ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ZAKARIA AL LIDDAWI, Αρ. Yπόθεσης: 12338/2025, 4/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ZAKARIA AL LIDDAWI, Αρ. Yπόθεσης: 12338/2025, 4/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 12338/2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

ZAKARIA AL LIDDAWI

 

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 4 Μαΐου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Χ. Φελλάς.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση των άρθρων 306 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154  (2η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 5/11/2025 στη Λάρνακα και Λευκωσία αποδέχτηκε περιουσία, ήτοι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] αξίας €20,000 καλώς γνωρίζων ότι αυτό ήταν κλοπιμαία περιουσία.

 

Με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, εγκρίθηκε αίτημα από πλευράς του Κατηγορούμενου, το οποίο υποβλήθηκε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ώστε να ληφθούν υπόψη, για σκοπούς επιβολής ποινής οι ακόλουθες 4 υποθέσεις:

 

(1)         Η υπόθεση με αριθμό 10824/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας,

 

(2)         Η υπόθεση με αριθμό 184/25 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας,

 

(3)         Η υπόθεση με αριθμό 2556/25 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας,

 

(4)         Η υπόθεση με αριθμό 9043/25 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:

 

«Γεγονότα στην κυρίως υπόθεση ως το κατηγορητήριο. Περαιτέρω να αναφέρω ότι 5.11.25  καταγγέλθηκε από την Μ.Κ. 1 ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 17:50 άγνωστο πρόσωπο έκλεψε το αυτοκίνητο της με αριθμούς εγγραφής [ ] αξίας περί των 20.000 ευρώ το οποίο είχε σταθμευμένο έξω από την οικία της στη Λάρνακα. Κατά την ώρα της κλοπής το αυτοκίνητο ήταν ξεκλείδωτο και τα κλειδιά βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητο. Η Μ.Κ.1 ανέφερε στην Αστυνομία ότι πάνω στα κλειδιά του οχήματος της βρισκόταν συσκευή GPS με την οποία μπορούσε να εντοπίσει την τοποθεσία του οχήματος που κινείτο. Το όχημα τέθηκε στον κατάλογο κλοπιμαίων οχημάτων της Aστυνομίας και μέσω της Μ.Κ. 1 διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν σε συγκεκριμένη περιοχή της Λευκωσίας. Μετά από έρευνες εντοπίστηκε το κλοπιμαίο όχημα από περίπολα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας, έγινε καταδίωξη του οχήματος, ανακόπηκε και διαπιστώθηκε ότι οδηγείτο από τον κατηγορούμενο ο οποίος αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο απάντησε "συγγνώμη". Αυτά εν συντομία τα γεγονότα της υπόθεσης. 

 

Υπόθεση 184/25:  Γεγονότα: 30.12.24  περί ώρα 16:00 καταγγέλθηκε από την Μ.Κ.1 ότι άγνωστος/ άγνωστοι την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 14:00 14:20 έκλεψαν από το αυτοκίνητο της με αριθμούς εγγραφής [ ] το οποίο ήταν σταθμευμένο σε συγκεκριμένη περιοχή στη Λάρνακα μια γυναικεία τσάντα μάρκας Louis Vuitton αξίας 350 ευρώ εντός της οποίας υπήρχε το πορτοφόλι της που εντός αυτού υπήρχε το ποσό των 2080 ευρώ σε χαρτονομίσματα, τραπεζικές κάρτες και το δελτίο ταυτότητας της. Στον χώρο εντοπίστηκε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και αφού επιθεωρήθηκε από μέλη της Aστυνομίας αναγνωρίστηκε ως ένα από τα πρόσωπα που βρίσκονταν στη σκηνή όπου κλάπηκε το όχημα της παραπονούμενης ως ο κατηγορούμενος 1. Εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος 1, οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ και ανακρινόμενος προφορικά παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής από το όχημα.

 

Υπόθεση 10824/24: Γεγονότα: Την 27.6.24 καταγγέλθηκε από την Μ.Κ. 1 ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 09:30  μετέβηκε στην παραλία Μακένζυ και εισήλθε στη θάλασσα.  Στη συνέχεια όταν επέστρεψε διαπίστωσε ότι απουσίαζε η τσάντα της μέσα στην οποία υπήρχε το κινητό της τηλέφωνο μάρκας iPhone αξίας 1200 ευρώ.  Εξασφαλίστηκε μαρτυρία από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης ότι ο κατηγορούμενος 1 ενέχετο στην κλοπή.  Εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον του, συνελήφθηκε την 30.6.24, ανακρίθηκε γραπτώς και έδωσε τους δικούς του ισχυρισμούς μη παραδεχόμενος τη διάπραξη του αδικήματος. 

 

Υπόθεση 9043/25: Γεγονότα, την 26.3.25 καταγγέλθηκε στο Τμήμα Τροχαίας Λάρνακας από τον ΜΚ1 ότι ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής [ ] στη Λεωφορείο Σπύρου Κυπριανού από λιμάνι προς Αραδίππου σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά τα φώτα τροχαίας Σκλαβενίτη σταμάτησε λόγω του κόκκινου σηματοδότη και αυτοκίνητο που τον ακολουθούσε με αριθμούς εγγραφής [ ] τον χτύπησε ελαφριά το πίσω μέρος οχήματος του. Όταν κατέβηκε αντιλήφθηκε ότι ο οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν νεαρό πρόσωπο αραβικής καταγωγής ο οποίος του έδωσε το κινητό του τηλέφωνο και συμφώνησαν προφορικά όπως διευθετήσει τη ζημιά, πράμα το οποίο παρέλειψε να πράξει και έτσι ο ΜΚ1 προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία. Από εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι εν λόγω όχημα ήταν καταγγελμένο ως κλοπιμαίο στην Πάφο, διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός τηλεφώνου που του δόθηκε από τον οδηγό στον Μ.Κ. 1 ανήκε στον κατηγορούμενο, εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος, οδηγήθηκε στα γραφεία του Τμήματος Τροχαίας, ανακρινόμενος γραπτώς παραδέχθηκε ότι ήταν ο οδηγός του οχήματος και σε γραπτή κατηγορία απάντησε "παραδέχομαι και απολογούμαι". Ο κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να έχει άδεια και ασφάλεια σε ισχύ.

 

Υπόθεση 2556/25: Γεγονότα, την 20.2.25 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας από τον Μ.Κ.1 ότι την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 15:00 07:00 της επόμενης μέρας άγνωστος έκλεψε από τον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας του το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] αξίας 12.000 ευρώ. Σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου το αυτοκίνητο ήταν ξεκλείδωτο και υπήρχε κλειδί μέσα στο όχημα. Εξασφαλίστηκε μαρτυρία ότι την 20 Φεβρουαρίου το εν λόγω κλοπιμαίο όχημα εντοπίστηκε σε πρατήριο βενζίνης στη λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα.  Από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης διαπιστώθηκε ότι γυναίκα συνοδηγός πλήρωσε για καύσιμα αξίας 10 ευρώ,  τα στοιχεία της εξασφαλίστηκαν και ανακρινόμενη γραπτώς ανέφερε ότι την κλοπή του οχήματος τη διέπραξε ο κατηγορούμενος 2.

 

Περαιτέρω, τέθηκε ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση 1646/25 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όπου καταδικάστηκε στις 27/5/25 για το αδίκημα της κλοπής σε 2 μήνες ποινή φυλάκισης. Στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπόψη η υπόθεση υπ’ αριθμό 427/25 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για αδικήματα που διαπράχθηκαν 25/3/25 και αφορούσαν κλοπή πινακίδων εγγραφής, μεταφορά επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο και μεταφορά μάχαιρας εκτός της κατοικίας. 

 

Το Ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Χ.

 

Για σκοπούς επιμέτρηση και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη συνήγορο του κατηγορούμενου.

 

Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 20 ετών, διαμένει με τη μητέρα, τον πατέρα του, τον 21χρονο αδελφό του και τα 4 ανήλικα αδέλφια του σε ενοικιαζόμενη κατοικία 3 υπνοδωματίων στην Αραδίππου. Στη βάση εντύπου απαίτησης από τον ιδιοκτήτη της κατοικίας το οποίο παρέδωσε η οικογένεια στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας τον Οκτώβρη του 2025 τίθεται κίνδυνος έξωσης. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στον Λίβανο και είναι παιδί πολυμελούς οικογένειας αναγνωρισμένων προσφύγων. Το 2015 ήρθε στην Κύπρο με την οικογένεια του, ολοκλήρωσε το σύστημα Νέας Σύγχρονης Μαθητείας στον κλάδο της κομμωτικής.  Ακολούθως εργάστηκε εντός του 2024 ως οικοδόμος και από τον Φεβρουάριο του 2025 και για διάστημα περίπου ενός μηνός εργάστηκε ως αχθοφόρος σε φρουταρία. Πριν τη σύλληψη του εργαζόταν σε εργοληπτική εταιρεία ως οικοδόμος. Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας διατηρούν συνεργασία με την οικογένεια του κατηγορουμένου στο πλαίσιο του προγράμματος Οικογενειακής Συμβουλευτικής Προληπτικής Εργασίας και Στήριξης Οικογενειών για σκοπούς παροχής κάθε δυνατής στήριξης και βοήθειας στην οικογένεια του κατηγορουμένου.

 

Ο κύριος Φελλάς αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και περαιτέρω ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος με την οικογένεια του λόγω του πολέμου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα καταγωγής τους με σκοπό να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον.  Βρίσκονται στην Κύπρο από το 2015.  Μέχρι και την φυλάκιση του ο κατηγορούμενος εργαζόταν στις οικοδομές όπου λάμβανε μηνιαίο εισόδημα περί τα 400 ευρώ εκ των οποίων έπρεπε να καλύψει τα δικά του έξοδα και να βοηθήσει και την οικογένεια του. Ο πατέρας του κατηγορουμένου λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας δεν μπορεί να εργαστεί.  Περαιτέρω, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος επιθυμεί να αρχίσει να εργάζεται το συντομότερο δυνατό μετά την αποφυλάκιση του, καθότι η οικογένεια του χρήζει υποστήριξης από τον ίδιο και τα άλλα 4 αδέλφια του είναι ανήλικα και μαθητές στο δημοτικό σχολείο. Κάλεσε το δικαστήριο να λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, γεγονός το οποίο δείχνει την ειλικρινή μεταμέλεια του προς το Δικαστήριο και την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου και ζήτησε από το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου. 

 

Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων.

 

Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).

 

Χωρίς αμφιβολία, το αδίκημα στο οποίο έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρό. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα και βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023).

 

Σύμφωνα δε με τη νομολογία, σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις οι κλεπταποδοχές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (βλ. Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565, Παναγίδη ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, 106, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, Balampanidιs ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 210/18, ημερομηνίας 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178 και Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, 15/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021, 4/11/2022).

 

Στρεφόμενη στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτές προκύπτουν από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου, σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι αποδέχτηκε περιουσία, ήτοι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΝΒΖ 045 αξίας €20,000 γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν κλοπιμαία περιουσία.

 

Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, ενώπιον των οποίων παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, συμβάλλοντας έτσι στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης, τις προσωπικές οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και τα όσα ο συνήγορος του ανέφερε επιπρόσθετα δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έχει γίνει αναφορά πιο πάνω. 

 

Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου. Το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη αποτελεί, σύμφωνα με τη Νομολογία, παράμετρο που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν προς την επιμέτρηση της ποινής. Σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. G. M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 88).

 

Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Gheorghe Lucian και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην Balampanidιs (ανωτέρω) λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής

 

Δεν παραγνωρίζω, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 1 προηγούμενη καταδίκη, οι οποίες αφορά παρόμοιας φύσεως αδικήματα, σημειώνοντας παράλληλα ότι η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών είναι παράγοντας ο οποίος περιορίζει το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει στον κατηγορούμενο αν ήταν λευκού ποινικού μητρώου, αφού οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού που επιδεικνύει ένας κατηγορούμενος έναντι των νόμων της Πολιτείας (βλ. Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 79/2019 ημ. 27/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B173, ECLI:CY:AD:2021:B173).

 

Στην υπόθεση  Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565 επαναλήφθηκαν τα εξής:

 

«Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96). Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας (1976) 2 Α.Α.Δ. 63).»

 

H προηγούμενη λοιπόν καταδίκη του κατηγορούμενου δεν τίθεται για να τιμωρηθεί για αδικήματα για τα οποία έχει ήδη τιμωρηθεί, αλλά επηρεάζει την επιείκεια που θα τύγχανε αν δεν βαρυνόταν με αυτές. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί στο πλαίσιο της στάσης και του σεβασμού του προς τον Νόμο, ότι τόσο η προηγούμενη καταδίκη του όσο και οι 3 εκ των 4 υποθέσεων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής ποινής αφορούν αδικήματα κατά της περιουσίας.

 

Είναι επίσης νομολογημένο ότι όταν  το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 2 ΑΑΔ 598.

 

Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι  προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ, 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ, 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ, 36).  

 

Στην Ψωμά v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 40, ο Εφεσείων κρίθηκε ένοχος για κλεπταποδοχή κλαπέντος χαλκού (890kg) αξίας Λ.Κ.800 (€1.385 περίπου), του οποίου διαπραγματευόταν την πώληση. Ήταν 35 ετών με λευκό μητρώο, οικογενειάρχης, εργαζόμενος σε νυκτερινή εργασία πατέρας τριών παιδιών σχολικής ηλικίας, τα οποία φρόντιζε και διακινούσε στα σχολεία τους ενόσω εργαζόταν η σύζυγός του. Το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδόθηκε η πρέπουσα σημασία στις προσωπικές του συνθήκες και γενικότερα ότι η σοβαρότητα του εγκλήματος δεν αποτιμήθηκε σε σωστά πλαίσια, οπότε μείωσε τη 12μηνη φυλάκιση σε 6μηνη.

 

Στην Mihaylov Sergey Yankov ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 837 ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στο αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του Άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα, για το οποίο και του επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης δύο ετών. Αντικείμενο της κλεπταποδοχής ήταν ηλεκτρονικός υπολογιστής αξίας €539,93. Ο κατηγορούμενος βαρυνόταν με μια προηγούμενη καταδίκη η οποία αφορούσε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών και ενώ εξέτιε την ποινή φυλάκισης που του επεβλήθη στο πλαίσιο της προηγούμενης καταδίκης του, δραπέτευσε και διέπραξε το αδίκημα της κλεπταποδοχής.

 

Στην Ιακώβου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ.: 159/2024, 8/11/2024, η εφεσείουσα κρίθηκε ένοχη κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής περιουσίας (Π.Κ. 309) και της κλεπταποδοχής [Π.Κ. 306(α)]. Η Εφεσείουσα βαρύνετο με τέσσερεις προηγούμενες καταδίκες, η μία εκ των οποίων για ομοειδή αδικήματα και στο πλαίσιο της οποίας επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με 3ετή αναστολή. Η εφεσείουσα διέπραξε τα αδικήματα εντός της περιόδου αναστολής. Πρωτόδικα επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης πέντε και εννέα μηνών, σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση έξι μηνών φυλάκισης από παλαιότερη ανασταλείσα 12μηνη φυλάκιση. Κατ’ έφεση η ποινή στην κατηγορία της παράνομης κατοχής αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 2 μηνών και η ποινή φυλάκισης των 9 μηνών στην κατηγορία της κλεπταποδοχής επικυρώθηκε. Περαιτέρω η διαταγή για ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής φυλάκισης αντικαταστάθηκε με διαταγή ενεργοποίησης 3 μηνών, διαδοχικά προς τις δύο πιο πάνω ποινές οι οποίες παρέμειναν συντρέχουσες μεταξύ τους.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο  είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.

 

Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο  θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.

 

Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:

 

Στη 2η  κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.

 

Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:

 

«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο  και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.

 

Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία  στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.

 

Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος  διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 1, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 117 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που αυτός βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 11/11/2025 μέχρι σήμερα

 

Στην επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας: (1) 10824/24 (2) 184/25 (3) 2556/25 και (4) 9043/25.

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο