ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. AA, Αρ. Yπόθεσης: 10536/2025, 24/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. AA, Αρ. Yπόθεσης: 10536/2025, 24/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 10536/2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

AA

 

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 24 Ιουνίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Γιάλλουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: O κ. Χ. Φελλάς.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος με δική του παραδοχή σε 2 κατηγορίες για το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 291, 294, 255 και 262 του Ποινικού κώδικα, Κεφ. 154 (2η και 3η  κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι στις 07/02/25 και περί ώρα 03:30 στη Λεωφόρο Μακάριου, στη Λάρνακα, διέρρηξε και εισήλθε εντός του καταστήματος Chr Drousiotis Trading Ltd και έκλεψε το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung περιουσία του Χρυσοβαλάντη Δρουσιώτη από τη Λάρνακα.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, παραδέχτηκε ότι στις 07/02/25 και περί ώρα 02:42 στη Λεωφόρο Μακάριου στη Λάρνακα διέρρηξε και εισήλθε εντός του καταστήματος Coffee Brands και έκλεψε το χρηματικό ποσό των 1.500 ευρώ, περιουσία του Μιχάλη Μιχαήλ από τη Λάρνακα.

 

Με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, εγκρίθηκε αίτημα από πλευράς του Κατηγορούμενου, το οποίο υποβλήθηκε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ώστε να ληφθούν υπόψη, για σκοπούς επιβολής ποινής οι ακόλουθες 6 υποθέσεις:

 

(1)         Η υπόθεση με αριθμό 2176/25 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, η οποία αφορά 11 κατηγορίες κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός και 11 κατηγορίες κλοπής από κιβώτιο, με τη συνολική κλοπιμαία περιουσία να ανέρχεται στο ποσό των 12 χιλιάδων ευρώ.

 

(2)         Η υπόθεση με αριθμό 20379/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία αφορά το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής και κακόβουλης ζημιάς.

 

(3)         Η υπόθεση με αριθμό 15671/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία αφορά το αδίκημα της ανησυχίας και της συμπεριφοράς διασαλεύουσας της ειρήνης,

 

(4)         Η υπόθεση με αριθμό 258/26 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία αφορά το αδίκημα της παρεμπόδισης οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του.

 

(5)         Η υπόθεση με αριθμό 2726/26 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η οποία αφορά το αδίκημα της κλοπής με την κλοπιμαία περιουσία να ανέρχεται στο ποσό των 9μιση χιλιάδων ευρώ.

 

(6)         Η υπόθεση με αριθμό 549/26 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία αφορά σε δύο κατηγορίες τραυματισμού, κακόβουλης βλάβης και μεταφοράς μάχαιρας εκτός κατοικίας.

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:

 

«Τα γεγονότα έχουν ως αναφέρονται στο κατηγορητήριο αναφέρω περαιτέρω ότι καταγγέλθηκε στις 07/02/25 από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος Χρίστος Δρουσιότης Trading Ltd ότι στις 07/02 και περί ώρα 3: 30 διαρρήχθηκε το κατάστημα του και κλάπηκε το ποσό των 500 ευρώ καθώς επίσης και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung ιδιοκτησίας του Χρυσοβαλάντη Δρουσιότη. Την ίδια μέρα καταγγέλθηκε από τον Μιχάλη Μιχαήλ ιδιοκτήτη του καταστήματος Coffee Brand ότι είχαν διαρρήξει και είχαν εισέλθει εντός του καταστήματος του και είχαν κλέψει το χρηματικό ποσό των 1500 ευρώ. Η διάρρηξη έγινε 02: 42 στα πλαίσια διερεύνησης των δύο αυτών υποθέσεων μέλη του ΤΑΕ μετέβηκαν στις σκηνές και διαπίστωσαν ότι στην πρώτη περίπτωση πρόσωπο είχε εισέλθει από απασφάλιστο παράθυρο του καταστήματος το οποίο άνοιξε και εισήλθε εντός του καταστήματος στη δεύτερη περίπτωση δηλαδή την κατηγορία 3 διαπιστώθηκε ότι ο δράστης είχε πετύχει είσοδο από κλειστό απασφάλιστο συρόμενο αλουμινένιο παράθυρο το οποίο βρισκόταν στον πρώτο όροφο. Να αναφέρω ότι και οι δύο σκηνές δακτυλοσκοπήθηκαν, εξετάστηκαν επιστημονικά και στάληκαν αυτά τα δείγματα τα οποία λήφθηκαν στο ινστιτούτο γενετικής και νευρολογίας. Μετά από εξέταση των εν λόγω δειγμάτων ταυτίστηκε το εν λόγω γενετικό υλικό του κατηγορούμενου με τις δύο σκηνές, να αναφέρω ότι και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε εγκατεστημένο κύκλωμα βιντεοπαρακολούθησης όπου αναγνωρίστηκε ο κατηγορούμενος. Κάνεις από τους δύο παραπονούμενους δεν έχει αποζημιωθεί.

 

Γεγονότα στην υπόθεση 2176/25 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, όπου εκκρεμούν ουσιαστικά οι κατηγορίες που αφορούν την κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός και κλοπή από κλειδωμένο κιβώτιο. Τα γεγονότα έχουν ως αναφέρονται στο Κατηγορητήριο. Αναφέρω περαιτέρω ότι σε κάθε ημερομηνία καταγγέλθηκε από τον ιδιοκτήτη του κλειδωμένου κιβωτίου ότι είχε παραβιαστεί το συγκεκριμένο κιβώτιο και είχε κλαπεί το ποσό ως αναφέρεται σε έκαστη κατηγορία. Εξασφαλίστηκαν κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης για κάθε περίπτωση, στην οποία διεφάνηκε ότι οι δράστες χρησιμοποιούσαν τα διαρρηκτικά όργανα τα οποία αναφέρονται σε έκαστη κατηγορία. Αναγνωρίστηκε ο Κατηγορούμενος ως ένα από τα πρόσωπα τα οποία διέπραξαν τα αδικήματα. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, συνελήφθηκε και παραδέχθηκε το σύνολο των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει.

 

Τα γεγονότα στην 20379/2024 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας: Έχουν ως αναφέρονται στο Κατηγορητήριο. Αναφέρω περαιτέρω ότι στις 29.03.2023 καταγγέλθηκε από εκπρόσωπο της Στέγης Φιλοξενίας Ασυνόδευτων Ανήλικων, ότι είχαν διαρρήξει τον χώρο φιλοξενίας και είχαν κλέψει το ποσό των 183 ευρώ. Διαπιστώθηκε ότι είχε παραβιαστεί παράθυρο με τη χρήση σωματικής βίας και διαπιστώθηκε περαιτέρω ότι είχε προκληθεί ζημιά η οποία αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3. Εξασφαλίστηκε μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου ο οποίος κλήθηκε στον σταθμό και παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει.

 

Τα γεγονότα στην 15671/24 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας έχουν ως ακολούθως: Στις 19.10.2024, λήφθηκε πληροφορία ότι στο παραλιακό μέτωπο στη Λάρνακα, στη Λεωφόρο Αθηνών, υπήρχε συμπλοκή μεταξύ πολλών ατόμων. Ως εκ τούτου, μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν εκεί όπου διαπίστωσαν ότι ο Κατηγορούμενος είχε διαπράξει τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε και απολογήθηκε.

 

Γεγονότα στην 258/26 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας: Συγκεκριμένα όσον αφορά την κατηγορία 1 στις 6.05.2025, κατά τη διάρκεια περιπολίας μελών της Αστυνομίας, μεταξύ αυτών και του Λοχία Βασιλείου, μάρτυρας κατηγορίας 1 διαπίστωσαν ότι στη Λεωφόρο Αθηνών, 2 γυναίκες διαπληκτίζονταν έντονα και για αυτόν τον λόγο τα μέλη της Αστυνομίας κατέβηκαν από το όχημά τις πλησίασαν τις κάλεσαν να ηρεμήσουν αυτές αγνόησαν τις υποδείξεις με αποτέλεσμα να τις πληροφορήσουν ότι θα συλληφθούν για τα αδικήματα της διασάλευσης της ειρήνης και της ανησυχίας. Κατά την ώρα της σύλληψής της μιας εκ των 2 γυναικών, επενέβη ο Κατηγορούμενος ο οποίος προσπάθησε να παρεμποδίσει τον μάρτυρα κατηγορίας 1 να εκτελέσει το καθήκον του.

Τα γεγονότα στην 2726/26 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας: εκκρεμεί η κατηγορία 2 έχουν ως αναφέρονται στο Κατηγορητήριο, αναφέρω περαιτέρω ότι στις 19.12.2024, καταγγέλθηκε από τον Αντώνη Λοΐζου ιδιοκτήτη του οχήματος με αριθμούς εγγραφής NXZ 162, ότι είχαν κλέψει το αυτοκίνητo του αξίας 9.000 ευρώ καθώς επίσης και ένα I pad 500 ευρώ. Εξασφαλίστηκε επιστημονική μαρτυρία η οποία συνέδεσε τον Κατηγορούμενο με την κλοπή του αυτοκινήτου. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, συνελήφθηκε και παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Να πω ότι το όχημα έχει ανευρεθεί και έχει επιστραφεί στον Παραπονούμενο.

 

Τα γεγονότα στην 549/26 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας: έχουν ως αναφέρονται στο Κατηγορητήριο. Αναφέρω περαιτέρω ότι στις 6.01.2025, λήφθηκε πληροφορία στην Αστυνομία από ένοικους της πολυκατοικίας Φρίξος Court ότι στο διαμέρισμα το οποίο διέμεναν οι Παραπονούμενοι μάρτυρας κατηγορίας 1 και 2 ακουγόταν φασαρία. Ως εκ τούτου μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν εκεί όπου οι Παραπονούμενοι μάρτυρες 1 και 2, κατάγγειλαν ότι ο Κατηγορούμενος τους επιτέθηκε με μαχαίρι το οποίο είχε στην κατοχή του και τους τραυμάτισε. Διαπιστώθηκε ότι έφεραν πολλαπλά τραύματα από τέμνον όργανο στη δεξιά ωμοπλάτη ο πρώτος Παραπονούμενος δεξιά ωμοπλάτη και στο τριχωτό της κεφαλής και 2 θλαστικά τραύματα από τέμνων όργανο ενώ ο δεύτερος Παραπονούμενος έφερε θλαστικά τραύματα στο πτερύγιο από τέμνον όργανο. Περαιτέρω κατάγγειλαν ότι είχε προκληθεί κακόβουλη ζημιά η οποία αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 8. Εξασφαλίστηκε μαρτυρία από τους παραπονούμενους εναντίον του Κατηγορούμενου. Συνελήφθηκε ο Κατηγορούμενος κατόπιν εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης.»

 

Περαιτέρω, τέθηκε ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 1 προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση με αριθμό 4822/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ημερομηνία καταδίκης 11/09/25 και ημερομηνία διάπραξης αδικήματος 11/11/2024 για το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής όπου επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 12 μηνών με 3 έτη αναστολή. Σε αυτή την υπόθεση λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση 9178/25 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η οποία αφορούσε αδίκημα παράνομης κατοχής περιουσίας. Το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Χ.

 

Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, όπως αυτή προσδιορίζεται κατωτέρω, ρωτήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, κατά πόσον θα ήταν σε θέση να παραθέσει λεπτομερώς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, καθότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν ορθό να ζητηθεί η ετοιμασία σχετικής Έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής (βλ. Τηλεμάχου v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 701,797).

Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου επιβεβαίωσε το Δικαστήριο ότι ήταν σε θέση να παραθέσει λεπτομερώς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και πράγματι, ο ευπαίδευτος συνήγορος, στη γραπτή του αγόρευση για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε εκτεταμένα σε αυτές.

 

Σε ό,τι αφορά στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ο κύριος Φελλάς ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη του αδικήματος βρισκόταν σε μια πολύ νεαρή ηλικία, ήτοι 19 ετών. Είναι άνεργος, αιτητής πολιτικού ασύλου και διαμένει μόνος του στη Δημοκρατία ενώ η οικογένειά του βρίσκεται στη Συρία. Έχει καταγωγή από τη Συρία και όταν πρωτοήρθε στην Κύπρο το 2022 βρισκόταν υπό το καθεστώς ασυνόδευτου ανήλικου κάτω από την επίβλεψη του Γραφείου Ευημερίας. Ο κατηγορούμενος δεν φοίτησε σε σχολείο στη χώρα του ενώ προσπαθεί μέσω προγραμμάτων να ενταχθεί σε πρόγραμμα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την απολογία και την ειλικρινή μεταμέλεια του κατηγορούμενου όπως αυτή αναδεικνύεται εμπράκτως μέσα από την παραδοχή του.

 

Περαιτέρω, ο κ. Φελλάς αναφερόμενος στο ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να θεωρήσει τον κατηγορούμενο ως λευκού ποινικού μητρώου και τούτο στη βάση του ότι κατά τη θέση του, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στο πλαίσιο της προηγούμενης καταδίκης του ήταν ποινή φυλάκισης με αναστολή και σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του κ Φελλά ενώπιον του Δικαστηρίου επειδή στον περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμο του 1981 (Ν. 70/1981) δεν αναφέρεται στον σχετικό πίνακα η ποινή φυλάκισης με αναστολή, αυτό κατά την εισήγησή του σημαίνει ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν είναι ποινή φυλάκισης και ο κατηγορούμενος θα πρέπει να θεωρηθεί λευκού ποινικού μητρώου. Στο ζήτημα αυτό θα αναφερθώ στη συνέχεια.

 

Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε ταυτοποιηθεί σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση τον Ιούλιο του 2025 που ετοιμάστηκε η σχετική έκθεση του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας πλην όμως η υπόθεση καταχωρίστηκε 2 μήνες αργότερα, ήτοι περί το τέλος του Σεπτέμβρη 2025 με αποτέλεσμα όταν του επιβλήθηκε η ποινή στο πλαίσιο της υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου να μην είχε τη δυνατότητα ως επιλογή να παραδεχτεί και αυτή την υπόθεση και να ζητούσε να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου.

 

Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 291 και 292 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης επτά χρόνων.

 

Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).

 

Χωρίς αμφιβολία, τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα και βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023).

 

Σύμφωνα δε με τη νομολογία, σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (βλ. Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565, Παναγίδη ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, 106, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, Balampanidιs ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 210/18, ημερομηνίας 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178 και Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, 15/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021, 4/11/2022).

 

Στην υπόθεση Gheorghe Lucian κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 824, επισημάνθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:

 

«Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 92. 

Αναφορά μπορεί να γίνει και στην Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272 στην οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής των τριών ετών που επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο για έξι διαρρήξεις και κλοπές που απέφεραν στον εφεσείοντα τιμαφλή και μετρητά ύψους €64.000 περίπου, από τα οποία τίποτε δεν επιστράφηκε στους δικαιούχους. Το Εφετείο τόνισε εκ νέου ότι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα παραμένουν στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, χωρίς σημεία κάμψης. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα εφόσον δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.

 

Περαιτέρω, στην ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Bezanidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785, όχι μόνο επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω, αλλά έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342 και Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 485, στις οποίες τονίστηκε η ανάγκη για αποτροπή τόσο των ιδίων των παραβατών, όσο και της αναχαίτησης τρίτων από τη διάπραξη ομοίων ή παρομοίων εγκλημάτων. Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ιδίων των αδικημάτων.»

 

Περαιτέρω, στην υπόθεση Hussein v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση αρ.252/18 ημερ. 31.05.19, ECLI:CY:AD:2019:B206, επισημάνθηκε εκ νέου η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της φύσης:

 

«Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής:

 

«Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα,  (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 824).»

 

Σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η αξία της κλαπείσας περιουσίας και τυχόν επιστροφή, έστω μέρους αυτής, ή η αποζημίωση του θύματος (βλ. Τσιλικίδης (ανωτέρω) και Τζιαμά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 17/2017, ECLI:CY:AD:2017:B468, ημερομηνίας 18.12.2017). Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία προκύπτει ότι προσμετρά επιβαρυντικά στην επιμέτρηση, η με συστηματικό τρόπο τέλεση των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 47 και Σωκράτους ν Δημοκρατίας (2016) 2Α ΑΑΔ 167), η τάση επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς (βλ. Φραντζίδης ν Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 146), η πρόκληση ζημιών σε περιουσία ή τραυματισμών σε ενοίκους (βλ. Χρίστου ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 85 και Τράντας ν. Αστυνομίας (2016) 2Β ΑΑΔ 1116) ως επίσης και η ύπαρξη προσχεδιασμού (βλ. Lungu ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 545).

 

Στρεφόμενη στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτές προκύπτουν από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου, σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις διέρρηξε και εισήλθε σε δύο διαφορετικά καταστήματα και έκλεψε περιουσία συνολικής αξίας 2 χιλιάδων ευρώ καθώς και ένα κινητό τηλέφωνο, περιουσία η οποία άνηκε σε 2 διαφορετικά πρόσωπα.

 

Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής ότι δεν έχει λάβει αποζημίωση των θυμάτων σε σχέση με την κλοπιμαία περιουσία.

 

Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), την εκφρασθείσα εκ μέρους του απολογία του για τη συμπεριφορά και τις πράξεις του, τις προσωπικές οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από το γραπτό κείμενο της αγόρευσης του συνηγόρου του Κατηγορούμενου καθώς και τα όσα ο συνήγορος του ανέφερε επιπρόσθετα δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έχει γίνει αναφορά πιο πάνω.  

 

Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Gheorghe Lucian και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην Balampanidιs (ανωτέρω) λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής

 

Σε ό,τι αφορά την εισήγηση του κύριου Φελλά ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να θεωρηθεί λευκού ποινικού μητρώου στη βάση του ότι η ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε είναι ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν με βρίσκει σύμφωνη αυτή εισήγηση καθότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή της έκτισης της δεν διαφοροποιεί το είδος της ποινής η οποία είναι ποινή φυλάκισης. Η επιχειρηματολογία του κύριου Φελλά σύμφωνα με την οποία επειδή στον πίνακα στον περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμο του 1981 (Ν. 70/1981) δεν γίνεται αναφορά σε ποινή φυλάκισης με αναστολή παρά μόνο σε ποινή φυλάκισης και επειδή στον κατηγορούμενο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή αυτό σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να θεωρηθεί λευκού ποινικού μητρώου στερείται νομικού ερείσματος. Ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης. Ο λόγος για τον οποίο στον σχετικό πίνακα του συγκεκριμένου Νόμου στον οποία αναφέρθηκε ο κ. Φελλάς δεν αναγράφεται η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι αυτονόητος και τούτο διότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης. Περαιτέρω, έχοντας κατά νου τα νομολογισθέντα στην υπόθεση Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας (2011), 2 ΑΑΔ 282 και ειδικότερα το γεγονός ότι το αδίκημα στο οποίο έχει καταδικαστεί ο κατηγορούμενος διαπράχθηκε τον Νοέμβριο του 2024, δηλαδή πριν τη διάπραξη των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση, καθώς επίσης και ότι η καταδίκη του κατηγορούμενου για το πρώτο αδίκημα ολοκληρώθηκε πριν τη δεύτερη καταδίκη, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί λευκού ποινικού μητρώου και συνεπώς βαρύνεται με 1 προηγούμενη καταδίκη η οποία αφορά ίδιας φύσης αδίκημα.

 

Η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών είναι παράγοντας ο οποίος περιορίζει το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει στον κατηγορούμενο αν ήταν λευκού ποινικού μητρώου, αφού οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού που επιδεικνύει ένας κατηγορούμενος έναντι των νόμων της Πολιτείας (βλ. Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 79/2019 ημ. 27/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B173, ECLI:CY:AD:2021:B173).

 

Στην υπόθεση  Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565 επαναλήφθηκαν τα εξής:

 

«Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96). Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας (1976) 2 Α.Α.Δ. 63).»

 

Η προηγούμενη λοιπόν καταδίκη του κατηγορούμενου δεν τίθεται για να τιμωρηθεί για αδικήματα για τα οποία έχει ήδη τιμωρηθεί, αλλά επηρεάζει την επιείκεια που θα τύγχανε αν δεν βαρυνόταν με αυτές. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί στο πλαίσιο της στάσης και του σεβασμού του προς τον Νόμο, ότι τόσο η προηγούμενη καταδίκη του όσο και οι 3 εκ των 6 υποθέσεων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής ποινής αφορούν αδικήματα κατά της περιουσίας. Περαιτέρω, από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου προβάλλει η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου αφού ο κατηγορούμενος για το χρονικό διάστημα από το έτος 2023 μέχρι και το 2025 που προφυλακίστηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης επέδειξε μία συνεχή παραβατική συμπεριφορά διαπράττοντας τόσο αδικήματα κατά της περιουσίας με την κλοπιμαία περιουσία να ανέρχεται σε σημαντικά ποσά όσο και αδικήματα βίας κατά συνανθρώπων του.

 

Είναι νομολογημένο ότι όταν  το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 2 ΑΑΔ 598.

 

Λαμβάνω επίσης υπόψη μου στην επιμέτρηση της ποινής του κατηγορούμενου και την αναφορά του κύριου Φελλά, ότι ενόψει του χρόνου που καταχωρίστηκε η παρούσα υπόθεση (24/9/2025) παρά το γεγονός ότι υπήρχε μαρτυρία που σύνδεε τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη των αδικημάτων από τον Ιούλιο του 2025, στο μεσοδιάστημα του είχε επιβληθεί η ποινή στο πλαίσιο της υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με αποτέλεσμα ενόψει αυτού του χρόνου που διέρρευσε να είχε απωλέσει ο κατηγορούμενος ουσιαστικά τη δυνατότητα να έχει την επιλογή να προβεί σε παραδοχή της παρούσας υπόθεσης στην υπόθεση στην οποία έχει καταδικαστεί.

 

Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι  προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ, 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ, 36).  

 

Στην υπόθεση Κλεοβούλου ν Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 485, o κατηγορούμενος, ηλικίας 27 ετών, κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, σε τέσσερις κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας με σκοπό την κλοπή, κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.Το σύνολο της κλαπείσας περιουσίας ανήρχετο στο πόσο των £2.795 από το οποίο επιστράφηκε ποσό £760.  Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με πέντε προηγούμενες καταδίκες για παρόμοια αδικήματα. Επίσης, λήφθηκαν υπόψη 10 παρόμοιες υποθέσεις όπως και μια άλλη που αφορούσε κλοπή οχήματος. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών, η οποία δεν κρίθηκε υπερβολική.

 

 

Στην υπόθεση Piliev ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 587, ο κατηγορούμενος, λευκού ποινικού μητρώου, κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε πέντε συνολικά κατηγορίες, ήτοι σε δύο για διάρρηξη κατοικίας, κατά παράβαση των Άρθρων 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δύο για κλοπή από κατοικία, κατά παράβαση του Άρθρου 266(β) του Κεφ. 154 συνολικής αξίας Λ.Κ. 7.124 και μία για παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ανευρέθη μόνο μικρό μέρος των κλοπιμαίων. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο χρόνων σε σχέση με τις κατηγορίες της διάρρηξης κατοικίας η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση.

 

Στην υπόθεση Ilie κ.ά ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 280 οι τρεις κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν παραδοχής σε αδικήματα διάρρηξης κατοικίας και κλοπής. Διέρρηξαν και εισήλθαν στην οικία συγκεκριμένου προσώπου με σκοπό την κλοπή και έκλεψαν από την οικία αυτή το ποσό των 680 και ρολόγια και χρυσαφικά αξίας περίπου €220, περιουσία του κατόχου της κατοικίας. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών και 18 μηνών οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.

 

Στην Hussein ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 252/2018, ECLI:CY:AD:2019:B206, ημερομηνίας 31.5.2019, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, σε έξι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπής και σε τέσσερις κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας  με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Λήφθηκαν επίσης υπόψη τα γεγονότα άλλων τριών υποθέσεων. Το σύνολο της κλαπείσας περιουσίας ανερχόταν στο ποσό των €30.000 και ουδέν ποσό επιστράφηκε στους δικαιούχους. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο  είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.

 

Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο  θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.

 

Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:

 

Στην 1η  κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ½ χρόνων,

Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ½ χρόνων.

 

Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.

 

Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:

 

«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο  και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.

 

Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία  στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.

 

Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος  διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 1, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Συνεπώς, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο είναι άμεσες.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 117 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου, μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που αυτός βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από 4/9/2025. 

 

Στην επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση λήφθηκαν υπόψη οι ακόλουθες υποθέσεις: (1) 2176/25 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (2) 20379/24 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, (3) 15671/24 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (4) 258/26 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, (5) 2726/26 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και (6) 549/26 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.

 

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο