ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ. Κ. Σ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 925/26, 4/8/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ. Κ. Σ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 925/26, 4/8/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:   Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                    Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

                    Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

                                                                                       

Αρ. Υπόθεσης: 925/26

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

 ν

 

1.    Χ. Κ. Σ.

2.    Π. Κ.

3.    Λ. Σ.

                                                                        Κατηγορουμένων

     

                                                    

Ημερομηνία:  4 Αυγούστου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κ. Α.Αντωνίου

Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Π. Λοϊζου

Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Ν.Ζένιου και Α.Χρίστου

Κατηγορούμενοι : παρόντες

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι, μετά από δική τους παραδοχή, ο μεν 1ος στην κατηγορία 4 (παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, δηλαδή της συνολικής ποσότητας 1,465 γρ. κάνναβης), ο δε 2ος κατηγορούμενος στην κατηγορία 5 (παράνομης προμήθειας των 389,49 γρ. κάνναβης στον κατηγορούμενο 1) και στην κατηγορία 6 (παράνομης κατοχής 51,57 γρ. κάνναβης με σκοπό την  προμήθεια), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977, ως τροποποιήθηκε.

 

Σημειώνεται, για σκοπούς πληρότητας, ότι και οι τρεις Κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν από κοινού την κατηγορία 1 (παράνομη κατοχή 1,5 κιλού κάνναβης με σκοπό την προμήθεια) και ο κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες 2 και 3 (παράνομη κατοχή 2 γρ.κάνναβης και 34,66 γρ. κάνναβης αντίστοιχα), οι οποίες διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, με αποτέλεσμα τούτοι να απαλλαγούν από αυτές.  

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, έχουν, συνοπτικώς, ως εξής:

 

Στις 31.01.2026, στα πλαίσια διερεύνησης πληροφορίας σύμφωνα με την οποία ο 1ος και ο 2ος κατηγορούμενος εμπλέκονταν σε διακίνηση ναρκωτικών, τέθηκε υπό παρακολούθηση από μέλη της ΥΚΑΝ η λυόμενη κατοικία του 1ου κατηγορούμενου και η γειτνιάζουσα περιοχή. Περί τις 16:00 θεάθηκε ο 2ος κατηγορούμενος να καταφθάνει με μοτοσυκλέτα και να προσεγγίζει το αυτοκίνητο με αρ. εγγ. ΧΧΧ156, το οποίο βρισκόταν ακινητοποιημένο έξω από την λυόμενη κατοικία και είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της μητέρας του 1ου κατηγορούμενου. Αφού άνοιξε την πόρτα του οδηγού παρέλαβε κάτι, το οποίο, όπως διαπιστώθηκε στην συνέχεια, ήταν δύο συσκευασίες με κάνναβη, συνολικού βάρους 51,57 γραμμαρίων. Αφού έγινε προσπάθεια ανακοπής του 2ου κατηγορούμενού αυτός έριξε τις συσκευασίες σε κάδο οικοδομικών αποβλήτων και προσπάθησε να διαφύγει. Ανακόπηκε τελικά μερικά μέτρα πιο κάτω, συνελήφθηκε και παραδέχτηκε την κατοχή των ναρκωτικών. Περί τις 16:20 ανακόπηκε στην περιοχή Αραδίππου για έλεγχο  ο 1ος κατηγορούμενος, ενώ προσπαθούσε να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο του με αρ. εγγ. ΧΧΧ523 όπου και εντοπίστηκε μέσα σε αυτό, κάνναβη βάρους 0,33 γραμμαρίων, τα οποία ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι ήταν δικά του,  συνελήφθηκε και οδηγήθηκε στην κατοικία του.

 

Μεταξύ 17:00 και 17:20 ερευνήθηκε με δικαστικό ένταλμα το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο με αρ. εγγ. ΧΧΧ156 και εντοπίστηκε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, κάτω από χαλάκι, συσκευασία με κάνναβη βάρους 992,2 γραμμαρίων. Ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι η κάνναβη ήταν δική του. Ακολούθως ερευνήθηκε με δικαστικό ένταλμα και η κατοικία του 1ου κατηγορούμενου και εντοπίστηκαν σε διάφορα σημεία της κατοικίας τρεις συσκευασίες με κάνναβη βάρους 132,65 γρ., 108,65 γρ. και 148,19 γρ. Επίσης εντοπίστηκαν σε διάφορα σημεία μικρότερες ποσότητες οι οποίες συμποσούνται σε 31.74 γρ. κάνναβης. Ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχτηκε την κατοχή του συνόλου της κάνναβης.

 

Οι δύο κατηγορούμενοι, μαζί με την μητέρα του 1ου κατηγορούμενου, πρώην 3η κατηγορουμένη, παρέμειναν υπό κράτηση ως ύποπτοι, δυνάμει διατάγματος κράτησης υπόπτου για 8 μέρες.

 

Από το σύνολο της μαρτυρίας προέκυψε ότι το σύνολο της κάνναβης, στην κατοικία, στο πιο πάνω ακινητοποιημένο αυτοκίνητο και η ποσότητα που είχε παραλάβει ο 2ος κατηγορούμενος (51,57 γρ.) άνηκε στον 1ο κατηγορούμενο και την κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Τις τρεις συσκευασίες κάνναβης που ανευρέθηκαν στην κατοικία του 1ου κατηγορούμενου, συνολικού βάρους 389,49 γραμμαρίων, τις είχε παραλάβει ο 2ος κατηγορούμενος, από τρίτο πρόσωπο, εντός του Ιανουαρίου 2026, και τις είχε μεταφέρει στον 1ο κατηγορούμενο (ο 2ος κατηγορούμενος συνδέθηκε με τις συσκευασίες μέσω γενετικού υλικού). Τα 51,57 γραμμάρια κάνναβης παραλήφθηκαν στις 31.01.2026 από τον 2ο κατηγορούμενο με οδηγίες του 1ου κατηγορούμενου και με σκοπό την παράδοση τους σε άλλο πρόσωπο.

 

Κατόπιν επιστημονικών εξετάσεων προέκυψε ότι η κάνναβη είναι μέσης περιεκτικότητας σε δραστική ουσία (τετραϋδροκανναβινόλη).

 

Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Επίσης ζήτησε την κατάσχεση και καταστροφή των ναρκωτικών ουσιών και όπως τα λοιπά ληφθέντα κατά τη διερεύνηση αντικείμενα, επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους.

 

          Ο ευπαίδευτος συνήγορος του 1ου Κατηγορούμενου, στην προφορική αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, χωρίς να αμφισβητεί τη σοβαρότητα της εναντίον του κατηγορίας, αναφέρθηκε στο νεαρό της ηλικίας του, στη συνεργασία του με τις αρχές καθώς επέδειξε συμπεριφορά που δεν παρεμπόδισε τις έρευνες ή απέκρυψε στοιχεία, στην άμεση παραδοχή του πελάτη του και στην ειλικρινή μεταμέλεια του, στις ιδιάζουσες προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις και στην προθυμία του, ευθύς εξ αρχής, να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Επιπρόσθετα στο λευκό ποινικό μητρώο του, αλλά και στις συνθήκες υπό τις οποίες διέπραξε το αδίκημα, όντας χρήστης τα τελευταία 7 χρόνια, με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, που τον οδήγησαν στο να αποδεχθεί να ενεργεί ως αποθηκάριος άλλου προσώπου. Περαιτέρω ο κ.Λοϊζου υϊοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, στην οποία αναφέρονται οι προσωπικές περιστάσεις του 1ου  Κατηγορουμένου, τις οποίες θα περιγράψουμε κατωτέρω.

 

       Ο ευπαίδευτος συνήγορος του 2ου Κατηγορούμενου, στην γραπτή, επιμελή, αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε και αυτός στις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων, με ιδιαίτερη αναφορά στο συγκεκριμένο τρόπο εμπλοκής του πελάτη του και δη στον ερασιτεχνικό τρόπο δράσης του. Ειδικότερα, κατά την αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος υποστήριξε ότι οι κατηγορούμενοι ήταν φίλοι και στο πλαίσιο της σχέσης αυτής ο 2ος κατηγορούμενος καθ΄όσον αφορά την 5η κατηγορία αποδέχθηκε να μεταβεί σε συγκεκριμένο σημείο και να παραλάβει την κάνναβη βάρους 389,49 γρ. και να την μεταφέρει στην οικία του 1ου, όπου και εντοπίστηκε από την αστυνομία. Αυτός ενήργησε εν είδει διευκόλυνσης του 1ου κατηγορούμενου και χαριστικά. Αναφορικά με την 6η κατηγορία ο συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε ότι ο 2ος κατηγορούμενος κατόπιν συνεννόησης του με τον 1ον κατηγορούμενο, πήγε να παραλάβει τα ναρκωτικά (την ποσότητα των 51,57 γρ. κάνναβης) από το συγκεκριμένο σημείο, για να τύχουν χρήσης από ομάδα προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, η οποία θα παρευρισκόταν σε συγκεκριμένο πάρτυ εκείνο το βράδυ.

       Περαιτέρω ο κ.Ζένιου υϊοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και επιπρόσθετα κατέθεσε δύο ιατρικά πιστοποιητικά του Δρ.Γ.Παπαγιάννη - Ορθοπεδικού Χειρούργου – Τραυματολόγου, στα οποία αναφέρεται ότι ο 2ος κατηγορούμενος κατόπιν τροχαίου ατυχήματος υπέστη πολλαπλά κατάγματα κάτω άκρων και συνεπεία τούτου υποβλήθηκε σε εγχειρήσεις και σε περίπτωση που υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση που απαιτείται για βελτίωση της κατάστασης του η αναγκαία άσκηση και φυσικοθεραπεία δεν δύναται να παρασχεθεί εντός των Κεντρικών Φυλακών, λόγω έλλειψης ειδικού εξοπλισμού και θα καθίσταται αναγκαία η συχνή μετάβαση του σε κέντρο φυσικοθεραπείας.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται, κατ’ αρχάς, από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε  αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), η οποία είναι η διά βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές και για τις 3 κατηγορίες για ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β΄.

 

Στην Παγιαβλάς ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα» και ως «νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας», εφόσον τούτες αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης ν Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας, ενώ είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση, πως η απώλεια ζωών, νέων, κυρίως, ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν Παπανικόλα, Ποιν Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 19/01/2024). Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, με συνέπεια ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η χρήση ναρκωτικών είναι τεράστιο.  Παρά τις ουσιαστικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την πρόληψη και καταστολή αυτού του παγκόσμιου φαινομένου,  το πρόβλημα φαίνεται να έχει ενταθεί και να έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η συμβολή των Δικαστηρίων στην αντιμετώπιση και πάταξη της μάστιγας αυτής είναι καθοριστική.

 

Η σοβαρότητα των σχετικών αδικημάτων έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή στάση και επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η ίδια ανάγκη τονίστηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 74/2021 (Σχετ. Ποιν Εφ. Αρ. 95/2021), ημερ. 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποιν Εφέσεις Αρ. 89-91/2023, ημερ. 13/06/2024).

 

Η αυξημένη χρήση ναρκωτικών και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, ιδίως στη νεολαία, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο παράγοντα στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/03/2018), ECLI:CY:AD:2018:B110. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί το βασικό τους γνώρισμα (βλ. Μιχαήλ ν Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).

 

Ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977, αλλά και η νομολογία, διαφοροποιούν σαφώς τη μεταχείριση των χρηστών από εκείνη των εμπόρων ναρκωτικών Στην Beyki ν Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, αναγνωρίστηκε η αρχή διάκρισης της σοβαρότητας ανάμεσα στα αδικήματα εμπορίας και σε αυτά της κατοχής και χρήσης. Οι έμποροι ναρκωτικών ασκούν ως επάγγελμα τη διάδοση του θανάτου και γι’ αυτό δύσκολα δικαιολογείται μετριασμός των ποινών που τους επιβάλλονται. Αντίθετα, για τους χρήστες υπάρχει περιορισμένο περιθώριο επίδειξης επιείκειας, που συνδέεται με την ανθρώπινη αδυναμία, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η διάκριση αυτή φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου υπογραμμίστηκε ότι για τους εμπόρους είναι εμφανής η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού ζουν από τη διάδοση της καταστροφής.

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/2022, ημερ. 1/12/2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η μάστιγα των ναρκωτικών έχει ριζώσει βαθιά στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες, όχι μόνο για τους παραβάτες – συχνά νεαρούς και ανηλίκους  – αλλά και για την κοινωνία, επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα όταν η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή διάθεσης σε τρίτους. 

 

Το είδος, η ποσότητα, η σύσταση και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών, όπως και ο ρόλος του δράστη, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή αυστηρών ποινών δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι σημαντική και η κατοχή συνδέεται με πρόθεση εμπορίας (βλ. Esper ν Δημοκρατία (1972) 2 C.L.R. 73, Moussa ν Δημοκρατία (1992) 2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk ν Δημοκρατία (2000) 2 Α.Α.Δ. 711).

 

Στην Valdez κ.α. v Δημοκρατίας, ΠοινΕφ.144/16, ημερ.21.2.17, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξη του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον “κατατάξει” σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας του (culpability) και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειες του (harm) το οποίο προσμετράται συνήθως βάση του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει. 

 

Κατά την επιμέτρηση λαμβάνεται υπόψη η πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όταν υπάρχει έξαρση και επανάληψη τέτοιων αδικημάτων, παρά τις αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.ά ν Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha ν Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι τα διαπραχθέντα από τους Κατηγορούμενους αδικήματα, παρουσιάζουν έξαρση, κάτι που διαπιστώνεται, όχι μόνο μέσα από τη νομολογία, αλλά και από τον μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που καταλήγουν τόσο ενώπιον μας, όσο και ενώπιον άλλων πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων.

 

Σε ό,τι αφορά το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο ούτε ακριβής σύνδεση με προηγούμενες αποφάσεις. Οι αναφορές στη νομολογία έχουν κυρίως ενδεικτικό χαρακτήρα, αφού κάθε υπόθεση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι σχετικές αποφάσεις των Ανώτερων Δικαστηρίων δείχνουν το μέτρο τιμωρίας για τέτοια αδικήματα, αλλά δεν έχουν δεσμευτική ισχύ όπως οι αρχές δικαίου. Η ποινή κάθε κατηγορουμένου εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της δικής του υπόθεσης και προσωπικότητας. Οι προηγούμενες αποφάσεις παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για το τι μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ποινή που θεωρούν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100).

 

Έχει αναφερθεί ότι πολυετής φυλάκιση είναι η αρμόζουσα ποινή σε περιπτώσεις κατοχής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια. Η μεγαλύτερη ποσότητα των ναρκωτικών που κατέχονται είναι λόγος για επίταση της ποινής, δεν εφαρμόζεται όμως αυστηρή αριθμητική αναπροσαρμογή.

 

Επιπλέον, για τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη, μελετήθηκε και συνεκτιμήθηκε η σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων, στην οποία, ενδεικτικώς, θα αναφερθούμε κατωτέρω.

 

Αναγνωρίζουμε ότι ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται μόνο από το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προβλέπει. Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα στοιχεία της, και η σοβαρότητα του αδικήματος βαθμολογείται αναλόγως αυτών, με το αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στην επιβληθείσα ποινή.

 

Στην παρούσα περίπτωση ο 1ος κατηγορούμενος για να εξασφαλίσει τη δόση του, όντας χρήστης ναρκωτικών ουσιών, έτυχε εκμετάλλευσης από τον έμπορο τον οποίο δεν κατονόμασε στις αρχές, ώστε να ενεργεί ως αποθηκάριος του και να κατέχει ναρκωτικές ουσίες τις οποίες διακινούσε και διοχέτευε, στη βάση των οδηγιών του. Στο πλαίσιο αυτό έφερε στην κατοχή του την ποσότητα της κατηγορίας 4 δηλαδή, τα 389,49 γρ. κάνναβης, που του παρέδωσε ο 2ος κατηγορούμενος, καθώς επίσης και τα ανευρεθέντα 992,2 γρ. κάνναβης εντός του οχήματος της μητέρας του, την κάνναβη 0,33 γρ. εντός του αυτοκινήτου του και τα 31,74 γρ. κάνναβης εντός της κατοικίας του. Μέρος της πιο πάνω συνολικής ποσότητας των 1,465 γρ. κάνναβης αποτελούν και τα 51,57 γρ. κάνναβης τα οποία ο 2ος κατηγορούμενος  παρέλαβε από το ακινητοποιημένο όχημα με αρ. εγγρ.ΧΧΧ 156.

 

Αναφορικά δε με τον 2ον κατηγορούμενο, παρατηρούμε και αποδεχόμαστε ότι δεν αποκόμισε οποιονδήποτε όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων και ότι η απόφαση του να διαπράξει αμφότερα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, λήφθηκε στη βάση της σχέσης φιλίας που διατηρεί με τον 1ον κατηγορούμενο, ο οποίος και του ζήτησε να ενεργήσει για λογαριασμό του, εν είδει διευκόλυνσης και χαριστικά και τούτο λόγω του ότι δεν μπορούσε τη δεδομένη στιγμή να το πράξει ο ίδιος. Σημειώνουμε, ελαφρυντικά για τον 2ον κατηγορούμενο, ότι δεν γνώριζε την ακριβή ποσότητα της κάνναβης που μετέφερε στον 1ον κατηγορούμενο στη βάση των λεπτομερειών της κατηγορίας 5 και ότι το επιχείρημα του να κατέχει και μεταφέρει την ποσότητα της κατηγορίας 6, γινόταν με σκοπό η συγκεκριμένη ποσότητα να τύχει χρήσης από ομάδα νεαρών προσώπων (μέλος της οποίας και ο ίδιος) που θα συναθροίζονταν στα πλαίσια ενός πάρτυ. Επιπρόσθετα αξίζει να αναφέρουμε ότι ο 2ος κατηγορούμενος, κατά την προσπάθεια ανακοπής του από την αστυνομία, έριξε τις συσκευασίες σε κάδο αποβλήτων και προσπάθησε ανεπιτυχώς να διαφύγει.

 

Συνυπολογίζουμε επίσης τις συνέπειες που η κατοχή και χρήση αυτής της ποσότητας ναρκωτικών θα μπορούσε να προκαλέσει σε μεγάλο αριθμό χρηστών, καθώς και στην κοινωνία γενικότερα. Ευτυχώς, κάτι τέτοιο αποτράπηκε μόνο λόγω της διενεργηθείσας έρευνας, από την αστυνομία.

 

Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ρόλος αμφότερων των Κατηγορουμένων ήταν καθοριστικός και απαραίτητος για τη διακίνηση των ναρκωτικών. Χωρίς τη συμμετοχή τους, η περαιτέρω διακίνηση και διάδοσή τους στην κοινωνία θα ήταν αδύνατη (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).

 

Έχουμε κατά νου, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακώς, ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ’ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές, αλλά την ίδια στιγμή δεν μας διαφεύγει η ουσιαστική και σπουδαίας σημασίας, συνδρομή, συνέργεια και  βοήθεια την οποία παρέχουν οι τελευταίοι - ενδιάμεσοι συνεργάτες - προς επίτευξη του τελικού στόχου, που δεν είναι άλλη από την εμπορία των ναρκωτικών ουσιών. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Xhaferi ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453,  όπου ο ρόλος του εκεί κατηγορούμενου, ήταν, ως εν προκειμένω, αυτός του αποθηκάριου, από  την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.

 

Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων. Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει».

 

Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι συνθήκες υπό τις οποίες  διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα κατέχουν ουσιαστική σημασία για τον καθορισμό της ποινής σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα ευάλωτα και σε ανάγκη, όπως ο 1ος Κατηγορούμενος, στην προκειμένη περίπτωση. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων (βλ. Marius ν Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 397).

 

 

Επιπλέον, παρότι αναγνωρίζεται η σημασία αυτών των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραμέτρων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη. Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγεί σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, όταν τα αδικήματα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου κ.ά ν Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν  Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).

 

Προς όφελος των κατηγορουμένων, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας.

 

Κατ’ αρχάς, το λευκό ποινικό μητρώο τους, σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας τους (22 ετών έκαστος), στοιχεία, που, από τη μια, δικαιολογούν τη θέση τους ότι η εν προκειμένω παραβατική συμπεριφορά τους αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό, και από την άλλη, τους δίδει το δικαίωμα να αιτούνται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311.

 

Επίσης, την άμεση παραδοχή τους, τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο, στοιχείο που καταδεικνύει τη μεταμέλεια τους. Ως προς τούτο, να λεχθεί επιπροσθέτως ότι με αυτή τους τη στάση εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28). Έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή, καθότι, πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, (β΄ έκδοση) σελ. 65-66).

 

Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, με δεδομένο ότι, στην ουσία, οι κατηγορούμενοι κατελήφθησαν επ’ αυτοφώρω να κατέχουν τα ναρκωτικά ή, εν πάση περιπτώσει η αστυνομία κατείχε συντριπτική μαρτυρία εναντίον τους, η παραδοχή τους είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη, ως ήδη σημειώθηκε, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και υπό αυτές τις περιστάσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας τους (βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας (2015) 2 A.A.Δ. 424).

 

Συνυπολογίζουμε, μετριαστικά για τον 1ον κατηγορούμενο ότι από τα αρχικά στάδια της διερεύνησης της υπόθεσης παραδέκτηκε στις αστυνομικές αρχές την κατοχή των ναρκωτικών ουσιών της 4ης κατηγορίας. Ομοίως υπέρ του 2ου κατηγορούμενου, ότι, κατά το ίδιο στάδιο παραδέκτηκε τόσο την προμήθεια των ναρκωτικών της 5ης κατηγορίας όσο και την κατοχή των ναρκωτικών της 6ης κατηγορίας.

 

Επιπρόσθετα για τον 1ο κατηγορούμενο, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και λοιπές συνθήκες του, ως αυτές προκύπτουν από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα συμπληρωματικά ανέφερε ο συνήγορός του. Ιδιαίτερα ότι:

 

·         βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια αφού δεν γνώρισε τον πατέρα του και έχει ως στήριγμα την μητέρα του, η οποία εργάζεται στο αεροδρόμιο Χ.

·         Έχει ένα αδελφό 24 ετών.

·         Πριν τη σύλληψη του, εργαζόταν ως τορναδόρος και αποκέρδαινε €1000.

·         Είναι χρήστης ουσιών τα τελευταία 7 έτη και έχει αιτηθεί όπως ενταχθεί σε Πρόγραμμα Απεξάρτησης.

 

Ως προς τον 2ον κατηγορούμενο, συναφώς λαμβάνουμε υπόψη:

 

·         Πριν τη σύλληψη του διέμενε με τους γονείς του και τον ένα εκ των δύο αδελφών του στην πατρική οικία.

·         Ο πατέρας αντιμετωπίζει 75% αναπηρία, ενώ η μητέρα είναι οικοκυρά.

·         Είναι χρήστης ουσιών και στο παρόν στάδιο απέχει από τέτοια χρήση και έχει αιτηθεί όπως ενταχθεί σε Πρόγραμμα Απεξάρτησης.

·         Ο κατηγορούμενος λόγω του σοβαρού τραυματισμού του συνεπεία ατυχήματος αδυνατεί στο παρόν στάδιο να εργαστεί και υποστηρίζεται σχετικώς από το οικογενειακό του περιβάλλον.

·         Συνεπεία του ιατρικού προβλήματος του λαμβάνει αντικαταθλιπτική αγωγή.

 

               Ερχόμενοι τώρα στο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος έχουμε διεξέλθει των 2 ιατρικών πιστοποιητικών που κατέθεσε ο συνήγορος του, των όσων σχετικών αναφέρει στη σελίδα 16 της αγόρευσης του, αλλά και των όσων προφορικά σχετικώς ανέφερε. Έχουμε όμως υπόψη την αδιαμφισβήτητη θέση του συνήγορου της Κατηγορούσας Αρχής, ότι καθετί που επιβάλλεται ιατρικώς να γίνει για σκοπούς της επέμβασης, αλλά και της μετέπειτα αποκατάστασης του 2ου κατηγορούμενου μπορεί να γίνει και θα γίνει εντός των κρατικών δομών, σε περίπτωση που θα του επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Κατά συνέπεια, μολονότι αναγνωρίζουμε ότι συνεπεία του τρόπου λειτουργίας των κρατικών δομών θα προκύψει κάποιας μορφής ταλαιπωρία, η οποία δεν θα προέκυπτε αν το πρόβλημα υγείας του κατηγορούμενου αντιμετωπιζόταν εκτός των κρατικών δομών, ταλαιπωρία την οποία συνυπολογίζουμε μετριαστικώς γι΄αυτόν, το εν προκειμένω πρόβλημα υγείας δεν μπορεί να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα στην επιβολή αποτρεπτικής ποινής (Redjep v Mehmet (2004) 2 Α.Α.Δ. 217 και Μαυρολουκά v Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση 95/21,  74/2021, ημερομηνίας 31.10.23).

 

Στο σημείο αυτό, κρίνεται απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να  επιτευχθεί. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση των αδικημάτων αυτών, καθώς και οι σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την κοινωνία – ιδίως για τη νεολαία – από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή και την προστασία των κοινωνικών αξιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423).

 

Όσον αφορά τώρα στις συνθήκες υπό τις οποίες ο 1ος Κατηγορούμενος αποφάσισε να διαπράξει το αδίκημα που αντιμετωπίζει λόγω οικονομικών δυσκολιών, ως έχει νομολογηθεί, η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου, ή σε κάθε περίπτωση η ανάγκη που οδηγεί κάποιον στη διάπραξη αδικήματος, δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ.  61) προς βλάβη μάλιστα των συνανθρώπων του. Συναφώς, ως έχει λεχθεί στην Περικλέους ν Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 397:

 

«δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της».

 

 

Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα ίδιου και ή όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτά που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι.

 

Στην υπόθεση Γεωργίου v. Δημοκρατίας,  Ποινική Έφεση 15/2024, ημερομηνίας 20/05/2025, επικυρώθηκε επταετή ποινή φυλάκισης από το Εφετείο Κύπρου, κατόπιν παραδοχής για παράνομη κατοχή με σκοπό τη προμήθεια 4 κιλών και 963,8 γραμμαρίων κάνναβης. Στον εφεσείοντα, ηλικίας 20 ετών και λευκού ποινικού μητρώου επιβλήθηκε η ίδια ποινή με το 36χρονο συγκατηγορούμενο του. Η έφεση του απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου δικαστηρίου. Η εν λόγω απόφαση είναι ιδιαίτερα σημαντική αφού εκφράζει με το πιο εμφατικό τρόπο τη βαρύτητα που δύναται να προσδοθεί σε υποθέσεις ναρκωτικών σε ισχυρούς μετριαστικούς παράγοντες όπως το νεαρό της ηλικίας.

                                  

Στην  υπόθεση Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 746, το Εφετείο αντικατέστησε, με ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης έξι (6) ετών, σε κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, για την κατοχή 688,2684 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης  με σκοπό την προμήθεια, διότι το Κακουργιοδικείο δεν προσέδωσε σημασία στη συνεργασία του κατηγορουμένου με τις ανακριτικές αρχές.

 

Στην υπόθεση  Ahmed  κ.α. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 801, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης με ανώτατη ποινή έξι (6) ετών για προμήθεια ρητίνης καννάβεως συνολικού βάρους περίπου 947 γρ. σε νεαρούς κατηγορουμένους, με λευκό ποινικό μητρώο, μετά από παραδοχή και με τον ιθύνοντα νου να είναι άλλο πρόσωπο που δεν συνελήφθη. Η ποινή χαρακτηρίστηκε από το Εφετείο, ως «αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις και οπωσδήποτε όχι έκδηλα υπερβολική».

 

Στην υπόθεση Soleimani ν. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 476, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών, μετά από παραδοχή, για κατοχή 977,7691 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 26 ετών. Δεν ήταν ο ιθύνων νους, συνεργάστηκε με την Αστυνομία και ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Ο ρόλος του ως μεταφορέα των ναρκωτικών,  χαρακτηρίστηκε ως «ιδιαιτέρως σημαντικός, θα προσθέταμε απαραίτητος, πράγμα που δικαιολογεί και την περαιτέρω παρατήρηση του Κακουργιοδικείου πως η δράση του δεν διέφερε από τη δράση οποιουδήποτε προσώπου που ενεργεί ως έμπορος ναρκωτικών».

 

          Στην υπόθεση Πολυδώρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 492επικυρώθηκε η επιβολή, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ποινής φυλάκισης 8 ετών στον Εφεσείοντα για κατοχή 733 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο.

         

 

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

 

«21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court

reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

 

Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:

 

«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το

 

Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).

 

Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια

της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής των κατηγορουμένων και της συνεργασίας τους με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον 1ον κατηγορούμενο στην κατηγορία 4, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης για 8 έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στην παραδοχή και συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές[3], κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης των 6 ετών, την οποία και επιβάλλουμε στον 1ον  κατηγορούμενο σε αυτήν και,

 

στον 2ον κατηγορούμενο στην κατηγορία 5 είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης για 3 ½ έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στην παραδοχή και συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης των 2 ½ ετών την οποία και επιβάλλουμε στον 2ον κατηγορούμενο σε αυτήν.

 

Με το ίδιο σκεπτικό ως προς την ανάγκη ρητής και μετρήσιμης αποτύπωσης της μείωσης της ποινής, λόγω της άμεσης παραδοχής και συνεργασίας του 2ου κατηγορούμενου, στην κατηγορία 6, αντί της ποινής των  2 ετών, που θεωρούμε ότι θα έπρεπε να επιβληθεί σε αυτόν, αν εξέλειπαν οι εν προκειμένω μετριαστικοί παράγοντες, επιβάλλουμε 18 μήνες φυλάκιση σε αυτήν.

 

Οι ανωτέρω επιβληθείσες στον 2ον κατηγορούμενο ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

 

Εκτιμούμε ότι όλοι οι σχετικοί παράγοντες έχουν δεόντως και επαρκώς επενεργήσει για τον 2ον κατηγορούμενο κατά την επιμέτρηση της ποινής που του επιβλήθηκε. Η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων,  σε συνάρτηση με τις περιστάσεις διάπραξης τους, όπως την αναλύσαμε ανωτέρω, είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στη βάση της εκ νέου θεώρησης των σχετικών παραγόντων. Θεωρούμε δε ότι η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής. Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση του συνήγορου του 2ου κατηγορούμενου απορρίπτεται.

 

Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι Κατηγορούμενοι τελούν σε προφυλάκιση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δηλαδή από την 09.02.2026.

 

Όλες οι ναρκωτικές ουσίες να καταστραφούν, και όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους, τηρουμένων των διαδικασιών.

 

 

                                                           

 

(Υπ.)  .…………..…………..……………

                                                                                                 Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

 

   

   (Υπ.)  ………...……….…………..........

                                                                                                     Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

 

 

                                                                                                                          (Υπ.)……....…….…..………………………

                    Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

 

 

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[2] Υπογράμμιση δική μας.

[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο