ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Α. Π., Αρ. Yπόθεσης: 13309/2022, 8/4/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Α. Π., Αρ. Yπόθεσης: 13309/2022, 8/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 13309/2022

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

Α. Π.

 

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 8 Απριλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Γιάλλουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Π. Ζαπούνης.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

ΠΟΙΝΗ

 

Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό και απαγορεύεται η οποιαδήποτε δημοσίευση ή δημοσιοποίηση της χωρίς την άδεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου.

 

Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στις ακόλουθες 2 κατηγορίες:

 

(α)       Σεξουαλική Παρενόχληση κατά παράβαση των άρθρων 2 και 7 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2021 (Ν. 115(I)/2021) (1η κατηγορία).

(β)       Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων καταγράφονται λεπτομερώς στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12 Μαρτίου 2026 και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω συνοπτικά τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία αποτέλεσαν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου:

 

Η ΝΝ, παραπονούμενη (ΜΚ2) στις 12/7/2022 εργαζόταν ως καθαρίστρια σε Δημοτικό Σχολείο στη Λάρνακα. Την 12/7/2022 μετέβη στο σχολείο περίπου η ώρα 06:45. Ενώ σκούπιζε την αυλή του σχολείου της φώναξε ο κατηγορούμενος που εργάζεται στην καντίνα του σχολείου. Η ίδια τον ρώτησε τι την θέλει και αυτός της είπε έλα και θέλω κάτι να σου πω. Τότε αυτή κινήθηκε προς τον σύλλογο του σχολείου όπου βρισκόταν και ο κατηγορούμενος. Μόλις έφτασε έξω από τον σύλλογο ο κατηγορούμενος την άρπαξε σφιχτά και την τράβηξε προς το μέρος του, κρατώντας την πολύ σφιχτά χωρίς να μπορεί να φύγει. Αυτή πανικοβλήθηκε και δεν ήξερε τι να κάνει αφού έπαθε σοκ. Αυτός συνέχισε να την κρατά σφιχτά και την φίλησε με τη βία στα μάγουλα, στο στόμα και στο λαιμό της ενώ σε κάποια στιγμή της είπε «Φίλα με και εσύ». Ενώ την κρατούσε της έπιασε και το στήθος της. Στη συνέχεια αφού την άφησε της είπε να πάει μαζί του θάλασσα και η ίδια του απάντησε ότι δεν θέλει. Αυτός συνέχισε και της είπε να κανονίσουν να πάνε κάποια μέρα στο Μακένζυ και την ρώτησε που πάει η ίδια θάλασσα και του απάντησε ψέματα ότι πάει στην Ορόκλινη. Μόλις την άφησε η ίδια απομακρύνθηκε από το μέρος του. Περαιτέρω, της ανέφερε ότι θα ερχόταν την επόμενη ημέρα στις 7:00 το πρωί. Ενώ της είπε ότι θα έρθει να την δει την επόμενη μέρα κρατούσε με το χέρι του το γεννητικό του όργανο πάνω από το παντελόνι και ξεκίνησε να φύγει από το μέρος. Της είπε επίσης να πάει να την κεράσει ένα βράδυ έξω από ένα γυμνάσιο που κάνει σάντουιτς και η ίδια αρνήθηκε.

 

Περαιτέρω τέθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.

Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας όπου καταγράφονται οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου.

 

Ο κατηγορούμενος είναι 76 ετών και προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια. Είναι συνολικά 8 αδέλφια και ο ίδιος είναι ο 7ος στη σειρά.  Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Β' τάξη Λυκείου και εργάστηκε σε διάφορες εργασίες.  Συγκεκριμένα, εργάστηκε σε κατάστημα ειδών ένδυσης για 10 χρόνια και στη συνέχεια εργαζόταν για 20 χρόνια σε καντίνα γυμνασίου στη Λάρνακα.  Ακολούθως, διατηρούσε τη δική του κινητή καντίνα για περίοδο 30 ετών.  Ο κατηγορούμενος από τον γάμο του με την πρώτη του σύζυγο απέκτησε 2 ενήλικες κόρες ηλικίας 51 και 46 ετών.  Η σύζυγος του απεβίωσε λόγω σοβαρού θέματος υγείας και για 3 χρόνια μεγάλωνε μόνος του τα παιδιά του. Ο κατηγορούμενος βίωσε πάρα πολύ δύσκολες στιγμές όταν απεβίωσε η σύζυγος του αφού τον ίδιο χρόνο απεβίωσε και ο αδελφός του. Λόγω του νεαρού της ηλικίας του επιθυμούσε  να ξαναφτιάξει τη ζωή του και να κάνει οικογένεια με αποτέλεσμα να τελέσει δεύτερο γάμο. Οι κόρες του δεν ενέκριναν αυτή του την απόφαση με αποτέλεσμα να έχουν ελάχιστη επικοινωνία. Ο κατηγορούμενος έχει ακόμη 2 ενήλικα παιδιά με τη δεύτερη του σύζυγο, 31 και 28 ετών. Η σύζυγος του έχει ακόμη ένα παιδί από τον πρώτο της γάμο. Ο κατηγορούμενος διαμένει με τη σύζυγο του σε οικία που ανήκει στη σύζυγο του στη Λάρνακα. Αντιμετωπίζει διαβήτη, υπέρταση, χοληστερόλη και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

 

Ο κύριος Ζαπούνης αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Περαιτέρω ανέφερε ότι σε ότι αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου ο κατηγορούμενος πέραν από τα 2 παιδιά που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο όπως αναγράφεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας απέκτησε ακόμη ένα παιδί το οποίο όμως απεβίωσε σε ηλικία 3 μηνών λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας. Ο θάνατος του παιδιού του τον σημάδεψε αρνητικά και ψυχολογικά στη ζωή του.  Ακολούθως επανήλθε στη φυσιολογική ζωή του και στη συνέχεια κατά το 1952 απεβίωσε τόσο η σύζυγος όσο και ένας αδελφός του.  Οι θάνατοι αυτοί των αγαπημένων του προσώπων σημάδεψαν αρνητικά τη ζωή του.  Περαιτέρω, τόνισε ότι για τα επόμενα 3 χρόνια από το θάνατο της πρώτης συζύγου του μεγάλωνε τα ανήλικα τέκνα του σε αντίξοες συνθήκες και κάτω από έντονη συναισθηματική φόρτιση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι τα δύο παιδιά του από τον πρώτο του γάμο όταν ο ίδιος έλαβε την απόφαση να παντρευτεί εκ νέου δεν συμφώνησαν με αποτέλεσμα να διακόψουν την οποιαδήποτε σχέση μαζί του πικραμένοι με την απόφαση του να συνεχίσει τη ζωή του. Σήμερα, ως ανέφερε ο κύριος Ζαπούνης, δεν έχουν καμιά οικογενειακή σχέση και διατηρούν μόνο τα τυπικά και συγκεκριμένα μόνο ευχές κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και του Πάσχα.  Σε ότι αφορά τον δεύτερο γάμο του κατηγορουμένου, ο κύριος Ζαπούνης ανέφερε ότι τα 2 παιδιά που επίσης απέκτησε από τον δεύτερο γάμο βρίσκονται μόνιμα στην Ελλάδα και Aγγλία και ο κατηγορούμενος έχει 11 εγγόνια και αναμένει ακόμη 1 εγγόνι από την κόρη του στην Ελλάδα.

 

Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένας βιοπαλαιστής, από μικρή ηλικία εργαζόταν, και το περιστατικό για το οποίο έχει καταδικαστεί ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή του κατηγορουμένου καθότι ο ίδιος ένεκα και της φύσης της εργασίας του είχε συναναστροφή με εκατοντάδες κόσμο καθημερινά. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν εργατικός και αγαπητός προς το κοινό. Σε ότι αφορά την κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου αναφέρθηκε ότι πάσχει από σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία πρέπει να αντιμετωπίζει με φαρμακευτική αγωγή. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και αρτηριακή υπέρταση καθώς και από μυοσκελετικά προβλήματα που προκαλούν δυσκολίες στην καθημερινότητα του.

 

Περαιτέρω, σε ότι αφορά τη σύζυγο του ανέφερε ότι και αυτή έχει σοβαρά χρόνια ψυχολογικά προβλήματα και συγκεκριμένα κατάθλιψη και επιληψία, βρίσκεται υπό θεραπεία με αντιεπιληπτικά, αντιμελαγχολικά φάρμακα και στο παρελθόν είχε κάνει και 2 απόπειρες αυτοκτονίας και έτυχε νοσηλείας. Η σύζυγος του κατηγορουμένου χρήζει συνεχούς φροντίδας και βοήθειας και βρίσκεται υπό συνεχή νευροψυχιατρική παρακολούθηση δεν μπορεί να αυτοσυντηρηθεί και χρειάζεται άτομο που στην προκειμένη περίπτωση είναι μόνο ο κατηγορούμενος να την συντηρεί και να της παρέχει βοήθεια και να την φροντίζει. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι ψάλτης σε εκκλησία και είναι ενεργό μέλος της Φιλοπτώχου και προσφέρει σε ότι του ζητηθεί από την Φιλόπτωχο. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τη συνεργασία του κατηγορουμένου με την Αστυνομία, το λευκό του ποινικό μητρώο σε συνάρτηση με την ηλικία του, το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό για το οποίο κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη  του ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός και οργάνωση καθώς επίσης και ότι δεν υπήρχε κίνητρο χρηματικού οφέλους ή πρόκλησης κινδύνου σε άλλους ανθρώπους. Τέλος, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του και τις επιπτώσεις που θα έχει ενδεχόμενη ποινή στερητικής της ελευθερίας στην οικογένεια του κατηγορουμένου και ιδιαίτερα στην σύζυγο του την οποία φροντίζει και συντηρεί.

 

Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Αναμφίβολα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, τόσο σε σχέση με το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 7 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2021 (Ν. 115(I)/2021) (1η κατηγορία) όσο και το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία), προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη.

 

Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κυριάκου Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ 562, 567 το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με αδικήματα σεξουαλικής φύσης:

 

«αδικήματα σεξουαλικής φύσης τιμωρούνται από τα δικαστήριο με αποτρεπτικές  ποινές σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο γιατί στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και γιατί προσβάλλουν και  συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων».

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Παύλου (1997) 2 Α.Α.Δ.170,174, με αναφορά στην Antoniades vPolice (1988) 2 C.L.R.146, τονίστηκε η διαχρονική επιταγή της νομολογίας για αυστηρή αντιμετώπιση των εγκλημάτων άσεμνης επίθεσης.  

 

Στην Κυριάκου (ανωτέρω), τα θύματα ήταν ανήλικα, πλην όμως η πιο πάνω διατυπωθείσα αρχή εν σχέση με την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων σεξουαλικής φύσεως, τυγχάνει εφαρμογής, ανεξαρτήτως της ηλικίας του θύματος.

 

Περαιτέρω, η αγωνία της κυπριακής κοινωνίας για αυστηρή αντιμετώπιση και πάταξη της διάπραξης του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης, καταδεικνύεται και από την αύξηση της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής, δια του τροποποιητικού Νόμου Ν.64(Ι)/2009, με τον οποίο η μέγιστη ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης υπερδιπλασιάστηκε από δυο σε πέντε έτη.

Η αδήριτη ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης, τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέα v. Μυλωνά Ποινική Έφεση αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14 Δεκεμβρίου 2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, η οποία αφορούσε το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικου προσώπου και το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας. Στην εν λόγω υπόθεση, αναγνωρίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι τα αδικήματα αυτά διαπράττονται πλέον με κάποια συχνότητα. Αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

«Η φύση των αδικημάτων και η συχνότητα με την οποία τέτοια αδικήματα διαπράττονται, καθιστά επιβεβλημένη την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Πρόκειται για αδικήματα που προσβάλλουν τα ήθη και συνθλίβουν την προσωπικότητα του θύματος».

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων είναι αναμφίβολα σοβαρά. Ο κατηγορούμενος ο οποίος εργαζόταν στην καντίνα του σχολείου στο οποίο η παραπονούμενη επίσης εργαζόταν ως καθαρίστρια, απρόκλητα την άρπαξε σφιχτά και την τράβηξε προς το μέρος του, κρατώντας την πολύ σφιχτά χωρίς να μπορεί να φύγει. Ακολούθως, ενώ συνέχισε να την κρατά σφιχτά την φίλησε με τη βία στα μάγουλα, στο στόμα και στο λαιμό της ενώ σε κάποια στιγμή της είπε «Φίλα με και εσύ». Ενώ την κρατούσε της έπιασε και το στήθος της. Ως αποτέλεσμα των ενεργειών του κατηγορούμενου η παραπονούμενη πανικοβλήθηκε και σοκαρίστηκε μη μπορώντας να αντιδράσει. Στη συνέχεια, αφού την άφησε της είπε να πάει μαζί του θάλασσα και η ίδια του απάντησε ότι δεν θέλει. Ο κατηγορούμενος παρά την ξεκάθαρη άρνηση της παραπονούμενης συνέχισε τις αναφορές του για τη θάλασσα ζητώντας της και πάλι να πάνε θάλασσα μαζί με την ίδια να του λέει ψέματα για το που πάει θάλασσα σε μία προσπάθεια της να τον αποφύγει. Μόλις την άφησε η ίδια απομακρύνθηκε από το μέρος του και παρά ταύτα ο κατηγορούμενος επέμεινε ότι θα πήγαινε την επόμενη ημέρα στις 7:00 το πρωί για να την ξαναδεί ενώ ταυτόχρονα κρατούσε με το χέρι του το γεννητικό του όργανο πάνω από το παντελόνι. Οι πιο πάνω πράξεις έλαβαν χώρα στον χώρο εργασίας της Παραπονούμενης με την ίδια να αποχωρεί αναστατωμένη νωρίτερα από την εργασία της προκειμένου να προβεί σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία την ίδια μέρα.

 

Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής. Άλλωστε,  η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής,  (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285) και η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού ( βλ. Κόκκινος ν. Αστυνομίας (1995) 2 ΑΑΔ 135).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου ως αυτές καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας καθώς και τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του ανέφερε επιπρόσθετα ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έχει γίνει αναφορά πιο πάνω.

 

Συνυπολογίζω περαιτέρω τις επιπτώσεις που η ποινή φυλάκισης θα έχει τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένεια του. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη ότι μια ενδεχόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή αναπόφευκτα θα επιφέρει για κάποια περίοδο συνέπειες στο άμεσο προσωπικό του περιβάλλον και δη στη σύζυγο του την οποία και φροντίζει λόγω των προβλημάτων που η ίδια αντιμετωπίζει. Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Συνεπώς στα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων λαμβάνονται υπόψη στο βαθμό και στην έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής, καθότι, ως έχει νομολογηθεί, προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου.

 

Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων μέχρι και σήμερα. Σημειώνεται, συγκεκριμένα, ότι τα επίδικα αδικήματα διαπράχθηκαν τον Ιούλιο του 2022 με αποτέλεσμα να έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα των 3 ετών και 8 μηνών.

 

Το αντικειμενικό δεδομένο της παρέλευσης χρόνου αποτελεί μετριαστικό παράγοντα βάσει της νομολογίας, η οποία αντανακλάται στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276:

 

"Εντούτοις, όπως διαπιστώνεται, το Κακουργιοδικείο προσέδωσε στην καθυστέρηση η οποία υπήρξε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής σχετική σημασία, αναγνωρίζοντας ότι αυτή αφορούσε, ούτως ή άλλως, σε «ένα αντικειμενικό δεδομένο», όπως ορθά την χαρακτήρισε. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την πάγια, πλέον, θέση της νομολογίας ότι, κατά την εξέταση του υπό αναφορά παράγοντα, συνεκτιμάται ο χρόνος που παρέρχεται από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, ώστε το ύψος της επιβληθησομένης ποινής να αντανακλά την ωφελιμότητα της τιμωρίας, ως μέτρου αποτροπής ή/και αναμόρφωσης του παραβάτη,  (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αραμπίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2011, ημερ. 5.12.2013). Συγχρόνως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, όπως εδώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104). Σε σχέση με την τελευταία αυτήν πτυχή, δεν τέθηκε θέμα".

 

Την ίδια στιγμή σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί ότι εξαιτίας του χρόνου που έχει παρέλθει έχει υπάρξει διαφοροποίηση στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή  ποινής προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση  Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 ΑΑΔ 617.  Εν πάση περιπτώσει, η πάροδος χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής δεν καθιστά υπερβολική από μονή της την επιλογή της ποινής φυλάκισης, όταν υφίσταται ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Καούσλιεβ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 237/18, ημερομηνίας 11.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B533.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι στον χρόνο που διέρρευσε έχουν μεταβληθεί οι περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ούτε έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό από τον χρόνο που διέρρευσε. Επομένως, ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα μπορεί να επηρεάσει μόνο το εύρος της ποινής.

 

Περαιτέρω, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη το γεγονός ότι δεν εντοπίζονται οποιεσδήποτε από τις επιβαρυντικές περιστάσεις που καθορίζονται στο άρθρο 11 του Ν.115(Ι)/2021.

 

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει επίσης να αναφερθούν και τα ακόλουθα σε σχέση με τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου για τα οποία γίνεται αναφορά στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στα οποία αναφέρθηκε και ο συνήγορος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου.

Σημειώνω ότι κατά κανόνα τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια ποινή. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Attorney  General v. Mavrokefalos (1966) 2 CLR 93Στην υπόθεση Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 144, έγινε δεκτό πως, εάν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας. Όμως, για να αποφευχθεί η ποινή φυλάκισης, απαιτείται η προσκόμιση ιατρικής ή άλλης μαρτυρίας που να βεβαιώνει πως η κατάσταση της υγείας του  κατηγορουμένου θα επιδεινωθεί λόγω της φυλάκισης ή ότι τα προβλήματα υγείας δεν μπορούν να τύχουν διαχείρισης με τις κατάλληλες οδηγίες από τις κεντρικές φυλακές. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Σοφοκλέους (ανωτέρω), El Kara Amira Mohammad ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 239, Μίλτος Απόστολου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 153/2017, ECLI:CY:AD:2017:D321, ημερομηνίας 27/9/2017 και Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19/10/2021.

 

Τα πιο πάνω συνάδουν με την πάγια νομολογία του ΕΔΑΔ που αναγνωρίζει ότι η στέρηση της ελευθερίας του ατόμου συνοδεύεται αναπόφευκτα από το στοιχείο του πόνου και ενέχει το στοιχείο του εξευτελισμού. Ζήτημα, όμως, παραβίασης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 3 της Σύμβασης μπορεί να τεθεί   στις περιπτώσεις όπου ο πόνος και η ταλαιπωρία, που προκύπτει από κάποια ασθένεια, σωματική ή ψυχική, επιδεινώνεται ή υφίσταται κίνδυνος να επιδεινωθεί από τις συνθήκες κράτησης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Rooman v. Belgium (G.C.) προσφυγή 18052/11, ημερομηνίας 31/1/2019, παρ.142-144. Σύμφωνα δε και πάλι με τη νομολογία του ΕΔΑΔ, κρίσιμο είναι το κατά πόσο το περιβάλλον της φυλακής είναι ακατάλληλο σε σχέση με την κατάσταση ατόμου το οποίο πάσχει από σωματική ή πνευματική ασθένεια και εάν η δοκιμασία της κρατήσεως, αυτή καθαυτή, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως επίπονη λόγω της αδυναμίας του ατόμου να υποστεί ένα τέτοιο μέτρο. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Mouisel v. France, προσφυγή 67263/01, ημερομηνίας 14/11/2002, παρ. 40, Rivière v. France, προσφυγή 33834/03, ημερομηνίας 11/7/2006 παρ. 64 και Kotsaftis v. Greece, προσφυγή 39780/06, ημερομηνίας 12/6/2008, παρ.50.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί από την πλευρά του κατηγορούμενου οποιοδήποτε ιατρικό δεδομένο που να βεβαιώνει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης θα προκαλέσει ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού ή θα επιδεινώσει το όποιο πρόβλημα υγείας αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ή ότι το περιβάλλον της φυλακής είναι ακατάλληλο αναφορικά με την κατάσταση υγείας του κατηγορούμενου. Ειδικότερα, στα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο δεν καταγράφεται οτιδήποτε ως προς την τυχόν επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του κατηγορούμενου από τον εγκλεισμό του στις κεντρικές φυλακές ή ως προς το ότι ο εγκλεισμός του θα δημιουργήσει σε αυτόν ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού και ως προς το ότι η κατάσταση της υγείας του δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από το τμήμα φυλακών. Επιπλέον, δεν έχει επεξηγηθεί και δη με ιατρική μαρτυρία πως και με ποιο τρόπο δυνατόν να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του από τον εγκλεισμό του στις κεντρικές φυλακές. Επίσης, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος, λόγω του εγκλεισμού του, δεν θα μπορεί να λαμβάνει την κατάλληλη θεραπεία ή δεν θα μπορεί να αντιμετωπιστεί η κατάσταση της υγείας του αποτελεσματικά από το τμήμα φυλακών.

 

Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι  προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ, 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ, 36). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παραθέτω ως ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας τις ακόλουθες αποφάσεις:

Στην υπόθεση Μ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 87/2019, 10/3/2021, επιβλήθηκαν πρωτόδικα, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ποινές φυλάκισης τεσσάρων μηνών σε κάθε μία από τις τρεις κατηγορίες που αφορούσαν σε άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας η οποία συνίστατο σε χάδια στην πλάτη, στο χέρι και στο μάγουλο, σε προσπάθεια του Κατηγορούμενου να φιλήσει την Παραπονούμενη και σε άγγιγμα των γεννητικών της οργάνων. Η επιβληθείσα ποινή δεν απασχόλησε κατά την έφεση ενόψει απόσυρσης των σχετικών λόγων έφεσης.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Βαρνάβα (1999) 2 ΑΑΔ 638, η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή του χρηματικού προστίμου για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης τριών μηνών.

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρου (2006) 2 ΑΑΔ 447, η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή των τριών μηνών για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης εννέα μηνών.

 

Στην προαναφερθείσα δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σε δύο άσεμνες επιθέσεις εναντίον ανηλίκων, επιβλήθηκαν πρωτοδίκως ποινές φυλάκισης 6 και 4 μηνών και διατάχθηκε όπως αυτές συντρέχουν. Κατ’ έφεση, η πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι οι επιβληθείσες ποινές ήταν ανεπαρκείς και αυτές αντικαταστάθηκαν με ποινές φυλάκισης οκτώ μηνών σε έκαστη κατηγορία.

 

Τονίζω, επίσης, ότι κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων στις προαναφερθείσες υποθέσεις Παύλου, Βαρνάβα, Σπύρου και Κυριάκου (βλ. ανωτέρω), η μέγιστη προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή ήταν αυτή της φυλάκισης για δύο έτη.

 

Στην Παύλος Αντωνίου v. Αστυνομίας,  Ποινική  Έφεση Αρ.: 68/2024, 71/2024, 16/7/2025 ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε τέσσερεις κατηγορίες για άσεμνες επιθέσεις, κατά παράβαση του Άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης τεσσάρων μηνών σε κάθε κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος, όντας γαστρεντερολόγος, φίλησε την Παραπονούμενη στο στόμα σε τέσσερεις διαφορετικές περιπτώσεις ενώ βρισκόταν στο δωμάτιο ανάνηψης μετά από διενεργηθείσα κολονοσκόπηση. Ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Οι συντρέχουσες ποινές επικυρώθηκαν κατ’ έφεση. Ταυτόχρονα, λέχθηκε ότι οι επιβληθείσες ποινές κινούνται στο εύρος της επιείκειας και ότι οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε προς όφελός του την έκπτωση λόγω παραδοχής θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μεγαλύτερες ποινές. Κρίθηκε όμως ορθότερο, με κάποιο δισταγμό, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε όπως μη επέμβει το Εφετείο στο ύψος της ποινής.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο  είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.

 

Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο  θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.

Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι κάτωθι ποινές:

 

Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών.

 

Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης  4 μηνών.

 

Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.

 

Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:

 

«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο  και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.

 

Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία  στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.

 

Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος  διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, των συνεπειών που επιφέρουν αφού καταρρακώνεται η προσωπικότητα των θυμάτων,  της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Νεοφύτου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/21, ημερ. 29.7.21, Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 64/2023, 22/6/2023).

 

Συνεπώς, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο είναι άμεσες.

 

 

 

(Υπ. )….……………………

 

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο