ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 13486/2023
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
OO
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 15 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ζ. Κούμουρου.
Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Γ. Νικολάου.
Κατηγορούμενος: παρών.
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος με δική του παραδοχή στο αδίκημα της απόσπασης περιουσίας διά ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των Άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η και 2η κατηγορία), στο αδίκημα των δόλιων συναλλαγών σε περιουσία που ανήκει σε άλλο κατά παράβαση του άρθρου 303 Α (2) του Κεφ. 154 (3η κατηγορία) και στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (4η και 5η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στις 11/3/22 στη Λάρνακα διά ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολίευσης απέσπασε από την Ίννα Τσιμπίνα από την Ουκρανία το ποσό των 10.000 ευρώ, ψευδείς παραστάσεις οι οποίες συνίσταντο εις ότι έπεισε το πιο πάνω πρόσωπο να πληρώσει το πιο πάνω ποσό παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος της ιδιοκτήτριας εταιρείας του διαμερίσματος με αριθμό 104 στην οδό Μιχάλη Σιακαλλή 8 Mamore Court στα Περβόλια και με σκοπό την καταδολίευση απέκτησε το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ μέσω εμβάσματος στον τραπεζικό λογαριασμό εταιρείας της οποίας είναι διευθυντής.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στις 9/5/22 στη Λάρνακα διά ψευδών παραστάσεων και επί σκοπό καταδολίευσης απέσπασε από την Ίννα Τσιμπίνα από την Ουκρανία το ποσό των 40.000 ευρώ, ψευδείς παραστάσεις οι οποίες συνίσταντο εις το ότι έπεισε το πιο πάνω πρόσωπο να πληρώσει το πιο πάνω ποσό ισχυριζόμενος ψευδώς ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία του διαμερίσματος με αριθμό 104 στην οδό Μιχάλη Σιακαλλή 8 Mamore Court στα Περβόλια χρειαζόταν επειγόντως χρήματα και με σκοπό την καταδολίευση απέκτησε το χρηματικό ποσό των 40.000 ευρώ μέσω εμβάσματος στον τραπεζικό λογαριασμό εταιρείας της οποίας είναι διευθυντής.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στις 11/3/22 στη Λάρνακα με σκοπό καταδολίευσης συναλλάχθηκε σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο, δηλαδή σύναψε συμφωνία για την πώληση στην Ίννα Τσιμπίνα από την Ουκρανία του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/6761 διαμέρισμα με αριθμό 104 στην οδό Μιχάλη Σιακαλλή 8 Mamore Court 2 στα Περβόλια το οποίο ανήκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για το χρηματικό ποσό των 80.000 ευρώ.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία απέκτησε το ποσό των 10.000 ευρώ γνωρίζοντας ότι το πιο πάνω ποσό ήταν έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις.
Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 2η κατηγορία απέκτησε το ποσό των 40.000 ευρώ γνωρίζοντας ότι το πιο πάνω ποσό ήταν έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις.
Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:
«Γεγονότα ως το κατηγορητήριο. Περαιτέρω να αναφέρω ότι 10.11.22 καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από την παραπονούμενη ότι κατά τον μήνα Μάρτιο του 2022 εντόπισε μέσω ιστοσελίδας ένα διαμέρισμα 2 υπνοδωματίων που βρισκόταν στα Περβόλια Λάρνακας και ενδιαφέρθηκε να το αγοράσει. Ήρθε σε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης της Κτηματομεσιτικής Εταιρείας PROMACHONAS WORLDWIDE ESTATE LIMITED για να εκδηλώσει το ενδιαφέρον για την αγορά του ακινήτου. Ο κατηγορούμενος της παρουσιάστηκε ως αποκλειστικός αντιπρόσωπος του ιδιοκτήτη του διαμερίσματος, δηλαδή μιας εταιρείας και ότι η εν λόγω εταιρεία του έδωσε αποκλειστικότητα για την προώθηση και πώληση του εν λόγω διαμερίσματος. Κατά τον ίδιο μήνα, δηλαδή Νοέμβριο του 2022, η παραπονούμενη συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο ο οποίος της υπέδειξε το διαμέρισμα με αριθμό 104 στα Περβόλια. Η παραπονούμενη συμφώνησε με τον κατηγορούμενο στην αγορά του εν λόγω διαμερίσματος για το ποσό των 80.000 ευρώ και αυτός της ζήτησε να του καταβάλει 10.000 ευρώ αρχικά ως προκαταβολή ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου στο όνομα της και στη συνέχεια με τη μεταβίβαση του ακινήτου η παραπονούμενη θα του κατέβαλλε τα υπόλοιπα χρήματα. Ως εκ τούτου και για να μπορέσει να κάνει έμβασμα στον τραπεζικό λογαριασμό που της υπέδειξε, ο κατηγορούμενος την κάλεσε να υπογράψει σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο το οποίο ωστόσο αφορούσε το διαμέρισμα 105 που βρισκόταν στα Περβόλια. Όταν η παραπονούμενη εντόπισε το λάθος ο κατηγορούμενος την καθησύχασε αναφέροντας της ότι δεν έχει σημασία και ότι θα το διόρθωνε αργότερα ενώ την κάλεσε να υπογράψει ώστε να προχωρήσει η συμφωνία τους. Την 11.3.22 η παραπονούμενη προχώρησε σε έμβασμα 10.000 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό της Ελληνικής Εταιρείας που ανήκει στην εταιρεία PROMACHONAS WORLDWIDE ESTATE LIMITED το οποίο υπέδειξε ο κατηγορούμενος. Κατά το τέλος Απριλίου ο κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη να του καταβάλει άλλες 40.000 αφού όπως ισχυρίστηκε η εταιρεία που είναι ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος θα έπρεπε να παρουσιάσει ελεγμένους λογαριασμούς για πολλά χρόνια και γι’ αυτό χρειαζόταν επειγόντος τα χρήματα. Τελικά η παραπονούμενη συμφώνησε να του καταβάλει 40.000 ευρώ με τον όρο να της επιτρέψει να μεταφέρει τα προσωπικά της αντικείμενα εντός του διαμερίσματος, πράμα το οποίο ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε. Την 9.5.22 η παραπονούμενη προχώρησε με έμβασμα 40.000 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό της ελληνικής εταιρείας που ανήκει στην εταιρεία PROMACHONAS WORLDWIDE ESTATE LIMITED. Αφού η παραπονούμενη μετέφερε προσωπικά της αντικείμενα εντός του διαμερίσματος σε κάποια στιγμή κατά τον Ιούνιο του 2022 όταν επισκέφθηκε το διαμέρισμα διαπίστωσε ότι προσωπικά της αντικείμενα αξίας κλάπηκαν, αλλά δεν υπήρχε ίχνος παραβίασης στο διαμέρισμα. Η ίδια ζήτησε εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο ο οποίος της ανέφερε ότι τα αντικείμενα μεταφέρθηκαν από λειτουργούς της τράπεζας σε συγκεκριμένη αποθήκη και ότι πρόκειτο για παρεξήγηση και θα αναλάβει να της επιστραφούν τα αντικείμενα της. Περαιτέρω, όταν η παραπονούμενη ζήτησε εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο για την καθυστέρηση μεταβίβασης του διαμερίσματος, αυτός ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν ενεχυριασμένο από την τράπεζα και ότι είναι υποθηκευμένο σε δάνειο. Τότε η παραπονούμενη ζήτησε να της επιστρέψει όλα τα χρήματα που του κατέβαλε αφού διαπίστωσε ότι δεν της αποκάλυψε τα πραγματικά δεδομένα του διαμερίσματος. Ο κατηγορούμενος της παρέδωσε μια επιταγή της Astro Bank ημερομηνίας 25.10.22 για το ποσό των 50.000 ευρώ και της είπε αν μέχρι τότε, δηλαδή στις 25.10.22 δεν διευθετείτο η μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα της θα μπορούσε να εξαργυρώσει την επιταγή για να πάρει πίσω τα χρήματα της. Όταν η παραπονούμενη προσπάθησε να καταθέσει την επιταγή τη μέρα της διαπιστώθηκε από τραπεζικό υπάλληλο ότι η επιταγή έφερε μονογραφή που διέφερε από την υπογραφή του κατηγορουμένου. Όταν επισκέφθηκε η παραπονούμενη τον κατηγορούμενο στο γραφείο του και του ζήτησε να διορθώσει το λάθος του, αυτός άρπαξε την επιταγή και έγραψε σε αυτή άκυρο και την ημερομηνία 24.10.22. Τότε η παραπονούμενη αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος την είχε εξαπατήσει. Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 27.11.22, έδωσε τον ισχυρισμό ότι για την πώληση του εν λόγω ακινήτου ήρθε σε προφορική επικοινωνία με λειτουργούς της Τράπεζας Κύπρου τους οποίους δεν κατονόμασε, οι οποίοι τον εξουσιοδοτούσαν να προχωρήσει σε πώληση του και περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω ακίνητο βρισκόταν σε διαδικασία εκποίησης από την Τράπεζα Κύπρου και ακόμη δεν ολοκληρώθηκε. Έγιναν εξετάσεις και μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και σύμφωνα με την Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι το ακίνητο με αριθμό 0/6761 που προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ανήκε σε εταιρεία ο κατηγορούμενος, είναι ψευδής, καθότι αυτό ανήκε αρχικά στην εταιρεία RAFFLESIA DEVELOPERS LIMITED και στις 29.6.22 μεταβιβάστηκε στην Tράπεζα Κύπρου. Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι το ακίνητο με αριθμό 0/6761 αφορούσε το διαμέρισμα με αριθμό 2 και όχι το διαμέρισμα με αριθμό 104 ή και 105 όπως ανέγραψε ο κατηγορούμενος στο αγοραπωλητήριο έγγραφο.»
Τέθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 1 προηγούμενη καταδίκη στο πλαίσιο της υπόθεσης 19914/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Τέθηκε περαιτέρω ότι στο πλαίσιο της ποινικής έφεσης με αριθμό 243/22 ημερομηνίας 29/10/25 (αντίγραφο της απόφασης κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου), το Εφετείο διέταξε την άμεση εκτέλεση των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης 9 και 18 μηνών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στο πλαίσιο της υπόθεσης 19914/2016 για αδικήματα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση για αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης. Τέθηκε λοιπόν ότι ο κατηγορούμενος σήμερα εκτίει ποινή φυλάκισης 18 μηνών της οποίας η άμεση εκτέλεση διατάχθηκε στις 29/10/2025.
Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, όπως αυτή προσδιορίζεται κατωτέρω, ρωτήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, κατά πόσον θα ήταν σε θέση να παραθέσει λεπτομερώς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, καθότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν ορθό να ζητηθεί η ετοιμασία σχετικής Έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής (βλ. Τηλεμάχου v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 701,797).
Ο κύριος Νικολάου επιβεβαίωσε το Δικαστήριο ότι ήταν σε θέση να παραθέσει λεπτομερώς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και πράγματι, ο ευπαίδευτος συνήγορος, στη γραπτή του αγόρευση για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε εκτεταμένα σε αυτές.
Ο κύριος Νικολάου κατέθεσε γραπτό κείμενο προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου και περαιτέρω αγόρευσε και δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 69 ετών συνταξιούχος και εργαζόταν ως κτηματομεσίτης πέραν των 40 ετών. Σε ότι αφορά την κατάσταση της υγείας του πάσχει από χρόνια προβλήματα υγείας και κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ως μέρος της αγόρευσης του σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος πάσχει από αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, ανήκει στις ευπαθείς ομάδες και βρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή. Περαιτέρω, ο κύριος Νικολάου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι πατέρας 2 ενηλίκων τέκνων και παππούς 2 εγγονιών.
Σε ότι αφορά τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων ο κύριος Νικολάου ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος ήταν αδειούχος κτηματομεσίτης ο οποίος ενεργούσε για πελάτες του και εντόπιζε ακίνητα προς πώληση. Πέραν αυτών ήταν συνεργάτης της Τράπεζας Κύπρου οι οποίοι σε κάποιες περιπτώσεις ανέθεταν σε αυτόν την προώθηση ακινήτων προς πώληση και ενημέρωναν τον κατηγορούμενο για την ύπαρξη ακινήτων και διαμερισμάτων προς πώληση σε συμφέρουσες τιμές. Αναλόγως της οικονομικής δυνατότητας της εταιρείας του κατηγορουμένου, ο κατηγορούμενος αποκτούσε διά αγοραπωλητηρίου εγγράφου τα ακίνητα τα οποία μεταπωλούσε σε ιδιώτες πελάτες του.
Σύμφωνα με τον κύριο Νικολάου, ο κατηγορούμενος είχε πληροφορηθεί από λειτουργούς της Τράπεζας Κύπρου για τη διαθεσιμότητα του διαμερίσματος στα Περβόλια και προέβη σε συζητήσεις με την Τράπεζα Κύπρου για την απόκτηση διαμερίσματος με σκοπό να το πωλήσει αργότερα εξασφαλίζοντας κέρδος από την μεταπώληση του, οι οποίες όμως συζητήσεις, όπως διευκρίνισε δια ζώσης, δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Η παραπονούμενη προσέγγισε τον κατηγορούμενο επιθυμώντας να αποκτήσει διαμέρισμα στην Επαρχία Λάρνακας και ο κατηγορούμενος προσπαθώντας να μην απωλέσει την ευκαιρία πώλησης του προχώρησε στις ενέργειες για πώληση του στην παραπονούμενη χωρίς όμως να έχει αποκτήσει το διαμέρισμα διαπράττοντας τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκε. Όπως ανέφερε ο κ. Νικολάου, ο κατηγορούμενος έλαβε συνολικά από την παραπονούμενη το πόσο των 50.000 ευρώ χωρίς να είναι σε θέση να της πωλήσει και μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι της.
Περαιτέρω, ο κύριος Νικολάου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του και το γεγονός της έμπρακτης μεταμέλειας του κατηγορουμένου και της προσπάθειας του κατηγορουμένου για αποζημίωση της παραπονούμενης και ειδικότερα το γεγονός ότι έχει καταφέρει να εξασφαλίσει ποσό ύψους 23.000 ευρώ προς μερική αποζημίωση της καθώς και ότι έχει αποδεχθεί περαιτέρω απόφαση στο πλαίσιο της αγωγής 373/23 και για το εναπομείναν ποσό των 27.000 ευρώ.
Τέλος, ο κ. Νικολάου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του κατηγορουμένου ανέφερε ότι η παραπονούμενη έχει ετοιμάσει σχετική ένορκη δήλωση αναφέροντας ότι δεν έχει πλέον οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο την οποία επισύναψε στην αγόρευση του.
Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία έχει κριθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία έχουν ως κεντρικό στοιχείο την αποκόμιση οικονομικού οφέλους και εντάσσονται στην κατηγορία των εγκλημάτων οικονομικού χαρακτήρα. Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639).
Στην υπό εξέταση περίπτωση, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στη βάση του Νόμου 188(Ι)/2007, η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης των 14 χρονών ή και χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €500.000. Για το αδίκημα των δόλιων συναλλαγών σε περιουσία που ανήκει σε άλλο κατά παράβαση του άρθρου 303 Α (2) του Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Τέλος, για το αδίκημα της εξασφάλισης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 χρόνων.
Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129).
Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).
Θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι τα αδικήματα εξασφάλισης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες παρουσιάζονται με ιδιαίτερη συχνότητα και προς τούτο λαμβάνω γνώση από τον πολύ μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον του Επαρχιακού Λάρνακας (βλ. Sydenham v. Αστυνομίας (2005)2 ΑΑΔ 210, Αστυνομία ν. Βακανά, Ποινική Έφεση Αρ. 173/2020, ημερομηνίας 20/5/2021, ECLI:CY:AD:2021:B200).
Αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, η νομολογία έχει κατ' επανάληψη τονίσει την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, αφού αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν σε έντονο βαθμό το στοιχείο της απάτης και υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ των πολιτών (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 286, 292 και Δρουσιώτης ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, 522). Στην Δρουσιώτης (ανωτέρω) αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής:
«Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη, όπως δε πολύ εύστοχα σημειώνεται και από το πρωτόδικο δικαστήριο αυτή κατοπτρίζεται από το ύψος της ποινής που ο νομοθέτης έχει προνοήσει. Ιδιαίτερα, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που αποτελεί και το πλέον σοβαρό από τα αδικήματα στα οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε ετών.
Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων, καθότι αυτά ενέχουν, σε έντονο βαθμό, το στοιχείο της απάτης, διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ πολιτών, στοιχείο που επιβάλλει την επιβολή ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα. Η σοβαρότητα βέβαια του αδικήματος δεν εξουδετερώνει, όπως ορθά και το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει, την αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής. Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν επιτρέπεται στο βωμό της εξατομίκευσης να θυσιάζεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. (Βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ.286).»
Αναφορικά με τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Κουρουζίδη κ.ά. Ποινική Έφεση Αρ. 19/20, ημερομηνίας 20/7/2022, τέθηκε ότι:
«Όσον δε αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες πράξεις, το Κακουργιοδικείο, αφού επεσήμανε ότι οι προβλεπόμενες κατ' ανώτατο όριο ποινές ανέρχονται σε ποινή φυλάκισης 14 ετών ή ποινή προστίμου €500.000, ορθά καθοδηγήθηκε από το ακόλουθο απόσπασμα της υπόθεσης Θεοφάνους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 298/2018, ημερ. 27.6.2018:
«Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδης (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017, ECLI:CY:AD:2017:B241, ECLI:CY:AD:2017:B241 και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, ECLI:CY:AD:2019:B150), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της. Το Κακουργιοδικείο, ορθά επεσήμανε, πως τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείων έχουν σε έντονο βαθμό το στοιχείο της απάτης και περαιτέρω ότι η διάπραξή τους ήταν προϊόν οργάνωσης και προσχεδιασμού με τη συμμετοχή και άλλων προσώπων - τα οποία ως ιθύνων νους δεν κατονόμασε.»
Προκύπτει, συνεπώς, βάσει των ανωτέρω, η ανάγκη επιβολής επιβολής αποτρεπτικών ποινών για πάταξη αυτών των παράνομων συμπεριφορών που έχουν σχέση με το οικονομικό έγκλημα, οι οποίες, ως έχω αναφέρει πιο πάνω, παρουσιάζουν αυξητική τάση.
Οι ποινές οι οποίες επιβάλλονται σε υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διαφοροποιούνται ανάλογα και με το ύψος του ποσού που ο δράστης καρπούται αφού έχει σημασία για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής το είδος και το ύψος των καρπών που ο δράστης απόλαυσε ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητας του (βλ. Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, ημερομηνίας 26/6/2019).
Ταυτόχρονα, έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν κρίνεται μόνο από το ύψος του ποσού. Ως τέθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρόπουλου, Ποινική Έφεση Αρ.: 240/2024, 29/4/2025 με αναφορά στην υπόθεση R v. Raza [2013] EWCA Crim 1771 (par. 14,15), η πηγή των εσόδων και δη η εγκληματική δραστηριότητα με την οποία σχετίζονται, αποτελεί γενικά σημαντική παράμετρο στην αξιολόγηση της σοβαρότητας ενός τέτοιου αδικήματος.
Στην παρούσα περίπτωση ο κατηγορούμενος παρουσίασε ψευδώς τον εαυτό του στην παραπονούμενη ως αποκλειστικός αντιπρόσωπος της ιδιοκτήτριας εταιρείας του επίδικου διαμερίσματος αποσπώντας από αυτή χρηματικό ποσό ύψους 10.000. Περαιτέρω απέσπασε επιπρόσθετο ποσό 40.000 ευρώ από την παραπονούμενη ισχυριζόμενος ψευδώς ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία του επίδικου διαμερίσματος χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος σύναψε συμφωνία για πώληση του επίδικου διαμερίσματος ενώ το συγκεκριμένο διαμέρισμα δεν ανήκε στον ίδιο ή στην εταιρεία του αλλά ανήκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος απέκτησε το συνολικό ποσό των 50.000 ευρώ γνωρίζοντας ότι αυτό το ποσό ήταν έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Είναι σαφές ότι κατηγορούμενος εν προκειμένω όχι μόνο γνώριζε ότι τα ποσά που εξασφάλισε ήταν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες, αλλά ήταν και ο ίδιος ο δράστης του γενεσιουργού αδικήματος.
Συνακόλουθα, στην παρούσα περίπτωση, ως τέθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρόπουλου, Ποινική Έφεση Αρ.: 240/2024, 29/4/2025 η παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου αφορά μείζονα υπαιτιότητα (Culpability A - High Culpability) στη διάπραξη του εν λόγω αυτοτελούς αδικήματος, ως προκύπτει από τα Sentencing Guidelines τα οποία εφαρμόζονται στην Αγγλία (βλ. Fraud, Bribery and Money Laundering Offences Guideline 2014, και Banks on Sentence, 12th edn., para. 285.3) και στα οποία γίνεται αναφορά στην απόφαση Μαυρόπουλου (ανωτέρω). Περαιτέρω το συνολικό ποσό της νομιμοποίησης ανερχόταν στο ποσό των 50.000 ευρώ.
Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478).
Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).
Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες καθώς και τα όσα ο συνήγορος του ανέφερε επιπρόσθετα δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έχει γίνει αναφορά πιο πάνω.
Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540).
Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου για καταστολή τέτοιας φύσεως εγκληματικών συμπεριφορών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρόπουλου Ποινική Έφεση Αρ.240/24, ημερομηνίας 29/4/2025).
Λαμβάνω επίσης υπόψη το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 4 και πλέον έτη μετά τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 ΑΑΔ 617.
Εν πάση περιπτώσει, η πάροδος χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής δεν καθιστά υπερβολική από μονή της την επιλογή της ποινής φυλάκισης, όταν υφίσταται ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Καούσλιεβ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 237/18, ημερομηνίας 11.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B533.
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι στον χρόνο που διέρρευσε έχουν μεταβληθεί οι περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ούτε υπήρξε τέτοια εισήγηση. Ούτε έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό από τον χρόνο που διέρρευσε. Επομένως, ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα μπορεί να επηρεάσει μόνο το εύρος της ποινής.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει επίσης να αναφερθούν και τα ακόλουθα σε σχέση με τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου στα οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου.
Σημειώνω ότι κατά κανόνα τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια ποινή. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Attorney General v. Mavrokefalos (1966) 2 CLR 93.
Στην υπόθεση Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 144, έγινε δεκτό πως, εάν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας. Όμως, για να αποφευχθεί η ποινή φυλάκισης, απαιτείται η προσκόμιση ιατρικής ή άλλης μαρτυρίας που να βεβαιώνει πως η κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου θα επιδεινωθεί λόγω της φυλάκισης ή ότι τα προβλήματα υγείας δεν μπορούν να τύχουν διαχείρισης με τις κατάλληλες οδηγίες από τις κεντρικές φυλακές. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Σοφοκλέους (ανωτέρω), El Kara Amira Mohammad ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 239, Μίλτος Απόστολου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 153/2017, ECLI:CY:AD:2017:D321, ημερομηνίας 27/9/2017 και Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19/10/2021.
Τα πιο πάνω συνάδουν με την πάγια νομολογία του ΕΔΑΔ που αναγνωρίζει ότι η στέρηση της ελευθερίας του ατόμου συνοδεύεται αναπόφευκτα από το στοιχείο του πόνου και ενέχει το στοιχείο του εξευτελισμού. Ζήτημα, όμως, παραβίασης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 3 της Σύμβασης μπορεί να τεθεί στις περιπτώσεις όπου ο πόνος και η ταλαιπωρία, που προκύπτει από κάποια ασθένεια, σωματική ή ψυχική, επιδεινώνεται ή υφίσταται κίνδυνος να επιδεινωθεί από τις συνθήκες κράτησης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Rooman v. Belgium (G.C.) προσφυγή 18052/11, ημερομηνίας 31/1/2019, παρ.142-144.
Σύμφωνα δε και πάλι με τη νομολογία του ΕΔΑΔ, κρίσιμο είναι το κατά πόσο το περιβάλλον της φυλακής είναι ακατάλληλο σε σχέση με την κατάσταση ατόμου το οποίο πάσχει από σωματική ή πνευματική ασθένεια και εάν η δοκιμασία της κρατήσεως, αυτή καθαυτή, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως επίπονη λόγω της αδυναμίας του ατόμου να υποστεί ένα τέτοιο μέτρο. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Mouisel v. France, προσφυγή 67263/01, ημερομηνίας 14/11/2002, παρ. 40, Rivière v. France, προσφυγή 33834/03, ημερομηνίας 11/7/2006 παρ. 64 και Kotsaftis v. Greece, προσφυγή 39780/06, ημερομηνίας 12/6/2008, παρ.50.
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί από την πλευρά του κατηγορούμενου οποιοδήποτε ιατρικό δεδομένο που να βεβαιώνει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης θα προκαλέσει ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού ή θα επιδεινώσει το όποιο πρόβλημα υγείας αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ή ότι το περιβάλλον της φυλακής είναι ακατάλληλο αναφορικά με την κατάσταση υγείας του κατηγορούμενου.
Ειδικότερα, στο ιατρικό πιστοποιητικό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο δεν καταγράφεται οτιδήποτε ως προς την τυχόν επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του από τον εγκλεισμό του στις κεντρικές φυλακές ή ως προς το ότι ο εγκλεισμός του θα δημιουργήσει σε αυτόν ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού και ως προς το ότι η κατάσταση της υγείας του δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από το τμήμα φυλακών.
Δεν παραγνωρίζω, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 1 προηγούμενη καταδίκη για ομοειδή αδικήματα, σημειώνοντας παράλληλα ότι η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών είναι παράγοντας ο οποίος περιορίζει το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει στον κατηγορούμενο αν ήταν λευκού ποινικού μητρώου, αφού οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού που επιδεικνύει ένας κατηγορούμενος έναντι των νόμων της Πολιτείας (βλ. Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 2/2019 ημ. 25/2/2021 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 79/2019, ECLI:CY:AD:2021:B173 ημ. 27/04/2021).
Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565 επαναλήφθηκαν τα εξής:
«Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96). Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας (1976) 2 Α.Α.Δ. 63).»
Η προηγούμενη λοιπόν καταδίκη του κατηγορούμενου δεν τίθεται για να τιμωρηθεί για αδικήματα για τα οποία έχει ήδη τιμωρηθεί, αλλά επηρεάζει την επιείκεια που θα τύγχανε αν δεν βαρυνόταν με αυτή αφού αποτελεί ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του προς τους Νόμους της Πολιτείας.
Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός της μερικής αποζημίωσης της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο και ειδικότερα το γεγονός ότι όπως έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταβάλει στην παραπονούμενη το ποσό των 23.000 ευρώ ενώ περαιτέρω έχει δεχθεί και σχετική δικαστική απόφαση σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό. Όπως έχει νομολογηθεί, η αποζημίωση του θύματος είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής χωρίς όμως το στοιχείο αυτό να είναι βαρυσήμαντο ενόψει της φύσης και σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανησυχητικής έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη αυτής της φύσεως αδικημάτων (βλ. Δημητρίου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 46).
Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου στην επιμέτρηση της ποινής και το ύψος του ποσού των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €50.000.
Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ, 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ, 36).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παραθέτω ως ενδεικτικές τις ακόλουθες αποφάσεις:
Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 816 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 3 ετών σε κατηγορίες για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις με τον κατηγορούμενο να είχε δηλώσει παραδοχή και βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.
Στην υπόθεση Δρουσιώτης ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε τρεις κατηγορίες πλαστογραφίας, στην κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η απόσπαση αφορούσε το ποσό των €23.000. Επιβλήθηκαν διάφορες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη την ποινή των 2 ετών, αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση.
Στην υπόθεση Mαληκκίδης ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 1186, η ποινή των 6 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα μετά από ακρόαση για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες επικυρώθηκε κατ’ έφεση. Ο εφεσείων είχε νομιμοποιήσει ποσό ύψους €498.000.
Στην υπόθεση Λεμονάρης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 212/17 ημερομηνίας 17/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 5 ετών, θεωρώντας την επιεική, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (σχεδόν €500.000), τονίζοντας το έντονο στοιχείο της απάτης, της επαγγελματικής ιδιότητας του εφεσείοντα (κτηματομεσίτης) και το είδος και την έκταση της εξαπάτησης.
Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Δημητρίου, Ποινική Έφεση Αρ.: 41/2025, ημερομηνίας 10.4.2025, οι ποινές φυλάκισης 2 και 3 μηνών που επιβλήθηκαν πρωτόδικα, μεταξύ άλλων, στις κατηγορίες για εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (το ποσό ανερχόταν σε €48.640), ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με ποινές φυλάκισης 10 μηνών και 3 ετών αντίστοιχα.
Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρόπουλου Ποινική Έφεση Αρ.240/24, ημερομηνίας 29/4/2025 επιβλήθηκαν πρωτόδικα κατόπιν παραδοχής του κατηγορούμενου συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του Άρθρου 4(1)(β) του Ν.188(Ι)/2007. Η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για τα αδικήματα τα οποία παραδέχτηκε ενοχή ο κατηγορούμενος ήταν φυλάκιση πέντε ετών ή πρόστιμο €50.000. Ο κατηγορούμενος μετέφερε στην Κύπρο χρήματα δήλωνε ψευδώς στο Τμήμα Τελωνείων πως το ποσό το οποίο είχε μαζί του προερχόταν από εισοδήματα του και ότι υπήρχε πρόθεση μεταφοράς σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτός λάμβανε χρηματική αμοιβή €200 για κάθε μεταφορά ποσού €100.000 και αμοιβή €400 για κάθε μεταφορά €200.000. Το συνολικό ποσό της νομιμοποίησης ανερχόταν σε €2.500.000. Κατ’ έφεση οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης αντικαταστάθηκαν με φυλάκιση τριών χρόνων.
Στην Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ.: 27/2023, 26/1/2026 ο εφεσείων - κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση στις κατηγορίες της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των Άρθρων 20, 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση Άρθρων του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(I)/2007. Το ποσό που απέσπασε ο εφεσείων από την παραπονούμενη ήταν €125.000. Ο κατηγορούμενος βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3½ ετών στην κατηγορία της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και 7 ετών στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.
Στην Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ.: 28/2023, 28/1/2026 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, κατόπιν παραδοχής του για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το ποσό που ο εφεσείων απέσπασε ήταν ύψους €3.200. Επισημάνθηκε ότι παρά το ύψος του ποσού που δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο συγκριτικά με άλλες υποθέσεις αυτού του είδους, οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικές αφού ο εφεσείων επέδειξε αντικοινωνική συμπεριφορά, πλήττοντας την πολιτεία, εφόσον εξαπάτησε την Κυπριακή Δημοκρατία, αφού επινόησε σχέδιο όπως χορηγηθεί κυπριακή ιθαγένεια διά ψευδών δηλώσεων σε μη δικαιούχο ανήλικο πρόσωπο με σκοπό την αποκόμιση για τον ίδιο οικονομικού κέρδους.
Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.
Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.
Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.
Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:
Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
Στη 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 24 μηνών.
Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 24 μηνών.
Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.
Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.
Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:
«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.
Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά.
Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου.
Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού.
Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.
Απομένει να εξεταστεί ο χρόνος έναρξης της έκτισης της ποινής που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο. Έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος σήμερα εκτίει την ποινή φυλάκισης 18 μηνών που του επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο πλαίσιο της υπόθεσης 19914/2016 της οποίας η άμεση εκτέλεση διατάχθηκε στις 29/10/25 στο πλαίσιο της ποινικής έφεσης με αριθμό 243/22 ημερομηνίας 29/10/25.
Σημειώνω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση εν προκειμένω από τον συνήγορο του κατηγορούμενου όπως η ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης να είναι συντρέχουσα με την ποινή που ήδη εκτίει στο πλαίσιο της καταδίκης που ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω. Παρά την μη ύπαρξη οποιασδήποτε εισήγησης από τον συνήγορο του κατηγορούμενου, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα αυτό αυτεπάγγελτα στο πλαίσιο της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής.
Σύμφωνα με το άρθρο 117(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155:
«Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.»
Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται απόκλιση από τον γενικό κανόνα διαδοχικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 117 (2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
Σύμφωνα με το άρθρο 81 του Κεφ. 155 για να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε υπόθεση στο πλαίσιο άλλης καταδίκης κάποιου κατηγορουμένου, πέραν της συναίνεσης του κατήγορου και του κατηγορουμένου θα πρέπει απαραιτήτως ο κατηγορούμενος να ομολογήσει ότι διέπραξε το αδίκημα.
Σύμφωνα με τα αρχεία της παρούσας υπόθεσης το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 20/11/23. Ο κατηγορούμενος στις 20/3/24 δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου και δικαιωματικά παρέμεινε στη μη παραδοχή του μέχρι και τις 23/4/26 που άλλαξε απάντηση και δήλωσε παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
Δεν έχει τεθεί και ούτε προκύπτει ότι θα μπορούσε η παρούσα υπόθεση να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της προηγούμενης καταδίκης του κατηγορουμένου. Συνεπώς, δεν υπήρχε οτιδήποτε που θα μπορούσε να λάβει υπόψη του και δεν έλαβε είτε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είτε το Εφετείο στο πλαίσιο της Έφεσης με αριθμό 243/2022, ώστε να δικαιολογείται το παρόν Δικαστήριο να αντιμετωπίσει επιεικέστερα τον κατηγορούμενο, γι' αυτόν συγκεκριμένα τον λόγο (βλ. Θεοδούλου v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 288/2015, ημερ. 14.6.2016 και Κατσιαρή v. Αστυνομία Ποινική Έφεση 163/2019, ημερ. 20.12.2019).
Έχοντας κατά νου τον κανόνα της διαδοχικότητας των ποινών, το Δικαστήριο εξέτασε με μεγάλη προσοχή και στο κατάλληλο στάδιο ενώ αποφάσιζε για το είδος και ύψος της ποινής, το κατά πόσον το σύνολο της ποινής που θα προκύψει σε περίπτωση μη απόκλισης από τον κανόνα της διαδοχικότητας θα παραβίαζε την αρχή της συνολικότητας, καθιστώντας έτσι την ποινή υπερβολική.
Η συνολικότητα μιας ποινής, πέραν της διαδοχικότητας εντός της ίδιας υπόθεσης, καλύπτει και τις ποινές που επιβάλλονται από διαφορετικά Δικαστήρια σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου θα πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά ως σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισης του (βλ. Χριστοφόρου v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 443). Η αρχή θα πρέπει να εφαρμόζεται και κατά την εφαρμογή του άρθρου 117 (2) του περί Ποινική Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 (βλ. Παραρέ v. Αστυνομία (2013) 2 Α.Α.Δ. 257). Την αρχή αυτή, το Δικαστήριο είχε κατά νου και εφάρμοσε τόσο κατά την επιλογή του ύψους της ποινής στον κατηγορούμενο όσο και για τον καθορισμό της χρονικής αφετηρίας έκτισης της.
Παραπέμπω στο σημείο αυτό και στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στη Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ.: 28/2023, 28/1/2026, όπου επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές.
Σε σχέση με την αφετηρία έκτισης της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης περιλαμβανομένου του ότι τα αδικήματα αυτής διαπράχθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία έχει ήδη καταδικαστεί ο κατηγορούμενος και για τα οποία εκτίει σήμερα εκτίει ποινή φυλάκισης στο πλαίσιο της υπόθεσης 19914/2016, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της Ποινικής έφεσης 243/22 η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς επίσης και ότι τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης είναι ομοειδή με τα αδικήματα της υπόθεσης στην οποία έχει ήδη καταδικαστεί καθώς επίσης και το γεγονός ότι τα αδικήματα αφορούσαν διαφορετικά πρόσωπα σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα και έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής κρίνω ότι δεν δικαιολογείται απόκλιση από τον γενικό κανόνα διαδοχικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 117(2) του Κεφ. 155.
Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι αφενός το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό και αφετέρου ότι αυτό το σύνολο ποινών είναι ανάλογο προς τα διαπραχθέντα αδικήματα ούτως ώστε η συνολική ποινή να είναι δίκαιη για τον κατηγορούμενο.
Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη μου το σύνολο των όσων ανωτέρω καταγράφονται και των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σήμερα στον κατηγορούμενο θα είναι διαδοχική με την ποινή φυλάκισης που εκτίει ο κατηγορούμενος στο πλαίσιο της υπόθεσης 19914/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο