ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. TT, Αρ. Yπόθεσης: 4895/2024, 29/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. TT, Αρ. Yπόθεσης: 4895/2024, 29/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 4895/2024

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

TT

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή:  κ. Ζ. Κούμουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: Η κα. Δ. Θεοφίλου.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος με δική του παραδοχή στο αδίκημα της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία)

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι μεταξύ των ημερομηνιών 22/6/2023 – 1/09/2023 συμπεριλαμβανομένων στα Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολίευσης απέσπασε από την Αναστασία Μπισιάρα από τα Περβόλια το χρηματικό ποσό των €12.000 ψευδείς παραστάσεις οι οποίες συνίσταντο στο ότι έπεισε το εν λόγω πρόσωπο να καταβάλει το πιο πάνω ποσό για ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις τις οποίες δεν πραγματοποίησε.  

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:

 

«Γεγονότα ως το κατηγορητήριο.  Να αναφέρω περαιτέρω ότι την 12.11.23  καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από την παραπονούμενη Μ.Κ. 1 ότι μεταξύ των ημερομηνιών 22.6.23 - 09.10.23 ο κατηγορούμενος της απέσπασε το ποσό των 12.000 ευρώ περίπου. Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της συνομιλίας που είχε με τον κατηγορούμενο η ίδια τον ενημέρωσε ότι έχτιζε σπίτι για τον γιο της και ο κατηγορούμενος της πρότεινε να της κάνει την ηλεκτρική εγκατάσταση. Στη συνέχεια επικοινώνησε ο κατηγορούμενος και της ανέφερε ότι εντόπισε μια πολύ καλή ευκαιρία για φωτοβολταϊκό σύστημα στην τιμή των 5.000  ευρώ και ζήτησε τα χρήματα από την παραπονούμενη. Στη συνέχεια της ανέφερε ότι είναι πολύ καλός φίλος με πρόσωπο που εισάγει στην Κύπρο κλιματιστικά, της ανέφερε την τιμή για έκαστο κλιματιστικό και αφού συμφώνησαν η παραπονούμενη έκανε έμβασμα στον τραπεζικό λογαριασμό που ανήκε στην σύζυγο του κατηγορουμένου όλα τα ποσά. Στη συνέχεια στις 29.6.23 η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο την αγορά 2 ακόμη κλιματιστικών και πλήρωσε 490 ευρώ στον ίδιο λογαριασμό της συζύγου του κατηγορουμένου.  Στη συνέχεια 4.7.23 ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με την παραπονούμενη και της ανέφερε ότι φιλικό του πρόσωπο θα εισήγαγε στην Κύπρο και οικιακές συσκευές, της έστειλε φωτογραφίες με εκπτώσεις και της ανέφερε ότι σε περίπτωση που θα έπαιρνε τις συσκευές από τον φίλο του θα του έκανε πολύ καλή τιμή.  Η τιμή ανερχόταν στις 4.450 ευρώ τα οποία έστειλε και πάλι η παραπονούμενη στον λογαριασμό της συζύγου του κατηγορουμένου.  Στη συνέχεια, 11.7.23 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην παραπονούμενη και της ανέφερε ότι για να προβεί στην ηλεκτρική εγκατάσταση του ρεύματος θα έπρεπε να πληρωθεί, τον ρώτησε πόσα θα ήταν και της είπε 732 ευρώ και 63 σεντ, η παραπονούμενη του απέστειλε και πάλι στον λογαριασμό της συζύγου του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια, 18.7.23  ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε εκ νέου στην παραπονούμενη και της ανέφερε ότι θα ήταν προς το συμφέρον της να αγοράσει ένα softener νερού στην τιμή των 760 ευρώ από την τιμή των 1.000 ευρώ που ήταν αρχικά.  Η παραπονούμενη και πάλι απέστειλε το ποσό των 760 ευρώ στον λογαριασμό της συζύγου του κατηγορουμένου. Στις 29.7.23 μετέβηκε στην οικία της παραπονούμενης ο πατέρας του κατηγορουμένου και της παρέδωσε μόνο 3 κλιματιστικά και η παραπονούμενη ζήτησε αν μπορούσαν να γίνουν αλλαγές στα κλιματιστικά που αγόρασε και της είπε ότι θα στοίχιζαν περαιτέρω 550 ευρώ τα οποία έστειλε ξανά στον λογαριασμό της συζύγου του κατηγορουμένου. Όταν η παραπονούμενη άρχισε να υποψιάζεται την κατάσταση ζήτησε από τον κατηγορούμενο αν μπορούσε να της φέρει και ένα πλυντήριο λόγω του ότι το δικό της ήταν σπασμένο, ο κατηγορούμενος της έστειλε το μοντέλο, την τιμή και της ανέφερε ότι θα τα έπαιρνε την ίδια μέρα.  Πλήρωσε εκ νέου η παραπονούμενη 310 ευρώ. Από την 1.9.23  μέχρι τη μέρα που κατάγγειλε η παραπονούμενη στην αστυνομία επικοινώνησε επανειλημμένα με τον κατηγορούμενο για επίλυση θεμάτων αφού δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του, χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα. Την 23.11.24 κλήθηκε στην Αστυνομία ο κατηγορούμενος όπου ανακρινόμενος γραπτώς παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε "παραδέχομαι, έκαμα λάθος που πήρα τα λεφτά, χωρίς να μπορώ να παραδώσω τα εμπορεύματα".

 

Τέθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τις ακόλουθες 2 καταδίκες:

 

(1)             Στις 15/7/2025 καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας στην υπόθεση με αριθμό 1655/23 για τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπαση περιουσίας διά ψευδών παραστάσεων. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 4 ετών στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων ήταν την περίοδο από 1/5/2021 μέχρι 31/08/2021.

 

(2)             Περαιτέρω, στις 8/09/2025 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην υπόθεση 15344/23 για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος ήταν 18/05/2023.

 

Το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου κατατέθηκε ως Έγγραφο Χ.

 

Τέθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος σήμερα εκτίει την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην υπόθεση με αριθμό 1655/23 από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας στις 15/7/2025 καθώς και ότι η έκτιση της ποινής στην υπόθεση 15344/23 θα είναι διαδοχική προς την ποινή που εκτίει στο πλαίσιο της υπόθεσης με αριθμό 1655/23.

 

Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από την συνήγορο του κατηγορουμένου.  Ο κατηγορούμενος είναι 39 ετών, κατάγεται από τη Λάρνακα και έχει 3 αδέλφια. Μετά την αποφοίτηση του από την Τεχνική Σχολή στον Κλάδο Ηλεκτρολογίας Αυτοματισμών και την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας εργάστηκε σε ιδιωτική εταιρεία για ενάμιση χρόνο ως υπεύθυνος προσωπικού σε ιδιωτική εταιρεία κατά την περίοδο 2008 - 2014 ενώ στη συνέχεια δημιούργησε τη δική του εταιρεία ηλεκτρολογικών και αυτοματισμών. Από γάμο του κατηγορούμενου ο οποίος διήρκησε 14 χρόνια απέκτησε ένα παιδί ηλικίας 18 ετών σήμερα, καθώς επίσης και ένα ανήλικο τέκνο και καταβάλλει διατροφή στο ανήλικο τέκνο. Διατηρεί επίσης σχέση με γυναίκα με την οποία απέκτησε ακόμη ένα ανήλικο τέκνο.

 

Η κυρία Θεοφίλου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του κατηγορουμένου σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος βρισκόταν σε άθλια οικονομική κατάσταση καθώς είχε χωρίσει με την πρώην σύζυγο του και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη συζυγική εστία χωρίς να έχει οποιεσδήποτε αποταμιεύσεις ή διαθέσιμα χρήματα. Ως αποτέλεσμα κατέληξε σε απελπισμένες κινήσεις ώστε να μην βρεθεί άστεγος προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα για να πληρώνει διατροφή στα 2 τότε ανήλικα τέκνου του. Περαιτέρω, η κυρία Θεοφίλου ανέφερε ότι με την παραπονούμενη ο κατηγορούμενος διατηρούσε χρόνια άψογες σχέσεις αφού υπήρξε καθηγήτρια του στο λύκειο και άτομο που ο κατηγορούμενος το γνώριζε και εμπιστευόταν. 

 

Σε ότι αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, η κυρία Θεοφίλου υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και περαιτέρω ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα πατέρας 4 συνολικά παιδιών, τα 2 μεγαλύτερα σε ηλικία τέκνα του τα απέκτησε με την πρώην σύζυγο του ενώ το τρίτο και τέταρτο παιδί, ηλικίας μόλις 1 έτους και 1 μηνός τα απέκτησε με την τωρινή του συμβία. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι η συμβία του κατηγορούμενου είναι μητέρα άλλων τριών ανήλικων παιδιών από προηγούμενο γάμο και αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας τα οποία καθιστούν απαραίτητη την παρουσία του κατηγορουμένου για να την στηρίξει.  Ο κατηγορούμενος πριν τη φυλάκιση του είχε αναλάβει τον ρόλο του πατέρα και για τα άλλα τρία ανήλικα τέκνα της συμβίας του και για τα οποία συνείσφερε οικονομικά. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή του κατηγορουμένου και εξέφρασε την απολογία του κατηγορούμενου για το αδίκημα που έχει παραδεχθεί.

 

Περαιτέρω, η κυρία Θεοφίλου εισηγήθηκε ότι η ποινή που θα επιβληθεί σήμερα από το Δικαστήριο θα πρέπει να συντρέχει με την ποινή φυλάκισης που ήδη εκτίει  ο κατηγορούμενος στο πλαίσιο της καταδίκης του από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας και ειδικότερα ήταν η θέση της ότι η παρούσα υπόθεση δεν λήφθηκε υπόψη στο πλαίσιο της καταδίκης του στο Κακουργιοδικείο Λάρνακας και αυτό σύμφωνα πάντα με την κυρία Θεοφίλου οφείλεται σε αποκλειστικό σφάλμα  του συνηγόρου υπεράσπισης που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο ο οποίος σύμφωνα με την κυρία Θεοφίλου δεν ζήτησε να ληφθεί υπόψη η παρούσα υπόθεση κατά την επιβολή της ποινής.

 

Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα στο οποίο έχει βρεθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρό. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία έχουν ως κεντρικό στοιχείο την αποκόμιση οικονομικού οφέλους και εντάσσονται στην κατηγορία των εγκλημάτων οικονομικού χαρακτήρα.

 

Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις προνοείται ποινή φυλάκισης 5 χρόνων.

 

Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129).

 

Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).

 

Περαιτέρω, τα αδικήματα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις  βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, κάτι που προκύπτει και από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023)

 

Προκύπτει, συνεπώς, βάσει των ανωτέρω, η ανάγκη επιβολής ποινών οι οποίες να είναι ανάλογες της σοβαρότητας των αδικημάτων και να ενέχουν το στοιχείο της αποτροπής, τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού από τη διάπραξη τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 342, Sydenham v Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 210).

 

Ειδικότερα, αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, η νομολογία έχει κατ' επανάληψη τονίσει την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, αφού αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν σε έντονο βαθμό το στοιχείο της απάτης και υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ των πολιτών (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 286, 292 και Δρουσιώτης ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, 522). Στην Δρουσιώτης (ανωτέρω) αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής:

 

«Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη, όπως δε πολύ εύστοχα σημειώνεται και από το πρωτόδικο δικαστήριο αυτή κατοπτρίζεται από το ύψος της ποινής που ο νομοθέτης έχει προνοήσει. Ιδιαίτερα, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που αποτελεί και το πλέον σοβαρό από τα αδικήματα στα οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε ετών.

 

Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων, καθότι αυτά ενέχουν, σε έντονο βαθμό, το στοιχείο της απάτης, διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ πολιτών, στοιχείο που επιβάλλει την επιβολή ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα. Η σοβαρότητα βέβαια του αδικήματος δεν εξουδετερώνει, όπως ορθά και το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει, την αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής. Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν επιτρέπεται στο βωμό της εξατομίκευσης να θυσιάζεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. (Βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ.286).»

 

Στρεφόμενη στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτές προκύπτουν από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου, σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στην παραπονούμενη ως  πρόσωπο που μπορούσε να υλοποιήσει διάφορες ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, φωτοβολταϊκό σύστημα καθώς επίσης και να την προμηθεύσει με διάφορα εμπορεύματα αποσπώντας της σε διάφορα χρονικά διαστήματα για περίοδο 3 μηνών συνολικό χρηματικό ποσό ύψους €12.000 πείθοντας την παραπονούμενη ότι μπορούσε να υλοποιήσει όλα όσα τις είχε υποσχεθεί ενώ γνώριζε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό.

 

Από τα πιο πάνω, εξάγεται το συμπέρασμα ότι, οι ενέργειες του κατηγορούμενου, είχαν το στοιχείο της εξαπάτησης, αφού ο κατηγορούμενος κατόπιν ψευδών παραστάσεων απέσπασε το συνολικό ποσό των €12.000 από την παραπονούμενη, η οποία απλώς επιδίωκε την παράδοση και εγκατάσταση όλων αυτών που της παρέστησε ο κατηγορούμενος ότι μπορούσε να κάνει. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε την εμπιστοσύνη του παραπονούμενης την οποία μάλιστα γνώριζε για χρόνια και ενήργησε με τρόπο που υπονομεύει την  ασφάλεια των συναλλαγών.

 

Όπως επίσης προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου  το χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ που αποσπάστηκε υπό τις πιο πάνω περιστάσεις από την παραπονούμενη δεν έχει επιστραφεί σε αυτήν από τον κατηγορούμενο. Όπως έχει νομολογηθεί, η αποζημίωση του θύματος είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψιν για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής χωρίς όμως το στοιχείο αυτό να είναι βαρυσήμαντο (βλ. Δημητρίου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 46).

 

Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), την εκφρασθείσα εκ μέρους του απολογία για τη συμπεριφορά και τις πράξεις του, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και τα όσα η συνήγορος του ανέφερε επιπρόσθετα δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έχει γίνει αναφορά πιο πάνω.

 

Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.

 

Λαμβάνω επίσης υπόψη το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή περίπου 3 έτη μετά τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή  ποινής προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση  Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 ΑΑΔ 617.  

 

Εν πάση περιπτώσει, η πάροδος χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής δεν καθιστά υπερβολική από μονή της την επιλογή της ποινής φυλάκισης, όταν υφίσταται ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Καούσλιεβ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 237/18, ημερομηνίας 11.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B533.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι στον χρόνο που διέρρευσε έχουν μεταβληθεί οι περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ούτε υπήρξε τέτοια εισήγηση. Ούτε έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό από τον χρόνο που διέρρευσε. Επομένως, ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα μπορεί να επηρεάσει μόνο το εύρος της ποινής.

 

Δεν παραγνωρίζω, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 2 προηγούμενες καταδίκες, η μία εκ των οποίων μάλιστα για ομοειδή αδικήματα, σημειώνοντας παράλληλα ότι η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών είναι παράγοντας ο οποίος περιορίζει το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει στον κατηγορούμενο αν ήταν λευκού ποινικού μητρώου, αφού οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού που επιδεικνύει ένας κατηγορούμενος έναντι των νόμων της Πολιτείας (βλ. Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 2/2019 ημ. 25/2/2021 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 79/2019, ECLI:CY:AD:2021:B173 ημ. 27/04/2021).

 

Στην υπόθεση  Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565 επαναλήφθηκαν τα εξής:

 

«Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96). Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας (1976) 2 Α.Α.Δ. 63).»

 

Οι προηγούμενες λοιπόν καταδίκες του κατηγορούμενου δεν τίθενται για να τιμωρηθεί για αδικήματα για τα οποία έχει ήδη τιμωρηθεί, αλλά επηρεάζει την επιείκεια που θα τύγχανε αν δεν βαρυνόταν με αυτές αφού αποτελεί ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του προς τους Νόμους της Πολιτείας.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.

 

Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.

 

Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο:

 

Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.

 

Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:

 

«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.

 

Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά.

 

Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία  στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου.

 

Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.

 

Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού.

 

Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.

 

Απομένει να εξεταστεί ο χρόνος έναρξης της έκτισης της ποινής που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο. Έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος σήμερα εκτίει την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας στην υπόθεση 1655/2023, όπου του επιβλήθηκαν στις 15/7/2025 συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 4 χρόνων.

 

Έχει επίσης τεθεί ότι μετά την ανωτέρω αναφερόμενη καταδίκη του έχει καταδικαστεί και στην υπόθεση 15344/23 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και η έκτιση αυτής της ποινής θα λάβει χώρα διαδοχικά προς την έκτιση της ποινής που εκτίει στην υπόθεση 1655/2023.

 

Ήταν η εισήγηση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου όπως η ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης να είναι συντρέχουσα με την ποινή που ήδη εκτίει στο πλαίσιο της καταδίκης του στην υπόθεση 1655/2023.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 117(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155:

 

«Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.»

 

Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται απόκλιση από τον γενικό κανόνα διαδοχικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 117 (2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.

 

Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της καταδίκης του από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας στην υπόθεση 1655/2023.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 81 του Κεφ. 155, για να ληφθεί υπόψη τέτοιο αδίκημα, πέραν της συναίνεσης του κατηγόρου και του κατηγορούμενου, θα πρέπει απαραιτήτως ο κατηγορούμενος να ομολογήσει ότι διέπραξε το αδίκημα.

 

Σύμφωνα με τα αρχεία της παρούσας υπόθεσης, αυτή καταχωρίστηκε στις 17/4/2024. Ο κατηγορούμενος στον οποίο επιδόθηκε το κατηγορητήριο δεν εμφανίστηκε και αφού εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης για πρώτη φορά στο Δικαστήριο στις 18/11/2024 όπου αφού κατηγορήθηκε δήλωσε μη παραδοχή.

 

Ο κατηγορούμενος προέβη σε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή στις 29/01/2026. Είναι λοιπόν σαφές ότι κατά τον χρόνο που επιβλήθηκε η ποινή στον κατηγορούμενο στο πλαίσιο της υπόθεσης 1655/2023 του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, δηλαδή στις 15/7/2025 αυτός δήλωνε μη παραδοχή στην παρούσα. Μη παραδοχή στην παρούσα δήλωνε και όταν του επιβλήθηκε ποινή σε μεταγενέστερο χρόνο δηλαδή στις 8/9/2025 στην υπόθεση 15344/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Επομένως, η παρούσα υπόθεση δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη σε καμία από τις ανωτέρω αναφερόμενες υποθέσεις.

 

Δεν έχει διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ως προκύπτει από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου ο κατηγορούμενος ανακρινόμενος είχε παραδεχθεί στις αστυνομικές αρχές τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος πλην όμως παραμένει ως γεγονός ότι ο ίδιος στη συνέχεια όταν κατηγορήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε μη παραδοχή. Τη στάση αυτή - απολύτως δικαιωματικά βέβαια - τη διατήρησε στο Δικαστήριο, μέχρι πρότινος που άλλαξε την απάντησή του στις 29/1/2026.

 

Συνεπώς, δεν υπήρχε οτιδήποτε που θα μπορούσε να λάβει υπόψη του τόσο  το Κακουργιοδικείο Λάρνακας όσο και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και δεν έλαβε, ώστε να δικαιολογείται το παρόν Δικαστήριο να αντιμετωπίσει επιεικέστερα τον κατηγορούμενο, γι' αυτόν συγκεκριμένα τον λόγο (βλ. Θεοδούλου v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 288/2015, ημερ. 14.6.2016 και Κατσιαρή v. Αστυνομία Ποινική Έφεση 163/2019, ημερ. 20.12.2019).

 

Έχοντας κατά νου τον κανόνα της διαδοχικότητας των ποινών, το Δικαστήριο εξέτασε με μεγάλη προσοχή και στο κατάλληλο στάδιο ενώ αποφάσιζε για το είδος και ύψος της ποινής, το κατά πόσον το σύνολο της ποινής που θα προκύψει σε περίπτωση μη απόκλισης από τον κανόνα της διαδοχικότητας θα παραβίαζε την αρχή της συνολικότητας, καθιστώντας έτσι την ποινή υπερβολική.

 

Η συνολικότητα μιας ποινής, πέραν της διαδοχικότητας εντός της ίδιας υπόθεσης, καλύπτει και τις ποινές που επιβάλλονται από διαφορετικά Δικαστήρια σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου θα πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά ως σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισης του (βλ. Χριστοφόρου v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 443). Η αρχή θα πρέπει να εφαρμόζεται και κατά την εφαρμογή του άρθρου 117 (2) του περί Ποινική Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 (βλ. Παραρέ v. Αστυνομία (2013) 2 Α.Α.Δ. 257). Την αρχή αυτή, το Δικαστήριο είχε κατά νου και εφάρμοσε τόσο κατά την επιλογή του ύψους της ποινής στον κατηγορούμενο  όσο και για τον καθορισμό της χρονικής αφετηρίας έκτισης της.

 

Παραπέμπω στο σημείο αυτό και στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στη Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ.: 28/2023, 28/1/2026, όπου επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές.

 

Σε σχέση με την αφετηρία έκτισης της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη μου, όλα τα περιστατικά της παρούσας, περιλαμβανομένου του ότι τα αδικήματα αυτής διαπράχθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων στις υποθέσεις που έχει ήδη καταδικαστεί ο κατηγορούμενος και στις οποίες έγινε αναφορά ανωτέρω, καθώς επίσης ότι τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης είναι ομοειδή με τα αδικήματα της υπόθεσης στην οποία έχει καταδικαστεί από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας, το γεγονός επίσης ότι δεν τέθηκε ότι τα αδικήματα αφορούσαν το ίδιο πρόσωπο αλλά φαίνεται η διάπραξη τους να στρεφόταν κατά διαφορετικών προσώπων σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα και έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής κρίνω ότι δεν δικαιολογείται απόκλιση από τον γενικό κανόνα διαδοχικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 117(2) του Κεφ. 155.

 

Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αφενός το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό και αφετέρου ότι αυτό το σύνολο ποινών είναι ανάλογο προς το διαπραχθέν αδίκημα, ούτως ώστε η συνολική ποινή να είναι δίκαιη για τον κατηγορούμενο.

 

Λαμβάνοντας, συνεπώς, υπόψη μου το σύνολο των όσων ανωτέρω καταγράφονται και των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σήμερα στον κατηγορούμενο θα είναι διαδοχική με την ποινή φυλάκισης που εκτίει ο κατηγορούμενος στο πλαίσιο της υπόθεσης 1655/23 του Κακουργιοδικείου Λάρνακας και διαδοχική με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 15344/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.

 

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο