ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 10612/2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
1. ΜΑΡΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.
Για τον Κατηγορούμενο: Η κα. Ο. Οικονόμου.
Κατηγορούμενος: παρών.
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση των άρθρων 306 (α), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 10/01/25 μέχρι 15/1/25 συμπεριλαμβανομένων στη Λεωφόρο Στρατηγού Τιμάγια στη Λάρνακα αποδέχτηκε περιουσία, ήτοι ένα επαγγελματικό φούρνο καλώς γνωρίζων ότι αυτός ήταν κλοπιμαία περιουσία.
Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε επίσης κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), διάρρηξης κτιρίου και κλοπής (2η κατηγορία) και κακόβουλης βλάβης (3η κατηγορία) για τις οποίες ανακοινώθηκε αναστολή ποινικής δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα και συνεπώς ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές.
Με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, εγκρίθηκε αίτημα από πλευράς του Κατηγορούμενου, το οποίο υποβλήθηκε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ώστε να ληφθούν υπόψη, για σκοπούς επιβολής ποινής οι ακόλουθες 3 υποθέσεις:
(1) Η υπόθεση με αριθμό 2211/25 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας,
(2) Η υπόθεση με αριθμό 2619/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας,
(3) Η υπόθεση με αριθμό 4686/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:
«Τα γεγονότα ως το κατηγορητήριο περαιτέρω να αναφέρω ότι 15/01/25 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας από τον παραπονούμενο Μ.Κ 1 ιδιοκτήτη του εστιατορίου bull n' gold στη λεωφόρο Στρατηγού Τιμάγια ότι μεταξύ των ημερομηνιών 10 με 15/1/25 άγνωστοι είχαν διάρρηξη το εστιατόριο που ήταν υπό ανακαίνιση και έκλεψαν επαγγελματικές οικιακές συσκευές. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης ανευρέθηκε σε συγκεκριμένο υποστατικό επιδιόρθωσης ηλεκτρονικών συσκευών στην περιοχή Αραδίππου συγκεκριμένος φούρνος ο οποίος ομοίαζε με τον φούρνο που κλάπηκε από τον παραπονούμενο Μ.Κ 1 και παραλήφθηκε από μέλος της αστυνομίας. Κλήθηκε στα γραφεία της αστυνομίας όπου ο παραπονούμενος αναγνώρισε τον φούρνο ως ένα από τα αντικείμενα που είχε κλαπεί από το υποστατικό του. Στη σκηνή να σημειωθεί ότι λήφθηκαν τεκμήρια για επιστημονικές εξετάσεις. Εξασφαλίστηκε μαρτυρία εναντίον τoτου κατηγορούμενου ότι μετέφερε τον συγκεκριμένο φούρνο προς το υποστατικό του μάρτυρα. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Την 21/09/25 ο πρώτος κατηγορούμενος συνελήφθηκε και λήφθηκε κατάθεση ανακριτική την οποία έμπλεξε τον εαυτό του στην εν λόγω υπόθεση ότι συγκεκριμένα μετέφερε έναν φούρνο στο υποστατικό του μάρτυρα όπου εντοπίστηκε ο εν λόγω κλοπιμαίος φούρνος.
Γεγονότα της 4686/23:
Στην 19/11/22 περί ώρα 3: 50 το πρωί μέλη της αστυνομίας ενώ βρισκόντουσαν στο Τσιακκιλερό για διερεύνηση περιστατικού οικογενειακής βίας κατά την παραμονή τους των μελών της αστυνομίας στο μέρος αφίχθηκε ένα αυτοκίνητο από το οποίο κατέβηκε ο κατηγορούμενος 4 μαζί με άλλα πρόσωπα και κινήθηκαν εναντίον του προσώπου που ο παραπονούμενος είχε καταγγείλει στην αστυνομία το περιστατικό. Εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος 4 μαζί με άλλα πρόσωπα κινήθηκαν απειλητικά και άρχισαν να συμπλέκονται μεταξύ τους και να τσακώνονται. Κατά την επίθεση ο Μ.Κ 4 αντιλήφθηκε ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος είχε ανασύρει ένα μικρό μαχαίρι από την τσέπη του το οποίο κατάφερε και του το απέσπασε, το τεκμήριο διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για ανοιγόμενο μαχαίρι που μετατρέπεται σε σταθερή λεπίδα με μυτερή άκρη μήκους 10 εκατοστών.
Γεγονότα της 2619/24:
Τα γεγονότα ως το κατηγορητήριο. Περαιτέρω να αναφέρω 10/11/23 καταγγέλθηκε από τον Μ.Κ 1 ότι την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 01: 00 00: 07 έκλεψαν από την οικία του Λυκούργου 142 αλουμινένιες πόρτες αποθήκης σκυβάλων την ίδια ημέρα καταγγέλθηκε από τον Μ.Κ 2 ότι άγνωστος/άγνωστοι έκλεψαν 2 αλουμινένιες πόρτες αξίας περί των 300 ευρώ. Την ίδια ημέρα επίσης καταγγέλθηκε από τον Μ.Κ 3 ότι επίσης κλάπηκαν δύο αλουμινένιες πόρτες αξίας 300 ευρώ. Την ίδια μέρα καταγγέλθηκε από τον Μ.Κ 4, Μ.Κ 5, Μ.Κ 7 ότι κλάπηκαν από τις οικίες τους αλουμινένιες πόρτες αποθήκης σκυβάλων. Την ίδια ημέρα εξασφαλίστηκε μαρτυρία από την αστυνομία στην οποία ο Μ.Κ 6 αντιλήφθηκε όχημα στο πίσω μέρος του οποίου υπήρχαν μεταλλικά αντικείμενα, οικοδομικά σίδερα και άλλα αντικείμενα μεταλλικά. Λόγω του ότι ο Μ.Κ 6 γνώριζε για την κλοπή των πορτών αλουμινίου εγέρθηκαν υποψίες ότι πιθανόν να μετέφεραν την κλοπιμαία περιουσία. Ακολουθούσε το εν λόγω όχημα και είδε δύο πρόσωπα να εγκαταλείπουν το αυτοκίνητο και να τρέπονται σε φυγή. Εξασφαλίστηκε μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου 3. Την 14/11/23 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 στην οποία παραδέχτηκε τη διάπραξη των κλοπών που προανέφερα μαζί με άλλα πρόσωπα.
Γεγονότα της 2211/25
όπου είναι ο κατηγορούμενος 2 στην παρούσα. Την 9/10/23 μέλη του ΟΠΕ Λάρνακας εντόπισαν να κινείται ύποπτα στην οδό Χαμιμπάι στη Λάρνακα όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΚΥ 699 και του έγινε σήμα να σταματήσει για έλεγχο, ο οδηγός του αυτοκινήτου παρέλειψε να σταματήσει και ανέπτυξε ταχύτητα. Έγινε καταδίωξη, ακολουθήθηκε και σε κάποιο σημείο του δρόμου ο οδηγός ακινητοποίησε το όχημα και ο συνοδηγός του αυτοκινήτου πέταξε στο έδαφος ένα νάιλον σακουλάκι και τράπηκε σε φυγή. Εξασφαλίστηκε μαρτυρία ότι το πρόσωπο που ήταν συνοδηγός ήταν ο κατηγορούμενος 2 εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Να σημειωθεί ότι από έρευνα που έγινε παραλήφθηκε ως τεκμήριο σακουλάκι το οποίο περιείχε κάνναβη βάρους 3 περίπου γραμμαρίων κάνναβης και ένα σακουλάκι που περιείχε 0, 46 γραμμάρια κοκαΐνης. Τη 17/01/24 ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο του απάντησε «παραδέχομαι, έκανα λάθος» σε γραπτή κατάθεση που λήφθηκε ανέφερε ότι «είμαι χρήστης κάνναβης» και μπορεί να κάνει και χρήση κοκαΐνης. Την 9/10/23 συνάντησε πρόσωπο στη Λάρνακα που δεν ήθελε να κατονομάσει και αγόρασε 3 γραμμάρια κάνναβης και πλήρωσε 40 ευρώ για δική του χρήση. Όταν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο ως συνοδηγός και έγινε αντιληπτό ότι η αστυνομία έκανε σήμα να σταματήσει ο οδηγός ο κατηγορούμενος 2 φοβήθηκε επειδή είχε την κάνναβη μαζί του και είπε στον οδηγό να μην σταματήσει και πέταξε από το παράθυρο του την κάνναβη για να μην γίνει αντιληπτός από την αστυνομία. Και αυτά εν συντομία τα γεγονότα της 2211/25 για τον Μάριο Χριστοφόρου που είναι ο κατηγορούμενος 1»
Περαιτέρω, τέθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.
Για σκοπούς επιμέτρηση και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη συνήγορο του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών, κατάγεται από τη Λάρνακα και έχει μια αδελφή ηλικίας 25 ετών άγαμη και άνεργη καθώς επίσης και δύο αδελφούς. Οι γονείς του χώρισαν πριν αρκετά χρόνια. Η μητέρα ηλικίας 42 ετών εργαζόταν στο παρελθόν σε εργοστάσιο αλλά λόγω προβλημάτων υγείας λαμβάνει μηνιαίο κρατικό επίδομα. Ο πατέρας ηλικίας 43 ετών εργάζεται ως μηχανικός. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι τη Β τάξη γυμνασίου, εγκατέλειψε τη φοίτησή του λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος, υπηρέτησε για έναν χρόνο στην εθνική φρουρά, εργάστηκε για 2 χρόνια σε ξενοδοχείο και εδώ και 3 χρόνια είναι άνεργος και στηρίζεται από Ε.Ε.Ε. Παραδέχεται χρήση κάνναβης και συμμετέχει στο πρόγραμμα απεξάρτησης των φυλακών. Περαιτέρω, η κυρία Οικονόμου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο του Γραφείου Ευημερίας ανέφερε σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος ότι λόγω της οικονομικής εξαθλίωσης του κατηγορούμενου και της ουσιοεξάρτησης του και των δύσκολων παιδικών χρονών που βίωσε συνεπεία των οικογενειακών προβλημάτων έχει προβεί στην τέλεση του αδικήματος που παραδέχτηκε. Περαιτέρω σε σχέση με τις προσωπικές του περιστάσεις ανέφερε ότι ο πατέρας του ήταν αλκοολικός και ασκούσε τόσο σωματική όσο και ψυχολογική βία σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Ο αδελφός του εκτίει ποινή φυλάκισης 20 ετών, η αδελφή μόλις αποφυλακίστηκε και ο δεύτερος αδελφός του εξέτισε ποινή φυλάκισης 2 ετών. Όπως ανέφερε η συνήγορός του, ο λόγος που διέπραξε το επίδικο αδίκημα είναι η έλλειψη οικογενειακής στήριξης και θαλπωρής και η έλλειψη δομών από το κράτος. Ο κατηγορούμενος μέχρι σήμερα ανακαλεί στη μνήμη του βία και εξευτελιστική συμπεριφορά του πατέρα τόσο στη μητέρα του όσο και στα αδέλφια του με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει έντονη ανασφάλεια και φοβία.
Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή του κατηγορούμενου καθώς επίσης και το λευκό ποινικό μητρώο. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος αυτοβούλως έχει απεξαρτηθεί, επιθυμεί να αλλάξει ζωή και να αφήσει πίσω του όλα όσα οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος που αντιμετωπίζει. Τέλος, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την έμπρακτη μεταμέλεια και απολογία του κατηγορούμενου ως αυτή αναδεικνύεται από την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου.
Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.
Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων.
Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).
Χωρίς αμφιβολία, τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα και βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023).
Σύμφωνα δε με τη νομολογία, σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (βλ. Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565, Παναγίδη ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, 106, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, Balampanidιs ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 210/18, ημερομηνίας 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178 και Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, 15/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021, 4/11/2022).
Στην υπόθεση Gheorghe Lucian κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 824, επισημάνθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:
«Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 92.
…
Αναφορά μπορεί να γίνει και στην Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272 στην οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής των τριών ετών που επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο για έξι διαρρήξεις και κλοπές που απέφεραν στον εφεσείοντα τιμαφλή και μετρητά ύψους €64.000 περίπου, από τα οποία τίποτε δεν επιστράφηκε στους δικαιούχους. Το Εφετείο τόνισε εκ νέου ότι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα παραμένουν στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, χωρίς σημεία κάμψης. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα εφόσον δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.
Περαιτέρω, στην ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Bezanidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785, όχι μόνο επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω, αλλά έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342 και Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 485, στις οποίες τονίστηκε η ανάγκη για αποτροπή τόσο των ιδίων των παραβατών, όσο και της αναχαίτησης τρίτων από τη διάπραξη ομοίων ή παρομοίων εγκλημάτων. Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ιδίων των αδικημάτων.»
Περαιτέρω, στην υπόθεση Hussein v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση αρ.252/18 ημερ. 31.05.19, ECLI:CY:AD:2019:B206, επισημάνθηκε εκ νέου η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της φύσης:
«Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής:
«Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 824).»
Σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η αξία της κλαπείσας περιουσίας και τυχόν επιστροφή, έστω μέρους αυτής, ή η αποζημίωση του θύματος (βλ. Τσιλικίδης (ανωτέρω) και Τζιαμά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 17/2017, ECLI:CY:AD:2017:B468, ημερομηνίας 18.12.2017). Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία προκύπτει ότι προσμετρά επιβαρυντικά στην επιμέτρηση, η με συστηματικό τρόπο τέλεση των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 47 και Σωκράτους ν Δημοκρατίας (2016) 2Α ΑΑΔ 167), η τάση επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς (βλ. Φραντζίδης ν Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 146), η πρόκληση ζημιών σε περιουσία ή τραυματισμών σε ενοίκους (βλ. Χρίστου ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 85 και Τράντας ν. Αστυνομίας (2016) 2Β ΑΑΔ 1116) ως επίσης και η ύπαρξη προσχεδιασμού (βλ. Lungu ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 545).
Στρεφόμενη στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτές προκύπτουν από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου, σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι μετέφερε έναν επαγγελματικό φούρνο που γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαίος σε συγκεκριμένο υποστατικό επιδιόρθωσης ηλεκτρονικών συσκευών στην περιοχή Αραδίππου.
Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).
Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου, το λευκό του ποινικό μητρώο, την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), την εκφρασθείσα εκ μέρους του λύπη και απολογία του για τη συμπεριφορά και τις πράξεις του, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, ενώπιον των οποίων παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, συμβάλλοντας έτσι στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης, τις προσωπικές οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και τα όσα η συνήγορος του ανέφερε επιπρόσθετα δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου.
Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Gheorghe Lucian και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην Balampanidιs (ανωτέρω) λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής
Είναι επίσης νομολογημένο ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 2 ΑΑΔ 598.
Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις και προβαίνοντας πάντοτε στις ανάλογες και επιβαλλόμενες αναπροσαρμογές στη βάση του τι ισχύει εδώ ως ζήτημα γεγονότων και έχοντας συγχρόνως κατά νου πως «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, το δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη.» (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 1), παραθέτω ως καθοδηγητικές και ενδεικτικές και τις ακόλουθες αποφάσεις.
Στην Ψωμά v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 40, ο Εφεσείων κρίθηκε ένοχος για κλεπταποδοχή κλαπέντος χαλκού (890kg) αξίας Λ.Κ.800 (€1.385 περίπου), του οποίου διαπραγματευόταν την πώληση. Ήταν 35 ετών με λευκό μητρώο, οικογενειάρχης, εργαζόμενος σε νυκτερινή εργασία πατέρας τριών παιδιών σχολικής ηλικίας, τα οποία φρόντιζε και διακινούσε στα σχολεία τους ενόσω εργαζόταν η σύζυγός του. Το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδόθηκε η πρέπουσα σημασία στις προσωπικές του συνθήκες και γενικότερα ότι η σοβαρότητα του εγκλήματος δεν αποτιμήθηκε σε σωστά πλαίσια, οπότε μείωσε τη 12μηνη φυλάκιση σε 6μηνη.
Στην Mihaylov Sergey Yankov ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 837 ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στο αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του Άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα, για το οποίο και του επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης δύο ετών. Αντικείμενο της κλεπταποδοχής ήταν ηλεκτρονικός υπολογιστής αξίας €539,93. Ο κατηγορούμενος βαρυνόταν με μια προηγούμενη καταδίκη η οποία αφορούσε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών και ενώ εξέτιε την ποινή φυλάκισης που του επεβλήθη στο πλαίσιο της προηγούμενης καταδίκης του, δραπέτευσε και διέπραξε το αδίκημα της κλεπταποδοχής.
Στην Ιακώβου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ.: 159/2024, 8/11/2024, η εφεσείουσα κρίθηκε ένοχη κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής περιουσίας (Π.Κ. 309) και της κλεπταποδοχής [Π.Κ. 306(α)]. Η Εφεσείουσα βαρύνετο με τέσσερεις προηγούμενες καταδίκες, η μία εκ των οποίων για ομοειδή αδικήματα και στο πλαίσιο της οποίας επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με 3 ετή αναστολή. Η εφεσείουσα διέπραξε τα αδικήματα εντός της περιόδου αναστολής. Πρωτόδικα επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης πέντε και εννέα μηνών, σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση έξι μηνών φυλάκισης από παλαιότερη ανασταλείσα 12μηνη φυλάκιση. Κατ’ έφεση η ποινή στην κατηγορία της παράνομης κατοχής αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 2 μηνών και η ποινή φυλάκισης των 9 μηνών στην κατηγορία της κλεπταποδοχής επικυρώθηκε. Περαιτέρω η διαταγή για ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής φυλάκισης αντικαταστάθηκε με διαταγή ενεργοποίησης 3 μηνών, διαδοχικά προς τις δύο πιο πάνω ποινές οι οποίες παρέμειναν συντρέχουσες μεταξύ τους.
Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.
Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.
Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.
Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:
Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.
Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:
«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.
Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 1, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.
Σύμφωνα με το άρθρο 117 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που αυτός βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 30/09/2025 μέχρι σήμερα.
Στην επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση λήφθηκαν υπόψη οι ακόλουθες υποθέσεις: (1) η υπόθεση με αριθμό 2211/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, (2) η υπόθεση με αριθμό 2619/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και (3) η υπόθεση με αριθμό 4686/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο