ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. BB, Αρ. Yπόθεσης: 924/2026, 25/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. BB, Αρ. Yπόθεσης: 924/2026, 25/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 924/2026

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

BB

 

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 25 Μαΐου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ Κούμουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος με δική του παραδοχή στο αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 291 και 292 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και στο αδίκημα της κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324 (1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).   

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 8/02/2026 και ώρα 03:07 στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Λάρνακα διέρρηξε και εισήλθε εντός του περιπτέρου με την ονομασία HABANG STORE και έκλεψε μία μηχανή καρτοκινητής που περιείχε το χρηματικό ποσό των €1,115 περιουσία του τρίτου προσώπου.

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία παράνομα προξένησε ζημιά στον πλαϊνό υαλοπίνακα του περιπτέρου που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, περιουσία τρίτου προσώπου, ζημιά άγνωστης αξίας.

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:

 

«Τα γεγονότα ως το κατηγορητήριο, περαιτέρω να αναφέρω ότι 8.2.26 καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από τον Μ.Κ.1 ότι άγνωστος/άγνωστοι μεταξύ 7 με 8 Φεβρουαρίου του 2026 και μεταξύ των ωρών 23:00 με 08:00 διέρρηξαν το κατάστημα του με την ονομασία Ηabang Store στη Λάρνακα. Μέλη της Αστυνομίας επισκέφθηκαν το μέρος, από εξετάσεις που διενήργησαν στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του περιπτέρου διαπιστώθηκε ότι την 8.2.26  και ώρα 04:07 άγνωστος άνδρας σπάζει πλαϊνό υαλοπίνακα και πετυχαίνει είσοδο και έξοδο εντός του καταστήματος. Από έλεγχο που διενήργησε ο παραπονούμενος διαπίστωσε ότι κλάπηκε το κουτί μηχανήματος καρτοκινητής που περιείχε 1115 ευρώ σε χαρτονομίσματα.  Από τη σκηνή είχαν ληφθεί τεκμήρια για επιστημονικές εξετάσεις.  Την ίδια μέρα και ώρα 16:00 ο παραπονούμενος μετέβηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας μαζί με τον κατηγορούμενο ο οποίος του παραδέχθηκε ότι διέρρηξε το κατάστημα του. Την ίδια μέρα λήφθηκε θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, κατηγορήθηκε αφού συνελήφθηκε και απάντησε απολογούμαι.»

 

Περαιτέρω τέθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.

 

Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος είναι 28 ετών, ανύπανδρος χωρίς παιδιά, από το Κονγκό. Οι γονείς του κατάγονται από την Ρουάντα αλλά μεγάλωσε σε επαρχία του Κονγκό. Ο πατέρας του είναι στρατιωτικός και η μητέρα του οικοκυρά, δεν έχει αδέλφια.  Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος Πανεπιστημίου στο Κονγκό και κάτοχος μεταπτυχιακού.  Εργάστηκε για μικρό χρονικό διάστημα ως βοηθός γραμματέας. Το 2023 εγκατέλειψε την χώρα του και ήρθε στην Κύπρο μέσω των κατεχόμενων περιοχών. Αιτήθηκε πολιτικό άσυλο και διέμενε στο Πουρνάρα. Λάμβανε ειδικές συνθήκες υποδοχής από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και εργαζόταν περιστασιακά ως καθαριστής σε κτίρια. Περαιτέρω εργαζόταν περιστασιακά σε χωράφια στην Κοφίνου. Δεν έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με την οικογένεια του λόγω των συγκρούσεων που υπάρχουν στο Κονγκό. Περαιτέρω, ο ίδιος διά ζώσης αναφέρθηκε στις προσωπικές του περιστάσεις και δυσκολίες που αντιμετώπισε αφού ήρθε στην Κύπρο καθώς επίσης και ότι διέπραξε τα επίδικα αδικήματα λόγω της οικονομικής στενότητας στην οποία βρέθηκε. Αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξέφρασε την απολογία του προς το Δικαστήριο. Ανέφερε περαιτέρω, ότι είχε κάνει κάποια συζήτηση με τον παραπονούμενο για να τον αποζημιώσει πλην όμως αυτό δεν έλαβε χώρα.

 

Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 291 και 292 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. Σε ότι αφορά το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324 (1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης δύο χρόνων.

 

Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).

 

Χωρίς αμφιβολία, τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα και βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023).

 

Σύμφωνα δε με τη νομολογία, σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (βλ. Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565, Παναγίδη ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, 106, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, Balampanidιs ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 210/18, ημερομηνίας 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178 και Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, 15/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021, 4/11/2022).

 

Στην υπόθεση Gheorghe Lucian κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 824, επισημάνθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:

 

«Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 92. 

Αναφορά μπορεί να γίνει και στην Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272 στην οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής των τριών ετών που επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο για έξι διαρρήξεις και κλοπές που απέφεραν στον εφεσείοντα τιμαφλή και μετρητά ύψους €64.000 περίπου, από τα οποία τίποτε δεν επιστράφηκε στους δικαιούχους. Το Εφετείο τόνισε εκ νέου ότι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα παραμένουν στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, χωρίς σημεία κάμψης. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα εφόσον δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.

 

Περαιτέρω, στην ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Bezanidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785, όχι μόνο επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω, αλλά έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342 και Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 485, στις οποίες τονίστηκε η ανάγκη για αποτροπή τόσο των ιδίων των παραβατών, όσο και της αναχαίτησης τρίτων από τη διάπραξη ομοίων ή παρομοίων εγκλημάτων. Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ιδίων των αδικημάτων.»

 

Περαιτέρω, στην υπόθεση Hussein v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση αρ.252/18 ημερ. 31.05.19, ECLI:CY:AD:2019:B206, επισημάνθηκε εκ νέου η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της φύσης:

 

«Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής:

 

«Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα,  (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 824).»

 

Σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η αξία της κλαπείσας περιουσίας και τυχόν επιστροφή, έστω μέρους αυτής, ή η αποζημίωση του θύματος (βλ. Τσιλικίδης (ανωτέρω) και Τζιαμά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 17/2017, ECLI:CY:AD:2017:B468, ημερομηνίας 18.12.2017). Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία προκύπτει ότι προσμετρά επιβαρυντικά στην επιμέτρηση, η με συστηματικό τρόπο τέλεση των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 47 και Σωκράτους ν Δημοκρατίας (2016) 2Α ΑΑΔ 167), η τάση επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς (βλ. Φραντζίδης ν Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 146), η πρόκληση ζημιών σε περιουσία ή τραυματισμών σε ενοίκους (βλ. Χρίστου ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 85 και Τράντας ν. Αστυνομίας (2016) 2Β ΑΑΔ 1116) ως επίσης και η ύπαρξη προσχεδιασμού (βλ. Lungu ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 545).

 

Στρεφόμενη στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτές προκύπτουν από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου, σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος διέρρηξε το περίπτερο τρίτου προσώπου στο οποίο εισήλθε σπάζοντας πλαϊνό υαλοπίνακα και έκλεψε τα αντικείμενα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας  συνολικής αξίας €1,115.

 

Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και το γεγονός ότι δεν έχει λάβει χώρα αποζημίωση του θύματος σε σχέση με την κλοπιμαία περιουσία της 1ης κατηγορίας.

 

Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), το λευκό του ποινικό μητρώο, την εκφρασθείσα εκ μέρους του λύπη και απολογία του για τη συμπεριφορά και τις πράξεις του, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, ενώπιον των οποίων παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, συμβάλλοντας έτσι στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης, τις προσωπικές οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και τα όσα ο ίδιος ανέφερε επιπρόσθετα δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έχει γίνει αναφορά πιο πάνω. 

 

Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Gheorghe Lucian και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην Balampanidιs (ανωτέρω) λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής».

 

Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι  προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ, 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ, 36).  

 

Στην υπόθεση Κλεοβούλου ν Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 485, o κατηγορούμενος, ηλικίας 27 ετών, κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, σε τέσσερις κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας με σκοπό την κλοπή, κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.Το σύνολο της κλαπείσας περιουσίας ανήρχετο στο πόσο των £2.795 από το οποίο επιστράφηκε ποσό £760.  Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με πέντε προηγούμενες καταδίκες για παρόμοια αδικήματα. Επίσης, λήφθηκαν υπόψη 10 παρόμοιες υποθέσεις όπως και μια άλλη που αφορούσε κλοπή οχήματος. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών, η οποία δεν κρίθηκε υπερβολική.

 

 

Στην υπόθεση Piliev ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 587, ο κατηγορούμενος, λευκού ποινικού μητρώου, κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε πέντε συνολικά κατηγορίες, ήτοι σε δύο για διάρρηξη κατοικίας, κατά παράβαση των Άρθρων 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δύο για κλοπή από κατοικία, κατά παράβαση του Άρθρου 266(β) του Κεφ. 154 συνολικής αξίας Λ.Κ. 7.124 και μία για παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ανευρέθη μόνο μικρό μέρος των κλοπιμαίων. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο χρόνων σε σχέση με τις κατηγορίες της διάρρηξης κατοικίας η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση.

 

Στην υπόθεση Ilie κ.ά ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 280 οι τρεις κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν παραδοχής σε αδικήματα διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των Άρθρων 291, 292, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και κλοπής κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 256 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Διέρρηξαν και εισήλθαν στην οικία συγκεκριμένου προσώπου με σκοπό την κλοπή και έκλεψαν από την οικία αυτή το ποσό των 680 και ρολόγια και χρυσαφικά αξίας περίπου €220, περιουσία του κατόχου της κατοικίας. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών και 18 μηνών οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.

 

Στην Hussein ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 252/2018, ECLI:CY:AD:2019:B206, ημερομηνίας 31.5.2019, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, σε έξι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπής και σε τέσσερις κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας  με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Λήφθηκαν επίσης υπόψη τα γεγονότα άλλων τριών υποθέσεων. Το σύνολο της κλαπείσας περιουσίας ανερχόταν στο ποσό των €30.000 και ουδέν ποσό επιστράφηκε στους δικαιούχους. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο  είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.

 

Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο  θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.

 

Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:

 

Στην 1η  κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών,

Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

 

Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.

 

Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:

 

«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο  και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.

 

Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία  στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.

 

Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος  διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 1, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Συνεπώς, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο είναι άμεσες.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 117 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου, μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που αυτός βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από 9/02/2026.

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο