ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 1922/2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
1. HH
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: Κα Α. Γιάλλουρου
Για Κατηγορούμενο 1: κα. Λ. Κουμή
Κατηγορούμενος 1: παρών.
ΠΟΙΝΗ
(ex tempore)
Ο κατηγορούμενος 1 έχει κριθεί ένοχος με δική του παραδοχή σε 8 κατηγορίες για το αδίκημα της κλοπής εκ προσώπου κατά παράβαση των άρθρων 255, 266 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η, 3η, 5η, 7η, 9η, 11η, 12η και 17η) κατηγορία), καθώς επίσης και σε 3 κατηγορίες για το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (4η, 6η και 10η κατηγορία) και σε 2 κατηγορίες για το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (8η και 14η κατηγορία).
Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:
Να πω ότι έχουν ανασταλεί οι κατηγορίες 2, 13 και 16. Τα γεγονότα έχουν ως αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Να αναφέρω περαιτέρω ότι στις 8.2.26 καταγγέλθηκε από την Κυριακή Θεοκλέους 70 ετών ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 11:30 ενώ βρισκόταν στην οδό Γρανικού στη Λάρνακα και περπατούσε στον δρόμο πρόσωπο της άρπαξε το πορτοφόλι το οποίο κρατούσε, εντός του οποίου υπήρχε το χρηματικό ποσό ως αυτό αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1. Έγινε προσπάθεια να τον ακολουθήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Στις 11.2.26 και περί ώρα 15:40 καταγγέλθηκε από την παραπονούμενη Στέλλα Κυπριανού ότι ενώ βρισκόταν έξω από τον φούρνο Ζορπά η οποία είναι ηλικίας 77 ετών και κρατούσε στα χέρια της το πορτοφόλι της πρόσωπο την έσπρωξε και πήρε από αυτή το πορτοφόλι το οποίο είχε στην κατοχή της και περιείχε τα όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3. Αποτέλεσμα ήταν να πέσει στο έδαφος το πορτοφόλι, να το αρπάξει ο δράστης και να φύγει από το μέρος. Στις 11.2.26 η Παρασκευή Πουίκκα ηλικίας 77 ετών κατάγγειλε ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 12:30 ενώ βρισκόταν στην οδό Λεοντίου Μαχαιρά πεζή, πρόσωπο που φορούσε κουκούλα φόρμας την έσπρωξε με το χέρι του και της άρπαξε το πορτοφόλι το οποίο περιείχε τα όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 5. Στις 13.2.26 καταγγέλθηκε από την Κυριακούλα Σπανού ηλικίας 78 ετών η οποία κρατούσε την τσάντα της κάτω από τον ώμο και περπατούσε στην οδό Αγίων Αναργύρων ότι πρόσωπο την έσπρωξε και πήρε την τσάντα της η οποία περιείχε τα όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 7. Στις 16.2.26 καταγγέλθηκε από την Αθανασία Κόουλεν ότι την ίδια μέρα και ενώ βρισκόταν στην οδό 9ης Ιουλίου στη Λάρνακα πρόσωπο το οποίο της ήταν άγνωστο της έκλεψε την τσάντα της η οποία περιείχε τα όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 9. Η συγκεκριμένη παραπονούμενη είναι ηλικίας 67 ετών. Στης 17.2.26 καταγγέλθηκε από την Αντωνία Σολωμού ότι ενώ βρισκόταν στην οδό Υψιπύλης στην Λάρνακα και περπατούσε και ενώ βρισκόταν στον ανοικτό χώρο στάθμευσης πολυκαταστήματος την πλησίασε πρόσωπο το οποίο την έσπρωξε, την έριξε στο έδαφος και της άρπαξε την τσάντα της η οποία περιείχε τα όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας αριθμός 11. Η παραπονούμενη είχε ηλικία 67 ετών. Στις 17.2.26 καταγγέλθηκε από την Σωτηρία Βασιλείου ότι ενώ βρισκόταν στην οδό Ρέμπραντ στην Λάρνακα περί ώρα 12:30 ηλικίας η παραπονούμενη 82 ετών, πρόσωπο έτρεξε προς το μέρος της και άρπαξε την τσάντα της η οποία περιείχε τα όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 12. Περαιτέρω καταγγέλθηκε ότι στις 18.2.26 κλάπηκε από το αυτοκίνητο της Μαρίας Ιωακείμ η περιουσία η οποία αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 14 και στις 12.2.26 καταγγέλθηκε από την Βάσω Ήρωα ότι ενώ περπατούσε στον δρόμο κλάπηκε το πορτοφόλι της το οποίο περιείχε τα όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 17. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης εξασφαλίστηκαν κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης όπου αναγνωρίστηκε ο κατηγορούμενος 1 να διαπράττει τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκε σήμερα ενώπιον σας. Λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και σε κάποιες από τις περιπτώσεις προέβηκε και σε υποδείξεις σκηνών. Να αναφέρω ότι δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε από την κλοπιμαία περιουσία.»
Τέθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.
Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη συνήγορο του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος είναι 20 ετών, κατάγεται από τη Ρουμανία και έχει 2 αδελφούς και 3 αδελφές. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν μικρός. Φοίτησε 9 τάξεις στην χώρα του και στη συνέχεια δεν εργαζόταν. Ήρθε στην Κύπρο το 2025 και έκτοτε εργάζεται ως οικοδόμος.
Η κα Κουμή αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του κατηγορουμένου αφού υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι παιδί διαζευγμένων γονέων, γεγονός που είχε αντίκτυπο στον ψυχοσυναισθηματικό του κόσμο, δεν βίωσε την οικογενειακή θαλπωρή και δεν είχε τη συναισθηματική υποστήριξη αλλά ούτε και την οικονομική υποστήριξη από τον πατέρα του. Ένιωθε καταρρακωμένος συναισθηματικά με παιδικά τραύματα τα οποία βιώνει μέχρι σήμερα και τα οποία δεν έχουν επουλωθεί. Περαιτέρω, ανέφερε ότι προέρχεται από οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης, ήρθε στην Κύπρο με σκοπό την εξεύρεση εργασίας για λόγους διαβίωσης καθώς και για να αποστέλλει χρήματα στη μητέρα και στα αδέλφια του. Παρά το νεαρό της ηλικίας του κατέστησε τον εαυτό του ως προστάτη της οικογένειας του και προσπάθησε να εξεύρει εργασία για να αποστέλλει χρήματα στην οικογένεια του. Περαιτέρω, η κα Κουμή ανέφερε ότι η μητέρα του κατηγορουμένου έχει πρόσφατα διαγνωστεί με καρκίνο στους πνεύμονες καλπάζουσας μορφής, όπου σύμφωνα με τους γιατρούς δεν αναμένεται να ζήσει πέραν των 6 μηνών και ο κατηγορούμενος επιθυμεί να επιστρέψει στην πατρίδα του για να βρίσκεται στο πλευρό της. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος είναι ένα φιλήσυχο άτομο το οποίο είναι πολύ δεμένο με την οικογένεια του και η ασθένεια της μητέρας του επηρέασε έντονα τον ψυχοσυναισθηματικό του κόσμο με αποτέλεσμα να κάνει χρήση ουσιών έχοντας παράλληλα την επιθυμία να απεξαρτηθεί. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό καθεστώς συναισθηματικής φόρτισης και έντασης αφού είχε ενημερωθεί για την ασθένεια της μητέρας του, έκανε χρήση ουσιών και δεν είχε διαύγεια σκέψης. Εξέφρασε την απολογία του κατηγορουμένου καθώς και το γεγονός ότι έχει μετανιώσει για τις πράξεις στις οποίες προέβη. Κάλεσε περαιτέρω το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, καθώς επίσης και το νεαρό της ηλικίας του.
Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.
Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα κλοπής από άλλο πρόσωπο κατά παράβαση των άρθρων 255, 266 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης 5 χρόνων. Σε ότι αφορά το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Τέλος, σε ότι αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης 1 έτους.
Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).
Χωρίς αμφιβολία, τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα και βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023).
Σύμφωνα δε με τη νομολογία, σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (βλ. Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565, Παναγίδη ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, 106, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, Balampanidιs ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 210/18, ημερομηνίας 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178 και Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, 15/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021, 4/11/2022).
Στην υπόθεση Gheorghe Lucian κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 824, επισημάνθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:
«Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 92.
…
Αναφορά μπορεί να γίνει και στην Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272 στην οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής των τριών ετών που επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο για έξι διαρρήξεις και κλοπές που απέφεραν στον εφεσείοντα τιμαφλή και μετρητά ύψους €64.000 περίπου, από τα οποία τίποτε δεν επιστράφηκε στους δικαιούχους. Το Εφετείο τόνισε εκ νέου ότι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα παραμένουν στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, χωρίς σημεία κάμψης. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα εφόσον δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.
Περαιτέρω, στην ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Bezanidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785, όχι μόνο επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω, αλλά έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342 και Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 485, στις οποίες τονίστηκε η ανάγκη για αποτροπή τόσο των ιδίων των παραβατών, όσο και της αναχαίτησης τρίτων από τη διάπραξη ομοίων ή παρομοίων εγκλημάτων. Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ιδίων των αδικημάτων.»
Περαιτέρω, στην υπόθεση Hussein v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση αρ.252/18 ημερ. 31.05.19, ECLI:CY:AD:2019:B206, επισημάνθηκε εκ νέου η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της φύσης:
«Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής:
«Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 824).»
Σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η αξία της κλαπείσας περιουσίας και τυχόν επιστροφή, έστω μέρους αυτής, ή η αποζημίωση του θύματος (βλ. Τσιλικίδης (ανωτέρω) και Τζιαμά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 17/2017, ECLI:CY:AD:2017:B468, ημερομηνίας 18.12.2017). Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία προκύπτει ότι προσμετρά επιβαρυντικά στην επιμέτρηση, η με συστηματικό τρόπο τέλεση των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 47 και Σωκράτους ν Δημοκρατίας (2016) 2Α ΑΑΔ 167), η τάση επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς (βλ. Φραντζίδης ν Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 146), η πρόκληση ζημιών σε περιουσία ή τραυματισμών σε ενοίκους (βλ. Χρίστου ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 85 και Τράντας ν. Αστυνομίας (2016) 2Β ΑΑΔ 1116) ως επίσης και η ύπαρξη προσχεδιασμού (βλ. Lungu ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 545).
Στρεφόμενη στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτές προκύπτουν από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου, καθίσταται σαφές ότι οι συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές. Ο κατηγορούμενος για μια χρονική περίοδο από 8/2/26 μέχρι και τις 17/2/26 επιδιδόταν συνεχώς σε κλοπές από διάφορους ανυποψίαστους πολίτες και δη ηλικιωμένες γυναίκες (8 στο σύνολο) αρπάζοντας τους τα προσωπικά τους αντικείμενα ενώ σε 3 διαφορετικές περιπτώσεις επιτέθηκε σπρώχνοντας τα θύματα του από τα οποία στη συνέχεια έκλεβε τα προσωπικά τους αντικείμενα. Πρόκειται για ένα μεθοδευμένο τρόπο δράσης, ο οποίος είχε χρονική έκταση, στρεφόταν κατά διαφορετικών προσώπων μεγάλο σε αριθμό και συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας.
Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και το γεγονός ότι δεν έχει εντοπιστεί η κλοπιμαία περιουσία και δεν έχει λάβει χώρα αποζημίωση του παραπονουμένων σε σχέση με την κλοπιμαία περιουσία.
Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).
Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), την εκφρασθείσα εκ μέρους του λύπη και απολογία του για τη συμπεριφορά και τις πράξεις του, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, ενώπιον των οποίων παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, συμβάλλοντας έτσι στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης, τις προσωπικές οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και τα όσα η συνήγορος του ανέφερε επιπρόσθετα δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έχει γίνει αναφορά ανωτέρω.
Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Gheorghe Lucian και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην Balampanidιs (ανωτέρω) λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής».
Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου. Το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη αποτελεί, σύμφωνα με τη Νομολογία, παράμετρο που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν προς την επιμέτρηση της ποινής. Σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. G. M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 88)
Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.
Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.
Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.
Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:
Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών,
Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών,
Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός,
Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών,
Στην 6η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός,
Στην 7η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών,
Στην 8η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών,
Στην 9η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών,
Στη 10η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός,
Στην 11η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών,
Στη 12η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών,
Στη 14η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών,
Στη 17η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών.
Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.
Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.
Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:
«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.
Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 1, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Συνεπώς, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο είναι άμεσες.
Σύμφωνα με το άρθρο 117 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου, μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που αυτός βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από 27/2/2026.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο