ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΝΤΡΕΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 20414/2022, 17/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΝΤΡΕΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 20414/2022, 17/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 20414/2022

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΝΤΡΕΟΥ

 

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 17 Μαρτίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: η κα. Ε. Γιακουμεττή.

Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Γ. Εφφέ.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

Π Ο Ι Ν Η

 

 

Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος με δική του παραδοχή σε 1 κατηγορία για το αδίκημα του εμπρησμού κατά παράβαση του άρθρου 315 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι στις 21/10/2022 και ώρα 03:30 στο Τσιακιλερό της Επαρχίας Λάρνακας εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά στο μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚUE 828 ιδιοκτησίας του Ahmad Abido.

 

Με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, εγκρίθηκε αίτημα από πλευράς του Κατηγορούμενου, το οποίο υποβλήθηκε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ώστε να ληφθούν υπόψη, για σκοπούς επιβολής ποινής οι ακόλουθες 3 υποθέσεις:

 

(1)         Η υπόθεση με αριθμό 6162/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η οποία αφορά μία κατηγορία για το αδίκημα της παράλειψης μεταβίβασης πυροβόλου όπλου με πώληση (9η κατηγορία),

 

(2)         Η υπόθεση με αριθμό 12536/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η οποία αφορά μία κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός,

 

(3)         Η υπόθεση με αριθμό 15180/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η οποία αφορά μία κατηγορία για το αδίκημα της κλεπταποδοχής,

 

(4)         Η υπόθεση με αριθμό 11532/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η οποία αφορά μία κατηγορία για το αδίκημα της κλοπής και μία κατηγορία για το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης.

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη του αδικήματος έχουν τεθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:

 

«Υπόθεση 20414/22:  Παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση, ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς εγγραφής KUE 828 ιδιοκτησίας του Aχμάτ Απίτο. Την 21.10.22 και περί ώρα 03:50 λήφθηκε πληροφορία ότι άγνωστο πρόσωπο έθεσε φωτιά σε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού περιουσία του παραπονούμενου.  Μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Αραδίππου μετέβηκαν στη σκηνή και διαπιστώθηκε ότι βρισκόταν σταθμευμένη η μοτοσικλέτα έξω από υπό ανακαίνιση κατοικία στην οδό Νεφέλης στο Τσακκιλερό. Προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό μέρος της μοτοσικλέτας. Διαπιστώθηκε ότι η φωτιά τέθηκε κακόβουλα με τη χρήση εύφλεκτης ύλης και το έναυσμα δόθηκε με αυτοσχέδια δάδα. Από εξετάσεις που έγιναν εντοπίστηκαν κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης όπου φαίνεται πρόσωπο να κινείται πεζός και να κρατά παγούρι και ένα κομμάτι ξύλο τυλιγμένο με χάρτινο ρολό στην άκρη του και να πηγαίνει στο σημείο όπου βρίσκεται σταθμευμένη μοτοσικλέτα. Τώρα στα γεγονότα θα αναφερθώ τι έγινε την ίδια μέρα σε προγενέστερο χρόνο μεταξύ του κατηγορουμένου και του παραπονούμενου, τώρα θα αναφερθώ σε γεγονότα σε προγενέστερο χρόνο της ίδιας μέρας.  Την 21.10.22 και περί 02:00 ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατοικία και επιδιόρθωνε όχημα. Ο παραπονούμενος πλησίασε τον κατηγορούμενο, είχαν λογομαχία και ο παραπονούμενος χτύπησε με μια ξύλινη βέργα πάνω σε μπροστινό ανεμοθώρακα οχήματος με αποτέλεσμα να ραγίσει τον ανεμοθώρακα και το όχημα ανήκε στη μητέρα του κατηγορούμενου. Την 22.10.22 ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και έδωσε θεληματική κατάθεση όπου ανέφερε τα ακόλουθα. Παραδέχθηκε ότι διάπραξε το αδίκημα του εμπρησμού και αναφέρθηκε στα ακόλουθα.  Μετέβηκε σε πρατήριο βενζίνης γεμίζοντας παγούρι με βενζίνη όπου στη συνέχεια μετέβηκε πεζός έξω από την οικία του παραπονούμενου. Περιέλουσε τη μοτοσικλέτα με βενζίνη, τοποθέτησε αυτοσχέδια δάδα κάτω από τη μοτοσικλέτα και την άναψε. Ακολούθως δικαιολόγησε στην κατάθεση του την πράξη του ως πράξη θυμού και εκδίκησης αφού ανέφερε ότι ο παραπονούμενος έκανε ζημιά στο τζάμι του αυτοκινήτου της μητέρας του κατηγορουμένου που οδηγούσε εκείνη τη νύκτα. Επίσης διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος έφερε στα χέρια του και στο πρόσωπο του εγκαύματα. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών.»

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων σε σχέση με τις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής έχουν επίσης τεθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:

 

Υπόθεση 6162/22:  Αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία αριθμός 9. Τα γεγονότα ως το κατηγορητήριο.  Την 18.9.20 εντοπίστηκε στην κατοχή άλλου προσώπου ένα ΔΟΚΟ το οποίο αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 9ης κατηγορίας.  Από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ΔΟΚΟ ήταν ο κατηγορούμενος . Ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση και ανέφερε ότι πώλησε στο άλλο πρόσωπο το πιο πάνω ΔΟΚΟ αλλά δεν υπέβαλε αίτηση στον Αρχηγό Aστυνομίας για τη μεταβίβαση του ΔΟΚΟ.

 

Γεγονότα για την υπόθεση 11532/22: Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες. Γεγονότα ως το κατηγορητήριο.  Την 6.7.22 μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου ο παραπονούμενος, Μ.Κ.1 επί του κατηγορητηρίου και ανέφερε ότι την 4.7.22 είδε τον κατηγορούμενο τον οποίο γνωρίζει να ανεβαίνει σκάλες κρατώντας διάφορα εργαλεία στα χέρια του και να προσεγγίζει ένα boiler νερού στο συγκρότημα Golden Hills στο οποίο διαμένει o παραπονούμενος στο Τερσεφάνου. Όταν τον προσέγγισε ο παραπονούμενος τον κατηγορούμενο παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος ότι είχε αφαιρέσει το boiler νερού αξίας 500 ευρώ για να το κλέψει και προξένησε ζημιά αξίας 1.000 ευρώ σε σωληνώσεις και εγκαταστάσεις. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, συνελήφθηκε και έδωσε θεληματική κατάθεση όπου παραδέχθηκε.

 

Γεγονότα όσον αφορά την 12536/23.  Είναι ο κατηγορούμενος αριθμός 1 και αντιμετωπίζει την κατηγορία αριθμός 1.  14.2.23  ανακόπηκε για έλεγχο όχημα στο οποίο επέβαινε ο κατηγορούμενος και εντοπίστηκαν στην κατοχή του τα διαρρηκτικά όργανα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας και η ώρα ήταν 22:20. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή Εντιμοτάτη. 

 

Γεγονότα όσον αφορά την Υπόθεση 15180/23:  Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία, την πρώτη.  Γεγονότα ως το κατηγορητήριο.  Την 13.7.22 μετά από γραπτή συγκατάθεση του κατηγορουμένου ερευνήθηκε το όχημα του και εντοπίστηκε ο κομπρεσόρος που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία κλιματιστικού.  Παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος ότι αποδέχθηκε την πιο πάνω περιουσία γνωρίζοντας ότι ήταν κλοπιμαία από άλλο πρόσωπο.

 

Δηλώθηκε τέλος από πλευράς κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση 2379/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου όπου καταδικάστηκε στις 6/3/2025 για αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών με τριετή αναστολή. Στην υπόθεση 2379/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου λήφθηκαν υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής ακόμη 2 υποθέσεις, ήτοι η 12064/23 και 13092/24 που αφορούσαν επίσης αδικήματα διάρρηξης.

 

Το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Χ.

 

Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στην οποία καταγράφονται οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος είναι 25 χρονών και κατάγεται από την Ορμήδεια. Είναι απόφοιτος του Λυκείου Λειβαδιών και υπηρέτησε κανονικά τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά. Από νεαρή ηλικία ξεκίνησε χρήση ναρκωτικών ουσιών ενώ εντάχθηκε στο κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα της Αγίας Σκέπης στο οποίο παρέμεινε για 9 μήνες ολοκληρώνοντας με επιτυχία την πρώτη φάση και εξακολουθεί να παρακολουθείται στο ανοικτό πρόγραμμα και να υποβάλλεται σε αιφνίδιους ελέγχους. Από τον Οκτώβριο του 2024 εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος σε ιδιωτική εταιρεία και λαμβάνει μισθό €1.100 μηνιαίως. Ο κατηγορούμενος διαμένει με τη συμβία του στην πατρική του οικία και έχουν αποκτήσει με τη συμβία του ένα ανήλικο τέκνο ηλικίας 3 μηνών. Η συμβία του στο παρόν στάδιο παραμένει στο σπίτι και ασχολείται με τη φροντίδα του βρέφους ενώ λαμβάνει επίδομα μητρότητας. Προηγουμένως εργαζόταν ως πωλήτρια σε κατάστημα ρούχων. Η συμβία του έχει ακόμα ένα παιδί ηλικίας 6 ετών από προηγούμενη σχέση που είχε. Ο βιολογικός πατέρας του παιδιού δεν έχει επικοινωνία με το παιδί ούτε συμβάλλει οικονομικά. Οι γονείς του κατηγορούμενου τους στηρίζουν οικονομικά αλλά και με τη φροντίδα των παιδιών. Ο κατηγορούμενος έχει 2 αδελφές εκ των οποίων η μία διαμένει επίσης στην πατρική οικία.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου κατέθεσε γραπτό κείμενο και περαιτέρω αγόρευσε και δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανέπτυξε τους παράγοντες που εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου για σκοπούς επιβολής ποινής.

 

Στο πλαίσιο αυτό ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την ηλικία του κατηγορούμενου, την παραδοχή του και τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, την ολοκλήρωση από πλευράς του Κατηγορούμενου κλειστού προγράμματος απεξάρτησης στην Θεραπευτική Κοινότητα «Αγία Σκέπη» στο οποίο εντάχθηκε με δική του πρωτοβουλία τον Μάιο του 2023, το γεγονός της απόκτησης ενός παιδιού ηλικίας 3 μηνών με τη συμβία του με την οποία προτίθενται να τελέσουν γάμο το 2027, το γεγονός ότι μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος απεξάρτησης κατάφερε να επανενταχθεί στον κοινωνικό ιστό εξασφαλίζοντας εργασία με μηνιαίες απολαβές.

 

Κάλεσε περαιτέρω το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, ήτοι 3 ½ χρόνια καθώς επίσης και την ουσιώδη μεταβολή που επήλθε στο μεσοδιάστημα στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου ο οποίος κατάφερε να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του αφήνοντας πίσω του το παραβατικό του παρελθόν, όντας πλέον πατέρας ενός ανήλικου παιδιού μόλις 3 μηνών.

 

Περαιτέρω, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος έχει βάλει τη ζωή του σε νέες βάσεις, συμμετέχει σε εθελοντικές οργανώσεις και αθλείται. Κατέθεσε προς τούτο σχετική βεβαίωση από το Κίνημα Ενεργών Πολιτών καθώς και συστατική επιστολή από τη σχολή στην οποία παρακολουθεί μαθήματα Kickboxing.    

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του τόνισε ότι ο κατηγορούμενος ξεκίνησε χρήση κάνναβης σε ηλικία 15 ετών και στη συνέχεια κοκαΐνη και μεθαμφεταμίνη. Την περίοδο από το έτος 2021 μέχρι το 2023 η ζωή του κατηγορούμενου περιστρεφόταν γύρω από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και διάπραξη αδικημάτων προκειμένου να εξασφαλίζει τη δόση του. 

 

Τέλος, αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος τόνισε ότι αυτό διαπράχθηκε ενόσω ο Κατηγορούμενος ήταν χρήστης σκληρών ναρκωτικών ουσιών. Περαιτέρω κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι αυτό διαπράχθηκε κατόπιν πρόκλησης από τον παραπονούμενο και έντονης συναισθηματικής φόρτισης και ανωριμότητας του κατηγορούμενου ένεκα και του νεαρού της ηλικίας του ο οποίος έδρασε χωρίς ιδιαίτερο προσχεδιασμό και λίγη ώρα μετά που δέχθηκε την πρόκληση ομολογώντας τη διάπραξη του στις αστυνομικές αρχές. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν με τον παραπονούμενο σε χώρο στάθμευσης και οι δύο υπό την επήρεια μεθαμφεταμίνης. Κάποια στιγμή λογομάχησαν και για να αποφύγει περαιτέρω σύγκρουση ο κατηγορούμενος μπήκε στο αυτοκίνητο του για να φύγει. Εκείνη τη στιγμή ο παραπονούμενος ανέσυρε ρόπαλο και κτύπησε στον ανεμοθώρακα του οχήματος του κατηγορούμενου και τον έσπασε. Ο κατηγορούμενος τότε κάτω από έντονη συναισθηματική φόρτιση και υπό την επήρεια ναρκωτικών πήγε σε βενζινάδικο, προμηθεύτηκε βενζίνη, επέστρεψε πίσω σε 10 λεπτά και έβαλε φωτιά στην μοτοσικλέτα του παραπονούμενου.

 

Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του και το γεγονός ότι έχει υπάρξει συμφιλίωση του παραπονούμενου με τον κατηγορούμενο, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απολογήθηκε στον παραπονούμενο εκφράζοντας σε αυτόν την επιθυμία του να τον αποζημιώσει. Προς τούτο ζήτησε περαιτέρω την έκδοση σχετικού διατάγματος αποζημίωσης σε σχέση με την αξία της ζημιάς που προκάλεσε στην επίδικη μοτοσικλέτα την οποία προσδιόρισε σε ποσό €2.000.

 

Ζήτησε τέλος από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι από την εγκληματική πράξη του κατηγορούμενου δεν κινδύνευσε οποιοδήποτε πρόσωπο ή άλλη περιουσία ενώ ο κατηγορούμενος δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από αυτήν του την πράξη.

 

Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Αναμφίβολα το αδίκημα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα του εμπρησμού κατά παράβαση του άρθρου 315 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης 14 χρόνων.

 

Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129).

 

Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).

 

Η σοβαρότητα του αδικήματος του εμπρησμού, τονίστηκε από πολύ παλιά.  Στη Fournides v. Republic (1986) 2 C.L.R. 73, λέχθηκαν σχετικά τα εξής:

 

«The crime of arson has always been viewed with abhorrence because of its destructive effects and, more significant still, because of inability to foresee its destructive consequences. It is next to impossible to predict with precision the consequences of fire once it breaks out. The culprit necessarily takes a calculated risk with the safety of neighbours living nearby and the fate of their property.  As indeed did the appellant in this case take a calculated risk, in setting fire to its contents and the building, with the safety of the occupants of the apartment on top of the pharmacy, a couple with two children, and other property in the vicinity. No one can be certain that fire once it breaks out will be confined and its destructive effect limited to those contemplated by the person starting it.

 

The punishment provided by law, referred to above, reflects today, as in days passed, strong social condemnation of conduct amounting to arson, as well as the high culpability of a person committing the offence.»

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

«Το αδίκημα του εμπρησμού πάντα εθεωρείτο απεχθές λόγω των καταστροφικών του συνεπειών και ιδιαίτερα, λόγω της αδυναμίας πρόβλεψης αυτών.  Εκ των πραγμάτων είναι σχεδόν αδύνατο να προβλεφθούν με ακρίβεια οι συνέπειες που θα υπάρξουν όταν ξεσπάσει μια φωτιά.  Ο δράστης σε τέτοια περίπτωση αναλαμβάνει ένα υπολογίσιμο ρίσκο όσον αφορά την ασφάλεια των γειτόνων και της περιουσίας αυτών.  Όπως πράγματι έκανε ο εφεσείων σε αυτή την υπόθεση, ανέλαβε έναν υπολογισμένο κίνδυνο, βάζοντας φωτιά στα περιεχόμενα και το κτίριο, όσον αφορά την ασφάλεια των κατοίκων του διαμερίσματος πάνω από το φαρμακείο, ένα ζεύγος με δύο παιδιά, και άλλων περιουσιών στην περιοχή.  Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι η φωτιά, όταν ξεσπάσει, θα ελεγχθεί και η καταστροφική της επίδραση θα περιοριστεί σε αυτό που σκέφτηκε το άτομο που την ξεκινά.

 

Η προβλεπόμενη ποινή όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αντανακλά σήμερα, όπως και στο παρελθόν, την ισχυρή κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς που συνιστά το αδίκημα του εμπρησμού, καθώς και τον υψηλό βαθμό υπαιτιότητας του προσώπου που διαπράττει το αδίκημα»

 

Δεν παραβλέπω πως παλαιότερα η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα του εμπρησμού ήταν η διά βίου φυλάκιση η οποία μειώθηκε με τον Ν.85(Ι)/2002 στο επίπεδο που βρίσκεται σήμερα. 

 

Όπως πρόσφατα λέχθηκε στην Ιορδάνους ν. ΔημοκρατίαςΠοιν. Έφ.  185/22, ημερ. 10.6.25: 

 

«Δεν μας βρίσκει σύμφωνους, όμως, η εισήγηση από πλευράς Εφεσείοντος ότι η εν λόγω μείωση "αποτελεί μια απόφαση της Κυπριακής πολιτείας, μέσω της Βουλής, ότι η απαξία του συγκεκριμένου αδικήματος είναι μειωμένη". Εξάλλου η προβλεπόμενη ποινή παραμένει ψηλή.  Η δε Νομολογία και μετά την μείωση της ποινής έχει επανειλημμένα τονίσει τη σοβαρότητα όπως και την έξαρση του αδικήματος του εμπρησμού (βλ. και Gaprindashvili ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 424, Alassad ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 99/2022, ημερ. 7.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:B137).»

Στην Ιορδάνους, ανωτέρω, έγινε σχετικώς αναφορά στη Μελανίτης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 309 και στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου (2005) 2 Α.Α.Δ. 125

 

Στη Μελανίτης (ανωτέρω), λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι:

 

 «Η διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού βρίσκεται σε έξαρση τα τελευταία χρόνια. Σχεδόν καθημερινά διαπράττονται τέτοια αδικήματα εμπρησμού ως μέσο επίτευξης παρανόμων στόχων. Η έξαρση αυτή στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιβάλλει στα Δικαστήρια την υποχρέωση επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια περιορισμού της εγκληματικής δράσης των παρανόμων και για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών».

 

Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Αναστασίου (2005) 2 Α.Α.Δ. 125, το κοινό πρέπει να προστατευθεί από τέτοια εγκλήματα που προκαλούν ζημιά όχι μόνο στα θύματα τους, αλλά δημιουργούν στους πολίτες αίσθημα ανασφάλειας και φόβο για επικράτηση της παρανομίας.  Τονίστηκε περαιτέρω ότι «δεν μπορεί τέτοιου είδους εγκλήματα να οργιάζουν και να μένουν ατιμώρητα». 

 

Και στην υπόθεση Gaprindashvili v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 424, αφού επαναβεβαιώθηκε η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων, υπογραμμίστηκε η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών προς ανακοπή εγκληματικών ενεργειών αυτής της φύσεως και σημειώθηκε πως είναι κοινωνικά επιβεβλημένη η προσπάθεια των Δικαστηρίων για αποτροπή μέσω της ποινής που επιβάλλουν, πάντοτε βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά.

 

Τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Αναστασίου (ανωτέρω) επαναλήφθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση και στην Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 2/19 ημερομηνίας 25.2.2021

 

Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι το αδίκημα του εμπρησμού είναι στη φύση του σοβαρό. Αντιμετωπίζεται κατά κανόνα με ποινή φυλάκισης αφού υφίσταται αναγκαιότητα αποτροπής λόγω διαχρονικής έξαρσης στη διάπραξη του χωρίς βέβαια να μειώνεται και να ατονεί η αναγκαιότητα να κρίνεται κάθε υπόθεση στα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ανάλογης αυτών θα πρέπει να είναι και η ποινή (βλ. Gaprindashvili ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 424, σελ. 437).

 

Το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής οφείλει να εξετάσει το κίνητρο του κατηγορουμένου. Ο προσχεδιασμός, η πρόθεση πρόκλησης ζημιάς με σκοπό καταδολίευσης ασφαλιστικής εταιρείας, η απερισκεψία γενικά προς ενδεχόμενο κίνδυνο σε ανθρώπινες ζωές αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες (βλ. Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 678, 681), ως επίσης η έκταση της προκληθείσας ζημιάς αλλά και τυχόν επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά (βλ. Αναστασίου, ανωτέρω). Απουσία κινήτρου χρηματικού οφέλους ή πρόκλησης κινδύνου σε άλλους ανθρώπους μπορεί να αποτελέσουν ελαφρυντικούς παράγοντες (βλ. R. v. Henderson [1993] QCA 336, Court of Appeal - Queensland). 

 

Στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο είναι αναμφίβολα σοβαρά. Η ενέργεια του κατηγορούμενου να θέσει φωτιά στη μοτοσικλέτα του παραπονούμενου περιλούζοντας την με βενζίνη ένεκα της προηγούμενης λογομαχίας τους και της ζημιάς που ο παραπονούμενος προκάλεσε στο όχημα του κατηγορούμενου ως πράξη θυμού και εκδίκησης κρίνεται παντελώς απαράδεκτη και αδικαιολόγητη. Τέτοιες αποτρόπαιες πράξεις, ακόμη και αν διαπράττονται υπό καθεστώς συναισθηματικής φόρτισης και πρόκλησης, υπονομεύουν την έννομη τάξη και δημιουργούν ρήγμα στο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών μίας ευνομούμενης δημοκρατικής κοινωνίας.  Σε ένα κράτος δικαίου, τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές και καθιστούν ακόμη εντονότερη την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής.

 

Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28) αφού καταδεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, η παραδοχή του κατηγορούμενου οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του κατηγορούμενου την απολογία και την εκφρασθείσα μεταμέλεια του καθώς και τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, ενώπιον των οποίων παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου ως αυτές καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας καθώς και τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του ανέφερε επιπρόσθετα ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έχει γίνει αναφορά πιο πάνω.

 

Περαιτέρω, λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου το γεγονός ότι τον Μάιο του 2023 ο κατηγορούμενος με δική του πρωτοβουλία εντάχθηκε σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης το οποίο ολοκλήρωσε με επιτυχία. Ως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Κατηγορούμενος εντάχθηκε στις 4/5/2023 στο κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης της εν λόγω στέγης και παρέμεινε έγκλειστος στο πλαίσιο του προγράμματος για περίοδο 9 μηνών. Ολοκλήρωσε με επιτυχία την κλειστή φάση του προγράμματος στις 23/1/2024 και εντάχθηκε στο πρόγραμμα κοινωνικής επανένταξης το οποίο επίσης ολοκλήρωσε με επιτυχία στις 5/8/2024. Όπως δε περιγράφηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα αυστηρό και επίπονο πρόγραμμα, για την ολοκλήρωση του οποίου απαιτείται ισχυρή βούληση του υποκείμενου σε αυτό προσώπου. Τέθηκε επίσης βεβαίωση της Θεραπευτικής Κοινότητας «Αγία Σκέπη» ημερομηνίας 16/2/2026 στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ολοκλήρωσε με επιτυχία όλες τις φάσεις του προγράμματος αποφοιτώντας στις 3/9/2025.

 

Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου το νεαρό της ηλικίας του αφού κατά τον χρόνο διάπραξης του επίδικου αδικήματος ήταν 21 ετών. Το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη αποτελεί, σύμφωνα με τη Νομολογία, παράμετρο που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν προς την επιμέτρηση της ποινής. Σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. G. M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 88)

 

Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος μέχρι και σήμερα. Σημειώνεται, συγκεκριμένα, ότι το επίδικο αδίκημα διαπράχθηκε τον Οκτώβριο 2022 με αποτέλεσμα να έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα των 3 ½ ετών ενώ πέραν του αντικειμενικού δεδομένου της παρέλευσης χρόνου στο ενδιάμεσο διάστημα φαίνεται να επήλθε ουσιαστική διαφοροποίηση των συνθηκών του Κατηγορούμενου, εφόσον αυτήν τη στιγμή, στη βάση των όσων έχουν τεθεί υπόψη μου, ο Κατηγορούμενος έχει ολοκληρώσει επιτυχώς πρόγραμμα απεξάρτησης, έχει εξεύρει εργασία, έχει αποκτήσει ένα ανήλικο παιδί ηλικίας 3 μηνών και προτίθεται να συνάψει γάμο με τη συμβία του.

 

Το αντικειμενικό δεδομένο της παρέλευσης χρόνου αποτελεί μετριαστικό παράγοντα βάσει της νομολογίας, η οποία αντανακλάται στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276:

 

"Εντούτοις, όπως διαπιστώνεται, το Κακουργιοδικείο προσέδωσε στην καθυστέρηση η οποία υπήρξε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής σχετική σημασία, αναγνωρίζοντας ότι αυτή αφορούσε, ούτως ή άλλως, σε «ένα αντικειμενικό δεδομένο», όπως ορθά την χαρακτήρισε. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την πάγια, πλέον, θέση της νομολογίας ότι, κατά την εξέταση του υπό αναφορά παράγοντα, συνεκτιμάται ο χρόνος που παρέρχεται από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, ώστε το ύψος της επιβληθησομένης ποινής να αντανακλά την ωφελιμότητα της τιμωρίας, ως μέτρου αποτροπής ή/και αναμόρφωσης του παραβάτη,  (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αραμπίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2011, ημερ. 5.12.2013). Συγχρόνως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, όπως εδώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104). Σε σχέση με την τελευταία αυτήν πτυχή, δεν τέθηκε θέμα".

 

Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.

 

Στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη μου την έλλειψη προσχεδιασμού με την έννοια ότι ο τρόπος δράσης του κατηγορούμενου φανερώνει προχειρότητα και επιπολαιότητα ως αποτέλεσμα μάλιστα της οποίας υπέστη ο ίδιος ο κατηγορούμενος εγκαύματα στα χέρια και στο πρόσωπο καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έδρασε τόσο υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών αλλά και πρόκλησης από τον παραπονούμενο.

 

Δεν παραγνωρίζω, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 1 προηγούμενη καταδίκη, σημειώνοντας παράλληλα ότι η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών είναι παράγοντας ο οποίος περιορίζει το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει στον κατηγορούμενο αν ήταν λευκού ποινικού μητρώου, αφού οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού που επιδεικνύει ένας κατηγορούμενος έναντι των νόμων της Πολιτείας (βλ. Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 79/2019 ημ. 27/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B173, ECLI:CY:AD:2021:B173).

 

Στην υπόθεση  Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565 επαναλήφθηκαν τα εξής:

 

«Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96). Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας (1976) 2 Α.Α.Δ. 63).»

 

Την ίδια στιγμή σημειώνω τα ακόλουθα: Καθίσταται σαφές και έχει τη σημασία του το γεγονός ότι τόσο τα αδικήματα για τα οποία έχει καταδικαστεί ο κατηγορούμενος με ημερομηνία καταδίκης την 6/3/2025 όσο επίσης και το αδίκημα στην υπό κρίση υπόθεση αλλά και στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη φαίνεται να διαπράχθηκαν κατά την περίοδο 2020-2023 και πριν την ένταξη του κατηγορούμενου στο κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης. Ταυτόχρονα, δεν παραγνωρίζω την αναφορά του κ. Εφφέ ότι έγινε προσπάθεια να ληφθούν υπόψη όλες οι υποθέσεις σε μία υπόθεση προκειμένου να επιβληθεί μία ποινή στον κατηγορούμενο πλην όμως η προσπάθεια αυτή δεν κατέστη εφικτή. Πράγματι, σε ότι αφορά τουλάχιστον τις 2 εκ των τεσσάρων υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη (11532/22 και 12536/23) ζητήθηκε και δόθηκε άδεια προκειμένου να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της υπόθεσης στην οποία έχει καταδικαστεί ο κατηγορούμενος πλην όμως αυτό δεν έλαβε χώρα. Σε ότι αφορά τις υπόλοιπες υποθέσεις περιλαμβανόμενης και την παρούσας προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου ότι κατά τον χρόνο επιβολής ποινής στην 2379/22 ο κατηγορούμενος δήλωνε μη παραδοχή και ήταν σε μεταγενέστερο χρόνο που άλλαξε απάντηση. Παραμένει όμως ως γεγονός ότι η όλη παραβατική συμπεριφορά του κατηγορούμενου χρονικά περιορίζεται κατά τα έτη 2020 - 2/2023 και δεν είναι εδώ η περίπτωση όπου ο ένας κατηγορούμενος συνεχίζει την ίδια παραβατική συμπεριφορά μετά την καταδίκη του διαπράττοντας νέα αδικήματα μετά την καταδίκη του.

 

Είναι επίσης νομολογημένο ότι όταν  το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 2 ΑΑΔ 598.

 

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος (βλ. μεταξύ άλλων, Djionis v. The Police (1984) 2 C.L.R. 5964, Varnava v. Police (1984) 2 C.L.R. 349, Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 47, Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 138, 143, 144) , Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2004) 2ΑΑΔ σελ. 443, Παραρέ Μιχάλης ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 257, Βέλιου ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 76,Θεοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 288/2015, ημερ. 14/6/2016, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022)

 

Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι  προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ, 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ, 36).  

 

Στη Fournides ν. Republic (1986) 2 Α.Α.Δ. 73, για τα αδικήματα του εμπρησμού κτιρίου, κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα και του περιεχομένου του, δυνάμει του άρθρου 319 του ίδιου Νόμου, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών που είχαν επιβληθεί, μειώθηκαν κατ' έφεση στα 4 χρόνια, επειδή η κατάσταση της υγείας του εφεσείοντος ήταν πολύ χειρότερη απ' ό,τι είχε τεθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Ευαγγέλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 678 ο κατηγορούμενος, ηλικίας 56 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο, παραδέχθηκε την κατηγορία του  εμπρησμού κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Κεφ. 154. Σύμφωνα με τα γεγονότα, υπήρχε προσχεδιασμός του εγκλήματος με κίνητρο την είσπραξη από την ασφάλεια για επίλυση σοβαρών οικονομικών προβλημάτων.  Η επιβολή 20μηνης φυλάκισης με τριετή αναστολή  από το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αντικαταστάθηκε κατ' έφεση με ποινή άμεσης φυλάκισης 3 ετών.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου (2005) 2 Α.Α.Δ. 125, ο κατηγορούμενος, αντιμετώπιζε κατηγορίες εμπρησμού, κατά παράβαση των άρθρων 315(α) και 20 του Κεφ. 154, εμπρησμού, κατά παράβαση των άρθρων 315 και 316(β) του Κεφ. 154 και πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324(1) του Κεφ. 154. Ήταν χρήστης ναρκωτικών και αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και μαζί με τον εγκέφαλο της παρανομίας, σχεδίασαν με τέτοιο τρόπο τον εμπρησμό ώστε να επέλθει γενική καταστροφή σε εργοστάσιο επίπλωσης, προκαλώντας ζημιά ύψους Λ.Κ.1.390.000. Η επιβολή ποινής φυλάκισης 3 ετών κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε κατ' έφεση σε 5ετή φυλάκιση.

 

Οι τρεις πιο πάνω υποθέσεις εκδικάστηκαν όταν η προβλεπόμενη από το άρθρο 315(α) του Ποινικού Κώδικα ποινή ήταν η διά βίου φυλάκιση.  Οι υποθέσεις που ακολουθούν, αποφασίστηκαν μετά τη μείωση της μέγιστης προβλεπόμενης ποινής στο σημείο που είναι σήμερα (14 έτη).

 

Στην υπόθεση Μελανίτης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 309 όπου ο κατηγορούμενος ήταν νεαρής ηλικίας, βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και υπό συναισθηματική φόρτιση διέπραξε το αδίκημα του εμπρησμού κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Κεφ. 154.  Βαρύνετο με τρεις προηγούμενες καταδίκες, οι δύο από τις οποίες αφορούσαν διαρρήξεις και κλοπές και η τρίτη αφορούσε κλοπή και κακόβουλη ζημιά. Η επιβολή ποινής φυλάκισης 2½ ετών από το πρωτόδικο Δικαστήριο επικυρώθηκε κατ' έφεση.

 

Στην Gaprindashvili v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 424. ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης στην κατηγορία του εμπρησμού οχήματος.  Έπασχε από διάφορα προβλήματα υγείας.  Πρωτοδίκως του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών.  Η ποινή κρίθηκε αυστηρή, όχι όμως έκδηλα υπερβολική και επικυρώθηκε κατ' έφεση.

 

Τέλος, στην Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 2/19, ημερ. 25.2.21 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα για το ότι εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά σε πλυντήριο αυτοκινήτων.  Ο εφεσείοντας προέβη στον εμπρησμό μαζί με άλλο άτομο, με τη χρήση βενζίνης, κατόπιν υποκίνησης τρίτου προσώπου για ασήμαντο λόγο και έναντι αμοιβής €500.  Στο υποστατικό προκλήθηκαν ζημιές ύψους €88.720.  Στην επιβολή ποινής είχαν ληφθεί υπόψη και άλλες εκκρεμούσες υποθέσεις τις οποίες παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος και αφορούσαν διαρρήξεις, κλοπές, κλεπταποδοχή, επίθεση εναντίον οργάνου της τάξης, μεταφορά κυνηγετικού όπλου και κατοχή μικρής ποσότητας κάνναβης.  

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο  είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.

 

Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο  θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.

 

Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο:

 

Στην 1η  κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ½  χρόνων.

 

Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης υπέρ του παραπονούμενου και εναντίον του κατηγορούμενου για το ποσό των €2.000.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.

 

Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:

 

«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο  και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.

 

Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία  στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Επανέρχομαι στα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω, καταρχάς, ότι το επίδικο αδίκημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό, τόσο αντικειμενικά ιδωμένο, αλλά και λόγω της φύσης του, των συνεπειών που επιφέρει και των συνθηκών διάπραξης του. Κρίνω, όμως, ότι συντρέχουν τέτοιοι λόγοι και παράγοντες ώστε να δικαιολογείται, εν προκειμένω, η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας προς όφελος του Κατηγορούμενου, διά της αναστολής της ποινής που του επιβλήθηκε.

 

Η παραδοχή του, η απολογία και μεταμέλειά του, όπως αυτή αναδεικνύεται εμπράκτως μέσα από την παραδοχή του, η συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, οι προσωπικές του περιστάσεις, ο χρόνος που παρήλθε μέχρι σήμερα σε συνάρτηση με την ουσιώδη αλλαγή στις προσωπικές του περιστάσεις αφού ο κατηγορούμενος ολοκλήρωσε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες με επιτυχία, έχει εξεύρει εργασία, έχει αποκτήσει ένα ανήλικο παιδί ηλικίας 3 μηνών και προτίθεται να παντρευτεί με τη συμβία του, το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό το οποίο έλαβε χώρα υπό τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, το γεγονός ότι δεν έχει διαπράξει άλλο αδίκημα από τον Μάιο του 2023 που εντάχθηκε στο κλειστό πρόγραμμα με την παραβατική του συμπεριφορά να περιορίζεται στην περίοδο πριν την ένταξη του στο κλειστό πρόγραμμα, η έλλειψη προσχεδιασμού, η προχειρότητα και επιπολαιότητα με την οποία έδρασε σε συνάρτηση με την έκταση της ζημιάς, η συμφιλίωση του με τον παραπονούμενο στον οποίο απολογήθηκε, αποτελούν, κατά την κρίση μου, τέτοιους παράγοντες που, χωρίς, τονίζω, να υποβιβάζω τη σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, η οποία είναι δεδομένη, δικαιολογούν στην προκειμένη περίπτωση την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επέβαλα στον Κατηγορούμενο.

 

Η επιτυχής ολοκλήρωση κλειστού προγράμματος απεξάρτησης, η απόκτηση ενός ανήλικου παιδιού, η πρόθεση τέλεσης γάμου με τη συμβία και μητέρα του παιδιού του και η επανένταξη του Κατηγορούμενου στην κοινωνία όπως αυτή επιμαρτυρείται από την απεξάρτηση του, τη συμμετοχή του σε εθελοντικές οργανώσεις και αθλήματα σύμφωνα και με τις σχετικές βεβαιώσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, αποτελούν, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μου, ισχυρές ενδείξεις και στοιχεία που καταδεικνύουν την αναμόρφωση του Κατηγορούμενου κατά τρόπο ώστε να δύναται να αποφευχθεί η άμεση έκτιση της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε.

 

Χωρίς διόλου να παραγνωρίζω τη σοβαρότητα του αδικήματος  και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, έτσι ώστε τέτοιες συμπεριφορές να εκλείψουν, κρίνω, ότι οι πιο πάνω παράγοντες δημιουργούν την εύλογη προσδοκία ότι η χρήση του μέτρου της αναστολής θα επενεργήσει προς την κατεύθυνση της συνέχισης της επιτυχούς μέχρι στιγμής προσπάθειας αλλαγής της στάσης του κατηγορούμενου στη ζωή και αποφυγής παραβατικής ή αντικοινωνικής συμπεριφοράς.   

 

Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η περίπτωση του Κατηγορούμενου είναι κατάλληλη για να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς όφελος του και να αναστείλω την επιβληθείσα σε αυτόν ποινή φυλάκισης, δίδοντάς του μια δεύτερη ευκαιρία να αποδείξει ότι δεν θα διαπράξει ξανά οποιοδήποτε παρόμοιο ή άλλης φύσης αδίκημα.

 

Κατά συνέπεια, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα.

 

Στην επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση λήφθηκαν υπόψη, για σκοπούς επιβολής ποινής, οι υποθέσεις αρ. 6162/22, 12536/23, 15180/23 και 11532/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.

 

(Εξηγείται η φύση της ποινής φυλάκισης με αναστολή στον Κατηγορούμενο).

 

 

 

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο