ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΝΙΚΟΛ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 17180/2022, 11/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΝΙΚΟΛ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 17180/2022, 11/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 17180/2022

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

ΝΙΚΟΛ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Κατηγορούμεvη

 

Ημερομηνία: 11 Μαρτίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Γιάλλουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Γ. Εφφέ μαζί με κ. Γ. Γρηγορίου για Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε..

Κατηγορούμενη: παρούσα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 1 κατηγορία για το αδίκημα της Απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 23/06/2022 και στην οδό Ανδριανού στη Λάρνακα προκάλεσε τρόμο στον Γιάννη Καββαδία από την Ορόκλινη απειλώντας τον ότι με παράνομη πράξη θα του κάνει κακό λέγοντας του: «Μην ξανά παρκάρεις εδώ θα σου το σπάσουμε, πρόσεχε τις νύχτες».

 

Η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 3 μάρτυρες.

 

Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσε ένα μάρτυρα. Κατατέθηκαν τέλος 4 τεκμήρια.

 

Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]  

 

Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]

 

Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο παραπονούμενος κ. Γιάννης Καββαδίας (ΜΚ1) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, ανέφερε ότι στις 23/06/2022 έξω από την πολυκατοικία στην οποία διέμενε στην οδό [ ] 3 στη Λάρνακα τον πλησίασε η μία από τις κόρες της Έλενας Ιωάννου την οποία άκουσε να φωνάζει Νικόλ. Η Νικόλ μόλις είχε παρκάρει πίσω του το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ]. Ακολούθως, χωρίς να έχουν μιλήσει ξανά στο παρελθόν ξεκίνησε να τον απειλεί με τη φράση «μην ξαναπαρκάρεις εδώ θα σου το σπάσουμε πρόσεχε τις νύχτες». Ερωτηθείς να αναφέρει πως εξέλαβε την επίδικη φράση της Νικόλ Χρυσόστομου ανέφερε ότι εκείνη τη στιγμή φοβήθηκε επειδή ο τόνος της φωνής της ήταν έντονος.

 

Δεύτερος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας 3870 Μιχάλης Παπαμιχαήλ  (ΜΚ2) o οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 τα αποτελέσματα έρευνας που διεξήγαγε στα αρχεία της Αστυνομίας σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οχήματος με αριθμούς εγγραφής [ ]. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 για την περίοδο από 18/2/2019 μέχρι και τις 9/4/2025 ιδιοκτήτρια ήταν η κατηγορούμενη.

 

Τρίτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η Αστυφύλακας 2086 Μαρία Ιωάννου (ΜΚ3) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 3). Συνοπτικά, ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας. Στις 22/7/2022 και ώρα 13:45 επέδωσε τα δικαιώματα υπόπτου κατηγορούμενου στην κατηγορούμενη τα οποία παρέλαβε και υπέγραψε. Ακολούθως έλαβε κατάθεση από την κατηγορούμενη καθώς και από τον Κυριάκο Τσιαπούτα στον οποίο αναφέρθηκε η κατηγορούμενη στην κατάθεση της.

 

Η κατηγορούμενη κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον κ. Κυριάκο Τσιαπούτα (ΜΥ1) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 5). Συνοπτικά ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης γυμναστηρίου στη Λάρνακα. Η κατηγορούμενη είναι πελάτιδα του και στις 23/6/2022 γύρω στις 18:40 ήρθε στο γυμναστήριο και παρέμεινε στο γυμναστήριο μέχρι και η ώρα 20:00 της ίδιας ημέρας. Ο ίδιος τη συγκεκριμένη ημέρα ήταν στο γυμναστήριο και γι’ αυτό το γνώριζε.  

 

Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[5] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[7] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[8]  

 

Σε ότι αφορά τον παραπονούμενο η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε δεν ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, διαπιστώνω ότι αυτή δεν χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Η μαρτυρία του, χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια και έλλειψη αυθορμητισμού ενώ ταυτόχρονα περιέπεσε σε αντιφάσεις αναιρώντας τα λεγόμενα του. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του.

 

Αρνητική εντύπωση προκάλεσε η αναφορά του αποδεχόμενος τις θέσεις της Υπεράσπισης επί τούτου ότι έλαβε συμβουλή από δικό του δικηγόρο για να καταθέσει στο Δικαστήριο, ότι πήρε την κατάθεση του σε δικηγόρο, παραδεχόμενος μάλιστα ότι του ειπώθηκε και τι να προσέξει και τι να αναφέρει.

 

Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο ως προς το πόσες φορές είχε δει την κατηγορούμενη στο παρελθόν λέγοντας γενικά και αόριστα «αρκετές» χωρίς να εξειδικεύσει αυτήν του την αναφορά ως προς τον χρόνο ή διάρκεια και χωρίς ουσιαστικά να αναφέρει οτιδήποτε συγκεκριμένο επί τούτου ενώ αξιοσημείωτο ήταν και το γεγονός ότι ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν είχε μιλήσει ποτέ με την κατηγορούμενη. Ταυτόχρονα, παραδέχθηκε ότι δεν είχε γίνει κάτι αξιοσημείωτο στο παρελθόν για να την θυμάται ούτε και αναγνώρισε στο εδώλιο την κατηγορούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφερόταν απλώς σε ένα πρόσωπο που είχε ακούσει να την φωνάζουν Νικόλ και του οποίου το επίθετο νόμιζε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ότι ήταν Χρυσοστόμου. Θα πρέπει να λεχθεί στο σημείο αυτό ότι η Υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι ο Παραπονούμενος είχε δει την επίδικη ημέρα την Κατηγορούμενη στην επίδικη σκηνή και ότι η Κατηγορούμενη ήταν στην επίδικη σκηνή την επίδικη ημέρα. Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι άκουσε την Έλενα Ιωάννου να φωνάζει στο πρόσωπο που κατ’ ισχυρισμό είδε εκείνη την ημέρα «Νικόλ» στην αντεξέταση του διαφοροποίησε αυτή του τη θέση λέγοντας ότι δεν την είχε ακούσει εκείνη την ημέρα να φωνάζει το όνομα αυτό αλλά άλλη ημέρα χωρίς όμως να διευκρινίσει αυτήν του την αναφορά για να καταλήξει εν τέλει να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε και ότι δεν είδε τη μητέρα της.

 

Περαιτέρω για πρώτη φορά στην αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι παρούσα στο επίδικο περιστατικό ήταν και η μητέρα του που κατ’ ισχυρισμό είδε την κατηγορούμενη χωρίς να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν ανέφερε το γεγονός αυτό στην κατάθεση του ενώ δεν έπεισε η αναφορά την οποία πρόβαλε πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του όταν του τέθηκε ευθαρσώς η παράλειψη του αυτή, ήτοι ότι δεν το ανέφερε επειδή η μητέρα του δεν άκουσε τι ειπώθηκε.  

 

Αρνητική εντύπωση προκάλεσε επίσης και η αναφορά του ότι είχε μάλιστα και ηχητικό μήνυμα όπου ακουγόταν η επίδικη φράση γεγονός για το οποίο έκανε πρώτη φορά αναφορά κατά την κυρίως εξέταση του. Η θέση του ότι δεν ανέφερε τέτοιο γεγονός στην Αστυνομία γιατί δεν γνώριζε ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ότι ο λόγος που το ανέφερε για πρώτη φορά στην κυρίως εξέταση του ήταν επειδή τον «διαβεβαίωσαν» χωρίς να αναφέρει ποιος του έδωσε τέτοια διαβεβαίωση ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί δεν είναι ούτε λογική ούτε πειστική.

 

Περαιτέρω, ενδεικτικό των γενικών και ασαφών τοποθετήσεων του ήταν και το γεγονός ότι αντεξεταζόμενος προέβαλε για πρώτη φορά ότι η Νικόλ Χρυσοστόμου είχε κάνει απειλές και στο παρελθόν χωρίς όμως να αναφέρει οτιδήποτε απτό και συγκεκριμένο και χωρίς να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν είχε προβεί σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Άλλωστε αυτή η αναφορά έρχεται σε αντίφαση με την προηγούμενη τοποθέτηση του ότι δεν είχαν μιλήσει ποτέ στο παρελθόν με την κατηγορούμενη.

 

Δεν έπεισε ούτε η αναφορά του ότι είχε πάει στην Αστυνομία την ημέρα του επίδικου περιστατικού αλλά η Αστυνομία αρνήθηκε να του πάρει κατάθεση αφού πέραν του ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αναφέρει επακριβώς με ποιο πρόσωπο μίλησε και τι ακριβώς λέχθηκε αφού κατ’ ισχυρισμό αρνήθηκαν να του πάρουν κατάθεση, περαιτέρω η αναφορά του αυτή καταρρίφθηκε από την ΜΚ3, ανακρίτρια στην υπόθεση η οποία δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν είχε πάει προηγουμένως ο Παραπονούμενος για κατάθεση και ότι ουσιαστικά υπέβαλε την επίδικη καταγγελία όταν κλήθηκε να πάει για ανακριτική κατάθεση στο πλαίσιο υπόθεσης στην οποία  ο Παραπονούμενος ήταν ύποπτος.

 

Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει λογικά και πειστικά για ποιο λόγο δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι φοβήθηκε από την επίδικη φράση κάτι το οποίο ανέφερε για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση του. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ερωτηθεί από την Αστυνομία να αναφέρει ποια ήταν η ψυχολογική του κατάσταση τη δεδομένη στιγμή πλην όμως δεν προκύπτει εν πάση περιπτώσει να είχε υποβληθεί οποιαδήποτε ερώτηση στον κατηγορούμενο από την Αστυνομία την ημέρα της κατάθεσης του ούτε και τα όσα ανέφερε και τα οποία καταγράφηκαν στην κατάθεση του ήταν προϊόν ερωτήσεων από την Αστυνομία.

 

Περαιτέρω, από τις απαντήσεις του αναδύθηκε η ύπαρξη έντονων και τεταμένων σχέσεων μεταξύ συγγενικών προσώπων της κατηγορούμενης και του ίδιου αλλά και μελών της οικογένειας του αφού παραδέχθηκε ότι υπάρχουν πολλές υποθέσεις μεταξύ τους στα Δικαστήρια, με τον ίδιο όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της ΜΚ3 να είχε καταγγείλει το επίδικο περιστατικό την ημέρα που κλήθηκε για ανακριτική κατάθεση ως ύποπτος για άλλη καταγγελία γεγονός που φανερώνει και την ύπαρξη κινήτρου παράθεσης ψεύδους στο Δικαστήριο.

 

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του ΜΚ1 και καθιστούν ακροσφαλή την αποδοχή της μαρτυρίας του από το Δικαστήριο. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής.[9]

 

Συνακόλουθα, ο ΜΚ1 κρίνεται αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητα της.

 

Ο ΜΚ2 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα τη δική του εμπλοκή στην υπόθεση η οποία ήταν πολύ περιορισμένη αφού περιορίστηκε ουσιαστικά στη λήψη των στοιχείων που του ζητήθηκαν σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου οχήματος ξεκαθαρίζοντας ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε άλλο για την υπόθεση.

 

Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, ο ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.

 

Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από την Αστ. 2086 Μ. Ιωάννου (ΜΚ3) ήταν επίσης θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα. Η ΜΚ3 επεξήγησε με ενάργεια τις ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση της.

 

Περαιτέρω, ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ήταν και το γεγονός ότι η ίδια δεν αρνήθηκε το γεγονός ότι δεν έκανε κάποια ενέργεια για να διαπιστώσει εάν η κατηγορούμενη έφυγε στις 18:30 από το δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργαζόταν λέγοντας ότι θεώρησε αρκετό να πάρει κατάθεση από τον γυμναστή της κατηγορούμενης αφού η θέση της κατηγορούμενης ήταν ότι την ώρα του επίδικου περιστατικού ήταν στο γυμναστήριο.

 

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου η ΜΚ3 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της.

 

Σε ότι αφορά τη μαρτυρία του ΜΥ1 δεν έχω διαπιστώσει προσπάθεια να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αντίθετα, διαφάνηκε ότι ο ίδιος ήταν ειλικρινής καθότι από την αντεξέταση του κατέστη σαφές ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να πει ακριβώς τι ώρα είδε την κατηγορούμενη στο γυμναστήριο του. Στην πραγματικότητα διαφάνηκε μέσα από τις απαντήσεις του και τούτο ήταν ενδεικτικό της ειλικρίνειας του ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει με ακρίβεια τι ώρα είχε δει την κατηγορούμενη την επίδικη ημέρα στο γυμναστήριο. Όταν ερωτήθηκε να αναφέρει πως γίνεται να θυμάται ένα μήνα μετά το περιστατικό ότι η Κατηγορούμενη είχε πάει στο γυμναστήριο στις 18:40 ευθαρσώς δήλωσε ξεκάθαρα  όπως άλλωστε ανέφερε και στην κατάθεση του ότι ήταν «στο περίπου» αυτή η ώρα. Στη συνέχεια σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν ήξερε εν τέλει εάν είχε πάει «παρά τέταρτο, παρά δέκα ή παρά είκοσι», η κατηγορούμενη εξηγώντας και πάλι με ειλικρίνεια ότι ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για το προηγούμενο μάθημα από αυτό που θα παρακολουθούσε η κατηγορούμενη την επίδικη ημέρα, ήτοι για το μάθημα 18:00 – 19:00.

 

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων ο ΜΥ1 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω αποδέχομαι μόνο την αναφορά του ότι είχε δει την κατηγορούμενη στο γυμναστήριο την επίδικη ημέρα ενώ δεν αποδέχομαι την αναφορά του σε σχέση με την ακριβή ώρα που την είδε. Η μη αποδοχή βέβαια του μέρους αυτού της μαρτυρίας του δεν καθιστά και το υπόλοιπο της μαρτυρίας του ως αναξιόπιστο δεδομένου ότι ο ΜΥ1 κρίνεται ως αξιόπιστος μάρτυρας.[10] Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα τον οποίο έχει κρίνει ως αξιόπιστο και να απορρίπτει άλλο.[11]

Έχω αναφέρει προηγουμένως ότι η κατηγορούμενη επέλεξε, ως είχε απόλυτο  δικαίωμα, να παραμείνει σιωπηλή. Η άσκηση του δικαιώματος της σιωπής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί εναντίον της αλλά ούτε και μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην απόφαση του Δικαστηρίου.[12] Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαγάγει οποιοδήποτε εύρημα ενοχής από τη σιωπή της κατηγορούμενης, μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη ενώπιον του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου.[13]

 

Στην κατάθεση της η Κατηγορούμενη αρνήθηκε τη διάπραξη του αδικήματος που της καταλογίζεται λέγοντας ότι την επίδικη ημέρα γύρω στις 18:30 αναχώρησε από το δικηγορικό γραφείο που εργαζόταν στην Λεωφόρο Αρτέμιδος στη Λάρνακα και 18:43 μετέβη στο γυμναστήριο Active που βρίσκεται στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λάρνακα και παρέμεινε μέχρι τις 20:00 περίπου.

 

Έχοντας κατά νου τις αναφορές της κατηγορουμένης στην κατάθεση της, καθίσταται σαφές ότι η ίδια αρνείται την οποιαδήποτε εμπλοκή στη διάπραξη του αδικήματος που της καταλογίζεται.

 

Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που προσάπτεται στην Κατηγορούμενη το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[14] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας που προσάπτεται στην Κατηγορούμενη χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[15] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[16] 

 

Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου  καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[17]

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:

 

«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

Εν προκειμένω έχει απορριφθεί η μαρτυρία του παραπονούμενου, και η λοιπή μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που έγινε αποδεκτή ουδόλως βοηθά στη στοιχειοθέτηση του αδικήματος που προσάπτεται στην Κατηγορούμενη. Τούτο διότι η μαρτυρία του ΜΚ2 περιορίστηκε στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του οχήματος με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής και η μαρτυρία της ΜΚ3 περιορίστηκε απλώς στις ανακριτικές ενέργειες που έλαβε και στη λήψη των καταθέσεων στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης χωρίς η ίδια να έχει γνώση σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, το περιεχόμενο της κατάθεσης της κατηγορούμενης δεν βοηθά στη στοιχειοθέτηση του αδικήματος που προσάπτεται σε αυτήν αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε ενοχοποιητική δήλωση ή αναφορά η οποία θα μπορούσε να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο.

 

Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί, σε επίπεδο εικασιών. Αποφασίζει με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, την ανάλυση επ' αυτής, την αξιολόγηση και τα τελικά ευρήματα του.[18]

 

Με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του παραπονούμενου που δόθηκε για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την κατηγορία που έχει προσαφθεί στην Κατηγορούμενη.

 

Σε ότι αφορά τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης περί πλημμελούς διερεύνησης από την Αστυνομία, λαμβάνοντας υπόψη την κατάληξη του Δικαστηρίου περί μη στοιχειοθέτησης του αδικήματος που προσάφθηκε στην Κατηγορούμενη, η περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου με την εισήγηση αυτή καθίσταται ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος.

 

Συνακόλουθα, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει.

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35

[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).

[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.

[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.

[5] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.

[6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.

[7] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378

[8] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614)

[9] (βλ. Ομήρου v. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 98, 101, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 449, 452, Νικολάου v Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 390, 408 και Δημητρίου v. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 326, 349). 

 

[10] Mohamed v. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 266.

[11] Τιμοθέου ν. Αστυνομίας Ποιν.Έφεση 24/12 ημερ. 23/10/2012, Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας Ποιν Έφεση 243/12 ημερ. 2/5/2014, Frangous P.S. Limited κ.α. v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, 4/7/2022, ECLI:CY:AD:2022:B277, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499).

[12] Mohammad κ.ά ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 590.

[13] Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 693, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17/11/2017, Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:B101 και Γιώρκας ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 27/2021, ημερομηνίας 16/3/2022.

[14] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.

[15] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).

[16] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

[17] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και  Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).

[18] Ξενοφώντος Κύπρος ν. KN Zoo Bar Restaurant Ltd και Άλλων (2016) 1 ΑΑΔ 2786.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο