ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Χ. Σ., Αρ. Yπόθεσης: 12921/2023, 30/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Χ. Σ., Αρ. Yπόθεσης: 12921/2023, 30/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 12921/2023

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

Χ. Σ.

 

Κατηγορούμεvη

 

Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.

Για την Κατηγορούμενη: Ο κ. Μυλωνάς.

Κατηγορούμενη: παρούσα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μία κατηγορία για το αδίκημα της Δημόσιας Εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 13/9/2023 και περί ώρα 17:00 στο Τερσεφάνου της Επαρχίας Λάρνακας ευρισκόμενη σε δημόσιο μέρος εξύβρισε τον Ν. Π.από τη Λευκωσία με τη φράση «αχάπαρε», «είσαι βλάκας», «είσαι άχρηστος», με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.

Η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 1 μάρτυρα.

 

Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα. Κατατέθηκε τέλος 1 τεκμήριο.

 

Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]  

 

Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]

 

Πρώτος και μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο παραπονούμενος Ν. Π. (ΜΚ1) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, ανέφερε ότι από τον Ιούλιο του 2022 βάσει διατάγματος Δικαστηρίου πάει στο Τερσεφάνου και παραλαμβάνει το ανήλικο παιδί του από την οικία της πρώην συμβίας του η οποία διαμένει σε διαμέρισμα στο Τερσεφάνου. Στις 13/09/2023 και περί ώρα 16:10 πήγε στην οικία της πρώην συμβίας του για να παραλάβει το γιο του. Όταν έφτασε εκεί έστειλε μήνυμα στην πρώην συμβία του ότι ήταν εκεί για να παραλάβει το παιδί και του απάντησε οκ. Περίμενε μέσα στο αυτοκίνητο μέχρι τις 17:00 όπου εκείνη την ώρα πρόσεξε τη μητέρα της πρώην συμβίας του να έρχεται προς το μέρος του και να κρατά το γιο του ο οποίος εκείνη την ώρα έκλαιγε. Τότε αυτός άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου κατέβηκε κάτω, η ίδια πλησίασε κοντά στον ίδιο και χωρίς να της πει οτιδήποτε τον αποκάλεσε αχάπαρο και άρχισε να φωνάζει και να λέει «εσού φταίεις που εν έρκεται το μωρό, βλάκα» και συνέχισε να φωνάζει και να λέει «βάλλεις λόγια του μωρού είσαι βλάκας είσαι άχρηστος». Τις φράσεις αυτές τις έλεγε και όταν μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο αφού έβαλε τον γιο του στο αυτοκίνητο. Ο ίδιος δεν της είπε οτιδήποτε, πήρε το παιδί και έφυγε από το μέρος. Αναγνώρισε την κατηγορούμενη ως το πρόσωπο το οποίο τον εξύβρισε και στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεση του.

 

Η κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι προσέχει το μωρό της κόρης της, γιατί δουλεύει απόγευμα. Το επίδικο απόγευμα το παιδί κοιμόταν, ξυπνούσε με δυσκολία και της έλεγε ότι δεν θέλει να πάει. Η ίδια του έλεγε ότι ήρθε ο μπαμπάς του. Έγινε 17:00 να ξυπνήσει. Πήρε το μωρό πάνω της τραβούσε την πόρτα για να μην το πάρει και πήγε κάτω περίμενε 10 λεπτά, ο παραπονούμενος έπαιζε με το κινητό του και του φώναξε «Νικόλα μου δεν θα κατεβείς να πιάσεις το μωρό»; Κατέβηκε μετά που 10 λεπτά, του έδωσε το μωρό, το έβαλε στο αυτοκίνητο, και μπήκε στο αυτοκίνητό της για να φύγει. Ο Παραπονούμενος άφησε το μωρό μέσα στο αυτοκίνητο και πήγε να βρει άτομα να μιλήσει αφήνοντας το μωρό μέσα στο αυτοκίνητο κλειδωμένο επί 15 λεπτά.

 

Για την πλευρά της Κατηγορούμενης κατέθεσε και η κόρη της, Γιώτα Στυλιανού (ΜΥ1). Η ΜΥ1 αναφέρθηκε στα προβλήματα που είχε ανά διαστήματα με τον πρώην συμβίο της και το γεγονός ότι η ίδια τον έχει καταγγείλει στη Αστυνομία για άσκηση βίας. Σε ότι αφορά το επίδικο περιστατικό ανέφερε ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα.

 

Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.

 

Πρέπει περαιτέρω να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο.[5] Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταρρίπτουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο.[6]

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[7] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[8]

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[9] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[10]  

 

Ο παραπονούμενος άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Ειδικότερα, δεν αρνήθηκε το γεγονός ότι υπήρξαν προβλήματα στη σχέση του με την πρώην συμβία του και ότι έχουν γίνει και από τις 2 πλευρές καταγγελίες στην Αστυνομία. Δέχθηκε ότι εκκρεμεί εναντίον του ποινική υπόθεση στο Δικαστήριο.

 

Αρνήθηκε κατηγορηματικά και με σταθερότητα τη θέση που του υποβλήθηκε ότι δεν είναι γνήσια η καταγγελία του και ότι την έκανε για αντιπερισπασμό και σκόπιμα ενόψει της καταγγελίας που του είχε κάνει η πρώην συμβία του τον Σεπτέμβριο του 2022 δηλώνοντας χωρίς ενδοιασμούς και περιστροφές ότι δεν έκανε κάτι για αντιπερισπασμό αλλά το έκανε επειδή πράγματι έλαβε χώρα αυτό το περιστατικό το οποίο τον ενόχλησε αφού έλαβε χώρα μπροστά στο παιδί του και ότι αυτό έπρεπε να σταματήσει με τη βοήθεια της Αστυνομίας στην οποία κατήγγειλε το περιστατικό.

 

Περαιτέρω, αρνήθηκε ότι είχε αφήσει την κατηγορούμενη επί 10 λεπτά με το μωρό αγκαλιά να περιμένει έξω στην οποία θέση παρέμεινε σταθερός παρά την επιμονή της Υπεράσπισης στην αντεξέταση επί του εν λόγω σημείου.

 

Σταθερότητα και σαφήνεια αναδύθηκε επίσης και στην απόρριψη της θέσης που του υποβλήθηκε ότι η μόνη φράση που του είπε η κατηγορούμενη ήταν: «Έλα κάτω να πιάσεις το μωρό σου ήνταμπου κάθεσαι τζαμαί;», επιμένοντας ότι του είπε όλα όσα αναφέρει στην κατάθεση του.

 

Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα ενώ δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Ο ΜΚ1 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις.

 

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.

 

Η κατηγορούμενη καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.

 

Κατά την κυρίως εξέταση της ισχυρίστηκε ότι όταν κατέβηκε κάτω για να παραδώσει το μωρό στον Παραπονούμενο, αυτός έπαιζε με το κινητό του και περίμενε για 10 λεπτά τον Παραπονούμενο και τότε αυτή απλώς του είπε «Νικόλα μου δεν θα κατεβείς να πιάσεις το μωρό;» Στην αντεξέταση πρόσθεσε για πρώτη φορά ότι δεν της απάντησε ο Παραπονούμενος και ότι του φώναξε 2-3 φορές για να κατεβεί, θέση που δεν ανέφερε στην κυρίως εξέταση της.

 

Περαιτέρω, τόσο στην κυρίως εξέταση της όσο και στην αντεξέταση της προβλήθηκε η θέση ότι ο Παραπονούμενος όταν πήρε το παιδί από την Κατηγορούμενη το έβαλε στο αυτοκίνητο, το κλείδωσε και το άφησε μέσα στο αυτοκίνητο για 15 λεπτά και ότι η ίδια έμεινε εκεί και έβλεπε το μωρό κλειδωμένο στο αυτοκίνητο. Στην αντεξέταση μάλιστα πρόσθεσε ότι το άφησε κλειδωμένο το μωρό ο Παραπονούμενος και τριγυρνούσε στην Πολυκατοικία. Πέραν του ότι δεν εξήγησε λογικά και πειστικά αυτή την αναφορά περί κλειδώματος του μωρού στο αυτοκίνητο και μάλιστα για 15 λεπτά με τον ίδιο να τριγυρνά στην Πολυκατοικία, η θέση αυτή δεν τέθηκε στον Παραπονούμενο ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του από την Υπεράσπιση προκειμένου αυτός να τοποθετηθεί.

 

Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι οι αποφάσεις   Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχω βέβαια υπόψη μου ότι όπως λέχθηκε  στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Παρά ταύτα και στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων τυχόν παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους σημείου έχει κριθεί ότι αφήνει αλώβητη τη σχετική μαρτυρία του μάρτυρα επί του συγκεκριμένου σημείου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19.10.2021. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551.

Περαιτέρω, ενώ κατά την αντεξέταση του Παραπονούμενου από τον συνήγορο Υπεράσπισης αυτό που προωθήθηκε ως θέση ήταν ότι η Κατηγορούμενη του είπε την φράση: «έλα κάτω να πιάσεις το μωρό σου ήνταμπου κάθεσαι τζιαμέ;», η ίδια η Κατηγορούμενη δια ζώσης άλλαξε πλεύση ισχυριζόμενη ότι απλώς του είπε «Ν. μου δεν θα κατεβείς να πιάσεις το μωρό;». Πρόκειται σαφώς για εντελώς διαφορετικές εκδοχές οι οποίες φανερώνουν και την αδυναμία των όσων η Κατηγορούμενη προσπάθησε να παρουσιάσει ως προς τον τρόπο που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη ημέρα. Δεν έπεισε ούτε η αναφορά ότι ενώ η Κατηγορούμενη έβλεπε το μωρό κλειδωμένο μέσα στο αυτοκίνητο για 15 λεπτά και τον Παραπονούμενο να τριγυρνά στην Πολυκατοικία αφήνοντας το παιδί στο αυτοκίνητο αυτή δεν του μίλησε γιατί όπως ισχυρίστηκε ότι και να τους πεις δεν μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί του, κάτι που δεν συνάδει άλλωστε με την προηγούμενη αναφορά της ότι προηγουμένως του είχε μιλήσει και μάλιστα ευγενικά λέγοντας του «Νικόλα μου δεν θα κατεβείς να πιάσεις το μωρό;».

 

Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της κατηγορούμενης στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας της να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία της δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της.

 

Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία της Κατηγορούμενης και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας της σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία της να καθίσταται ακροσφαλής. Συνακόλουθα, απορρίπτω τη μαρτυρία της κατηγορούμενης στην ολότητα της.

 

Η ΜΥ1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο πλην όμως η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά το επίδικο περιστατικό και επομένως τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Η μαρτυρία της δεν μπορεί υπό αυτές τις περιστάσεις να βοηθήσει στην επίλυση των επίδικων στην υπό εξέταση υπόθεση ζητημάτων. Ουσιαστικά η μαρτυρία της περιορίστηκε στην προβληματική σχέση που υπάρχει με τον παραπονούμενο κάτι που άλλωστε δέχθηκε και ο ίδιος ο παραπονούμενος. Σε σχέση με τις αναφορές της περί προσπάθειας από την πλευρά του παραπονούμενου να αποσύρει την καταγγελία εναντίον του σε σχέση με άλλη υπόθεση που αφορά καταγγελία που έκανε η ίδια δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα καθότι ο ίδιος ο Παραπονούμενος όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση και αφού του επιστήθηκε η προσοχή από το Δικαστήριο ως προς το δικαίωμα του στη μη αυτοενοχοποίηση άσκησε το δικαίωμα του να μην απαντήσει.

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

 

Στις 13/09/2023 και περί ώρα 16:10 ο Παραπονούμενος πήγε στην οικία της πρώην συμβίας του στην οδό Αθηνών στο Τερσεφάνου για να παραλάβει το γιο του. Όταν έφτασε εκεί έστειλε μήνυμα στην πρώην συμβία του ότι ήταν εκεί για να παραλάβει το παιδί και η πρώην συμβία του, του απάντησε οκ. Περίμενε μέσα στο αυτοκίνητο μέχρι τις 17:00 όπου εκείνη την ώρα πρόσεξε τη μητέρα της πρώην συμβίας του, κατηγορούμενη να έρχεται προς το μέρος του και να κρατά το γιο του ο οποίος εκείνη την ώρα έκλαιγε. Τότε, ο παραπονούμενος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, κατέβηκε κάτω και η κατηγορούμενη πλησίασε κοντά στον ίδιο και χωρίς να της πει οτιδήποτε τον αποκάλεσε «αχάπαρο» και άρχισε να φωνάζει και να λέει «εσού φταίεις που εν έρκεται το μωρό, βλάκα» και συνέχισε να φωνάζει και να λέει «βάλλεις λόγια του μωρού είσαι βλάκας είσαι άχρηστος».

 

Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή της κατηγορούμενης στο αδίκημα που αντιμετωπίζει.

 

Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[11] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[12]

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω τα ακόλουθα σε σχέση με την εισήγηση του κ. Μυλωνά ότι θα πρέπει ουσιαστικά το Δικαστήριο να εξάξει συμπέρασμα από την άρνηση του Παραπονούμενου να απαντήσει στην υποβολή της Υπεράσπισης ότι ζητούσε από την πρώην συμβία του να αποσύρει την καταγγελία που υπέβαλε στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης κατόπιν σχετικής επίστησης του Παραπονούμενου. Σύμφωνα με την εισήγηση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξάξει το μόνο εύλογο συμπέρασμα ότι από την άρνηση του ΜΚ1 να απαντήσει τυχόν απάντηση του θα τον ενοχοποιούσε. Συνεχίζει η εισήγηση ότι ενόψει του ότι ήταν ο μόνος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή η επιλογή του να μην απαντήσει σε μία ουσιαστική, κατά την υπεράσπιση, ερώτηση, δίνει το δικαίωμα στο Δικαστήριο να εξάξει το εύλογο συμπέρασμα ότι ο λόγος που δεν απαντά ήταν ότι πράγματι είχε λάβει χώρα το συμβάν (ήτοι ότι ζήτησε την απόσυρση της καταγγελίας). Παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση του ΕΔΑΔ στην Αίτηση Αρ. 37617/10 Case of Cabral v. The Netherlands, ημερομηνίας  28.11.2018, ως σχετική με το θέμα.

 

Με κάθε σεβασμό, δεν με βρίσκουν σύμφωνη οι εισηγήσεις του κ. Μυλωνά. Από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος επέλεξε να μην απαντήσει σύμφωνα με την επίστηση που του έγινε από το Δικαστήριο ότι τυχόν απάντηση του ενδεχομένως να τον καθιστούσε υπόλογο ποινικών αδικημάτων, η επιλογή του, ως άλλωστε είχε δικαίωμα να πράξει, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει στην εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος και δη του συμπεράσματος που εισηγείται η Υπεράσπιση. Περαιτέρω, η απόφαση στην οποία παρέπεμψε ο κ. Μυλωνάς, με κάθε σεβασμό, ουδόλως υποστηρίζει τη θέση του. Σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε ότι είχε παραβιαστεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη επειδή η μαρτυρία του συνεργού και πιο συγκεκριμένα, η κατάθεση του στην Αστυνομία ήταν η μοναδική και αποφασιστική μαρτυρία (sole and decisive evidence) εναντίον του Κατηγορούμενου, χωρίς ο συνεργός να αντεξεταστεί αφού όταν κλήθηκε από την Υπεράσπιση για αντεξέταση ο συνεργός αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του τέθηκαν ασκώντας το προνόμιο της μη αυτοενοχοποίησης. Το ΕΔΑΔ υπογραμμίζοντας το προνόμιο της μη αυτοενοχοποίησης του συνεργού, έκρινε ότι ενόψει του ότι δεν υπήρχε άλλη μαρτυρία ούτε άλλος τρόπος για να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία της ενοχοποιητικής δήλωσης του συνεργού δεν υπήρξαν αποτελεσματικά αντισταθμιστικά διαδικαστικά μέτρα και συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 (1) (3) (δ) της Σύμβασης. Λέχθηκε συγκεκριμένα στην παρ. 37 ότι:

 

«In the absence of any other possibility to put the credibility of V.’s incriminating statement to the test, it must be found that the handicaps under which the defence laboured were not offset by effective counterbalancing procedural measures. There has accordingly been a violation of Article 6 §§ 1 and 3 (d) of the Convention.»

 

Δεν υπάρχουν εν προκειμένω τέτοια δεδομένα. Ο παραπονούμενος αντεξετάστηκε και η Υπεράσπιση είχε την ευκαιρία να θέσει εν αμφιβόλω την αξιοπιστία του αντεξετάζοντας τον Παραπονούμενο επί του επίδικου περιστατικού. Περαιτέρω, έχει επισημανθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, ακριβώς διότι μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Ο ισχυρισμός για παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται μεμονωμένα ούτε κατ' αφηρημένο τρόπο (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto).[13]

 

Εν προκειμένω, η Κατηγορούμενη δεν εισηγήθηκε κάτι συγκεκριμένο και δεν εξήγησε με ποιο τρόπο επηρεάστηκε δυσμενώς στην προώθηση της Υπεράσπισης.

 

Καταληκτικά, σημειώνω ότι μέσα από την ακροαματική διαδικασία προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός της υπεράσπισης της Κατηγορούμενης.

 

Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στην Κατηγορούμενη το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[14] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας που προσάπτεται στην Κατηγορούμενη χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[15] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[16] 

 

Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου  καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[17] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:

 

«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»

 

Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κωδικοποιείται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»

 

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του άρθρου 99 τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον (β) Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση και (γ) Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο.

 

Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens (1972) 2 All E.R. 1297 αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει.[18] Το κριτήριο λοιπόν είναι καθαρά αντικειμενικό.

 

Επιπρόσθετα στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98  επισημάνθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Στην Αχιλλέως (ανωτέρω) κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε ήταν υβριστική και εκδήλωνε περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίστηκε. 

 

Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, στις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 154 διαλαμβάνονται τα ακόλουθα στο άρθρο 4:

 

“δημόσιος χώρος” ή “δημόσιο υποστατικό” περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση

 

Περαιτέρω, ο όρος δημόσιος χώρος ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 362

Ιωάννου  v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 493.

 

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής, η κατηγορούμενη εκστόμισε τις επίδικες φράσεις ενώ βρισκόταν στον δρόμο έξω από την Πολυκατοικία που διέμενε η πρώην συμβία του Παραπονούμενου και κόρη της κατηγορούμενης. Ο παραπονούμενος άκουσε τις επίδικες φράσεις ενώ βρισκόταν σε δημόσιο χώρο εντός της έννοιας του Νόμου. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τις φράσεις που εκστόμισε η κατηγορούμενη, ήτοι «αχάπαρε», «είσαι βλάκας», «είσαι άχρηστος» δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτές απευθυνόμενες στον παραπονούμενο, με τον τρόπο που εκφράστηκε στην παρουσία του ανήλικου τέκνου του, δεν εμπίπτουν στα αποδεκτά όρια της ηθικής και της ευπρέπειας της κοινωνίας μας και δύνανται να προσβάλουν τον αποδέκτη αυτών. Αντικειμενικά πρόκειται για υβριστικές λέξεις και φράσεις. Περαιτέρω, η χρήση των επίδικων λέξεων και φράσεων από την κατηγορούμενη, με τον τρόπο που έγινε, όταν δηλαδή ο παραπονούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του για να πάρει το παιδί του από την κατηγορούμενη και στην παρουσία του ανήλικου παιδιού του, βεβαίως, είχαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου την δυναμική ώστε να προκαλέσουν σε παριστάμενο πρόσωπο, επίθεση.

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 1ης Κατηγορίας.

 

Καταληκτικά, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην κατηγορία που αυτή αντιμετωπίζει.  

 

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35

[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).

[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.

[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.

[5] Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68), Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 104, 118). 

[6] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, 155.

[7] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.

[8] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.

[9] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378

[10] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614)

[11] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.

[12] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, ECLI:CY:AD:2022:A113, 16/3/2022.

[13] Ρίκκος Ερωτοκρίτου κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17 κ.α., ημερ. 15.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B465, ECLI:CY:AD:2017:B465, Παπανδρέας Αθανάση v. Δημοκρατίας (2016) 2(Β) Α.Α.Δ. 867).

[14] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.

[15] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).

[16] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

[17] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και  Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).

[18] «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο