτελεί ουσιώδες και αμφισβητούμενο ζήτημα και η υπόθεση εναντίον του εξαρτάται ουσιαστικά από την οπτική αναγνώριση προσώπου που η Παραπονούμενη δεν γνώριζε προηγουμένως, έρχονται στο προσκήνιο οι αρχές περί αναγνώρισης προσώπου που τέθηκαν στην κλασική υπόθεση R v. Turnbull and Others (1976) 3 All ER 549[34].
Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ιωάννου (2013) 2 Α.Α.Δ. 601, λέχθηκαν τα εξής:
« Κατ' αρχή θα πρέπει να επισημάνουμε ότι θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull, εγείρεται μόνο όταν η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου εξαρτάται, αποκλειστικά ή ουσιαστικά, από την αναγνωριστική μαρτυρία και η ορθότητα της εν λόγω μαρτυρίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση.
Έχοντας προβεί στην πιο πάνω επισήμανση, προχωρούμε να εξετάσουμε το πρώτο ζήτημα που εγείρεται στην παρούσα έφεση και που είναι ο τρόπος με τον οποίο το Κακουργιοδικείο προσήγγισε την αναγνωριστική μαρτυρία. Το βασικό ερώτημα που προβάλλει είναι: Κάτω από τις περιστάσεις και ιδιαίτερα ενόψει των λόγων για τους οποίους απέρριψε τη συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας των Μ.Κ.5, Μ.Κ.11 και Μ.Κ.16, το Κακουργιοδικείο, προτού απορρίψει την εν λόγω μαρτυρία, όφειλε, ως είναι η θέση του εφεσείοντα, να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, ή όχι;
Η υποστηρικτική μαρτυρία σε θέματα αναγνώρισης υπόπτων πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να υποστηρίξει και ταυτόχρονα να τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους.
Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί.
Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε, εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας.
Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας.
Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσης, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas (2012) ENCA CRIM. 2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Turnbull).
Επομένως, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης ή μη του εκδικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, εφόσον, ούτως ή άλλως, τέτοια μαρτυρία, υπόκειται στη βάσανο της αξιολόγησης αφού αυτή αποτελεί μέρος του συνόλου της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη.
Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Turnbull είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο οι σχετικές αρχές πρέπει να τυγχάνουν χειρισμού και το όλο θέμα να προσεγγίζεται:
"All these matters go to the quality of the identification evidence. If the quality is good and remains good at the close the accused's case, the danger of a mistaken identification is lessened; but the poorer the quality, the greater the danger.
In our judgment when the quality is good, as for example when the identification is made after a long period of observation, or in satisfactory conditions by a relative, a neighbour, a close friend, a workmate and the like, the jury can safely be left to assess the value of the identifying evidence even though there is no other evidence to support it; provided always, however, that an adequate warning has been given about the special need for caution. Were the Courts to adjudge otherwise, affronts to justice would frequently occur ..................
When, in the judgment of the trial judge, the quality of the identifying evidence is poor, as for example when it depends solely on a fleeting glance or on a longer observation made in difficult conditions, the situation is very different. The judge should then withdraw the case from the jury and direct an acquittal unless there is other evidence which goes to support the correctness of the identification. This may be corroboration in the sense lawyers use that word; but it need not be so if its effect is to make the jury sure that there has been no mistaken identification ...
The trial judge should identify to the jury the evidence which he adjudges is capable of supporting the evidence of identification. If there is any evidence or circumstances which the jury might think was supporting when it did not have this quality, the judge should say so." »
Εν προκειμένω η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι είδε και ήρθε σε επαφή με το δεύτερο πρόσωπο, περιγράφοντας συγκεκριμένη πράξη του σε βάρος της. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ένα εκ των προσώπων που βρίσκονταν στο διαμέρισμα το επίδικο βράδυ και το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο το δεύτερο πρόσωπο ήταν πράγματι ο Κατηγορούμενος 1.
Εξετάζοντας την ποιότητα της αναγνώρισης, λαμβάνουμε υπόψη ότι, σύμφωνα με την εκδοχή της Παραπονούμενης, το δεύτερο πρόσωπο βρέθηκε σε κοντινή απόσταση και ήρθε σε άμεση σωματική επαφή μαζί της. Από την άλλη, η ίδια ανέφερε αρχικά ότι δεν το είχε προσέξει πολύ καλά, μολονότι έδωσε μια γενική περιγραφή και αναφέρθηκε σε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των δοντιών του. Περαιτέρω, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ, ενώ δεν προκύπτει με σαφήνεια η διάρκεια και οι ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες είχε τη δυνατότητα να παρατηρήσει το πρόσωπό του, ούτε υπάρχει μαρτυρία ως προς τον φωτισμό του δωματίου.
Έχουμε επίσης υπόψη ότι η Παραπονούμενη αναφέρθηκε στην παρουσία επτά ή οκτώ προσώπων στο διαμέρισμα και ανέφερε ορισμένα ονόματα, τα οποία δεν κατέστη δυνατό να συνδεθούν από την Αστυνομία με συγκεκριμένα πρόσωπα. Κατά τη μεταγενέστερη έρευνα του διαμερίσματος εντοπίστηκαν πέντε πρόσωπα. Η διαφορά αυτή δεν επιτρέπει αφ’ εαυτής συμπέρασμα ότι η αναφορά της Παραπονούμενης ήταν εσφαλμένη, αφού δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι άλλα πρόσωπα είχαν ήδη αποχωρήσει ή ότι τα ονόματα που ανέφερε ήταν παρατσούκλια. Αφήνει, όμως, αδιευκρίνιστο τον ακριβή αριθμό και την ταυτότητα όλων των προσώπων που βρίσκονταν στο διαμέρισμα κατά τον ουσιώδη χρόνο και δεν συνδράμει στην ασφαλή ταυτοποίηση του Κατηγορούμενου 1 ως του δεύτερου προσώπου.
Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η αρχική υπόδειξη του Κατηγορούμενου 1 δεν προέκυψε από αυθόρμητη αναγνώριση της φωτογραφίας του. Όταν η φωτογραφία τεκμήριο 58 της στάλθηκε αρχικά μαζί με άλλες φωτογραφίες, η Παραπονούμενη δεν τον υπέδειξε. Τον καθόρισε ως το δεύτερο πρόσωπο μόνο όταν η Μ. κατονόμασε τον Γ. ως το πρόσωπο με τα σπασμένα δόντια, απέστειλε εκ νέου τη φωτογραφία του και επιβεβαίωσε στην Παραπονούμενη ότι το ένα δόντι του ήταν μεγαλύτερο. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν ήταν ορατό στη φωτογραφία, στην οποία ο Κατηγορούμενος 1 εμφανίζεται με κλειστό στόμα.
Η αναγνώριση της 29.8.2022 δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητη από όσα είχαν προηγηθεί. Κατά τον χρόνο εκείνο η Παραπονούμενη είχε ήδη δει επανειλημμένα τη φωτογραφία του Κατηγορούμενου 1, τον είχε υποδείξει στη Μ.Κ.17 ως το δεύτερο πρόσωπο και είχε ενημερωθεί ότι είχε αναχωρήσει για την Ελλάδα και ότι η Αστυνομία προέβαινε σε ενέργειες για τη μεταφορά του στην Κύπρο. Υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι κατά τη διαδικασία της 29.8.2022 αναγνώρισε το πρόσωπο της φωτογραφίας που της είχε προηγουμένως υποδειχθεί και όχι το πρόσωπο που είχε συγκρατήσει στη μνήμη της από το επίδικο περιστατικό.
Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, καταλήγουμε ότι η ποιότητα της αναγνώρισης είναι φτωχή και δεν παρέχει, αφ’ εαυτής, ασφαλές έρεισμα για την ταύτιση του Κατηγορούμενου 1 με το δεύτερο πρόσωπο. Έχοντας κατά νου την ιδιαίτερη ανάγκη προσοχής που επιβάλλεται σε περιπτώσεις αναγνωριστικής μαρτυρίας[35], εξετάσαμε κατά πόσο υπάρχει άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητά της και να αποκλείσει, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους.
Τέτοια μαρτυρία δεν εντοπίζεται. Η παρουσία του Κατηγορούμενου 1 στο διαμέρισμα δεν αμφισβητείται. Ούτε, επομένως, η παρουσία του εκεί ούτε ο εντοπισμός γενετικού υλικού του στη μαξιλαροθήκη τεκμήριο 8, εάν ληφθεί υπόψη ότι διέμενε και ο ίδιος εκεί, τείνουν να αποδείξουν ότι αυτός ήταν το δεύτερο πρόσωπο που εισήλθε στο υπνοδωμάτιο και προέβη στην πράξη που περιέγραψε η Παραπονούμενη. Οι αναφορές του Κατηγορούμενου 2 δεν μπορούν, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, να χρησιμοποιηθούν ως μαρτυρία σε βάρος του Κατηγορούμενου 1.
Έχουμε συνεκτιμήσει και τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι τόσο η αρχική αναχώρηση του Κατηγορούμενου 1 στην Ελλάδα, αφού προηγουμένως έδωσε αναληθή εξήγηση στον εργοδότη του, όσο και η μεταγενέστερη φυγοδικία του κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, συνιστούν συμπεριφορά ενδεικτική επίγνωσης της ενοχής του. Τέτοια συμπεριφορά μπορεί, αναλόγως των περιστάσεων, να ληφθεί υπόψη ως στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας,[36] δεν οδηγεί όμως αφ’ εαυτής στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν το δεύτερο πρόσωπο που περιέγραψε η Παραπονούμενη. Η φυγή ή η φυγοδικία είναι δυνατό να οφείλεται σε περισσότερους από έναν λόγους και η αποδεικτική της σημασία πρέπει να εκτιμάται υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη και αν η πιο πάνω συμπεριφορά δημιουργεί εύλογα υποψίες, δεν παρέχει απάντηση στις ουσιώδεις αδυναμίες που έχουν εντοπιστεί ως προς την αναγνώριση του Κατηγορούμενου 1 ούτε αποτελεί ανεξάρτητο στοιχείο που να τον συνδέει με την πράξη του δεύτερου προσώπου. Συνεκτιμώμενη με το σύνολο της μαρτυρίας, δεν είναι ικανή να άρει την αμφιβολία που παραμένει ως προς την ταυτότητα του προσώπου αυτού.
Στη βάση των ανωτέρω είναι προφανές πως δεν μπορούμε να καταλήξουμε με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε αυτό το πλαίσιο ότι το δεύτερο πρόσωπο στο οποίο αναφέρθηκε η Παραπονούμενη ήταν ο Κατηγορούμενος 1.
Η διαπίστωση αυτή βέβαια και η αδυναμία αποδοχής της μαρτυρίας αναγνώρισης του δεύτερου προσώπου δεν επηρεάζει τη γενικότερη αξιοπιστία της Παραπονουμενης εν σχέσει με την ταυτότητα ή τις πράξεις που απέδωσε στον Κατηγορούμενο 2. Ζητήματα σε σχέση με τα οποία, ως ήδη εξηγήσαμε η μαρτυρία της ως προς τις πράξεις που του αποδίδει επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τη θεληματική κατάθεση του τελευταίου, όπως επιβεβαιώνεται και η ύπαρξη δεύτερου προσώπου που εισήλθε στο δωμάτιο ως ήταν η θέση της Παραπονούμενης. Εν ολίγοις δηλαδή το εάν υπό τις περιστάσεις που επεξηγήθηκαν αναλυτικά ανωτέρω η μαρτυρία της εν σχέσει με την αναγνώριση του ενός εκ των δύο προσώπων που εμπλέκονταν (από τα πολλά που είδε εκείνο το βράδυ) και το οποίο δεν είχε δει ποτέ προηγουμένως, δεν είχε την απαιτούμενη ποιότητα για να οδηγήσει στην αποδοχή της ή και το γεγονός ότι η μαρτυρία της εν σχέση με την ακριβή πράξη που του απέδωσε μέσα στο όλο πλέγμα των τραυματικών γεγονότων που περιέγραψε δεν είχε την απαιτούμενη βεβαιότητα για να μπορεί να γίνει αποδεκτή στο πλαίσιο αυτό, δεν σημαίνει πως η Παραπονούμενη δεν ήταν πρόσωπο ειλικρινές και αξιόπιστο. Τουναντίον φαίνεται πως η μαρτυρία της σε ουσιαστικές της πτυχές επιβεβαιώνεται από τη θεληματική κατάθεση του Κατηγορούμενου 2, μη αφήνοντας στο μυαλό μας καμμιά απολύτως αμφιβολία πως επρόκειτο για ένα πρόσωπο που δεν προσήλθε με αλλότρια κίνητρα ή με σκοπό να συσκοτίσει τα γεγονότα αλλά να αναφέρει αυτά που μπορούσε εκ των όσων βίωσε με τραυματικό τρόπο εκείνο το βράδυ. Εξάλλου δεν μας υποδείχθηκε ούτε εντοπίζουμε κίνητρο για να πράξει κάτι τέτοιο και να υποβάλει τον εαυτό της σε αυτή την εξευτελιστική για την προσωπικότητα της διαδικασία κατά την οποία κλήθηκε μετά από πάροδο ετών να ανακαλέσει στη μνήμη της τραυματικά για την ίδια γεγονότα ενώπιον αγνώστων.
Πέραν και ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης μας ως προς την αξιοπιστία της Παραπονούμενης σημειώνουμε πως η όλη η εικόνα που η ίδια μας μετέφερε συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ.10.
Η εμπειρογνωμοσύνη της συγκεκριμένης μάρτυρος στον τομέα που κατέθεσε δεν αμφισβητήθηκε. Έχοντας υπόψη της σπουδές, την εκπαίδευση και την εμπειρία της, όπως προκύπτουν από το βιογραφικό της (τεκμήριο 68), καθώς και τα όσα ανέφερε ενώπιον μας, την αποδεχόμαστε ως εμπειρογνώμονα. Από εκεί και πέρα σημειώνουμε ότι ήταν μάρτυρας που δεν γνώριζε οποιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων στην υπόθεση, ούτε είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον να εξυπηρετήσει. Η εντύπωση δε που αποκομίσαμε ήταν ότι η εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε με τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό να παραθέσει την επιστημονική της άποψη επί των όσων ερωτάτο, δίδοντας τα απαραίτητα στοιχεία και εχέγγυα για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει τη μαρτυρία της, συμμορφούμενη πλήρως προς τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιων προσώπων, τις οποίες είχαμε υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της[37].
Η Μ.Κ.10 αναφέρθηκε στις αφηγήσεις της Παραπονούμενης και στα ψυχολογικά ενοχλήματα που αυτή παρουσίαζε μετά το καταγγελθέν περιστατικό. Μεταξύ άλλων, κατέγραψε απομόνωση και απομάκρυνση από το οικογενειακό και φιλικό της περιβάλλον, δυσκολίες στον ύπνο και εφιάλτες, επανειλημμένες και ακούσιες μνήμες του περιστατικού, κλάμα και θλίψη, αυξημένη ευερεθιστότητα και εκρήξεις θυμού, καθώς και προσπάθεια αποφυγής ερεθισμάτων που συνδέονταν με αυτό. Η αντιδραστική συμπεριφορά της Παραπονούμενης, οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε και οι εφιάλτες επιβεβαιώνονται και από τη μαρτυρία των Μ.Κ.11 και Μ.Κ.13, κατά το μέρος που αυτή έχει ήδη γίνει αποδεκτή.
Η μάρτυρας εξήγησε επίσης με σαφήνεια την κλινική της διάγνωση, παραπέμποντας στα διαγνωστικά κριτήρια του σχετικού εγχειριδίου (τεκμήριο 69). Με βάση την αξιολόγησή της, η Παραπονούμενη παρουσίαζε ενεργή συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες. Ειδικότερα, διαπιστώθηκαν διεισδυτικά συμπτώματα, επίμονη αποφυγή σχετικών ερεθισμάτων, αρνητικές μεταβολές στις γνωστικές λειτουργίες και στη διάθεσή της, καθώς και μεταβολές στη διεγερσιμότητα και την αντιδραστικότητά της, οι οποίες επηρέαζαν σημαντικές περιοχές της λειτουργικότητάς της.
Αποδεχόμαστε, συνεπώς, τη μαρτυρία της Μ.Κ.10 ως προς την ύπαρξη της πιο πάνω συμπτωματολογίας και την κλινική διάγνωση στην οποία κατέληξε. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη τη θέση της ότι δεν διαπίστωσε πως η αφήγηση της Παραπονούμενης ήταν επιτηδευμένη. Η μαρτυρία της είναι συμβατή με το ότι η Παραπονούμενη βίωσε ως τραυματικό το περιστατικό στο οποίο αναφερόταν και, υπό αυτή την έννοια, υποστηρίζει τη μαρτυρία της.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν υφίσταται νομοθετική υποχρέωση αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας ούτε αυτοπροειδοποίησης του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, καθ’ όσον αφορά τα αδικήματα της σεξουαλικής παρενόχλησης γυναίκας και της συμμετοχής σε σεξουαλική πράξη με παιδί με τη χρήση βίας. Σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία αναφερθήκαμε ανωτέρω, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας όταν το επιβάλλουν «οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, ο συγκεκριμένος μάρτυρας και τα προβλήματα της συγκεκριμένης μαρτυρίας» ή όταν το Δικαστήριο αισθάνεται την ανάγκη να το πράξει.
Στην προκειμένη περίπτωση, σημειώνουμε κατ’ αρχάς ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης ως προς τον Κατηγορούμενο 2 ήταν συγκεκριμένη και σαφής στον πυρήνα της. Από την πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεσή της τον κατονόμασε ως το πρόσωπο με το οποίο μετέβη στο υπνοδωμάτιο και περιέγραψε τη σεξουαλική πράξη, την αντίδρασή της και την έλλειψη συναίνεσης. Η μαρτυρία της, συνεπώς, δεν παρουσιάζει τα θεμελιώδη κενά που απασχόλησαν το Εφετείο στην υπόθεση Σ.Σ. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω).
Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της βεβαίως εντοπίστηκαν επιμέρους ζητήματα, τα οποία μας προβλημάτισαν και ως προς τα οποία, για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, δεν αισθανθήκαμε την αναγκαία ασφάλεια να στηριχθούμε σε αυτήν. Τα ζητήματα αυτά, όμως, δεν κλονίζουν τη σαφήνεια και τη συνοχή του πυρήνα της εκδοχής της ως προς τον Κατηγορούμενο 2 για λόγους που ήδη εξηγήσαμε αναλυτικά πιο πάνω. Η εκδοχή της ως προς τη σεξουαλική πράξη, την αντίδρασή της και την έλλειψη συναίνεσης παρέμεινε σταθερή και συνάδει, στις ουσιώδεις πτυχές της, με τη λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Υπό το φως της συνολικής αξιολόγησής της, αισθανόμαστε την αναγκαία ασφάλεια να στηριχθούμε στη μαρτυρία της ως προς τον Κατηγορούμενο 2, χωρίς να κρίνουμε αναγκαία την άσκηση της διακριτικής μας ευχέρειας προς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας.
Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη και για την περίπτωση που ήθελε επικρατήσει αντίθετη άποψη και κριθεί ότι οι περιστάσεις επέβαλλαν την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας, εξετάζουμε στη συνέχεια κατά πόσο τέτοια μαρτυρία υφίσταται.
Ως προς το τι θα μπορούσε να συνιστά ενισχυτική μαρτυρία, παραπέμπουμε στην Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 258. Παράπονο το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών του, μπορεί να λειτουργήσει ενισχυτικά της μαρτυρίας του παραπονούμενου προσώπου (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω, σ. 514 επ.). Για τη στοιχειοθέτηση ενός τέτοιου παραπόνου αρκούμαστε στο να πούμε ότι απαραίτητες προϋποθέσεις είναι να έχει καταδεχθεί ότι το παράπονο έγινε (i) ευθύς αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος, (ii) προς το πρώτο πρόσωπο προς το οποίο μίλησε το φερόμενο θύμα ή προς το πρόσωπο το οποίο κρίνεται πως ήταν φυσικό να προβεί σε παράπονο και (iii) ήταν αυθόρμητο (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατία (2001) 2 Α.Α.Δ.618).
Στην προκειμένη περίπτωση, αμέσως μετά το περιστατικό και ενώ βρίσκονταν ακόμα στα σκαλιά της πολυκατοικίας, έχουμε αποδεχθεί ότι η Παραπονούμενη ανέφερε στη Μ.Κ.15 ότι την «πείραξαν». Έχουμε επίσης αποδεχθεί εκ της της μαρτυρίας της Μ.Κ.15 ότι η Παραπονούμενη προέβη σε μια αναφορά προς αυτήν που είχε την έννοια της μη συναινετικής σεξουαλικής επαφής. Η Μ.Κ.15 ήταν φίλη της Παραπονούμενης και το επίδικο βράδυ ήταν μαζί σε έξοδο, και ήταν το πρώτο πρόσωπο στο οποίο ήταν φυσικό να αναφέρει τι είχε συμβεί. Η αναφορά έγινε αμέσως μετά την έξοδό τους από το διαμέρισμα, χωρίς να μεσολαβήσει οποιοδήποτε γεγονός από το οποίο να προκύπτει περιθώριο κατασκευής ή συνεννόησης, και ήταν αυθόρμητη. Το περιεχόμενό της συνάδει, ως προς τον πυρήνα του, με τη θέση που η Παραπονούμενη προώθησε εξαρχής σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, ότι δηλαδή υπήρξε σεξουαλική επαφή μαζί του χωρίς τη συναίνεση της.
Θεωρούμε όμως, ότι, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις και τη χρονική ακολουθία των γεγονότων, άμεσο παράπονο συνιστά και η αναφορά της προς τη Μ.Κ.16. Πρόκειται για φίλη της αδελφής της, την οποία η Παραπονούμενη αναζήτησε αμέσως μετά την αποχώρησή της από την πολυκατοικία, επειδή, όπως ανέφερε, γνώριζε ότι εργαζόταν εκεί και «εμπόρα να πάω σε κάποιο». Μόλις τη συνάντησε, της ανέφερε ότι είχε βιαστεί. Η αναφορά αυτή ακολούθησε σε άμεση χρονική συνέχεια το παράπονο προς τη Μ.Κ.15, έγινε προς πρόσωπο στο οποίο ήταν φυσικό να αποταθεί για βοήθεια και ήταν επίσης αυθόρμητη.
Το γεγονός ότι είχε προηγηθεί το παράπονο προς τη Μ.Κ.15 δεν αποκλείει, υπό τις περιστάσεις, τον χαρακτηρισμό και της μεταγενέστερης αναφοράς προς τη Μ.Κ.16 ως άμεσου παραπόνου, αφού ως φυσικοί αποδέκτες δύνανται να αναγνωριστούν περισσότερα πρόσωπα και διαδοχικά παράπονα μπορούν να εμπίπτουν στο άρθρο 10 του Κεφ. 9 (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, ανωτέρω, σελ. 521-522, υπό τον τίτλο «Φυσικός αποδέκτης και διαδοχικά παράπονα θύματος»)[38].
Καταλήγουμε, συνεπώς, ότι οι αναφορές της Παραπονούμενης προς τις Μ.Κ.15 και Μ.Κ.16 πληρούν, υπό τις περιστάσεις, τις προϋποθέσεις του άμεσου παραπόνου και θα μπορούσαν, εφόσον κρινόταν αναγκαία η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας να λειτουργήσουν ενισχυτικά της μαρτυρίας της ως προς το ουσιώδες επίδικο ζήτημα ότι η κολπική διείσδυση έγινε χωρίς τη συναίνεσή της.
Ενισχυτική μαρτυρία των ισχυρισμών ενός θύματος, μπορεί να αποτελέσει και η ορατή αναστάτωση του, όπως διαπιστώνεται από τρίτους, νοουμένου βεβαίως ότι η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη και ανεξάρτητη (R v. Redpath (1962) 46 Cr App R 319).
Στην R v. Chauhan (1981) 73. Cr App R 232), ο εφεσείων βρισκόταν σε γραφείο μόνος μαζί με την Παραπονούμενη. Η τελευταία, ισχυρίστηκε ότι ενώ συνομιλούσαν, της άγγιξε το στήθος και προσπάθησε να τη φιλήσει. Κλαίγοντας και για να διαφύγει, έτρεξε προς την τουαλέτα του πάνω ορόφου. Συνάδελφος που την άκουσε να κλαίει, την ακολούθησε τρέχοντας. Όταν την έφτασε, του ανέφερε τι είχε συμβεί. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι από τη στιγμή που υπήρχαν μόνο δύο πρόσωπα στο δωμάτιο με εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές ως προς το τι είχε λάβει χώραν, η κατάσταση της Παραπονουμένης, αμέσως μετά την έξοδό της από εκεί, αποτελούσε ενισχυτική μαρτυρία των ισχυρισμών της.
Στην Κύπρο το ζήτημα συζητήθηκε στην υπόθεση Καϊλής ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 251, όπου ο εφεσείων αντιμετώπιζε, μεταξύ άλλων, κατηγορίες απαγωγής και βιασμού της Παραπονουμένης, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 14 ½ . Ο εφεσείων αντί να την επιστρέψει στον χώρο από όπου την είχε παραλάβει, την οδήγησε με το όχημά του σε λόφο και ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της. Ήταν παρθένα και άρχισε να αιμορραγεί. Αφού της ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι ήταν παρθένα, την επέστρεψε από εκεί που την πήρε και την άφησε στον δρόμο. Ήταν φοβισμένη και τρομοκρατημένη και πονούσε πολύ. Μετέβη στην οικία γνωστού της και ακολούθως γνωστοποίησε το περιστατικό σε φίλη της και στη μητέρα της. Στην καταδικαστική απόφαση, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη ως ενισχυτική μαρτυρία την κακή κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί η Παραπονούμενη. Στην έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η κατάσταση αναστάτωσης, αποτελεί ενισχυτική μαρτυρία (μολοταύτα περιορισμένης βαρύτητας), μονάχα εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις και ότι τέτοιες υπάρχουν όπου οι συνθήκες υποβολής του παραπόνου αποκλείουν προσποίηση, θεατρινισμό, πλαστότητα ή παραποίηση (βλ. επίσης Brierley v. Αστυνομίας, Ποιν. Eφ. 101/11 ημερομηνίας 19.7.12).
Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε ήδη αναφερθεί στην ιδιαίτερα αναστατωμένη κατάσταση της Παραπονούμενης, η οποία παρατηρήθηκε αμέσως μετά την έξοδό της από το διαμέρισμα και εξακολουθούσε κατά τη μετάβασή της στον χώρο εργασίας της Μ.Κ.16 και ακολούθως κατά την παραμονή της στον αστυνομικό σταθμό. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.9, ο οποίος εντόπισε την Παραπονούμενη και τη Μ.Κ.15 στα σκαλιά της πολυκατοικίας όπου βρισκόταν το διαμέρισμα, ανέφερε ότι η Παραπονούμενη φαινόταν φοβισμένη και έκλαιγε. Η Μ.Κ.16, στην οποία προσέτρεξε αμέσως μετά για βοήθεια, την περιέγραψε να κλαίει και να είναι αναστατωμένη και, με σφιγμένες τις γροθιές και τρέμοντας, να της αναφέρει ότι είχε βιαστεί. Ακολούθως, στον αστυνομικό σταθμό, η Μ.Κ.4 την περιέγραψε να επαναλαμβάνει «εν το ήθελα» και να καλύπτει το σώμα της με τα χέρια της. Τέλος, η Μ.Κ.11 ανέφερε ότι η Παραπονούμενη έπεσε στην αγκαλιά της και φώναζε, κλαίγοντας, ότι «δεν το ήθελε». Βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και, όταν η μάρτυρας προσπαθούσε να της δώσει τα ρούχα της, της έλεγε «Μεν μου τζίζεις, μεν μου τζίζεις».
Οι πιο πάνω μαρτυρίες, κατά το μέρος που αφορούν όσα οι ίδιοι οι μάρτυρες παρατήρησαν, έχουν ανεξάρτητη προέλευση, κρίθηκαν αξιόπιστες και παρέμειναν αναντίλεκτες. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουμε στο γεγονός ότι ο Μ.Κ.9, πρόσωπο άσχετο προς την Παραπονούμενη, την είδε φοβισμένη και να κλαίει αμέσως μετά την έξοδό της από το διαμέρισμα, πριν μεσολαβήσει επικοινωνία της με συγγενικά της πρόσωπα ή με την Αστυνομία. Η ίδια εικόνα συνεχίστηκε και επιβεβαιώθηκε διαδοχικά από τους υπόλοιπους μάρτυρες.
Δεν παραγνωρίζουμε ότι η Παραπονούμενη τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και ότι η Μ.Κ.15 βρισκόταν στην κατάσταση που περιγράφηκε ανωτέρω. Τα δεδομένα αυτά θα μπορούσαν να εξηγήσουν κάποιο βαθμό σύγχυσης ή αναστάτωσης, όχι όμως ευλόγως το σύνολο και, κυρίως, τον συγκεκριμένο χαρακτήρα της αντίδρασής της: το κλάμα και το τρέμουλο, την κάλυψη του σώματός της, την αποστροφή της στο άγγιγμα και τις επανειλημμένες αναφορές ότι «δεν το ήθελε». Η χρονική εγγύτητα, η συνέχεια και η μορφή της αντίδρασής της συνδέουν την αναστάτωση με το περιστατικό που είχε μόλις καταγγείλει και αποκλείουν, κατά την κρίση μας, το ενδεχόμενο προσποίησης ή κατασκευής.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αναστατωμένη κατάσταση της Παραπονούμενης θα μπορούσε, εφόσον κρινόταν αναγκαία η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας, να αποτελέσει και αυτή ενισχυτική μαρτυρία της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, ως προς το ότι η σεξουαλική επαφή με τον Κατηγορούμενο 2 δεν πραγματοποιήθηκε με τη συναίνεσή της.
Γ. Νομική Πτυχή
Σεξουαλική παρενόχληση γυναίκας, κατά παράβαση των άρθρων 5(γ) και 7 του Ν.115(I)/2021 - Κατηγορία 6
Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 6, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 2 ότι ήρθε σε κολπική συνουσία με την Παραπονούμενη χωρίς τη συναίνεσή της, με αποτέλεσμα να προσβάλει την αξιοπρέπειά της.
Το άρθρο 7 του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:
« Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε ανεπιθύμητη από τη γυναίκα συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως η οποία εκφράζεται με λόγια ή με πράξεις και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της γυναίκας, ιδιαίτερα όταν μέσω αυτής της συμπεριφοράς, το εν λόγω πρόσωπο δημιουργεί εκφοβιστικό, εχθρικό, υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό ή προσβλητικό κλίμα προς τη γυναίκα αυτή, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.»
Ως αναφέρθηκε ήδη, το άρθρο 5(γ) του Νόμου κατατάσσει το προβλεπόμενο στο άρθρο 7 αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης στα αδικήματα βίας κατά γυναίκας.
Σύμφωνα δε με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου:
« «γυναίκα» σημαίνει πρόσωπο θηλυκού βιολογικού φύλου ή θηλυκής ταυτότητας φύλου και περιλαμβάνει τέτοιο πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του·
«σεξουαλική πράξη» σημαίνει πράξη, με ή χωρίς διείσδυση, η οποία-
(α) εύλογα θεωρείται ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξαρτήτως του σκοπού του προσώπου το οποίο προβαίνει σε αυτή, ή
(β) δυνατόν ως εκ της φύσεώς της να είναι σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται να την καθιστούν σεξουαλική. »
Από το λεκτικό του άρθρου 7 προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, απαιτείται συμπεριφορά: (α) σεξουαλικής φύσεως, (β) η οποία εκφράζεται με λόγια ή πράξεις, (γ) είναι ανεπιθύμητη από τη γυναίκα και (δ) έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειάς της.
Εν προκειμένω, η Παραπονούμενη ήταν ηλικίας 14 ετών και, επομένως, εμπίπτει στην έννοια του όρου «γυναίκα» για τους σκοπούς του Νόμου. Περαιτέρω, η εισαγωγή του πέους του Κατηγορούμενου 2 στον κόλπο της συνιστούσε, από τη φύση της, συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως. Επίσης, η συμπεριφορά αυτή ήταν ανεπιθύμητη, αφού, σύμφωνα με τα ευρήματά μας, η Παραπονούμενη δεν συναίνεσε, αλλά προσπάθησε να τον απωθήσει και του ζήτησε να σταματήσει.
Τέλος, οι συνθήκες υπό τις οποίες διενεργήθηκε η πράξη, ήτοι χωρίς τη συναίνεση της Παραπονούμενης και παρά τη σωματική και λεκτική αντίδρασή της, είχαν ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειάς της. Η παρουσία τρίτων προσώπων, τα οποία, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της, παρακολουθούσαν, εντείνει περαιτέρω τον προσβλητικό και ταπεινωτικό χαρακτήρα της πράξης. Δεν απαιτείται, υπό τα δεδομένα αυτά, να αποδειχθεί επιπροσθέτως ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε ως ειδικό σκοπό την προσβολή της αξιοπρέπειάς της, αφού το σχετικό αποτέλεσμα έχει αποδειχθεί.
Καταλήγουμε, επομένως, ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 6 και ο Κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να κριθεί ένοχος σε αυτή.
Συμμετοχή σε σεξουαλική πράξη με παιδί με τη χρήση βίας, κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(γ) του Ν.91(I)/2014 - Κατηγορία 8.
Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 8, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 2 ότι ήρθε σε κολπική συνουσία μαζί με την εν λόγω Παραπονούμενη, με τη χρήση βίας.
Το άρθρο 6(4)(γ) του Ν.91(Ι)/2014, έχει ως εξής:
« (4) Όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί όταν –
…
(γ) γίνεται χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου:
Νοείται ότι σε περίπτωση όπου το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία συναίνεσης κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, η ποινή φυλάκισης που προνοείται στις παραγράφους (α) και (γ) δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη.»
Με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου:
« «παιδί σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ (18) ετών».
«σεξουαλική πράξη» περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη η οποία εύλογα θεωρείται-
(α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή
(β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική.
«βία» περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία δύναται να προκληθεί βλάβη στο θύμα·
«ηλικία συναίνεσης» σημαίνει την ηλικία κάτω της οποίας, απαγορεύεται η τέλεση σεξουαλικών πράξεων με παιδί και η οποία ορίζεται ως η ηλικία των δεκαεπτά (17) ετών.»
Σημειώνεται περαιτέρω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18(2) του Νόμου[39], η συναίνεση παιδιού το οποίο δεν έχει φθάσει στην ηλικία συναίνεσης, ακόμη και αν είναι πραγματική, δεν αποτελεί υπεράσπιση σε σχέση με οποιοδήποτε από τα αδικήματα που προβλέπονται στον Νόμο. Επομένως, δεδομένου ότι η Παραπονούμενη ήταν ηλικίας 14 ετών, η προβαλλόμενη θέση ότι η σεξουαλική επαφή ήταν συναινετική δεν θα μπορούσε αφ’ εαυτής να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο 2 από ποινική ευθύνη δυνάμει του Νόμου. Τούτο δεν αναιρεί, όμως, την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδίδεται και, ειδικότερα, τη χρήση βίας που απαιτεί το άρθρο 6(4)(γ).
Από το λεκτικό του άρθρου 6(4)(γ) προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, απαιτείται: (α) συμμετοχή του κατηγορουμένου σε σεξουαλική πράξη με παιδί και (β) χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής. Πρόκειται για διαζευκτικά στοιχεία και, στην προκειμένη περίπτωση, η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζεται στη χρήση βίας.
Εν προκειμένω, η Παραπονούμενη ήταν ηλικίας 14 ετών και, επομένως, αποτελούσε παιδί εν τη εννοία του Νόμου, ενώ δεν είχε φθάσει ούτε στην ηλικία συναίνεσης. Περαιτέρω, η εισαγωγή του πέους του Κατηγορούμενου 2 στον κόλπο της συνιστούσε, από τη φύση της, σεξουαλική πράξη στην οποία ο ίδιος συμμετείχε.
Τέλος, κρίνουμε ότι αποδείχθηκε και η χρήση βίας. Σύμφωνα με τα ευρήματά μας, η Παραπονούμενη προσπάθησε να απωθήσει τον Κατηγορούμενο 2 με τα χέρια της και του ζήτησε να σταματήσει. Εκείνος, όμως, παρά τη σωματική και λεκτική αντίδρασή της, συνέχισε τη σεξουαλική πράξη, ενώ η ίδια, λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν, δεν είχε τη δύναμη να τον απομακρύνει. Η συνέχιση της πράξης παρά τη σωματική και λεκτική αντίσταση της Παραπονούμενης και παρά την εκφρασμένη θέλησή της να σταματήσει συνιστά, υπό τις περιστάσεις, χρήση βίας εντός της έννοιας του Νόμου. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι η συμπεριφορά αυτή δεν ήταν μόνο ικανή να προκαλέσει βλάβη, αλλά, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.10, συνδέθηκε και με την ψυχική βλάβη που εκδηλώθηκε μεταγενέστερα με ενεργή συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες.
Καταλήγουμε, επομένως, ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 8 και ο Κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να κριθεί ένοχος και σε αυτή.
Δ. Κατάληξη
Στη βάση των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 6 και 8.
Αντίθετα, ο Κατηγορούμενος 1 απαλλάσσεται και αθωώνεται από τις κατηγορίες 2 και 4 που αντιμετωπίζει.
(Υπ.) …………………………………
Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) …………………………………
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..…………………………..
Ε. Μιντή, Ε.Δ
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Αρ. 5-8 του Τεκμηρίου 1.
[2] Αντιστοίχως, για την Παραπονούμενη και τη ΜΚ15. Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται ότι κατατέθηκαν δύο από τους τρείς δίσκους, καθότι ο τρίτος παρέμεινε στην κατοχή της Αστυνομίας για σκοπούς ασφαλούς φύλαξης.
[3] Και στην περίπτωση αυτή κατατέθηκαν δύο από τους τρεις δίσκους, ενώ ο τρίτος παρέμεινε στην κατοχή της Αστυνομίας για σκοπούς ασφαλούς φύλαξης, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω.
[4] Ως τεκμήριο 34 κατατέθηκε η ένορκη δήλωση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το ένταλμα.
[5] Και στην περίπτωση αυτή κατατέθηκαν δύο από τους τρεις δίσκους, ενώ ο τρίτος παρέμεινε στην κατοχή της Αστυνομίας για σκοπούς ασφαλούς φύλαξης, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω.
[6] Τα απομαγνητοφωνημένα τους κείμενα κατατέθηκαν ως τεκμήρια 23, 29 και 40 αντιστοίχως.
[7] Του Κατηγορούμενου 1.
[8] Τράχηλο, κόλπο και εξωτερικό της περιοχής των γεννητικών οργάνων της Παραπονούμενης.
[9] Το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της οποίας κατατέθηκε ως τεκμήριο 26.
[10] Sic.
[11] Sic.
[12] Βλ. απάντηση στην ερώτηση 9.
[13] Βλ. απαντήσεις στις ερωτήσεις 22-25.
[14] Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία (2003) 2 Α.Α.Δ. 271 και Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, Ποιν.Έφ 89/2012, ημερ.24.7.2013.
[15] Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης, Β’ Έκδοση, σελ.909.
[16] Βλ. το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω, σελ. 396-398.
[17] βλ. μεταξύ άλλων Φιλίππου ν. Οδυσσέως (ανωτέρω), Νικολάου ν. Σταύρου (ανωτέρω), Kayat Trading Limited v. Genzvme Corporation (ανωτέρω).
[18] Βλ. Κουσουλίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 10/18, ημερ. 9.11.18.
[19] Βλ. το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω, σελ. 140-141.
[20] Η κατάθεση της δόθηκε στις 31.7.2022.
[21] Βλ. την υπόθεση Κουσουλίδης ανωτέρω καθώς και το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω, σελ.140-141.
[22] βλ. τεκμήριο 26, σελ.3, γρ.29-40.
[23] Βλ. την υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν.Εφ.147/16 κ.α., ημερ.20.11.19, ECLI:CY:AD:2019:B477 :
«Κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση» εξεταζόταν σε πρώτο στάδιο η αξιοπιστία του μάρτυρα και αναζητείτο ενισχυτική μαρτυρία μόνο όταν ο μάρτυρας εκρίνετο κατ’ αρχήν αξιόπιστος (βλ.Παρμαξής ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 224). Κατά την νεότερη «ορθολογιστική προσέγγιση» δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα και η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο (Ττοουλιάς (ανωτέρω) και Attorney General of Hong Kong v. Wong Mukping [1987] All ER488). Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Ένας εμφανώς αναξιόπιστος μάρτυρας δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης αλλά η ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει να εξετάζεται πρώτα κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην τελική κρίση της αξιοπιστίας της ύποπτης μαρτυρίας (Ρόπας (ανωτέρω), Τεβλετιάν ν. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 512).
Εν προκειμένω, το Κακουργιοδικείο δεν ακολούθησε ούτε τον παραδοσιακό, μήτε τον ενιαίο τρόπο προσέγγισης. Δεν εκτίμησε σε πρώτο στάδιο την αξιοπιστία του Μ.Κ.7 κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση», αλλά ούτε αξιολόγησε τη μαρτυρία αυτή κατά τρόπο ενιαίο, λαμβάνοντας υπόψη κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, κατά την «ορθολογιστική προσέγγιση». Κατά πρωθύστερο τρόπο έθεσε, ως άνω, εκ προοιμίου τη μαρτυρία που θεώρησε ως ενισχυτική και μάλιστα, με τον ισχυρό τρόπο που το έπραξε. Σημειώνουμε ότι το ίδιο σφάλμα εντοπίστηκε και στην υπόθεση Χαραλάμπους (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως με τον τρόπο αυτό «ελλοχεύει ο κίνδυνος μεταφοράς μιας αίσθησης ενοχής εξαιτίας της ενισχυτικής μαρτυρίας.»»
[24] Η υπόθεση αφορούσε την αντίστοιχη προς το άρθρο 21(1) διάταξη του άρθρου 4(3) του Ν. 87(Ι)/2007, ο οποίος καταργήθηκε μεταγενέστερα με τον Ν. 91(Ι)/2014.
[25] «Όπως ισχύει και ο άλλος κανόνας, ότι ως κατάθεση εκτός δικαστηρίου δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορουμένου (Νεάρχου ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 38). Μπορεί να αποκτήσει αποδεικτική αξία αν παρουσιαστεί με τον τρόπο που προνοείται από το άρθρο 25 του Κεφ.9 καθιστάμενη, τοιουτοτρόπως, η κύρια εξέταση του μάρτυρα ή μέρος αυτής.»
[26] «Υπενθυμίζουμε, επίσης, πως η κατάθεση ενός κατηγορουμένου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία εναντίον συγκατηγορούμενου.»
[27] Tekinder Pal v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551 στη σελ. 590.
[28] Όνομα Κατηγορούμενου 2.
[29] Όνομα Α.Μ.
[30] Όνομα Κατηγορούμενου 1.
[31] Όνομα Κατηγορούμενου 2.
[32] Όνομα Κατηγορούμενου 1.
[33] Όνομα Κατηγορούμενου 1, το οποίο πληροφορήθηκε από την Μ..
[34] Για το ζήτημα βλέπε και το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω, σελ.402 επ., όπου καταγράφονται και όσα προκύπτουν από τις κατευθυντήριες γραμμές της Turnbull «προσαρμοσμένα πάντοτε στην Κυπριακή δικαιική πραγματικότητα».
[35] Βλ. το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω, σελ.404-405.
[36] Βλ. Μαυρόλουκα v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.74/2021 (Σχετ. με Ποιν. Έφ.95/2021), ημερ. 31.10.2023 και Δημοκρατία v. Νικολάου, Ποιν. Έφ.59/2020, ημερ.27.5.2021.
[37] βλ. μεταξύ άλλων Φιλίππου ν. Οδυσσέως (ανωτέρω), Νικολάου ν. Σταύρου (ανωτέρω), Kayat Trading Limited v. Genzvme Corporation (ανωτέρω).
[38] Βλ. και Αντωνίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.68/2024, ημερομηνίας 16.7.2025.
[39] « Αποκλεισμός ορισμένων υπερασπίσεων
18.(1) Δεν αποτελεί υπεράσπιση σχετικά με οποιοδήποτε από τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ή δεν πίστευε ότι το θύμα του αδικήματος ήταν παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει την ηλικία συναίνεσης.
(2) Η συναίνεση του παιδιού το οποίο δεν έχει φτάσει την ηλικία συναίνεσης, είτε αυτή είναι πραγματική είτε δίνεται ως αποτέλεσμα χρήσης απειλής ή βίας ή άλλης μορφής εξαναγκασμού ή δόλου ή εξαπάτησης ή κατάχρησης εξουσίας ή εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης του παιδιού ή παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων δεν αποτελεί υπεράσπιση σχετικά με οποιοδήποτε από τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο