ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Χ. Κ., Αρ. Yπόθεσης: 1830/2022, 16/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Χ. Κ., Αρ. Yπόθεσης: 1830/2022, 16/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 1830/2022

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

Χ. Κ.

 

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: ο κ. Ζ. Κούμουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: Η κα. Χ. Ζίκκου.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

Π Ο Ι Ν Η

 

Η κυκλοφορία της ποινής υπόκειται σε περιορισμό και απαγορεύεται η οποιαδήποτε δημοσίευση ή δημοσιοποίηση της χωρίς την άδεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου.

 

 

Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος με δική του παραδοχή σε 1 κατηγορία για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 5 και 6 (3) (7) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 (στο εξής ο Νόμος)[1], ως έχει τροποποιηθεί.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι μεταξύ των ημερομηνιών 1/12/20 μέχρι 14/2/21 συμπεριλαμβανομένων, στη Λάρνακα συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί ήτοι κακοποίησε σεξουαλικά την ανήλικη IΡ με ημερομηνία γεννήσεως 06/08/05.

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη του αδικήματος έχουν τεθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:

 

«Να αναφέρω αρχικά ότι η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση είναι η ανήλικη Μ.Κ 7 στο κατηγορητήριο με ημερομηνία γέννησης [ ]. Την 27/02/21 καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου από τη Μ.Κ 7 η οποία ήταν συνοδευόμενη από τον πατέρα της Μ.Κ 1 και τη μητέρα της Μ.Κ 2 ότι είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις με τον κατηγορούμενο, συγκεκριμένα στις 05/01 και 13 με 14/02/21. Δόθηκε γραπτή συγκατάθεση για ιατροδικαστική εξέταση της Μ.Κ 1 όπου ο Μ.Κ 8 ο ιατροδικαστής διαπίστωσε παλαιά ρήξης παρθενικού υμένα. Στις 03/03/21 λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από τη Μ.Κ 7, την ανήλικη τότε Μ.Κ 7 η οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι είχε γνωριστεί με τον κατηγορούμενο μέσω της ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης Facebook και αρχές Δεκεμβρίου του 2020 και περαιτέρω ότι συνολικά βρέθηκε μαζί του 8 φορές. Τις τρεις πρώτες φορές συναντήθηκαν στην περιοχή της Δεκέλειας χωρίς να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή, την τέταρτη φορά που συναντήθηκαν μετέβησαν πάλι στην περιοχή της Δεκέλειας όπου η Μ.Κ 7 έκανε στοματικό έρωτα στον κατηγορούμενο ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο. Επίσης ανέφερε ότι 05/01/21 μετέβηκε σε άλλο σημείο της περιοχής Δεκέλειας μαζί με τον κατηγορούμενο όπου είχαν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή. Την όγδοη φορά που συναντήθηκαν δηλαδή 13/02/21 είχαν μεταβεί σε διαμέρισμα κοντά στο λιμάνι της Λάρνακας όπου εκεί διανυκτέρευσαν μέχρι το πρωί της 14/02/21 και κατά την παραμονή τους στο εν λόγω συγκεκριμένο διαμέρισμα ήρθε σε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή μαζί του 4 φορές. Η Μ.Κ 7 ανέφερε ότι όλες τις περιπτώσεις έγιναν με τη θέλησή της. Την 07/03/21 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου και την ίδια ημέρα συνελήφθηκε, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε "εν ήξερα ότι ήταν ανήλικη μόλις μου το είπε άφηκα την και έκαμα την block". Την ίδια ημέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία παραδέχτηκε ότι είχε σεξουαλική επαφή με τη Μ.Κ 7 αλλά έγιναν με τη θέληση και των δύο. Την ίδια ημέρα κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε "ό,τι εκάμαμε ήταν με τη θέληση μας τζιαί τους θκύο. Εγώ δεν ήξερα ότι ήταν 15 χρονών, εγώ νόμιζα ότι εν 18 και μόλις μου είπε ότι εν 15 επαρέτησα την" Αυτά τα γεγονότα ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Δηλώθηκε τέλος από πλευράς κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. 

 

Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στην οποία καταγράφονται οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 30 ετών και κατάγεται από το Λιοπέτρι. Είναι άνεργος και λήπτης ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Έχει ακόμα 2 μεγαλύτερα αδέλφια ηλικίας 33 και 31 ετών. Ο πατέρας του απεβίωσε το 2004. Η μητέρα του κάτω από δύσκολες συνθήκες μεγάλωσε τα παιδιά μόνη της. Αργότερα γνώρισε τον συμβίο της με τον οποίο συμβιώνει εδώ και χρόνια. Η σχέση του κατηγορούμενου με τον συμβίο της μητέρας του όπως και των αδελφών του είναι πολύ καλές. Η μητέρα του εργάζεται ως καθαρίστρια σε δημοτικό σχολείο και μέχρι σήμερα στηρίζει όλα της τα παιδιά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ο κατηγορούμενος μεγάλωσε σε καλές συνθήκες παρόλο που έχασε τον πατέρα του πολύ νωρίς. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας είναι μέχρι σήμερα καλές και δεν έχουν εντάσεις μεταξύ τους. Ως μαθητής ήταν αδύνατος μαθησιακά και στην πρώτη γυμνασίου παρέμεινε στάσιμος 3 φορές με αποτέλεσμα να διακόψει τη σχολική του φοίτηση. Το 2013 κατατάγηκε στην εθνική φρουρά και ολοκλήρωσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του από την ηλικία των 14 ετών έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και σε ηλικία 18 ετών χρειάστηκε να αποταθεί σε ψυχίατρο λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε με τη ψυχική του υγεία η οποία επηρέαζε τις συναναστροφές και τη σταθερότητα στον εργασιακό τομέα. Είχε εργαστεί για μικρά χρονικά διαστήματα ως σερβιτόρος καθώς επίσης και σε άλλους τομείς στη τουριστική βιομηχανία. Από το 2018 λαμβάνει επίδομα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Με την πρώην συμβία του απέκτησε ένα ανήλικο παιδί ηλικίας σήμερα 2 χρονών. Οι σχέσεις του με τη συμβία του πριν την εγκυμοσύνη ήταν σχετικά καλές πλην όμως μετά την εγκυμοσύνη και ενόψει του ότι η συμβία του έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών ερχόταν συχνά σε διαφωνίες και εντάσεις ως εκ τούτου τον Δεκέμβριο του 2023 μετά από έντονη διαφωνία που είχαν η ίδια έφυγε από την κατοικία που ενοικίαζαν χωρίς το βρέφος και πήγε στην Αγγλία. Το παιδί έκτοτε μέχρι και σήμερα διαμένει με τη μητέρα του κατηγορούμενου. Λόγω των αδυναμιών του κατηγορούμενου και της μητέρας του παιδιού η περίπτωση έτυχε χειρισμού από τις υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας και η υπόθεση βρίσκεται σήμερα ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου αφού οι γονείς συμφώνησαν μεταξύ τους όπως η φροντίδα και η μέριμνα του ανήλικου παιδιού δοθούν στη μητέρα του κατηγορούμενου, ενόψει του ότι η γιαγιά είναι το άτομο το οποίο φροντίζει το παιδί από νεαρή ηλικία αφού οι γονείς παρουσιάζουν σοβαρές αδυναμίες.

 

Περαιτέρω, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος ότι η ανήλικη παραπονούμενη είχε η ίδια προσεγγίσει τον κατηγορούμενο μέσω facebook και Instagram. Περαιτέρω, ανέφερε ότι τον είχε κατευθύνει από μόνη της σε ποιο σημείο της Λάρνακας θα έπρεπε να συναντηθούν και από μόνη της τον είχε οδηγήσει στην περιοχή Δεκέλειας προκειμένου να συναντηθούν πιο ιδιωτικά. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 14/2/21 η παραπονούμενη από μόνη της επικοινώνησε με τον ιδιοκτήτη κάποιων διαμερισμάτων που βρίσκονται κοντά στο λιμάνι της Λάρνακας, έκανε κράτηση για το εν λόγω διαμέρισμα και πήγαν μαζί με τον κατηγορούμενο όπου και η ίδια πάλι του έδινε κατευθύνσεις και είχαν εκείνη τη ημέρα σεξουαλική επαφή.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα τους αντικατοπτρίζεται στις υπό του νόμου προβλεπόμενες ποινές (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 727, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Για το αδίκημα της συμμετοχής σε σεξουαλική πράξη με παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης κατά παράβαση του άρθρου 6 (3) του Νόμου προνοείται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη.

 

Όπως τονίστηκε στη Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 259, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές για την καταστολή τους ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων αφού όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών αλλά προσβάλλουν και την προσωπικότητα του θύματος. Καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εξευτελίζοντας την ανθρώπινη υπόσταση του θύματος στιγματίζοντας πολλές φορές τη ζωή του και τον ψυχικό του κόσμο (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Ποιν.Έφεση Αρ.61/20 ημερ. 14/7/22, ECLI:CY:AD:2022:B304, Α.Β. ν. Δημοκρατίας Ποιν.Έφεση 142/2023 ημερ. 29/11/2024). Να τονίσω εδώ ότι ο Νόμος 91(Ι)/2014 θεσπίστηκε έχοντας σκοπό την καλύτερη  προστασία των δικαιωμάτων των  παιδιών τα οποία αποτελούν τη βάση και το μέλλον της κοινωνίας προστασία που αναγνωρίζεται από το Διεθνές και Εθνικό Δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη που πηγάζει από την εγγενή φύση του (βλ. Αστυνομία ν. Πατούρη Ποιν. Έφεση Αρ. 51/20 ημερ. 3/12/2020).

 

Η ανάγκη προστασίας των παιδιών ειδικότερα, ως θυμάτων τέτοιας φύσεως αδικημάτων αναγνωρίστηκε και στην υπόθεση  Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.184/2015, ημερ.13/2/2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, όπου αναφέρθηκε ότι:

 

««… θα τονίσουμε, όχι απλώς την ανησυχία, αλλά την αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Ό,τι πλήττεται είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών δια του Ν. 91(Ι)/2014, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών. Όσο δε νεαρότερο είναι ένα παιδί, εξ αντικειμένου, το αδίκημα καθίσταται σοβαρότερο».»

 

Η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών για σκοπούς καταστολής, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων αλλά και της τρομακτικής συχνότητας διάπραξης τους, κάτι για το οποίο λαμβάνω γνώση από τον πολύ μεγάλο αριθμό υποθέσεων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει τονιστεί και σε μεταγενέστερες αποφάσεις όπως στην  υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνιου Μηταρά Ποιν. Έφεση Αρ.59/2022 ημερομ. 7/12/2022, ECLI:CY:AD:2022:D312, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

««Σταθερή και επαυξημένη παραμένει η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε σεξουαλικής φύσεως αδικήματα, όπως πρόσφατα μας δόθηκε η ευκαιρία να υποδείξουμε στις υποθέσεις παρόμοιας φύσης, Stephen John Lucas v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 129/2021 (σχ. με 145/2021) ημερ. 27.10.2022 και Robert Cionel Clarson v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 38/2022 ημερ. 27.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B411, στην οποία τονίσαμε τα ακόλουθα σε σχέση με την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοια αδικήματα:

 

«Οι υποθέσεις αυτής της φύσεως και γενικά οι υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων και μάλιστα με θύματα παιδιά δεν βρίσκονται μόνο σε έξαρση, δεν αποτελούν απλώς αδικήματα που δεσπόζουν στο εγκληματικό στερέωμα της Κύπρου, αλλά έχουν πλέον εξελιχθεί σε πρωτοφανή μάστιγα.

 

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί υποχρέωση στα δικαστήρια για επιβολή ιδιαίτερα αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών, με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είναι δευτερεύουσας και η εξατομίκευση της ποινής, όσο επιβεβλημένη κι αν είναι, να μην έχει αποφασιστικό ρόλο.

 

Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η προστασία των παιδιών και των θεμελιακών τους δικαιωμάτων από εγκλήματα αυτής της φύσης, τα οποία συνθλίβουν τον ψυχικό τους κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα τους.

 

[.]

 

Καθοριστική είναι η έντονη ανάγκη αποτροπής και ο τονισμός της αυστηρότητας που απαιτείται σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το έγκλημα αυτής της φύσης. Έγκλημα εναντίον του παιδιού, της κοινωνίας και του πολιτισμού.»».

 

Περαιτέρω, στις Ποινικές Εφέσεις Ζ.Α.Η. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 137/2022, 138/2022 και 139/2022, ημερομηνίας 8.11.2024, λέχθηκαν χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

«Παρά τις προσπάθειες του Νομοθέτη, όμως, δεν έχει παρατηρηθεί κάμψη στη διάπραξη τέτοιων ειδεχθών αδικημάτων. Αντιθέτως διαπιστώνουμε πως αδικήματα τέτοιας φύσης με θύματα παιδιά βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση σε βαθμό που να μπορούν να χαρακτηριστούν κοινωνική μάστιγα. Τα Δικαστήρια, συνεπώς, οφείλουν να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές ως έκφραση της απαξίας προς τέτοιες συμπεριφορές»

 

Στην απόφαση Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 59/16, ημερ. 23.3.2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τον Ν.91(Ι)/14:

 

«Εκείνο δε που πρέπει να επισημανθεί ιδιαιτέρως σε σχέση με το άρθρο 6 του πιο πάνω Νόμου είναι ότι τα αδικήματα αυτά στοιχειοθετούνται με προνοούμενη αυστηρή ποινή γιατί ακριβώς δεν είναι συμβατή με την ηλικία των θυμάτων, η έννοια της συναίνεσης, γι΄ αυτό και το άρθρο 6(3) ποινικοποιεί τη σεξουαλική πράξη με «παιδί το οποίο δεν έχει φθάσει στην ηλικία συναίνεσης», δηλαδή ανεξάρτητα από τη συναίνεση. (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αναστάσιος Ηροδότου, ποιν.έφ.120/13 ημερ. 30.3.2015, ειδικά σελ.3 και 4). Με αυτό το δεδομένο λοιπόν, δεν μπορεί να είναι σχετικό το θέμα της ύπαρξης προηγούμενων σεξουαλικών σχέσεων από το θύμα».»

  

Κάθε περίπτωση κρίνεται κάτω από τα δικά της περιστατικά. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν. 91(Ι)/2014, αναφέρονται οι παράγοντες οι οποίοι επιδρούν επιβαρυντικά σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6–9 και 15 του Νόμου. Η νομολογία του Ανωτάτου έχει επίσης θέσει αρχές με βάση τις οποίες θα πρέπει να αντικρίζονται αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Ανάμεσα σε άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες συμπεριλαμβάνονται ο προσχεδιασμός στον τρόπο προσέγγισης του θύματος (βλ. Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ. 59/16 ημερομηνίας 23/3/2017), όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η επανάληψη της άνομης συμπεριφοράς, η σημαντική διαφορά ηλικίας (βλ. Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας (2016) 2Β ΑΑΔ 1165) και αν τον αδίκημα στρέφεται εναντίον παιδιού με διανοητική ή σωματική αναπηρία ή άλλο χαρακτηριστικό που το καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο (Λευκαρίτης [ανωτέρω]).

 

Στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη των αδικημάτων από τον κατηγορούμενο είναι σοβαρά. Ο κατηγορούμενος συνάντησε την παραπονούμενη σε 8 διαφορετικές περιπτώσεις την περίοδο Δεκεμβρίου 2020 – Φεβρουαρίου 2021. Σε μία περίπτωση η παραπονούμενη έκανε στοματικό έρωτα στον κατηγορούμενο ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο και σε 2 άλλες περιπτώσεις στις 05/01 και 13 με 14/02/21 είχαν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή. Την τελευταία μάλιστα φορά διανυκτέρευσαν σε διαμέρισμα και κατά την παραμονή τους στο εν λόγω συγκεκριμένο διαμέρισμα ήρθαν σε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή 4 φορές.

 

Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά (1992) 2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 211), την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία παρά το ότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28) αφού καταδεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, η παραδοχή του κατηγορούμενου οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και είχε ως αποτέλεσμα η παραπονούμενη να μην κληθεί να καταθέσει ενόρκως βιώνοντας εκ νέου, μέσα από τη δίκη, τα γεγονότα που έζησε και που αποτελούν το υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης (βλ. Σ. Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του κατηγορούμενου την απολογία και την εκφρασθείσα μεταμέλεια του και τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις ως αναφέρθηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης αλλά καταγράφονται και στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, όπως και τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα έχει στον ίδιο και στην οικογένεια του η επιβολή ποινής φυλάκισης. Θα πρέπει εδώ όμως να τεθεί αυτό που λέχθηκε στην υπόθεση Κρασιάς ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ. 278/2022 ημερομηνίας 7/4/2023, ECLI:CY:AD:2023:B133, ότι δηλαδή η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας.[2]

 

Συνυπολογίζω τέλος στην επιμέτρηση της ποινής ότι δεν υπήρξε εκ μέρους του κατηγορούμενου άσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή βίας στο ανήλικο θύμα, ούτε συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις που καθορίζονται στο άρθρο 19 του Νόμου .

 

Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής, αφού έχουν παρέλθει 5 έτη από τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Το αντικειμενικό δεδομένο της παρέλευσης χρόνου αποτελεί μετριαστικό παράγοντα βάσει της νομολογίας, η οποία αντανακλάται στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276:

 

"Εντούτοις, όπως διαπιστώνεται, το Κακουργιοδικείο προσέδωσε στην καθυστέρηση η οποία υπήρξε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής σχετική σημασία, αναγνωρίζοντας ότι αυτή αφορούσε, ούτως ή άλλως, σε «ένα αντικειμενικό δεδομένο», όπως ορθά την χαρακτήρισε. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την πάγια, πλέον, θέση της νομολογίας ότι, κατά την εξέταση του υπό αναφορά παράγοντα, συνεκτιμάται ο χρόνος που παρέρχεται από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, ώστε το ύψος της επιβληθησομένης ποινής να αντανακλά την ωφελιμότητα της τιμωρίας, ως μέτρου αποτροπής ή/και αναμόρφωσης του παραβάτη,  (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αραμπίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2011, ημερ. 5.12.2013). Συγχρόνως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, όπως εδώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104). Σε σχέση με την τελευταία αυτήν πτυχή, δεν τέθηκε θέμα".

 

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν τέθηκε οποιαδήποτε εισήγηση από την Υπεράσπιση σε σχέση με το ζήτημα του χρόνου. Παρά ταύτα, δεν παραγνωρίζω ότι μετά τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος, ως προκύπτει από την Έκθεση του γραφείου Ευημερίας, ο κατηγορούμενος απέκτησε ένα παιδί ηλικίας σήμερα 2 ετών. Ταυτόχρονα όμως, σημειώνω ότι όπως προκύπτει από την έκθεση του γραφείου ευημερίας το παιδί από βρεφική ηλικία φροντίζει η γιαγιά του (μητέρα του κατηγορούμενου) λόγω αδυναμιών τόσο του ίδιου του κατηγορούμενου όσο και της μητέρας του παιδιού. Ένεκα μάλιστα των αδυναμιών των δύο γονέων τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η μητέρα του παιδιού μετά την επέμβαση του γραφείου Ευημερίας συγκατατέθηκαν ώστε η φύλαξη, φροντίδα και μέριμνα του ανήλικου παιδιού ανατεθεί στη γιαγιά του παιδιού και τούτο έγινε αφού λήφθηκαν όλες οι απαραίτητες δικαστικές διαδικασίες.

 

Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν έχει τεθεί ότι εξαιτίας του χρόνου που έχει παρέλθει έχει υπάρξει τέτοια διαφοροποίηση στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου που να καθιστά υπερβολική από μονή της την επιλογή της ποινής φυλάκισης, ούτε άλλωστε υπήρξε οποιαδήποτε σχετική εισήγηση από την πλευρά της Υπεράσπισης. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή  ποινής προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση  Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 ΑΑΔ 617.  Εν πάση περιπτώσει, η πάροδος χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής δεν καθιστά υπερβολική από μονή της την επιλογή της ποινής φυλάκισης, όταν υφίσταται ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Καούσλιεβ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 237/18, ημερομηνίας 11.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B533.

 

Περαιτέρω, δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό από τον χρόνο που διέρρευσε. Επομένως, ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα μπορεί να επηρεάσει μόνο το εύρος της ποινής.

 

Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι  προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ, 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ, 36).  

 

Στην υπόθεση  Χριστοφόρου ν. ΔημοκρατίαςΠοιν. Έφ. 59/16, ημερ. 23.3.2017 όπου το θύμα ήταν 13 ετών και ο εφεσείων 24 και μεταξύ τους δημιουργήθηκε σχέση μετά από συνομιλίες που είχαν διαδικτυακά και εν τέλει υπήρξε ολοκληρωμένη σεξουαλική πράξη, επικυρώθηκε η επιβολή ποινής φυλακίσεως 2,5 ετών για παράβαση του Άρθρου 6(3) του Ν. 91(Ι)/14.

 

Στην υπόθεση Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 271/22, ημερ. 20.12.2023, η οποία αφορούσε σε κατηγορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση των προνοιών του Ν.87(Ι)/07, ο εκεί εφεσείων ηλικίας 30 ετών διατηρούσε ολοκληρωμένη εξωσυζυγική σχέση με την 15χρονη Παραπονούμενη. Η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως 18 μηνών επικυρώθηκε αλλά χαρακτηρίστηκε ως πολύ επιεικής.

 

Στην υπόθεση Α.Β. ν. Δημοκρατίας Ποιν.Έφεση 142/2023 ημερ. 29/11/2024 η ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που επιβλήθηκε μετά από ακρόαση, για αδίκημα στη βάση του άρθρου 6(3) του Νόμου 91(Ι)/14 επικυρώθηκε κατ’ έφεση αν και κρίθηκε ως επιεικής. Ο εφεσείων ήταν 22 ετών ενώ το θύμα 15 ετών. Η σεξουαλική πράξη συνίστατο στο ότι του έκανε στοματικό έρωτα και άγγιζε τα γεννητικά της όργανα πάνω από τα ρούχα.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο  είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.

 

Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο  θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.

 

Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο:

 

Στην 1η  κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 χρόνων.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.

 

Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:

 

«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο  και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.

 

Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία  στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.

 

Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος  διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Περαιτέρω, όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κ. Π., Ποινική Έφεση Αρ. 74/2025, 8/12/2025 η οποία αφορούσε αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού:

 

«Αναστολή ποινής φυλάκισης αδικημάτων φύσεως, ως αυτά υπό εξέταση, δεν αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος,  εξασθενεί σε μεγάλο βαθμό την αποτρεπτικότητα της ποινής που σκοπό έχει να προστατεύσει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο και στέλνει λανθασμένα μηνύματα, μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς του νόμου.»

 

Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Με τον Ν. 59(Ι)/2025 Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι) Αρ. 5036,  25.4.2025 ο συνοπτικός τίτλος του βασικού νόμου τροποποιήθηκε με την αντικατάσταση  της φράσης «της Παιδικής Πορνογραφίας», με τη φράση «της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών».

[2] Βλ. επίσης Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 178/17, ημερ. 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο